1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Belifax Pais 2 mg/ml, Κόνις για πόσιμο εναιώρημα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
2 mg/ml: Μετά τη σύσταση, κάθε ml εναιωρήματος περιέχει 2 mg ομεπραζόλης. Κάθε ανασυσταμένη φιάλη (90 ml) περιέχει 180 mg ομεπραζόλης.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε ml εναιωρήματος περιέχει παραϋδροξυβενζοϊκό μεθύλιο του νατρίου (E219) 2,3 mg, μαλτιτόλη (E965) 272 mg, βενζοϊκό νάτριο (E211) 5 mg, νάτριο 17,2 mg και κάλιο 54,3 mg.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κόνις για πόσιμο εναιώρημα Κόνις στο πώμα: λευκή / υπόλευκη / ελαφρώς κίτρινη σκόνη.
Κόνις στη φιάλη: λευκή / υπόλευκη / ελαφρώς κίτρινη σκόνη. Μπορεί να περιέχει σκούρα στίγματα λόγω γλυκαντικής ουσίας.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το από του στόματος εναιώρημα ομεπραζόλης ενδείκνυται για:
Ενήλικες
• Πρόληψη υποτροπής ελκών δωδεκαδακτύλου
• Μακροχρόνια διαχείριση ασθενών με θεραπευμένη οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση
• Θεραπεία της συμπτωματικής γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης Παιδιατρική χρήση Παιδιά ηλικίας άνω του 1 μηνός
• Θεραπεία της οισοφαγίτιδας λόγω παλινδρόμησης
• Συμπτωματική θεραπεία καύσου και παλινδρόμησης οξέων στη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση του πόσιμου εναιωρήματος ομεπραζόλης 2 mg/ml είναι 15 mg ημερησίως. Για τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων ομεπραζόλης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται άλλη περιεκτικότητα του πόσιμου εναιωρήματος ομεπραζόλης και διαφορετικές φαρμακοτεχνικές μορφές ομεπραζόλης.
Πρόληψη υποτροπής ελκών δωδεκαδακτύλου Για την πρόληψη της υποτροπής του έλκους του δωδεκαδακτύλου σε ασθενείς αρνητικούς για H. pylori ή όταν δεν είναι δυνατή η εκρίζωση του H. pylori, η συνιστώμενη δόση είναι ομεπραζόλη 20 mg άπαξ ημερησίως. Σε ορισμένους ασθενείς ενδέχεται να επαρκεί μια ημερήσια δόση των 10 mg. Σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg.
Μακροχρόνια διαχείριση ασθενών με θεραπευμένη οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση Για τη μακροχρόνια διαχείριση ασθενών με θεραπευμένη οισοφαγίτιδα παλινδρόμησης, η συνιστώμενη δόση είναι ομεπραζόλη 10 mg άπαξ ημερησίως. Εάν χρειαστεί, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε ομεπραζόλη 20–40 mg άπαξ ημερησίως.
Θεραπεία της συμπτωματικής γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης Η συνιστώμενη δόση είναι ομεπραζόλη 20 mg ημερησίως. Οι ασθενείς ενδέχεται να ανταποκριθούν επαρκώς στα 10 mg ημερησίως και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης σε κάθε μεμονωμένο ασθενή.
Εάν δεν έχει επιτευχθεί έλεγχος των συμπτωμάτων έπειτα από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας με ομεπραζόλη 20 mg ημερησίως, συνιστάται περαιτέρω διερεύνηση.
Παιδιά ηλικίας άνω του 1 μηνός Θεραπεία της οισοφαγίτιδας λόγω παλινδρόμησης Συμπτωματική θεραπεία καύσου και παλινδρόμησης οξέων στη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση Οι δοσολογικές συστάσεις έχουν ως εξής*:
| Ηλικία | Βάρος | Δοσολογία |
|---|---|---|
| 1 μηνός | 5 έως ≤ 10 kg | 1 mg/kg άπαξ ημερησίως έως του μέγιστου των 10 mg άπαξ ημερησίως. Δόσεις άνω των 1,5 mg/kg/ημέρα δεν έχουν μελετηθεί. |
| 1 έτους** | 10–20 kg | 10 mg άπαξ ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 20 mg άπαξ ημερησίως, αν απαιτείται. |
* Δεν ενδείκνυνται μεμονωμένες μετρήσεις δόσης 2 ml ** Tο πόσιμο εναιώρημα ομεπραζόλης 2 mg/ml μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς για τη χορήγηση έως και 15 mg ομεπραζόλης την ημέρα, προκειμένου να παρέχεται επαρκής ρυθμιστική ικανότητα και απορρόφηση. Για τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων ομεπραζόλης, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές ομεπραζόλης..
Οισοφαγίτιδα λόγω παλινδρόμησης: Ο χρόνος θεραπείας είναι 4–8 εβδομάδες.
Συμπτωματική θεραπεία καύσου και παλινδρόμησης οξέων στη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: Ο χρόνος θεραπείας είναι 2–4 εβδομάδες. Εάν δεν έχει επιτευχθεί έλεγχος των συμπτωμάτων έπειτα από 2–4 εβδομάδες, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση του ασθενούς.
Ειδικοί πληθυσμοί
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2).
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 5.2).
Τρόπος χορήγησης Το πόσιμο εναιώρημα ομεπραζόλης πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι, τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από ένα γεύμα.
Για να διευκολυνθεί η χορήγηση του προϊόντος σε βρέφη, είναι δυνατή η χορήγηση με μικρή ποσότητα γάλακτος (όχι περισσότερο από 10-15 ml).
Προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος Η κόνις ομεπραζόλης για πόσιμο εναιώρημα απαιτεί ανασύσταση πριν από την από του στόματος χορήγηση. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
Για οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση μέσω ρινογαστρικών (NG) ή διαδερμικών ενδοσκοπικών σωλήνων γαστροστομίας (PEG), βλ. παράγραφο 6.6
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η ομεπραζόλη όπως και άλλοι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (proton pump inhibitors, PPI) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη νελφιναβίρη (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Παρουσία οποιουδήποτε ανησυχητικού συμπτώματος (π.χ. σημαντική ακούσια απώλεια βάρους, επαναλαμβανόμενος έμετος, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα κένωση) και όταν υπάρχει υποψία ή παρουσία γαστρικού έλκους, θα πρέπει να αποκλειστεί η κακοήθεια, καθώς η θεραπεία μπορεί να μετριάσει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση της αταζαναβίρης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (βλ. παράγραφο 4.5). Εάν ο συνδυασμός της αταζαναβίρης με αναστολέα αντλίας πρωτονίων κριθεί αναπόφευκτος, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση (π.χ. φορτίο ιού) σε συνδυασμό με αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση των 20 mg ομεπραζόλης.
Η ομεπραζόλη, όπως όλα τα φάρμακα αποκλεισμού οξέων, μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω υπο- ή αχλωρυδρίας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με μειωμένα αποθέματα σώματος ή παράγοντες κινδύνου για μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β σε μακροχρόνια θεραπεία.
Η ομεπραζόλη είναι αναστολέας του CYP2C19. Κατά την έναρξη ή τον τερματισμό της θεραπείας με ομεπραζόλη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP2C19. Παρατηρείται αλληλεπίδραση μεταξύ της κλοπιδογρέλης και της ομεπραζόλης (βλ. παράγραφο 4.5). Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αβέβαιη. Ως προληπτικό μέτρο, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης θα πρέπει να αποθαρρύνεται.
Σοβαρή υπομαγνησιαιμία έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPI) όπως η ομεπραζόλη για τουλάχιστον τρεις μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα έτος. Μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές εκδηλώσεις υπομαγνησιαιμίας όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία, αλλά μπορεί να ξεκινήσουν ύπουλα και να παραβλεφθούν. Στους περισσότερους ασθενείς που την εμφάνισαν, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά την αντικατάσταση του μαγνησίου και τη διακοπή του PPI.
Για τους ασθενείς που αναμένεται να λαμβάνουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν PPI με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά), οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με PPI και περιοδικά στη διάρκεια της θεραπείας.
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ειδικά εάν χρησιμοποιούνται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλη διάρκεια (>1 έτος), μπορεί να αυξήσουν μετρίως τον κίνδυνο κατάγματος του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως στους ηλικιωμένους ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσουν τον συνολικό κίνδυνο κατάγματος κατά 10–40%. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο οστεοπόρωσης θα πρέπει να λαμβάνουν φροντίδα σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες και θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens- Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), της φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και της οξείας γενικευμένης εξανθηματώδους φλυκταινίας (AGEP), που μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρα , έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια και σπάνια, αντίστοιχα, σε σχέση με τη θεραπεία με ομεπραζόλη.
Έχει παρατηρηθεί οξεία διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ομεπραζόλη, η οποία μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη (βλ.
παράγραφο 4.8). Η οξεία διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια.
Η ομεπραζόλη θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση πιθανολογούμενης οξείας διάμεσης σωληναριακής νεφρίτιδας και θα πρέπει να ξεκινήσει πάραυτα κατάλληλη θεραπεία.
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (ΥΔΕΛ)
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων σχετίζονται με πολύ σπάνιες περιπτώσεις ΥΔΕΛ. Εάν παρουσιαστούν βλάβες, ειδικά σε περιοχές του δέρματος που εκτίθενται στον ήλιο και εφόσον συνοδεύονται από αρθραλγία, ο ασθενής θα πρέπει να αναζητήσει αμέσως ιατρική βοήθεια και ο επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο διακοπής της ομεπραζόλης. Ο ΥΔΕΛ έπειτα από προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο του ΥΔΕΛ με άλλους αναστολείς αντλίας πρωτονίων.
Παρεμβολή στις εργαστηριακές εξετάσεις Το αυξημένο επίπεδο χρωμογρανίνης Α (Chromogranin A, CgA) μπορεί να επηρεάσει τις έρευνες για
νευροενδοκρινείς όγκους. Για να αποφευχθεί αυτή η παρεμβολή, η θεραπεία με ομεπραζόλη θα πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις CgA (βλ. παράγραφο 5.1). Εάν τα επίπεδα CgA και γαστρίνης δεν επανέλθουν στο εύρος αναφοράς μετά την αρχική μέτρηση, οι μετρήσεις θα πρέπει να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων.
Σε ορισμένα παιδιά με χρόνιες νόσους μπορεί να απαιτείται μακροχρόνια θεραπεία, αν και δεν συνιστάται.
Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως η Salmonella και το Campylobacter και, σε νοσηλευόμενους ασθενείς, πιθανώς και το Clostridium difficile (βλ. παράγραφο 5.1).
Όπως και σε όλες τις μακροχρόνιες θεραπείες, ειδικά όταν οι ασθενείς υπερβαίνουν μια περίοδο θεραπείας 1 έτους, θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 17,2 mg (0,75 mmol) νατρίου ανά ml ή 86 mg (3,75 mmol)
νατρίου ανά δόση 5 ml, ισοδύναμο (για δόση 5 ml) με το 4,3% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.
Αυτό το φάρμακο περιέχει 54,3 mg (1,39 mmol) καλίου ανά ml ή 271,5 mg (6,95 mmol) καλίου ανά δόση 5 ml. Το ανωτέρω πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη πρόσληψη καλίου.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλικό νάτριο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες).
Αυτό το φάρμακο περιέχει 5 mg βενζοϊκού νατρίου σε κάθε 1 ml.
Αυτό το προϊόν περιέχει μαλτιτόλη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Επιδράσεις της ομεπραζόλης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών Δραστικές ουσίες με απορρόφηση εξαρτώμενη από το pH Η μειωμένη ενδογαστρική οξύτητα στη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει την απορρόφηση δραστικών ουσιών με απορρόφηση εξαρτώμενη από το γαστρικό pH.
Νελφιναβίρη, αταζαναβίρη Τα επίπεδα νελφιναβίρης και αταζαναβίρης στο πλάσμα μειώνονται σε περίπτωση συγχορήγησης με ομεπραζόλη.
Η συγχορήγηση ομεπραζόλης με νελφιναβίρη αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3). Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg άπαξ ημερησίως) μείωσε τη μέση έκθεση σε νελβιναβίρη κατά περίπου 40% και η μέση έκθεση του φαρμακολογικά δραστικού μεταβολίτη M8 μειώθηκε κατά περίπου 75–90%. Η αλληλεπίδραση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει την αναστολή του CYP2C19.
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση ομεπραζόλης με αταζαναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.4). Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg άπαξ ημερησίως) και αταζαναβίρης 300 mg/ριτοναβίρης 100 mg σε υγιείς εθελοντές οδήγησε σε μείωση κατά 75% της έκθεσης στην αταζαναβίρη. Η αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης στα 400 mg δεν αντιστάθμισε την επίδραση της ομεπραζόλης στην έκθεση στην
αταζαναβίρη. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (20 mg άπαξ ημερησίως) με αταζαναβίρη 400 mg/ριτοναβίρη 100 mg σε υγιείς εθελοντές οδήγησε σε μείωση κατά περίπου 30% της έκθεσης στην αταζαναβίρη σε σύγκριση με την αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg άπαξ ημερησίως.
Διγοξίνη Η ταυτόχρονη θεραπεία με ομεπραζόλη (20 mg ημερησίως) και διγοξίνη σε υγιή άτομα αύξησε τη βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης κατά 10%. Σπάνια έχει αναφερθεί τοξικότητα της διγοξίνης. Ωστόσο, θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ομεπραζόλη χορηγείται σε υψηλές δόσεις σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να ενισχυθεί η παρακολούθηση του θεραπευτικού φαρμάκου της διγοξίνης.
Κλοπιδογρέλη Τα αποτελέσματα από μελέτες σε υγιή άτομα έχουν δείξει μια φαρμακοκινητική (ΦΚ)/φαρμακοδυναμική (ΦΔ) αλληλεπίδραση μεταξύ της κλοπιδογρέλης (δόση φόρτισης 300 mg/ημερήσια δόση συντήρησης 75 mg) και της ομεπραζόλης (80 mg από του στόματος ημερησίως) με αποτέλεσμα τη μειωμένη έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης κατά μέσο όρο 46% και τη μειωμένη μέγιστη αναστολή (επαγόμενη από ADP) συσσώρευσης αιμοπεταλίων κατά μέσο όρο 16%.
Μη συνεπή δεδομένα σχετικά με τις κλινικές επιπτώσεις μιας αλληλεπίδρασης ΦΚ/ΦΔ της ομεπραζόλης όσον αφορά στα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα έχουν αναφερθεί τόσο από μελέτες παρατήρησης όσο και από κλινικές μελέτες. Ως προληπτικό μέτρο, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης θα πρέπει να αποθαρρύνεται (βλ. παράγραφο 4.4).
Άλλες δραστικές ουσίες Η απορρόφηση της ποσακοναζόλης, της ερλοτινίμπης, της κετοκοναζόλης και της ιτρακοναζόλης μειώνεται σημαντικά και συνεπώς η κλινική αποτελεσματικότητα μπορεί να υποβαθμιστεί. Για την ποσακοναζόλη και την ερλοτινίμπη, η ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται.
Δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP2C19 Η ομεπραζόλη είναι ένας μέτριος αναστολέας του CYP2C19, του κύριου μεταβολικού ενζύμου της ομεπραζόλης. Συνεπώς, ο μεταβολισμός των συγχορηγούμενων δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται επίσης από το CYP2C19 μπορεί να μειωθεί και η συστηματική έκθεση σε αυτές τις ουσίες να αυξηθεί.
Παραδείγματα τέτοιων φαρμάκων είναι η R-βαρφαρίνη και άλλοι ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, η σιλοσταζόλη, η διαζεπάμη και η φαινυτοΐνη.
Σιλοσταζόλη Η ομεπραζόλη, χορηγούμενη σε δόσεις των 40 mg σε υγιή άτομα σε μια διασταυρούμενη μελέτη, αύξησε τη C και την AUC για τη σιλοσταζόλη κατά 18% και 26% αντίστοιχα και έναν από τους ενεργούς max μεταβολίτες της κατά 29% και 69% αντίστοιχα.
Φαινυτοΐνη Συνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης της φαινυτοΐνης στο πλάσμα στη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας με ομεπραζόλη και, εάν γίνει προσαρμογή της δόσης της φαινυτοΐνης, θα πρέπει να γίνει παρακολούθηση και περαιτέρω προσαρμογή της δόσης μετά το τέλος της θεραπείας με ομεπραζόλη.
Άγνωστος μηχανισμός Σακιναβίρη Η ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με σακουιναβίρη/ριτοναβίρη είχε ως αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα έως και περίπου 70% για τη σακουιναβίρη που σχετίζονται με καλή ανεκτικότητα σε ασθενείς με λοίμωξη HIV.
Τακρόλιμους Η ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα του τακρόλιμους στον ορό.
Θα πρέπει να πραγματοποιείται ενισχυμένη παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του τακρόλιμους καθώς και της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης) και η δοσολογία του τακρόλιμους θα πρέπει να προσαρμόζεται, εάν χρειάζεται.
Μεθοτρεξάτη Όταν χορηγούνται μαζί με αναστολείς αντλίας πρωτονίων, τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης έχει αναφερθεί ότι αυξάνονται σε ορισμένους ασθενείς. Σε χορήγηση υψηλής δόσης μεθοτρεξάτης, μπορεί να χρειαστεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της ομεπραζόλης.
Επιδράσεις άλλων δραστικών ουσιών στη φαρμακοκινητική της ομεπραζόλης Αναστολείς CYP2C19 ή/και CYP3A4 Δεδομένου ότι η ομεπραζόλη μεταβολίζεται από τα CYP2C19 και CYP3A4, οι δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τα CYP2C19 ή CYP3A4 (όπως η κλαριθρομυκίνη και η βορικοναζόλη) μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό μειώνοντας τον ρυθμό μεταβολισμού της ομεπραζόλης. Η ταυτόχρονη θεραπεία με βορικοναζόλη οδήγησε σε υπερδιπλασιασμό της έκθεσης στην ομεπραζόλη. Επειδή οι υψηλές δόσεις ομεπραζόλης ήταν καλά ανεκτές, δεν απαιτείται γενικά η προσαρμογή της δόσης της ομεπραζόλης. Ωστόσο, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και εάν ενδείκνυται μακροχρόνια θεραπεία.
Επαγωγείς του CYP2C19 ή/και του CYP3A4 Οι δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι επάγουν το CYP2C19 ή το CYP3A4 ή και τα δύο (όπως η ριφαμπικίνη και το βαλσαμόχορτο το υπερικό) μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό αυξάνοντας το ποσοστό μεταβολισμού της ομεπραζόλης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Τα αποτελέσματα από τρεις προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες (περισσότερες από 1.000 εκτεθειμένες εκβάσεις) δεν υποδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ομεπραζόλης στην εγκυμοσύνη ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού. Η ομεπραζόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός Η ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά δεν είναι πιθανό να επηρεάσει το παιδί όταν χρησιμοποιούνται θεραπευτικές δόσεις.
Γονιμότητα Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μείγμα ομεπραζόλης, χορηγούμενο με από του στόματος χορήγηση, δεν υποδεικνύουν επιδράσεις σε σχέση με τη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το πόσιμο εναιώρημα ομεπραζόλης δεν είναι πιθανό να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Μπορεί να παρουσιαστούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο, όπως ζάλη και οπτικές διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν έχουν επηρεαστεί, οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (1–10% των ασθενών) είναι κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός και ναυτία/έμετος.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs), συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens- Johnson (SJS), της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), της φαρμακευτικής αντίδρασης με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και οξεία γενικευμένη εξανθηματώδη φλυκταινίτιδα (AGEP) έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ομεπραζόλη (βλ. ενότητα 4.4).
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο έχουν εντοπιστεί ή πιθανολογούνται στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών για την ομεπραζόλη και μετά την κυκλοφορία. Καμία δεν βρέθηκε να σχετίζεται με τη δόση. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητα και την κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC). Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα/συχνότητα | Ανεπιθύμητη αντίδραση |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Σπάνιες: | Λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία |
| Πολύ σπάνιες: | Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες: | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/σοκ |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Σπάνιες: | Υπονατριαιμία |
| Μη γνωστές: | Υπομαγνησιαιμία, σοβαρή υπομαγνησιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία. Η υπομαγνησιαιμία μπορεί επίσης να σχετίζεται με υποκαλιαιμία. |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Όχι συχνές: | Αϋπνία |
| Σπάνιες: | Διέγερση, σύγχυση, κατάθλιψη |
| Πολύ σπάνιες: | Επιθετικότητα, ψευδαισθήσεις |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Συχνές: | Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές: | Ζάλη, παραισθησία, υπνηλία |
| Σπάνιες: | Διαταραχή γεύσης |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Σπάνιες: | Θολή όραση |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Όχι συχνές: | Ίλιγγος |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Σπάνιες: | Βρογχόσπασμος |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Συχνές: | Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία/έμετος, πολύποδες του θόλου (καλοήθεις) |
| Σπάνιες: | Ξηροστομία, στοματίτιδα, γαστρεντερική καντιντίαση |
| Μη γνωστές: | Μικροσκοπική κολίτιδα |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων |
| Όχι συχνές: | Αυξημένα ηπατικά ένζυμα |
|---|---|
| Σπάνιες: | Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο |
| Πολύ σπάνιες: | Ηπατική ανεπάρκεια, εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Όχι συχνές: | Δερματίτιδα, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση |
| Σπάνιες: | Αλωπεκία, φωτοευαισθησία, οξεία γενικευμένη εξανθηματώδης φλυκταινία (AGEP), φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) |
| Πολύ σπάνιες: | Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) |
| Μη γνωστές: | Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Όχι συχνές: | Κάταγμα ισχίου, καρπού ή σπονδυλικής στήλης |
| Σπάνιες: | Αρθραλγία, μυαλγία |
| Πολύ σπάνιες: | Μυϊκή αδυναμία |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Σπάνιες: | Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα (με πιθανή εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια) |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | |
| Πολύ σπάνιες: | Γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Όχι συχνές: | Κακουχία, περιφερικό οίδημα |
| Σπάνιες: | Αυξημένη εφίδρωση |
Η ασφάλεια της ομεπραζόλης έχει αξιολογηθεί σε συνολικά 310 παιδιά ηλικίας 0 έως 16 ετών με νόσο σχετιζόμενη με οξέα. Υπάρχουν περιορισμένα μακροχρόνια δεδομένα ασφάλειας από 46 παιδιά που έλαβαν θεραπεία συντήρησης με ομεπραζόλη στη διάρκεια κλινικής μελέτης για την σοβαρή διαβρωτική οισοφαγίτιδα για έως και 749 ημέρες. Το προφίλ ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν γενικά το ίδιο με αυτό των ενηλίκων τόσο σε βραχυπρόθεσμη όσο και σε μακροπρόθεσμη θεραπεία. Δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της θεραπείας με ομεπραζόλη στην εφηβεία και την ανάπτυξη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr)
4.9 Υπερδοσολογία
Υπάρχουν περιορισμένες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της υπερδοσολογίας ομεπραζόλης στους ανθρώπους. Στη βιβλιογραφία, έχουν περιγραφεί δόσεις έως και 560 mg και έχουν ληφθεί περιστασιακές αναφορές όταν οι εφάπαξ από του στόματος δόσεις έχουν φτάσει έως και τα 2.400 mg ομεπραζόλης (120 φορές τη συνήθη συνιστώμενη κλινική δόση). Έχουν αναφερθεί ναυτία, έμετος, ζάλη, κοιλιακό άλγος, διάρροια και κεφαλαλγία. Επίσης, σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχουν
περιγραφεί απάθεια, κατάθλιψη και σύγχυση.
Τα συμπτώματα που περιγράφονται είναι παροδικά και δεν έχει αναφερθεί καμία σοβαρή έκβαση. Ο ρυθμός αποβολής ήταν αμετάβλητος (κινητική πρώτης τάξης) με αυξημένες δόσεις. Η θεραπεία, εάν χρειαστεί, είναι συμπτωματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για διαταραχές που σχετίζονται με οξέα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: A02BC01 Μηχανισμός δράσης Η ομεπραζόλη, ένα ρακεμικό μείγμα δύο εναντιομερών, μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος μέσω ενός εξαιρετικά στοχευμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας ειδικός αναστολέας της αντλίας οξέος στο τοιχωματικό κύτταρο. Δρα ταχέως και παρέχει έλεγχο μέσω αναστρέψιμης αναστολής της έκκρισης γαστρικού οξέος με χορήγηση δόσης άπαξ ημερησίως.
Η ομεπραζόλη είναι μια ασθενής βάση και συμπυκνώνεται και μετατρέπεται στην ενεργή μορφή στο εξαιρετικά όξινο περιβάλλον των ενδοκυττάριων σωληναρίων στο βρεγματικό κύτταρο, όπου αναστέλλει το ένζυμο H+ K+-ATPάση - την αντλία οξέων. Αυτή η επίδραση στο τελικό βήμα της διαδικασίας σχηματισμού γαστρικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενη και παρέχει εξαιρετικά αποτελεσματική αναστολή τόσο της έκκρισης βασικού οξέος όσο και της έκκρισης διεγερμένου οξέος, ανεξάρτητα από το ερέθισμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Όλες οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν από την επίδραση της ομεπραζόλης στην έκκριση οξέων.
Επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος Η από του στόματος χορήγηση ομεπραζόλης άπαξ ημερησίως παρέχει ταχεία και αποτελεσματική αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος στη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, ενώ η μέγιστη επίδραση επιτυγχάνεται εντός 4 ημερών από τη θεραπεία. Με την ομεπραζόλη 20 mg, στη συνέχεια διατηρείται μια μέση μείωση τουλάχιστον 80% στην 24ωρη ενδογαστρική οξύτητα σε ασθενείς με έλκος δωδεκαδακτύλου, με τη μέση μείωση της μέγιστης παραγωγής οξέος μετά από διέγερση με πενταστρίνη να είναι περίπου 70% 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης.
Η από του στόματος χορήγηση δόσης με ομεπραζόλη 20 mg διατηρεί ενδογαστρικό pH ≥3 για μέσο χρόνο 17 ωρών της περιόδου των 24 ωρών σε ασθενείς με έλκος δωδεκαδακτύλου.
Ως συνέπεια της μειωμένης έκκρισης οξέος και της ενδογαστρικής οξύτητας, η ομεπραζόλη μειώνει/κανονικοποιεί με δοσοεξαρτώμενο τρόπο την έκθεση του οισοφάγου σε οξέα σε ασθενείς με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.
Η αναστολή της όξινης έκκρισης σχετίζεται με την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου (AUC) της ομεπραζόλης και όχι με την πραγματική συγκέντρωση στο πλάσμα σε δεδομένο χρόνο.
Δεν έχει παρατηρηθεί ταχυφυλαξία στη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη.
Άλλες επιδράσεις που σχετίζονται με την αναστολή οξέων Στη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας έχουν αναφερθεί γαστρικές αδενικές κύστεις σε κάπως αυξημένη συχνότητα. Αυτές οι αλλαγές αποτελούν φυσιολογική συνέπεια της έντονης αναστολής της
έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται να είναι αναστρέψιμες.
Η μειωμένη γαστρική οξύτητα λόγω οποιωνδήποτε μέσων, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των βακτηρίων που υπάρχουν συνήθως στη γαστρεντερική οδό.
Η θεραπεία με φάρμακα μείωσης οξέων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως η Salmonella και το Campylobacter και, σε νοσηλευόμενους ασθενείς, πιθανώς και το Clostridium difficile.
Στη διάρκεια της θεραπείας με αντιεκκριτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η γαστρίνη ορού αυξάνεται ως απόκριση στη μειωμένη έκκριση οξέων. Επίσης, το CgA αυξάνεται λόγω μειωμένης γαστρικής οξύτητας.
Το αυξημένο επίπεδο CgA μπορεί να επηρεάσει τις έρευνες για νευροενδοκρινείς όγκους. Τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να διακόπτονται μεταξύ 5 ημερών και 2 εβδομάδων πριν από τις μετρήσεις CgA. Αυτό γίνεται για να επιτραπεί στα επίπεδα CgA που μπορεί να είναι ψευδώς αυξημένα μετά τη θεραπεία με PPI να επιστρέψουν στο εύρος αναφοράς.
Σε ορισμένους ασθενείς (τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες) στη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ομεπραζόλη, παρατηρήθηκε αυξημένος αριθμός κυττάρων ECL που πιθανόν να σχετίζονται με τα αυξημένα επίπεδα γαστρίνης στον ορό. Τα ευρήματα θεωρούνται ότι δεν έχουν κλινική σημασία.
Σε μια μη ελεγχόμενη μελέτη σε παιδιά (ηλικίας 1 έως 16 ετών) με σοβαρή οισοφαγίτιδα λόγω παλινδρόμησης, η ομεπραζόλη σε δόσεις 0,7 έως 1,4 mg/kg βελτίωσε το επίπεδο οισοφαγίτιδας στο 90% των περιπτώσεων και μείωσε σημαντικά τα συμπτώματα της παλινδρόμησης. Σε μια μονά τυφλή μελέτη, παιδιά ηλικίας 0–24 μηνών με κλινικά διαγνωσμένη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση έλαβαν θεραπεία με 0,5, 1,0 ή 1,5 mg ομεπραζόλης/kg. Η συχνότητα των εμέτων/επεισοδίων παλινδρόμησης μειώθηκε κατά 50% έπειτα από 8 εβδομάδες θεραπείας, ανεξάρτητα από τη δόση.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η ομεπραζόλη είναι ασταθής σε οξέα και ως εκ τούτου χορηγείται σε από του στόματος εναιώρημα ομεπραζόλης ως ρυθμιστικό εναιώρημα. Το ρυθμιστικό διάλυμα προστατεύει την ομεπραζόλη από την αποδόμηση των οξέων, διευκολύνοντας την απορρόφηση. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης είναι ταχεία καθώς τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα εμφανίζονται περίπου 30 λεπτά μετά τη δόση. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης πραγματοποιείται στο λεπτό έντερο και συνήθως ολοκληρώνεται εντός 3–6 ωρών. Σε μια μελέτη βιοδιαθεσιμότητας, η χορήγηση με τροφή (γάλα) μείωσε τον βαθμό απορρόφησης κατά περίπου 20%. Η συστηματική διαθεσιμότητα (βιοδιαθεσιμότητα) από μία εφάπαξ από του στόματος δόση ομεπραζόλης είναι περίπου 40%. Έπειτα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση άπαξ ημερησίως, η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται σε περίπου 60%.
Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε υγιή άτομα είναι περίπου 0,3 l/kg σωματικού βάρους. Η ομεπραζόλη δεσμεύεται σε 97% πρωτεΐνες πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Η ομεπραζόλη μεταβολίζεται πλήρως από το σύστημα κυτοχρώματος P450 (CYP). Το κύριο μέρος του μεταβολισμού του εξαρτάται από το πολυμορφικά εκφραζόμενο CYP2C19, που είναι υπεύθυνο για τον σχηματισμό της υδροξυομεπραζόλης, του κύριου μεταβολίτη στο πλάσμα. Το υπόλοιπο μέρος εξαρτάται από μια άλλη ειδική ισομορφή, το CYP3A4, που είναι υπεύθυνο για τον σχηματισμό του σουλφώνου ομεπραζόλης. Ως συνέπεια της υψηλής συγγένειας της ομεπραζόλης με το CYP2C19, υπάρχει πιθανότητα ανταγωνιστικής αναστολής και μεταβολικών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με άλλα υποστρώματα για το CYP2C19. Ωστόσο, λόγω της χαμηλής συγγένειας με το CYP3A4, η ομεπραζόλη
δεν έχει τη δυνατότητα να αναστείλει τον μεταβολισμό άλλων υποστρωμάτων του CYP3A4. Επιπλέον, η ομεπραζόλη δεν έχει ανασταλτική επίδραση στα κύρια ένζυμα CYP.
Περίπου το 3% του Καυκάσιου πληθυσμού και το 15–20% των ασιατικών πληθυσμών δεν διαθέτουν λειτουργικό ένζυμο CYP2C19 και ονομάζονται πτωχοί μεταβολιτές. Σε τέτοια άτομα, ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης καταλύεται πιθανώς κυρίως από το CYP3A4. Έπειτα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20 mg ομεπραζόλης άπαξ ημερησίως, η μέση AUC ήταν 5 έως 10 φορές υψηλότερη σε άτομα με χαμηλό μεταβολισμό από ό,τι σε άτομα που έχουν λειτουργικό ένζυμο CYP2C19 (εκτεταμένα άτομα με μεταβολισμό). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν επίσης υψηλότερες, κατά 3 έως 5 φορές. Αυτά τα ευρήματα δεν έχουν επιπτώσεις στη δοσολογία της ομεπραζόλης.
Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ομεπραζόλης στο πλάσμα είναι συνήθως μικρότερος από μία ώρα, τόσο μετά την εφάπαξ όσο και μετά την επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση άπαξ ημερησίως. Η ομεπραζόλη αποβάλλεται πλήρως από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων χωρίς τάση για συσσώρευση κατά τη χορήγηση άπαξ ημερησίως. Σχεδόν το 80% μίας από του στόματος δόσης ομεπραζόλης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες στα ούρα, ενώ το υπόλοιπο στα κόπρανα προέρχεται κυρίως από την έκκριση χολής.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η AUC της ομεπραζόλης αυξάνεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η αύξηση είναι δοσοεξαρτώμενη και οδηγεί σε μη γραμμική σχέση δόσης-AUC έπειτα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η χρονική και δοσοεξάρτηση οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανώς προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την ομεπραζόλη ή/και τους μεταβολίτες της (π.χ. σουλφόνη).
Δεν έχει διαπιστωθεί καμία επίδραση του μεταβολίτη στην έκκριση γαστρικού οξέος.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μειώνεται, με αποτέλεσμα την αύξηση της AUC. Η ομεπραζόλη δεν έχει καταδείξει καμία τάση συσσώρευσης με δοσολογία άπαξ ημερησίως.
Η φαρμακοκινητική της ομεπραζόλης, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας και του ρυθμού αποβολής, παραμένει αμετάβλητη σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι Ο ρυθμός μεταβολισμού της ομεπραζόλης είναι κάπως μειωμένος σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 75-79 ετών).
Στη διάρκεια της θεραπείας με τις συνιστώμενες δόσεις σε παιδιά ηλικίας από 1 έτους, λήφθηκαν παρόμοιες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σύγκριση με τους ενήλικες. Σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 μηνών, η κάθαρση της ομεπραζόλης είναι χαμηλή λόγω της χαμηλής ικανότητας μεταβολισμού της ομεπραζόλης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Υπερπλασία των γαστρικών κυττάρων ECL και καρκινοειδών έχουν παρατηρηθεί σε δια βίου μελέτες σε αρουραίους που έλαβαν ομεπραζόλη. Αυτές οι αλλαγές είναι αποτέλεσμα παρατεταμένης υπεργαστριναιμίας δευτεροπαθούς της αναστολής οξέων. Παρόμοια ευρήματα έχουν γίνει μετά τη θεραπεία με ανταγωνιστές υποδοχέων H , αναστολείς αντλίας πρωτονίων και έπειτα από μερική βυθεκτομή. Συνεπώς, αυτές οι αλλαγές δεν προέρχονται από άμεση επίδραση οποιασδήποτε
μεμονωμένης δραστικής ουσίας.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Υδροόξινο ανθρακικό νάτριο (E500)
Υδρογονικό ανθρακικό κάλιο (E501)
Αλγινικό νάτριο (E401)
Μαλτιτόλη (E965)
Μαννιτόλη (E421)
Σουκραλόζη (E955)
Ξανθανικό κόμμι (Ε415)
Φυσική γεύση βανίλιας που περιέχει μαλτοδεξτρίνη (αραβόσιτος), διοξείδιο του πυριτίου (E551) και φυτικά έλαια Φυσική γεύση μέντας που περιέχει αραβικό κόμμι / κόμμι ακακίας (E414) και πουλεγκόνη Διοξείδιο του τιτανίου (E171)
Βενζοϊκό νάτριο (E211)
Παραϋδροξυβενζοϊκό μεθύλιο του νατρίου (E219)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
Ξηρές κόνεις: 24 μήνες.
Ανασυσταθέν εναιώρημα: 28 ημέρες.
Το ανασυσταθέν εναιώρημα πρέπει να φυλάσσεται σε ψυγείο (2°C - 8°C). Φυλάσσετε στον αρχικό περιέκτη για να προστατεύεται από το φως. Διατηρείτε τη φιάλη ερμητικά κλειστή. Για έως και 2 ημέρες, μπορεί να αποθηκευτεί σε θερμοκρασία κάτω των 25C.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Ξηρές κόνεις: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Φυλάσσετε στην αρχική αλουμινένια θήκη για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Πλαστική (PET) φιάλη καφέ χρώματος με κόνι, με κόκκινο καπάκι από πολυπροπυλένιο (polypropylene, PP) και έναν κόκκινο δίσκο ανάμιξης από πολυπροπυλένιο (PP), που περιέχει κόνι, εσωκλειόμενα στο σύνολό τους σε θήκη από φύλλο αλουμινίου.
Κάθε φιάλη περιέχει 47 g σκόνης για πόσιμο εναιώρημα. Μόλις ανασυσταθεί, η φιάλη περιέχει 90 ml πόσιμου εναιωρήματος, εκ των οποίων τουλάχιστον τα 75 ml προορίζονται για χορήγηση και δοσολογία.
Κάθε συσκευασία περιέχει επίσης μια αδιαφανή δοσιμετρική σύριγγα PP (5 ml, διαβαθμισμένη σε κάθε 1 ml και ενδιάμεσα σημάδια κάθε 0,1 ml) με λευκό έμβολο από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (high- density polyethylene, HDPE), άχρωμο, διαφανή προσαρμογέα φιάλης από πολυαιθυλένιο χαμηλής πυκνότητας (low-density polyethylene, LDPE) και γκρι καπάκι αντικατάστασης PP.
Συσκευασία: 1 ή 2 φιάλες.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Συνιστάται ο φαρμακοποιός ή άλλος επαγγελματίας υγείας να ανασυστήνει το πόσιμο εναιώρημα ομεπραζόλης πριν από τη διανομή του στον ασθενή.
Προετοιμασία και λήψη του εναιωρήματος Ο περιέκτης είναι ένα σύστημα δύο διαμερισμάτων που περιέχει κόνι τόσο στο πώμα όσο και στη φιάλη.
Οι δύο κόνεις πρέπει πρώτα να συνδυαστούν και στη συνέχεια να επανασυσταθούν σε νερό. Ένας κόκκινος δίσκος ανάμειξης θα πέσει μέσα στο φάρμακο για να βοηθήσει στην ανάμιξη των κόνεων και επίσης στην ανάμιξη του ανασυσταθέντος εναιωρήματος μετά την προσθήκη του νερού. Θα πρέπει να παραμείνει στη φιάλη. Το κόκκινο πώμα αντικαθίσταται από ένα γκρι πώμα μετά τη σύσταση.
Οδηγίες για την αρχική σύσταση Συνδυασμός κόνεως στο πώμα και τη φιάλη
• Ανακινήστε τη φιάλη για 10 δευτερόλεπτα για να χαλαρώσετε την κόνι.
• Περιστρέψτε το κόκκινο πώμα αριστερόστροφα (βλ. βέλος στο πώμα) μέχρι να σπάσει η σφράγιση για να απελευθερωθεί η κόνις στο κόκκινο πώμα μέσα στη φιάλη.
• Περιστρέψτε το κόκκινο πώμα πίσω στην αρχική του θέση, στερεώνοντας καλά το κόκκινο πώμα στη φιάλη.
Σύσταση της κόνεως
• Ανακινήστε δυνατά το μπουκάλι για δέκα δευτερόλεπτα για να αναμίξετε τις κόνεις.
• Χτυπήστε ελαφρά τη βάση της φιάλης τρεις φορές σε μια σκληρή οριζόντια επιφάνεια για να βεβαιωθείτε ότι όλη η κόνις βρίσκεται στη φιάλη και όχι στο πώμα.
• Αφαιρέστε το κόκκινο πώμα από τη φιάλη.
• Προσθέστε 64 ml νερού χρησιμοποιώντας κατάλληλη συσκευή μέτρησης μέχρι τη γραμμή που αναγράφεται στην επισήμανση.
• Στερεώστε καλά το κόκκινο πώμα στη φιάλη και ανακινήστε δυνατά για 30 δευτερόλεπτα.
Τοποθέτηση προσαρμογέα σύριγγας
• Αφαιρέστε το κόκκινο καπάκι και τον κόκκινο δακτύλιο και απορρίψτε τα.
• Εισαγάγετε τον άχρωμο, διαφανή προσαρμογέα φιάλης και αντικαταστήστε το κόκκινο πώμα με το γκρι πλαστικό βιδωτό πώμα.
• Αφήστε το προϊόν για δεκαπέντε λεπτά ώστε να αποκτήσει την τελική σύσταση.
Το ανασυσταθέν εναιώρημα θα είναι ένα λευκό / υπόλευκο / καφετί εναιώρημα. Μπορεί να περιέχει σκούρα στίγματα λόγω της γλυκαντικής ουσίας.
Μέτρηση της δόσης σας Οδηγίες χρήσης της σύριγγας
1. Ανακινήστε τη φιάλη για 20 δευτερόλεπτα αμέσως πριν από κάθε χρήση
2. Για να ανοίξετε τη φιάλη, πιέστε το γκρι πώμα προς τα κάτω και στρέψτε το αριστερόστροφα (Εικόνα 1). Μην αφαιρείτε το τμήμα με το λευκό πώμα.
3. Πάρτε τη σύριγγα και τοποθετήστε την στο άνοιγμα του προσαρμογέα (Εικόνα 2).
4. Αναποδογυρίστε τη φιάλη (Εικόνα 3).
5. Γεμίστε τη σύριγγα με μια μικρή ποσότητα εναιωρήματος, τραβώντας το έμβολο προς τα κάτω (Εικόνα 4A). Στη συνέχεια, ωθήστε το έμβολο προς τα πάνω για να αφαιρέσετε τυχόν φυσαλίδες (Εικόνα 4B).
Τέλος, τραβήξτε το έμβολο προς τα κάτω έως την ένδειξη διαβάθμισης που αντιστοιχεί στην ποσότητα σε χιλιοστόλιτρα (ml) που έχει συνταγογραφηθεί από τον ιατρό σας. Το άνω επίπεδο άκρο του εμβόλου πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένο με το σημάδι διαβάθμισης στο οποίο μετράτε (Εικόνα 4C).
6. Γυρίστε τη φιάλη προς τα πάνω με τη σωστή κατεύθυνση (Εικόνα 5A).
7. Αφαιρέστε τη σύριγγα από τον προσαρμογέα (Εικόνα 5B).
8. Τοποθετήστε το άκρο της σύριγγας στο στόμα του ασθενούς και πιέστε το έμβολο αργά προς τα πίσω για να πάρει το φάρμακο. Το εναιώρημα θα απελευθερωθεί αργά, ενώ το τελευταίο μέρος θα απελευθερωθεί ταχύτερα, λόγω της μειωμένης αντίστασης στο άκρο της σύριγγας.
9. Πλύνετε τη σύριγγα με νερό και αφήστε την να στεγνώσει πριν τη χρησιμοποιήσετε ξανά (Εικόνα 6).
10. Κλείστε τη φιάλη με το γκρι πλαστικό βιδωτό πώμα - αφήστε τον προσαρμογέα της φιάλης στη φιάλη.
Σημείωση: Είναι φυσιολογικό να υπάρχει ο κόκκινος πλαστικός δίσκος στο εναιώρημα στη διάρκεια της χρήσης. Μην επιχειρήσετε να τον αφαιρέσετε.
Για οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση μέσω ρινογαστρικών (NG) ή διαδερμικών ενδοσκοπικών σωλήνων γαστροστομίας (PEG):
Βεβαιωθείτε ότι ο σωλήνας εντερικής σίτισης δεν έχει αποφραχθεί πριν από τη χορήγηση.
1. Εκπλύνετε το εντερικό σωληνάριο με 5 ml νερού
2. Χορηγήστε την απαιτούμενη δόση του πόσιμου εναιωρήματος ομεπραζόλης με κατάλληλη συσκευή μέτρησης.
3. Εκπλύνετε το εντερικό σωληνάριο με 5 ml νερού.
Αυτό το προϊόν είναι συμβατό για χρήση με ρινογαστρικούς (nasogastric, NG) σωλήνες από πολυουρεθάνη και PVC και σωλήνες διαδερμικής ενδοσκοπικής γαστροστομίας (percutaneous endoscopic gastrostomy, PEG) μεγέθους 6 Fr έως 16 Fr. Για σωληνάρια με τη μικρότερη διάμετρο (6 Fr), μπορεί να χρησιμοποιηθεί μικρότερος όγκος έκπλυσης 2 ml για την υποστήριξη της χρήσης σε πολύ μικρά παιδιά, όπου ο περιορισμός της πρόσληψης υγρών μπορεί να είναι σχετικός.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
INNOVIS PHARMA A.E.B.E.
Λεωφ. Μαραθώνος 144 15351 Παλλήνη, Αττική Τηλ.: 2162005600 E-mail: info@innovispharma.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
109930/19-10-2023
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 19 Οκτωβρίου 2023 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: