Clinio Logo
Clinio

CIPROFLOXACIN-VIOSER — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 12 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε ml διαλύματος για έγχυση περιέχει 2 mg σιπροφλοξασίνης.

100 ml διαλύματος για έγχυση περιέχουν 200 mg σιπροφλοξασίνης.

200 ml διαλύματος για έγχυση περιέχουν 400 mg σιπροφλοξασίνης.

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση: κάθε ml διαλύματος για έγχυση περιέχει 3,724 mg (0,162 mmol)

νατρίου.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Διάλυμα για έγχυση.

Διαυγές, άχρωμο διάλυμα, ελεύθερο από ξένα σωματίδια.

Η τιμή του pH του διαλύματος για έγχυση κυμαίνεται από 3,9 έως 4,5.

Η ωσμωμοριακότητα κατά βάρος του διαλύματος βρίσκεται μεταξύ 270 – 320 mOsm/kg.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

Ενήλικες

• Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων:

- Παροξύνσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.

Στις παροξύνσεις της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, το Ciprofloxacin/VIOSER πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλο να χρησιμοποιηθούν άλλοι αντιβακτηριακοί παράγοντες που συνιστώνται συχνά για τη θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

- βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση ή στην βρογχεκτασία

- πνευμονία

• Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα

• Οξεία παρόξυνση χρόνιας παραρρινοκολπίτιδας, ειδικά εάν προκαλείται από Gram αρνητικά βακτήρια

• Οξεία πυελονεφρίτιδα

• Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών

• Βακτηριακή προστατίτιδα

• Μη επιπλεγμένη οξεία κυστίτιδα Το Ciprofloxacin/VIOSER πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλο να χρησιμοποιηθούν άλλοι αντιβακτηριακοί παράγοντες που συνιστώνται συχνά για τη θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

• Λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος

- Ορχεοεπιδιδυμίτιδα , συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων από Neisseria gonorrhoeae με σχετική ευαισθησία.

- γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα από Neisseria gonorrhoeae με σχετική ευαισθησία.

- φλεγμονώδης νόσος της πυέλου συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων από Neisseria

gonorrhoeae με σχετική ευαισθησία.

• Λοιμώξεις του γαστρεντερικού συστήματος (π.χ. διάρροια των ταξιδιωτών)

• Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις

• Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων που έχουν προκληθεί από Gram-αρνητικά βακτήρια

• Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα

• Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων

• Πνευμονικός άνθρακας (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)

Η σιπροφλοξασίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό που πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη Παιδιά και έφηβοι

• Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις από Pseudomonas aeruginosa σε ασθενείς με κυστική ίνωση

• Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα

• Πνευμονικός άνθρακας (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)

Η σιπροφλοξασίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων σε παιδιά και εφήβους όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο από ιατρούς οι οποίοι είναι έμπειροι στην αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης και/ή των σοβαρών λοιμώξεων σε παιδιά και εφήβους (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1)

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στις διαθέσιμες πληροφορίες αντίστασης στην σιπροφλοξασίνη πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δοσολογία καθορίζεται από την ένδειξη, τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης, την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη του(των) οργανισμού(ών) που προκαλούν τη λοίμωξη, τη νεφρική λειτουργία του ασθενή και το σωματικό βάρος στα παιδιά και τους εφήβους.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου και την κλινική και βακτηριολογική πορεία.

Μετά από την ενδοφλέβια έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία μπορεί να αλλάξει σε από στόματος θεραπεία με δισκία ή εναιώρημα, εάν ενδείκνυται κλινικά κατά την κρίση του ιατρού. Η ενδοφλέβια θεραπεία πρέπει να ακολουθείται από την από στόματος θεραπεία όσο το δυνατόν συντομότερα.

Σε σοβαρές περιπτώσεις ή εάν ο ασθενής δεν μπορεί να λάβει δισκία (π.χ. ασθενείς σε εντερική σίτιση), συνιστάται η έναρξη θεραπείας με ενδοφλέβια σιπροφλοξασίνη μέχρι να είναι εφικτή η μετάβαση σε από στόματος χορήγηση.

Η θεραπεία των λοιμώξεων από συγκεκριμένα βακτήρια (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter ή Staphylococci) μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις σιπροφλοξασίνης και συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Η θεραπεία κάποιων λοιμώξεων (π.χ. φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων) μπορεί να χρειάζεται συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες ανάλογα με τα εμπλεκόμενα παθογόνα.

Ενήλικες

ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΣυνολική διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης αλλαγής σε θεραπεία από στόματος όσο το δυνατόν συντομότερα)
Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΟξεία παρόξυνση χρόνιας παραρρινοκολπίτιδας400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις των ώτωνΧρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα400 mg τρεις φορές ημερησίως28 ημέρες έως 3 μήνες
Λοιμώξεις των ουροφόρων οδώνΕπιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως7 έως 21 ημέρες, μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο από 21 ημέρες σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (όπως αποστήματα)
Μη επιπλεγμένη κυστίτιδα200 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg δύο φορές ημερησίως3 ημέρες
Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία εφάπαξ δόση 400 mg
Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα από Neisseria gonorrhoeae με σχετική ευαισθησία400 mg ως εφάπαξ δόση1 ημέρα (εφάπαξ δόση)
Βακτηριακή προστατίτιδα400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως2 έως 4 εβδομάδες (οξεία)
Λοιμώξεις του γεννητικου συστήματοςΟρχεοεπιδιδυμίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίωςτουλάχιστον 14 ημέρες
Λοιμώξεις του γαστρεντερικού συστήματος και ενδοκοιλιακές λοιμώξειςΔιάρροια προκαλούμενη από βακτηριακά παθογόνα συμπεριλαμβανομένου του Shigella spp. εκτός από Shigella dysenteriae τύπου 1 και εμπειρική θεραπεία της σοβαρής διάρροιας των ταξιδιωτών400 mg δυο φορές ημερησίως1 ημέρα
ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΣυνολική διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης αλλαγής σε θεραπεία από στόματος όσο το δυνατόν συντομότερα)
Διάρροια προκαλούμενη από Shigella dysenteriae τύπου 1400 mg δυο φορές ημερησίως5 ημέρες
Διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae400 mg δυο φορές ημερησίως3 ημέρες
Τυφοειδής πυρετός400 mg δυο φορές ημερησίως7 ημέρες
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως5 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίως7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίωςμέγ. 3 μήνες
Ουδετεροπενικοί ασθενείς με πυρετό για τον οποίο υπάρχει υποψία ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα(ες) σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες.400 mg δυο φορές ημερησίως έως 400 mg τρεις φορές ημερησίωςΗ θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια της ουδετεροπενίας
Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που απαιτούν παρεντερική θεραπεία. Η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή την επιβεβαίωση της έκθεσης.400 mg δυο φορές ημερησίως60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis
ΈνδειξηΗμερήσια δόση σε mgΣυνολική διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης αλλαγής σε θεραπεία από στόματος όσο το δυνατόν συντομότερα)
Κυστική ίνωση10 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορές ημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.10 έως 14 ημέρες
ΈνδειξηΗμερήσια δόση σε mgΣυνολική διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης αλλαγής σε θεραπεία από στόματος όσο το δυνατόν συντομότερα)
Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα6 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορές ημερησίως έως 10 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορές ημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.10 έως 21 ημέρες
Θεραπευτική αγωγή μετά από έκθεση για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που απαιτούν παρεντερική θεραπεία. Η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης.10 mg/kg σωματικού βάρους δυο φορές ημερησίως έως 15 mg/kg σωματικού βάρους δύο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis
Άλλες σοβαρές λοιμώξεις10 mg/kg σωματικού βάρους τρεις φορές ημερησίως με μέγιστο τα 400 mg ανά δόση.Σύμφωνα με τον τύπο των λοιμώξεων

Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν μια δόση επιλεγμένη ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή.

Ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Συνιστώμενες δόσεις έναρξης και συντήρησης για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία:

Κάθαρση κρεατινίνης [ml/min/1,73 m²]Κρεατινίνη ορού [μmol/l]Ενδοφλέβια δόση [mg]
> 60< 124Βλ. συνήθη δοσολογία
30-60124 έως 168200-400 mg κάθε 12 h
< 30> 169200-400 mg κάθε 24 h
Ασθενείς σε αιμοδιύλιση> 169200-400 mg κάθε 24 h (μετά την διύλιση)
Ασθενείς σε περιτοναιοδιύλιση> 169200-400 mg κάθε 24 h

Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Η δοσολογία σε παιδιά με μειωμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία δεν έχει μελετηθεί.

Τρόπος χορήγησης Το Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση πρέπει να ελέγχεται οπτικά πριν τη χρήση.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν παρουσιάζει θολερότητα.

Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση. Στα παιδιά, η διάρκεια της έγχυσης είναι 60 λεπτά.

Σε ενηλίκες ασθενείς, η διάρκεια της έγχυσης είναι 60 λεπτά για τα 400 mg Ciprofloxacin/VIOSER διάλυμα για έγχυση και 30 λεπτά για τα 200 mg Ciprofloxacin/VIOSER διάλυμα για έγχυση. Η βραδεία έγχυση σε μεγάλη φλέβα θα ελαχιστοποιήσει τη δυσφορία του ασθενούς και θα μειώσει τον κίνδυνο φλεβικού ερεθισμού.

Το διάλυμα για έγχυση μπορεί να εγχυθεί είτε απευθείας είτε μετά από ανάμειξη με άλλα συμβατά διαλύματα για έγχυση (βλέπε παράγραφο 6.6).

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χρήση σιπροφλοξασίνης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικό και αισθητήριο) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.

Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram θετικά και αναερόβια παθογόνα Η σιπροφλοξασίνη ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις(συμπεριλαμβανομένου Streptococcus pneumoniae)

Η σιπροφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία στρεπτοκοκκικών λοιμώξεων, λόγω της μη επαρκούς αποτελεσματικότητάς της.

Λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος Ορχεοεπιδιδυμίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου μπορεί να προκληθούν από ανθεκτικό στις φθοριοκινολόνες Neisseria gonorrhoeae.

Για την ορχεοεπιδιδυμίτιδα και τις φλεγμονώδεις νόσους της πυέλου, η εμπειρική χρήση της σιπροφλοξασίνης μπορεί να εξεταστεί μόνο σε συνδυασμό με άλλο κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα (π.χ. κεφαλοσπορίνη), εκτός μπορεί να αποκλειστεί το Neisseria gonorrhoeae που είναι ανθεκτικό στην σιπροφλοξασίνη. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση μετά από 3 ημέρες θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να επανεξεταστεί.

Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών Η αντίσταση του Escherichia coli στις φθοριοκινολόνες – του παθογόνου που εμπλέκεται πιο συχνά στις επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών – ποικίλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνιστάται στους συνταγογράφους να λάβουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της αντίστασης της Escherichia coli στις φθοριοκινολόνες.

Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα Η θεραπεία λοιμώξεων των ουροφόρων οδών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να εξετάζεται όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης. Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1-17 ετών.

Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σιπροφλοξασίνης σε θεραπεία

μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.

Διάρροια των ταξιδιωτών Κατά την επιλογή της σιπροφλοξασίνης πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πληροφορίες αντίστασης στην σιπροφλοξασίνη στα ανάλογα παθογόνα των χωρών όπου έχει γίνει επίσκεψη.

Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.

Πνευμονικός άνθρακας Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε δεδομένα in-vitro ευαισθησίας και σε πειραματικά δεδομένα για ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα για ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να αναφέρονται σε εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα συναίνεσης σχετικά με τη θεραπεία του άνθρακα.

H χρήση της σιπροφλοξασίνης στα παιδιά και στους εφήβους πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες οδηγίες. Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να ξεκινάει μόνο από ιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους.

Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφάλειας από μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή μελέτη για τη χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά (σιπροφλοξασίνη: n=335, μέση ηλικία = 6,3 έτη, ομάδα σύγκρισης: n=349, μέση ηλικία = 6,2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη) αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετιζόμενα με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα) έως την Ημέρα +42 της τάξης του 7,2% και 4,6%.

Αντίστοιχα, η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση για 1 έτος ήταν 9,0% και 5,7%. Η αύξηση των υποπτευόμενων σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας σε σχέση με τον χρόνο δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των ομάδων. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις και/ή τον περιβάλλοντα ιστό (βλ. παράγραφο 4.8).

Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.

Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση της Η χρήση της σιπροφλοξασίνης για ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη.

Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυτές τις λοιμώξεις.

Υπερευαισθησία Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων μπορεί να εμφανιστούν μετά από εφάπαξ δόση (βλ. παράγραφο 4.8)

και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιας αντίδρασης, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και απαιτείται επαρκής ιατρική θεραπεία.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα Η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς

για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ, παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.

Ασθενείς με μυασθένεια gravis Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis, επειδή τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν (βλ. παράγραφο 4.8)

Ανεύρυσμα και διαχωρισμός αορτής Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής μετά τη λήψη φθοριοκινολονών, ιδίως στον γηραιότερο πληθυσμό.

Συνεπώς, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή για τους ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό της αορτής (π.χ. σύνδρομο Marfan, αγγειακό σύνδρομο Ehlers-Danlos, αρτηρίτιδα Takayasu, γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, νόσο του Behcet, υπέρταση, γνωστή αρτηριοσκλήρυνση).

Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, τον θώρακα ή τη ράχη, συνιστάται στους ασθενείς να συμβουλεύονται αμέσως γιατρό σε τμήμα επειγόντων περιστατικών.

Διαταραχές στην όραση Εάν παρουσιαστούν προβλήματα στην όραση ή παρατηρηθούν οποιεσδήποτε επιδράσεις στα μάτια, πρέπει να αναζητηθεί άμεσα η συμβουλή ενός ειδικού στην φροντίδα των ματιών.

Φωτοευαισθησία Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Στους ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να δίδεται η συμβουλή να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Σπασμοί Η σιπροφλοξασίνη όπως άλλες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις status epilepticus. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.8).

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Συνιστάται σε ασθενείς σε θεραπεία με σιπροφλοξασίνη να ενημερώνουν τον γιατρό τους πριν συνεχίσουν τη θεραπεία εάν εμφανιστούν συμπτώματα νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).

Ψυχιατρικές αντιδράσεις

Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας ή την "επιτυχή" αυτοκτονία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί.

Καρδιακές διαταραχές Πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά την χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QΤ, όπως για παράδειγμα:

- συγγενές σύνδρομο μακρού QT

- ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.

αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά)

- μη διορθωμένη ηλεκτρολυτική διαταραχή (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)

- καρδιακή νόσο (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις φαρμακευτικές αγωγές που παρατείνουν το διάστημα QT. Για τον λόγο αυτό πρέπει να ασκείται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς (βλ. παραγράφους 4.2 ηλικιωμένοι ασθενείς, 4.5, 4.8 και 4.9).

Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.8), συνήθως σε ηλικιωμένους διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.

Γαστρεντερικό σύστημα Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι ένδειξη κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά (απειλητική για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί άμεσα και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία. Αντιπερισταλτικά φάρμακα αντενδείκνυνται σε αυτή την περίπτωση.

Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της σιπροφλοξασίνης (βλ. παράγραφο 4.8).

Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να ενυδατώνονται καλά και να αποφεύγεται η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων.

Μειωμένη νεφρική λειτουργία Καθώς η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη μέσω της νεφρικής οδού απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2, ώστε να αποφευχθεί η αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω της συσσώρευσης σιπροφλοξασίνης.

Ηπατοχολικό σύστημα Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητικής για τη ζωή ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση οποιονδήποτε σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Ανεπάρκεια της 6-φωσφορικής αφυδρογονάσης της γλυκόζης Έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις με την σιπροφλοξασίνη σε ασθενείς με ανεπάρκεια 6- φωσφορικής αφυδρογονάσης της γλυκόζης. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το πιθανό όφελος εκτιμάται να υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται το ενδεχόμενο εμφάνισης αιμόλυσης.

Αντίσταση Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με σιπροφλοξασίνη, τα βακτήρια που παρουσιάζουν αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να απομονωθούν, με ή χωρίς μια κλινικά φαινομενική.

επιλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και/ή λοιμώξεις προκαλούμενες από είδη Staphylococcus και Pseudomonas.

Κυτόχρωμα P450 Η σιπροφλοξασίνη αναστέλλει το CYP1A2 και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση στον ορό των συγχορηγούμενων ουσιών που μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ.

θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη,ροπινιρόλη, τιζανιδίνη, ντουλοξετίνη, αγομελατίνη). Συνεπώς, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με την σιπροφλοξασίνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας, και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων στον ορό (π.χ. της θεοφυλλίνης) (βλ. παράγραφο 4.5). Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της τιζανιδίνης αντενδείκνυται.

Μεθοτρεξάτη Η ταυτόχρονη χρήση της σιπροφλοξασίνης με μεθοτρεξάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).

Αλληλεπίδραση με δοκιμές Η in vitro δράση της σιπροφλοξασίνης έναντι του Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα από ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη.

Αντίδραση της θέσης ένεσης Τοπικές αντιδράσεις της θέσης ενδοφλέβιας ένεσης αναφέρθηκαν με την ενδοφλέβια χορήγηση σιπροφλοξασίνης. Αυτές οι αντιδράσεις είναι συχνότερες εάν η διάρκεια της έγχυσης είναι 30 λεπτά ή λιγότερο. Αυτές μπορεί να εμφανιστούν ως τοπικές δερματικές αντιδράσεις, οι οποίες εξαφανίζονται γρήγορα με την ολοκλήρωση της έγχυσης. Η μετέπειτα ενδοφλέβια χορήγηση δεν αντενδείκνυται, εκτός εάν οι αντιδράσεις επανεμφανιστούν ή επιδεινωθούν.

Φορτίο νατρίου Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,724 mg νατρίου ανά 1 ml.

Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml (φιάλη 100 ml)

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 372,4 mg νατρίου ανά 100 ml, που ισοδυναμεί με 19% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml (φιάλη 200 ml)

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 744,8 mg νατρίου ανά 200 ml, που ισοδυναμεί με 37% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Η μέγιστη ημερήσια δόση αυτού του προϊόντος ισοδυναμεί με 112% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου μέσω διατροφής.

Το Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση θεωρείται ότι έχει υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ειδικά για τα άτομα που βρίσκονται σε δίαιτα με χαμηλή πρόσληψη άλατος.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σιπροφλοξασίνη:

Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT Η σιπροφλοξασίνη, όπως και άλλες φθοριοκινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε

ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.

αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά) (βλ.

παράγραφο 4.4).

Προβενεσίδη Η προβενεσίδη παρεμβάλλεται στη νεφρική απέκκριση της σιπροφλοξασίνης. Η συγχορήγηση της προβενεσίδης και της σιπροφλοξασίνης αυξάνει τις συγκεντρώσεις της σιπροφλοξασίνης στον ορό.

Επιδράσεις της σιπροφλοξασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα:

Τιζανιδίνη H τιζανιδίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3). Σε μια κλινική μελέτη με υγιή άτομα, παρατηρήθηκε αύξηση στη συγκέντρωση της τιζανιδίνης στον ορό (αύξηση της C : 7πλάσια, εύρος: 4 έως 21πλάσια, αύξηση της AUC: 10πλάσια, εύρος: 6 έως 24πλάσια) όταν max συγχορηγείται με τη σιπροφλοξασίνη. Η αυξημένη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης συσχετίζεται με μια ενισχυμένη υποτασική και ηρεμιστική επίδραση.

Μεθοτρεξάτη Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί από τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης, ενδεχομένως οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και στην αύξηση κινδύνου τοξικών αντιδράσεων συσχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).

Θεοφυλλίνη Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη που σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη διάρκεια του συνδυασμού, πρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.4).

Άλλα παράγωγα ξανθίνης Με τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και καφεΐνης ή πεντοξυφυλλίνης (οξπεντιφυλλίνης), αναφέρθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις ορού αυτών των παραγώγων ξανθίνης.

Φαινυτοΐνη Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και φαινυτοΐνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα ορού της φαινυτοΐνης, τέτοια ώστε να συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου.

Κυκλοσπορίνη Παρατηρήθηκε μία παροδική αύξηση της συγκέντρωσης κρεατινίνης ορού όταν χορηγήθηκαν ταυτόχρονα σιπροφλοξασίνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κυκλοσπορίνη. Ως εκ τούτου, είναι συχνά (δύο φορές την εβδομάδα) απαραίτητο να γίνεται έλεγχος των συγκεντρώσεων κρεατινίνης ορού σε αυτούς τους ασθενείς.

Ανταγωνιστές βιταμίνης Κ Ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ μπορεί να ενισχύσει τις αντιπηκτικές του επιδράσεις. Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς, έτσι ώστε η συμβολή της σιπροφλοξασίνης στην αύξηση του INR (διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης) είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Το INR πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, φαινπροκουμόνη ή φλουινδιόνη).

Ντουλοξετίνη Σε κλινικές μελέτες, καταδείχθηκε ότι ταυτόχρονη χρήση ντουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP450 1Α2 ισοενζύμου όπως η φλουβοξαμίνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των AUC και C max της ντουλοξετίνης. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την πιθανή αλληλεπίδραση

με σιπροφλοξασίνη, παρόμοιες επιδράσεις μπορούν να αναμένονται με την ταυτόχρονη χορήγηση (βλ.

παράγραφο 4.4).

Ροπινιρόλη Σε μια κλινική μελέτη καταδείχθηκε ότι η συγχορήγηση της ροπινιρόλης με σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της C και AUC της ροπινιρόλης κατά 60% και 84%, αντίστοιχα. Συνιστάται η παρακολούθηση της max ροπινιρόλης σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Λιδοκαΐνη Έχει καταδειχθεί σε υγιή άτομα ότι η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν λιδοκαΐνη με σιπροφλοξασίνη, έναν μέτριο αναστολέα του CYP450 1A2 ισοενζύμου, μειώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης κατά 22%. Αν και η θεραπεία με λιδοκαΐνη ήταν καλά ανεκτή, κατά την ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να εμφανιστεί μία πιθανή αλληλεπίδραση με σιπροφλοξασίνη που συσχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες.

Κλοζαπίνη Μετά από τη συγχορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης με κλοζαπίνη για 7 ημέρες, οι συγκεντρώσεις της κλοζαπίνης και της N-δεσμεθυλκλοζαπίνης στον ορό αυξήθηκαν κατά 29% και 31%, αντίστοιχα.

Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ρύθμιση της δοσολογίας της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Σιλντεναφίλη Τα C και AUC της σιλδεναφίλης αυξήθηκαν κατά δύο φορές περίπου σε υγιή άτομα μετά από μία max από στόματος δόση των 50 mg που χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με 500 mg σιπροφλοξασίνης. Ως εκ τούτου, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την συνταγογράφηση σιπροφλοξασίνης ταυτόχρονα με σιλντεναφίλη, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη.

Αγομελατίνη Σε κλινικές μελέτες αποδείχθηκε ότι η φλουβοξαμίνη, ως ισχυρός αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, αναστέλλει σε σημαντικό βαθμό τον μεταβολισμό της αγομελατίνης, με αποτέλεσμα την αύξηση κατά 60 φορές της έκθεσης στην αγομελατίνη. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την πιθανή αλληλεπίδραση με την σιπροφλοξασίνη, έναν μέτριο αναστολέα του CYP450 1A2, μπορούν να αναμένονται παρόμοιες επιδράσεις κατά τη συγχορήγηση (βλ.

«Κυτόχρωμα P450» στην παράγραφο 4.4).

Ζολπιδέμη Η συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της ζολπιδέμης στο αίμα, οπότε δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Τα διαθέσιμα δεδομένα κατά τη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες δεν δείχνουν δυσπλασική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα από την σιπροφλοξασίνη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα που εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο, συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φάρμακο θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον αρθρικό χόνδρο στον ανώριμο ανθρώπινο οργανισμό/έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).

Σαν προληπτικό μέτρο,είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της σιπροφλοξασίνης κατά τη διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα Δεν διατίθενται δεδομένα σε ανθρώπους για την επίδραση της σιπροφλοξασίνης στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα. Μελέτες γονιμότητας που έγιναν σε ζώα δεν αποκάλυψαν ενδείξεις βλάβης.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Ciprofloxacin/VIOSER 2 mg/ml διάλυμα για έγχυση έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Λόγω της νευρολογικής δράσης της, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να επηρεάσει το χρόνο αντίδρασης. Συνεπώς, η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να μειωθεί.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (AΕ) είναι ναυτία, διάρροια, έμετος, παροδική αύξηση τρανσαμινασών, εξάνθημα και αντιδράσεις της θέσης ένεσης και έγχυσης.

Παρακάτω παρατίθενται ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία τις σιπροφλοξασίνης (από στόματος, ενδοφλέβια, και διαδοχική θεραπεία)

ταξινομημένες ανά κατηγορίες συχνότητας. Η ανάλυση συχνότητας έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη από κοινού δεδομένα τόσο από την από στόματος όσο και από την ενδοφλέβια χορήγηση της

Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΜυκητιασικές επιλοιμώξεις
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΗωσινοφιλίαΛευκοπενία Αναιμία Ουδετεροπενία Λευκοκυττάρωση Θρομβοπενία ΘρομβοκυττάρωσηΑιμολυτική αναιμία Ακοκκιοκυττ αραιμία Πανκυτταρο πενία (απειλητική για τη ζωή) Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή)
Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑλλεργική αντίδραση Αλλεργικό οίδημα/ αγγειοοίδημαΑναφυλακτικ ή αντίδραση, Αναφυλακτικ ή καταπληξία( απειλητικό για τη ζωή) (βλ. παράγραφο 4.4) Αντίδραση τύπου ορονοσίας
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικ ής ορμόνης (SIADH)
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχέςΜειωμένη όρεξηΥπεργλυκαιμία, Υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)Υπογλυκαιμικό κώμμα (βλ.παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές*Ψυχοκινητική υπερδραστηριότη τα/διέγερσηΣύγχυση και αποπροσανατολισμ ός Αγχωτικές αντιδράσεις Μη φυσιολογικά όνειρα Κατάθλιψη (ενδεχομένως κλιμακούμενης σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή απόπειρα αυτοκτονίας και "επιτυχής"αυτοκτο νία) (βλ. παράγραφο 4.4) ΨευδαισθήσειςΨυχωσικές αντιδράσεις (ενδεχομένω ς κλιμακούμεν ων σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέ ψεις ή απόπειρα αυτοκτονίας και "επιτυχής"αυ τοκτονία) (βλ. παράγραφο 4.4)Μανία, συμπεριλαμβα νομένης υπομανίας
Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος*Κεφαλαλγία Ζάλη Διαταραχές ύπνου Διαταραχές γεύσηςΠαραισθησία και δυσαισθησία Υπαισθησία Τρόμος Σπασμοί (συμπεριλαμβανομ ένου status epilepticus, βλ. παράγραφο 4.4) ΊλιγγοςΗμικρανία Διαταραγμέν ος συντονισμός Διαταραχές βάδισης Διαταραχές του οσφρητικού νεύρου Ενδοκρανιακ ή υπέρταση και ψευδοόγκος εγκεφάλουΠεριφερική νευροπάθεια και πολυνευροπάθ εια (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του οφθαλμού*Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία)Οπτική χρωματική στρέβλωση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου*Εμβοές Απώλεια ακοής/ έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
Καρδιακές διαταραχέςΤαχυκαρδίαΚοιλιακή αρρυθμία και torsades de pointes (αναφέρθηκαν κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT), παρατεταμένο QT στο ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.9).
Αγγειακές διαταραχέςΑγγειοδιαστολή Υπόταση ΣυγκοπήΑγγειίτιδα
Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίουΔύσπνοια (συμπεριλαμβανομ ένης ασθματικής κατάστασης)
Γαστρεντερικές διαταραχέςΝαυτία ΔιάρροιαΈμετος Γαστρεντερικά και κοιλιακά άλγη Δυσπεψία ΜετεωρισμόςKολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (πολύ σπάνια με πιθανή θανατηφόρα κατάληξη) (βλ. παράγραφο 4.4)Παγκρεατίτιδ α
Ηπατοχολικές διαταραχέςΑύξηση των τρανσαμινασών Αυξημένη χολερυθρίνηΗπατική δυσλειτουργία Χολοστατικός ίκτερος ΗπατίτιδαΗπατική νέκρωση (πολύ σπάνια εξελισσόμεν η σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημα Κνησμός ΚνίδωσηΑντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4)Πετέχειες Πολύμορφο ερύθημα Οζώδες ερύθημα Σύνδρομο Stevens- Johnson (ενδεχομένω ς απειλητικό για τη ζωή) Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (εν δυνάμει απειλητική για τη ζωή)Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
Κατηγορία / Οργανικό σύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1 000Πολύ σπάνιες < 1/10.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού*Μυοσκελετικός πόνος(π.χ. πόνος των άκρων, οσφυαλγία , θωρακικό άλγος) ΑρθραλγίαΜυαλγία Αρθρίτιδα Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπεςΜυϊκή αδυναμία Τενοντίτιδα Ρήξη τένοντα (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παράγραφο 4.4) Παρόξυνση των συμπτωμάτω ν της μυασθένειας gravis (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματοςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρική ανεπάρκεια Αιματουρία Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4) Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης*Αντιδράσεις της θέσης ένεσης και έγχυσης (μόνο ενδοφλέβια χορήγηση)Εξασθένιση ΠυρετόςΟίδημα Εφίδρωση (υπεριδρωσία)
ΔιερευνήσειςΑύξηση στην αλκαλική φωσφατάση αίματοςΑυξημένη αμυλάσηΑυξημένη διεθνής ομαλοποιημέν η σχέση (σε ασθενείς υπό θεραπεία με ανταγωνιστές της Βιταμίνης Κ)

*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως και μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων

αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνος των άκρων, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία και νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (που περιλαμβάνουν διαταραχές ύπνου, άγχος, προσβολές πανικού, κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό), επηρεασμένη μνήμη και συγκέντρωση, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν υψηλότερη κατηγορία συχνότητας στις υποομάδες ασθενών που λαμβάνουν ενδοφλέβια ή διαδοχική θεραπεία (ενδοφλέβια θεραπεία σε από στόματος θεραπεία):

ΣυχνέςΈμετος, παροδική αύξηση των τρανσαμινασών, εξάνθημα
Όχι συχνέςΘρομβοπενία, θρομβοκυττάρωση, σύγχυση και αποπροσανατολισμός, ψευδαισθήσεις, παραισθησία και δυσαισθησία, σπασμοί, ίλιγγος, οπτικές διαταραχές, απώλεια ακοής, ταχυκαρδία, αγγειοδιαστολή, υπόταση, παροδική ηπατική δυσλειτουργία, χολοστατικός ίκτερος, νεφρική ανεπάρκεια, οίδημα
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενία, καταστολή του μυελού των οστών, αναφυλακτική καταπληξία, ψυχωσικές αντιδράσεις, ημικρανία, διαταραχές του οσφρητικού νεύρου, μειωμένη ακοή, αγγειίτιδα, παγκρεατίτιδα, ηπατική νέκρωση, πετέχειες, ρήξη τένοντα

Η προαναφερόμενη επίπτωση αρθροπάθειας (αρθραλγία, αρθρίτιδα) αφορά σε δεδομένα που συλλέχθηκαν σε μελέτες με ενηλίκους. Στα παιδιά, αναφέρεται ότι εμφανίζεται συχνά αρθροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Υπερδοσολογία με 12 g αναφέρθηκε ότι οδήγησε σε ήπια συμπτώματα τοξικότητας. Οξεία υπερδοσολογία με 16 g αναφέρθηκε ότι προκάλεσε οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας αποτελούνται από ζάλη, τρόμο, κεφαλαλγία, κόπωση, σπασμούς, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, κοιλιακή δυσφορία, νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία, καθώς και κρυσταλλουρία και αιματουρία.

Αναφέρθηκε αναστρέψιμη νεφρική τοξικότητα.

Πέρα από τα συνήθη μέτρα έκτακτης ανάγκης, π.χ. κοιλιακή κένωση ακολουθούμενη από ιατρικό άνθρακα, συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου του pH και της οξύτητας των ούρων, εάν απαιτείται, για την αποφυγή κρυσταλλουρίας. Οι ασθενείς πρέπει να διατηρούνται καλά ενυδατωμένοι. Αντιόξινα που περιέχουν ασβέστιο ή μαγνήσιο μπορεί θεωρητικά να μειώσουν την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας.

Μόνο μια μικρή ποσότητα σιπροφλοξασίνης (<10%) απεκκρίνεται μέσω αιμοδιύλισης ή περιτοναιοδιύλισης.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να εφαρμοστεί συμπτωματική θεραπεία. Πρέπει να γίνεται παρακολούθηση με ΗΚΓ, λόγω της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, Φθοροκινολόνες, κωδικός ATC: J01MA02 Μηχανισμός δράσης:

Ως αντιβακτηριακός παράγοντας φθοριοκινολόνης, η βακτηριοκτόνος δράση της σιπροφλοξασίνης προκύπτει από την αναστολή τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου II (DNA-γυράση) όσο και της τοποϊσομεράσης IV, που απαιτούνται για τη βακτηριακή αντιγραφή DNA, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό.

Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική σχέση:

Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται κυρίως από τη σχέση μεταξύ της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (C ) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της σιπροφλοξασίνης για ένα max βακτηριακό παθογόνο και τη σχέση μεταξύ της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) και της MIC, αντίστοιχα.

Μηχανισμός αντίστασης:

In vitro αντίσταση στην σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκτάται μέσω βηματικής διεργασίας από μεταλλάξεις του τόπου-στόχου τόσο στην DNA-γυράση, όσο και στην τοποϊσομεράση IV. Ο βαθμός διασταυρούμενης αντίστασης μεταξύ της σιπροφλοξασίνης και άλλων φθοροκινολονών που προκύπτει είναι ποικίλος. Μονήρεις μεταλλάξεις μπορεί να μην προκαλούν κλινική αντίσταση, αλλά πολλαπλές μεταλλάξεις γενικά προκαλούν κλινική αντίσταση σε πολλές ή όλες τις δραστικές ουσίες εντός της τάξης.

Μηχανισμοί αντίστασης υπό μορφή αδιαπερατότητας και/ή αντλίας εξαγωγής της δραστικής ουσίας μπορεί να έχουν μεταβλητή δράση στην ευαισθησία στις φθοροκινολόνες, η οποία εξαρτάται από τις φυσικοχημικές ιδιότητες των διαφόρων δραστικών ουσιών εντός της τάξης και από τη συγγένεια των συστημάτων μεταφοράς για κάθε δραστική ουσία. Όλοι οι in vitro μηχανισμοί αντίστασης παρατηρούνται συχνά στα κλινικά στελέχη. Οι μηχανισμοί αντίστασης που αδρανοποιούν άλλα αντιβιοτικά, όπως ο φραγμός διαπερατότητας (συχνά στο Pseudomonas aeruginosa) και οι μηχανισμοί εξαγωγής μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στην σιπροφλοξασίνη.

Έχει αναφερθεί ότι η μεσολαβούμενη αντίσταση πλασμιδίου κωδικοποιείται από qnr γονίδια.

Φάσμα της αντιβακτηριακής δράσης:

Οριακές τιμές διαχωρίζουν τα ευαίσθητα στελέχη από τα μετρίως ευαίσθητα στελέχη και τα τελευταία από τα ανθεκτικά στελέχη.

Όρια της δοκιμής ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από το European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing (EUCAST) για τη σιπροφλοξασίνη και παρατίθενται εδώ:

https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic- breakpoints_en.xlsx Ο επιπολασμός επίκτητης αντίστασης μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, και είναι επιθυμητή η διάθεση πληροφοριών τοπικά σχετικά με την αντίσταση, ειδικά όταν πρόκειται για θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις ανάγκες, πρέπει

να ζητείται η γνώμη ειδικών όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντίστασης είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι αμφίβολη.

Ομαδοποιήσεις σχετικών ειδών σύμφωνα με την ευαισθησία στην σιπροφλοξασίνη (για τα είδη Streptococcus βλ. παράγραφο 4.4).

ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Bacillus anthracis (1)

Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Aeromonas spp.

Brucella spp.

Citrobacter koseri Francisella tularensis Haemophilus ducreyi Haemophilus influenzae* Legionella spp.

Moraxella catarrhalis* Neisseria meningitidis Pasteurella spp.

Salmonella spp.* Shigella spp. * Vibrio spp.

Yersinia pestis Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Mobiluncus Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia trachomatis ($)

Chlamydia pneumoniae ($)

Mycoplasma hominis ($)

Mycoplasma pneumoniae ($)

ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis ($)

Staphylococcus spp. *(2)

Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Acinetobacter baumannii+ Burkholderia cepacia +* Campylobacter spp.+* Citrobacter freundii* Enterobacter cloacae * Escherichia coli* Klebsiella aerogenes Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae* Morganella morganii* Neisseria gonorrhoeae* Proteus mirabilis* Proteus vulgaris* Providencia spp.

Pseudomonas aeruginosa* Pseudomonas fluorescens Serratia marcescens* Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Peptostreptococcus spp.

Propionibacterium acnes ΕΝΔΟΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Actinomyces Enteroccus faecium Listeria monocytogenes Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Εξαιρούνται όπως περιγράφονται παραπάνω Άλλοι μικροοργανισμοί Mycoplasma genitalium Ureaplasma urealitycum * Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις + Ποσοστό αντίστασης ≥ 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ ($): Φυσική μέτρια ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης (1): Μελέτες έχουν διενεργηθεί σε πειραματικές λοιμώξεις ζώων λόγω εισπνοής σπόρων Bacillus anthracis, οι οποίες αποκαλύπτουν ότι η έναρξη αντιβιοτικών νωρίς μετά την έκθεση αποτρέπει την εμφάνιση της νόσου, εάν η θεραπεία γίνεται μέχρι τη μείωση του αριθμού των σπόρων στον οργανισμό υπό τη δόση για τη λοίμωξη. Η συνιστώμενη χρήση σε ανθρώπους βασίζεται αρχικά στην in-vitro ευαισθησία και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα ανθρώπων. Διάρκεια θεραπείας δύο μηνών σε ενηλίκους με από στόματος χορηγούμενη σιπροφλοξασίνη στην ακόλουθη δόση, 500 mg δύο φορές ημερησίως, θεωρείται αποτελεσματική για την πρόληψη της λοίμωξης με άνθρακα στους ανθρώπους. Ο θεράπων γιατρός πρέπει να ανατρέξει στα εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του άνθρακα.

(2): Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus πολύ συχνά εκφράζουν συνδυασμένη αντίσταση στις φθοροκινολόνες. Το ποσοστό αντίστασης στη μεθικιλλίνη είναι γύρω στο 20 έως 50% μεταξύ όλων των ειδών των σταφυλοκόκκων, και είναι συνήθως υψηλότερο σε νοσοκομειακά στελέχη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά την ενδοφλέβια έγχυση σιπροφλοξασίνης, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού επετεύχθησαν στο τέλος της έγχυσης. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της σιπροφλοξασίνης ήταν γραμμικές στο εύρος δόσης μέχρι 400 mg, χορηγούμενης ενδοφλέβια.

Η σύγκριση των φαρμακοκινητικών παραμέτρων για αγωγή ενδοφλέβιας δόσης δύο φορές και τρεις φορές την ημέρα δεν έδειξε σημεία συσσώρευσης του φαρμάκου για την σιπροφλοξασίνη και τους μεταβολίτες της.

Ενδοφλέβια έγχυση 60 λεπτών 200 mg σιπροφλοξασίνης ή από στόματος χορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης, και τα δύο χορηγούμενα κάθε 12 ώρες, έδωσαν ισοδύναμη περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) χρόνου συγκέντρωσης στον ορό.

Ενδοφλέβια έγχυση 60 λεπτών 400 mg σιπροφλοξασίνης κάθε 12 ώρες ήταν βιοϊσοδύναμη με από στόματος δόση 500 mg κάθε 12 ώρες, όσον αφορά την AUC.

Η ενδοφλέβια δόση 400 mg χορηγούμενη σε διάρκεια 60 λεπτών κάθε 12 ώρες είχε ως αποτέλεσμα C παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε με από στόματος δόση 750 mg.

max Έγχυση 60 λεπτών 400 mg σιπροφλοξασίνης κάθε 8 ώρες είναι ισοδύναμη όσον αφορά την AUC με 750 mg από στόματος αγωγή χορηγούμενη κάθε 12 ώρες.

Κατανομή Η δέσμευση της σιπροφλοξασίνης με πρωτεΐνες είναι χαμηλή (20-30%). Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στο πλάσμα κυρίως σε μη ιονισμένη μορφή και έχει μεγάλο όγκο κατανομής σταθεροποιημένης κατάστασης 2-3 l/kg βάρους σώματος. Η σιπροφλοξασίνη φθάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις σε μια ποικιλία ιστών όπως ο πνεύμονας (επιθηλιακό υγρό, κυψελιδικά μακροφάγα, ιστός βιοψίας), οι παραρρίνιοι κόλποι, σε φλεγμονώδεις βλάβες (υγρό φλυκταινών από κανθαρίδες), και η ουρογεννητική οδός (ούρα, προστάτης, ενδομήτριο) όπου επιτυγχάνονται συνολικές συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν εκείνες των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.

Βιομετασχηματισμός Αναφέρθηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις τεσσάρων μεταβολιτών που αναγνωρίστηκαν ως:

δεσαιθυλενοσιπροφλοξασίνη (M 1), σουλφοσιπροφλοξασίνη (M 2), οξοσιπροφλοξασίνη (M 3) και φορμυλσιπροφλοξασίνη (M 4). Οι μεταβολίτες εμφανίζουν in vitro αντιμικροβιακή δράση, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από ότι η μητρική ουσία.

Είναι γνωστό ότι η σιπροφλοξασίνη είναι μέτριος αναστολέας των ισοενζύμων CYP 450 1A2.

Αποβολή Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη σε μεγάλο βαθμό μέσω της νεφρικής οδού και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω των κοπράνων.

Απέκκριση της σιπροφλοξασίνης (% της δόσης)
Ενδοφλέβια χορήγηση
ΟύραΚόπρανα
Σιπροφλοξασίνη61,515,2
Μεταβολίτες (M -M ) 1 49,52,6

Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 180-300 ml/kg/h και η ολική κάθαρση από το σώμα κυμαίνεται μεταξύ 480-600 ml/kg/h. Η σιπροφλοξασίνη υπόκειται σε σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση. Σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία οδηγεί σε αυξημένη ημίσεια ζωή της σιπροφλοξασίνης έως και 12 ώρες.

Η μη νεφρική κάθαρση της σιπροφλοξασίνης οφείλεται κυρίως στην ενεργό διεντερική απέκκριση, και στο μεταβολισμό. 1% της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού. Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στη χολή σε υψηλές συγκεντρώσεις.

Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα.

Σε μια μελέτη σε παιδιά, οι C και AUC δεν ήταν εξαρτώμενες από την ηλικία (άνω του ενός έτους).

max Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική αύξηση στις C και AUC με πολλαπλές δόσεις (10 mg/kg τρεις max φορές την ημέρα).

Σε 10 παιδιά με σοβαρή σηψαιμία, η C ήταν 6,1 mg/l (εύρος 4,6 – 8,3 mg/l) μετά από ενδοφλέβια max έγχυση 1 ώρας σε 10 mg/kg, σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους συγκριτικά με 7,2 mg/l (εύρος 4,7 – 11,8 mg/l) για παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών. Οι τιμές AUC ήταν 17,4 mg*h/l (εύρος 11,8 – 32,0 mg*h/l) και 16,5 mg*h/l (εύρος 11,0 – 23,8 mg*h/l) στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες.

Αυτές οι τιμές εμπίπτουν στο αναφερόμενο εύρος για ενηλίκους στις θεραπευτικές δόσεις. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιατρικό πληθυσμό ασθενών με διάφορες λοιμώξεις, η προβλεπόμενη μέση ημίσεια ζωή στα παιδιά είναι περίπου 4-5 ώρες και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου εναιωρήματος κυμαίνεται από 50 έως 80%.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις

συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ δόσης, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης ή τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Όπως και άλλες κινολόνες, η σιπροφλοξασίνη είναι φωτοτοξική στα ζώα σε κλινικά σχετικά επίπεδα έκθεσης. Δεδομένα για την ενδεχόμενη φωτομεταλλαξιογόνο/φωτοκαρκινογόνο δράση δείχνουν χαμηλή φωτομεταλλαξιογόνο ή φωτοογκογόνο δράση της σιπροφλοξασίνης σε πειράματα in vitro και σε ζώα. Αυτή η δράση ήταν συγκρίσιμη με εκείνη άλλων αναστολέων της γυράσης.

Ανοχή από τις αρθρώσεις:

Όπως αναφέρθηκε για άλλους αναστολείς της γυράσης, η σιπροφλοξασίνη προκαλεί βλάβη στις μεγάλες φέρουσες το βάρος αρθρώσεις σε ανώριμα ζώα. Η έκταση της βλάβης στους χόνδρους ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το είδος και τη δόση, μπορεί να μειωθεί εάν αφαιρεθεί το βάρος από τις αρθρώσεις. Μελέτες σε ώριμα ζώα (επίμυς, σκύλος) δεν αποκάλυψαν σημεία βλαβών στους χόνδρους. Σε μια μελέτη σε νεαρούς σκύλους beagle, η σιπροφλοξασίνη προκάλεσε σοβαρές μεταβολές στις αρθρώσεις σε θεραπευτικές δόσεις μετά από δύο εβδομάδες θεραπείας, οι οποίες μπορούσαν να παρατηρηθούν και μετά από 5 μήνες.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

(S)-γαλακτικό οξύ Υδροξείδιο του νατρίου (για την προσαρμογή του pH)

Χλωριούχο νάτριο Αραιό υδροχλωρικό οξύ (για την προσαρμογή του pH)

Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Το διάλυμα έγχυσης πρέπει πάντα να χορηγείται ξεχωριστά, εκτός εάν η συμβατότητα με άλλα διαλύματα για έγχυση /φάρμακα έχει επιβεβαιωθεί. Οι οπτικές ενδείξεις της ασυμβατότητας είναι, για παράδειγμα, κατακρήμνιση, θόλωση και αποχρωματισμός.

Η ασυμβατότητα παρατηρείται με όλα τα διαλύματα για έγχυση /φάρμακα για έγχυση τα οποία είναι φυσικά ή χημικά ασταθή στο pH του διαλύματος (π.χ. πενικιλλίνη, διαλύματα ηπαρίνης), ιδίως σε συνδυασμό με διαλύματα που προσαρμόζονται σε αλκαλικό pH (pH των διαλυμάτων σιπροφλοξασίνης: 3,9 – 4,5).

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια Μετά το πρώτο άνοιγμα και την αραίωση Το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το πρώτο άνοιγμα και την αραίωση.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξή του.

Μην ψύχετε ή καταψύχετε.

Φυλασσετε τη φιάλη στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το πρώτο άνοιγμα και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος βλ. παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το Ciprofloxacin/VIOSER διατίθεται σε διαφανείς φιάλες πολυαιθυλενίου χαμηλής πυκνότητας (LDPE) που περιέχουν 100 ml ή 200 ml διαλύματος για έγχυση. Ένα πώμα διπλής πρόσβασης από LDPE είναι προσαρτημένο στις φιάλες.

Μεγέθη συσκευασίας: χάρτινο κουτί με 10 φιάλες που περιέχουν 100 ml ή 200 ml διαλύματος για έγχυση.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το διάλυμα σιπροφλοξασίνης για έγχυση είναι συμβατό με διάλυμα Ringer, με διάλυμα Ringer lactate, και με διαλύματα γλυκόζης 5% και 10%. Όταν τα διαλύματα σιπροφλοξασίνης για έγχυση αναμειγνύονται με συμβατά διαλύματα για έγχυση, για μικροβιολογικούς λόγους και λόγω της ευαισθησίας στο φως αυτά τα διαλύματα πρέπει να χορηγούνται αμέσως μετά από την ανάμιξη.

Καθώς το διάλυμα για έγχυση είναι ευαίσθητο στο φως, οι φιάλες πρέπει να αφαιρούνται από το χάρτινο κουτί μόνο αμέσως πριν από τη χρήση.

Για εφάπαξ χρήση μόνο.

Το διάλυμα για έγχυση πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση. Χρησιμοποιήστε το διάλυμα μόνο αν είναι διαυγές και άχρωμο.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΒΙΟΣΕΡ Α.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΕΝΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΛΥΜΑΤΩΝ 9ο χλμ. Εθνικής Οδού Τρικάλων-Λάρισας, Ταξιάρχες, Τρίκαλα, 42100, Ελλάδα Τηλέφωνο: +30 24310 83441 Φαξ: +30 24310 83550

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

79210/31-08-2021

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 31-08-2021 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3233601_SPC_3233601_4.pdf