Clinio Logo
Clinio
CIPROFLOXACIN-KABI › ΠΧΠ

CIPROFLOXACIN-KABI — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 12 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ciprofloxacin Kabi 200 mg/100 ml, διάλυμα για έγχυση Ciprofloxacin Kabi 400 mg/200 ml, διάλυμα για έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε ml διαλύματος για έγχυση περιέχει 2mg σιπροφλοξασίνης (ως hydrogen sulfate)

100 ml διάλυμα περιέχει 200 mg σιπροφλοξασίνης.

200 ml διάλυμα περιέχει 400 mg σιπροφλοξασίνης.

Έκδοχα με γνωστές δράσεις: Νάτριο Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Διάλυμα για έγχυση Διαυγές, άχρωμο διάλυμα pH διαλύματος: 4,0 έως 4,9

4. ΚΛΙΝΙΚEΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Ciprofloxacin Kabi, διάλυμα για έγχυση ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.1). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις διαθέσιμες πληροφορίες αντοχής στην σιπροφλοξασίνη πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.

Ενήλικες

• Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων:

- εξάρσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Στην έξαρση της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν κρίνεται ακατάλληλη η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για τη θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

- βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση ή στην βρογχοεκτασία.

- πνευμονία

• Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα.

• Οξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας, ειδικά εάν προκαλείται από Gram αρνητικά βακτήρια.

• Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών

- Οξεία πυελονεφρίτιδα

- Επιπλεγμένη πυελονεφρίτιδα

- Βακτηριακή προστατίτιδα

• Λοιμώξεις της γεννετικής οδού

- Επιδιδυμοορχίτιδα, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη Neisseria gonorrhoeae.

- Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων οφειλόμενων σε ευαίσθητα στελέχη Neisseria gonorrhoeae.

• Λοιμώξεις του γαστρεντερικού συστήματος (π.χ. διάρροια των ταξιδιωτών)

• Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις.

• Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων προκαλούμενων από Gram αρνητικά βακτήρια

• Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα.

• Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων.

• Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)

Η σιπροφλοξασίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό που πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη Παιδιά και έφηβοι

• Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις από Pseudomonas aeruginosa σε ασθενείς με κυστική ίνωση.

• Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα.

• Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)

Η σιπροφλοξασίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων σε παιδιά και εφήβους όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο από ιατρούς οι οποίοι είναι έμπειροι στην αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.1)

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δοσολογία καθορίζεται από την ένδειξη, τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης, την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη των οργανισμών που προκαλούν τη λοίμωξη, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και το σωματικό βάρος στα παιδιά και τους εφήβους.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου και την κλινική και βακτηριολογική πορεία.

Μετά από την ενδοφλέβια έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία μπορεί να αλλάξει σε από του στόματος θεραπεία με δισκία ή εναιώρημα, εάν ενδείκνυται κλινικά κατά την κρίση του ιατρού. Η ενδοφλέβια θεραπεία θα πρέπει να συνοδεύεται από την από του στόματος θεραπεία όσο το δυνατόν συντομότερα.

Σε σοβαρές περιπτώσεις ή εάν ο ασθενής, δεν μπορεί να λάβει δισκία (π.χ. ασθενείς σε εντερική σίτιση), συνιστάται η έναρξη θεραπείας με ενδοφλέβια σιπροφλοξασίνη μέχρι να είναι εφικτή η μετάβαση σε από του στόματος χορήγηση.

Η θεραπεία των λοιμώξεων λόγω συγκεκριμένων βακτηρίων (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter ή Staphylococci) μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις σιπροφλοξασίνης και συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Η θεραπεία κάποιων λοιμώξεων (π.χ. φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων) μπορεί να χρειάζεται συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες ανάλογα με τα εμπλεκόμενα παθογόνα.

2 οf 27

Ενήλικες

ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΣυνολική διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης αλλαγής σε θεραπεία από στόματος όσο το δυνατόν συντομότερα)
Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικούΟξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές7 έως 14 ημέρες
Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα400 mg τρείς φορές ημερησίως28 ημέρες έως 3 μήνες
Λοιμώξεις των ουροφόρων οδώνOξεία και επιπλεγμένη πυελονεφρίτιδα400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίως7 έως 21 ημέρες, μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο από 21 ημέρες σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (όπως αποστήματα)
Βακτηριακή προστατίτιδα400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίως2 έως 4 εβδομάδες (οξεία)
Λοιμώξεις των γεννητικών οργάνωνΕπιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη Neisseria gonorrhoeae400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίωςτουλάχιστον 14 ημέρες

Λοιμώξεις του Διάρροια προκαλούμενη 400 mg δυο φορές 1 ημέρα γαστρεντερικού από βακτηριακά ημερησίως συστήματος και παθογόνα ενδοκοιλιακές συμπεριλαμβανομένου λοιμώξεις του Shigella spp. άλλου από Shigella dysenteriae τύπου 1 και εμπειρική θεραπεία της σοβαρής διάρροιας των ταξιδιωτών 3 οf 27

Διάρροια προκαλούμενη από Shigella dysenteriae τύπος 1400 mg δυο φορές ημερησίως5 ημέρες
Διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae400 mg δυο φορές ημερησίως3 ημέρες
Τυφοειδής πυρετός400 mg δυο φορές ημερησίως7 ημέρες
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίως5 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων προκαλούμενων από Gram αρνητικά βακτήρια400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίωςμέγ. 3 μήνες
Ουδετεροπενικοί ασθενείς με πυρετό που πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα(ες) σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες.400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρείς φορές ημερησίωςΗ θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια της ουδετεροπενίας
Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που απαιτούν παρεντερική θεραπεία. Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης.400 mg δυο φορές ημερησίως60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis

Ένδειξη Ημερήσια δόση σε mg Συνολική διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης αλλαγής σε θεραπεία από στόματος όσο το δυνατόν συντομότερα)

Βρογχοπνευμονικές 10 mg/kg βάρους σώματος τρεις φορές την ημέρα 10 έως 14 ημέρες λοιμώξεις από με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.

Pseudomonas aeruginosa σε ασθενείς με κυστική ίνωση 4 οf 27

Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα6 mg/kg βάρους σώματος τρεις φορές την ημέρα έως 10 mg/kg βάρους σώματος τρεις φορές την ημέρα με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.10 έως 21 ημέρες
Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που απαιτούν παρεντερική θεραπεία Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης.10 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές την ημέρα έως 15 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis
Άλλες σοβαρές λοιμώξεις10 mg/kg βάρους σώματος τρείς φορές την ημέρα με μέγιστο 400 mg ανά δόση.Σύμφωνα με τον τύπο των λοιμώξεων

Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας πρέπει να λαμβάνουν μια δόση επιλεγμένη ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή.

Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Συνιστώμενες δόσεις έναρξης και διατήρησης για ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία:

Κάθαρση κρεατινίνης [ml/min/ 1,73m²]Κρεατινίνη ορού [μmol/l]Ενδοφλέβια δόση [mg]
> 60< 124Βλ. Συνήθης δοσολογία.
30-60124 έως 168200-400 mg κάθε 12h
< 30> 169200-400 mg κάθε 24h
Ασθενείς υπό αιμοδιάλυση> 169200-400 mg κάθε 24h (μετά την αιμοδιάλυση)
Ασθενείς υπό περιτοναϊκή κάθαρση> 169200-400 mg κάθε 24h

Σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Η δοσολογία σε παιδιά με επηρεασμένη νεφρική ή/και ηπατική λειτουργία δεν έχει μελετηθεί.

Τρόπος χορήγησης Το Ciprofloxacin Kabi πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν τη χρήση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν παρουσιάζει θολερότητα.

5 οf 27

Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση. Στα παιδιά, η διάρκεια της έγχυσης είναι 60 λεπτά.

Σε ενηλίκους ασθενείς, η διάρκεια της έγχυσης είναι 60 λεπτά για τα 400 mg Ciprofloxacin Kabi και 30 λεπτά για τα 200 mg Ciprofloxacin Kabi. Η βραδεία έγχυση σε μεγάλη φλέβα θα ελαχιστοποιήσει τη δυσφορία του ασθενούς και θα μειώσει τον κίνδυνο φλεβικού ερεθισμού.

Το διάλυμα για έγχυση μπορεί να εγχυθεί είτε απευθείας είτε μετά από ανάμειξη με άλλα συμβατά διαλύματα για έγχυση (βλ. παράγραφο 6.6).

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση

Η χρήση σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικές, νευρικές, ψυχιατρικές και συναισθηματικές διαταραχές) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου.

Το Ciprofloxacin πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο γιατρό τους για συμβουλές Ασθενείς με μυασθένεια gravis Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis, επειδή τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν (βλ. παράγραφο 4.8).

Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός της αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8)

Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα ή/και διαχωρισμό αορτής ή βαλβιδοπάθεια, ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης 6 οf 27

- τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσος του Behçet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως

- για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση ή σύνδρομο Sjӧgren) ή επιπροσθέτως

- για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα)

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.

Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram θετικά και αναερόβια παθογόνα Η σιπροφλοξασίνη ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου Streptococcus pneumoniae)

Η σιπροφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία λοιμώξεων από στρεπτόκοκκο, λόγω της μη επαρκούς αποτελεσματικότητάς της.

Λοιμώξεις των γεννητικών οδών Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου μπορεί να προκληθούν από στελέχη Neisseria gonorrhoeae ανθεκτικά στις φθοριοκινολόνες. Για την επιδυδιμοορχίτιδα και τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εμπειρικά μόνο σε συνδυασμό με άλλο κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα (π.χ. κάποια κεφαλοσπορίνη) εκτός εάν η ανθεκτικότητα του Neisseria gonorrhoeae στην σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκλειστεί. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση μετά από 3 ημέρες θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να επανεξεταστεί.

Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών Ανθεκτικότητα του Escherichia coli στις φθοριοκινολόνες – τα πιο συχνά παθογόνα που συνδέονται με λοιμώξεις των ουροφόρων οδών – ποικίλλει κατά πλάτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνιστάται στους ιατρούς να λάβουν υπόψη τους τον τοπικό επιπολασμό της αντοχής της Escherichia coli στις φθοριοκινολόνες κατά τη συνταγογράφηση.

Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σιπροφλοξασίνης σε θεραπεία μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.

Διάρροια των ταξιδιωτών Στην επιλογή της σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πληροφορίες ανθεκτικότητας στην σιπροφλοξασίνη στα ανάλογα παθογόνα των χωρών που έχει γίνει επίσκεψη.

Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων 7 οf 27

Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.

Εισπνοή ενεργού άνθρακα Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε δεδομένα in-vitro ευαισθησίας και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα για ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να αναφέρονται σε εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του ενεργού άνθρακα.

Διαταραχές στην όραση Εάν παρουσιαστούν προβλήματα στην όραση ή παρατηρηθούν οποιεσδήποτε επιδράσεις στα μάτια, θα πρέπει να αναζητηθεί η συμβουλή ενός ειδικού στην φροντίδα των ματιών.

H χρήση της σιπροφλοξασίνης στα παιδιά και στους εφήβους πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες οδηγίες. Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο από ιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους.

Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφάλειας από μια τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη για τη χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά (σιπροφλοξασίνη: n=335, μέση ηλικία = 6,3 έτη, συγκριτές:

n=349, μέση ηλικία = 6,2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη) αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετιζόμενα με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα) από την Ημέρα +42 της τάξης του 7,2% και 4,6%. Αντίστοιχα, η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση στο 1 έτος ήταν 9,0% και 5,7%. Η αύξηση των υποπτευόμενων σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας με το χρόνο δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των ομάδων. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις ή/και τον περιβάλλοντα ιστό (βλ. παράγραφο 4.8).

Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.

Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη λοιμώξεων των ουροφόρων οδών πρέπει να εξετάζεται όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης. Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1-17 ετών.

Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση της σιπροφλοξασίνης. Η χρήση της σιπροφλοξασίνης για ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυτές τις λοιμώξεις.

Υπερευαισθησία Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων μπορεί να εμφανιστούν μετά από μονήρη δόση (βλ. παράγραφο 4.8)

και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιας αντίδρασης, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και μια επαρκής ιατρική θεραπεία απαιτείται.

Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντων 8 οf 27

Η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση σιπροφλοξασίνης.

Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντων (ειδικά αλλά όχι αποκλειστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τενόντων είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντίτιδας.

Φωτοευαισθησία Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Σπασμοί Η σιπροφλοξασίνη όπως άλλες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις status epilepticus. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.8).

Ψυχιατρικές αντιδράσεις Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας ή την επιτυχημένη αυτοκτονία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί.

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους πριν συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν συμπτώματα νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).

Καρδιακές διαταραχές Θα πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά την χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QΤ, όπως για παράδειγμα:

- συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT

- ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.

Κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωσικά)

9 οf 27

- μη διορθωμένη ηλεκτρολυτική διαταραχή (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)

- καρδιακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)

Ηλικιωμένοι ασθενείς και γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις φαρμακευτικές αγωγές που λαμβάνονται για την παράταση του διαστήματος QT. Για τον λόγο αυτό πρέπει να ασκείται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης σε αυτούς τους πληθυσμούς.

(Βλ. Παράγραφο 4.2 Ηλικιωμένοι, παράγραφο 4.5, παράγραφο 4.8, παράγραφο 4.9)

Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (δείτε παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.

Γαστρεντερικό σύστημα Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι ενδεικτικό κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά (απειλητική για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί άμεσα και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία. Αντιπερισταλτικά φάρμακα αντενδείκνυνται σε αυτή την περίπτωση.

Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της σιπροφλοξασίνης (βλ. παράγραφο 4.8).

Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να ενυδατώνονται καλά και να αποφεύγεται η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων.

Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία Καθώς η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη μέσω της νεφρικής οδού απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2 ώστε να αποφευχθεί η αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω της συσσώρευσης σιπροφλοξασίνης.

Ηπατοχολικό σύστημα Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητικής για τη ζωή ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με την σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση οποιονδήποτε σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Έλλειψη της 6-φωσφορικής αφυδρογονάσης της γλυκόζης Έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις με την σιπροφλοξασίνη σε ασθενείς με έλλειψη 6- φωσφορικής αφυδρογονάσης της γλυκόζης. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το πιθανό όφελος εκτιμάται να υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται το ενδεχόμενο εμφάνισης αιμόλυσης.

Αντίσταση Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με σιπροφλοξασίνη τα βακτήρια που παρουσιάζουν αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να απομονωθούν, με ή χωρίς μια κλινικά φαινομενική υπερλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντοχή στη σιπροφλοξασίνη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και/ή λοιμώξεις προκαλούμενες από είδη Staphylococcus και Pseudomonas.

Κυτόχρωμα P450 10 οf 27

Η σιπροφλοξασίνη αναστέλλει το CYP1A2 και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση ορού των συγχορηγούμενων ουσιών που μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ.

θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ροπινιρόλη, τιζανιδίνη, ντουλοξετίνη, αγομελατίνη). Συνεπώς, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με την σιπροφλοξασίνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας, και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων ορού (π.χ. της θεοφυλλίνης) (βλ. παράγραφο 4.5). Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της τιζανιδίνης αντενδείκνυται.

Μεθοτρεξάτη Η ταυτόχρονη χρήση της σιπροφλοξασίνης με μεθοτρεξάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).

Αλληλεπίδραση με δοκιμές Η in-vitro δράση της ciprofloxacin έναντι του Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα από ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη.

Αντίδραση στο σημείο της ένεσης Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας ένεσης αναφέρθηκαν με την ενδοφλέβια χορήγηση σιπροφλοξασίνης. Αυτές οι αντιδράσεις είναι συχνότερες εάν η διάρκεια της έγχυσης είναι 30 λεπτά ή λιγότερο. Αυτές μπορεί να εμφανιστούν ως τοπικές δερματικές αντιδράσεις, οι οποίες εξαφανίζονται γρήγορα με την ολοκλήρωση της έγχυσης. Η μετέπειτα ενδοφλέβια χορήγηση δεν αντενδείκνυται, εκτός εάν οι αντιδράσεις επανεμφανιστούν ή επιδεινωθούν.

Φορτίο NaCl Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 347 mg νατρίου ανά 100 ml, που ισοδυναμεί με 17% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σιπροφλοξασίνη:

Φάρμακα που είναι γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QT Η σιπροφλοξασίνη όπως και άλλες φθοριοκινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.

Τάξης ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωτικά) (βλ.

παράγραφο 4.4).

Προβενεσίδη Η προβενεσίδη παρεμβάλλεται στη νεφρική απέκκριση της σιπροφλοξασίνης. Η συγχορήγηση της προβενεσίδης και της σιπροφλοξασίνης αυξάνει τις συγκεντρώσεις ορού της σιπροφλοξασίνης.

Μετοκλοπραμίδη Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης (από του στόματος) με αποτέλεσμα η συγκέντρωση στο πλάσμα να φτάνει στο μέγιστο σε λιγότερο χρόνο. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της σιπροφλοξασίνης.

Ομεπραζόλη Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης και φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ομεπραζόλη έχει ως αποτέλεσμα ελαφρά μείωση της C και της AUC της σιπροφλοξασίνης.

max Δράσεις της σιπροφλοξασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα:

Τιζανιδίνη 11 οf 27

H τιζανιδίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3). Σε μια κλινική μελέτη με υγιή άτομα, παρατηρήθηκε αύξηση στη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης (αύξηση της C : 7-πλάσια, εύρος: 4 έως 21-πλάσια, αύξηση της AUC: 10-πλάσια, εύρος: 6 έως 24-πλάσια) όταν max συγχορηγείται με τη σιπροφλοξασίνη. Η αυξημένη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης συσχετίζεται με μια συνεργική υποτασική και ηρεμιστική δράση.

Μεθοτρεξάτη Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί από τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης ενδεχομένως οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και στην αύξηση κινδύνου τοξικών αντιδράσεων συσχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη. Συνεπώς, η συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).

Θεοφυλλίνη Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη που σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη διάρκεια του συνδυασμού, πρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.4).

Άλλα παράγωγα ξανθίνης Με τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και καφεΐνης ή πεντοξυφυλλίνης (οξπεντιφυλλίνης), αναφέρθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις ορού αυτών των παραγώγων ξανθίνης.

Φαινυτοΐνη Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και φαινυτοΐνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα ορού της φαινυτοΐνης, τέτοια ώστε να συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου.

Κυκλοσπορίνη Παρατηρήθηκε μία παροδική αύξηση της συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού όταν χορηγήθηκαν ταυτόχρονα σιπροφλοξασίνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κυκλοσπορίνη. Ως εκ τούτου, είναι συχνά (δύο φορές την εβδομάδα) απαραίτητο να γίνεται έλεγχος των συγκεντρώσεων κρεατινίνης ορού σε αυτούς τους ασθενείς.

Ανταγωνιστές βιταμίνης Κ Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ μπορεί να ενισχύσει τις αντιπηκτικές του επιδράσεις.

Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς, έτσι ώστε η συμβολή της φθοριοκινολόνης στην αύξηση του INR (international normalised ratio) είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Το INR πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, φαινοπροκουμόνη ή φλουινδιόνη).

Γλιβενκλαμίδη Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης και φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν γλιβενκλαμίδη μπορεί να εντείνουν τη δράση της γλιβενκλαμίδης (υπογλυκαιμία).

Ντουλοξετίνη Σε κλινικές μελέτες, δείχθηκε ότι ταυτόχρονη χρήση ντουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP450 1Α2 ισοενζύμου όπως η φλουβοξαμίνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των AUC και C max της ντουλοξετίνης. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την πιθανή αλληλεπίδραση με σιπροφλοξασίνη παρόμοιες επιδράσεις μπορεί να αναμένονται με την ταυτόχρονη χορήγηση (βλ.

παράγραφο 4.4).

12 οf 27

Ροπινιρόλη Σε μια κλινική μελέτη καταδείχθηκε ότι η συγχορήγηση της ροπινιρόλης με σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της C και AUC της ροπινιρόλης κατά 60% και 84%, αντίστοιχα. Συνιστάται η παρακολούθηση της max ροπινιρόλης σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Λιδοκαΐνη Έχει δειχθεί σε υγιή άτομα ότι η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν λιδοκαΐνη με σιπροφλοξασίνη, έναν μέτριο αναστολέα του CYP450 1A2 ισοενζύμου, μειώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης κατά 22%. Αν και η θεραπεία με λιδοκαΐνη ήταν καλά ανεκτή, κατά την ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να εμφανιστεί μία πιθανή αλληλεπίδραση με σιπροφλοξασίνη που συσχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες.

Κλοζαπίνη Μετά από τη συγχορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης με κλοζαπίνη για 7 ημέρες, οι συγκεντρώσεις ορού της κλοζαπίνης και της N-δεσμεθυλκλοζαπίνης αυξήθηκαν κατά 29% και 31%, αντίστοιχα.

Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ρύθμιση της δοσολογίας της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Σιλντεναφίλη Τα C και AUC της σιλντεναφίλης αυξήθηκαν κατά δύο φορές περίπου σε υγιή άτομα μετά από μία max από του στόματος δόση των 50 mg που χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με 500 mg σιπροφλοξασίνης. Ως εκ τούτου, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την συνταγογράφηση σιπροφλοξασίνης ταυτόχρονα με σιλντεναφίλη, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη.

Αγομελατίνη Σε κλινικές μελέτες αποδείχθηκε ότι η φλουβοξαμίνη, ως ισχυρός αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, αναστέλλει σε σημαντικό βαθμό τον μεταβολισμό της αγομελατίνης, με αποτέλεσμα την αύξηση κατά 60 φορές της έκθεσης στην αγομελατίνη. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την πιθανή αλληλεπίδραση με την σιπροφλοξασίνη, έναν μέτριο αναστολέα του CYP450 1A2, μπορεί να αναμένονται παρόμοιες επιδράσεις κατά τη συγχορήγηση (βλ. «Κυτόχρωμα P450» στην παράγραφο 4.4).

Ζολπιδέμη Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της ζολπιδέμης στο αίμα, η ταυτόχρονη χορήγηση δεν συνιστάται.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Τα διαθέσιμα δεδομένα κατά τη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες δεν δείχνουν δυσπλασική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα από την σιπροφλοξασίνη. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα που εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο, συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φάρμακο θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον αρθρικό χόνδρο στον ανώριμο ανθρώπινο οργανισμό/έμβρυο (βλ.

παράγραφο 5.3).

Ως προληπτικό μέτρο, θα πρέπει κατά προτίμηση να αποφεύγεται η χρήση της σιπροφλοξασίνης κατά τη διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός 13 οf 27

Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Λόγω της νευρολογικής δράσης της, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να επηρεάσει το χρόνο αντίδρασης.

Συνεπώς, η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να μειωθεί.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (AΕ) είναι ναυτία, διάρροια, έμετος, παροδική αύξηση στις τρανσαμινάσες, εξάνθημα και αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσης.

Παρακάτω παρατίθενται ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του Ciprofloxacin Kabi (από του στόματος, ενδοφλέβια, και διαδοχική θεραπεία) ταξινομημένες ανά κατηγορίες συχνότητας. Η ανάλυση συχνότητας έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη από κοινού τόσο την από του στόματος όσο και την ενδοφλέβια χορήγηση της σιπροφλοξασίνης.

Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΜυκητιασικές επιλοιμώξεις

Διαταραχές του Ηωσινοφιλία Λευκοπενία Αιμολυτική αιμοποιητικού Αναιμία αναιμία και του Ουδετεροπενία Ακοκκιοκυττ λεμφικού Λευκοκυττάρωση αραιμία συστήματος Θρομβοπενία (απειλητική Θρομβοκυτταραι - για τη ζωή)

μία Πανκυτταρο πενία (απειλητική για τη ζωή)

Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή)

14 οf 27

Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑλλεργική αντίδραση Αλλεργικό οίδημα / ΑγγειοοίδημαΑναφυλακτικ ή αντίδραση, Αναφυλακτικ ό σοκ (απειλητικό για τη ζωή) (βλ. παράγραφο 4.4) Αντίδραση τύπου ορονοσίας 'serum sickness'
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΣύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικ ής Ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΑνορεξία, Μείωση της όρεξηςΥπεργλυκαιμία, Υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)Υπογλυκαιμικό κώμα (βλ. παράγραφο 4,4)

Ψυχιατρικές Ψυχοκινητική Σύγχυση και Ψυχωτικές Μανία, διαταραχές* υπερδιέγερση / αποπροσανατολισμ αντιδράσεις συμπερ.

ταραχή ός, Αγχωτικές (ενδεχομένω υπομανίας αντιδράσεις ς Αφύσικα όνειρα, κλιμακούμεν Κατάθλιψη η σε (ενδεχομένως αυτοκτονικό κλιμακούμενη σε ιδεασμό/σκέ αυτοκτονικό ψεις ή ιδεασμό/σκέψεις ή απόπειρα απόπειρα αυτοκτονίας αυτοκτονίας και και επιτυχημένη επιτυχημένη αυτοκτονία) (βλ. αυτοκτονία)

παράγραφο 4.4) (βλ.

Ψευδαισθήσεις παράγραφο 4.4 )

15 οf 27

Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος*Κεφαλαλγία Ζάλη Διαταραχές ύπνου Διαταραχές γεύσηςΠαραισθησία και δυσαισθησία Υπαισθησία Τρόμος Σπασμοί (συμπεριλαμβανομ ένου status epilecticus, βλ. παράγραφο 4.4) ΊλιγγοςΗμικρανία Διαταραγμέν ος συντονισμός Διαταραχές βάδισης Διαταραχές του νεύρου όσφρησης Ενδοκρανιακ ή υπέρταση και ψευδοόγκος εγκεφάλουΠεριφερική νευροπάθεια και πολυνευροπάθ εια (βλ. παράγραφο 4.4)
Οφθαλμικές διαταραχές*Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία)Οπτική χρωματική στρέβλωση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου*Εμβοές Απώλεια ακοής / Μείωση ακοής
Καρδιακές διαταραχές**ΤαχυκαρδίαΚοιλιακή αρρυθμία, torsades de pointes (αναφέρθηκαν κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για επιμήκυνση του διαστήματος QT), παρατεταμένο QT στο ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.9).

Αγγειοδιαστολή Αγγειακές Υπόταση Αγγειίτιδα διαταραχές** Συγκοπή 16 οf 27

Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΔύσπνοια (συμπεριλαμβανομ ένης ασθματικής κατάστασης)
Διαταραχές του γαστρεντερικούΝαυτία ΔιάρροιαΈμετος Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι Δυσπεψία ΜετεωρισμόςΚολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (πολύ σπάνια με πιθανή θανατηφόρα κατάληξη) (βλ. παράγραφο 4.4)Παγκρεατίτιδ α
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΑύξηση στις τρανσαμινάσες Αυξημένη χολερυθρίνηΜείωση της ηπατικής λειτουργίας Χολοστατικός ίκτερος ΗπατίτιδαΝέκρωση του ήπατος (πολύ σπάνια εξελισσόμεν η σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του Εξάνθημα Αντιδράσεις Πετέχεια Οξεία δέρματος και Κνησμός φωτοευαισθησίας Πολύμορφο γενικευμένη του υποδόριου Κνίδωση (βλ. παράγραφο ερύθημα εξανθηματική ιστού 4.4) Οζώδες φλυκταίνωση ερύθημα (AGEP), Σύνδρομο Φαρμακευτική Stevens- αντίδραση με Johnson ηωσινοφιλία (εν δυνάμει και απειλητικό συστηματικά για συπτώματα τη ζωή) (DRESS)

Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (εν δυνάμει απειλητική για τη ζωή)

17 οf 27

Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1 000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10 000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10 000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού*Μυοσκελετικός πόνος (π.χ. πόνος των άκρων, ραχιαλγία, θωρακικός πόνος) ΑρθραλγίαΜυαλγία, Αρθρίτιδα, Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπεςΜυϊκή αδυναμία Τενοντίτιδα Ρήξη τενόντων (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παράγραφο 4.4) Επιδείνωση των συμπτωμάτω ν της μυασθένειας gravis (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΜειωμένη νεφρική λειτουργίαΝεφρική ανεπάρκεια Αιματουρία Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4) Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης*Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσης (μόνο ενδοφλέβια χορήγηση)Αδυναμία, ΠυρετόςΟίδημα, Εφίδρωση (υπεριδρωσία)
ΈρευνεςΑύξηση στην αλκαλική φωσφατάση αίματοςΑυξημένη αμυλάσηΔιεθνές κανονικοποιημ ένο πηλίκο αυξημένο (σε ασθενείς υπό θεραπεία με ανταγωνιστές της Βιταμίνης

18 οf 27

Κ)

*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία, κατάθλιψη, κόπωση, διαταραχή της μνήμης, διαταραχές του ύπνου, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).

** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν υψηλότερη κατηγορία συχνότητας στις υποομάδες ασθενών που λαμβάνουν ενδοφλέβια ή διαδοχική θεραπεία (ενδοφλέβια θεραπεία σε από στόματος θεραπεία):

ΣυχνέςΈμετος, Παροδική αύξηση στις τρανσαμινάσες, Εξάνθημα
Όχι συχνέςΘρομβοπενία, Θρομβοκυττάρωση, Σύγχυση και αποπροσανατολισμός, Ψευδαισθήσεις, Παραισθησία και δυσαισθησία, Σπασμοί, Ίλιγγος, Διαταραχές όρασης, Απώλεια ακοής, Ταχυκαρδία, Αγγειοδιαστολή, Υπόταση, Παροδική μείωση της ηπατικής λειτουργίας, Χολοστατικός ίκτερος, Νεφρική ανεπάρκεια, Οίδημα.
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενία, Καταστολή του μυελού των οστών, Αναφυλακτική καταπληξία, Ψυχωτικές αντιδράσεις, Ημικρανία, Διαταραχές του νεύρου όσφρησης, Μειωμένη ακοή, Αγγειίτιδα, Παγκρεατίτιδα, Ηπατική νέκρωση, Πετέχεια, Ρήξη τενόντων.

Παιδιατρικοί ασθενείς Η προαναφερόμενη επίπτωση αρθροπάθειας (αρθραλγία, αρθρίτιδα), αφορά δεδομένα που συλλέχθηκαν σε μελέτες με ενηλίκους. Στα παιδιά, αρθροπάθεια αναφέρεται ότι εμφανίζεται συχνά (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (για την Ελλάδα), Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr ή στις Φαρμακευτικές 19 οf 27

Υπηρεσίες (για την Κύπρο) Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ: +357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.

4.9 Υπερδοσολογία

Υπερδοσολογία των 12 g αναφέρθηκε ότι οδήγησε σε ήπια συμπτώματα τοξικότητας. Σοβαρή υπερδοσολογία των 16 g αναφέρθηκε ότι προκάλεσε οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Συμπτώματα Στα συμπτώματα υπερδοσολογίας συμπεριλαμβάνονται ζάλη, τρόμος, κεφαλαλγία, κόπωση, σπασμοί, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, κοιλιακή δυσφορία, μειωμένη νεφρική και ηπατική λειτουργία, καθώς και κρυσταλλουρία και αιματουρία.

Αναφέρθηκε αναστρέψιμη νεφρική τοξικότητα.

Διαχείριση Πέρα από τα συνήθη μέτρα έκτακτης ανάγκης, π.χ. κοιλιακή εκκένωση ακολουθούμενη από ιατρικό άνθρακα, συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου pH και οξύτητας των ούρων, εάν απαιτείται, για την αποφυγή κρυσταλλουρίας. Αντιόξινα που περιέχουν ασβέστιο ή μαγνήσιο μπορεί θεωρητικά να μειώσουν την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης σε υπερδοσολογία.

Μόνο μια μικρή ποσότητα σιπροφλοξασίνης (<10%) απεκκρίνεται μέσω αιμοδιαπίδυσης ή περιτοναϊκής κάθαρσης.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εφαρμοστεί συμπτωματική θεραπεία. Θα πρέπει να γίνεται παρακολούθηση με ΗΚΓ, λόγω της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές Ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φθοριοκινολόνη, κωδικός ATC: J01MA02 Μηχανισμός δράσης:

Ως αντιβακτηριακός παράγοντας φθοριοκινολόνης, η βακτηριοκτόνος δράση της σιπροφλοξασίνης προκύπτει από την αναστολή τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου II (DNA-γυράση) όσο και της τοποϊσομεράσης IV, που απαιτούνται για τη βακτηριακή αντιγραφή DNA, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις:

Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται κυρίως από τη σχέση μεταξύ της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (C ) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της σιπροφλοξασίνης για ένα max αντιβακτηριακό παράγοντα του αντίστοιχου μικροοργανισμού και τη σχέση μεταξύ της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) και της MIC, αντίστοιχα.

Μηχανισμός αντίστασης:

In-vitro αντίσταση στην ciprofloxacin μπορεί να αποκτάται μέσω βηματικής διεργασίας από μεταλλάξεις του τόπου-στόχου τόσο στην DNA-γυράση, όσο και στην τοποϊσομεράση IV. Ο βαθμός διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ της σιπροφλοξασίνης και άλλων φθοροκινολονών που προκύπτει είναι ποικίλος. Μονήρεις μεταλλάξεις μπορεί να μην προκαλούν κλινική αντίσταση, αλλά πολλαπλές 20 οf 27

μεταλλάξεις γενικά προκαλούν κλινική αντίσταση σε πολλές ή όλες τις δραστικές ουσίες εντός της τάξης.

Μηχανισμοί αντίστασης υπό μορφή αδιαπερατότητας ή/και αντλίας εξαγωγής της δραστικής ουσίας μπορεί να έχουν μεταβλητή δράση στην ευαισθησία στις φθοροκινολόνες, η οποία εξαρτάται από τις φυσιοχημικές ιδιότητες των διαφόρων δραστικών ουσιών εντός της τάξης και από τη συγγένεια των συστημάτων μεταφοράς για κάθε δραστική ουσία. Όλοι οι in-vitro μηχανισμοί αντίστασης παρατηρούνται συχνά στα κλινικά στελέχη. Οι μηχανισμοί αντίστασης που αδρανοποιούν άλλα αντιβιοτικά, όπως φραγμός διαπερατότητας (συχνά στο Pseudomonas aeruginosa) και μηχανισμοί εξαγωγής μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στην σιπροφλοξασίνη. Έχει αναφερθεί ότι η μεσολαβούμενη αντίσταση πλασμιδίου κωδικοποιείται από qnr γονίδια.

Φάσμα της αντιβακτηριακής δράσης:

Οριακές τιμές διαχωρίζουν τα ευαίσθητα στελέχη από τα μετρίως ευαίσθητα στελέχη και τα τελευταία από τα ανθεκτικά στελέχη:

EUCAST Κλινικές Οριακές τιμές (V 7.1, σε ισχύ από 2017-03-10)

ΜικροοργανισμοίΕυαίσθητοιΑνθεκτικοί
EnterobacteriaS ≤ 0,25 mg/LR > 0,5 mg/L
PseudomonasS ≤ 0,5 mg/LR > 0,5 mg/L
AcinetobacterS ≤ 1 mg/LR > 1 mg/L
Staphylococcus spp.1S ≤ 1 mg/LR > 1 mg/L
Haemophilus influenzaeS ≤ 0,6 mg/LR > 0,6 mg/L
Moraxella catarrhalisS ≤ 0,5 mg/LR > 0,5 mg/L
Neisseria gonorrhoeaeS ≤ 0,03 mg/LR > 0,06 mg/L
Neisseria meningitidis2S ≤ 0,03 mg/LR > 0,06 mg/L
Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδηS ≤ 0,25 mg/LR > 0,5 mg/L

1 Οι οριακές τιμές βασίζονται σε θεραπεία υψηλής δόσης (0,4 g x 3 i.v.)

2 Οι οριακές τιμές ισχύουν μόνο για χρήση στην προφύλαξη της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου.

Ο επιπολασμός επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, και είναι επιθυμητή η διάθεση πληροφοριών τοπικά σχετικά με την ανθεκτικότητα, ειδικά όταν πρόκειται για θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις ανάγκες, πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών όταν ο τοπικός επιπολασμός ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι αμφίβολη.

Ομαδοποιήσεις σχετικών ειδών σύμφωνα με την ευαισθησία στην σιπροφλοξασίνη (για τα είδη Streptococcus παράγραφο 4.4).

ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Bacillus anthracis (1)

Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Aeromonas spp.

Brucella spp.

Citrobacter koseri Francisella tularensis Haemophilus ducreyi 21 οf 27

Haemophilus influenzae* Legionella spp.

Moraxella catarrhalis* Neisseria meningitidis Pasteurella spp.

Salmonella spp.* Shigella spp. * Vibrio spp.

Yersinia pestis Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Mobiluncus Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia trachomatis ($)

Chlamydia pneumoniae ($)

Mycoplasma hominis ($)

Mycoplasma pneumoniae ($)

ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis ($)

Staphylococcus spp. *(2)

Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Acinetobacter baumannii+ Burkholderia cepacia +* Campylobacter spp.+* Citrobacter freundii* Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae * Escherichia coli* Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae* Morganella morganii* Neisseria gonorrhoeae* Proteus mirabilis* Proteus vulgaris* Providencia spp.

Pseudomonas aeruginosa* Pseudomonas fluorescens Serratia marcescens* Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Peptostreptococcus spp.

Propionibacterium acnes ΕΝΔΟΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Actinomyces Enteroccus faecium Listeria monocytogenes Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Αναμένονται όπως αναγράφονται παραπάνω Άλλοι μικροοργανισμοί 22 οf 27

Mycoplasma genitalium Ureaplasma urealitycum * Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις + Ποσοστό αντίστασης ≥ 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ ($): Φυσική μέτρια ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης.

(1): Μελέτες έχουν διενεργηθεί σε πειραματικές λοιμώξεις ζώων λόγω εισπνοής σπόρων Bacillus anthracis, οι οποίες αποκαλύπτουν ότι η έναρξη αντιβιοτικών νωρίς μετά την έκθεση αποτρέπει την εμφάνιση της νόσου, εάν η θεραπεία γίνεται μέχρι τη μείωση του αριθμού των σπόρων στον οργανισμό υπό τη δόση για τη λοίμωξη. Η συνιστώμενη χρήση σε ανθρώπους βασίζεται αρχικά στην in-vitro ευαισθησία και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα ανθρώπων. Διάρκεια θεραπείας δύο μηνών σε ενηλίκους με από του στόματος χορηγούμενη σιπροφλοξασίνη στην ακόλουθη δόση, 500 mg δύο φορές ημερησίως, θεωρείται αποτελεσματική για την πρόληψη της λοίμωξης με άνθρακα στους ανθρώπους. Ο θεράπων ιατρός πρέπει να ανατρέξει στα εθνικά ή/και διεθνή έγγραφα σχετικά με τη (2): θεραπεία του άνθρακα.

Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus πολύ συχνά εκφράζουν συνδυασμένη αντίσταση στις φθοροκινολόνες. Το ποσοστό αντίστασης στη μεθικιλλίνη είναι γύρω στο 20 έως 50% μεταξύ όλων των ειδών των σταφυλοκόκκων, και είναι συνήθως υψηλότερο σε νοσοκομειακά στελέχη.

5.2 Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά την ενδοφλέβια έγχυση σιπροφλοξασίνης, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού επετεύχθησαν στο τέλος της έγχυσης. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της σιπροφλοξασίνης ήταν γραμμικές στο εύρος δόσης μέχρι 400 mg, χορηγούμενης ενδοφλέβια.

Η σύγκριση των φαρμακοκινητικών παραμέτρων για αγωγή ενδοφλέβιας δόσης δύο φορές και τρεις φορές την ημέρα δεν έδειξε σημεία συσσώρευσης του φαρμάκου για την σιπροφλοξασίνη και τους μεταβολίτες της.

Ενδοφλέβια έγχυση 60 λεπτών 200 mg σιπροφλοξασίνης ή από στόματος χορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης, και τα δύο χορηγούμενα κάθε 12 ώρες, έδωσαν ισοδύναμη περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) χρόνου συγκέντρωσης ορού.

Ενδοφλέβια έγχυση 60 λεπτών 400 mg σιπροφλοξασίνης κάθε 12 ώρες ήταν βιοϊσοδύναμη με από στόματος δόση 500 mg κάθε 12 ώρες, όσον αφορά την AUC.

Η ενδοφλέβια δόση 400 mg χορηγούμενη σε διάρκεια 60 λεπτών κάθε 12 ώρες είχε ως αποτέλεσμα C παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε με από στόματος δόση 750 mg.

max Έγχυση 60 λεπτών 400 mg σιπροφλοξασίνης κάθε 8 ώρες είναι ισοδύναμη όσον αφορά την AUC με 750 mg από στόματος αγωγή χορηγούμενη κάθε 12 ώρες.

Κατανομή Η δέσμευση της σιπροφλοξασίνης με πρωτεΐνες είναι χαμηλή (20-30%), και η ουσία είναι παρούσα στο πλάσμα κυρίως σε μη ιονισμένη μορφή και έχει μεγάλο όγκο κατανομής σταθεροποιημένης κατάστασης 2 – 3 l/kg βάρους σώματος. Η σιπροφλοξασίνη φθάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις σε μια ποικιλία ιστών όπως ο πνεύμονας (επιθηλιακό υγρό, κυψελιδικά μακροφάγα, ιστός βιοψίας), οι παραρρινικές κοιλότητες, και σε φλεγμονώδεις βλάβες (υγρό φυσαλίδων από κανθαρίδες), και η 23 οf 27

ουρογεννητική οδός (ούρα, προστάτης, ενδομήτριο) όπου επιτυγχάνονται συνολικές συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν εκείνες των συγκεντρώσεων πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός Αναφέρθηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις τεσσάρων μεταβολιτών που αναγνωρίστηκαν ως:

δεσαιθυλενοσιπροφλοξασίνη (M 1), σουλφοσιπροφλοξασίνη (M 2), οξοσιπροφλοξασίνη (M 3) και φορμυλσιπροφλοξασίνη (M 4). Οι μεταβολίτες εμφανίζουν in-vitro αντιμικροβιακή δράση, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από ότι η μητρική ουσία.

Είναι γνωστό ότι η σιπροφλοξασίνη είναι μέτριος αναστολέας των ισοενζύμων CYP 450 1A2.

Αποβολή Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη σε μεγάλο βαθμό μέσω της νεφρικής οδού και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω των κοπράνων.

Απέκκριση της σιπροφλοξασίνης (% της δόσης)
Ενδοφλέβια χορήγηση
ΟύραΚόπρανα
Σιπροφλοξασίνη61,515,2
Μεταβολίτες (M -M ) 1 49,52,6

Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 180-300 ml/kg/h και η ολική κάθαρση από το σώμα κυμαίνεται μεταξύ 480-600 ml/kg/h. Η σιπροφλοξασίνη υπόκειται σε σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση. Σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία οδηγεί σε αυξημένη ημίσεια ζωή της σιπροφλοξασίνης έως και 12 ώρες.

Η μη νεφρική κάθαρση της σιπροφλοξασίνης οφείλεται κυρίως στην ενεργό διεντερική απέκκριση, και στο μεταβολισμό. 1% της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού. Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στη χολή σε υψηλές συγκεντρώσεις.

Τα δεδομένα των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα.

Σε μια μελέτη σε παιδιά, οι Cmax και AUC δεν ήταν εξαρτώμενες από την ηλικία (άνω του ενός έτους). Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική αύξηση στις Cmax και AUC με πολλαπλές δόσεις (10 mg/kg τρεις φορές την ημέρα).

Σε 10 παιδιά με σοβαρή σηψαιμία, η Cmax ήταν 6,1 mg/l (εύρος 4,6 – 8,3 mg/l) μετά από ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας σε 10 mg/kg, σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους συγκριτικά με 7,2 mg/l (εύρος 4,7 – 11,8 mg/l) για παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών. Οι τιμές AUC ήταν 17,4 mg*h/l (εύρος 11,8 – 32,0 mg*h/l) και 16,5 mg*h/l (εύρος 11,0 – 23,8 mg*h/l) στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες.

Αυτές οι τιμές εμπίπτουν στο αναφερόμενο εύρος για ενηλίκους στις θεραπευτικές δόσεις. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιατρικό πληθυσμό ασθενών με διάφορες λοιμώξεις, η προβλεπόμενη μέση ημίσεια ζωή στα παιδιά είναι περίπου 4-5 ώρες και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου εναιωρήματος κυμαίνεται από 50 έως 80%.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

24 οf 27

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερους κινδύνους για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ δόσης, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης ή τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Όπως και άλλες κινολόνες, η σιπροφλοξασίνη είναι φωτοτοξική στα ζώα σε κλινικά σχετικά επίπεδα έκθεσης. Δεδομένα για την ενδεχόμενη φωτομεταλλαξιογόνο/φωτοκαρκινογόνο δράση δείχνουν χαμηλή φωτομεταλλαξιογόνο ή φωτοογκογόνο δράση της σιπροφλοξασίνης σε πειράματα in-vitro και σε ζώα. Αυτή η δράση ήταν συγκρίσιμη με εκείνη άλλων αναστολέων της γυράσης.

Ανοχή από τις αρθρώσεις:

Όπως αναφέρθηκε για άλλους αναστολείς της γυράσης, η σιπροφλοξασίνη προκαλεί βλάβη στις μεγάλες φέρουσες το βάρος αρθρώσεις σε ανώριμα ζώα. Η έκταση της βλάβης στους χόνδρους ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το είδος και τη δόση, μπορεί να μειωθεί εάν αφαιρεθεί το βάρος από τις αρθρώσεις. Μελέτες σε ώριμα ζώα (αρουραίος, σκύλος) δεν αποκάλυψαν σημεία βλαβών στους χόνδρους. Σε μια μελέτη σε νεαρούς σκύλους beagle, η σιπροφλοξασίνη προκάλεσε σοβαρές μεταβολές στις αρθρώσεις σε θεραπευτικές δόσεις μετά από δύο εβδομάδες θεραπείας, οι οποίες μπορούσαν να παρατηρηθούν και μετά από 5 μήνες.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Νάτριο χλωριούχο Θειϊκό οξύ Υδροξείδιο του νατρίου για προσαρμογή του pH Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Το διάλυμα έγχυσης πρέπει πάντα να χορηγείται ξεχωριστά, εκτός εάν η συμβατότητα με άλλα διαλύματα/φάρμακα έχει επιβεβαιωθεί. Οι οπτικές ενδείξεις της ασυμβατότητας είναι, για παράδειγμα, κατακρήμνιση, θόλωση και αποχρωματισμός. Η ασυμβατότητα παρατηρείται με όλα τα διαλύματα/φάρμακα έγχυσης τα οποία είναι φυσικά ή χημικά ασταθή στο pH του διαλύματος (π.χ.

πενικιλλίνη, διαλύματα ηπαρίνης), ιδίως σε συνδυασμό με διαλύματα που προσαρμόζονται σε αλκαλικό pH (pH των διαλυμάτων σιπροφλοξασίνης: 4,0 – 4,9).

6.3 Διάρκεια ζωής

Σάκος πολυολεφίνης με εξωτερικό περίβλημα από αλουμίνιο (σάκοι Freeflex)

Ciprofloxacin Kabi 200 mg/100 ml και Ciprofloxacin Kabi 400 mg/200 ml διάλυμα για έγχυση:

24 μήνες Φιάλες πολυαιθυλενίου (KabiPac)

Ciprofloxacin Kabi 200 mg/100 ml και Ciprofloxacin Kabi 400 mg/200 ml διάλυμα για έγχυση:

36 μήνες Από μικροβιολογικής άποψης το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Αν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως ο χρόνος αποθήκευσης και οι συνθήκες αποθήκευσης που έχουν προηγηθεί της χρήσης του είναι ευθύνη του χρήστη.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

25 οf 27

Μην ψύχετε ή καταψύχετε.

Κρατήστε το σάκο έγχυσης μαζί με το εξωτερικό περίβλημα μέχρι να είναι έτοιμο προς χρήση ώστε να προστατεύεται από το φως.

Κρατήστε τη φιάλη έγχυσης στο εξωτερικό κουτί μέχρι να είναι έτοιμο προς χρήση ώστε να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες φύλαξης του φαρμακευτικού προϊόντος βλ. παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διαυγής, εύκαμπτος σάκος πολυολεφίνης με εξωτερικό περίβλημα από αλουμίνιο (σάκοι Freeflex) ή φιάλες πολυαιθυλενίου (KabiPac).

Ciprofloxacin Kabi 200mg/100ml διάλυμα για έγχυση:

Μεγέθη συσκευασιών:

1, 5, 10, 12, 20, 30 ή 40 σάκοι.

1, 5, 10, 12, 20, 25, 30 ή 40 φιάλες.

Ciprofloxacin Kabi 400mg/200ml διάλυμα για έγχυση:

Μεγέθη συσκευασιών:

1, 5, 10, 12, 20, 30 ή 40 σάκοι.

1, 5, 10, 12, 20, 30 ή 40 φιάλες.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλα τα μεγέθη συσκευασιών.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός.

Χρησιμοποιείτε μόνον διαυγή διαλύματα και ακέραιους περιέκτες.

Για μία μόνον χρήση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Να χρησιμοποιηθεί αμέσως μετά το άνοιγμα του σάκου/φιάλης.

Μην προετοιμάζετε προσμίξεις μέσα σε γυάλινες φιάλες.

Το Ciprofloxacin Kabi είναι συμβατό με ισοτονικό διάλυμα χλωριούχου νατρίου, διάλυμα Ringer’s, διάλυμα Ringer’s lactate, 50mg/ml (5%) ή 100mg/ml (10%) διάλυμα γλυκόζης και 50mg/ml (5%)

διάλυμα γλυκόζης με 2,25 mg/ml (0,225%) ή 4,5 mg/ml (0,45%) διαλύματος χλωριούχου νατρίου. Η συμβατότητα με αυτά τα διαλύματα έχει αποδειχθεί σε εύρος διάλυσης 1+1 και 1+4, που ανταποκρίνεται σε συγκεντρώσεις σιπροφλοξασίνης 0,4 με 1 mg/ml. Εκτός και αν η συμβατότητα έχει αποδειχθεί, το διάλυμα για έγχυση θα πρέπει πάντα να χορηγείται χωριστά (βλέπε επίσης παράγραφο 6.2).

Το ανασυσταθέν διάλυμα πρέπει να ελέγχεται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν την χορήγηση. Το ανασυσταθέν διάλυμα είναι διαυγές και άχρωμο.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

FRESENIUS KABI HELLAS A.E.

Λ. Μεσογείων 354 153 41 Αγ. Παρασκευή Τηλ.: +30 210-6542909 Fax: +30 210-6548909 Email: fkhinfo@fresenius-kabi.com Τοπικός αντιπρόσωπος του ΚΑΚ στην Κύπρο Innopro Healthcare Ltd 26 οf 27

Γιάννου Κρανιδιώτη 185, Λατσιά 2234, Λευκωσία Κύπρος Τηλ. +357 22483000

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ελλάδα:

Ciprofloxacin Kabi 200mg/100ml: 11623/27-1-2014 Ciprofloxacin Kabi 400mg/200ml: 11624/27-1-2014 Κύπρος:

Ciprofloxacin Kabi 200mg/100ml: 20160 Ciprofloxacin Kabi 400mg/200ml: 20159

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ /ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ελλάδα:

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 26 Σεπτεμβρίου 2007 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 27 Ιανουαρίου 2014 Κύπρος:

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 22 Φεβρουαρίου 2008 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 16 Νοεμβρίου 2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ελλάδα:

Κύπρος:

27 οf 27

Πηγή: eof:2705202_SPC_2705202_9.pdf