1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Bioclavid (500+125) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 500 mg αμοξυκιλλίνης (ως τριϋδρική) και 125 mg κλαβουλανικού οξέος (ως κλαβουλανικό κάλιο).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είναι λευκά έως ανοιχτά κίτρινα, ωοειδή, αμφίκυρτα και με εγκοπή στις δύο πλευρές.
Η εγκοπή χρησιμεύει μόνο για να διευκολύνει τη θραύση του δισκίου και την κατάποσή του και όχι για το διαχωρισμό σε ίσες δόσεις.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Bioclavid ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων σε ενήλικες και παιδιά (βλ.
παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1):
• Οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα (επαρκώς διαγνωσμένη)
• Οξεία μέση ωτίτιδα
• Οξείες επιδεινώσεις χρόνιας βρογχίτιδας (επαρκώς διαγνωσμένες)
• Εξωνοσοκομειακή πνευμονία
• Κυστίτιδα
• Πυελονεφρίτιδα
• Δερματικές λοιμώξεις και λοιμώξεις μαλακών μορίων, συγκεκριμένα κυτταρίτιδα, δήγματα από ζώα, σοβαρά οδοντικά αποστήματα με επεκτεινόμενη κυτταρίτιδα
• Οστικές και αρθρικές λοιμώξεις, ιδιαίτερα οστεομυελίτιδα.
Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επίσημες οδηγίες αναφορικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Οι δόσεις εκφράζονται σε όλο το κείμενο ως προς το περιεχόμενο σε αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ με εξαίρεση όταν οι δόσεις δηλώνονται ως προς ένα μεμονωμένο συστατικό.
Η δόση του Bioclavid που επιλέγεται για τη θεραπεία μιας μεμονωμένης λοίμωξης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη:
• Τα αναμενόμενα παθογόνα και την πιθανή τους ευαισθησία σε αντιβακτηριακούς παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.4)
• Τη βαρύτητα και το σημείο της λοίμωξης
• Την ηλικία, το βάρος και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς, όπως φαίνεται παρακάτω.
Η χρήση εναλλακτικών μορφών Bioclavid (π.χ. εκείνες που παρέχουν υψηλότερες δόσεις αμοξυκιλλίνης ή/και διαφορετικές αναλογίες αμοξυκιλλίνης προς κλαβουλανικό οξύ) θα πρέπει να θεωρείται απαραίτητη (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Για ενήλικες και παιδιά > 40 kg, αυτό το σκεύασμα του Bioclavid παρέχει συνολική ημερήσια δόση 1.500 mg αμοξυκιλλίνης/375 mg κλαβουλανικού οξέος, όταν χορηγείται σύμφωνα με τις παρακάτω συστάσεις. Σε παιδιά < 40 kg, αυτό το σκεύασμα Bioclavid παρέχει συνολική ημερήσια δόση 2.400 mg αμοξυκιλλίνης/600 mg κλαβουλανικού οξέος, όταν χορηγείται σύμφωνα με τις παρακάτω συστάσεις. Εάν θεωρηθεί ότι απαιτείται υψηλότερη ημερήσια δόση αμοξυκιλλίνης, συνιστάται να επιλεχθεί άλλο σκεύασμα Bioclavid, προκειμένου να αποφευχθεί η χορήγηση περιττών υψηλών ημερήσιων δόσεων κλαβουλανικού οξέος (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να καθορίζεται από την ανταπόκριση του ασθενούς. Ορισμένες λοιμώξεις (π.χ. οστεομυελίτιδα) απαιτούν μεγαλύτερες περιόδους θεραπείας. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να επεκταθεί πέραν των 14 ημερών χωρίς επανεξέταση (βλ. παράγραφο 4.4. σχετικά με την παρατεταμένη θεραπεία).
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg Μια δόση 500 mg/125 mg τρεις φορές ημερησίως.
Παιδιά < 40 kg 20 mg/5 mg/kg/ημέρα έως 60 mg/15 mg/kg/ημέρα χορηγούμενα σε τρεις διαιρεμένες δόσεις Στα παιδιά μπορούν να χορηγηθούν δισκία Bioclavid, εναιώρημα ή παιδιατρικοί φακελλίσκοι.
Δεδομένου ότι τα δισκία δεν μπορούν να διαχωριστούν, τα παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 25 kg δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με δισκία Bioclavid.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει την ληφθήσα δόση (mg/kg σωματικού βάρους) σε παιδιά που ζυγίζουν από 25 kg έως 40 kg κατά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης ενός δισκίου των 500/125 mg.
| Σωματικό βάρος (kg) | 40 | 35 | 30 | 25 | Συνιστώμενη εφάπαξ δόση [mg/kg σωματικού βάρους] (βλ. παραπάνω) |
|---|---|---|---|---|---|
| Αμοξυκιλλίνη [mg/kg σωματικού βάρους] ανά εφάπαξ δόση (1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο) | 12,5 | 14,3 | 16,7 | 20,0 | 6,67 - 20 |
| Κλαβουλανικό οξύ [mg/kg σωματικού βάρους] ανά εφάπαξ δόση (1 επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο) | 3,1 | 3,6 | 4,2 | 5,0 | 1,67 - 5 |
Σε παιδιά 6 ετών και κάτω ή που ζυγίζουν λιγότερο από 25 kg χορηγούνται κατά προτίμηση Bioclavid εναιώρημα ή παιδιατρικοί φακελλίσκοι.
Δεν υπάρχουν κλινικά στοιχεία για σκευάσματα Βioclavid 4:1 αναφορικά με δόσεις υψηλότερες των 40 mg/10 mg/kg/ημέρα σε παιδιά μικρότερα των 2 ετών.
Ηλικιωμένοι Δεν θεωρείται απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δόσης.
Νεφρική δυσλειτουργία Οι αναπροσαρμογές των δόσεων βασίζονται στα μέγιστα συνιστώμενα επίπεδα αμοξυκιλλίνης.
Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) μεγαλύτερη από 30 ml/min.
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kg
| CrCl: 10-30 ml/min | 500 mg/125 mg δύο φορές ημερησίως |
|---|---|
| CrCl: < 10 ml/min | 500 mg/125 mg μία φορά ημερησίως |
| Αιμοδιάλυση | 500 mg/125 mg κάθε 24 ώρες, συν 500 mg/125 mg κατά τη διάλυση, που επαναλαμβάνεται στο τέλος της διάλυσης (καθώς οι συγκεντρώσεις στον ορό τόσο της αμοξυκιλλίνης όσο και του κλαβουλανικού μειώνονται) |
Παιδιά < 40 kg
| CrCl: 10-30 ml/min | 15 mg/3,75 mg/kg δύο φορές ημερησίως (μέγιστο 500 mg/125 mg δύο φορές ημερησίως) |
|---|---|
| CrCl: < 10 ml/min | 15 mg/3,75 mg/kg ως μονήρης ημερήσια δόση (μέγιστο 500 mg/125 mg) |
| Αιμοδιάλυση | 15 mg/3,75 mg/kg ημερησίως, μια φορά την ημέρα Πριν την αιμοδιάλυση 15 mg/3,75 mg/kg. Για να αποκατασταθούν τα επίπεδα του κυκλοφορούντος φαρμάκου, πρέπει να χορηγηθούν 15 mg/3,75 mg/kg μετά την αιμοδιάλυση. |
Ηπατική δυσλειτουργία Χορήγηση με προσοχή και έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας σε τακτά χρονικά διαστήματα (βλ.
παραγράφους 4.3 και 4.4).
Τρόπος χορήγησης Το Bioclavid είναι για από στόματος χρήση.
Το Bioclavid θα πρέπει να χορηγείται μαζί με το γεύμα για να ελαχιστοποιηθεί οποιαδήποτε πιθανή γαστρεντερική δυσανεξία.
Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει παρεντερικά σύμφωνα με την ΠΧΠ του ενέσιμου σκευάσματος και να συνεχισθεί με από στόματος σκεύασμα.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε οποιαδήποτε από τις πενικιλλίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ιστορικό σοβαρής άμεσης αντίδρασης υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλαξία) σε άλλον β-λακταμικό παράγοντα (π.χ. κεφαλοσπορίνη, καρβαπενέμη ή μονοβακτάμη).
Ιστορικό ίκτερου/ηπατικής δυσλειτουργίας λόγω αμοξυκιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος (βλ.
παράγραφο 4.8).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ, θα πρέπει να διερευνηθεί προσεκτικά το ιστορικό σχετικά με προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας στις πενικιλλίνες, τις κεφαλοσπορίνες ή άλλους παράγοντες με β-λακτάμη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).
Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με πενικιλλίνη έχουν αναφερθεί σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτοειδών και των σοβαρών
δερματικών αντιδράσεων). Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί επίσης να εξελιχθούν σε σύνδρομο Κούνη, μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτές οι αντιδράσεις είναι πιθανότερο να εκδηλωθούν σε άτομα που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας στην πενικιλλίνη και σε ατοπικά άτομα. Εάν παρουσιαστεί μια αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία με αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία.
Σύνδρομο εντεροκολίτιδας που προκαλείται από φάρμακα (DIES) έχει αναφερθεί κυρίως σε παιδιά που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό (βλ. παράγραφο 4.8). Το DIES είναι μια αλλεργική αντίδραση με κύριο σύμπτωμα τα παρατεταμένα επεισόδια εμέτου (1-4 ώρες μετά την χορήγηση του φαρμάκου) απουσία αλλεργικών συμπτωμάτων του δέρματος ή του αναπνευστικού. Περαιτέρω συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, διάρροια, υπόταση ή λευκοκυττάρωση με ουδετεροφιλία. Έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων και περιπτώσεων που εξελίχθηκαν σε καταπληξία.
Στην περίπτωση που μία λοίμωξη είναι αποδεδειγμένα λόγω μικροοργανισμού(ών) ευαίσθητου(ων)
στην αμοξυκιλλίνη, τότε πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μεταφοράς από αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ σε αμοξυκιλλίνη σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες.
Αυτό το σκεύασμα Bioclavid δεν είναι κατάλληλο προς χρήση όταν υπάρχει υψηλός κίνδυνος τα υποτιθέμενα παθογόνα να έχουν μειωμένη ευαισθησία ή αντίσταση σε παράγοντες με β-λακτάμη που δεν διαμεσολαβείται από β-λακταμάσες ευαίσθητες σε αναστολή από το κλαβουλανικό οξύ. Αυτό το σκεύασμα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ανθεκτικού στην πενικιλίνη S.
pneumoniae.
Σπασμοί μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ή σε αυτούς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις (βλ. παράγραφο 4.8).
Ο συνδυασμός αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να αποφεύγεται εάν υπάρχει υπόνοια λοιμώδους μονοπυρήνωσης, καθώς η εκδήλωση ενός ιλαροειδούς εξανθήματος έχει σχετιστεί με αυτήν την πάθηση μετά από χρήση αμοξυκιλλίνης.
Η ταυτόχρονη χρήση αλλοπουρινόλης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμοξυκιλλίνη μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικών δερματικών αντιδράσεων.
Η παρατεταμένη χρήση μπορεί ενίοτε να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών.
Η εμφάνιση κατά την έναρξη της θεραπείας ενός πυρετώδους γενικευμένου ερυθήματος σχετιζόμενου με φλύκταινα μπορεί να είναι σύμπτωμα γενικευμένου κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος (AGEP) (βλ.
παράγραφο 4.8). Η αντίδραση αυτή απαιτεί την διακοπή του Bioclavid και αντενδείκνυται οποιαδήποτε επακόλουθη χορήγηση αμοξυκιλλίνης.
Ο συνδυασμός αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ένδειξη ηπατικής δυσλειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3, 4.8).
Ηπατικά περιστατικά έχουν αναφερθεί κυρίως σε άρρενες και ηλικιωμένους ασθενείς και μπορεί να σχετίζονται με παρατεταμένη θεραπεία. Τέτοια περιστατικά πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί σε παιδιά.
Σε όλους τους πληθυσμούς, τα σημεία και συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά την θεραπεία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην γίνουν αντιληπτά μέχρι αρκετές εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνήθως είναι αναστρέψιμα. Τα ηπατικά περιστατικά μπορεί να είναι σοβαρά και σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί θάνατοι. Αυτοί σχεδόν πάντα συνέβησαν σε ασθενείς με σοβαρή υποκείμενη πάθηση ή με παράλληλη λήψη φαρμάκων γνωστών για την δυνητικά ηπατική τους δράση (βλ. παράγραφο 4.8).
Κολίτιδα συσχετιζόμενη με αντιβιοτικά έχει αναφερθεί σχεδόν με όλους τους αντιβακτηριακούς παράγοντες και μπορεί η βαρύτητά της να κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή (βλ.
παράγραφο 4.8). Επομένως, είναι σημαντικό να εξετάζεται το ενδεχόμενο αυτής της διάγνωσης σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια της χορήγησης οποιωνδήποτε αντιβιοτικών ή μετά από αυτή. Στην περίπτωση που εμφανισθεί κολίτιδα σχετιζόμενη με το αντιβιοτικό, η χορήγηση αμοξυκιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος πρέπει να διακοπεί άμεσα, να ζητηθεί η συμβουλή γιατρού και να αρχίσει η κατάλληλη θεραπεία. Σε αυτή την περίπτωση αντενδείκνυται η χρήση αντι περισταλτικών φαρμάκων.
Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας ενδείκνυται περιοδική αξιολόγηση των λειτουργιών των οργανικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων της νεφρικής, ηπατικής και αιμοποιητικής λειτουργίας.
Σπανίως έχει αναφερθεί επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ. Θα πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη παρακολούθηση όταν χορηγούνται ταυτόχρονα αντιπηκτικά. Ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογές της δόσης των από στόματος αντιπηκτικών, ώστε να διατηρείται το επιθυμητό επίπεδο αντιπηκτικότητας (βλ.
παραγράφους 4.5 και 4.8).
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δόση θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το βαθμό της δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2).
Σε ασθενείς με μειωμένη παραγωγή ούρων, πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί κρυσταλλουρία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής βλάβης), κυρίως με παρεντερική θεραπεία. Κατά τη χορήγηση υψηλών δόσεων αμοξυκιλλίνης, ενδείκνυται η διατήρηση επαρκούς πρόσληψης υγρών και παραγωγής ούρων για να μειωθεί η πιθανότητα σχηματισμού κρυστάλλων αμοξυκιλλίνης στα ούρα.
Σε ασθενείς με ουροκαθετήρες, θα πρέπει να τηρείται τακτικός έλεγχος βατότητας (βλ. παραγράφους 4.8 και 4.9).
Κατά τη θεραπεία με αμοξυκιλλίνη, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ενζυματικές μέθοδοι με οξειδάση της γλυκόζης κατά τον έλεγχο για παρουσία γλυκόζης στα ούρα επειδή ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να παρουσιαστούν με μη ενζυματικές μεθόδους.
Η παρουσία κλαβουλανικού οξέος στο Bioclavid μπορεί να προκαλέσει μη ειδική σύνδεση IgG και λευκωματίνης με ερυθροκυτταρικές μεμβράνες και να οδηγήσει σε ψευδή θετικό έλεγχο Coombs.
Υπάρχουν αναφορές θετικών αποτελεσμάτων με το τεστ Bio-Rad Laboratories Platelia Aspergillus EIA σε ασθενείς που λαμβάνουν αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ, οι οποίοι στη συνέχεια βρέθηκε ότι δεν είχαν λοίμωξη από Aspergillus. Διασταυρούμενες αντιδράσεις με πολυσακχαρίδια και πολυφουρανόζες που δεν περιέχουν Aspergillus με το τέστ Bio-Rad Laboratories Platelia Aspergillus EIA έχουν αναφερθεί. Επομένως, θετικά αποτελέσματα δοκιμασιών σε ασθενείς που λαμβάνουν αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή και να επιβεβαιώνονται με άλλες διαγνωστικές μεθόδους.
To Bioclavid περιέχει νάτριο Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, δηλ. είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Από στόματος αντιπηκτικά Από στόματος αντιπηκτικά και πενικιλλινούχα αντιβιοτικά έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως στην πράξη χωρίς αναφορές αλληλεπίδρασης. Ωστόσο, στη βιβλιογραφία υπάρχουν περιπτώσεις αυξημένου διεθνούς κανονικοποιημένου λόγου σε ασθενείς που συντηρούνται με λήψη ακενοκουμαρόλης ή βαρφαρίνης και στους οποίους χορηγείται ένα σχήμα αμοξυκιλλίνης. Σε περίπτωση που είναι απαραίτητη η συγχορήγηση, θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά ο χρόνος προθρομβίνης ή ο διεθνής κανονικοποιημένος λόγος με την προσθήκη ή την απόσυρση της αμοξυκιλλίνης. Επιπλέον, ενδέχεται να είναι απαραίτητες αναπροσαρμογές στη δόση από στόματος αντιπηκτικών (βλ.
παραγράφους 4.4 και 4.8).
Μεθοτρεξάτη Οι πενικιλλίνες ενδέχεται να μειώσουν την έκκριση μεθοτρεξάτης, γεγονός που προκαλεί ενδεχόμενη αύξηση τοξικότητας.
Προβενεσίδη Η συγχορήγηση με προβενεσίδη δεν συνιστάται. Η προβενεσίδη μειώνει τη νεφρική σωληναριακή απέκκριση της αμοξυκιλλίνης. Η συγχορήγηση με προβενεσίδη μπορεί να αυξήσει και να επιμηκύνει τα επίπεδα αμοξυκιλλίνης στο αίμα.
Μυκοφαινολάτη μοφετίλ Σε ασθενείς που λαμβάνουν μυκοφαινολάτη μοφετίλ, έχει αναφερθεί μείωση της συγκέντρωσης της αρχικής δόση του ενεργού μεταβολίτη του μυκοφαινολικό οξύ (ΜΡΑ) κατά περίπου 50% μετά την έναρξη από του στόματος amoxicillin με clavulanic acid. Η αλλαγή στο επίπεδο της αρχικής δόσης μπορεί να μην αντιπροσωπεύει επακριβώς τις αλλαγές στην επί του συνόλου έκθεση σε MPA.
Ως εκ τούτου, μια αλλαγή στη δόση του μυκοφαινολάτη μοφετίλ δεν θα πρέπει κανονικά να είναι απαραίτητη ελλείψει κλινικών δεδομένων για δυσλειτουργία του μοσχεύματος. Ωστόσο, θα πρέπει να επιτελείται στενή κλινική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια του συνδυασμού και σύντομα μετά την αντιβιοτική αγωγή.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).
Περιορισμένα στοιχεία σχετικά με τη χρήση αμοξυκιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος κατά τη διάρκεια της κυήσεως σε ανθρώπους δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο συγγενών δυσπλασιών. Σε μια μόνο μελέτη σε γυναίκες με πρόωρη ρήξη του αμνίου, παρατηρήθηκε ότι προφυλακτική αγωγή με αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ μπορεί να συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ελκονεκρωτικής εντεροκολίτιδας των νεογνών. Η χρήση πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν θεωρείται απαραίτητη από τον γιατρό.
Θηλασμός Και οι δύο ουσίες απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα (τίποτε δεν είναι γνωστό για τις επιδράσεις του κλαβουλανικού οξέος στο θηλάζον βρέφος). Κατά συνέπεια, μπορεί να εμφανιστεί διάρροια και μυκητιασική λοίμωξη των βλεννογόνων στο θηλάζον βρέφος, οπότε μπορεί να πρέπει να διακοπεί ο θηλασμός. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ευαισθητοποίησης. Ο συνδυασμός αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο μετά από αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου από τον θεράποντα γιατρό.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, ενδέχεται να παρουσιαστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. αλλεργικές αντιδράσεις, ζάλη, σπασμοί), οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.8).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) είναι διάρροια, ναυτία και έμετος.
Οι ΑΕ από κλινικές δοκιμές και μετεγκριτική παρακολούθηση με το Bioclavid, ταξινομήθηκαν σύμφωνα με την Kατηγορία /Οργανικό Σύστημα κατά MedDRA και παρατίθενται παρακάτω.
Πολύ συχνές (>1/10)
Συχνές (>1/100 έως <1/10)
Όχι συχνές (>1/1.000 έως <1/100)
Σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000)
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
|---|---|
| Βλεννογονοδερματική καντιντίαση | Συχνή |
| Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Αναστρέψιμη λευκοπενία (συμπεριλαμβανομένης ουδετεροπενίας) | Σπάνια |
| Θρομβοκυτταροπενία | Σπάνια |
| Αναστρέψιμη ακοκκιοκυτταραιμία | Μη γνωστή |
| Αιμολυτική αναιμία | Μη γνωστή |
| Παρατεταμένος χρόνος αιμορραγίας και χρόνος προθρομβίνης1 | Μη γνωστή |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Σύνδρομο Κούνη | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος10 | |
| Αγγειονευρωτικό οίδημα | Μη γνωστή |
| Αναφυλαξία | Μη γνωστή |
| Σύνδρομο ομοιάζον με ορονοσία | Μη γνωστή |
| Αγγειακή υπερευαισθησία | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Ζάλη | Όχι συχνή |
| Κεφαλαλγία | Όχι συχνή |
| Αναστρέψιμη υπερδραστηριότητα | Μη γνωστή |
| Σπασμοί2 | Μη γνωστή |
| Άσηπτη μηνιγγίτιδα | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Διάρροια | Πολύ συχνή |
| Ναυτία3 | Συχνή |
| Έμετος | Συχνή |
| Δυσπεψία | Όχι συχνή |
| Κολίτιδα σχετιζόμενη με το αντιβιοτικό4 | Μη γνωστή |
| Μελανή τριχωτή γλώσσα | Μη γνωστή |
| Σύνδρομο φαρμακοεπαγόμενης εντεροκολίτιδας | Μη γνωστή |
| Παγκρεατίτιδα οξεία | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Αυξήσεις AST και/ή ALT5 | Όχι συχνή |
| Ηπατίτιδα6 | Μη γνωστή |
| Χολοστατικός ίκτερος6 | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού 7 | |
| Δερματικό εξάνθημα | Όχι συχνή |
| Κνησμός | Όχι συχνή |
| Κνίδωση | Όχι συχνή |
| Πολύμορφο ερύθημα | Σπάνια |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson | Μη γνωστή |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | Μη γνωστή |
| Πομφολυγώδης αποφολιδωτική δερματίτιδα | Μη γνωστή |
| Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)9 | Μη γνωστή |
| Aντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα ηωσινοφιλίας και συστημικού συνδρόμου (DRESS) | Μη γνωστή |
| Γραμμική IgA Πομφολυγώδης Δερματοπάθεια | Μη γνωστή |
|---|---|
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Διάμεση νεφρίτιδα | Μη γνωστή |
| Κρυσταλλουρία8 (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής βλάβης) | Μη γνωστή |
1 Βλ. παράγραφο 4.4
2 Βλ. παράγραφο 4.4
3 Η ναυτία σχετίζεται συχνότερα με υψηλότερες δόσεις λαμβανόμενες από το στόμα. Αν οι γαστρεντερικές διαταραχές είναι έκδηλες, μπορούν να περιοριστούν με τη λήψη του Bioclavid μαζί με το γεύμα.
4 Συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας και της αιμορραγικής κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.4)
5 Μια μέτρια αύξηση σε AST και/ή ALT έχει σημειωθεί σε ασθενείς που έλαβαν αντιβιοτικά της κατηγορίας β-λακτάμης, αλλά η σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη.
6 Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν σημειωθεί με άλλες πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες (βλ.
παράγραφο 4.4).
7 Αν αναφερθεί οποιαδήποτε δερματική αντίδραση υπερευαισθησίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται (βλ. παράγραφο 4.4).
8 Βλ. παράγραφο 4.9
9 Βλ. παράγραφο 4.4
10 Βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα και σημεία υπερδοσολογίας Μπορεί να εμφανιστούν γαστρεντερικά συμπτώματα και διαταραχή του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών. Έχει παρατηρηθεί σχηματισμός κρυστάλλων αμοξυκιλλίνης στα ούρα, ο οποίος, ενίοτε, οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).
Σπασμοί μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ή σε αυτούς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις.
Έχει αναφερθεί ότι η αμοξυκιλλίνη καθιζάνει σε ουροκαθετήρες, κυρίως μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων. Θα πρέπει να τηρείται τακτικός έλεγχος βατότητας (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιμετώπιση της δηλητηρίασης Τα γαστρεντερικά συμπτώματα μπορούν να αντιμετωπιστούν συμπτωματικά, δίνοντας προσοχή στο ισοζύγιο νερού/ηλεκτρολυτών.
Ο συνδυασμός αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ μπορεί να απομακρυνθεί από την κυκλοφορία με αιμοκάθαρση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστεμική χρήση, αντιβακτηριακά β- λακτάμης, πενικιλλίνες, συνδυασμοί πενικιλλινών, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων β- λακταμάσης. Κωδικός ATC: J01 CR02 Μηχανισμός δράσης Η αμοξυκιλλίνη είναι μία ημισυνθετική πενικιλλίνη (αντιβιοτικό με β-λακτάμη) που αναστέλλει ένα ή περισσότερα ένζυμα (συχνά αναφέρονται ως πρωτεΐνες σύνδεσης των πενικιλινών, ΡΒΡ) στη βιοσυνθετική οδό της βακτηριακής πεπτιδογλυκάνης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο δομικό συστατικό του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος. Η αναστολή της σύνθεσης πεπτιδογλυκάνης οδηγεί στην αποδυνάμωση του κυτταρικού τοιχώματος, η οποία συχνά ακολουθείται από κυτταρόλυση και θάνατο.
Η αμοξυκιλλίνη είναι ευαίσθητη στην αποδόμηση από β-λακταμάσες που παράγονται από ανθεκτικά βακτήρια και, επομένως, δεν είναι δραστική από μόνη της έναντι οργανισμών που παράγουν τέτοια ένζυμα.
Το κλαβουλανικό οξύ είναι μία β-λακτάμη που σχετίζεται δομικά με πενικιλλίνες. Απενεργοποιεί ορισμένα ένζυμα της β-λακταμάσης αποτρέποντας, ως εκ τούτου, την αδρανοποίηση της αμοξυκιλλίνης. Το κλαβουλανικό οξύ μεμονωμένα δεν ασκεί κλινικά χρήσιμη αντιβακτηριακή επίδραση.
Σχέση PK/PD Ο χρόνος άνω της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (Τ>MIC) θεωρείται ότι είναι ο μείζων καθοριστικός παράγοντας αποτελεσματικότητας για την αμοξυκιλλίνη.
Μηχανισμοί αντίστασης Οι δύο κύριοι μηχανισμοί αντίστασης στην αμοξυκιλλίνη/το κλαβουλανικό οξύ είναι:
• Αδρανοποίηση από εκείνες τις βακτηριακές β-λακταμάσες που δεν αναστέλλονται οι ίδιες από κλαβουλανικό οξύ, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών B, C και D.
• Μεταβολή των PBP, η οποία μειώνει τη συγγένεια του αντιβακτηριακού παράγοντα για το στόχο.
Η μη διαπερατότητα βακτηρίων ή μηχανισμοί αντλίας εκροής μπορεί να προκαλέσουν βακτηριακή αντίσταση ή να συντελέσουν σε αυτή, ιδιαίτερα σε Gram-αρνητικά βακτήρια.
Σημεία διακοπής Τα σημεία διακοπής MIC για την αμοξυκιλλίνη/το κλαβουλανικό οξύ είναι εκείνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους Αντιμικροβιακούς Ελέγχους Ευαισθησίας (EUCAST)
| Οργανισμός | Σημεία διακοπής Ευαισθησίας (μg/ml) | ||
|---|---|---|---|
| Ευαίσθητος | Ενδιάμεσος | Ανθεκτικός | |
| Haemophilus influenzae1 | ≤ 1 | - | > 1 |
| Moraxella catarrhalis1 | ≤ 1 | - | > 1 |
| Staphylococcus aureus2 | ≤ 2 | - | > 2 |
| Αρνητικοί στην πηκτάση σταφυλόκοκκοι 2 | ≤ 0,25 | > 0,25 | |
| Enterococcus1 | ≤ 4 | 8 | > 8 |
| Streptococcus A, B, C, G5 | ≤ 0,25 | - | > 0,25 |
| Streptococcus Pneumoniae3 | ≤ 0,5 | 1-2 | > 2 |
| Enterobacteriaceae1,4 | - | - | > 8 |
| Gram-αρνητικά Αναερόβια1 | ≤ 4 | 8 | > 8 |
| Gram-θετικά Αναερόβια1 | ≤ 4 | 8 | > 8 |
Σημεία διακοπής μη σχετιζόμενα με είδη1 ≤ 2 4-8 > 8 1 Οι αναφερόμενες τιμές είναι για τις συγκεντρώσεις αμοξυκιλλίνης. Για τους σκοπούς των ελέγχων ευαισθησίας, η συγκέντρωση Κλαβουλανικού οξέος ορίζεται στα 2 mg/l.
2 Οι αναφερόμενες τιμές είναι για τις συγκεντρώσεις Οξακιλίνης.
3 Οι τιμές των σημείων διακοπής στον πίνακα βασίζονται στα σημεία διακοπής της Αμπικιλλίνης.
4 Το σημείο διακοπής της αντοχής R>8 mg/l διασφαλίζει ότι όλα τα απομονωμένα στελέχη με μηχανισμούς αντοχής αναφέρονται ως ανθεκτικά.
5 Οι τιμές των σημείων διακοπής στον πίνακα βασίζονται στα σημεία διακοπής της Βενζυλοπενικιλλίνης.
Ο επιπολασμός αντίστασης ενδεχομένως ποικίλει ανάλογα με την περιοχή και τον χρόνο για επιλεγμένα είδη και η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την αντίσταση είναι επιθυμητή, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις απαιτήσεις, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός αντίστασης διακυβεύει τη χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους λοιμώξεων.
Συνήθως ευαίσθητα είδη Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis Gardnerella vaginalis Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη)£ Αρνητικοί στην πηκτάση σταφυλόκοκκοι (ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη)
Streptococcus agalactiae Streptococcus pneumoniae1 Streptococcus pyogenes και άλλοι β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι Ομάδα Streptococcus viridans Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί Capnocytophaga spp.
Eikenella corrodens Haemophilus influenzae2 Moraxella catarrhalis Pasteurella multocida Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Bacteroides fragilis Fusobacterium nucleatum Prevotella spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντίσταση μπορεί να αποτελεί πρόβλημα Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecium $ Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί Escherichia coli Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Proteus mirabilis Proteus vulgaris
Ενδογενώς ανθεκτικοί οργανισμοί Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί Acinetobacter sp.
Citrobacter freundii Enterobacter sp.
Legionella pneumophila Morganella morganii Providencia spp.
Pseudomonas sp.
Serratia sp.
Stenotrophomonas maltophilia Λοιποί μικροοργανισμοί Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Coxiella burnetti Mycoplasma pneumoniae $ Φυσική ενδιάμεση ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης.
£ Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι είναι ανθεκτικοί σε αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ 1 Streptococcus pneumoniae που είναι ανθεκτικό στην πενικιλλίνη δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυτό το σκεύασμα αμοξυκιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
2 Στελέχη με μειωμένη ευαισθησία έχουν αναφερθεί σε ορισμένες χώρες της ΕΕ με συχνότητα μεγαλύτερη από 10%.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η αμοξυκιλλίνη και το κλαβουλανικό οξύ διαλύονται πλήρως σε υδατικό διάλυμα με φυσιολογικό pH. Και τα δύο συστατικά απορροφώνται γρήγορα και καλά μέσω της από στόματος χορήγησης.
Η απορρόφηση της αμοξυκιλλίνης /του κλαβουλανικού οξέος βελτιστοποιείται όταν λαμβάνεται στην αρχή ενός γεύματος.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η αμοξυκιλλίνη και το κλαβουλανικό οξύ είναι περίπου 70% βιοδιαθέσιμα. Τα προφίλ πλάσματος και των δύο συστατικών είναι παρόμοια και ο χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (T ) σε κάθε περίπτωση είναι περίπου μία ώρα.
max Τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικής μίας μελέτης, στην οποία χορηγήθηκαν δισκία αμοξυκιλλίνης/ κλαβουλανικού οξέος (500 mg/125 mg τρεις φορές ημερησίως) σε κατάσταση νηστείας σε ομάδες υγιών εθελοντών παρουσιάζονται παρακάτω.
| Μέσες (+ SD) παράμετροι φαρμακοκινητικής | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Χορηγηθήσα δραστική ουσία(ες) | Δόση (mg) | C max (μg/ml) | T * max (h) | AUC (0-24h) (μg.h/ml) | T ½ (h) | |
| Αμοξυκιλλίνη | ||||||
| AMX/CA 500/125 mg | 500 | 7,19 + 2,26 | 1,5 (1,0-2,5) | 53,5 + 8,87 | 1,15 + 0,20 | |
| Κλαβουλανικό οξύ | ||||||
| AMX/CA 500/125 mg | 125 | 2,40 + 0,83 | 1,5 (1,0-2,0) | 15,72 + 3,86 | 0,98 + 0,12 |
5A0M0X/1 2–5 α μmοgξ υκιλλίνη, CA – κλαβουλανικό οξύ + 0,83 (1,0-2,0) + 3,86 + 0,12 * Μέση τιμή (εύρος)
Οι συγκεντρώσεις της αμοξυκιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος στον ορό, οι οποίες επιτυγχάνονται με αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ, είναι παρόμοιες με εκείνες που παράγονται από
την από στόματος χορήγηση ισοδύναμων δόσεων αμοξυκιλλίνης ή κλαβουλανικού οξέος μεμονωμένα.
Κατανομή Περίπου 25% του συνολικού κλαβουλανικού οξέος στο πλάσμα και 18% της συνολικής αμοξυκιλλίνης στο πλάσμα συνδέεται με πρωτεϊνες. Ο εμφανής όγκος κατανομής είναι περίπου 0,3- 0,4 l/kg για την αμοξυκιλλίνη και περίπου 0,2 l/kg για το κλαβουλανικό οξύ.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, τόσο η αμοξυκιλλίνη όσο και το κλαβουλανικό οξύ βρέθηκαν στη χοληδόχο κύστη, σε γαστρικό ιστό, στο δέρμα, στο λίπος, σε μυϊκούς ιστούς, σε αρθροσιελικό και περιτοναϊκό υγρό, στη χολή και σε πύον. Η αμοξυκιλλίνη δεν κατανέμεται ικανοποιητικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Από μελέτες σε ζώα δεν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντική κατακράτηση στους ιστούς υλικού που προέρχεται από το φάρμακο για οποιοδήποτε συστατικό. Η αμοξυκιλλίνη, όπως οι περισσότερες πενικιλλίνες, μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα. Στο μητρικό γάλα μπορούν επίσης να εντοπιστούν ίχνη κλαβουλανικού οξέος (βλ. παράγραφο 4.6).
Τόσο η αμοξυκιλλίνη όσο και το κλαβουλανικό οξύ έχουν δείξει να διαπερνούν τον φραγμό του πλακούντα (βλ. παράγραφο 4.6).
Βιομετασχηματισμός Η αμοξυκιλλίνη αποβάλλεται εν μέρει στα ούρα ως ανενεργό πενικιλλοϊκό οξύ σε ποσότητες που ισοδυναμούν μέχρι 10 έως 25% της αρχικής δόσης. Το κλαβουλανικό οξύ μεταβολίζεται εκτεταμένα στον άνθρωπο και αποβάλλεται στα ούρα και τα κόπρανα ως διοξείδιο του άνθρακα σε αποβαλλόμενα αέρια.
Αποβολή Η κύρια οδός αποβολής για την αμοξυκιλλίνη είναι μέσω των νεφρών, ενώ για το κλαβουλανικό οξύ είναι και με νεφρικούς και με μη νεφρικούς μηχανισμούς.
Ο συνδυασμός αμοξυκιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ έχει μέση ημιζωή αποβολής κατά προσέγγιση μία ώρα και μέση ολική κάθαρση κατά προσέγγιση 25 l/h σε υγιή άτομα. Περίπου το 60 έως 70% της αμοξυκιλλίνης και περίπου το 40 έως 65% του κλαβουλανικού οξέος αποβάλλεται αναλλοίωτο στα ούρα κατά τις πρώτες 6 h μετά από τη χορήγηση μεμονωμένων δισκίων Bioclavid 250 mg/125 mg ή 500 mg/125 mg. Διάφορες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι η αποβολή στα ούρα είναι 50-85% για την αμοξυκιλλίνη και από 27-60% για το κλαβουλανικό οξύ μέσα σε διάστημα 24 ωρών. Στην περίπτωση του κλαβουλανικού οξέος, η μεγαλύτερη ποσότητα του φαρμάκου αποβάλλεται κατά τις πρώτες 2 ώρες μετά από τη χορήγηση.
Η παράλληλη χρήση προβενεσίδης καθυστερεί την αποβολή αμοξυκιλλίνης, αλλά δεν καθυστερεί τη νεφρική αποβολή κλαβουλανικού οξέος (βλ. παράγραφο 4.5).
Ηλικία Η ημιζωή αποβολής της αμοξυκιλλίνης είναι παρόμοια στα παιδιά ηλικίας 3 μηνών περίπου έως 2 ετών με μεγαλύτερα παιδιά και ενηλίκους. Στα πολύ νεαρά παιδιά (περιλαμβανομένων των νεογέννητων) κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής τους, το διάστημα χορήγησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις δύο φορές την ημέρα λόγω της ανωριμότητας της νεφρικής οδού απέκκρισης. Εφόσον οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να παρουσιάζουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην επιλογή της δόσης και μπορεί να είναι χρήσιμη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
Φύλο Μετά από χορήγηση από το στόμα αμοξυκιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος σε υγιείς άνδρες και γυναίκες, το φύλο δεν παρουσιάζει σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική, είτε της αμοξυκιλλίνης, είτε του κλαβουλανικού οξέος.
Νεφρική δυσλειτουργία Η συνολική κάθαρση της αμοξυκιλλίνης/του κλαβουλανικού οξέος στον ορό μειώνεται κατ’ αναλογία με τη μειούμενη νεφρική λειτουργία. Η μείωση της κάθαρσης του φαρμάκου είναι πιο έκδηλη για την αμοξυκιλλίνη σε σχέση με το κλαβουλανικό οξύ καθώς μέσω της νεφρικής οδού αποβάλλεται μεγαλύτερο ποσοστό αμοξυκιλλίνης. Συνεπώς, στη νεφρική δυσλειτουργία, οι δόσεις πρέπει να προλαμβάνουν την άσκοπη συσσώρευση αμοξυκιλλίνης και να διατηρούν παράλληλα επαρκή επίπεδα κλαβουλανικού οξέος (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν δόση με προσοχή και θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία ανά τακτά διαστήματα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν κάποιον ειδικό κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση μελέτες φαρμακολογίας ασφάλειας, γονιδιοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.
Μελέτες τοξικότητας επαναληπτικών δόσεων που πραγματοποιήθηκαν σε σκύλους με αμοξυκιλλίνη/ κλαβουλανικό οξύ, καταδεικνύουν γαστρικό ερεθισμό και έμετο και αποχρωματισμένη γλώσσα.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες καρκινογένεσης με το BIoclavid ή τα συστατικά του.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Μαγνήσιο στεατικό Τάλκης Ποβιδόνη K25 Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κροσκαρμελόζη νατριούχος Τριαιθύλιο κιτρικό Υπρομελλόζη Αιθυλοκυτταρίνη Νάτριο λαουρυλοθειϊκό Κετυλική αλκοόλη Τιτανίου διοξείδιο (E 171)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Σφραγισμένα φύλλα αλουμινίου με επικάλυψη από πολυαιθυλένιο.
Μονές συσκευασίες των 10, 12, 15, 16, 20, 24, 30, 36 και 100 x 1 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο
δισκίων.
Νοσοκομειακή συσκευασία των 100 επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Sandoz GmbH Biochemiestrasse 10 6250 Kundl Αυστρία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
57315/4-6-2020
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 08 Δεκεμβρίου 1997 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 04 Ιουνίου 2020
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
04/2023