Clinio Logo
Clinio
CIPROXIN › ΠΧΠ

CIPROXIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 15 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Ciproxin 500 mg/5 mL κοκκία και διαλύτης για πόσιμο εναιώρημα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

5 mL εναιώρημα μετά την ανασύσταση (1 δοσομετρικό κουτάλι) περιέχει 500 mg σιπροφλοξασίνη.

2,5 mL εναιώρημα μετά την ανασύσταση (1/2 δοσομετικό κουτάλι) περιέχει 250 mg σιπροφλοξασίνη.

Έκδοχα με γνωστή δράση: βενζυλική αλκοόλη, σακχαρόζη Ένα δοσομετικό κουτάλι (5 mL εναιωρήματος) περιέχει περίπου 1,3 g σακχαρόζη Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κοκκία και διαλύτης για πόσιμο εναιώρημα Mορφή πριν από την ανασύσταση:

Κοκκία: λευκά προς ελαφρώς κίτρινα κοκκία Διαλύτης: λευκό προς ελαφρώς κίτρινο εναιώρημα

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

To Ciproxin 500 mg/5 mL πόσιμο εναιώρημα ενδείκνυνται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις διαθέσιμες πληροφορίες αντοχής στη σιπροφλοξασίνη πριν την έναρξη της θεραπείας.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

Ενήλικες

• Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων

- έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας Στην έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας το Ciproxin θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.

- βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση ή στη βρογχεκτασία

- πνευμονία

• Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα

• Oξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας, ειδικά εάν προκαλείται από Gram αρνητικά βακτήρια.

• Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών

- Μη επιπεπλεγμένη οξεία κυστίτιδα. Στη μη επιπεπλεγμένη οξεία κυστίτιδα το Ciproxin θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.

- Οξεία πυελονεφρίτιδα

- Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού

- Βακτηριακή προστατίτιδα

• Λοιμώξεις της γεννετικής οδού

- Γοννοκοκική ουριθρίτιδα και τραχηλίτιδα λόγω της ευαισθησίας στην Neisseria gonorrhoeae

- Επιδιδυμοορχίτιδα συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων λόγω της ευαισθησίας στην Neisseria gonorrhoeae

- Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων λόγω της ευαίσθησίας στην Neisseria gonoorrhoeae

• Λοιμώξεις του γαστρεντερικού (π.χ. διάρροια των ταξιδιωτών)

• Eνδοκοιλιακές λοιμώξεις

• Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων προκαλούμενων από Gram αρνητικά βακτήρια

• Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα

• Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων

• Προφύλαξη διηθητικών λοιμώξεων λόγω Neisseria meningitidis

• Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)

Μπορεί να γίνει χρήση της σιπροφλοξασίνης στην αγωγή των ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό που πιθανώς να οφείλεται σε βακτηριδιακή λοίμωξη.

Παιδιά και έφηβοι

• Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις λόγω Pseudomonas aeruginosa σε ασθενείς με κυστική ίνωση

• Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα

• Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)

Η σιπροφλοξασίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων σε παιδιά και εφήβους όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο από ιατρούς, οι οποίοι είναι έμπειροι στην αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δοσολογία καθορίζεται από την ένδειξη, τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης, την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη των οργανισμών που προκαλούν τη λοίμωξη, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και το σωματικό βάρος στα παιδιά και στους εφήβους.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου και την κλινική και βακτηριολογική πορεία.

Η θεραπεία των λοιμώξεων λόγω συγκεκριμένων βακτηρίων (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter, ή Staphylococci) μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις σιπροφλοξασίνης και συγχορήγηση με άλλους, κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Η θεραπεία κάποιων λοιμώξεων (π.χ. φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων) μπορεί να χρειάζεται συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες ανάλογα με τα εμπλεκόμενα παθογόνα.

Ενήλικες

ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΗμερήσια δόση σε mL (αριθμός των δοσομετρικών κουταλιών των 5 mL)Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη)
Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικούΟξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 57 έως 14 ημέρες
ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΗμερήσια δόση σε mL (αριθμός των δοσομετρικών κουταλιών των 5 mL)Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη)
mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)
Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)7 έως 14 ημέρες
Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα750 mg δύο φορές ημερησίως7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)28 ημέρες έως 3 μήνες
Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών (δείτε παράγραφο 4.4)Μη επιπεπλεγμένη οξεία κυστίτιδα250 mg δύο φορές ημερησίως έως 500 mg δύο φορές ημερησίως2,5 mL δύο φορές ημερησίως έως 5 mL δύο φορές ημερησίως (μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)3 ημέρες
Σε γυναίκες προ-εμμηνόπαυσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εφαπαξ δοση 500 mg η οποία αντιστοιχεί σε 5 mL εφάπαξ δόσης = μία εφάπαξ δόση των 5 mL με δοσομετρικό κουτάλι
Επιπεπλεγμένη κυστίτιδα, Οξεία πυελονεφρίτιδα500 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)7 ημέρες
Επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορέςτουλάχιστον για 10 ημέρες, ενώ μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο απο 21 ημέρες σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις (όπως στα αποστήματα)
ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΗμερήσια δόση σε mL (αριθμός των δοσομετρικών κουταλιών των 5 mL)Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη)
ημερησίως)
Βακτηριακή προστατίτιδα500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)2 έως 4 εβδομάδες (οξεία) έως 4 έως 6 εβδομάδες (χρόνια)
Λοιμώξεις των γεννητικών οδώνΓονοκοκκική ουριθρίτιδα και τραχηλιτιδα λόγω ευαισθησίας στη Neisseria gonorrhoeae500 mg ως εφάπαξ δόση5 mL ως εφάπαξ δόση αντιστοιχεί σε ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι εφάπαξ1 ημέρα (εφάπαξ δόση)
Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων λόγω ευαισθησίας στη Neisseria gonorrhoeae500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)Τουλάχιστον 14 ημέρες
Διάρροια προκαλούμενη από βακτηριακά παθογόνα συμπεριλαμβανομένου του Shigella spp. εκτός από Shigella dysenteria τύπου 1 και εμπειρική θεραπεία της διάρροιας των ταξιδιωτών500 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)1 ημέρα
Διάρροια προκαλούμενη από Shigella dysenteriae τύπου 1500 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)5 ημέρες
Διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae500 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)3 ημέρες
Τυφοειδής πυρετός500 mg δύο φορές5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 57 ημέρες
ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΗμερήσια δόση σε mL (αριθμός των δοσομετρικών κουταλιών των 5 mL)Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη)
ημερησίωςmL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)5 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων προκαλούμενες από Gram αρνητικά βακτήρια500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)7 έως 14 ημέρες
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)μέγιστο έως 3 μήνες
Ουδετεροπενικοί ασθενείς με πυρετό που πιθανώς να οφείλεται σε βακτηριδιακή λοίμωξη. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα(ες) σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες.500 mg δύο φορές ημερησίως έως 750 mg δύο φορές ημερησίως5 mL δύο φορές ημερησίως έως 7,5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως έως ένα και μισό των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται πέρα από όλη την περίοδο της ουδετεροπενίας
ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mgΗμερήσια δόση σε mL (αριθμός των δοσομετρικών κουταλιών των 5 mL)Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη)
Προφύλαξη διηθητικών λοιμώξεων λόγω Neisseria meningitidis500 mg ως εφάπαξ δόση5 mL ως εφάπαξ δόση (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι εφάπαξ)1 ημέρα (εφάπαξ δόση)
Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που είναι ικανά να λάβουν θεραπεία από του στόματος όταν ενδείκνυται κλινικά Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης.500 mg δύο φορές την ημέρα5 mL δύο φορές ημερησίως (ένα των 5 mL δοσομετρικό κουτάλι δύο φορές ημερησίως)60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis
ΕνδείξειςΗμερήσια δόση σε mg και σε ml Για πρακτική καθοδήγηση σχετικά με τον αριθμό των κουταλιών μέτρησης, αναφερθείτε στον πίνανα Α παρακάτωΣυνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη)
Κυστική ίνωση20 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση που αντιστοιχεί σε 0,2 mL/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με μέγιστο 7,5 mL σε κάθε μία από τις δύο ημερήσιες χορηγήσεις για το εναιώρημα 500 mg/5mL10 έως 14 ημέρες
Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και οξεία πυελονεφρίτιδα10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 20 mg/kg βάρους σώματος με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση που αντιστοιχεί σε 0,1 mL/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 0,2 mL/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με μέγιστο 7,5 mL σε κάθε μία από τις δύο ημερήσιες χορηγήσεις για το εναιώρημα 500 mg/5 mL10 έως 21 ημέρες
Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που είναι ικανά να λάβουν θεραπεία από του στόματος όταν ενδείκνυται κλινικά. Η χορήγηση του10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 15 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 500 mg ανά δόση που αντιστοιχεί σε 0,1 mL/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 0,15 mL/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με μέγιστο 5 mL σε κάθε μία από τις δύο ημερήσιες χορηγήσεις για το εναιώρημα 500 mg/5 mL60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis

φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης.

Άλλες σοβαρές 20 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με Σύμφωνα με τον τύπο λοιμώξεις μέγιστο τα 750 mg ανά δόση που αντιστοιχεί σε 0,2 των λοιμώξεων mL/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως με μέγιστο 7,5 mL σε κάθε μία από τις δύο ημερήσιες χορηγήσεις για το εναιώρημα 500 mg/5 mL Πίνακας Α: Πόσιμο εναιώρημα 500 mg/5 mL - Πρακτική καθοδήγηση σχετικά με τον αριθμό των κουταλιών μέτρησης για χορήγηση δυο φορές ημερησίως (κάθε 12 ώρες)

500 mg/5 mL πόσιμο εναιώρημα ½ κουτάλι = 250 mg, 1 κουτάλι = 500 mg, 1 κουτάλι + ½ κουτάλι = 750mg (μέγιστη δόση)
Βάρος σώματος (kg)Πρακτική καθοδήγηση για κάθε μια από τις δυο ημερήσιες χορηγήσεις πόσιμου εναιωρήματος σιπροφλοξασίνης ανά συνιστώμενη δοσολογία σε mg/kg βάρος σώματος και ενδείξεις όπως αναφέρονται παραπάνω
10 mg/kg20 mg/kg
9 – 20 kgΧρησιμοποιείστε τη χαμηλότερη περιεκτικότητα (250 mg/5 mL) πόσιμου εναιωρήματος σιπροφλοξασίνης που είναι καταλληλότερη
21 – 29 kg½ κουτάλι1 κουτάλι
30 – 31 kg½ κουτάλι1 κουτάλι + ½ κουτάλι *
32 – 58 kg1 κουτάλι1 κουτάλι + ½ κουτάλι
59 kg και άνω1 κουτάλι + ½ κουτάλι1 κουτάλι + ½ κουτάλι
* Η χορήγηση του αριθμού μέτρησης κουταλιών οδηγεί σε μια πραγματική δόση περισσότερο από 20 % της μέγιστης συνιστώμενης δοσολογίας ανά βάρος σώματος.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν μια δόση επιλεγμένη ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή.

Ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια Συνιστώμενες δόσεις έναρξης και διατήρησης για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία:

Κάθαρση κρεατινίνης Κρεατινίνη ορού Δόση από στόματος [mL/min/ 1,73m²] [µmol/L] [mg] > 60 < 124 Βλ. Συνήθης δοσολογία.

30 – 60 124 έως 168 250 – 500 mg κάθε 12 h < 30 > 169 250 – 500 mg κάθε 24 h

Ασθενείς υπό αιμοδιάλυση > 169 250 – 500 mg κάθε 24 h (μετά την αιμοδιάλυση)

Ασθενείς υπό περιτοναϊκή κάθαρση > 169 250 – 500 mg κάθε 24 h Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Η δοσολογία σε παιδιά με μειωμένη νεφρική ή/και ηπατική λειτουργία δεν έχει μελετηθεί.

Τρόπος χορήγησης Το πόσιμο εναιώρημα μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα από τα γεύματα.

Εάν παραλείφθεί μια δόση, θα πρέπει να λαμβάνεται ανά πάσα στιγμή αλλά όχι αργότερα από 6 ώρες πριν από την επόμενη προγραμματισμένη δόση. Εάν απομένουν λιγότερες από 6 ώρες πριν από την επόμενη δόση, η χαμένη δόση δεν πρέπει να ληφθεί και η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί όπως συνταγογραφήθηκε με την επόμενη προγραμματισμένη δόση. Δεν πρέπει να λαμβάνονται διπλές δόσεις για να αντισταθμιστεί η χαμένη δόση.

Εάν λαμβάνεται με άδειο στομάχι, η δραστική ουσία απορροφάται ταχύτερα. Το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης μπορεί να λαμβάνεται κατά την διάρκεια γευμάτων που περιέχουν γαλακτοκομικά προϊόντα ή ποτά ενισχυμένα με μέταλλα. Ωστόσο, το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με γαλακτοκομικά προϊόντα (π.χ. γάλα, γιαούρτι) ή ποτά ενισχυμένα με μέταλλα (π.χ. χυμό πορτοκάλι ενισχυμένο με ασβέστιο) όταν αυτά τα προϊόντα ή τα ποτά λαμβάνονται μακριά από τα γεύματα. Συνεπώς, το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να χορηγηθεί είτε 1-2 ώρες πριν είτε τουλάχιστον 4 ώρες μετά τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή τα ποτά ενισχυμένα με μέταλλα όταν αυτά τα προϊόντα και τα ποτά λαμβάνονται μακριά από τα γεύματα, όπως συνιστάται για φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο (βλ. παράγραφο 4.5, παράγραφος Τροφές και γαλακτοκομικά προϊόντα).

Σε σοβαρές περιπτώσεις ή εάν ο ασθενής δεν είναι δυνατό να λάβει το πόσιμο εναιώρημα (π.χ.

ασθενείς σε εντερική σίτιση), συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με μια ενδοφλέβια μορφή της σιπροφλοξασίνης μέχρι να είναι εφικτή η μετάβαση σε απο του στόματος θεραπεία.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Εμφάνιση του ανασυσταμένου προϊόντος:

Το ανασυσταθέν προϊόν είναι λευκό έως υποκίτρινο εναιώρημα με άρωμα φράουλας.

Περιστασιακά το εναιώρημα μπορεί να περιέχει κιτρινο-πορτοκαλί σταγονίδια και σφαιρικά σωματίδια.

½ δοσομετρικό κουτάλι (περ. 2,5 mL εναιωρήματος) παρέχει περίπου 250 mg σιπροφλοξασίνη.

1 δοσομετρικό κουτάλι (περ. 5,0 mL εναιωρήματος) παρέχει περίπου 500 mg σιπροφλοξασίνη.

Χρησιμοποιείτε πάντοτε το διαγραμμισμένο δοσομετρικό κουτάλι για να λαμβάνετε την ακριβή δόση για τη χορήγηση του εναιωρήματος.

Δεν πρέπει να γίνονται προσθήκες στο αναμεμειγμένο τελικό εναιώρημα σιπροφλοξασίνης.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κινολόνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και τιζανιδίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χρήση του Ciproxin θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με Ciproxin πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram θετικά και αναερόβια παθογόνα H σιπροφλοξασίνη ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να συγχορηγείται με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.

Λοιμώξεις απο στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου του Streptococcus pneumoniae)

Η σιπροφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία λοιμώξεων από στρεπτόκοκκο, λόγω της μη επαρκούς αποτελεσματικότητας της.

Λοιμώξεις των γεννητικών οδών Από στελέχη της Neisseria gonorrhoeae ανθεκτικά στις φθοριοκινολόνες μπορεί να προκληθούν νόσοι όπως γονοκοκκική ουριθρίτιδα, τραχηλίτιδα, επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδης νόσος της πυέλου.

Συνεπώς, η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χορηγείται για τη θεραπεία της γονοκοκκικής ουριθρίτιδας ή της τραχηλίτιδας μόνο εάν η ανθεκτική στη σιπροφλοξασίνη Neisseria gonorrhoeae μπορεί να αποκλείσθεί.

Για την επιδυδιμοορχίτιδα και τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, εμπειρικά η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο σε συνδυασμό με κάποιο άλλο κατάλληλο αντιβακτηριδιακό παράγοντα (π.χ. κάποια κεφαλοσπορίνη) εκτός εάν η ανθεκτική στη σιπροφλοξασίνη Neisseria gonorrhoeae μπορεί να αποκλεισθεί. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση μετά απο 3 ημέρες θεραπείας, η θεραπεία θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί.

Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών Η ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες απο την Escherichia coli – το παθογόνο που συνδέεται συχνότερα με λοιμώξεις των ουροφόρων οδών – ποικίλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνιστάται στους ιατρούς να λάβουν υπόψη τους κατα τη συνταγογράφηση τον τοπικό επιπολασμό της αντοχής της Escherichia coli στις φθοριοκινολόνες.

Η εφάπαξ δόση της σιπροφλοξασίνης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη μη επιπλεγμένη κυστίτιδα σε προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες αναμένεται να συνδέεται με χαμηλότερη αποτελεσματικότητα απο την μακροχρόνια διάρκεια θεραπείας. Συνεπώς, τα αυξημένα επίπεδα

αντοχής της Escherichia coli στις κινολόνες θα πρέπει να λαμβάνονται ακόμα περισσότερο υπόψη.

Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της σιπροφλοξασίνης στη θεραπεία μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.

Διάρροια των ταξιδιωτών Στην επιλογή της σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πληροφορίες ανθεκτικότητας στη σιπροφλοξασίνη στα ανάλογα παθογόνα των χωρών που έχει γίνει επίσκεψη.

Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων Η σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.

Πνευμονικός άνθρακας Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε in vitro δεδομένα ευαισθησίας και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα για ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να αναφέρονται σε εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του πνευμονικού άνθρακα.

H χρήση της σιπροφλοξασίνης στα παιδιά και στους εφήβους πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες οδηγίες. Η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο απο ιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους.

Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφάλειας από μια τυχαιοποιημένη διπλή- τυφλή μελέτη για τη χρήση της σιπροφλοξασίνης σε παιδιά (σιπροφλοξασίνη: n = 335, μέση ηλικία = 6,3 έτη, συγκριτές: n = 349, μέση ηλικία = 6,2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη)

αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετιζόμενα με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα) από την Ημέρα +42 της τάξης του 7,2 % και 4,6 %. Αντίστοιχα, η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση για διάρκεια ενός έτους ήταν 9,0 % και 5,7 %. Η αύξηση των υποπτευόμενων σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας με το χρόνο δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των ομάδων. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις ή/και τον περιβάλλοντα ιστό (βλ.

παράγραφο 4.8).

Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5 - 17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.

Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα

Η θεραπεία λοιμώξεων των ουροφόρων οδών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να εξετάζεται όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.

Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1 - 17 ετών.

Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση της σιπροφλοξασίνης.

Η χρήση της σιπροφλοξασίνης για ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με τις συγκεκριμένες λοιμώξεις.

Υπερευαισθησία Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις , συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να εμφανιστούν μετά από εφάπαξ δόση (βλ.

παράγραφο 4.8) και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιας αντίδρασης, η χορήγηση σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να διακόπτεται και να απαιτείται επαρκής ιατρική θεραπεία.

Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Το Ciproxin πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα Η σιπροφλοξασίνη δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση σιπροφλοξασίνης.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του Αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α)

πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση).

Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.

Ασθενείς με μυασθένεια gravis Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis διότι τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν (βλ. παράγραφο 4.8).

Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός της αορτής, και παλινδρόμηση / ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης

- τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής όσο και για παλινδρόμηση / ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή αγγειακό σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσο του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως

- για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως

- για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.

Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Διαταραχές της όρασης

Εάν επηρεαστεί η όραση ή παρουσιαστεί κάποια παρενέργεια στα μάτια, θα πρέπει να ζητείται αμέσως η γνώμη ενός οφθαλμίατρου.

Φωτοευαισθησία Η σιπροφλοξασίνη έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Σπασμοί Η σιπροφλοφασίνη όπως και άλλες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις επιληπτικών καταστάσεων. H σιπροφλοξασίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.8).

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με Ciproxin θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα της νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8)

Ψυχιατρικές αντιδράσεις Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή η ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικούς ιδεασμούς / σκέψεις με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας ή την ολοκλήρωση αυτής. Εάν παρουσιαστούν ψυχωσικές αντιδράσεις, κατάθλιψη, αυτοκτονικοί ιδεασμοί ή αυτοκτονική συμπεριφορά, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί.

Καρδιακές διαταραχές Θα πρέπει να λαμβάνεται προσοχή κατά τη χρήση των φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου στην επιμύκηνση του διαστήματος QT όπως για παράδειγμα:

- σύνδρομο συγγενούς μακρού QT

- ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμκά Τύπου ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά)

- μη ρυθμισμένη διαταραχή των ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)

- καρδιακή νόσος (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητες στα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που επιμηκύνουν το διάστημα QT. Συνεπώς, θα πρέπει να λαμβάνεται προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς κατά τη χρήση των φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης.

(βλ. παράγραφο 4.2 Ηλικιωμένοι ασθενείς, παράγραφο 4.5, παράγραφο 4.8, παράγραφο 4.9).

Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς παράγραφο 4.8).

Γαστρεντερικό σύστημα Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία) μπορεί να υποδηλώνει κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (απειλητική για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακοπεί άμεσα και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.

Αντιπερισταλτικά φάρμακα αντενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.

Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της σιπροφλοξασίνης (βλ.

παράγραφο 4.8). Ασθενείς που λαμβάνουν σιπροφλοξασίνη πρέπει να ενυδατώνονται καλά και να αποφεύγεται η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων.

Νεφρική δυσλειτουργία Δεδομένου ότι η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού αμετάβλητη, είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2, ώστε να αποφευχθεί κάποια άυξηση στις ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω της συσσώρευσης της σιπροφλοξασίνης.

Ηπατοχολικό σύστημα Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί με τη σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση οποιονδήποτε σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Έλλειψη γλυκόζης-6-φωσφορικής δεϋδρογενάσης Έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις με τη σιπροφλοξασίνη σε ασθενείς με έλλειψη γλυκόζη-6-φωσφορικής δεϋδρογενάσης. H σιπροφλοξασίνη πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το πιθανό όφελος εκτιμάται να υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται το ενδεχόμενο εμφάνιση αιμόλυσης.

Αντίσταση Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με σιπροφλοξασίνη τα βακτήρια που παρουσιάζουν αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να απομονωθούν, με ή χωρίς μια κλινικά φαινομενική υπερλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντοχή στη σιπροφλοξασίνη κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και/ή λοιμώξεις προκαλούμενες από είδη Staphylococcus και Pseudomonas.

Κυτόχρωμα P450 Η σιπροφλοξασίνη αναστέλλει το CYP1A2 και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση ορού των συγχορηγούμενων ουσιών που μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ. θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη, ροπινιρόλη, τιζανιδίνη, δουλοξετίνη, αγομελατίνη).

Συνεπώς, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με τη σιπροφλοξασίνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας, και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων ορού, (π.χ. της θεοφυλλίνης) (βλ. παράγραφο 4.5). Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και της τιζανιδίνης αντενδείκνυται.

Μεθοτρεξάτη Η ταυτόχρονη χρήση της σιπροφλοξασίνης με μεθοτρεξάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).

Αλληλεπίδραση με δοκιμές Η in vitro δράση της σιπροφλοξασίνης έναντι του Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει λανθασμένα αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα απο ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως σιπροφλοξασίνη.

Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα Βενζυλική αλκοόλη Αυτό το φάρμακο περιέχει 18,1 mg βενζυλικής αλκοόλης σε κάθε φιάλη που ισοδυναμεί με 18,1 mg/100 ml. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

Η βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετιστεί με τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλαμβανομένων αναπνευστικών προβλημάτων (που ονομάζεται «σύνδρομο αγωνιώδους αναπνοής») σε μικρά παιδιά και νεογνά. Συνεπώς, σε μικρά παιδιά (κάτω των 3 ετών), το Ciproxin πόσιμο εναιώρημα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για περισσότερο από μία εβδομάδα. Επιπροσθέτως, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση), μεγάλες ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης πρέπει να χορηγούνται με προσοχή και μόνο εάν είναι απολύτως απαραίτητο, ειδικά σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία και δεν συνιστάται σε έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες (βλ. Παράγραφο 4.6).

Φορτίο σακχαρόζης Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης – γαλακτόζης ή έλλειψη σακχαρόζης ισομαλτάσης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν Ciproxin 500 mg/5 mL.

Λόγω του ότι το Ciproxin 500 mg/5 mL εναιώρημα περιέχει 1,3 g σακχαρόζης ανά δοσομετρικό κουτάλι των 5 mL, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά την ημερήσια πρόσληψη. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Το Ciproxin 500 mg/5 mL μπορεί να βλάψει τα δόντια.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Επιδράσεις άλλων προϊόντων στη σιπροφλοξασίνη Φάρμακα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν στο διάστημα QT H σιπροφλοξασίνη, όπως και άλλες φθοριοκινολόνες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. αντιαρρυθμικά Τύπου ΙΑ και ΙΙΙ, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά) (βλ. παράγραφο 4.4).

Δημιουργία χηλικής ένωσης Η συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης (από του στόματος) με φάρμακα που περιέχουν πολυσθενή κατιόντα και συμπληρώματα μετάλλων (π.χ. ασβέστιο, μαγνήσιο, αργίλιο, σίδηρος), πολυμερείς φωσφορικούς δεσμευτές (π.χ. σεβελαμέρη ή ανθρακικό λανθάνιο), σουκραλφάτη ή αντιόξινα, και υψηλού βαθμού βραδείας απελευθέρωσης φάρμακα (π.χ. δισκία διδανοσίνης) που περιέχουν μαγνήσιο, αργίλιο ή ασβέστιο, μειώνει την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης. Συνεπώς, η σιπροφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται περίπου 1-2 ώρες πριν ή όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά από αυτά τα σκευάσματα. Ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται σε αντιόξινα που ανήκουν στην τάξη των αποκλειστών H2 υποδοχέων.

Τροφές και γαλακτοκομικά προϊόντα Το διατροφικό ασβέστιο ως μέρος ενός γεύματος δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης (από στόματος). Συνεπώς, το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης μπορεί να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια γευμάτων που περιέχουν γαλακτοκομικά προϊόντα ή ποτά ενισχυμένα με μέταλλα. Ωστόσο, το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης που χορηγείται ταυτόχρονα με γαλακτοκομικά προϊόντα ή ποτά ενισχυμένα με μέταλλα (π.χ. γάλα, γιαούρτι, χυμός πορτοκαλιού ενισχυμένος με ασβέστιο) όταν αυτά τα προϊόντα ή τα ποτά λαμβάνονται μακριά από τα γεύματα, μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης.

Η ταυτόχρονη χορήγηση γαλακτοκομικών προϊόντων ή ποτών ενισχυμένων με μέταλλα που λαμβάνονται μακριά από τα γεύματα, με το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης πρέπει να αποφεύγεται και το πόσιμο εναιώρημα σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να χορηγηθεί είτε 1-2 ώρες πριν είτε τουλάχιστον 4 ώρες μετά τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή τα ενισχυμένα με μέταλλα ποτά όταν αυτά τα προϊόντα και τα ποτά λαμβάνονται μακριά από τα γεύματα, όπως συνιστάται για φάρμακα που περιέχουν ασβέστιο (βλ. παράγραφο 4.2).

Βλέπε επίσης την παραπάνω παράγραφο Δημιουργία χηλικής ένωσης.

Προβενεσίδη Η προβενεσίδη παρεμβάλλεται στη νεφρική απέκκριση της σιπροφλοξασίνης. Η συγχορήγηση της προβενεσίδης και της σιπροφλοξασίνης αυξάνει τις συγκεντρώσεις ορού της σιπροφλοξασίνης.

Μετοκλοπραμίδη Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την (από του στόματος) απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης έχοντας ώς αποτέλεσμα να φτάνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της σιπροφλοξασίνης.

Ομεπραζόλη Η ταυτόχρονη χορήγηση της σιπροφλοξασίνης με φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που περιέχουν ομεπραζόλη επιφέρει μικρή μείωση της C και της AUC της σιπροφλοξασίνης.

max Επιδράσεις της σιπροφλοξασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα:

Τιζανιδίνη H τιζανιδίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3). Σε μια κλινική μελέτη με υγιή άτομα, παρατηρήθηκε αύξηση στη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης (αύξηση της C : 7-πλάσια, εύρος: 4 έως 21-πλάσια, αύξηση της AUC: 10-πλάσια, εύρος: 6 max έως 24-πλάσια) όταν συγχορηγείται με τη σιπροφλοξασίνη. Η αυξημένη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης συσχετίζεται με μια συνεργική υποτασική και ηρεμιστική δράση.

Μεθοτρεξάτη Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί από τη συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης, ενδεχομένως οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και στην άυξηση κινδύνου τοξικών αντιδράσεων συσχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).

Θεοφυλλίνη Η συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη που σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη διάρκεια του συνδυασμού, πρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο (βλ.

παράγραφο 4.4).

Άλλα παράγωγα ξανθίνης Με συγχορήγηση της σιπροφλοξασίνης και καφεΐνης ή πεντοξιφυλλίνης (οξπεντιφυλλίνης), αναφέρθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις ορού αυτών των παραγώγων ξανθίνης.

Φαινυτοΐνη Η συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης και φαινυτοΐνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα ορού της φαινυτοΐνης, τέτοια ώστε να συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου.

Κυκλοσπορίνη Έχει παρατηρηθεί παροδική αύξηση στις συγκεντρώσεις του ορού κρεατινίνης κατά την ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης με φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που περιέχουν κυκλοσπορίνη. Συνεπώς, είναι απαραίτητος ο συχνός (δυο φορές την εβδομάδα) έλεγχος των συγκεντρώσεων του ορού κρεατινίνης σε αυτούς τους ασθενείς.

Ανταγωνιστές βιταμίνης Κ Η ταυτόχρονη χορήγηση σιπροφλοξασίνης με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ μπορεί να αυξήσει τις αντιπηκτικές ιδιότητές της. Ο κίνδυνος μπορεί να κυμαίνεται ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς ώστε η συμβολή της σιπροφλοξασίνης στην αύξηση του INR (international normalized ratio) να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Το INR θα πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση σιπροφλοξασίνης με έναν ανταγωνιστή βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ακενοκουμαρόλη, φαινπροκουμόνη, ή φλουϊνδιόνη).

Δουλοξετίνη Έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες ότι η ταυτόχρονη χρήση της δουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του ισοενζύμου CYP450 1A2 όπως είναι η φλουβοξαμίνη, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια αύξηση της AUC και της C της δουλοξετίνης. Αν και δεν υπάρχουν max διαθέσιμα δεδομένα για κάποια πιθανή αλληλεπίδραση με τη σιπροφλοξασίνη, παρόμοιες επιδράσεις μπορεί να αναμένονται κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης (βλ.παράγραφο 4.4).

Ροπινιρόλη Σε μια κλινική μελέτη καταδείχθηκε ότι η συγχορήγηση της ροπινιρόλης με σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της C και AUC της ροπινιρόλης κατά 60 % και 84 %, αντίστοιχα. Συνιστάται η max

παρακολούθηση της ροπινιρόλης σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης, κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Λιδοκαϊνη Έχει αποδειχθεί σε υγιείς εθελοντές ότι η ταυτόχρονη χρήση της σιπροφλοξασίνης μαζί με φαρμακευτικά ιδιοσκευασμάτα που περιέχουν λιδοκαϊνη, έναν μέτριο αναστολέα του ισοενζύμου CYP450 1A2, μειώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας λιδοκαϊνης κατά 22 %. Αν και η θεραπεία με λιδοκαϊνη είναι καλά ανεκτή, μπορεί να προκύψουν ανεπιθύμητες ενέργειες που πιθανώς να σχετίζονται με την αλληλεπίδραση της σιπροφλοξασίνης κατα την ταυτόχρονη χορήγηση.

Κλοζαπίνη Μετά από τη συγχορήγηση 250 mg σιπροφλοξασίνης με κλοζαπίνη για 7 ημέρες, οι συγκεντρώσεις ορού της κλοζαπίνης και της N-δεσμεθυλκλοζαπίνης αυξήθηκαν κατά 29 % και 31 %, αντίστοιχα. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ρύθμιση της δοσολογίας της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της θεραπείας με σιπροφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.4).

Σιλντεναφίλη Η C και η AUC της σιλντεναφίλης αυξήθηκαν περίπου δυο φορές σε υγιείς εθελοντές μετά max από στόματος δόσολογία των 50 mg που δόθηκαν ταυτόχρονα με 500 mg σιπροφλοξασίνης.

Συνεπώς, η συνταγογράφηση της σιπροφλοξασίνης μαζί με σιλντεναφίλη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη.

Αγομελατίνη Έχει βρεθεί σε κλινικές μελέτες, ότι η φλουβοξαμίνη, ως ένας ισχυρός αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, αναστέλλει σημαντικά το μεταβολισμό της αγομελατίνης με αποτέλεσμα μια 60-πλάσια αύξηση της έκθεσης αγομελατίνης. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για μια πιθανή αλληλεπίδραση με τη σιπροφλοξασίνη, η οποία είναι ήπιος αναστολέας του CYP450 1A2, παρόμοια αποτελέσματα μπορούν να αναμένονται κατά τη συγχορήγηση (βλ. ‘Κυτόχρωμα Ρ450’ στην παράγραφο 4.4).

Ζολπιδέμη Η συγχορήγηση με τη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της ζολπιδέμης στο αίμα, συνεπώς η συγχορήγηση δε συνιστάται.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Κύηση Τα διαθέσιμα δεδομένα κατά τη χορήγηση σιπροφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτυριών ή τοξικότητα στο έμβρυο/νεογνό από τη χρήση σιπροφλοξασίνης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα που εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο, συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φάρμακο θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον αρθρικό χόνδρο στον ανώριμο ανθρώπινο οργανισμό / έμβρυο (βλ. παράγραφο 5.3).

Επιπροσθέτως, αυτό τό το φάρμακο περιέχει βενζυλική αλκοόλη, η οποία μπορεί να συσσωρευτεί στον οργανισμό και να προκαλέσει τοξικότητα στο έμβρυο (βλ. Παράγραφο 4.4).

Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του Ciproxin πόσιμο εναιώρημα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, με βάση δεδομένα ζώων και επειδή αυτό το φάρμακο περιέχει επίσης βενζυλική αλκοόλη, η οποία μπορεί να συσσωρευτεί και ο κίνδυνος για το θηλάζον μωρό δεν μπορεί να αποκλειστεί, το Ciproxin πόσιμο εναιώρημα δεν συνιστάται για χρήση κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Λόγω της νευρολογικής δράσης της, η σιπροφλοξασίνη μπορεί να επηρεάσει το χρόνο αντίδρασης. Συνεπώς, η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να μειωθεί.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (AΕ) είναι ναυτία και διάρροια.

Παρακάτω παρατίθενται ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του Ciproxin (από στόματος, ενδοφλέβια, και διαδοχική θεραπεία) ταξινομημένες ανά κατηγορίες συχνότητας. Η ανάλυση συχνότητας έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη απο κοινού τόσο την από του στόματος όσο και την ενδοφλέβια χορήγηση της σιπροφλοξασίνης.

Κατηγορία οργάνου συστήματοςΣυχνές ≥1/100 έως <1/10Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1000Πολύ Σπάνιες < 1/10000Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσει ςΜυκητιασι κές επιλοιμώξεις
Διαταραχές του αιμοποιητικ ού και του λεμφικού συστήματοςΗωσινοφιλί αΛευκοπενία Αναιμία Ουδετεροπενία Λευκοκυττάρωσ η Θρομβοπενία Θρομβοκυτταραι μίαΑιμολυτική αναιμία Ακοκκιοκυττά -ρωση Πανκυτταροπε νία (απειλητική για τη ζωή) Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή)
ΔιαταραχέςΑλλεργικήΑναφυλακτική
Κατηγορία οργάνου συστήματοςΣυχνές ≥1/100 έως <1/10Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1000Πολύ Σπάνιες < 1/10000Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
του ανοσοποιητι κού συστήματοςαντίδραση Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημααντίδραση Αναφυλακτικό σοκ (απειλητικό για τη ζωή) (βλ. παράγραφο 4. 4) Αντίδραση σε αντιορό τύπου ορονοσίας
Διαταραχές του ενδοκρινικο ύ συστήματοςΣύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητική ς Ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμο ύ και της θρέψηςΜείωση της όρεξηςΥπεργλυκαιμία Υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)Υπογλυκαιμικό κώμα (βλ παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές*Ψυχοκινητικ ή υπερδιέγερσ η / ταραχήΣύγχυση και αποπροσανατο- λισμός Αγχωτικές αντιδράσεις Αφύσικα όνειρα Κατάθλιψη (δυνητικά οδηγώντας σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψεις ή απόπειρα αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτής) (βλ. παράγραφο 4.4) ΨευδαισθήσειςΨυχωτικές αντιδράσεις (δυνητικά οδηγώντας σε αυτοκτονικό ιδεασμό/σκέψ εις ή απόπειρα αυτοκτονίας και ολοκλήρωση αυτής) (βλ. παράγραφο 4.4)Μανία, συμπερ. υπομανίας
Κατηγορία οργάνου συστήματοςΣυχνές ≥1/100 έως <1/10Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1000Πολύ Σπάνιες < 1/10000Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος *Κεφαλαλγία Ζάλη Διαταραχές ύπνου Διαταραχές γεύσηςΠαραισθησία και Δυσαισθησία Υπαισθησία Τρόμος Σπασμοί (συμπερ. status epilepticus, βλ.παράγραφο 4. 4) ΊλιγγοςΗμικρανία Διαταραγμένο ς συντονισμός Διαταραχές βάδισης Διαταραχές του οσφρητικού νεύρου Ενδοκράνια ή υπέρταση και καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηΠεριφερική νευροπάθεια και πολυνευροπάθε ια (βλ. παράγραφο 4.4 )
Οφθαλμικές διαταραχές*Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία)Οπτική χρωματική στρέβλωση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου*Εμβοές Απώλεια ακοής / Μείωση ακοής
Καρδιακές διαταραχές* *ΤαχυκαρδίαΚοιλιακή αρρυθμία, και torsades de pointes (έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου επιμήκυνσης του διαστήματος QT), παράταση παράταση του QT στο ΗΚΓ (βλ. παραγράφους 4 .4 και 4.9)
Αγγειακές διαταραχές* *Αγγειοδιαστολή Υπόταση ΛιποθυμίαΑγγειίτιδα
ΔιαταραχέςΔύσπνοια
Κατηγορία οργάνου συστήματοςΣυχνές ≥1/100 έως <1/10Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1000Πολύ Σπάνιες < 1/10000Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
του αναπνευστικ ού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκι ου(συμπεριλαμβαν ομένης ασθματικής κατάστασης)
Διαταραχές του γαστρεντερι κούΝαυτία Διάρρο ιαΈμετος Γαστρεντερι κοί και κοιλιακοί πόνοι Δυσπεψία Μετεωρισμό ςΚολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (πολύ σπάνια με πιθανή θανατηφόρα έκβαση) (βλ. παράγραφο 4.4)Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΑύξηση στις τρανσαμινά σες Αυξημένη χολερυθρίνηΜείωση της ηπατικής λειτουργίας Χολοστατικός ίκτερος ΗπατίτιδαΝέκρωση του ήπατος (πολύ σπάνια εξελισσόμενη σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.4)
Κατηγορία οργάνου συστήματοςΣυχνές ≥1/100 έως <1/10Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1000Πολύ Σπάνιες < 1/10000Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημα Κνησμός ΚνίδωσηΑντιδράσεις φωτοευαισθησία ς (βλ. παράγραφο 4.4)Πετέχεια Πολύμορφο ερύθημα Οζώδες ερύθημα Σύνδρομο Stevens- Johnson (δυνάμει απειλητικό για τη ζωή) Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (δυνάμει απειλητική για τη ζωή)Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP) Φαρμακευτική αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS)
Διαταραχές του μυοσκελετικ ού συστήματος και του συνδετικού ιστού*Μυοσκελετι κός πόνος (π.χ. πόνος των άκρων, ραχιαλγία, θωρακικός πόνος) ΑρθραλγίαΜυαλγία Αρθρίτιδα Αυξημένος μυϊκός τόνος και κράμπεςΜυϊκή αδυναμία Τενοντίτιδα Ρήξη τενόντων (κυρίως του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παράγραφο 4. 4) Επιδείνωση των συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis (βλ. παράγραφο 4. 4)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΜειωμένη νεφρική λειτουργίαΝεφρική ανεπάρκεια Αιματουρία Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4) Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα
Κατηγορία οργάνου συστήματοςΣυχνές ≥1/100 έως <1/10Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1000Πολύ Σπάνιες < 1/10000Μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης*Αδυναμία ΠυρετόςΟίδημα Εφίδρωση (υπεριδρωσία)
Παρακλινικέ ς εξετάσειςΑύξηση στην αλκαλική φωσφατάση αίματοςΑυξημένη αμυλάσηΆυξηση του INR (σε ασθενείς που θεραπεύονται με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ)

*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία, κατάθλιψη, κόπωση, διαταραχή της μνήμης, διαταραχές του ύπνου, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).

** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).

Η προαναφερόμενη επίπτωση αρθροπάθειας (αθραλγία, αρθρίτιδα) αφορά δεδομένα που συλλέχθηκαν σε μελέτες με ενηλίκους. Στα παιδιά, αρθροπάθεια αναφέρεται ότι εμφανίζεται συχνά (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.

Ελλάδα:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Υπερδοσολογία των 12 g αναφέρθηκε ότι οδήγησε σε ήπια συμπτώματα τοξικότητας. Μια οξεία υπερδοσολογία των 16 g αναφέρθηκε ότι προκάλεσε οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Στα συμπτώματα υπερδοσολογίας συμπεριλαμβάνονονται: ζάλη, τρόμος, κεφαλαλγία, κόπωση, σπασμοί, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, κοιλιακή δυσφορία, μειωμένη νεφρική και ηπατική λειτουργία, καθώς και κρυσταλλουρία και αιματουρία. Αναφέρθηκε αναστρέψιμη νεφρική τοξικότητα.

Πέρα από τα συνήθη μέτρα έκτακτης ανάγκης, π.χ. εκκένωση του στομάχου ακολουθούμενη από χορήγηση ενεργού άνθρακα, συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου του pH των ούρων και οξινοποίηση των ούρων, εάν απαιτείται, για την αποφυγή κρυσταλλουρίας. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται καλά. Αντιόξινα που περιέχουν ασβέστιο ή μαγνήσιο μπορεί να μειώσουν θεωρητικά την απορρόφηση της σιπροφλοξασίνης σε υπερδοσολογίες.

Μόνο μια μικρή ποσότητα σιπροφλοξασίνης (<10 %) απεκκρίνεται μέσω αιμοδιαπίδυσης ή περιτοναϊκής κάθαρσης.

Σε περιστατικό υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εφαρμοστεί συμπτωματική θεραπεία. Θα πρέπει να γίνεται ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας επιμήκυνσης του διαστήματος QT.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φθοριοκινολόνες, κωδικός ATC: J01MA02.

Μηχανισμός δράσης Ως αντιβακτηριακός παράγοντας της οικογένειας των φθοριοκινολόνων, η βακτηριοκτόνος δράση της σιπροφλοξασίνης προκύπτει από την αναστολή τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου II (DNA-γυράση) όσο και της τοποϊσομεράσης IV, που απαιτούνται για την αντιγραφή, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό του βακτηριακού DNA.

Φαρμακοκινητική / φαρμακοδυναμική σχέση Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται κυρίως από τη σχέση μεταξύ της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (C ) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της σιπροφλοξασίνης max σε ένα βακτηριακό παθογόνο καθώς και από τη σχέση μεταξύ της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) και της MIC, αντίστοιχα.

Μηχανισμός αντίστασης

In- vitro αντίσταση στη σιπροφλοξασίνη μπορεί να αποκτηθεί μέσω βηματικής διεργασίας από μεταλλάξεις του τόπου-στόχου τόσο στη DNA-γυράση, όσο και στην τοποϊσομεράση IV. Ο βαθμός διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ της σιπροφλοξασίνης και άλλων φθοροκινολονών που προκύπτει είναι ποικίλος. Μονήρεις μεταλλάξεις μπορεί να μην προκαλούν κλινική αντίσταση, αλλά πολλαπλές μεταλλάξεις γενικά προκαλούν κλινική αντίσταση σε πολλές ή όλες τις δραστικές ουσίες εντός της τάξης.

Μηχανισμοί αντίστασης υπό μορφή αδιαπερατότητας ή/και αντλίας εξαγωγής της δραστικής ουσίας μπορεί να έχουν μεταβλητή δράση στην ευαισθησία στις φθοροκινολόνες, η οποία εξαρτάται από τις φυσιοχημικές ιδιότητες των διαφόρων δραστικών ουσιών εντός της τάξης και από τη συγγένεια των συστημάτων μεταφοράς για κάθε δραστική ουσία. Όλοι οι in vitro μηχανισμοί αντίστασης παρατηρούνται συχνά στα κλινικά στελέχη. Οι μηχανισμοί αντίστασης που αδρανοποιούν άλλα αντιβιοτικά, όπως φραγμός διαπερατότητας (συχνά στο Pseudomonas aeruginosa) και οι μηχανισμοί εξαγωγής μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη. Έχει αναφερθεί ότι η μεσολαβούμενη αντίσταση πλασμιδίου κωδικοποιείται απο qnr γονίδια.

Φάσμα της αντιβακτηριακής δράσης Οριακές τιμές διαχωρίζουν τα ευαίσθητα στελέχη από τα μετρίως ευαίσθητα στελέχη και τα τελευταία από τα ανθεκτικά στελέχη:

Συστάσεις EUCAST

ΜικροοργανισμοίΕυαίσθητοιΑνθεκτικοί
EnterobacteriaceaeS  0,25 mg/LR  0,5 mg/L
Salmonella spp.S  0,06 mg/LR  0,06 mg/L
Pseudomonas spp.S  0,5 mg/LR  0,5 mg/L
Acinetobacter spp.S  1 mg/LR  1 mg/L
Staphylococcus spp.1S  1 mg/LR  1 mg/L
Haemophilus influenzaeS  0,06 mg/LR  0,06 mg/L
Moraxella catarrhalisS  0,125 mg/LR  0,125 mg/L
Neisseria gonorrhoeaeS  0,03 mg/LR  0,06 mg/L
Neisseria meningitidisS  0,03 mg/LR  0,03 mg/L
Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδη*S  0,25 mg/LR  0,5 mg/L

1. Staphylococcus spp. - οι οριακές τιμές για την σιπροφλοξασίνη σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης.

* Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδη καθορίστηκαν κυρίως με βάση τα δεδομένα PK/PD και είναι ανεξάρτητες από τις κατανομές MIC συγκεκριμένων ειδών. Προορίζονται για χρήση μόνο για είδη στα οποία δεν έχει αποδοθεί ειδική για το είδος οριακή τιμή και όχι για εκείνα τα είδη όπου δεν συνιστώνται δοκιμές ευαισθησίας.

Ο επιπολασμός επίκτητης αντίστασης μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, και είναι επιθυμητή η διάθεση πληροφοριών τοπικά σχετικά με την ανθεκτικότητα, ειδικά όταν πρόκειται για θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις ανάγκες, πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών όταν ο τοπικός επιπολασμός αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση.

Ομαδοποιήσεις σχετικών ειδών σύμφωνα με την ευαισθησία στη σιπροφλοξασίνη (για τα είδη Streptococcus βλέπε παράγραφο 4.4).

ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Bacillus anthracis (1)

Aeromonas spp.

Brucella spp.

Citrobacter koseri Francisella tularensis Haemophilus ducreyi Haemophilus influenzae * Legionella spp.

Moraxella catarrhalis * Neisseria meningitidis Pasteurella spp.

Salmonella spp. * Shigella spp.

Vibrio spp.

Yersinia pestis Mobiluncus Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia trachomatis ($)

Chlamydia pneumoniae ($)

Mycoplasma hominis ($)

Mycoplsma pneumoniae ($)

ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis ($)

Staphylococcus spp. *(2)

Acinetobacter baumannii+ Burkholderia cepacia+* Campylobacter spp.+* Citrobacter freundii* Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae* Escherichia coli* Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae* Morganella morganii* Neisseria gonorrhoeae * Proteus mirabilis* Proteus vulgaris* Providencia spp.

Pseudomonas aeruginosa* Pseudomonas fluorescens Serratia marcescens* Peptostreptococcus spp.

Propionibacterium acnes ΕΝΔΟΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Actinomyces Enteroccus faecium Listeria monocytogenes Stenotrophomonas maltophilia Εξαιρούνται όπως αναγράφονται παραπάνω Άλλοι μικροοργανισμοί Mycoplasma genitalium Ureaplasma urealitycum * Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις + Ποσοστό αντίστασης ≥ 50 % σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ ($): Φυσική μέτρια ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης (1): Μελέτες έχουν διενεργηθεί σε πειραματικές λοιμώξεις ζώων λόγω εισπνοής σπόρων Bacillus anthracis, αποκαλύπτουν ότι η λήψη αντιβιοτικών νωρίς μετά την έκθεση αποτρέπει την εμφάνιση της νόσου, εάν η θεραπεία γίνεται μέχρι τη μείωση του αριθμού των σπόρων στον οργανισμό υπό τη δόση για τη λοίμωξη. Η συνιστώμενη χρήση σε ανθρώπους βασίζεται αρχικά στην in vitro ευαισθησία και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα ανθρώπων. Διάρκεια θεραπείας δύο μηνών σε ενηλίκους με από του στόματος σιπροφλοξασίνη χορηγούμενη στην ακόλουθη δόση, 500 mg δύο φορές ημερησίως, θεωρείται αποτελεσματική για την πρόληψη της λοίμωξης με άνθρακα στους ανθρώπους. Ο θεράπων ιατρός πρέπει να ανατρέξει στα εθνικά ή/και διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του άνθρακα.

(2): Οι ανθετικοί στη μεθικιλλίνη S.aureus πολύ συχνά εκφράζουν συνδυασμένη αντίσταση στις φθοροκινολόνες. Το ποσοστό αντίστασης στη μεθικιλλίνη είναι γύρω στο 20 έως 50 % μεταξύ όλων των είδών των σταφυλοκόκκων, και είναι συνήθως υψηλότερο σε νοσοκομειακά στελέχη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων 250 mg, 500 mg και 750 mg δισκίων σιπροφλοξασίνης, η σιπροφλοξασίνη απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα, κυρίως από το λεπτό έντερο, φθάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 1 – 2 ώρες αργότερα.

Eφάπαξ δόσεις 100 - 750 mg έδωσαν δοσοεξαρτώμενες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού (C )

max μεταξύ 0,56 και 3,7 mg/L. Οι συγκεντρώσεις ορού αυξάνονται αναλογικά με δόσεις μέχρι 1000 mg.

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 70 – 80 %.

Από στόματος δόση 500 mg χορηγούμενη κάθε 12 ώρες καταδείχθηκε ότι παράγει μια περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης ορού (ΑUC) ισοδύναμη με εκείνη που παράγεται από ενδοφλέβια έγχυση 400 mg σιπροφλοξασίνης χορηγούμενη σε χρονική περίοδο 60 λεπτών κάθε 12 ώρες.

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της σιπροφλοξασίνης πόσιμο εναιώρημα 50 mg/mL και 100 mg/mL είναι ίδιες με εκείνες των δισκίων.

Κατανομή Η δέσμευση της σιπροφλοξασίνης με πρωτείνες είναι χαμηλή (20 - 30 %). H σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στο πλάσμα κυρίως σε μη ιονισμένη μορφή και έχει μεγάλο όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση των 2 – 3 L/kg βάρους σώματος. Η σιπροφλοξασίνη φθάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις σε μια ποικιλία ιστών όπως ο πνεύμονας (επιθηλιακό υγρό, κυψελιδικά μακροφάγα, ιστός βιοψίας), οι παραρρινικές κοιλότητες, σε φλεγμονώδεις βλάβες (υγρό φυσαλίδων από κανθαριδίνες), και η ουρογεννητική οδός (ούρα, προστάτης, ενδομήτριο) όπου επιτυγχάνονται συνολικές συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν εκείνες των συγκεντρώσεων του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός Αναφέρθηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις τεσσάρων μεταβολιτών που αναγνωρίστηκαν ως:

δεσαιθυλενοσιπροφλοξασίνη (M 1), σουλφοσιπροφλοξασίνη (M 2), οξοσιπροφλοξασίνη (M 3)

και φορμυλσιπροφλοξασίνη (M 4). Οι μεταβολίτες εμφανίζουν in vitro αντιμικροβιακή δράση, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από ό,τι η μητρική ουσία.

Είναι γνωστό ότι η σιπροφλοξασίνη είναι μέτριος αναστολέας των ισοενζύμων CYP 450 1A2.

Αποβολή Η σιπροφλοξασίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη μέσω της νεφρικής οδού και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω των κοπράνων. Η ημίσσεια ζωή απέκκρισης ορού σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι περίπου 4 – 7 ώρες.

Απέκκριση της σιπροφλοξασίνης (% της δόσης)
Από στόματος χορήγηση
ΟύραΚόπρανα
Σιπροφλοξασίνη44,725,0
Μεταβολίτες (M -M ) 1 411,37,5

Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 180 – 300 mL/kg/h και η ολική κάθαρση από το σώμα κυμαίνεται μεταξύ 480 – 600 mL/kg/h. Η σιπροφλοξασίνη υπόκειται τόσο σε σπειραματική διήθηση όσο και σε σωληναριακή απέκκριση. Σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία οδηγεί σε αυξημένες ημίσειες ζωές της σιπροφλοξασίνης έως και 12 ώρες.

Η μη νεφρική κάθαρση της σιπροφλοξασίνης οφείλεται κυρίως στην ενεργό διεντερική απέκκριση, και στο μεταβολισμό. 1 % της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού. Η σιπροφλοξασίνη είναι παρούσα στη χολή σε υψηλές συγκεντρώσεις.

Παιδιατρικοί ασθενείς Τα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα.

Σε μια μελέτη σε παιδιά, οι C και AUC δεν ήταν εξαρτώμενες από την ηλικία (άνω του ενός max έτους). Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική αύξηση στις C και AUC με πολλαπλές δόσεις max (10 mg/kg τρεις φορές την ημέρα).

Σε 10 παιδιά με σοβαρή σηψαιμία, η C ήταν 6,1 mg/L (εύρος 4,6 – 8,3 mg/L) μετά από max ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας σε 10 mg/kg για παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους συγκριτικά με 7,2 mg/L (εύρος 4,7 – 11,8 mg/L) για παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών. Οι τιμές AUC ήταν 17,4 mg*h/L (εύρος 11,8 – 32,0 mg*h/L) και 16,5 mg*h/L (εύρος 11,0 – 23,8 mg*h/L) στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες.

Αυτές οι τιμές εμπίπτουν στο αναφερόμενο εύρος για ενήλικες στις θεραπευτικές δόσεις. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιατρικό πληθυσμό ασθενών με διάφορες λοιμώξεις, η προβλεπόμενη μέση ημίσεια ζωή στα παιδιά είναι περίπου 4 – 5 ώρες και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου εναιωρήματος κυμαίνεται από 50 έως 80 %.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ δόσης, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης ή τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα. Όπως και άλλες κινολόνες, η σιπροφλοξασίνη είναι φωτοτοξική στα ζώα σε κλινικά σχετιζόμενα επίπεδα έκθεσης. Δεδομένα για την ενδεχόμενη φωτομεταλλαξιογόνο / φωτοκαρκινογόνο δράση δείχνουν αδύναμη φωτομεταλλαξιογόνο ή φωτοογκογόνο δράση της σιπροφλοξασίνης σε in vitro πειράματα και σε ζώα. Αυτή η δράση ήταν συγκρίσιμη με εκείνη άλλων αναστολέων της γυράσης.

Ανοχή από τις αρθρώσεις Όπως αναφέρθηκε για άλλους αναστολείς της γυράσης, η σιπροφλοξασίνη προκαλεί βλάβη στις μεγάλες φέρουσες το βάρος αρθρώσεις σε ανώριμα ζώα. Η έκταση της βλάβης στους χόνδρους ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το είδος και τη δόση, μπορεί να μειωθεί εάν αφαιρεθεί το βάρος από τις αρθρώσεις. Μελέτες σε ώριμα ζώα (αρουραίος, σκύλος) δεν αποκάλυψαν αποδείξεις βλαβών στους χόνδρους. Σε μια μελέτη σε νεαρούς σκύλους beagle, η σιπροφλοξασίνη προκάλεσε σοβαρές μεταβολές στις αρθρώσεις σε θεραπευτικές δόσεις μετά από δύο εβδομάδες θεραπείας, οι οποίες μπορούσαν να παρατηρηθούν και μετά από 5 μήνες.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Κοκκία Υπρομελλόζη, Μαγνήσιο στεατικό, Πολυακρυλικό διάλυμα 30 %, Πολυσορβικό 20, Ποβιδόνη.

Διαλύτης Λεκιθίνη σόγιας, Τριγλυκερίδια μέσης αλυσίδας, Γεύση φράουλας (περιέχει βενζυλική αλκοόλη), Σακχαρόζη, Υδωρ απεσταγμένο.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν πρέπει να γίνεται καμία προσθήκη στο έτοιμο εναιώρημα.

6.3 Διάρκεια ζωής

Διάρκεια ζωής όπως διατίθεται στην αγορά 2 χρόνια Διάρκεια ζωής μετά την ανασύσταση του πόσιμου εναιωρήματος 14 ημέρες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Κοκκία Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 οC Διαλύτης Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 οC. Μην καταψύχετε. Να αποφεύγεται η ανατροπή της συσκευασίας κατά τη φύλαξη.

Περιστασιακά, έχει παρατηρηθεί ένα λεπτό ελαφρώς κίτρινο στρώμα στην επιφάνεια της κοκκιοποίησης του εναιωρήματος. Αυτό δεν επηρεάζει τη φαρμακευτική ποιότητα του προϊόντος.

Τα συστατικά του έτοιμου προς χρήση πόσιμου εναιωρήματος είναι σταθερά για χρήση μόνο 14 ημέρες είτε όταν φυλάσσονται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος μέχρι 30 οC, ή σε ψυγείο (2 οC – 8 οC). Το πόσιμο εναιώρημα δε θα πρέπει να λαμβάνεται πέραν αυτού του χρόνου μετά την ανασύστασή του. Το ανασυσταθέν πόσιμο εναιώρημα πρέπει να προστατεύεται από την ψύξη.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Για τα κοκκία 30 mL φιάλη από γυαλί καφέ χρώματος τύπου 3 με λευκό αδιαφανή βιδωτό πώμα PP/PE (με προστασία για τα παιδιά).

Για το διαλύτη 150 mL λευκή φιάλη HDPE με προστασία για τα παιδιά και προστατευτικό βιδωτό πώμα PP.

Για το δοσομετρικό κουτάλι 5 mL μπλέ δοσομετρικό κουτάλι (ΡΕ).

Συσκευασίες:

Συσκευασία με μια καφέ γυάλινη φιάλη περιέχει 15,9 g κοκκία και μια λευκή ΗDPE φιάλη περιέχει 86 mL διαλύτη. Η συσκευασία διατίθεται με ένα μπλε, πλαστικό, βαθμονομημένο δοσομετρικό κουτάλι, Συσκευασία με πέντε καφέ γυάλινες φιάλες που περιέχουν 15,9 g κοκκία και πέντε λευκές ΗDPE φιάλες που περιέχουν 86 mL διαλύτη. Η συσκευασία διατίθεται με πέντε μπλε, πλαστικά, βαθμονομημένα δοσομετρικά κουτάλια.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Η μικρή φιάλη περιέχει τη δραστική ουσία ως κοκκία και η μεγάλη φιάλη περιέχει το διαλύτη.

Ανασύσταση

1. Ανοίξτε και τις δυο φιάλες. Πώμα με προστασία για τα παιδιά: Πιέστε προς τα κάτω

σύμφωνα με τις οδηγίες επάνω στο πώμα ενώ στρέφετε προς τα αριστερά.

2. Αδειάστε τελείως όλο το περιχόμενο της καφέ φιάλης (κοκκία) στη μεγάλη λευκή φιάλη που περιέχει το υγρό εναιωρήματος. Μην προσθέτετε νερό στο εναιώρημα!

3. Κλείστε ξανά τη μεγάλη λευκή φιάλη σωστά και σύμφωνα με τις οδηγίες στο πώμα και

αναταράξτε έντονα για περίπου 15 δευτερόλεπτα. Τώρα έχει προετοιμαστεί η σωστή ανάμειξη. Το εναιώρημα είναι έτοιμο για χρήση.

Λήψη του έτοιμου προς χρήση εναιωρήματος Πάρτε την συνταγογραφημένη ποσότητα εναιωρήματος χρησιμοποιώντας το δοσομετρικό κουτάλι. Μη μασάτε τα κοκκία που περιέχονται στο εναιώρημα, απλά καταπιείτε τα. Μπορείτε μετά να πιείτε ένα ποτήρι νερό. Κλείστε ξανά τη φιάλη σωστά μετά τη χρήση και σύμφωνα με τις οδηγίες στο πώμα. Το έτοιμο προς χρήση εναιώρημα είναι σταθερό για 14 ημέρες όταν αποθηκεύεται σε ψυγείο (2 οC- 8 οC) ή σε θερμοκρασία περιβάλλοντος κάτω των 30 °C. Αφού ολοκληρωθεί η θεραπεία, δεν πρέπει να ξαναχρησιμοποιηθεί. Αναταράξτε έντονα κάθε φορά πριν από τη χρήση για περίπου 15 δευτερόλεπτα.

Η διαβαθμισμένη επισήμανση 1/2 του δοσομετρικού κουταλιού ισοδυναμεί με 2,6 mL που περιέχουν 2,5 mL τελικού εναιωρήματος, και η επισήμανση 1/1 ισοδυναμεί με 5,2 mL που περιέχουν 5,0 mL τελικού εναιωρήματος. Το διαβαθμισμένο ογκομετρικό κουτάλι πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της απαιτούμενης συνταγογραφημένης ποσότητας πόσιμου εναιωρήματος Ciproxin 500 mg/5 mL.

Μετά τη χρήση, το ογκομετρικής μέτρησης κουτάλι θα πρέπει να καθαρίζεται κάτω απο τρεχούμενο νερό και απορρυπαντικό πιάτων, να ξεπλένεται και στεγνώνει επισταμένα με μια καθαρή χάρτινη πετσέτα. Το κουτάλι θα πρέπει να φυλλάσεται με τη φιάλη του πόσιμου εναιωρήματος Ciproxin 500 mg/5 mL μέσα στη χάρτινη συσκευασία.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Bayer Ελλάς ΑΒΕΕ Σωρού 18 -20, 151 25 Μαρούσι Τηλ.: 210 6187500 Fax: 210 6187522

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

36398/25-7-2008

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 2 Οκτωβρίου 1998 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 25 Ιουλίου 2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1962210_SPC_1962210_7.pdf