Clinio Logo
Clinio
BINOSTO › ΠΧΠ

BINOSTO — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Binosto 70 mg αναβράζοντα δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε αναβράζον δισκίο περιέχει αλενδρονάτη νατριούχο τριϋδρική που ισοδυναμεί με 70 mg αλενδρονικού οξέος.

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση: Η συνολική ποσότητα του νατρίου τόσο από τη δραστική ουσία όσο και από τα έκδοχα σε κάθε αναβράζον δισκίο είναι 603 mg.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Αναβράζον δισκίο Λευκά έως υπόλευκα στρογγυλά αναβράζοντα δισκία διαμέτρου 25 mm, με επίπεδες όψεις και λοξοτομημένα άκρα. Mετά τη διάλυση το διάλυμα έχει pH από 4,8 – 5,4

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Binosto ενδείκνυται σε ενήλικες για τη θεραπεία της μετεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης.

Μειώνει τον κίνδυνο των καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης και του ισχίου.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση είναι ένα αναβράζον δισκίο 70 mg μία φορά την εβδομάδα.

Πρέπει να συστήνεται στις ασθενείς εάν παραλείψουν μία δόση Binosto 70 mg, να λάβουν ένα αναβράζον δισκίο το πρωί μετά που θα το θυμηθούν.

Δεν πρέπει να λάβουν δύο αναβράζοντα δισκία την ίδια ημέρα, αλλά πρέπει να επιστρέψουν στη λήψη ενός αναβράζοντος δισκίου μία φορά την εβδομάδα, όπως είχαν προγραμματίσει αρχικά την ημέρα επιλογής τους.

Η βέλτιστη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά για την οστεοπόρωση δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Η ανάγκη συνεχούς θεραπείας πρέπει να επαναξιολογείται περιοδικά με βάση τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους του Binosto για κάθε ασθενή ξεχωριστά, ειδικά μετά από 5 ή περισσότερα έτη χρήσης.

Ηλικιωμένοι Σε κλινικές μελέτες δεν εμφανίσθηκε διαφορά σχετιζόμενη με την ηλικία όσον αφορά τα προφίλ αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας της αλενδρονάτης. Γι΄αυτό τον λόγο, δεν χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους.

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεγαλύτερη από 35 ml/min. Η αλενδρονάτη δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία όπου η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 35 ml/min, λόγω έλλειψης εμπειρίας.

Page 2 of 15

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Binosto σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 18 ετών. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με το αλενδρονικό οξύ στον παιδιατρικό πληθυσμό περιγράφονται στην παράγραφο 5.1.

Τρόπος χορήγησης Για την επίτευξη επαρκούς απορρόφησης της αλενδρονάτης:

Το Binosto 70 mg πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα, ρόφημα ή φαρμακευτικό προϊόν της ημέρας, μόνο με νερό βρύσης. Άλλα ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου και του μεταλλικού νερού), τροφές και ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα είναι πιθανόν να μειώσουν την απορρόφηση της αλενδρονάτης (βλ. παράγραφο 4.5).

Για τη διευκόλυνση της μετάβασης στο στομάχι και συνεπώς για τη μείωση της πιθανότητας τοπικού και οισοφαγικού ερεθισμού/ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4):

• Το Binosto 70 mg πρέπει να λαμβάνεται μόνο μετά την πρωϊνή έγερση από το κρεβάτι διαλυμένο σε μισό ποτήρι νερού βρύσης (όχι λιγότερο από 120 ml ή 4.2 fl.oz.). Διαλύοντας το δισκίο στο νερό προκύπτει ένα ρυθμιστικό διάλυμα με pH 4,8-5,4. Το ρυθμιστικό διάλυμα πρέπει να πίνεται, μόλις έχει παύσει ο ήχος από τον αναβρασμό και το αναβράζον δισκίο έχει πλήρως διαλυθεί δίνοντας ένα διαυγές έως ελαφρώς θολό, ρυθμιστικό διάλυμα, το οποίο συνοδεύεται από τουλάχιστον 30 ml (ένα έκτο του ποτηριού) νερού βρύσης. Μπορεί να ληφθεί επιπλέον νερό βρύσης.

• Οι ασθενείς δεν πρέπει να καταπίνουν το αναβράζον δισκίο αδιάλυτο, δεν πρέπει να μασούν το αναβράζον δισκίο ή να αφήνουν το αναβράζον δισκίο να διαλυθεί στο στόμα τους λόγω κινδύνου στοματοφαρυγγικού ερεθισμού (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).

• Εάν το δισκίο δεν διαλυθεί τελείως, το ρυθμιστικό διάλυμα μπορεί να ανακατευθεί μέχρις ότου γίνει διαυγές έως ελαφρώς θολό.

• Οι ασθενείς δεν πρέπει να ξαπλώνουν για τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη λήψη του πόσιμου διαλύματος και μέχρι να λάβουν το πρώτο γεύμα της ημέρας.

• Το Binosto 70 mg δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη βραδινή κατάκλιση ή πριν την πρωϊνή έγερση από το κρεβάτι.

• Το Binosto 70 mg μπορεί να δοθεί σε ασθενείς οι οποίες δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να καταπιούν δισκία.

Oι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν συμπληρωματική ποσότητα ασβεστίου και βιταμίνης D, εάν η πρόσληψή τους με τη διατροφή είναι ανεπαρκής (βλ. παράγραφο 4.4).

Το Binosto 70 mg δεν έχει μελετηθεί για τη θεραπεία οστεοπόρωσης προκληθείσας από γλυκοκορτικοειδή.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στην αλενδρονάτη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Ανωμαλίες του οισοφάγου και άλλοι παράγοντες οι οποίοι επιβραδύνουν την οισοφαγική κένωση, όπως στένωση ή αχαλασία.

• Αδυναμία της ασθενούς να παραμένει όρθια ή να κάθεται σε όρθια στάση για τουλάχιστον 30 λεπτά.

• Υπασβεστιαιμία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ανεπιθύμητες ενέργειες από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα:

Η αλενδρονάτη μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό του βλεννογόνου του ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος. Λόγω της πιθανότητας επιδείνωσης της υποκείμενης νόσου, πρέπει να Page 3 of 15

δίνεται προσοχή όταν χορηγείται αλενδρονάτη σε ασθενείς που παρουσιάζουν ενεργά προβλήματα στο ανώτερο γαστρεντερικό, όπως δυσφαγία, οισοφαγική νόσο, γαστρίτιδα, δωδεκαδακτυλίτιδα, έλκη ή με πρόσφατο ιστορικό (εντός του προηγούμενου έτους) μείζονος πάθησης του γαστρεντερικού όπως πεπτικό έλκος ή ενεργό γαστρεντερική αιμορραγία ή χειρουργική επέμβαση του ανώτερου γαστρεντερικού τμήματος εκτός από πυλωροπλαστική (βλ. παράγραφο 4.3). Σε ασθενείς με γνωστό οισοφάγο Barrett, οι θεράποντες γιατροί πρέπει να αξιολογούν τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους της αλενδρονάτης για την κάθε ασθενή ξεχωριστά.

Οισοφαγικές αντιδράσεις (μερικές φορές σοβαρές και οι οποίες απαιτούν εισαγωγή στο νοσοκομείο), όπως οισοφαγίτιδα, οισοφαγικές διαβρώσεις και οισοφαγικά έλκη, σπάνια ακολουθούμενες από οισοφαγική στένωση, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αλενδρονάτη. Οι γιατροί πρέπει συνεπώς να είναι σε ετοιμότητα για οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα που υποδηλώνουν πιθανή οισοφαγική αντίδραση και πρέπει να συστήνεται στους ασθενείς να διακόπτουν την αλενδρονάτη και να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάσουν συμπτώματα οισοφαγικού ερεθισμού όπως δυσφαγία, άλγος κατά την κατάποση ή οπισθοστερνικό άλγος, εμφάνιση ή επιδείνωση αισθήματος καύσου (βλ.

παράγραφο 4.8).

Ο κίνδυνος για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στον οισοφάγο εμφανίζεται αυξημένος σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν την αλενδρονάτη σύμφωνα με τον ενδεδειγμένο τρόπο και/ή που συνεχίζουν να λαμβάνουν την αλενδρονάτη αφότου έχουν εμφανίσει συμπτώματα ενδεικτικά οισοφαγικού ερεθισμού. Είναι πολύ σημαντικό να παρέχονται πλήρεις και κατανοητές οδηγίες στον ασθενή για τον τρόπο χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.2). Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται η πληροφορία ότι η αδυναμία τήρησης αυτών των οδηγιών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόκλησης προβλημάτων στον οισοφάγο.

Παρόλο που δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος κατά την διάρκεια εκτεταμένων κλινικών μελετών που πραγματοποιήθηκαν με δισκία αλενδρονάτης, έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές (μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου) για γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, μερικά εκ των οποίων ήταν σοβαρά και με επιπλοκές (βλ. παράγραφο 4.8).

Οστεονέκρωση της γνάθου Έχει αναφερθεί οστεονέκρωση της γνάθου, που σχετίζεται γενικά με την εξαγωγή οδόντων και/ή με τοπική λοίμωξη (συμπεριλαμβανομένης της οστεομυελίτιδας), σε ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι λαμβάνουν θεραπευτικά σχήματα που συμπεριλαμβάνουν πρωτίστως ενδοφλέβια χορήγηση διφωσφoνικών. Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς ελάμβαναν επίσης χημειοθεραπεία και κορτικοστεροειδή. Οστεονέκρωση της γνάθου έχει επίσης αναφερθεί σε ασθενείς με οστεοπόρωση οι οποίοι λαμβάνουν από του στόματος διφωσφoνικά.

Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης οστεονέκρωσης της γνάθου:

• δραστικότητα διφωσφονικών (υψηλότερη για το ζολεδρονικό οξύ), οδός χορήγησης (βλ.

παραπάνω) και αθροιστική δόση

• καρκίνος, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, κορτικοστεροειδή, αναστολείς αγγειογένεσης, κάπνισμα

• ιστορικό οδοντικής νόσου, ανεπαρκής στοματική υγιεινή, περιοδοντική νόσος, επεμβατικές οδοντιατρικές διεργασίες και κακώς τοποθετημένες οδοντοστοιχίες.

Σε ασθενείς με μη ικανοποιητική οδοντική κατάσταση, πρέπει να γίνεται οδοντιατρική εξέταση με κατάλληλη προληπτική οδοντιατρική παρέμβαση πριν από τη θεραπεία με διφωσφoνικά.

Ενόσω αυτοί οι ασθενείς βρίσκονται σε θεραπεία, πρέπει να αποφεύγονται, εάν είναι δυνατόν οι επεμβατικές οδοντιατρικές διεργασίες. Στους ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν οστεονέκρωση της γνάθου, ενώ ελάμβαναν θεραπεία με διφωσφoνικά, η οδοντιατρική χειρουργική επέμβαση μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση. Για τους ασθενείς στους οποίους απαιτούνται οδοντιατρικές διεργασίες, δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, τα οποία να υποστηρίζουν εάν η διακοπή της θεραπείας με διφωσφoνικά μειώνει τον κίνδυνο οστεονέκρωσης της γνάθου.

Η κλινική κρίση του θεράποντα γιατρού θα οδηγήσει στο θεραπευτικό σχήμα για κάθε ασθενή, με Page 4 of 15

βάση την εξατομικευμένη αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου.

Κατά τη διάρκεια θεραπείας με διφωσφονικά, όλοι οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να διατηρούν καλή στοματική υγιεινή, να κάνουν συστηματικά οδοντικές εξετάσεις και να αναφέρουν οποιαδήποτε στοματικά συμπτώματα όπως οδοντική κινητικότητα, πόνο ή πρήξιμο.

Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου αναφέρθηκε με τη χρήση διφωσφονικών, κυρίως σε περιπτώσεις μακροχρόνιας θεραπείας. Στους πιθανούς παράγοντες κινδύνου οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου περιλαμβάνονται η χρήση στεροειδών και η χημειοθεραπεία και/ή τοπικοί παράγοντες κινδύνου όπως λοίμωξη ή τραυματισμός. Σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά και παρουσιάζουν συμπτώματα στο αυτί συμπεριλαμβανομένων χρόνιων λοιμώξεων του αυτιού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα οστεονέκρωσης του έξω ακουστικού πόρου.

Μυοσκελετικό άλγος Άλγος των οστών, των αρθρώσεων και/ή μυϊκό άλγος έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφoνικά. Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, αυτά τα συμπτώματα σπάνια ήταν σοβαρά και/ή επιφέροντα αναπηρία (βλ. παράγραφο 4.8). Ο χρόνος έναρξης των συμπτωμάτων κυμαινόταν από μία ημέρα έως αρκετούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν ανακουφισθεί από τα συμπτώματα μετά τη διακοπή της θεραπείας. Μία υποομάδα παρουσίασε επανεμφάνιση των συμπτωμάτων, όταν επαναχορηγήθηκε θεραπεία με το ίδιο φάρμακο ή με άλλο διφωσφονικό.

Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού Στη θεραπεία με διφωσφονικά έχουν αναφερθεί άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου, πρωτίστως σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία για την οστεοπόρωση. Αυτά τα εγκάρσια ή κοντά λοξά κατάγματα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε κατά μήκος του μηριαίου οστού από ακριβώς κάτω από τον ελάσσονα τροχαντήρα έως ακριβώς πάνω από το υπερκονδύλιο κύρτωμα. Τα κατάγματα αυτά συμβαίνουν επί ελαχίστου ή επί απουσίας τραύματος και ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν άλγος στο μηρό ή στη βουβωνική χώρα, συχνά σχετιζόμενο με τα απεικονιστικά χαρακτηριστικά κατάγματος λόγω υπερβολικής επιβάρυνσης, εβδομάδες ή μήνες πριν από την εμφάνιση πλήρους μηριαίου κατάγματος. Τα κατάγματα είναι συχνά αμφοτερόπλευρα.

Συνεπώς, πρέπει να αξιολογηθεί και ο αντίπλευρος μηρός σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διφωσφονικά οι οποίοι έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Έχει αναφερθεί επίσης ανεπαρκής ίαση αυτών των καταγμάτων. Διαρκούσης της αξιολόγησης του ασθενή, το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με διφωσφονικά σε ασθενείς με υποψία άτυπου μηριαίου κατάγματος, πρέπει να εξετάζεται βάσει εξατομικευμένης αξιολόγησης οφέλους/κινδύνου.

Κατά τη διάρκεια θεραπείας με διφωσφονικά, πρέπει να δίνεται στους ασθενείς η συμβουλή να αναφέρουν οποιονδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και κάθε ασθενής που παρουσιάζει τέτοια συμπτώματα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου.

Μεταβολισμός των οστών και των μετάλλων Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα αίτια εμφάνισης της οστεοπόρωσης πέραν της έλλειψης οιστρογόνων και της προχωρημένης ηλικίας ή της χρήσης γλυκοκορτικοειδών.

H υπασβεστιαιμία πρέπει να διορθωθεί πριν την έναρξη θεραπείας με αλενδρονάτη (βλ. παράγραφο 4.3). Άλλες διαταραχές που επηρεάζουν το μεταβολισμό των μετάλλων (όπως η έλλειψη βιταμίνης D και ο υποπαραθυρεοειδισμός), πρέπει επίσης να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά πριν την έναρξη θεραπείας με Binosto. Σε ασθενείς με αυτές τις διαταραχές, κατά την διάρκεια της θεραπείας με Binosto 70 mg πρέπει να ελέγχονται το ασβέστιο του ορού και τα συμπτώματα υπασβεστιαιμίας.

Εξαιτίας των θετικών επιδράσεων της αλενδρονάτης στην αύξηση της επιμετάλλωσης των οστών, μπορεί να εμφανισθούν μειώσεις ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό, ειδικά σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή στους οποίους η απορρόφηση του ασβεστίου μπορεί να μειωθεί. Αυτές είναι συνήθως μικρές και ασυμπτωματικές. Ωστόσο, υπάρχουν σπάνιες αναφορές συμπτωματικής υπασβεστιαιμίας, οι οποίες περιστασιακά μπορεί να είναι σοβαρές και συχνά παρουσιάσθηκαν σε Page 5 of 15

ασθενείς με διαταραχές που προδιαθέτουν (π.χ. υποπαραθυρεοειδισμό, έλλειψη βιταμίνης D και δυσαπορρόφηση του ασβεστίου).

Η διασφάλιση λήψης επαρκούς ποσότητας ασβεστίου και βιταμίνης D είναι πολύ σημαντική, ιδιαίτερα για τους ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 603 mg νατρίου ανά δόση που ισοδυναμεί με το 30% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα. To Binosto θεωρείται υψηλό σε νάτριο. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ειδικά από εκείνους τους ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με χαμηλή πρόσληψη νατρίου.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Οι τροφές και τα ροφήματα (συμπεριλαμβανομένου του μεταλλικού νερού), τα συμπληρώματα ασβεστίου, τα αντιόξινα και κάποια από του στόματος λαμβανόμενα φαρμακευτικά προϊόντα είναι πιθανό να παρέμβουν στην απορρόφηση της αλενδρονάτης, εάν ληφθούν ταυτόχρονα με αλενδρονάτη. Συνεπώς, οι ασθενείς μετά τη λήψη της αλενδρονάτης πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 30 λεπτά πριν λάβουν οποιοδήποτε άλλο από του στόματος φαρμακευτικό προϊόν (βλ.

παράγραφο 4.2 και 5.2).

Δεν αναμένονται άλλες αλληλεπιδράσεις κλινικής σημασίας με φαρμακευτικά προϊόντα. Ένας αριθμός ασθενών που μετείχαν σε κλινικές μελέτες έλαβαν οιστρογόνα (ενδοκολπικά, διαδερμικά, ή από του στόματος) ενώ ελάμβαναν ταυτόχρονα αλενδρονάτη. Δεν διαπιστώθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες που να αποδόθηκαν στη ταυτόχρονη χρήση τους.

Καθώς η χρήση ΜΣΑΦ (NSAID) σχετίζεται με γαστρεντερικό ερεθισμό, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης με αλενδρονάτη.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν γίνει ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης, σε κλινικές μελέτες η αλενδρονάτη χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα με ένα ευρύ φάσμα από συνήθη συνταγογραφούμενα φαρμακευτικά προϊόντα, χωρίς ένδειξη κλινικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλενδρονάτης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Η αλενδρονάτη που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε αρουραίους προκάλεσε δυστοκία σχετιζόμενη με υπασβεστιαιμία (βλ. παράγραφο 5.3). Το Binosto δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η αλενδρονάτη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το Binosto δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από θηλάζουσες γυναίκες.

Γονιμότητα Τα διφωσφονικά ενσωματώνονται στη μήτρα των οστών, από την οποία σταδιακά απελευθερώνονται κατά τη διάρκεια ετών. Η ποσότητα των διφωσφονικών η οποία ενσωματώνεται στα οστά των ενηλίκων, και συνεπώς, η διαθέσιμη ποσότητα για απελευθέρωση πίσω στη συστηματική κυκλοφορία, σχετίζεται άμεσα με τη δόση και τη διάρκεια χρήσης των διφωσφονικών (βλ. παράγραφο 5.2). Δεν υπάρχουν δεδομένα για κίνδυνο του εμβρύου στον άνθρωπο. Παρόλα αυτά, υπάρχει θεωρητικός κίνδυνος εμβρυϊκής βλάβης, κατά κύριο λόγο σκελετικής, εάν μία γυναίκα μείνει έγκυος μετά από τη συμπλήρωση μίας θεραπείας με διφωσφονικά. Η επίπτωση στον κίνδυνο, των μεταβλητών όπως ο χρόνος μεταξύ της διακοπής της θεραπείας με διφωσφονικά έως τη σύλληψη, το συγκεκριμένο διφωσφονικό που χρησιμοποιήθηκε και η οδός χορήγησης (ενδοφλέβια έναντι από του στόματος), δεν έχει μελετηθεί.

Page 6 of 15

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Binosto δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη άμεση επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (για παράδειγμα θολή όραση, ζάλη και έντονο άλγος οστού, μυός ή άρθρωσης (βλ. παράγραφο 4.8), οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σε μία κλινική μελέτη διάρκειας ενός έτους σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση, τα συνολικά προφίλ ασφάλειας της αλενδρονάτης 70 mg μία φορά την εβδομάδα (n=519) και της αλενδρονάτης 10 mg/ημέρα (n=370) ήταν παρόμοια.

Σε δύο, σχεδόν ίδιου σχεδιασμού, μελέτες διάρκειας τριών ετών σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (αλενδρονάτη 10 mg: n=196, εικονικό φάρμακο: n=397), τα συνολικά προφίλ ασφάλειας της αλενδρονάτης 10 mg/ημέρα και του εικονικού φαρμάκου ήταν παρόμοια.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από τους ερευνητές ως ενδεχομένως, πιθανώς ή οριστικώς σχετιζόμενες με το φάρμακο, παρουσιάζονται παρακάτω εάν αυτές εμφανίστηκαν με συχνότητα ≥ 1% σε κάθε ομάδα θεραπείας στη μελέτη του ενός έτους ή σε ≥ 1% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αλενδρονάτη 10 mg/ημέρα και με μεγαλύτερη συχνότητα από ό,τι στους ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν εικονικό φάρμακο στις μελέτες των τριών ετών:

ΜΕΛΕΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΕΝΟΣ ΕΤΟΥΣΜΕΛΕΤΕΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΡΙΩΝ ΕΤΩΝ
αλενδρονάτη Μία φορά την εβδομάδα 70 mg (n=519) %αλενδρονάτη 10 mg/ημέρα (n=370) %αλενδρονάτη 10 mg/ημέρα (n=196) %εικονικό φάρμακο (n=397) %
Γαστρεντερικές
κοιλιακός άλγος3,73,06,64,8
δυσπεψία2,72,23,63,5
παλινδρόμηση οξέος1,92,42,04,3
ναυτία1,92,43,64,0
διάταση κοιλίας1,01,41,00,8
δυσκοιλιότητα0,81,63,11,8
διάρροια0,60,53,11,8
δυσφαγία0,40,51,00,0
μετεωρισμός0,41,62,60,5
γαστρίτιδα0,21,10,51,3
γαστρικό έλκος0,01,10,00,0
οισοφαγικό έλκος0,00,01,50,0
Μυοσκελετικές
μυοσκελετικός πόνος (οστό, μυς ή άρθρωση)2,93,24,12,5
μυϊκή σύσπαση0,21,10,01,0
Νευρολογικές
κεφαλαλγία0,40,32,61,5

Page 7 of 15

Σε μία μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας διάρκειας ενός έτους, οι ερευνητές ανέφεραν σε σχέση με το Binosto, ένα από του στόματος ρυθμιστικό διάλυμα αλενδρονάτης, τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν σε ≥ 0,5 % των ασθενών:

Μελέτη παρατήρησης, μονού σκέλους, διάρκειας ΕΝΟΣ ΕΤΟΥΣ σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση
αλενδρονάτη, από του στόματος ρυθμιστικό διάλυμα Μία φορά την εβδομάδα 70 mg (n=1028) %
Γαστρεντερικές
κοιλιακός άλγος2,0
δυσπεψία2,7
γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση2,4
ναυτία2,2
διάταση κοιλίας0,6
γαστρίτιδα0,9
Μυοσκελετικές
μυοσκελετικός πόνος (οστό, μυς ή άρθρωση)1,2

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και/ή χρήσης μετά την κυκλοφορία των από του στόματος δισκίων αλενδρονάτης:

Ανεπιθύμητες ενέργειες
Πολύ συχνές (≥1/10)Συχνές (≥ 1/100, < 1/10)Όχι συχνές (>1/1.000, <1/100)Σπάνιες (>1/10.000, <1/1.000)Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Διαταραχές του ανοσοποιη- τικού συστήματοςαντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομ ένης της κνίδωσης και του αγγειοοιδήματος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςσυμπτωματική υπασβεστιαιμία, συχνά σε συσχέτιση με προδιαθεσικές καταστάσεις #
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςκεφαλαλγία, ζάλη§δυσγευσία§
Οφθαλμικές διαταραχέςφλεγμονή οφθαλμού(ραγ οειδίτιδα, σκληρίτιδα, ή επισκληρίτιδα)
Διαταραχές του ωτός καιίλιγγος§

Page 8 of 15

του λαβυρίνθου
‡Διαταραχές του γαστρεντερι- κούκοιλιακό άλγος, δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, οισοφαγικό έλκος*, δυσφαγία*, διάταση κοιλίας, παλινδρόμηση οξέοςναυτία, έμετος, γαστρίτιδα, οισοφαγίτιδα*, οισοφαγικές διαβρώσεις*, μέλαινα§οισοφαγική στένωση*, στοματοφαρυγγικ ή εξέλκωση*, ΔΕΑ ανώτερου γαστρεντερικού (διάτρηση, έλκη, αιμορραγία)#
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούαλωπεκία§, κνησμός§εξάνθημα, ερύθημαεξάνθημα με φωτοευαισθησία, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομ ένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης+
Διαταραχές του μυοσκελετι- κού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστώνμυοσκελετι- κό (του οστού, του μυός ή της άρθρωσης) άλγος, που μερικές φορές είναι έντονο#§οίδημα στην άρθρωση§Οστεονέκρωση της γνάθου#+, άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου (ανεπιθύμητη ενέργεια της κατηγορίας των διφωσφονικών)Οστεονέκρωση του έξω ακουστικού πόρου (ανεπιθύμητη ενέργεια της κατηγορίας των διφωσφονικών)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςεξασθένιση§, περιφερικό οίδημα§παροδικά συμπτώματα όπως αυτά της ανταπόκρισης σε οξεία φάση (μυαλγία, αίσθημα κακουχίας και σπάνια, πυρετός) που τυπικά σχετίζονται με την έναρξη της θεραπείας§.

#Βλέπε παράγραφο 4.4 §Η συχνότητα στις Κλινικές Δοκιμές ήταν παρόμοια στις ομάδες του φαρμάκου και του εικονικού φαρμάκου.

*Βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4 Page 9 of 15

+Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια βρέθηκε μέσω παρακολούθησης μετά από την κυκλοφορία του προϊόντος. Η συχνότητα «σπάνια» υπολογίστηκε βάσει των σχετικών κλινικών δοκιμών.

‡ Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταυτοποιήθηκαν με τη μορφή των δισκίων, και μπορεί να μην ισχύουν όλες για το Binosto 70 mg, το οποίο λαμβάνεται ως από του στόματος ρυθμιστικό διάλυμα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 213 2040380/337 Φαξ: + 30 210 6549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 357 22608607 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Από την από στόματος υπερδοσολογία μπορεί να προκληθούν υπασβεστιαιμία, υποφωσφοραιμία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από το ανώτερο γαστρεντερικό, όπως γαστρική δυσφορία, αίσθημα καύσου, οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα, ή έλκος.

Αντιμετώπιση Δεν υπάρχουν διαθέσιμες ειδικές πληροφορίες σχετικά με την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας με αλενδρονάτη. Πρέπει να χορηγούνται γάλα ή αντιόξινα ώστε να δεσμευτεί η αλενδρονάτη. Λόγω του κινδύνου οισοφαγικού ερεθισμού, πρέπει να αποφεύγεται η πρόκληση εμέτου και η ασθενής πρέπει να παραμένει σε απόλυτα όρθια θέση.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:

Φάρμακα που επηρεάζουν τη δομή και την επιμετάλλωση των οστών, διφωσφονικά Κωδικός ATC: M05B A04 Μηχανισμός δράσης Η δραστική ουσία του Binosto 70 mg, αλενδρονάτη νατριούχος τριυδρική, είναι ένα διφωσφονικό το οποίο αναστέλλει την οστική απορρόφηση στους οστεοκλάστες χωρίς να έχει άμεση επίδραση στο σχηματισμό του οστού.

Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει επιλεκτική τοποθέτηση της αλενδρονάτης στις θέσεις ενεργού απορρόφησης. Η δράση των οστεοκλαστών αναστέλλεται, αλλά η προσέλκυση ή η προσκόλληση των οστεοκλαστών δεν επηρεάζεται. Το οστό που σχηματίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την αλενδρονάτη είναι φυσιολογικής ποιότητας.

Page 10 of 15

Η οισοφαγική τοξικότητα που σχετίζεται με τη θεραπεία με αλενδρονάτη είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που φαίνεται ότι προκαλείται κυρίως από τον τοπικό ερεθισμό του οισοφαγικού βλεννογόνου από κρυσταλλικό υλικό, φαινόμενο που είναι επίσης γνωστό ως οισοφαγίτιδα από δισκίο. Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση μπορεί να είναι ένας συνακόλουθος παράγοντας, καθώς ο αποκλεισμός του οξέος αποτελεί μια από τις κύριες θεραπείες μόλις εμφανισθεί οισοφαγίτιδα σχετιζόμενη με την αλενδρονάτη. Το Binosto 70 mg αναβράζον δισκίο χορηγούμενο ως ρυθμιστικό διάλυμα έχει σχεδιαστεί ώστε να διαλυτοποιεί πλήρως την αλενδρονάτη σε ένα πόσιμο διάλυμα υψηλού pH και με ικανότητα εξουδετέρωσης του οξέος, ελαχιστοποιώντας τα σωματίδια της αλενδρονάτης από την επαφή με τον βλενογόννο και εμποδίζοντας την παρουσία ισχυρού γαστρικού οξέος στο στομάχι, μειώνοντας το ενδεχόμενο βλάβης σε περιπτώσεις οισοφαγικής παλινδρόμησης και συνεπώς βελτιώνοντας την ανοχή.

Θεραπεία της μετεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης Η οστεοπόρωση ορίζεται ως οστική πυκνότητα (BMD) της σπονδυλικής στήλης ή του ισχίου κατά 2,5 μονάδες SD κάτω από τη μέση τιμή του φυσιολογικού νεαρού πληθυσμού ή ως ένα προηγούμενο κάταγμα λόγω ευθραυστότητας, ανεξάρτητα από την οστική πυκνότητα.

Η θεραπευτική ισοδυναμία της αλενδρονάτης 70 mg μία φορά την εβδομάδα (n=519) και της αλενδρονάτης 10 mg ημερησίως (n=370) αποδείχθηκε σε μία πολυκεντρική μελέτη διάρκειας ενός έτους σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση.

Οι μέσες αυξήσεις από το αρχικό επίπεδο (baseline) της οστικής πυκνότητας της οσφϋικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ήταν στο ένα έτος 5,1% (95% CI: 4,8, 5,4%) στην ομάδα του δισκίου 70 mg μία φορά την εβδομάδα και 5,4% (95% CI: 5,0, 5,8%) στην ομάδα των 10 mg ημερησίως. Οι μέσες αυξήσεις της οστικής πυκνότητας ήταν 2,3% και 2,9% στον αυχένα του μηριαίου και 2,9% και 3,1% στο ολικό ισχίο για τις ομάδες των 70 mg μία φορά την εβδομάδα και 10 mg ημερησίως, αντίστοιχα.

Οι δυο ομάδες θεραπείας εμφανίστηκαν επίσης παρόμοιες όσον αφορά τις αυξήσεις της οστικής πυκνότητας σε άλλα σκελετικά τμήματα.

Οι επιδράσεις της αλενδρονάτης στην οστική μάζα και στη συχνότητα εμφάνισης καταγμάτων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες εξετάσθηκαν σε δύο ταυτόσημου σχεδιασμού αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας (n=994) καθώς και στη μελέτη Fracture Intervention Trial (FIT: n=6.459).

Στις αρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας, οι αυξήσεις της μέσης οστικής πυκνότητας (BMD) με αλενδρονάτη 10 mg/ημέρα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο στα τρία χρόνια ήταν 8,8%, 5,9% και 7,8% στη σπονδυλική στήλη, στον αυχένα του μηριαίου και στον τροχαντήρα, αντίστοιχα. Η συνολική οστική πυκνότητα επίσης αυξήθηκε σημαντικά. Υπήρξε 48% μείωση (αλενδρονάτη 3,2% έναντι εικονικού φαρμάκου 6,2%) στην αναλογία των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αλενδρονάτη και εμφάνισαν ένα ή περισσότερα σπονδυλικά κατάγματα σε σχέση με αυτούς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Κατά τη διάρκειας δύο ετών επέκταση αυτών των μελετών, η οστική πυκνότητα στη σπονδυλική στήλη και στον τροχαντήρα συνέχισε να αυξάνει και η οστική πυκνότητα στον αυχένα του μηριαίου και στο συνολικό σώμα διατηρήθηκε.

Η μελέτη FIT απετελείτο από δύο μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο όταν χορηγούνταν αλενδρονάτη ημερησίως (5 mg ημερησίως για δύο έτη και 10 mg ημερησίως είτε για ένα είτε για δύο επιπλέον έτη):

• FIT 1: Μία μελέτη διάρκειας τριών ετών με 2.027 ασθενείς οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα αρχικό σπονδυλικό (συμπιεστικό) κάταγμα. Σε αυτή τη μελέτη, η ημερήσια αλενδρονάτη μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης νέου σπονδυλικού κατάγματος ≥ 1 κατά 47% (αλενδρονάτη 7,9% έναντι εικονικού φαρμάκου 15,0%). Επιπρόσθετα, εμφανίστηκε στατιστικά σημαντική μείωση στη συχνότητα εμφάνισης των καταγμάτων του ισχίου (1,1% έναντι 2,2%, μείωση 51%).

• FIT 2: Μία μελέτη διάρκειας τεσσάρων ετών με 4.432 ασθενείς με χαμηλή οστική μάζα αλλά χωρίς αρχικό σπονδυλικό κάταγμα. Σε αυτή τη μελέτη, παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην ανάλυση της υποομάδας των οστεοπορωτικών γυναικών (37% του γενικού πληθυσμού, το οποίο αντιστοιχεί στον παραπάνω προσδιορισμό της οστεοπόρωσης) στη συχνότητα εμφάνισης σπονδυλικού Page 11 of 15

κατάγματος ≥1 (2,9% έναντι 5,8%, μείωση 50%) και στη συχνότητα εμφάνισης καταγμάτων ισχίου (αλενδρονάτη 1,0% έναντι εικονικού φαρμάκου 2,2%, μείωση 56%).

Κλινική αποτελεσματικότητα του Binosto 70 mg, αναβράζοντα δισκία για πόσιμο διάλυμα BC-118-07: Μια κλινική μελέτη με Binosto 70 mg πραγματοποιήθηκε σε 12 υγιείς γυναίκες. Σε αυτή την κλινική μελέτη αξιολογήθηκαν η γαστρική κένωση και το γαστρικό pH μετά τη χορήγηση ενός συμβατικού δισκίου και του Binosto 70 mg αναβράζον δισκίο, με υψηλή ρυθμιστική ικανότητα. Το ρυθμιστικό διάλυμα έχει τη δυνατότητα να βελτιώνει τη γαστρική ανοχή. Και τα δυο σκευάσματα που ελέγχθηκαν, διαπέρασαν ταχέως τον οισοφάγο και δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές ή φυσιολογικά σχετικές διαφορές στους χρόνους της γαστρικής κένωσης.

Η έκθεση του βλεννογόνου στην αλενδρονάτη σε ένα pH μικρότερο του 3 είναι ερεθιστική για τον γαστροοισοφαγικό ιστό. Η κατάποση ενός συμβατικού δισκίου είχε ως αποτέλεσμα να είναι η αλενδρονάτη παρούσα στο στομάχι σε ένα pH κάτω του 3 μέσα σε λίγα λεπτά. Μετά από χορήγηση του Binosto 70 mg, το γαστρικό pH γενικά αυξήθηκε περίπου στο 5 και παρέμεινε σε σταθερό επίπεδο για 30 λεπτά όπου μετά άρχισε να ελαττώνεται σταδιακά. Ο χρόνος που χρειάστηκε για να πέσει το γαστρικό pH κάτω από 3, μετά την κατάποση των φαρμάκων ήταν σημαντικά υψηλότερος με τα αναβράζοντα δισκία, συγκρινόμενος με τα συμβατικά δισκία.

Συνεπώς, το Binosto 70 mg ελαχιστοποιεί την πιθανότητα έκθεσης του οισοφάγου (σε περίπτωση παλινδρόμησης) και του στομάχου σε οξινισμένη αλενδρονάτη.

Μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας Διεξήχθη μία προοπτική, μη παρεμβατική, μονού σκέλους, μελέτη ασφάλειας (GastroPASS) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (n=1.084) που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Binosto και οι οποίες παρακολουθήθηκαν στη συνήθη κλινική πρακτική για 12 μήνες (± 3 μήνες). Η αθροιστική συχνότητα εμφάνισης όλων των σχετιζόμενων με το ανώτερο γαστρεντερικό ανεπιθύμητων ενεργειών (ΑΕ) ήταν 9,6% (8,0% ήπιας, 1,5% μέτριας, 0,2% σοβαρής έντασης). Δεν έχουν υπάρξει αναφορές οισοφαγίτιδας, έλκους του οισοφάγου ή γαστρικού έλκους και δωδεκαδακτυλίτιδας ούτε διάτρησης, αιμορραγίας ή στένωσης του ανώτερου γαστρεντερικού. Καθ’όλη τη διάρκεια της μελέτης δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες επιδράσεις που να σχετίζονται με το Binosto. Ο μέσος χρόνος θεραπείας με το Binosto ήταν 12,8 μήνες. Η μέση συνολική συμμόρφωση με βάση τον αριθμό των δισκίων που παραλείφθηκαν ήταν 94,8.

Εργαστηριακά ευρήματα ελέγχου Σε κλινικές μελέτες, παρατηρήθηκαν ασυμπτωματικές, ήπιες και παροδικές μειώσεις του ασβεστίου και του φωσφόρου του ορού σε ποσοστό περίπου 18 και 10% αντίστοιχα, σε ασθενείς που ελάμβαναν αλενδρονάτη 10 mg/ημέρα έναντι περίπου 12 και 3% αυτών που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο.

Ωστόσο, οι συχνότητες εμφάνισης των μειώσεων του ασβεστίου στον ορό σε < 8,0 mg/dl (2,0 mmol/l)

και του φωσφόρου στον ορό σε ≤ 2,0 mg/dl (0,65 mmol/l) ήταν παρόμοιες και στις δυο ομάδες θεραπείας.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η νατριούχος αλενδρονάτη έχει μελετηθεί σε μικρό αριθμό ασθενών με ατελή οστεογένεση κάτω από την ηλικία των 18 ετών. Τα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή για να υποστηρίξουν τη χρήση της νατριούχου αλενδρονάτης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ατελή οστεογένεση.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Σε σύγκριση με μία ενδοφλέβια δόση αναφοράς, η από του στόματος μέση βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων αλενδρονάτης σε γυναίκες ήταν 0,64% για δόσεις κυμαινόμενες από 5 έως 70 mg όταν χορηγήθηκε σε νηστικά από το προηγούμενο βράδυ άτομα και δυο ώρες πριν το καθιερωμένο πρωινό τους γεύμα. Η βιοδιαθεσιμότητα μειώθηκε εξίσου κατά περίπου 0,46% και 0,39% όταν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε μία ή μισή ώρα πριν το καθιερωμένο πρωινό γεύμα.

Η βιοδιαθεσιμότητα του Binosto 70 mg αναβράζοντα δισκία είναι ισοδύναμη με αυτή των δισκίων αλενδρονάτης, όμως η ενδοατομική διακύμανση στην απέκκριση (και ως εκ τούτου στην απορρόφηση) είναι μικρότερη για τα αναβράζοντα δισκία (CV 32,0 έναντι του 42,1% της αθροιστικής Page 12 of 15

απέκκρισης τις πρώτες 48 ώρες, CV 37,5 έναντι του 45,6% μέγιστου ρυθμού απέκκρισης).

Στις μελέτες οστεοπόρωσης, η αλενδρονάτη ήταν αποτελεσματική, όταν χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το πρώτο γεύμα ή ρόφημα της ημέρας.

Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν αμελητέα όταν η αλενδρονάτη χορηγήθηκε με, ή μέχρι δύο ώρες μετά από, το καθιερωμένο πρωινό γεύμα. Ταυτόχρονη χορήγηση της αλενδρονάτης με καφέ ή χυμό πορτοκαλιού μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα κατά περίπου 60%.

Σε υγιή άτομα, η χορήγηση πρεδνιζόνης από το στόμα (20 mg τρεις φορές ημερησίως για πέντε ημέρες) δεν παρουσίασε κλινικά σημαντική μεταβολή στην από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αλενδρονάτης (εύρος μέσης αύξησης από 20% έως 44%).

Κατανομή Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η αλενδρονάτη κατανέμεται παροδικά στους μαλακούς ιστούς μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση 1 mg/kg, αλλά κατόπιν ανακατανέμεται ταχύτατα στα οστά ή απεκκρίνεται στα ούρα. Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση, εκτός των οστών, είναι τουλάχιστον 28 λίτρα στον άνθρωπο. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα μετά από του στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων είναι πολύ χαμηλές για αναλυτική ανίχνευση (< 5 ng/ml). Η πρωτεϊνική δέσμευση στο ανθρώπινο πλάσμα είναι περίπου 78%.

Βιομεταχηματισμός Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι η αλενδρονάτη μεταβολίζεται στα ζώα ή στον άνθρωπο.

Αποβολή Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση [14C] αλενδρονάτης, περίπου το 50% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα μέσα σε 72 ώρες και ελάχιστη έως καθόλου ραδιενέργεια ανιχνεύθηκε στα κόπρανα. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 10 mg, η νεφρική κάθαρση της αλενδρονάτης ήταν 71 ml/min, και η συστηματική κάθαρση δεν ξεπέρασε τα 200 ml/min. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώθηκαν περισσότερο από 95% μέσα σε έξι ώρες από την ενδοφλέβια χορήγηση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στον άνθρωπο υπολογίζεται ότι ξεπερνάει τα 10 χρόνια, αντανακλώντας την απελευθέρωση της αλενδρονάτης από το σκελετό. Η αλενδρονάτη δεν απεκκρίνεται μέσω των όξινων ή βασικών νεφρικών συστημάτων μεταφοράς στους αρουραίους και συνεπώς, δεν αναμένεται να επηρεάζει την απέκκριση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων από αυτά τα συστήματα στον άνθρωπο.

Νεφρική δυσλειτουργία Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι το φάρμακο το οποίο δεν εναποτίθεται στα οστά, απεκκρίνεται ταχέως στα ούρα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις κορεσμού της πρόσληψης από τα οστά μετά από χρόνια έκθεση με ενδοφλέβιες αθροιστικές δόσεις αλενδρονάτης έως και 35 mg/kg σε ζώα. Παρότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες κλινικές πληροφορίες, είναι πιθανόν ότι, όπως και στα ζώα, η αποβολή της αλενδρονάτης μέσω των νεφρών θα μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνεπώς, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα μπορούσε να αναμένεται κάπως μεγαλύτερη συσσώρευση της αλενδρονάτης στα οστά (βλ. παράγραφο 4.2).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας και ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης. Μελέτες σε αρουραίους έχουν δείξει ότι η θεραπεία με αλενδρονάτη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνδέθηκε με δυστοκία στις μητέρες των ζώων κατά τη διάρκεια του τοκετού, η οποία σχετιζόταν με υπασβεστιαιμία. Σε μελέτες, αρουραίοι στους οποίους χορηγήθηκαν υψηλές δόσεις, παρουσίασαν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ατελούς εμβρυϊκής οστεοποίησης. Η συσχέτιση στον άνθρωπο είναι άγνωστη.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Page 13 of 15

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο κιτρικό δισόξινο Κιτρικό οξύ άνυδρο Νάτριο ανθρακικό όξινο Νάτριο ανθρακικό άνυδρο Βελτιωτικό γεύσης φράουλα [Μαλτοδεξτρίνη (Αραβοσίτου), Αραβικό κόμμι, Προπυλενογλυκόλη (E 1520), βελτιωτικά γεύσης όμοια με τα φυσικά] Ακεσουλφάμη καλιούχος Σουκραλόζη

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Τα αναβράζοντα δισκία παρέχονται σε ταινίες σύνθετου φύλλου (από χαρτί / πολυαιθυλένιο / αλουμίνιο / ιονομερή ψευδαργύρου), με 2 αναβράζοντα δισκία συσκευασμένα σε ατομικές μονάδες ανά ταινία.

Συσκευασίες με 4, 12 ή 24 αναβράζοντα δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Συσκευασία που θα κυκλοφορεί στην Ελληνική αγορά:

Συσκευασία με 4 αναβράζοντα δισκία.

Συσκευασία που θα κυκλοφορεί στην Κυπριακή αγορά:

Συσκευασία με 4 αναβράζοντα δισκία.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Η εμφάνιση του προϊόντος μετά τη διάλυση είναι ένα διαυγές έως ελαφρώς θολό διάλυμα.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Galenica AE Ελευθερίας 4 145 64 Κηφισιά Page 14 of 15

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ελλάδα: 10117/16/14-05-2018 Κύπρος: 023029

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 15 Μαΐου 2013 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 14 Μαΐου 2018 Κύπρος Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 7 Οκτωβρίου 2019 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 28 Απριλίου 2020

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ελλάδα:

Κύπρος: 17/6/2021 Page 15 of 15

Πηγή: eof:3070101_SPC_3070101_5.pdf