1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Bentalya 2,5 mg/ml κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ένα φιαλίδιο περιέχει 25 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης (ως μονοϋδρική υδροχλωρική βενδαμουστίνη).
Ένα φιαλίδιο περιέχει 100 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης (ως μονοϋδρική υδροχλωρική βενδαμουστίνη).
1 ml πυκνού διαλύματος περιέχει 2,5 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης όταν ανασυσταθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6.6.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση Λευκή έως υπόλευκη κόνις
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία πρώτης γραμμής για χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (στάδιο Binet B ή C) σε ασθενείς για τους οποίους η συνδυαστική χημειοθεραπεία με φλουδαραβίνη δεν είναι κατάλληλη.
Ως μονοθεραπεία σε βραδέως εξελισσόμενα μη-Hodgkin λεμφώματα σε ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν εξέλιξη κατά τη διάρκεια ή εντός 6 μηνών έπειτα από θεραπεία με ριτουξιμάμπη ή από σχήμα που περιέχει ριτουξιμάμπη.
Θεραπεία πρώτης γραμμής για πολλαπλό μυέλωμα (Durie-Salmon σταδίου ΙΙ με εξέλιξη ή σταδίου ΙΙΙ) σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη για ασθενείς άνω των 65 ετών οι οποίοι δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση αυτόλογων αρχέγονων κυττάρων και οι οποίοι έχουν κλινική νευροπάθεια κατά τη διάγνωση, αποκλείοντας τη χρήση θεραπείας που περιέχει θαλιδομίδη ή βορτεζομίμπη.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Μονοθεραπεία για χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία Υδροχλωρική βενδαμουστίνη 100 mg/m² επιφάνειας σώματος τις ημέρες 1 και 2. Κάθε 4 εβδομάδες έως 6 φορές.
Μονοθεραπεία για βραδέως εξελισσόμενα μη-Hodgkin λεμφώματα ανθεκτικά στη ριτουξιμάμπη Υδροχλωρική βενδαμουστίνη 120 mg/m² επιφάνειας σώματος τις ημέρες 1 και 2. Κάθε 3 εβδομάδες για τουλάχιστον 6 φορές.
Πολλαπλό μυέλωμα Υδροχλωρική βενδαμουστίνη 120 - 150 mg/m² επιφάνειας σώματος τις ημέρες 1 και 2, πρεδνιζόνη 60 mg/m² επιφάνειας σώματος ενδοφλεβίως ή δια του στόματος τις ημέρες 1 έως 4. Κάθε 4 εβδομάδες για τουλάχιστον 3 φορές.
Ηπατική δυσλειτουργία Βάσει των φαρμακοκινητικών δεδομένων, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ορού < 1,2 mg/dl). Μείωση της δόσης κατά 30% συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ορού 1,2 - 3,0 mg/dl).
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα όσον αφορά ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (τιμές χολερυθρίνης ορού >3,0 mg/dl) (βλ. παράγραφο 4.3).
Νεφρική δυσλειτουργία Βάσει των φαρμακοκινητικών δεδομένων, δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης > 10 ml/min. Η εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης σε παιδιά δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν για να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ρυθμίσεις της δόσης είναι απαραίτητες σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ.
επίσης παράγραφο 5.2).
Τρόπος χορήγησης Για ενδοφλέβια έγχυση επί 30 - 60 λεπτά (βλ. παράγραφο 6.6).
Η έγχυση πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη γιατρού εξειδικευμένου και έμπειρου στη χρήση χημειοθεραπευτικών παραγόντων.
Η υπολειτουργία του μυελού των οστών σχετίζεται με αυξημένη αιματολογική τοξικότητα που προκαλείται από τη χημειοθεραπεία. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινάει εάν οι τιμές των λευκοκυττάρων ή/και των αιμοπεταλίων έπεσαν στα < 3.000/µl ή < 75.000/µl, αντίστοιχα (βλ.
παράγραφο 4.3).
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται ή να καθυστερεί εάν οι τιμές των λευκοκυττάρων ή/και των αιμοπεταλίων πέσουν στα < 3.000/µl ή < 75.000/µl, αντίστοιχα. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί αφότου οι τιμές των λευκοκυττάρων αυξηθούν σε > 4.000/µl και των αιμοπεταλίων σε > 100.000/µl.
Το ναδίρ των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων επιτυγχάνεται μετά από 14-20 ημέρες με ανάπλαση μετά από 3-5 εβδομάδες. Κατά τα διαστήματα χωρίς θεραπεία συνιστάται αυστηρή παρακολούθηση των εξετάσεων αίματος (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε περίπτωση μη αιματολογικής τοξικότητας οι μειώσεις της δόσης πρέπει να βασίζονται στους χειρότερους βαθμούς CTC στον προηγούμενο κύκλο. Συνιστάται μείωση δόσης 50% σε περίπτωση τοξικότητας βαθμού 3 CTC. Συνιστάται διακοπή της θεραπείας σε περίπτωση τοξικότητας βαθμού 4 CTC.
Εάν ένας ασθενής χρειάζεται αλλαγή της δόσης, η μεμονωμένα υπολογισμένη μειωμένη δόση πρέπει να δίνεται την ημέρα 1 και 2 του αντίστοιχου κύκλου θεραπείας.
Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
• Κατά τον θηλασμό
• Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ορού > 3,0 mg/dl)
• Ίκτερος
• Σοβαρή μυελοκαταστολή και σοβαρές μεταβολές στις εξετάσεις αίματος (οι τιμές των λευκοκυττάρων ή/και των αιμοπεταλίων έπεσαν στα < 3.000/µl ή < 75.000/µl, αντίστοιχα)
• Μείζονα χειρουργική επέμβαση λιγότερο από 30 ημέρες πριν από την έναρξη της θεραπείας
• Λοιμώξεις, ειδικά όταν περιλαμβάνουν λευκοπενία
• Εμβολιασμός κίτρινου πυρετού
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Μυελοκαταστολή Οι ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η υδροχλωρική βενδαμουστίνη ενδέχεται να παρουσιάσουν μυελοκαταστολή. Στην περίπτωση μυελοκαταστολής που σχετίζεται με τη θεραπεία, τα λευκοκύτταρα, τα αιμοπετάλια, η αιμοσφαιρίνη και τα ουδετερόφιλα πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον εβδομαδιαίως. Πριν από την έναρξη του επόμενου κύκλου θεραπείας συνιστώνται οι ακόλουθες παράμετροι: τιμές των λευκοκυττάρων ή/και των αιμοπεταλίων > 4.000/µl ή > 100.000/µl, αντίστοιχα.
Λοιμώξεις Σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις έχουν συμβεί με υδροχλωρική βενδαμουστίνη, συμπεριλαμβανομένων των βακτηριακών (σήψη, πνευμονία) και των ευκαιριακών λοιμώξεων, όπως η Pneumocystis jirovecii πνευμονία (PJP), ο ιός ζωστήρας της ανεμοβλογιάς (VZV) και ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV). Μετά τη χρήση βενδαμουστίνης, κυρίως σε συνδυασμό με ριτουξιμάμπη ή ομπινουτουζουμάμπη, έχουν αναφερθεί περιστατικά προϊούσας πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (ΠΠΛ), συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων. Η θεραπεία με υδροχλωρική βενδαμουστίνη μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένη λεμφοκυτταροπενία (<600/μl) και χαμηλές μετρήσεις CD4 θετικών Τ- κυττάρων (Τ-βοηθητικών κυττάρων) (<200/μl) για τουλάχιστον 7-9 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Η λεμφοκυτταροπενία και η μείωση των CD4 θετικών Τ-κυττάρων είναι πιο έντονα όταν η βενδαμουστίνη συνδυάζεται με ριτουξιμάμπη. Οι ασθενείς με λεμφοπενία και χαμηλό αριθμό CD4- θετικών Τ-κυττάρων μετά από θεραπεία με υδροχλωρική βενδαμουστίνη είναι πιο επιρρεπείς σε (ευκαιριακές) λοιμώξεις. Σε περίπτωση χαμηλών CD4-θετικών αριθμών Τ-κυττάρων (<200/μl), θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προφύλαξη από πνευμονία Pneumocystis jirovecii (PJP). Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αναπνευστικές ενδείξεις και συμπτώματα καθ’ όλη τη θεραπεία. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναφέρουν νέες ενδείξεις λοίμωξης, όπως πυρετό ή αναπνευστικά συμπτώματα αμέσως. Η διακοπή της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν υπάρχουν ενδείξεις (ευκαιριακών) λοιμώξεων.
Σε ασθενείς με νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά, γνωστικά ή συμπεριφορικά σημεία ή συμπτώματα εξετάζετε το ενδεχόμενο ΠΠΛ κατά τη διαφορική διάγνωση. Εάν υπάρχει υποψία ΠΠΛ, θα πρέπει να διεξάγονται οι κατάλληλες διαγνωστικές αξιολογήσεις και να αναστέλλεται η θεραπεία μέχρι να αποκλειστεί η ΠΠΛ.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος Σε κλινικές μελέτες έχει παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος μη μελανωματικών καρκίνων του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα) σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπείες με βενδαμουστίνη. Συνιστάται η περιοδική δερματική εξέταση όλων των ασθενών, ιδιαίτερα εκείνων με παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του δέρματος.
Επανενεργοποίηση της Ηπατίτιδας Β Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β έχει συμβεί σε ασθενείς που είναι χρόνιοι φορείς του ιού, αφότου αυτοί οι ασθενείς έλαβαν υδροχλωρική βενδαμουστίνη. Ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν σε οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή θανατηφόρα έκβαση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για λοίμωξη με HBV πριν την έναρξη της θεραπείας με υδροχλωρική βενδαμουστίνη. Θα πρέπει να ζητείται η γνώμη εμπειρογνωμόνων στην ηπατική νόσο και στη θεραπεία της ηπατίτιδας Β πριν την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με θετικό τεστ της ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων και αυτών με ενεργό
νόσο) και για τους ασθενείς οι οποίοι είναι θετικοί στην HBV λοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι φορείς του HBV που απαιτούν θεραπεία με υδροχλωρική βενδαμουστίνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις και συμπτώματα ενεργούς λοίμωξης HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Δερματικές αντιδράσεις Ένας αριθμός δερματικών αντιδράσεων έχει αναφερθεί. Τα συμβάντα αυτά περιλάμβαναν εξάνθημα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις και πομφολυγώδες εξάνθημα. Περιπτώσεις του συνδρόμου Stevens - Johnson (SJS), της Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης (TEN) και της αντίδρασης των φαρμάκων με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), κάποιες θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με τη χρήση υδροχλωρικής βενδαμουστίνης.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τις ενδείξεις και τα συμπτώματα αυτών των αντιδράσεων από τους συνταγογράφους τους και θα πρέπει να ενημερώνονται για την άμεση ιατρική φροντίδα σε περίπτωση εμφάνισης αυτών των συμπτωμάτων. Ορισμένα συμβάντα παρουσιάστηκαν όταν η υδροχλωρική βενδαμουστίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με άλλους αντικαρκινικούς παράγοντες, επομένως, η ακριβής σχέση είναι αβέβαιη. Σε περίπτωση που εμφανιστούν δερματικές αντιδράσεις, μπορεί να είναι προϊούσες και να αυξηθούν σε σοβαρότητα με περαιτέρω θεραπεία. Εάν οι δερματικές αντιδράσεις είναι προϊούσες, η χορήγηση της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης θα πρέπει να αναστέλλεται ή να διακόπτεται. Για σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπου υπάρχει υποψία σχέσης με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Καρδιακές διαταραχές Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροχλωρική βενδαμουστίνη η συγκέντρωση καλίου στο αίμα ασθενών με καρδιακές διαταραχές πρέπει να παρακολουθείται στενά και πρέπει να χορηγούνται συμπληρώματα καλίου όταν K+ <3,5 mEq/l, και πρέπει να πραγματοποιείται ΗΚΓ.
Θανατηφόρες περιπτώσεις εμφράγματος μυοκαρδίου και καρδιακής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με τη θεραπεία υδροχλωρικής βενδαμουστίνης. Οι ασθενείς που πάσχουν ή έχουν ιστορικό καρδιακής νόσου θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Ναυτία, έμετοι Μπορεί να δοθεί κάποιο αντιεμετικό για τη συμπτωματική θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου.
Σύνδρομο λύσης όγκου Το σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) που σχετίζεται με τη θεραπεία με υδροχλωρική βενδαμουστίνη έχει αναφερθεί σε ασθενείς σε κλινικές δοκιμές. Η έναρξη τείνει να είναι εντός 48 ωρών από την πρώτη δόση της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης και, χωρίς παρέμβαση, μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια και θάνατο. Προληπτικά μέτρα, όπως η επαρκής ενυδάτωση, η στενή παρακολούθηση της χημείας του αίματος, ιδιαίτερα τα επίπεδα καλίου και ουρικού οξέος και η χρήση των υπουρικεμικών παραγόντων (αλλοπουρινόλη και ρασπουρικάση), θα πρέπει να εξετάζονται πριν από τη θεραπεία.
Έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις του συνδρόμου Stevens-Johnson και της Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης όταν η βενδαμουστίνη και η αλλοπουρινόλη χορηγούνται ταυτόχρονα.
Αναφυλαξία Αντιδράσεις έγχυσης στην υδροχλωρική βενδαμουστίνη έχουν παρατηρηθεί συχνά σε κλινικές δοκιμές. Τα συμπτώματα είναι γενικά ήπια και περιλαμβάνουν πυρετό, ρίγη, κνησμό και εξάνθημα. Σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν παρουσιαστεί σοβαρές αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις.
Οι ασθενείς πρέπει να ρωτώνται σχετικά με συμπτώματα που υποδηλώνουν αντιδράσεις έγχυσης μετά τον πρώτο κύκλο θεραπείας τους. Μέτρα για την πρόληψη σοβαρών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένων αντιισταμινικών, αντιπυρετικών και κορτικοστεροειδών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε επακόλουθους κύκλους σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως παρουσιάσει αντιδράσεις έγχυσης.
Οι ασθενείς που παρουσίασαν αντιδράσεις αλλεργικού τύπου Βαθμού 3 ή χειρότερου, τυπικά, δεν ξαναδοκιμάστηκαν.
Αντισύλληψη
Η υδροχλωρική βενδαμουστίνη είναι τερατογόνος και μεταλλαξιογόνος.
Οι γυναίκες δεν πρέπει να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι άντρες ασθενείς δεν θα πρέπει να τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια και για έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Θα πρέπει να αναζητήσουν συμβουλές για τη διατήρηση σπέρματος πριν από τη θεραπεία με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας.
Εξαγγείωση Μια εξωαγγειακή ένεση θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Η βελόνα θα πρέπει να αφαιρείται μετά από σύντομη αναρρόφηση. Κατόπιν η προσβεβλημένη περιοχή ιστού θα πρέπει να ψύχεται. Ο βραχίονας θα πρέπει να ανυψώνεται. Επιπρόσθετες θεραπείες, όπως η χρήση κορτικοστεροειδών, δεν έχουν σαφές όφελος.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί in-vivo μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Όταν η υδροχλωρική βενδαμουστίνη συνδυάζεται με μυελοκατασταλτικούς παράγοντες, η επίδραση της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης ή/και των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων στον μυελό των οστών ενδέχεται να ενισχυθεί. Οποιαδήποτε θεραπεία μειώνει την κατάσταση ικανότητας του ασθενούς ή διαταράσσει τη λειτουργία του μυελού των οστών μπορεί να αυξήσει την τοξικότητα της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης.
Συνδυασμός της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης με κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους ενδέχεται να καταλήξει σε υπερβολική ανοσοκαταστολή με κίνδυνο λεμφοϋπερπλασίας.
Οι κυτταροστατικοί παράγοντες μπορούν να μειώσουν τον σχηματισμό αντισωμάτων έπειτα από εμβολιασμό με ζωντανό ιό και να αυξήσουν τον κίνδυνο λοίμωξης, που μπορεί να οδηγήσει σε θανατηφόρο έκβαση. Ο κίνδυνος αυξάνεται σε άτομα που είναι ήδη ανοσοκατεσταλμένα από την υποκείμενη νόσο τους.
Ο μεταβολισμός της βενδαμουστίνης εμπλέκει το ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 (CYP) 1A2 (βλ.
παράγραφο 5.2). Επομένως, υπάρχει δυνατότητα αλληλεπίδρασης με αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη, η σιπροφλοξασίνη, η ακυκλοβίρη ή η σιμετιδίνη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία σχετικά με τη χρήση υδροχλωρικής βενδαμουστίνης σε έγκυες γυναίκες. Σε μη κλινικές μελέτες η υδροχλωρική βενδαμουστίνη ήταν θανατηφόρος για το έμβρυο, τερατογόνος και γονοτοξική (βλ. παράγραφο 5.3). Η υδροχλωρική βενδαμουστίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Η μητέρα θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τον κίνδυνο για το έμβρυο. Εάν η θεραπεία με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη είναι απολύτως απαραίτητη κατά τη διάρκεια της κύησης ή εάν η κύηση προκύψει κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τους κινδύνους για το αγέννητο μωρό και να παρακολουθείται στενά. Η πιθανότητα γενετικής συμβουλευτικής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Γονιμότητα Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη.
Οι άντρες που λαμβάνουν θεραπεία με υδροχλωρική βενδαμουστίνη συμβουλεύονται να μην τεκνοποιήσουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Πριν από την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να αναζητηθεί συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση
σπέρματος εξαιτίας της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας, λόγω της θεραπείας με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη.
Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η βενδαμουστίνη περνάει στο μητρικό γάλα, επομένως, η υδροχλωρική βενδαμουστίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η υδροχλωρική βενδαμουστίνη έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Αταξία, περιφερική νευροπάθεια και υπνηλία έχουν αναφερθεί κατά τη θεραπεία με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Στους ασθενείς θα πρέπει να δοθούν οδηγίες σε περίπτωση που παρουσιάσουν αυτά τα συμπτώματα να αποφύγουν πιθανόν επικίνδυνες ασχολίες, όπως οδήγηση και χειρισμό μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη είναι αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (λευκοπενία, θρομβοπενία), δερματολογικές τοξικότητες (αλλεργικές αντιδράσεις), ιδιοσυστατικά συμπτώματα (πυρετός), γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετος).
Πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων Ο παρακάτω πίνακας απεικονίζει τα δεδομένα που ελήφθησαν με την υδροχλωρική βενδαμουστίνη.
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Πολύ συχνές ≥1/10 | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | Πολύ σπάνιες <1/10. 000 | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη ΜΑΚ*, συμπεριλαμβανομένων ευκαιριακών λοιμώξεων (π.χ. έρπης ζωστήρας, κυτταρομεγαλοϊός, ηπατίτιδα Β) | Pneumocystis jirovecii πνευμονία | Σήψη | Πνευμονία πρωτοπαθής άτυπη | ||
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Σύνδρομο λύσης όγκου | Μυελοδυσπλαστι κό σύνδρομο, οξεία μυελοειδή λευχαιμία | ||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία ΜΑΚ*, θρομβοπενία, λεμφοπενία | Αιμορραγία, αναιμία, ουδετεροπενία | Πανκυτταροπενί α | Ανεπάρκεια του μυελού των οστών | Αιμόλυση | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία ΜΑΚ* | Αναφυλακτική αντίδραση, αναφυλακτοειδή ς αντίδραση | Αναφυλακτική καταπληξία |
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Πολύ συχνές ≥1/10 | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | Πολύ σπάνιες <1/10. 000 | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πονοκέφαλος | Αϋπνία, ζαλάδα | Υπνηλία, αφωνία | Δυσγευσία, παραισθησία, περιφερική αισθητική νευροπάθεια, αντιχολινεργι- κό σύνδρομο, νευρολογικές διαταραχές, αταξία, εγκεφαλίτιδα | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακή δυσλειτουργία, όπως αίσθημα παλμών, στηθάγχη, αρρυθμία | Περικαρδιακό εξίδρωμα, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια | Ταχυκαρδία | Κολπική μαρμαρυγή | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, υπέρταση | Οξεία κυκλοφορική ανεπάρκεια | Φλεβίτιδα | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Πνευμονική δυσλειτουργία | Πνευμονική ίνωση | Πνευμονίτι δα, πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, έμετος | Διάρροια, δυσκοιλιότητα, στοματίτιδα | Αιμορραγική οισοφαγίτιδα, γαστρεντερική αιμορραγία | |||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ηπατική ανεπάρκεια | |||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία, διαταραχές του δέρματος ΜΑΚ*, κνίδωση | Ερύθημα, δερματίτιδα, κνησμός, κηλιδοβλατιδώδε ς εξάνθημα, υπεριδρωσία | Σύνδρομο Stevens - Johnson, Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (TEN), Αντίδραση φαρμάκου με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρική ανεπάρκεια, Νεφρογενής άποιος διαβήτης |
| Κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Πολύ συχνές ≥1/10 | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000 | Πολύ σπάνιες <1/10. 000 | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Αμηνόρροια | Στειρότητα | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Φλεγμονή βλεννογόνου, κόπωση, πυρεξία | Άλγος, ρίγη, αφυδάτωση, ανορεξία | Πολυοργανική ανεπάρκεια | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μείωση αιμοσφαιρίνης, αύξηση κρεατινίνης, αύξηση ουρίας | Αύξηση AST, αύξηση ALT, αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση χολερυθρίνης, υποκαλιαιμία |
ΜΑΚ = Μη αλλιώς καθοριζόμενο ( *= συνδυασμός με ριτουξιμάμπη)
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Μετά από ακούσια εξωαγγειακή χορήγηση έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές νέκρωσης και συνδρόμου λύσης όγκου και αναφυλαξίας.
Ο κίνδυνος μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου και οξείας μυελοειδούς λευχαιμίας είναι αυξημένος σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παράγοντες αλκυλίωσης (συμπεριλαμβανομένης της βενδαμουστίνης). Δευτερεύουσα κακοήθεια μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά χρόνια μετά τη διακοπή της χημειοθεραπείας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Eθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ.: + 30 21 32040337, Ιστότοπος:
http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Μετά από εφαρμογή μιας έγχυσης υδροχλωρικής βενδαμουστίνης διάρκειας 30 λεπτών άπαξ κάθε 3 εβδομάδες η μέγιστη ανεκτή δόση (ΜΑΔ) ήταν 280 mg/m². Καρδιακά συμβάντα CTC βαθμού 2 που ήταν συμβατά με ισχαιμικές ΗΚΓ αλλαγές εμφανίστηκαν και θεωρήθηκαν ως δοσοπεριοριστικά.
Σε μια επακόλουθη μελέτη με 30λεπτη έγχυση υδροχλωρικής βενδαμουστίνης τις ημέρες 1 και 2 κάθε 3 εβδομάδες η ΜΑΔ βρέθηκε να είναι 180 mg/m2. Η δοσοπεριοριστική τοξικότητα ήταν θρομβοπενία βαθμού 4. Η καρδιακή τοξικότητα δεν ήταν δοσοπεριοριστική με αυτό το σχήμα.
Αντίμετρα Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Μπορεί να γίνει μεταμόσχευση μυελού των οστών και μεταγγίσεις (αιμοπετάλια, συμπυκνωμένα ερυθροκύτταρα) ή μπορούν να δοθούν αιματολογικοί αυξητικοί παράγοντες ως αποτελεσματικά αντίμετρα προκειμένου να ελεγχθούν οι αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η υδροχλωρική βενδαμουστίνη και οι μεταβολίτες της είναι διαλυτοί σε μικρό βαθμό.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αλκυλιωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01AA09 Η υδροχλωρική βενδαμουστίνη είναι ένας αλκυλιωτικός αντικαρκινικός παράγοντας με μοναδική δράση. Η αντινεοπλασματική και κυτταροκτόνος δράση της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης βασίζεται ουσιαστικά σε μια διασταυρούμενη σύνδεση απλών και διπλών ελίκων DNA μέσω αλκυλίωσης. Ως αποτέλεσμα, οι λειτουργίες της DNA μήτρας και η σύνθεση και η επιδιόρθωση του DNA διαταράσσονται. Η αντικαρκινική δράση της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης έχει καταδειχτεί από διάφορες in-vitro μελέτες σε διαφορετικές ανθρώπινες καρκινικές κυτταρικές σειρές (καρκίνος του μαστού, μη μικροκυτταρικός και μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, καρκίνωμα των ωοθηκών και διάφορες μορφές λευχαιμίας) και in-vivo σε διάφορα πειραματικά μοντέλα όγκων με όγκους από ποντικούς, αρουραίους και ανθρώπινης προέλευσης (μελάνωμα, καρκίνος του μαστού, σάρκωμα, λέμφωμα, λευχαιμία και μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα).
Η υδροχλωρική βενδαμουστίνη έδειξε προφίλ δράσης σε ανθρώπινες καρκινικές κυτταρικές σειρές διαφορετικό από εκείνο άλλων αλκυλιωτικών παραγόντων. Η δραστική ουσία αποκάλυψε καμία ή πολύ χαμηλή διασταυρούμενη αντοχή σε ανθρώπινες καρκινικές κυτταρικές σειρές με διαφορετικούς μηχανισμούς αντοχής, τουλάχιστον εν μέρει λόγω μιας συγκριτικά διαρκούς αλληλεπίδρασης DNA.
Επιπρόσθετα, φάνηκε σε κλινικές μελέτες ότι δεν υπάρχει πλήρης διασταυρούμενη αντοχή της βενδαμουστίνης με ανθρακυκλίνες, αλκυλιωτικούς παράγοντες ή ριτουξιμάμπη. Ωστόσο, ο αριθμός των ασθενών που αξιολογήθηκαν είναι μικρός.
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία Η ένδειξη για χρήση σε χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία υποστηρίζεται από μία ανοικτή μελέτη που σύγκρινε τη βενδαμουστίνη με τη χλωραμβουκίλη. Στην προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη, συμπεριλήφθησαν 319 ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία σταδίου Binet B ή C που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία, οι οποίοι έχρηζαν θεραπείας. Η θεραπεία πρώτης γραμμής με υδροχλωρική βενδαμουστίνη 100 mg/m² ενδοφλεβίως τις ημέρες 1 και 2 (BEN)
συγκρίθηκε με θεραπεία με χλωραμβουκίλη 0,8 mg/kg τις ημέρες 1 και 15 (CLB) για 6 κύκλους και στα δύο σκέλη. Οι ασθενείς έλαβαν αλλοπουρινόλη προκειμένου να αποφευχθεί το σύνδρομο λύσης όγκου.
Οι ασθενείς με ΒΕΝ έχουν σημαντικά μεγαλύτερη διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με CLB (21,5 έναντι 8,3 μήνες, p < 0,0001 στην τελευταία παρακολούθηση). Η ολική επιβίωση δεν ήταν στατιστικά σημαντικά διαφορετική (δεν επιτεύχθηκε η διάμεση τιμή). Η διάμεση διάρκεια ύφεσης είναι 19 μήνες με ΒΕΝ και 6 μήνες με CLB θεραπεία (p<0,0001). Η αξιολόγηση ασφάλειας και στα δύο σκέλη θεραπείας δεν αποκάλυψε τυχόν μη αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε φύση και συχνότητα. Η δόση της ΒΕΝ μειώθηκε στο 34% των ασθενών. Η θεραπεία με ΒΕΝ διακόπηκε στο 3,9% των ασθενών λόγω αλλεργικών αντιδράσεων.
Βραδέως εξελισσόμενα μη-Hodgkin λεμφώματα Η ένδειξη για βραδέως εξελισσόμενα μη-Hodgkin λεμφώματα βασίστηκε σε δύο μη ελεγχόμενες δοκιμές φάσης ΙΙ. Στην κύρια προοπτική, πολυκεντρική, ανοικτή μελέτη, 100 ασθενείς με βραδέως εξελισσόμενα Β-κυτταρικά μη-Hodgkin λεμφώματα ανθεκτικά σε μονοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία με ριτουξιμάμπη έλαβαν μονοπαραγοντική ΒΕΝ. Οι ασθενείς έλαβαν διάμεσο αριθμό 3 σχημάτων προηγούμενων χημειοθεραπειών ή βιολογικών θεραπειών. Ο διάμεσος αριθμός προηγούμενων σχημάτων θεραπείας που περιείχαν ριτουξιμάμπη ήταν 2. Οι ασθενείς δεν είχαν καμία ανταπόκριση ή εξέλιξη της νόσου εντός 6 μηνών μετά τη θεραπεία με ριτουξιμάμπη. Η δόση της ΒΕΝ ήταν 120 mg/m² ενδοφλεβίως τις ημέρες 1 και 2, προγραμματισμένη για τουλάχιστον 6 κύκλους. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν ανάλογη με την ανταπόκριση (6 κύκλοι προγραμματισμένοι). Το
συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 75%, συμπεριλαμβάνοντας 17% πλήρους (CR και CRu) και 58% μερικής ανταπόκρισης, όπως αξιολογήθηκε από μια ανεξάρτητη επιτροπή επιθεώρησης. Η διάμεση διάρκεια ύφεσης ήταν 40 εβδομάδες. Η ΒΕΝ ήταν γενικά καλά ανεκτή όταν χορηγήθηκε σε αυτή τη δόση και αυτό το σχήμα.
Η ένδειξη υποστηρίζεται περαιτέρω από μια άλλη προοπτική, πολυκεντρική, ανοικτή μελέτη που περιλάμβανε 77 ασθενείς. Ο πληθυσμός των ασθενών ήταν περισσότερο ετερογενής περιλαμβάνοντας: βραδέως εξελισσόμενα ή μεταμορφωμένα Β-κυτταρικά μη-Hodgkin λεμφώματα ανθεκτικά σε μονοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία με ριτουξιμάμπη. Οι ασθενείς δεν είχαν καμία ανταπόκριση ή εξέλιξη της νόσου εντός 6 μηνών ή είχαν δυσάρεστη ανταπόκριση στην προηγούμενη θεραπεία με ριτουξιμάμπη. Οι ασθενείς έλαβαν διάμεσο αριθμό 3 σχημάτων προηγούμενων χημειοθεραπειών ή βιολογικών θεραπειών. Ο διάμεσος αριθμός προηγούμενων σχημάτων που περιείχαν ριτουξιμάμπη ήταν 2. Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 76% με διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης 5 μηνών (29 [95% Δ.Ε. 22,1, 43,1] εβδομάδες).
Πολλαπλό μυέλωμα Σε μια προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ανοικτή μελέτη, περιελήφθησαν 131 ασθενείς με προχωρημένο πολλαπλό μυέλωμα (Durie-Salmon σταδίου ΙΙ με εξέλιξη ή σταδίου ΙΙΙ). Η θεραπεία πρώτης γραμμής με υδροχλωρική βενδαμουστίνη σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη (ΒΡ) συγκρίθηκε με θεραπεία με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη (ΜΡ). Η ανεκτικότητα και στα δύο σκέλη θεραπείας ήταν σε συμφωνία με το γνωστό προφίλ ασφαλείας των αντίστοιχων φαρμακευτικών προϊόντων με σημαντικά περισσότερες μειώσεις δόσης στο σκέλος ΒΡ. Η δόση ήταν υδροχλωρική βενδαμουστίνη 150 mg/m² ενδοφλεβίως τις ημέρες 1 και 2 ή μελφαλάνη 15 mg/m² ενδοφλεβίως την ημέρα 1, καθεμία σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν ανάλογη με την ανταπόκριση και κατά μέσο όρο ήταν 6,8 στην ΒΡ και 8,7 κύκλοι στην ομάδα ΜΡ.
Οι ασθενείς με θεραπεία ΒΡ έχουν μεγαλύτερη διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου από τους ασθενείς με ΜΡ (15 [95% Δ.Ε. 12-21] έναντι 12 [95% Δ.Ε. 10-14] μήνες) (p=0,0566). Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την αποτυχία της θεραπείας ήταν 14 μήνες με ΒΡ και 9 μήνες με θεραπεία με ΜΡ. Η διάρκεια της ύφεσης είναι 18 μήνες με θεραπεία ΒΡ και 12 μήνες με ΜΡ. Η διαφορά στη συνολική επιβίωση δεν είναι σημαντικά διαφορετική (35 μήνες ΒΡ έναντι 33 μηνών ΜΡ). Η ανεκτικότητα και στα δύο σκέλη θεραπείας ήταν σε συμφωνία με το γνωστό προφίλ ασφαλείας των αντίστοιχων φαρμακευτικών προϊόντων με σημαντικά περισσότερες μειώσεις δόσης στο σκέλος ΒΡ.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Κατανομή Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης t μετά από 30 λεπτά ενδοφλέβιας έγχυσης 120 mg/m2 περιοχής σε 1/2ß 12 άτομα ήταν 28,2 λεπτά.
Έπειτα από 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση ο κεντρικός όγκος κατανομής ήταν 19,3 l. Υπό συνθήκες σταθερής κατάστασης έπειτα από χορήγηση ενδοφλέβιου ενέσιμου διαλύματος ταχείας ένεσης (bolus)
ο όγκος κατανομής ήταν 15,8-20,5 l.
Περισσότερο από το 95% της ουσίας είναι δεσμευμένο σε πρωτεΐνες πλάσματος (κυρίως λευκωματίνη).
Μεταβολισμός Η κύρια οδός κάθαρσης της βενδαμουστίνης είναι η υδρόλυση σε μονοϋδροξυ- και διϋδροξυ- βενδαμουστίνη. Ο σχηματισμός Ν-δεσμεθυλο-βενδαμουστίνης και γ-υδροξυ-βενδαμουστίνης μέσω ηπατικού μεταβολισμού εμπλέκει το ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 (CYP) 1A2. Μια άλλη κύρια οδός μεταβολισμού της βενδαμουστίνης περιλαμβάνει σύζευξη με γλουταθειόνη.
Η in-vitro βενδαμουστίνη δεν αναστέλλει τα CYP 1A4, CYP 2C9/10, CYP 2D6, CYP 2E1 και CYP 3A4.
Αποβολή Η μέση συνολική κάθαρση έπειτα από 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση 120 mg/m2 επιφάνειας σώματος σε 12 άτομα ήταν 639,4 ml/λεπτό. Περίπου 20% της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα ούρα
εντός 24 ωρών. Οι ποσότητες που απεκκρίθηκαν στα ούρα ήταν με τη σειρά μονοϋδροξυ- βενδαμουστίνη > βενδαμουστίνη > διϋδροξυ-βενδαμουστίνη > οξειδωμένος μεταβολίτης > Ν- δεσμεθυλο-βενδαμουστίνη. Στη χολή απεκκρίνονται κυρίως πολικοί μεταβολίτες.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με 30 - 70% παρασίτωση όγκου του ήπατος και ήπια ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ορού < 1,2 mg/dl) η φαρμακοκινητική συμπεριφορά δεν μεταβλήθηκε. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία όσον αφορά τα C , max t , AUC, t , όγκο κατανομής και κάθαρση. Η AUC και η συνολική κάθαρση της βενδαμουστίνης max 1/2ß από το σώμα σχετίζεται αντιστρόφως με τη χολερυθρίνη ορού.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης >10 ml/λεπτό, συμπεριλαμβανομένων ασθενών εξαρτώμενων από αιμοκάθαρση, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία όσον αφορά τα C , t , AUC, t , όγκο κατανομής και κάθαρση.
max max 1/2ß Ηλικιωμένα άτομα Άτομα έως 84 ετών περιλήφθηκαν σε φαρμακοκινητικές μελέτες. Η μεγαλύτερη ηλικία δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της βενδαμουστίνης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες, αλλά παρατηρήθηκαν σε ζώα σε επίπεδα έκθεσης παρόμοια με τα κλινικά επίπεδα έκθεσης και με ενδεχόμενη σχέση με την κλινική χρήση, ήταν οι ακόλουθες:
Ιστολογικές έρευνες σε σκύλους έδειξαν μακροσκοπική ορατή υπεραιμία του βλεννογόνου και αιμορραγία στη γαστρεντερική οδό. Μικροσκοπικές έρευνες έδειξαν εκτενείς αλλαγές στο λεμφικό ιστό, υποδεικνύοντας ανοσοκαταστολή και σωληναριακές αλλαγές στους νεφρούς και στους όρχεις, καθώς και ατροφικές, νεκρωτικές αλλαγές στο επιθήλιο του προστάτη.
Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η βενδαμουστίνη είναι εμβρυοτοξική και τερατογόνος.
Η βενδαμουστίνη επάγει χρωμοσωμικές παρεκκλίσεις και είναι μεταλλαξιογόνος in-vivo, καθώς και in-vitro. Σε μακροχρόνιες μελέτες σε θηλυκά ποντίκια η βενδαμουστίνη είναι καρκινογόνος.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Mαννιτόλη
6.2 Ασυμβατότητες
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια Διάλυμα προς έγχυση Μετά από ανασύσταση και αραίωση, η χημική και η φυσική σταθερότητα έχει αποδειχτεί για 3,5 ώρες στους 25 ºC/ 60% ΣΥ και 2 ημέρες στους 2 ºC έως 8 ºC σε σάκους από πολυαιθυλένιο.
Από μικροβιολογικής άποψης, το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν
χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι κατά την περίοδο χρήσης χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2°C έως 8°C, εκτός εάν η ανασύσταση/αραίωση (κ.λπ.) έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης μετά την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τύπου Ι καραμελέ γυάλινα φιαλίδια των 25 ml με ελαστικό δακτύλιο ασφαλείας από βρωμοβουτύλιο και πώμα αλουμινίου με flip-top.
Τύπου Ι καραμελέ γυάλινα φιαλίδια των 50 ml με ελαστικό δακτύλιο ασφαλείας από βρωμοβουτύλιο και πώμα αλουμινίου με flip-top.
Τα φιαλίδια των 25 ml περιέχουν 25 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης και διατίθενται σε συσκευασίες των 1, 5, 10 και 20 μονάδων.
Τα φιαλίδια των 50 ml περιέχουν 100 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης και διατίθενται σε συσκευασίες των 1 και 5 μονάδων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κατά τον χειρισμό της υδροχλωρικής βενδαμουστίνης θα πρέπει να αποφεύγεται η εισπνοή της, η επαφή της με το δέρμα ή με τους βλεννογόνους (να φοράτε γάντια και προστατευτικό ρουχισμό!). Τα μολυσμένα σημεία του σώματος θα πρέπει να ξεπλένονται προσεκτικά με νερό και σαπούνι, το μάτι θα πρέπει να ξεπλένεται με διάλυμα φυσιολογικού ορού. Εάν είναι δυνατόν, συνιστάται να εργάζεστε σε ειδικούς πάγκους εργασίας (στρωματική ροή) με αναλώσιμο απορροφητικό φύλλο, που είναι αδιαπέραστο σε υγρά. Οι έγκυες γυναίκες του προσωπικού πρέπει να αποκλείονται από τον χειρισμό κυτταροστατικών παραγόντων.
Η κόνις για πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να ανασυσταθεί με ενέσιμο ύδωρ, να αραιωθεί με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) και κατόπιν να χορηγηθεί μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης. Πρέπει να χρησιμοποιείται άσηπτη τεχνική.
1. Ανασύσταση
Η σκόνη θα πρέπει να ανασυσταθεί αμέσως μετά το άνοιγμα του φιαλιδίου.
Κάντε ανασύσταση κάθε φιαλιδίου Bentalya που περιέχει 25 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης σε 10 ml ενέσιμου ύδατος με ανακίνηση.
Κάντε ανασύσταση κάθε φιαλιδίου Bentalya που περιέχει 100 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης σε 40 ml ενέσιμου ύδατος με ανακίνηση.
Το ανασυσταμένο πυκνό σκεύασμα περιέχει 2,5 mg υδροχλωρικής βενδαμουστίνης ανά ml και εμφανίζεται ως διαυγές άχρωμο διάλυμα.
2. Αραίωση
Μόλις έχετε ένα διαφανές διάλυμα (περίπου μετά από 5-10 λεπτά), αραιώστε αμέσως τη συνολική συνιστώμενη δόση του Bentalya με 0,9% διάλυμα NaCl, ώστε να ληφθεί τελικός όγκος περίπου 500 ml.
Το Bentalya πρέπει να αραιώνεται με 0,9% διάλυμα NaCl και όχι με οποιοδήποτε άλλο ενέσιμο διάλυμα.
3. Χορήγηση
Το διάλυμα χορηγείται μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης επί 30-60 λεπτά.
Τα φιαλίδια προορίζονται για μία χρήση μόνο.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
INNOVIS PHARMA A.E.B.E.
Λεωφ. Μαραθώνος 144 153 51, Παλλήνη, Αττική Ελλάδα Τηλ.: +30 216 200 5600 E-mail: info@innovispharma.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
52083/15/16-11-2016
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
16-11-2016 / 26-02-2020