Clinio Logo
Clinio
BIOCLAVID › ΠΧΠ

BIOCLAVID — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

pharmalist Καλύπτει 2 συσκευασίες

1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ :

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ σε δραστικά συστατικά

-Κάθε δισκίο επικαλυμμένο με υμένιο περιέχει Amoxycillin trihydrate+ Clavulanate Potassium που αντιστοιχεί σε Amoxycillin 875 mg και Clavulanic acid 125 mg

-Κάθε δισκίο επικαλυμμένο με υμένιο ή διασπειρόμενο δισκίο περιέχει Amoxicillin Trihydrate+Clavulanate Potassium που αντιστοιχεί σε Amoxicillin 500 mg και Clavulanic acid 125 mg

-Τα 5ml κόνεως για πόσιμο εναιώρημα περιέχουν Amoxicillin trihydrate+Clavulanate Potassium που αντιστοιχεί σε Amoxicillin 125mg και Clavulanic acid 31,25mg ή Amoxicillin trihydrate+Clavulanate Potassium που αντιστοιχεί σε Amoxicillin 250mg και Clavulanic acid 62,5ml ή Amoxicillin trihydrate+Clavulanate Potassium που αντιστοιχεί σε Amoxicillin 400mg και Clavulanic acid 57mg

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ :

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο Δισκία διασπειρόμενα Κόνις για πόσιμο εναιώρημα

4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

4.1 Θεραπευτικές Ενδείξεις

Ο συνδυασμός αμοξικιλλίνης + κλαβουλανικό οξύ ενδείκνυται για βραχυχρόνια θεραπεία μικροβιακών λοιμώξεων, όταν αυτές προκαλούνται από μικροοργανισμούς που παράγουν β-λακταμάσες και είναι ευαίσθητοι σ' αυτό. Η διάρκεια της θεραπείας κυμαίνεται ανάλογα με την ένδειξη χορήγησης και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 14 ημέρες

• Λοιμώξεις του Ανώτερου Αναπνευστικού Συστήματος (περιλαμβανομένων ΩΡΛ), π.χ. υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτις, παραρρινοκολπίτις, μέση ωτίτις (ειδικά υποτροπιάζουσα ή με βαρεία πορεία).

• Λοιμώξεις Κατώτερου Αναπνευστικού Συστήματος, π.χ. παρόξυνση χρόνιας βρογχίτιδας, λοβώδης πνευμονία και βρογχοπνευμονία

• Λοιμώξεις του Ουροποιογεννητικού Συστήματος, π.χ. κυστίτις, ουρηθρίτις (εκτός προστατίτιδας), πυελονεφρίτις, λοιμώξεις γυναικείων γεννητικών οργάνων, εκτός από τις χλαμυδιακές λοιμώξεις.

• Λοιμώξεις Δέρματος και Μαλακών Μορίων

• Λοιμώξεις Οστών και Αρθρώσεων, π.χ. οστεομυελίτις

• Αλλες λοιμώξεις, π.χ. σηπτική έκτρωση, επιλόχειος σήψις, ενδοκοιλιακή σήψις.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης:

Δοσολογία :

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο, δισκία διασπειρόμενα Ενήλικες και Παιδιά άνω των 12 ετών Ηπιες, μέτριες και σοβαρές Λοιμώξεις 500/125mg κάθε 8 ώρες ή 875/125mg κάθε 12 ώρες Υπερήλικες Δεν χρειάζεται ρύθμιση. Ο,τι ισχύει και για τους ενήλικες, εκτός εάν υπάρχει ένδειξη μέτριας ή σοβαρής λοίμωξης του ουροποιογεννητικού ή νεφρική ανεπάρκεια (ίδε κατωτέρω)

Νεφρική Ανεπάρκεια Ρυθμός σπειραματικής διήθησης > 30ml/λεπτό (μέτρια έως ελαφρά ανεπάρκεια): Δεν χρειάζεται ρύθμιση Ρυθμός σπειραματικής διήθησης 10-30ml/λεπτό (σοβαρή ανεπάρκεια):

500/125mg, ανάλογα με την σοβαρότητα της λοίμωξης, χορηγούνται δύο φορές την ημέρα.

Ρυθμός σπειραματικής διήθησης <10ml/λεπτό (ανεπάρκεια σε τελικό στάδιο):

500/125mg, ανάλογα με την σοβαρότητα της λοίμωξης, χορηγούνται κάθε 24 ώρες.

Αιμοδιύλιση : 500/125mg κάθε 24 ώρες συν επιπλέον μία δόση κατά τη διάρκεια της αιμοδιύλισης, η οποία να επαναληφθεί στο τέλος της διύλισης (καθ' όσον ελαττώνονται οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος στον ορό του αίματος).

Χορηγείστε με προσοχή. Ελέγχετε σε κανονικά διαστήματα την ηπατική λειτουργία.

Μέχρι τώρα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τον καθορισμό του δοσολογικού σχήματος.

Κόνις για πόσιμο εναιώρημα (125/31,25) mg /5 ml , (250/62,5) mg /5 ml Παιδιά Η δόση πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το βάρος του παιδιού σε mg/kg/ημερησίως ή ml εναιωρήματος ανά δόση ή ισοδύναμα με τις άλλες μορφές.

Για παιδιά βάρους 40kg και άνω, η δόση πρέπει να είναι η ίδια με των ενηλίκων.

Συνήθης δόση:

20/5 mg/kg/ημερησίως, σε τρεις διηρημένες δόσεις κάθε 8 ώρες.

Σε σοβαρές λοιμώξεις (μέση ωτίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα και λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού συστήματος) η δόση του φαρμάκου είναι 40/10 mg/kg ημερησίως σε τρεις διηρημένες δόσεις.

Πρόωρα Δεν υπάρχει δοσολογικό σχήμα γι' αυτήν την κατηγορία για χορήγηση από του στόματος

Νεφρική Ανεπάρκεια Ρυθμός σπειραματικής διήθησης>30ml/λεπτό (μέτρια έως ελαφρά αναπάρκεια): Δεν απαιτείται ρύθμιση.

Ρυθμός σπειραματικής διήθησης 10-30ml/λεπτό (σοβαρή ανεπάρκεια): 15/3,75mg δύο φορές την ημέρα Ρυθμός σπειραματικής διήθησης<10ml/λεπτό (ανεπάρκεια σε τελικό στάδιο):

15/3,75mg/kg μία φορά την ημέρα Χορηγήσετε με προσοχή. Ελέγχετε σε κανονικά διαστήματα την ηπατική λειτουργία.

Μέχρι τώρα, υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία για τον καθορισμό δοσολογικών οδηγιών.

Αιμοδιύλιση 15/3,75mg/kg/ημερησίως, επιπλέον 15/3,75, αμφότερα κατά την διάρκεια και στο τέλος της αιμοδιύλισης (επειδή μειώνονται οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος στον ορό του αίματος).

Κόνις για πόσιμο εναιώρημα (400/57) mg /5 ml Παιδιά ηλικίας 2 - 12 ετών Η δόση πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το βάρος του παιδιού σε mg/kg/ημερησίως ή ml εναιωρήματος ανά δόση.

Για παιδιά βάρους 40kg και άνω, η δόση πρέπει να είναι η ίδια με των ενηλίκων.

Ηπιες έως μέτριες Λοιμώξεις (που περιλαμβάνουν την υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτιδα και τις λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων).

ΑΜΟΞ./ΚΛΑΒ.:

25/3,6 mg/kg ημερησίως, χορηγούμενα σε δύο διηρημένες δόσεις (κάθε 12 ώρες)

Σοβαρές λοιμώξεις (που περιλαμβάνουν μέση ωτίτιδα, λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού συστήματος, παραρρινοκολπίτιδα και εκείνες του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος).

ΑΜΟΞ./ΚΛΑΒ.:

45/6,4 mg/kg ημερησίως, χορηγούμενα σε δύο διηρημένες δόσεις (κάθε 12 ώρες)

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για δόσεις υψηλότερες των 45/6,4mg/kg ημερησίως για χορήγηση 2 φορές την ημέρα.

Παιδιά ηλικίας 2 μηνών - 2 ετών 0,15ml/kg δύο φορές ημερησίως κάθε 12 ώρες Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τον συνδυασμό 7:1 για παιδιά ηλικίας κάτω των 2 μηνών. Κατά συνέπεια δεν συνιστάται δοσολογικό σχήμα για τις ηλικίες αυτές.

Νεφρική ανεπάρκεια

-Ρυθμός σπειραματικής διήθησης >30ml/λεπτό (μέτρια έως ελαφρά ανεπάρκεια):

Δεν απαιτείται ρύθμισις

-Ρυθμός σπειραματικής διήθησης 10-30ml/λεπτό (σοβαρή ανεπάρκεια):

ΑΜΟΞΙΚΙΛΛΙΝΗ: μεγίστη δόση 30/4,28 mg/kg ημερησίως ΑΜΟΞ./ΚΛΑΒ.: 15/2.14mg/kg, χορηγούμενα δύο φορές την ημέρα

-Ρυθμός σπειραματικής διήθησης <10ml/λεπτό (ανεπάρκεια σε τελικό στάδιο):

ΑΜΟΞΙΚΙΛΛΙΝΗ: μεγίστη δόση 15/2,14 mg/kg ημερησίως

ΑΜΟΞ./ΚΛΑΒ.:15/2.14mg/kg κάθε 24 ώρες Αιμοδιύλιση ΑΜΟΞΙΚΙΛΛΙΝΗ: 15/2,14 mg/kg ημερησίως ΑΜΟΞ./ΚΛΑΒ.:15/2.14mg/kg, κάθε 24 ώρες. Επιπλέον, μία δόση κατά τη διάρκεια της διϋλίσεως, η οποία να επαναλαμβάνεται στο τέλος της διϋλίσεως (επειδή μειώνονται οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος στον ορό του αίματος).

Χορηγήστε με προσοχή. Ελέγχετε σε κανονικά διαστήματα την ηπατική λειτουργία.

Μέχρι τώρα, υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία για τον καθορισμό δοσολογικών σχημάτων.

Τρόπος χορήγησης:

Για τη μείωση της πιθανότητας γαστρεντερικών διαταραχών, χορηγείται στην Αρχή του γεύματος. Η απορρόφηση του φαρμάκου είναι καλύτερη όταν αυτό λαμβάνεται στην αρχή του γεύματος. Η θεραπεία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 14 ημέρες χωρίς επανεξέταση. Η θεραπεία μπορεί ν' αρχίσει παρεντερικώς και να συνεχισθεί με από του στόματος χορήγηση.

Για την θεραπεία των λοιμώξεων μέσης βαρύτητας στην κοινότητα θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης μόνο αμοξικιλλίνης, ιδιαίτερα σε ασθενείς άνω των 65 ετών.

4.3 Aντενδείξεις Σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας προς τις β-λακτάμες, π.χ. πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες.

Το φάρμακο αντενδείκνυται σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ικτέρου/ηπατικής δυσλειτουργίας, τα οποία να οφείλονται στο φάρμακο.

4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση

Πριν από την έναρξη θεραπείας με το φάρμακο, θα πρέπει να λαμβάνεται λεπτομερές ιστορικό για τυχόν προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας προς τις πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες ή άλλα αλλεργιογόνα. Εχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά, θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές), σε ασθενείς που ευρίσκονται υπό θεραπεία με πενικιλλίνη. Οι αντιδράσεις αυτές, είναι πιθανότερο να συμβούν σε άτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας στην πενικιλλίνη. Εάν συμβεί αλλεργική αντίδραση, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με το φάρμακο και να εφαρμόζεται εναλλακτική θεραπεία. Οι σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις, απαιτούν άμεση θεραπεία επειγούσης ανάγκης με αδρεναλίνη. Μπορεί επίσης να χρειασθεί οξυγόνο, χορήγηση στεροειδών ενδοφλεβίως και διατήρηση ανοικτών αεροφόρων οδών, περιλαμβανομένης της διασωληνώσεως.

Το φάρμακο θα πρέπει να αποφεύγεται αν υπάρχει υποψία λοιμώδους μονοπυρήνωσης καθώς έχουν αναφερθεί ερυθηματώδη εξανθήματα σε ασθενείς που πάσχουν από αυτή την κατάσταση και λαμβάνουν αμοξικιλλίνη.

Η παρατεταμένη χρήση μπορεί ενίοτε να έχει σαν αποτέλεσμα υπερβολική ανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών.

Γενικά, το φάρμακο είναι καλά ανεκτό και διαθέτει τη χαρακτηριστική χαμηλή

τοξικότητα των πενικιλλινών. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, συνιστάται περιοδική αξιολόγηση της λειτουργίας των οργανικών συστημάτων, περιλαμβανομένης της νεφρικής, ηπατικής και αιμοποιητικής λειτουργίας.

Το φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενδείξεις ηπατικής δυσλειτουργίας.

Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με το βαθμό της ανεπάρκειας.

Σε ασθενείς με μειωμένη παραγωγή ούρων, έχει παρατηρηθεί πολύ σπάνια, κρυσταλλουρία, κυρίως με την παρεντερική θεραπεία. Κατά τη διάρκεια χορήγησης υψηλών δόσεων αμοξικιλλίνης, συνιστάται η διατήρηση ικανοποιητικής λήψης υγρών και επαρκούς διούρησης για τη μείωση της πιθανότητας κρυσταλλουρίας από την αμοξικιλλίνη.

Εχει αναφερθεί επιφανειακός χρωματισμός των οδόντων, κυρίως με τη χρήση του εναιωρήματος, δια τούτο συνιστάται να γίνεται έκπλυση του στόματος με νερό μετά τη λήψη του φαρμάκου (βλ. και 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Τα εναιωρήματα που περιέχουν ασπαρτάμη δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με φαινυλκετονουρία.

4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν συνιστάται η συγχορήγηση προβενεσίδης. Η προβενεσίδη μειώνει την νεφρική σωληναριακή απέκκριση της αμοξικιλλίνης. Η σύγχρονη χορήγηση προβενεσίδης, με αμοξικιλλίνη+κλαβουλανικό οξύ μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα αυξημένα και παρατεταμένα επίπεδα στο αίμα της αμοξικιλλίνης, αλλά όχι του κλαβουλανικού οξέος.

Η σύγχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης και αμπικιλλίνης, αυξάνει ουσιαστικά την συχνότητα των εξανθημάτων σε ασθενείς που λαμβάνουν και τα δύο φάρμακα έναντι των ασθενών που λαμβάνουν μόνο αμπικιλλίνη, ιδιαίτερα σε υπερουρικαιμικούς αρρώστους. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο αυτή η αύξηση της συχνότητος των εξανθημάτων αμπικιλλίνης οφείλεται στην αλλοπουρινόλη ή στην παρουσία υπερουρικαιμίας σε αυτούς του ασθενείς. Δεν υπάρχουν δεδομένα από συγχορήγηση αμοξικιλλίνης+κλαβουλανικού οξέος και αλλοπουρινόλης.

Οπως συμβαίνει και με άλλα αντιβιοτικά ευρέος φάσματος, το φάρμακο μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται απο το στόμα και οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται αναλόγως.

Ψευδώς θετικό αποτέλεσμα στην άμεση αντίδραση Coombs.

Τετρακυκλίνες: μείωση της βακτηριοκτόνου δράσης της αμοξικιλλίνης.

Κατά τον προσδιορισμό του σακχάρου των ούρων με αντιδραστήριο θειικού χαλκού, μπορεί να προκύψουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Κύηση:

Αναπαραγωγικές μελέτες σε πειραματόζωα (ποντικούς και αρουραίους, σε δόσεις μέχρι το δεκαπλάσιο της ανθρώπινης δόσης), μετά από χορήγηση του φαρμάκου από του στόματος και παρεντερικώς, δεν έχουν δείξει τερατογόνα αποτελέσματα. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία για τη χορήγηση του φαρμάκου σε ανθρώπους κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε μία μεμονωμένη μελέτη σε γυναίκες με πρόωρη αποκόλληση αμνιακής μεμβράνης, αναφέρθηκε ότι η προφυλακτική αγωγή με το φάρμακο μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο νεκρωτικής εντεροκολίτιδας σε νεογνά.

Οπως συμβαίνει με όλα τα φάρμακα, θα πρέπει ν΄αποφεύγεται η χρήση κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικά κατά το πρώτο τρίμηνο, εκτός εάν θεωρείται απαραίτητο από το γιατρό.

Γαλουχία:

Τα αντιβιοτικά της ομάδας της αμπικιλλίνης απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Είναι δυνατή αντίδραση υπερευαισθησίας στο θηλάζον βρέφος. Χρειάζεται γι' αυτό προσοχή όταν το φάρμακο χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες ενέργειες στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων

4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Στοιχεία από μεγάλες κλινικές μελέτες χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των συχνοτήτων σχετικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες από πολύ συχνές έως σπάνιες. Οι συχνότητες που προσδιορίσθηκαν για όλες τις άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες (δηλαδή αυτές που εμφανίσθηκαν σαν <1/10.000) υπολογίσθηκαν κυρίως από στοιχεία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και αναφέρονται περισσότερο σε συχνότητα αναφοράς παρά σε πραγματική συχνότητα.

Η ακόλουθη συνθήκη χρησιμοποιήθηκε για την κατάταξη των συχνοτήτων:

πολύ συχνές >1/10 συχνές >1/100 και <1/10 όχι συχνές >1/1000 και <1/100 σπάνιες >1/10.000 και <1/1000 πολύ σπάνιες <1/10.000.

Μολύνσεις και λοιμώξεις Συχνές : Βλενογονοδερματική μυκητίαση.

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος Σπάνιες: Αναστρέψιμη λευκοπενία (περιλαμβανομένης της ουδετεροπενίας) και θρομβοπενία.

Πολύ σπάνιες:Αναστρέψιμη ακοκκιοκυτταραιμία και αιμολυτική αναιμία. Παράταση του χρόνου πήξεως και του χρόνου προθρομβίνης (βλέπε 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Έχουν επίσης αναφερθεί θρομβοπενική πορφύρα, ηωσινοφιλία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες:Αγγειοοίδημα, αναφυλαξία, ορονοσία, αγειίτιδα εξ υπερευαισθησίας.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος Όχι συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία Πολύ σπάνιες:Aναστρέψιμη υπερκινητικότητα, και σπασμοί. Oι σπασμοί μπορεί να συμβούν όταν συνυπάρχει έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή σε λήψη μεγάλων δόσεων.

Γαστρεντερικές διαταραχές Πολύ συχνές: Διάρροια Συχνές: Ναυτία, έμετος Η ναυτία, τις περισσότερες φορές, οφείλεται σε υψηλότερες δόσεις από το στόμα.

Εάν οι γαστρεντερικές αντιδράσεις είναι έντονες, μπορούν να μειωθούν λαμβάνοντας το φάρμακο στην αρχή του γεύματος Όχι συχνές:Δυσπεψία Πολύ σπάνιες:Κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (περιλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας και της αιμορραγικής κολίτιδας).

Επιφανειακός χρωματισμός των οδόντων έχει αναφερθεί πολύ σπάνια σε παιδιά. Η καλή στοματική υγιεινή μπορεί να βοηθήσει στη πρόληψη του χρωματισμού των οδόντων, η οποία πάντως μπορεί συνήθως να απομακρυνθεί με βούρτσισμα.

Άλλες αντιδράσεις από το γαστρεντερικό περιλαμβάνουν ασχημάτιστα κόπρανα, γαστρίτιδα, κοιλιακά άλγη, στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, μελανή τριχωτή γλώσσα.

Σπάνια έχει αναφερθεί καντιντίαση του εντέρου σχετιζόμενη με αντιβιοτικά Ηπατοχολικές διαταραχές Όχι συχνές: Σε ασθενείς που ευρίσκονται υπό θεραπεία με αντιβιοτικά της κατηγορίας της αμπικιλλίνης, έχει παρατηρηθεί μέτρια αύξηση της AST και/ή της ALT, αλλά η σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη.

Πολύ σπάνιες:Ηπατίτιδα και χολοστατικός ίκτερος. Τα περιστατικά αυτά έχουν σημειωθεί και με άλλες πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες.

Ιστολογικά έχει παρατηρηθεί χολόσταση ή/και ηπατοκυτταρική βλάβη.

Τα αποτελέσματα επί του ήπατος που έχουν σχέση με το φάρμακο, εμφανίζονται κυρίως σε άρρενες ή ηλικιωμένους ασθενείς. Ο κίνδυνος αυξάνει αν η διάρκεια θεραπείας υπερβεί τις 14 ημέρες.

Τα σημεία και τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως κατά ή λίγο μετά τη θεραπευτική αγωγή, αλλά σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να μη γίνουν φανερά, παρά μόνο αρκετές εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπευτικής αγωγής. Τα περιστατικά αυτά είναι συνήθως αναστρέψιμα. Οι ηπατικές δράσεις μπορεί να είναι σοβαρές. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί θάνατοι σε ασθενείς με υποκείμενη σοβαρή νόσο, που συγχρόνως ελάμβαναν και άλλα φάρμακα γνωστά για τη δυνητική τους ηπατική δράση.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Όχι συχνές : Δερματικό εξάνθημα, κνησμός και κνίδωση Σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα Πολύ σπάνιες:Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμόλυση, αποφολιδωτική δερματίτιδα και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση.

Εάν συμβεί οποιαδήποτε δερματική αντίδραση υπερευαισθησίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Έχουν επίσης αναφερθεί κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, πορφύρα τύπου SCHONLEIN- HENOCH με νεφρική συμμετοχή.

Σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές), έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ευρίσκονται σε θεραπεία με πενικιλλίνη.

Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες:Διάμεσος νεφρίτιδα, κρυσταλλουρία

4.9 Υπερδοσολογία

Είναι απίθανο να συμβούν με το φάρμακο προβλήματα υπερδοσολογίας. Εάν συμβούν, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα από το γαστρεντερικό και διαταραχές της ισορροπίας των υγρών και των ηλεκτρολυτών. Οι διαταραχές αυτές μπορούν να θεραπευθούν συμπτωματικά με προσοχή στην ισορροπία ύδατος/ηλεκτρολυτών.

Έχει παρατηρηθεί κρυσταλλουρία από την αμοξικιλλίνη (4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Το φάρμακο μπορεί να απομακρυνθεί από την κυκλοφορία με αιμοδιύλιση.

Φαρμακευτική Κατάχρηση, Εξάρτηση:

Δεν έχουν αναφερθεί με το φάρμακο αυτό φαινόμενα εξάρτησης ή κατάχρησης

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Κωδικός ATC: J01CR02

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Μικροβιολογία Η αμοξικιλλίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό, με ευρύ φάσμα αντιβακτηριακής δραστικότητος κατά πολλών Gram θετικών και Gram αρνητικών μικροοργανισμών.

Η αμοξικιλλίνη είναι όμως ευαίσθητη σε διάσπαση από τις β-λακταμάσες και κατά συνέπεια, το φάσμα δραστικότητος της αμοξικιλλίνης μόνης, δεν περιλαμβάνει μικροοργανισμούς οι οποίοι παράγουν αυτά τα ένζυμα.

Το κλαβουλανικό οξύ είναι μία β-λακτάμη, που έχει δομική σχέση προς τις πενικιλλίνες και έχει την ικανότητα να αδρανοποιεί ένα ευρύ φάσμα ενζύμων β- λακταμασών, που απαντώνται πολύ συχνά σε μικροοργανισμούς ανθεκτικούς στις πενικιλλίνες και τις κεφαλοσπορίνες. Ειδικότερα, έχει καλή δραστικότητα κατά των κλινικά συμαντικών β-λακταμασών οι οποίες μεταφέρονται μέσω των πλασμιδίων και οι οποίες συχνά είναι υπεύθυνες για μεταφερόμενη φαρμακευτική αντίσταση.

Γενικά, είναι λιγότερο αποτελεσματική κατά των β-λακταμασών τύπου 1, οι οποίες μεταφέρονται με χρωματοσώματα.

Η παρουσία του κλαβουλανικού στο φάρμακο, προστατεύει την αμοξικιλλίνη από διάσπαση μέσω των ενζύμων β-λακταμασών και επεκτείνει αποτελεσματικά το αντιμικροβιακό φάσμα της αμοξικιλλίνης, για να περιλάβει πολλά βακτηρίδια τα οποία κανονικά είναι ανθεκτικά στην αμοξικιλλίνη και τις άλλες πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες. Ετσι, το φάρμακο διαθέτει τις πολύ σημαντικές ιδιότητες ενός αντιβιοτικού ευρέος φάσματος και ενός αναστολέα των β-λακταμασών.

Το φάρμακο είναι μικροβιοκτόνο προς ένα μεγάλο αριθμό μικροοργανισμών, στους

οποίους περιλαμβάνονται:

Θετικά κατά Gram αερόβια:

Bacillus anthracis Σταφυλόκοκκοι αρνητικοί σε κοαγκουλάση Corynebacterium species (περιλαμβανομένου του Staphylococcus Enterococcus faecalis* epidermidis)

Enterococcus faecium* Streptococcus agalactiae Listeria monocytogenes Streptococcus pneumoniae Nocardia asteroides Streptococcus pyogenes* Staphylococcus aureus Streptococcus species* Aναερόβια Streptococcus viridans* Clostridium species Peptococcus species* Peptostreptococcus species* Αρνητικά κατά Gram αερόβια:

Bordetella pertussis* Neisseria gonorrhoeae Brucella species* Neisseria meningitidis* Escherichia coli Pasteurella multocida Gardnerella vaginalis Proteus mirabilis Haemophilus influenzae Proteus vulgaris Klebsiella species Salmonella species Moraxella catarrhalis Shigella species (Branhamella catarrhalis) Vibrio cholerae Yersinia enterocolitica A ναερόβια Bacteroides species (including Bacteroides fragilis)

Fusobacterium species Leptospira icterophaemorrhagiae Αλλα Borrelia burgdorferi* * Στελέχη που δεν παράγουν β-λακταμάση και είναι συνεπώς ευαίσθητα και στην αμοξικιλλίνη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

α. Απορρόφηση Τα δύο συστατικά του φαρμάκου, αμοξικιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ, διαχωρίζονται πλήρως σε υδατικό διάλυμα με φυσιολογικό pH. Και τα δύο συστατικά, απορροφώνται γρήγορα και αποτελεσματικά όταν χορηγείται το φάρμακο από το στόμα. Η απορρόφηση του φαρμάκου γίνεται καλύτερη όταν λαμβάνεται στην αρχή του γεύματος.

β. Φαρμακοκινητική Παρακάτω παρατίθενται τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα δύο διαφορετικών μελετών στις οποίες χορηγήθηκαν AMOXICILLIN + CLAVULANIC ACID δισκία 250/125 (375) ή 2Χ250/125 και 500/125 (625)mg σε σύγκριση με τα δύο συστατικά χορηγούμενα χωριστά, σε ομάδες νηστικών, υγιών εθελοντών.

Μέσες Φαρμακοκινητικές Παράμετροι Χορήγηση φαρμάκου Δόση Μεγίστη Μέγιστος AUC Χρόνος (mg) πυκνότης χρόνος (h.mg/L) ημίσειας (mg/L) (ώρες) ζωής (ώρες)

AMOXICILLIN Amoxycillin + Clavulanic acid 250/125(375)mg 250 3,7 1,1 10,9 1,0 Amoxicillin + Clavulanic Acid 2 X [250/125 (375)]mg 500 5,8 1,5 20,9 1,3 Amoxicillin + Clavulanic Acid 500/125 (625)mg 500 6,5 1,5 23,2 1,3 Amoxicillin 500mg 500 6,5 1,3 19,5 1,1 CLAVULANIC ACID Amoxicillin + Clavulanic Acid 250/125(375)mg 125 2,2 1,2 6,2 1,2 Amoxicillin + Clavulanic Acid 500/125(625)mg 125 2,8 1,3 7,3 0,8 Clavulamic Acid 125 mg 125 3,4 0,9 7,8 0,7 Amoxicillin + Clavulanic Acid 2 X [250/125 (375)] mg 250 4,1 1,3 11,8 1,0 Οι συγκεντρώσεις αμοξικιλλίνης στον ορό που επιτυγχάνονται με το συνδυασμό αμοξικιλλίνης και κλαβουλανικού οξέος, είναι όμοιες με εκείνες που παράγονται με την από του στόματος χορήγηση ιδοσύναμων δόσεων μόνης αμοξικιλλίνης.

Σύγχρονη χορήγηση προβενεσίδης, καθυστερεί την απέκκριση της αμοξικιλλίνης, δεν καθυστερεί όμως την νεφρική απέκκριση του κλαβουλανικού οξέος. Δεν συνιστάται

η χρήση της μαζί με αμοξικιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ.

Σκόνη για πόσιμο εναιώρημα (400/57) mg /5 ml Φαρμακοκινητικές μελέτες έχουν διενεργηθεί σε παιδιά, περιλαμβανομένης μιάς μελέτης (25000/382) η οποία συνέκρινε τη χορήγηση του συνδυασμού αμοξικιλλίνη+κλαβουλανικό οξύ τρεις φορές την ημέρα και δύο φορές την ημέρα.

Ολα αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι η απομάκρυνση, που φαρμακοκινητικά παρατηρείται σε ενήλικες, ισχύει και για τα παιδιά από την ηλικία των 6 μηνών και άνω.

Οι μέσες τιμές AUC (Area Under Curve-περιοχή υπό την καμπύλη) για την αμοξικιλλίνη είναι ουσιαστικά οι ίδιες μετά από χορήγηση ενός δισκίου 875/125mg δύο φορές την ημέρα ή ενός δισκίου 500/125mg τρεις φορές την ημέρα σε ενήλικες.

Δεν παρατηρούνται διαφορές μεταξύ των δοσολογικών σχημάτων 875mg δύο φορές την ημέρα και 500mg τρείς φορές την ημέρα, όταν συγκρίνονται οι παράμετροι του χρόνου ημίσειας ζωής ή η μεγίστη πυκνότης της αμοξικιλλίνης, μετά από διόρθωση για τις διάφορες δόσεις της αμοξικιλλίνης που χορηγήθηκε. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν παρατηρούνται διαφορές στις τιμές του χρόνου ημίσειας ζωής (Τ ), της μέγιστης πυκνότητας (C ) ή της περιοχής υπό την καμπύλη (AUC) του κλαβουλανικού, μετά max από κατάλληλη διόρθωση της δόσης (Μελέτη 360).

Ο χρόνος χορήγησης του συνδυασμού αμοξικιλλίνη+κλαβουλανικό οξύ σε σχέση με την έναρξη ενός γεύματος, δεν έχει σημαντικά αποτελέσματα επί της φαρμακοκινητικής της αμοξικιλλίνης σε ενήλικες. Σε μια μελέτη που αφορούσε στα δισκία 875/125mg (Μελέτη 362), ο χρόνος χορήγησης σχετικά με τη λήψη ενός γεύματος είχε σημαντικό αποτέλεσμα επί της φαρμακοκινητικής του κλαβουλανικού.

Οσον αφορά τις AUC και C του κλαβουλανικού, οι υψηλότερες μέσες τιμές και οι max μικρότερες διακυμάνσεις μεταξύ των ατόμων, επιτεύχθηκαν με τη χορήγηση αμοξικιλλίνη+κλαβουλανικό οξύ κατά την αρχή του γεύματος, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας ή 30 ή 150 λεπτά μετά την έναρξη ενός γεύματος.

Οι μέσες τιμές C , Τ , Τ και AUC για την αμοξικιλλίνη και το κλαβουλανικό max max 1/2 οξύ αναφέρονται πιο κάτω, σχετικά με μία δόση 875/125mg αμοξικιλλίνη+ κλαβουλανικό οξύ χορηγούμενη κατά την αρχή του γεύματος (Μελέτη 362).

Μέσες Φαρμακοκινητικές Παράμετροι Χορήγηση φαρμάκου Δόση Μεγίστη Μέγιστος AUC Χρόνος (mg) πυκνότης χρόνος* (h.mg/L) ημίσειας (mg/L) (ώρες) ζωής (ώρες)

Αμοξικιλλίνη+ κλαβουλανικό οξύ 875 12.4 1.5 29.9 1.36 125 3.3 1.3 6.88 0.92 * Μέσες τιμές Οι συγκεντρώσεις αμοξικιλλίνης στον ορό που επιτυγχάνονται με το συνδυασμό αμοξικιλλίνη+κλαβουλανικό οξύ , είναι όμοιες με εκείνες που παράγονται με την από του στόματος χορήγηση ισοδύναμων δόσεων μόνης αμοξικιλλίνης.

Σύγχρονη χορήγηση προβενεκίδης, καθυστερεί την απέκκριση της αμοξικιλλίνης, δεν

καθυστερεί όμως την νεφρική απέκκριση του κλαβουλανικού οξέος. Δεν συνιστάται η χρήση της μαζί με αμοξικιλλίνη+κλαβουλανικό οξύ.

γ. Κατανομή Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων αμοξικιλλίνης και κλαβουλανικού οξέος, αυτά μπορούν ν΄ανιχνευθούν στους ιστούς και το διάμεσο υγρό. Θεραπευτικές συγκεντρώσεις και των δύο φαρμάκων έχουν ανευρεθεί στη χοληδόχο κύστη, στους ιστούς της κοιλιάς, στο δέρμα, το λίπος και τους μυϊκούς ιστούς.

Υγρά στα οποία ευρέθη να υπάρχουν θεραπευτικά επίπεδα, περιλαμβάνουν το αρθρικό και το περιτοναϊκό υγρό, την χολή και το πύον.

Ούτε η αμοξικιλλίνη, ούτε το κλαβουλανικό οξύ εμφανίζουν υψηλή δεσμευτική τάση με τις πρωτεϊνες. Μελέτες δείχνουν ότι περίπου το 25% του κλαβουλανικού οξέος και το 18% της αμοξικιλλίνης απο την συνολική ποσότητα του φαρμάκου στο πλάσμα, δεσμεύεται με πρωτεϊνες. Από μελέτες σε πειραματόζωα, δεν υπάρχει ένδειξη να υποδηλώνει ότι κάποιο από τα δύο συστατικά συσσωρεύεται σε οποιοδήποτε όργανο.

Η αμοξικιλλίνη, όπως οι περισσότερες πενικιλλίνες, μπορεί ν΄ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν καθόλου διαθέσιμα δεδομένα για την διάβαση του κλαβουλανικού οξέος στο μητρικό γάλα.

Μελέτες αναπαραγωγής σε πειραματόζωα, έχουν δείξει ότι και η αμοξικιλλίνη και το κλαβουλανικό οξύ διαπερνούν τον φραγμό του πλακούντος. Ομως, δεν έχει εντοπισθεί καμία ένδειξη βλάβης στην γονιμότητα ή στο κύημα.

δ. Αποβολή Οπως συμβαίνει και με τις άλλες πενικιλλίνες, η κύρια οδός αποβολής της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος είναι μέσω των νεφρών. Περίπου 60-70% της αμοξικιλλίνης και περίπου 40-65% του κλαβουλανικού οξέος, απεκκρίνονται αμετάβλητα στα ούρα κατα τις πρώτες 6 ώρες μετά τη χορήγηση ενός μόνο δισκίου 625mg.

Η αμοξικιλλίνη απεκκρίνεται επίσης εν μέρει στα ούρα, σαν αδρανές πενικιλλοϊκό οξύ, σε ποσότητες ισοδύναμες προς το 10-25% της αρχικής δόσεως. Το κλαβουλανικό οξύ, μεταβολίζεται στον άνθρωπο σε μεγάλο βαθμό προς 2,5- διυδρο-4-(2-υδροξυαιθυλ)-5-0ξο-14-πυρρολο-3-καρβοξυλικό οξύ και 1-αμινο-4- υδροξυ-βουτανο-2-όνη και αποβάλλεται στα ούρα και τα κόπρανα και σαν διοξείδιο του άνθρακος στον εκπνεόμενο αέρα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

6.2 Ασυμβατότητες

Καμία γνωστή

6.3 Διάρκεια ζωής

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

6.6 Οδηγίες χρήσης

Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μη μασώνται.

Τα διασπειρόμενα δισκία πρέπει να διαλύονται καλά σε λίγο νερό πριν από τη χορήγηση.

Τρόπος Διαλύσεως του Εναιωρήματος (125mg/31,25)mg/ml, (250/62,5)mg/5ml Για την παρασκευή του εναιωρήματος, προσθέστε νερό μέχρι τη χαραγή του φιαλιδίου και ανακινήστε καλά. Μετά τη διάλυση, προσθέστε και πάλι νερό μέχρι τη χαραγή του φιαλιδίου, ανακινήστε το 5 λεπτά για πλήρη διάλυση και το εναιώρημα (60 κ.εκ.) είναι έτοιμο.

Τρόπος Διαλύσεως του Εναιωρήματος (400mg/57)mg/ml Για την παρασκευή του εναιωρήματος, προσθέστε νερό μέχρι τη χαραγή του φιαλιδίου και ανακινήστε καλά. Μετά τη διάλυση, προσθέστε και πάλι νερό μέχρι τη χαραγή του φιαλιδίου, ανακινήστε το 5 λεπτά για πλήρη διάλυση και το εναιώρημα (70 κ.εκ.) είναι έτοιμο.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ :

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Πηγή: pharmalist:SPC_2361701_3.pdf