ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜAΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Budecol 2,3 mg/single dose Δισκίο και διαλύτης για Παρασκευή εναιωρήματος από του ορθού
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε υποκλυσμός Budecol περιέχει 2,3 mg βουδεσονίδη.
Ο όγκος του παρασκευασθέντος υποκλυσμού είναι 115 ml. O υπολειμματικός όγκος είναι 15 ml περίπου. Ως εκ τούτου η χορηγούμενη στον ασθενή ποσότητα βουδεσονίδης είναι περίπου 2 mg ανά δόση (2 mg/100 ml ή 0,02 mg/ml).
Έκδοχα με γνωστή δράση: Λακτόζη άνυδρη, λακτόζη μονοϋδρική, παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου μεθυλεστέρας (E218), παραϋδροξυβενζοϊκού οξέος προπυλεστέρας (E216).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο και διαλύτης για Παρασκευή εναιωρήματος από του ορθού.
Κάθε Budecol για υποκλυσμό αποτελείται από δύο στοιχεία:
• Ένα ανοιχτού κίτρινου χρώματος κυκλικό, αμφίκυρτο δισκίο 2,3 mg,.
• Ένα διαφανές, άχρωμο διάλυμα των 115 mL.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn, που εντοπίζεται στο αριστερό ημιμόριο του παχέος εντέρου.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες: Ένας υποκλυσμός το βράδυ, για περίοδο το ανώτερο μέχρι τέσσερις εβδομάδες. Το μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε 2-4 εβδομάδες. Αν ο ασθενής δεν είναι σε ύφεση μετά από 4 εβδομάδες, η περίοδος θεραπείας μπορεί να παραταθεί μέχρι 8 εβδομάδες.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Δεν συνιστάται η χρήση σε παιδιά διότι η εμπειρία με το Budecol για υποκλυσμό σε παιδιά είναι ανεπαρκής.
Ηλικιωμένοι: Η δοσολογία όπως των ενηλίκων.
Δεν απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία.
Τρόπος Χορήγησης Ορθική χορήγηση.
Οδηγίες για τον σωστό τρόπο χρήσης του Budecol για υποκλυσμό:
Το Budecol για υποκλυσμό αποτελείται από ένα διασπειρόμενο δισκίο, ένα πλαστικό φιαλίδιο με διαλύτη και ένα μεμονωμένα συσκευασμένο ρύγχος για την εφαρμογή του υποκλυσμού.
Σημείωση: είναι σημαντικό να καθοδηγείται ο ασθενής:
• να διαβάζει προσεκτικά τις οδηγίες χρήσης που περιέχονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης το οποίο υπάρχει σε κάθε συσκευασία της συσκευής,
• να κάνει ανασύσταση του υποκλυσμού ακριβώς πριν από τη χρήση, τοποθετώντας ένα διασπειρόμενο δισκίο μέσα στο πλαστικό φιαλίδιο με το διαλύτη και έπειτα να ανακινεί έντονα το φιαλίδιο για τουλάχιστον 15 δευτερόλεπτα ή έως ότου το δισκίο έχει διαλυθεί τελείως.
• να χορηγείται ο υποκλυσμός το βράδυ πριν από τη βραδινή κατάκλιση.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη βουδεσονίδη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Οι αντενδείξεις περιλαμβάνουν σημαντικό αριθμό νοσημάτων και παθολογικών καταστάσεων. Θα πρέπει όμως πάντα να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι:
Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, απλός οφθαλμικός έρπητας, γλαύκωμα, οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις, αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, συστηματική μυκητίαση, φυματίωση, βαριά νεφροπάθεια, λοιμώδη νοσήματα, αιμορραγική διάθεση.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ανεπιθύμητες ενέργειες τυπικές των συστηματικώς χορηγούμενων κορτικοστεροειδών μπορεί να εμφανιστούν. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικώς χορηγούμενων κορτικοστεροειδών περιλαμβάνουν γλαύκωμα.
Οπτική διαταραχή Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες, όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) και που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι ασθενείς με λοιμώξεις, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση, πεπτικό έλκος, γλαύκωμα ή καταρράκτη ή με οικογενειακό ιστορικό διαβήτη
ή γλαυκώματος, ή με οποιαδήποτε άλλη πάθηση στην οποία η χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες επιδράσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι ασθενείς εκείνοι οι οποίοι μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα γλυκοκορτικοστεροειδή ισχυρότερης συστηματικής δράσης σε Budecol, διότι μπορεί να παρουσιάσουν καταστολή της λειτουργίας των επινεφριδίων.
Επομένως, σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται η παρακολούθηση της λειτουργίας των επινεφριδίων και η δόση του συστηματικού στεροειδούς θα πρέπει να μειώνεται με προσοχή.
Μερικοί ασθενείς δεν αισθάνονται καλά κατά τη φάση απόσυρσης χωρίς όμως να εμφανίζουν συγκεκριμένα συμπτώματα π.χ. άλγος στους μύες και στις αρθρώσεις. Εμφάνιση συμπτωμάτων όπως αίσθημα κόπωσης, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετος θα πρέπει να αποδοθούν σε μία γενικευμένη ανεπαρκή επίδραση των κορτικοστεροειδών. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μερικές φορές απαραίτητη η προσωρινή αύξηση της δόσης των από του στόματος γλυκοκορτικοστεροειδών.
Η αντικατάσταση της θεραπείας των συστηματικά χορηγούμενων γλυκοκορτικοστεροειδών ισχυρότερης συστηματικής δράσης με υποκλυσμό Budecol, μερικές φορές αποκαλύπτει αλλεργικές καταστάσεις π.χ. ρινίτιδα και έκζεμα, οι οποίες ελέγχονταν προηγουμένως από το συστηματικά χορηγούμενο φάρμακο.
Η μειωμένη ηπατική λειτουργία επηρεάζει την απέκκριση των κορτικοστεροειδών, προκαλώντας μικρότερο ρυθμό απέκκρισης και μεγαλύτερη συστηματική έκθεση. Χρειάζεται προσοχή για πιθανές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η φαρμακοκινητική μετά την κατάποση βουδεσονίδης από το στόμα επηρεάστηκε από την ηπατική δυσλειτουργία, όπως αποδεικνύεται από την αυξημένη συστηματική διαθεσιμότητα σε ασθενείς με μέτριας σοβαρότητας ηπατική κίρρωση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν εξετάζεται η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με υπάρχον ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών συναισθηματικών διαταραχών στους ίδιους ή σε συγγενείς πρώτου βαθμού. Αυτές περιλαμβάνουν καταθλιπτικές ή μανιο- καταθλιπτικές νόσους και προηγούμενη ψύχωση λόγω στεροειδών.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικώς χορηγούμενων κορτικοστεροειδών μπορεί να εμφανισθούν όταν τα καψάκια Budecol χρησιμοποιούνται σε υπερβολικές δόσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι επιδράσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, επινεφριδιακή καταστολή, καθυστέρηση της ανάπτυξης, μειωμένη οστική πυκνότητα, καταρράκτη, γλαύκωμα και πολύ σπάνια ένα μεγάλο εύρος ψυχιατρικών/συμπεριφορικών επιδράσεων (βλ. παράγραφο 4.8).
Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A, στους οποίους περιλαμβάνονται τα προϊόντα που περιέχουν κετοκοναζόλης και κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κορτικοστεροειδή και σε αυτή την περίπτωση οι ασθενείς παρακολουθούνται για συστηματικές επιδράσεις από τα κορτικοστεροειδή. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, η περίοδος μεταξύ των θεραπειών θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν
μεγαλύτερη και πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης της βουδεσονίδης (βλέπε επίσης παράγραφο 4.5).
Όταν ο υποκλυσμός Budecol χρησιμοποιείται σε υπερβολικές δόσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μπορεί να εμφανισθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικώς χορηγούμενων κορτικοστεροειδών όπως η υπερλειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων ή η καταστολή της λειτουργίας των επινεφριδίων. Ωστόσο, η φαρμακοτεχνική μορφή του υποκλυσμού και η οδός χορήγησης καθιστούν οποιαδήποτε παρατεταμένη υπέρβαση δόσης απίθανη.
Ο υποκλυσμός Budecol περιέχει τα έκδοχα λακτόζη και παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου μεθυλεστέρα (E218) και προπυλεστέρα (E216). Επομένως πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με υπερευαισθησία στα έκδοχα αυτά.
Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή και βρίσκονται σε ασυνήθιστες καταστάσεις stress απαιτούν αυξημένη δόση ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο του stress Η χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία λοιμώξεων, και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης των. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή.
Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων εκτός αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Η παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη, γλαύκωμα και πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου και μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτερογενούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς.
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτικών αντιδράσεων ή αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε παρεντερική κυρίως χορήγηση κορτικοστεροειδών. Σε χορήγηση κορτικοστεροειδών πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.
Αναφορές στη βιβλιογραφία παρουσιάζουν μια προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης τοιχώματος της αριστερής κοιλίας μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτό το λόγο η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.
Μέτριες ή μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα εκτός αν χορηγούνται αυτά σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.
Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι΄αυτό συνιστάται να αποκλεισθεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια.
Η χρήση του κορτικοστεροειδούς σε ενεργό φυματίωση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κεραυνοβόλου ή κεχροειδούς φυματίωσης στις οποίες τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία.
Αν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση η θετική δοκιμασία με φυματίνη, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών γιατί μπορεί να υπάρξει επανεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη.
Παιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμευλογιά και η ιλαρά για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοευλογιά και ιλαρά και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα να συμβουλεύονται ιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμευλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG) ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανισθεί ανεμευλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιικά φάρμακα.
Προφύλαξη Η προκαλούμενη από το φάρμακο δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια μπορεί να μειωθεί με βαθμιαία μείωση των δόσεων. Αυτός ο τύπος ανεπάρκειας μπορεί να διατηρηθεί για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου σε οιαδήποτε κατάσταση stress που θα προκύψει στην περίοδο αυτή πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση κορτιζόνης. Δεδομένου ότι μπορεί να επηρεαστεί η έκκριση των αλατοκορτικοστεροειδών πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα χλωριούχο νάτριο και/ή αλατοκορτικοστεροειδή .
Υπάρχει ενίσχυση της δράσης των κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό ή κίρρωση του ήπατος.
Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης.
Πρέπει να χρησιμοποιούνται οι μικρότερες δυνατές δόσεις των κορτικοστεροειδών για τη ρύθμιση της υπό θεραπεία παθολογικής κατάστασης και όταν είναι δυνατή η μείωση της δόσης, αυτή πρέπει να γίνεται βαθμιαία.
Μπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθμιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κορτικοστεροειδή που κυμαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη μέχρι εμφανή ψυχωσικά συμπτώματα.
Επίσης προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση μπορεί να επιδεινωθούν με τη χορήγηση κορτικοστεροειδών.
Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε μη ειδική ελκώδη κολίτιδα εφ’ όσον υπάρχει πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνος
λοίμωξη, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση ενεργού ή λανθάνοντος πεπτικού έλκους, νεφρική ανεπάρκεια, υπέρταση, οστεοπόρωση και μυασθένεια. Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν. Λιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή του υπερκορτιζονισμού.
Η σωματική ανάπτυξη των νηπίων και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταμένη θεραπεία με κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή.
Ενδοαρθρική έγχυση κορτικοστεροειδούς μπορεί να προκαλέσει τόσο συστηματικές όσο και τοπικές αντιδράσεις.
Σημαντική αύξηση πόνου συνοδευόμενου από τοπική διόγκωση, επιπλέον περιορισμό της κινητικότητας της άρθρωσης πυρετό και κακουχία υποδηλώνουν σηπτική αρθρίτιδα. Αν παρουσιαστεί τέτοια επιπλοκή και επιβεβαιωθεί η διάγνωση της σηπτικής αρθρίτιδας, θα πρέπει να εφαρμοστεί η κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία. Τοπική έγχυση στεροειδούς σε μολυσμένη περιοχή πρέπει να αποφεύγεται. Η κατάλληλη εξέταση του αρθρικού υγρού, αν υπάρχει, είναι απαραίτητη για τον αποκλεισμό της σηπτικής πορείας. Τα κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να ενίονται σε ασταθείς αρθρώσεις. Συχνή ενδοαρθρική ένεση μπορεί να προκαλέσει βλάβη των ιστών της άρθρωσης. Στους ασθενείς πρέπει να τονίζεται αρκετά η σημασία της μη υπερβολικής χρήσης των αρθρώσεων, παρά τη συμπτωματική ανακούφιση, εφόσον η φλεγμονώδης πορεία παραμένει εν ενεργεία.
Προσοχή στη χορήγηση Η μακροχρόνια χορήγηση γλυκοκορτικοειδών οδηγεί, όπως προαναφέρθηκε σε καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ), δηλαδή σε αναστολή της φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας. Ο βαθμός της αναστολής αυτής εξαρτάται από τη δόση, την ισχύ του χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς, τη συχνότητα και το χρόνο χορήγησης του στη διάρκεια του 24ωρου, την ημιπερίοδο ζωής του στους ιστούς και τη συνολική χρονική διάρκεια της θεραπείας. Σημειώνεται ότι η κατασταλτική ενέργεια των γλυκοκορτικοειδών στον άξονα ΥΥΕ είναι εντονότερη και πιο παρατεταμένη όταν χορηγούνται τις νυκτερινές ώρες. Σε φυσιολογικά άτομα 1 mg δεξαμεθαζόνης χορηγούμενης τη νύχτα αναστέλλει την έκκριση της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης της υπόφυσης για 24 ώρες. Αιφνίδια ή απότομη μείωση της δόσης των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να προκαλέσει “σύνδρομο στέρησης” που χαρακτηρίζεται από οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια με μυϊκή αδυναμία, υπόταση, υπογλυκαιμία, ναυτία, εμέτους, ανησυχία μυαλγίες, αρθραλγίες, ή υποτροπή των συμπτωμάτων της θεραπευόμενης νόσου.
Ηλικιωμένοι: Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες των κορτικοστεροειδών και ειδικά οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, τάση ανάπτυξης φλεγμονών και λέπτυνση του δέρματος μπορεί να έχουν περισσότερο σοβαρές συνέπειες στους ηλικιωμένους κυρίως κατά τη μακροχρόνια χορήγηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, μία υποομάδα του κυτοχρώματος Ρ4503Α.
Οι αναστολείς αυτού του ενζύμου, π.χ. η κετοκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη και αναστολείς της HIV πρωτεάσης (συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη)
μπορούν επομένως να αυξήσουν τη συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη αρκετές φορές (βλέπε παράγραφο 4.4 και 5.2). Εφόσον δεν υπάρχουν δεδομένα για τις συστάσεις της δοσολογίας, ο συγκεκριμένος συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, το χρονικό διάστημα μεταξύ των θεραπειών πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και πρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης της βουδεσονίδης. Άλλοι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 είναι επίσης πιθανό να αυξήσουν σημαντικά τα επίπεδα της βουδεσονίδης στο πλάσμα.
Η αναστολή από τη βουδεσονίδη του μεταβολισμού άλλων φαρμάκων από το CYP3A4 είναι απίθανη, καθώς η βουδεσονίδη έχει μικρή συγγένεια με το ένζυμο.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με επαγωγείς του CYP3A4 όπως η καρβαμαζεπίνη μπορεί να μειώσει την έκθεση στη βουδεσονίδη και μπορεί να απαιτηθεί αύξηση της δόσης της.
Έχουν παρατηρηθεί αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και ενισχυμένες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών σε γυναίκες που λάμβαναν οιστρογόνα και αντισυλληπτικά στεροειδή.
Ωστόσο, ένα από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό χαμηλής δόσης που υπερδιπλασίασε τη συγκέντρωση στο πλάσμα της πρεδνιζολόνης από του στόματος, δεν είχε σημαντική επίδραση στη συγκέντρωση στο πλάσμα της βουδεσονίδης από του στόματος.
Επειδή η λειτουργία των επινεφριδίων μπορεί να κατασταλεί, μια δοκιμασία διέγερσης ACTH για τη διάγνωση της ανεπάρκειας της υπόφυσης μπορεί να εμφανίσει ψευδή αποτελέσματα (χαμηλές τιμές).
Επαγωγείς των μικροσωμιακών ηπατικών ενζύμων: Φάρμακα όπως τα βαρβιτουρικά, η φαινυτοΐνη και η ριφαμπικίνη τα οποία επάγουν τα ηπατικά ένζυμα μπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό των γλυκοκορτικοστεροειδών και ως εκ τούτου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με σταθερές δόσεις γλυκοκορτικοστεροειδών μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης επί προσθήκης η διακοπής της χορήγησης των φαρμάκων.
Οιστρογόνα: Τα οιστρογόνα μπορεί να ενισχύσουν τη δράση της υδροκορτιζόνης πιθανώς λόγω αύξησης των πυκνοτήτων της transcortin και επομένως μείωσης της διαθέσιμης ποσότητας υδροκορτιζόνης για μεταβολισμό. Η δράση άλλων γλυκοκορτικοστεροειδών που δεσμεύονται από την transcortin θα μπορούσε να επιταθεί με τον ίδιο τρόπο και ως εκ τούτου μπορεί να απαιτηθεί να ρυθμιστούν οι δόσεις τους αν προστεθούν ή διακοπούν οιστρογόνα σε ένα εφαρμοζόμενο σταθερό θεραπευτικό σχήμα γλυκοκορτικοστεροειδών.
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες: Η ταυτόχρονη χορήγηση ελκογόνων φαρμάκων, όπως η ινδομεθακίνη, με κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόκλησης γαστρεντερικού έλκους. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε συνδυασμό με γλυκοκορτικοστεροειδή σε ασθενείς που παρουσιάζουν υποπροθρομβιναιμία. Παρ’ ότι η ταυτόχρονη θεραπεία με σαλικυλικά και κορτικοστεροειδή δεν φαίνεται να αυξάνει τη συχνότητα εμφάνισης ή τη βαρύτητα του γαστρεντερικού έλκους πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η δυνατότητα εμφάνισης της εν λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας.
Η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο αίμα μπορεί να μειωθεί όταν χορηγούνται ταυτοχρόνως με κορτικοστεροειδή. Παρομοίως, όταν διακόπτεται η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε ασθενείς που λαμβάνουν σαλικυλικά, η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί, ενώ έχει αναφερθεί σπανίως και δηλητηρίαση δια σαλικυλικών. Η ταυτόχρονη χρήση σαλικυλικών και κορτικοστεροειδών πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και τα δύο φάρμακα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για ανεπιθύμητες ενέργειες οφειλόμενες σε οιοδήποτε εκ των φαρμάκων αυτών.
Φάρμακα προκαλούντα ένδεια καλίου: Τα προκαλούντα απώλεια καλίου διουρητικά (π.χ.
θειαζίδες, φουροσεμίδη, εθακρινικό οξύ) καθώς και άλλα φάρμακα που προκαλούν ένδεια καλίου όπως η αμφοτερικίνη-Β μπορεί να ενισχύσουν την απώλεια καλίου που προκαλείται από τα γλυκοκορτικοστεροειδή ενώ σε ταυτόχρονη χορήγηση με δακτυλίτιδα υπάρχει κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού (από καλιοπενία). Το κάλιο του ορού του αίματος πρέπει να ελέγχεται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοστεροειδή και φάρμακα προκαλούντα ένδεια καλίου.
Αντιχολινεστερασικοί παράγοντες: Αλληλεπίδραση μεταξύ γλυκοκορτικοειδών και αντιχολινεστερασικών παραγόντων όπως οι ambenonium, noestigmine ή pyridostigmine (και προφανώς τα οργανοφωσφορικά αντιχολινεστερασικά φυτοφάρμακα) μπορεί να προκαλέσουν έντονη αδυναμία σε ασθενείς με myasthenia gravis. Εφ’ όσον είναι δυνατόν, τα αντιχολινεστερασικά φάρμακα πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή.
Εμβόλια και ανατοξίνες: Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την ανοσολογική αντίδραση, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια που περιέχουν ζωντανούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς. Επιπρόσθετα τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών που περιέχονται σε αραιωμένα εμβόλια, ενώ δόσεις μεγαλύτερες των φυσιολογικών μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κορτικοστεροειδή οι ασθενείς θα πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφ’ όσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε ασθενή που υποβάλλεται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή μπορεί να χρειαστεί η εκτέλεση ορολογικών δοκιμασιών προς επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης καθώς και επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή των ανατοξινών.
Αντιπηκτικά από του στόματος: Σπανίως έχει αναφερθεί ότι η κορτιζόνη αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος και ως εκ τούτου αυξάνει και την απαιτούμενη δόση αντιπηκτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν σταθερή δόση των φαρμάκων αυτών από το στόμα. Τα γλυκοκορτικοειδή μειώνουν ή ενισχύουν τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
Άλλες αλληλεπιδράσεις: Με εφεδρίνη μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών, με το οινόπνευμα ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους ενώ με την ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους διότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπογλυκαιμία και απορυθμίζουν τον σακχαρώδη διαβήτη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η ικανότητα των κορτικοστεροειδών να διαπερνούν τον πλακούντα ποικίλλει μεταξύ μεμονωμένων φαρμάκων, ωστόσο, σε ποντίκια, η βουδεσονίδη και/ή οι μεταβολίτες της έχει αποδειχθεί ότι διαπερνούν τον πλακούντα.
Σε έγκυα πειραματόζωα, η χορήγηση της βουδεσονίδης, όπως και άλλων κορτικοστεροειδών, σχετίζεται με ανωμαλίες της ανάπτυξης του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένης της υπερωιοσχιστίας, της καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης και επιδράσεων στη μεγέθυνση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα κορτικοστεροειδή καταλήγουν σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών, όπως υπερωιοσχιστία στον άνθρωπο. Ωστόσο, όταν χορηγούνται για παρατεταμένες περιόδους ή επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης.
Ο υποαδρεναλισμός μπορεί, θεωρητικά, να εμφανιστεί στο νεογνό μετά από προγεννητική έκθεση σε κορτικοστεροειδή, αλλά συνήθως υποχωρεί αυτόματα μετά τη γέννηση και είναι σπάνια κλινικά σημαντικός. Ωστόσο, όταν τα κορτικοστεροειδή είναι απαραίτητα, οι ασθενείς με φυσιολογική εγκυμοσύνη μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να μην είναι σε κατάσταση εγκυμοσύνης.
Ωστόσο, όπως ισχύει και στις περιπτώσεις άλλων φαρμάκων, για τη χορήγηση καψακίων βουδεσονίδης Budecol κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, πρέπει να συνεκτιμάται το όφελος από τη χρήση του φαρμάκου για τη μητέρα σε σχέση με τους κινδύνους για το έμβρυο.
Θηλασμός Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Η θεραπεία συντήρησης με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (200 ή 400 mcg δύο φορές ημερησίως)
σε ασθματικές θηλάζουσες γυναίκες οδηγεί σε αμελητέα συστηματική έκθεση των βρεφών που θηλάζουν στη βουδεσονίδη.
Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής, η εκτιμώμενη ημερήσια δόση στα νεογνά ήταν 0,3% της ημερήσιας μητρικής δόσης και για τα δύο επίπεδα δόσεων, και η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα σε βρέφη εκτιμάται ότι είναι 1/600η των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στο πλάσμα της μητέρας, υποθέτοντας πλήρη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα στα βρέφη. Οι συγκεντρώσεις βουδεσονίδης σε δείγματα πλάσματος βρεφών ήταν όλες κάτω από το όριο του ποσοτικού προσδιορισμού.
Με βάση τα δεδομένα από εισπνεόμενη βουδεσονίδη και το γεγονός ότι η βουδεσονίδη εμφανίζει γραμμικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες εντός του θεραπευτικού δοσολογικού μεσοδιαστήματος μετά την εισπνεόμενη, την από του στόματος και του ορθού χορήγηση, σε θεραπευτικές δόσεις βουδεσονίδης, η έκθεση του παιδιού που θηλάζει αναμένεται να είναι χαμηλή.
Τα βρέφη των μητέρων που λαμβάνουν υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις βουδεσονίδης μπορεί να έχουν ένα βαθμό καταστολής των επινεφριδίων.
Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν την συνέχιση της χορήγησης της βουδεσονίδης από του στόματος και από το ορθό κατά τη γαλουχία.
Να αποφεύγεται η χορήγηση κορτικοστεροειδών κατά την κύηση και γαλουχία ή σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία. Να χορηγούνται μόνον όταν τα πιθανά οφέλη υπεραντισταθμίζουν τις πιθανές βλαπτικές επιδράσεις στο έμβρυο ή το νεογέννητο.
Αν η μητέρα λαμβάνει θεραπευτικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά την κύηση υπάρχει κίνδυνος αναστολής της σωματικής ανάπτυξης του εμβρύου.
Νεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει κορτικοστεροειδή κατά την κύηση πρέπει μετά τη γέννηση να παρακολουθούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας.
Τα κορτικοστεροειδή ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα. Μπορεί να προκαλέσουν αναστολή της ανάπτυξης του θηλάζοντος βρέφους.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Budecol δεν έχουν καμία ή έχουν ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Παρόλο που οι οπτικές διαταραχές ανήκουν στις σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες, συνιστάται προσοχή στους ασθενείς που οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθοι ορισμοί ισχύουν για τη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορεί να εκτιμηθεί η συχνότητα με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου ανά συχνότητα και Κατηγορία Οργανικού Συστήματος
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνιες Μη γνωστής συχνότητας | Αναφυλακτική αντίδραση Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως αγγειοοίδημα |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Σπάνιες | Σημεία ή συμπτώματα της δράσης των συστηματικώς χορηγούμενων γλυκοκορτικοστεροειδών συμπεριλαμβανομένης της υπολειτουργίας των επινεφριδίων |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Γλαύκωμα, καταρράκτης συμπεριλαμβανομένου υποκαψικού καταρράκτη, όραση θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Κατάθλιψη |
| Μη συχνές | Ευερεθιστότητα, αϋπνία, άγχος | |
| Σπάνιες | Επιθετικότητα | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | Γαστρεντερικά ενοχλήματα, π.χ. μετεωρισμός, ναυτία, διάρροια δυσπεψία |
| Μη συχνές | Έλκος στομάχου ή δωδεκαδακτύλου | |
| Σπάνιες | Παγκρεατίτιδα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Δερματικές αντιδράσεις, π.χ. εξάνθημα, κνίδωση |
| Μη συχνές | Εκχύμωση | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Σπάνιες | Οστεονέκρωση |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη συχνές | Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα |
(SOC)
Οι περισσότερες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στην παρούσα ΠΧΠ μπορεί επίσης να αναμένονται για άλλες θεραπείες με γλυκοκορτικοειδή.
Περιγραφή επιλεγμένων Ανεπιθύμητων Ενεργειών Σε σπάνιες περιπτώσεις με την ορθική χορήγηση γλυκοκορτικοστεροειδών μπορεί να εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα της δράσης των συστηματικώς χορηγούμενων γλυκοκορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένης της υπολειτουργίας των επινεφριδίων. Οι δράσεις αυτές πιθανά, εξαρτώνται από την δόση, τον χρόνο θεραπείας, την συγχορήγηση και την προηγούμενη λήψη κορτικοστεροειδών, και την ευαισθησία του κάθε ατόμου.
Πολύ σπάνια μπορεί να εμφανιστεί ένα ευρύ φάσμα ψυχιατρικών/συμπεριφορικών επιδράσεων, όταν συνταγογραφούνται συστηματικά στεροειδή σε υψηλές δόσεις και για παρατεταμένες περιόδους (βλ. παράγραφο 4.4).
Διαταραχές ηλεκτρολυτών και ύδατος Κατακράτηση καλίου, κατακράτηση υγρών, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε επιρρεπή άτομα, απώλεια καλίου, υποκαλιαιμική αλκάλωση, υπέρταση Μυοσκελετικές Μυϊκή αδυναμία, μυοπάθεια από στεροειδή, μείωση της μυϊκής μάζας, οστεοπόρωση, συμπιεστικά κατάγματα των σπονδύλων, άσηπτη νέκρωση των κεφαλών του μηριαίου και του βραχιονίου, παθολογικά κατάγματα, των μακρών οστών Γαστρεντερικές Πεπτικό έλκος με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία, παγκρεατίτιδα, διάταση της κοιλίας, ελκώδης οισοφαγίτιδα Δερματολογικές Ελαφρός δασυτριχισμός, επιβράνδυση επουλώσεων τραυμάτων, λέπτυνση και αύξηση της ευθραυστότητας του δέρματος, πετέχειες και εκχυμώσεις, ερύθημα προσώπου, αύξηση εφιδρώσεως, πιθανή καταστολή δερμοαντιδράσεων Νευρολογικές Σπασμοί, αύξηση ενδοκρανιακής πίεσης με οίδημα της οπτικής θηλής (εικόνα ψευδοόγκου εγκεφάλου) συνήθως μετά τη θεραπεία, ίλιγγοι, κεφαλαλγία, ψυχωσικές εκδηλώσεις Ενδοκρινολογικές Διαταραχές της περιόδου, ανάπτυξη συνδρόμου του Cushing, αναστολή της ανάπτυξης στα παιδιά, δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική και υποφυσιακή έλλειψη ανταπόκρισης κυρίως σε περίοδο stress ως επί τραύματος, χειρουργικών επεμβάσεων ή άλλων νοσημάτων, μείωση της ανοχής των υδατανθράκων, κλινική εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδη διαβήτη, αύξηση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών φαρμάκων σε διαβητικούς ασθενείς Οφθαλμικές Οπίσθιος υποκαψικός καταρράκτης, αύξηση ενδοφθαλμίου πίεσης, γλαύκωμα, εξώφθαλμος Καρδιαγγειακές Ρήξη μυοκαρδίου επακόλουθη προσφάτου εμφράγματος του μυοκαρδίου (βλ. Προφυλάξεις)
Μεταβολικές Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου οφειλόμενο σε καταβολισμό των πρωτεϊνών και αρνητικό ισοζύγιο του ασβεστίου Διάφορες άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες Ευαισθησία στις λοιμώξεις και εξάπλωση μικροβιακών φλεγμονών, συγκάλυξη οξείας χειρουργικής κοιλίας (αθόρυβη περιτονίτιδα σε περιπτώσεις διάτρησης), Αναφυλακτικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας, θρομβοεμβολή, αύξηση βάρους, αυξημένη όρεξη, ναυτία, κακουχία, λόξυγγας.
Οι ακόλουθες επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή: Σπάνιες περιπτώσεις τύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής, αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος, υποδερμική ή δερματική ατροφία, στείρο απόστημα, έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: 213 2040337Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Αναφορές οξείας τοξικότητας και/ή θανάτου από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοστεροειδή είναι σπάνιες. Έτσι οξεία υπερδοσολογία με Budecol για υποκλυσμό, ακόμα και όταν χορηγηθεί σε υπερβολικά υψηλές δόσεις, δεν θεωρείται κλινικό πρόβλημα. Σε περίπτωση οξείας υπερδοσολογίας δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Εάν, κατά λάθος, ληφθούν από του στόματος υψηλές δόσεις διασπειρόμενων δισκίων (που χρησιμοποιούνται για παρασκευή Budecol υποκλυσμού), η θεραπεία περιλαμβάνει άμεση πλύση στομάχου ή πρόκληση εμέτου, ακολουθούμενη από υποστηρικτική και συμπτωματική αγωγή.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες που δρουν στο έντερο, Κορτικοστεροειδή τοπικώς δρώντα Κωδικός ΑΤC: A07E A06 Τοπική αντιφλεγμονώδης δράση Η βουδεσονίδη είναι ένα γλυκοκορτικοστεροειδές με ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης των γλυκοκορτικοστεροειδών στη θεραπεία της ελκώδους κολίτιδας δεν είναι πλήρως κατανοητός. Είναι πιθανώς σημαντικές οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, όπως αναστολή της απελευθέρωσης των φλεγμονωδών μεσολαβητών και αναστολή της υποκινούμενης από την μεσολάβηση των κιτοκινών αντίδρασης.
Άξονας Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια Στις προτεινόμενες δόσεις ο υποκλυσμός Budecol δεν ασκεί κλινικά σημαντικές αλλαγές στα βασικά επίπεδα της κορτιζόλης στο πλάσμα ούτε στην απάντηση μετά από διέγερση με ACTH. Η επίδραση κατά τις πρωινές ώρες στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της κορτιζόλης και της λειτουργίας των επινεφριδίων είναι σημαντικά μικρότερη συγκριτικά με την πρεδνιζολόνη 25 mg σε υποκλυσμό ημερησίως.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μια τεσσάρων εβδομάδων μονή-τυφλή τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με προϊόν αναφοράς, παράλληλων ομάδων μελέτη σύγκρινε την κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια υποκλυσμών γλυκοκορτικοστεροειδών σε 47 παιδιά με ελκώδη κολίτιδα. Τυχαιοποιήθηκαν 23 παιδιά (ηλικίας από 7-15 ετών), στα οποία χορηγήθηκε Budecol υποκλυσμός και 24 παιδιά (ηλικίας 6-15 ετών) στα οποία χορηγήθηκε Pred-Clysma υποκλυσμός. Η κύρια μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν η ύφεση, όπως προέκυψε από την ενδοσκοπική βελτίωση και απουσία κλινικών συμπτωμάτων ελκώδους κολίτιδας. Μετά από 4 εβδομάδες το ποσοστό ύφεσης ήταν 50% στην ομάδα του Budecol και 71% στην ομάδα του Pred-Clysma. Η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Η κύρια μεταβλητή ασφάλειας ήταν η καταστολή των επινεφριδίων, όπως προέκυψε από τις μεταβολές στα επίπεδα της κορτιζόλης στο πλάσμα μετά από διέγερση ACTH. Υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στο ποσοστό των ασθενών με κανονική λειτουργία των επινεφριδίων στην 4η εβδομάδα (Budecol 73%, Pred- Clysma 33%) (Μελέτη LD-008-0003).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η συστηματική διαθεσιμότητα μετά από την από του στόματος χορήγηση βουδεσονίδης είναι περίπου 10%. Μετά από χορήγηση από το ορθό Budecol σε υγιείς εθελοντές η συστηματική διαθεσιμότητα είναι περίπου 15% (κυμαίνεται από 3% σε 50%). Όπως αναμένεται από τα φάρμακα με υψηλό μεταβολισμό πρώτης διόδου που χορηγούνται από το ορθό, η μεταβλητότητα είναι μεγαλύτερη από την από του στόματος λήψη. Αυτό οφείλεται στις διαφορές που παρουσιάζει κάθε άτομο στην ορθική φλεβική παροχέτευση που καταλήγει στην δίοδο στο ήπαρ. Μετά από χορήγηση από το ορθό, η απορρόφηση της βουδεσονίδης είναι ταχεία και τελειώνει μέσα σε 3 ώρες.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής της βουδεσονίδης είναι περίπου 3 L /Κg. Η σύνδεση με τις πρωτεϊνες του πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ 85-90%. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά χορήγηση 2 mg βουδεσονίδης από το ορθό είναι 2-3 nmol/L (τα επίπεδα κυμαίνονται μεταξύ 1 και 9 nmol/L) και επιτυγχάνεται μέσα σε 1,5 ώρα.
Βιομετασχηματισμός Η ουσία υφίσταται εκτεταμένη βιομετατροπή (περίπου 90%) πρώτης διόδου στο ήπαρ σε μεταβολίτες χαμηλής γλυκοκορτικοστεροειδικής δραστικότητας. Η γλυκοκορτικοστεροειδική δραστικότητα των κυριοτέρων μεταβολιτών της βουδεσονίδης,
δηλ. της 6β-hydroxybudesonide και της 16α-hydroxy-prednisolone, είναι μικρότερη του 1% της βουδεσονίδης. Ο μεταβολισμός της βουδεσονίδης γίνεται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4, μιας υποομάδας του κυτοχρώματος P450.
Αποβολή Οι μεταβολίτες της βουδεσονίδης απεκκρίνονται αμετάβλητοι ή σε συζευγμένη μορφή κυρίως από τους νεφρούς. Δεν έχει ανιχνευθεί στα ούρα αμετάβλητη βουδεσονίδη. Η βουδεσονίδη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,2 L/min) και ο χρόνος ημίσειας ζωής της στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μεταξύ 2-3 ωρών.
Γραμμικότητα Η κινητική της βουδεσονίδης στις κλινικά χορηγούμενες δόσεις είναι δοσοεξαρτώμενη.
Στις συνιστώμενες δόσεις, η βουδεσονίδη δεν προκαλεί καμία ή προκαλεί μικρή καταστολή της κορτιζόλης στο πλάσμα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Αποτελέσματα από μελέτες υποξείας και χρόνιας τοξικότητας δείχνουν ότι οι συστηματικές επιδράσεις της βουδεσονίδης είναι λιγότερο σοβαρές ή παρόμοιες αυτών που παρατηρούνται μετά από τη χορήγηση και άλλων γλυκοκορτικοστεροειδών, π.χ. μειωμένη αύξηση του σωματικού βάρους και ατροφία λεμφικών ιστών και του φλοιού των επινεφριδίων.
Η βουδεσονίδη σε μελέτες μεταλλαξιογένεσης που έγιναν σε έξη διαφορετικά συστήματα ελέγχου δεν έδειξε κάποια μεταλλαξιογόνο ή μιτογενετική αντίδραση.
Αυξημένη συχνότητα εμφάνισης γλοιωμάτων του εγκεφάλου σε μελέτη καρκινογένεσης σε αρσενικούς αρουραίους δεν επαληθεύθηκε σε επαναληπτική μελέτη, στην οποία η συχνότητα εμφάνισης γλοιωμάτων δεν διέφερε μεταξύ των διαφόρων ομάδων αγωγής (βουδεσονίδη, πρεδνιζολόνη, ακετονικής τριαμσινολόνης) και των ομάδων ελέγχου.
Οι ηπατικές μεταβολές (πρωτοπαθή ηπατοκυτταρικά νεοπλάσματα) που διαπιστώθηκαν σε αρσενικούς αρουραίους στην αρχική μελέτη καρκινογένεσης, σημειώθηκαν εκ νέου στην επαναληπτική μελέτη τόσο με τη βουδεσονίδη όσο και τα γλυκοκορτικοστεροειδή αναφοράς.
Αυτά τα αποτελέσματα πιθανότατα συσχετίζονται με επίδραση στους υποδοχείς και επομένως αντιπροσωπεύουν κοινή δράση της γενικής κατηγορίας των γλυκοκορτικοστεροειδών (class effect).
Από την υπάρχουσα κλινική εμπειρία δεν υφίστανται ενδείξεις ότι η βουδεσονίδη ή άλλα γλυκοκορτικοστεροειδή προκαλούν γλοιώματα στον εγκέφαλο ή πρωτοπαθή ηπατοκυτταρικά νεοπλάσματα στον άνθρωπο.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Διασπειρόμενο δισκίο: Λακτόζη άνυδρη, φωσφορική ριβοφλαβίνη (E101), λακτόζη μονοϋδρική, κροσποβιδόνη, πυρίτιο κολλοειδές άνυδρο, μαγνήσιο στεατικό
Διάλυμα: Νάτριο χλωριούχο, παραϋδροξυβενζοϊκού νατρίου μεθυλεστέρας (E218), παραϋδροξυβενζοϊκού οξέος προπυλεστέρας (E216), ύδωρ κεκαθαρμένο
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25° C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κάθε Budecol υποκλυσμός αποτελείται από δύο στοιχεία: ένα διασπειρόμενο δισκίο και ένα διαλύτη, για την παρασκευή εναιωρήματος από του ορθού.
Τα διασπειρόμενα δισκία συσκευάζονται σε blister αλουμινίου. Ο διαλύτης συσκευάζεται σε πλαστικό φιαλίδιο LDPE με ρύγχος για χορήγηση από το ορθό. Ο τελικός περιέκτης αποτελείται από 7 διασπειρόμενα δισκία των 2,3 mg, 7 φιαλίδια με 115 ml διάλυμα για παρασκευή του υποκλυσμού, 7 ρύγχη (εφαρμογείς υποκλυσμού) και 7 πλαστικές σακούλες για να χρησιμοποιηθούν όταν εφαρμόζεται ο υποκλυσμός.
Κουτί με 7 δισκία και 7 πλαστικά φιαλίδια με διάλυμα για παρασκευή 7 υποκλυσμών, 7 ρύγχη (εφαρμογείς υποκλυσμού) και 7 πλαστικές σακούλες για να χρησιμοποιηθούν όταν εφαρμόζεται ο υποκλυσμός.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Για Οδηγίες χρήσης/χειρισμού βλ. παράγραφο 4.2.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Κάτοχος της Άδειας Κυκλοφορίας TILLOTTS PHARMA GmbH Warmbacher Strasse 80, 79618 Rheinfelden Γερμανία Toπικός διανομέας
ΑΝGELINI PHARMA HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ABEE ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ Τάκη Καβαλιεράτου 7, 145 64, Κηφισιά, Τηλ. 2106269200
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
23069/22-09-1994 9. HMEΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΈΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ 22-09-94 10. HMEΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ