Clinio Logo
Clinio
CISPLATIN-HOSPIRA › ΠΧΠ

CISPLATIN-HOSPIRA — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

CISPLATIN/HOSPIRA 10 mg/10 mL διάλυμα για έγχυση CISPLATIN/HOSPIRA 50 mg/50 mL διάλυμα για έγχυση CISPLATIN/HOSPIRA 100 mg/100 mL διάλυμα για έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Σισπλατίνη 1 mg/1 mL Κάθε φιαλίδιο των 10 mL περιέχει 10 mg σισπλατίνη.

Κάθε φιαλίδιο των 50 mL περιέχει 50 mg σισπλατίνη.

Κάθε φιαλίδιο των 100 mL περιέχει 100 mg σισπλατίνη.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Το CISPLATIN/HOSPIRA 10 mg/10 mL (1 mg/ml) διάλυμα για έγχυση περιέχει 35,4 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο των 10 mL.

Το CISPLATIN/HOSPIRA 50 mg/50 mL (1 mg/ml) διάλυμα για έγχυση περιέχει 177 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο των 50 mL.

Το CISPLATIN/HOSPIRA 100 mg/100 mL (1 mg/ml) διάλυμα για έγχυση περιέχει 354 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο των 100 mL.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα για έγχυση

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Η σισπλατίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία των:

- προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου των όρχεων

- προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου των ωοθηκών

- προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου της ουροδόχου κύστης

- προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου πλακώδους επιθηλίου της κεφαλής και του τραχήλου

- προχωρημένου ή μεταστατικού μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα

- προχωρημένου ή μεταστατικού μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα Η σισπλατίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε συνδυασμό με άλλα χημειοθεραπευτικά ή με ακτινοθεραπεία.

Η σισπλατίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία και σε συνδυαστική θεραπεία.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες και παιδιατρικός πληθυσμός

Η δοσολογία της σισπλατίνης εξαρτάται από την πρωτοπαθή νόσο, την αναμενόμενη αντίδραση και κατά πόσο η σισπλατίνη χρησιμοποιείται για μονοθεραπεία ή ως συστατικό συνδυαστικής χημειοθεραπείας. Οι οδηγίες δοσολογίας μπορούν να εφαρμοστούν τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά.

Για μονοθεραπεία, προτείνονται τα ακόλουθα δύο δοσολογικά σχήματα:

Εφάπαξ δόση των 50 έως 120 mg/m2 επιφάνειας σώματος κάθε 3 με 4 εβδομάδες 15 έως 20 mg/m2/ημέρα για 5 ημέρες, κάθε 3 με 4 εβδομάδες.

Εάν η σισπλατίνη χρησιμοποιείται σε συνδυαστική θεραπεία, η δόση της σισπλατίνης πρέπει να μειωθεί. Μία τυπική δόση είναι 20 mg/m2 ή περισσότερο μία φορά κάθε 3 με 4 εβδομάδες. Για τη θεραπεία του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, η σισπλατίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία. Μία τυπική δόση είναι 40 mg/m2 την εβδομάδα για 6 εβδομάδες.

Για προειδοποιήσεις και προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν την έναρξη του επόμενου κύκλου θεραπείας, βλ. παράγραφο 4.4.

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή με καταστολή του μυελού των οστών, η δόση θα πρέπει να μειωθεί επαρκώς (βλ. παράγραφο 4.3).

Το διάλυμα σισπλατίνης για έγχυση, που προετοιμάζεται σύμφωνα με τις οδηγίες (βλ. παράγραφο 6.3), πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 6 έως 8 ωρών.

Επαρκής ενυδάτωση πρέπει να διατηρείται από 2 έως 12 ώρες πριν τη χορήγηση μέχρι το ελάχιστο των 6 ωρών μετά τη χορήγηση της σισπλατίνης. Η ενυδάτωση είναι απαραίτητη για να προκαλέσει επαρκή διούρηση κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με σισπλατίνη. Πραγματοποιείται με ενδοφλέβια έγχυση ενός από τα ακόλουθα διαλύματα:

Διάλυμα χλωριούχου νατρίου: 0,9% Μίγμα διαλύματος χλωριούχου νατρίου 0,9% και διαλύματος γλυκόζης 5% (1:1)

Τρόπος χορήγησης Η σισπλατίνη πρέπει να αραιώνεται πριν τη χορήγηση. Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν τη χορήγηση βλέπε παράγραφο 6.6.

Το αραιωμένο διάλυμα πρέπει να χορηγείται μόνο ενδοφλεβίως με έγχυση (βλέπε παρακάτω). Για τη χορήγηση, οποιαδήποτε συσκευή που περιέχει αλουμίνιο που μπορεί να έρθει σε επαφή με τη σισπλατίνη (σετ για ενδοφλέβια έγχυση, βελόνες, καθετήρες, σύριγγες) θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ενυδάτωση πριν τη θεραπεία με σισπλατίνη:

Ενδοφλέβια έγχυση των 100 έως 200 mL/ώρα για μία περίοδο 6 έως 12 ωρών, με μία συνολική ποσότητα τουλάχιστον 1 L.

Ενυδάτωση μετά τον τερματισμό της χορήγησης της σισπλατίνης:

Ενδοφλέβια έγχυση άλλων 2 λίτρων με ρυθμό 100 έως 200 mL ανά ώρα για μία περίοδο 6 έως 12 ωρών.

Εξαναγκασμένη διούρηση μπορεί να απαιτηθεί σε περίπτωση που η απέκκριση των ούρων είναι μικρότερη από 100 έως 200 mL/ώρα μετά την ενυδάτωση. Η εξαναγκασμένη διούρηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με την ενδοφλέβια χορήγηση 37,5 g μαννιτόλης ως διάλυμα 10% (375 mL διαλύματος μαννιτόλης 10%) ή με τη χορήγηση διουρητικού, εάν η λειτουργία των νεφρών είναι φυσιολογική.

Η χορήγηση μαννιτόλης ή διουρητικού απαιτείται, επίσης, όταν η χορηγούμενη δόση σισπλατίνης είναι μεγαλύτερη από 60 mg/m2 επιφάνειας σώματος.

Είναι απαραίτητο ο ασθενής να πίνει μεγάλες ποσότητες υγρών για 24 ώρες μετά την έγχυση σισπλατίνης για να διασφαλίσει την επαρκή απέκκριση ούρων.

4.3 Αντενδείξεις

Η σισπλατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη σισπλατίνη, σε άλλες ενώσεις που περιέχουν πλατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Η σισπλατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με μυελοκαταστολή, σε ασθενείς που είναι αφυδατωμένοι, καθώς και σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή διαταραχές της ακοής λόγω του γεγονότος ότι η σισπλατίνη είναι νεφροτοξική και νευροτοξική (ιδίως ωτοτοξική).

Αυτές οι τοξικότητες ενδέχεται να είναι αθροιστικές, εάν προϋπάρχουν διαταραχές αυτού του τύπου.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν σισπλατίνη δεν πρέπει να θηλάζουν.

Η ταυτόχρονη χορήγηση του εμβολίου κατά του κίτρινου πυρετού αντενδείκνυται.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η σισπλατίνη αντιδρά με το μεταλλικό αργίλιο και σχηματίζει ένα μαύρο ίζημα πλατίνης. Όλα τα σετ ενδοφλέβιας χορήγησης, οι βελόνες, οι καθετήρες και οι σύριγγες που περιέχουν αργίλιο θα πρέπει να αποφεύγονται. Η σισπλατίνη πρέπει να χορηγείται υπό τη στενή επίβλεψη καταρτισμένου ιατρού, που να είναι ειδικευμένος στη χρήση χημειοθεραπευτικών παραγόντων, αποκλειστικά σε εξειδικευμένα και κατάλληλα εξοπλισμένα κέντρα.

Η ενδεδειγμένη παρακολούθηση και διαχείριση της θεραπείας και των επιπλοκών της είναι δυνατή μόνον εφόσον πληρούνται επαρκώς οι προϋποθέσεις για διάγνωση και επακριβή θεραπεία.

1. Νεφροτοξικότητα

Πριν την έναρξη της θεραπείας και πριν από κάθε επακόλουθη συνεδρία με σισπλατίνη είναι απαραίτητη η αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας με τη μέτρηση της κρεατινίνης του ορού, της ουρίας του αίματος, της κάθαρση της κρεατινίνης και των επιπέδων του μαγνησίου, του νατρίου, του καλίου και του ασβεστίου του ορού.

Η σισπλατίνη προκαλεί σοβαρού βαθμού αθροιστική νεφροτοξικότητα. Μια διούρηση της τάξης των 100 mL/ώρα ή μεγαλύτερη τείνει να ελαχιστοποιεί τη νεφροτοξικότητα της σισπλατίνης. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με προενυδάτωση με 2 λίτρα κατάλληλου ενδοφλέβιου διαλύματος, καθώς και αντίστοιχη ενυδάτωση μετά τη χορήγηση της σισπλατίνης (συνιστώμενη ποσότητα 2.500 mL/m2/24 ώρες). Εάν η εντατικοποιημένη ενυδάτωση δεν είναι αρκετή για τη διατήρηση επαρκούς διούρησης, τότε μπορεί να χορηγηθεί κάποιο ωσμωτικό διουρητικό (π.χ. μαννιτόλη).

Η νεφροτοξικότητα επιδεινώνεται με την επανάληψη των κύκλων θεραπείας. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να επανέλθει στο φυσιολογικό πριν δώσετε την επόμενη δόση.

Στη συνιστώμενη δοσολογία η σισπλατίνη δεν πρέπει να χορηγείται συχνότερα από μια φορά κάθε 3 έως 4 εβδομάδες (βλ. παράγραφο 4.8).

2. Νευροπάθειες

Έχουν αναφερθεί σοβαρές περιπτώσεις νευροπαθειών.

Αυτές οι νευροπάθειες ενδέχεται να μην είναι αναστρέψιμες και μπορεί να εκδηλωθούν με παραισθησία, απώλεια αντανακλαστικών και απώλεια της ιδιοδεκτικής αίσθησης και της αίσθησης

δονήσεων. Έχει αναφερθεί, επίσης, απώλεια της κινητικής λειτουργίας. Πρέπει να πραγματοποιείται νευρολογική εξέταση σε τακτά χρονικά διαστήματα.

3. Ωτοτοξικότητα

Ωτοτοξικότητα έχει παρατηρηθεί σε έως και 31% των ασθενών που έχουν λάβει θεραπεία με μία εφάπαξ δόση σισπλατίνης 50 mg/m2 και εκδηλώνεται με εμβοές και/ή απώλεια της ακοής στην περιοχή των υψηλών συχνοτήτων (4.000 έως 8.000 Hz). Περιστασιακά, μπορεί να παρουσιαστεί μειωμένη ικανότητα στην ακοή των ήχων μίας κανονικής συνομιλίας. Η ωτοτοξική επίδραση ενδέχεται να είναι εντονότερη σε παιδιά που λαμβάνουν σισπλατίνη. Περιπτώσεις καθυστερημένης έναρξης απώλειας ακοής έχουν αναφερθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό. Συνιστάται μακροχρόνια παρακολούθηση σε αυτόν τον πληθυσμό. Η απώλεια της ακοής μπορεί να είναι μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη και τείνει να είναι συχνότερη και σοβαρότερη με την επανάληψη των δόσεων.

Ωστόσο, σπάνια έχει αναφερθεί κώφωση ύστερα από την αρχική δόση της σισπλατίνης. Η ωτοτοξικότητα ενδέχεται να ενισχυθεί με προηγούμενη ταυτόχρονη ακτινοβόληση του κρανίου και ενδέχεται να σχετίζεται με τη μέγιστη συγκέντρωση σισπλατίνης στο πλάσμα. Δεν είναι σαφές εάν η επαγόμενη από τη σισπλατίνη ωτοτοξικότητα είναι αναστρέψιμη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας και πριν από τις επόμενες δόσεις σισπλατίνης θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση με ακοομετρία. Έχει αναφερθεί, επίσης, αιθουσαία τοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.8).

4. Αλλεργικά φαινόμενα

Όπως ισχύει και με λοιπά προϊόντα που βασίζονται στην πλατίνη, ενδέχεται να παρατηρηθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, οι οποίες εμφανίζονται στις περισσότερες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της έγχυσης, καθιστώντας απαραίτητη τη διακοπή της έγχυσης και κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία. Έχουν αναφερθεί διασταυρούμενες αντιδράσεις, ορισμένες φορές θανατηφόρες, με όλες τις ενώσεις πλατίνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8).

5. Ηπατική λειτουργία και αιματολογικός τύπος

Ο αιματολογικός τύπος και η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

6. Δυναμικό καρκινογένεσης

Στον άνθρωπο, σε σπάνιες περιπτώσεις η εμφάνιση οξείας λευχαιμίας συνέπεσε με τη χρήση σισπλατίνης, η οποία γενικά συσχετιζόταν με άλλους λευχαιμογενείς παράγοντες.

Η σισπλατίνη είναι μεταλλαξογόνος παράγοντας στα βακτήρια και προκαλεί χρωμοσωμικές ανωμαλίες σε καλλιέργειες ζωικών κυττάρων. Η καρκινογένεση είναι πιθανή, αλλά δεν έχει καταδειχθεί. Η σισπλατίνη είναι τερατογόνος και εμβρυοτοξική στα ποντίκια.

7. Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης

Κατά τη χορήγηση σισπλατίνης ενδέχεται να παρατηρηθούν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης.

Δεδομένης της πιθανότητας εξαγγείωσης, συνιστάται η στενή παρακολούθηση του σημείου της έγχυσης κατά τη χορήγηση του φαρμάκου για πιθανή διήθηση. Προς το παρόν, δεν είναι γνωστή κάποια ειδική θεραπεία για τις αντιδράσεις εξαγγείωσης.

8. Μυελοτοξικότητα

Η μυελοτοξικότητα εξαρτάται από τη δόση. Είναι απαραίτητο να ελέγχεται συχνά η αιματολογική κατάσταση μέσω μέτρησης των ερυθροκυττάρων, των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων.

9. Νευροτοξικότητα

Η πιθανή νευροτοξικότητα από τη σισπλατίνη απαιτεί τακτικές νευρολογικές εξετάσεις.

10. Αντιδράσεις αναφυλακτικού τύπου

Οι αντιδράσεις αναφυλακτικού τύπου μπορούν να ελεγχθούν με αντιισταμινικά, αδρεναλίνη και/ή γλυκοκορτικοειδή.

Η ηπατική λειτουργία είναι απαραίτητο να ελέγχεται περιοδικά.

11. Επιδράσεις της ανοσοκαταστολής/Αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις

Η χορήγηση εμβολίων με ζώντες ή εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς σε ασθενείς ανοσοκατεσταλμένους από χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σισπλατίνης, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ή θανατηφόρες λοιμώξεις. Ο εμβολιασμός με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν σισπλατίνη.

Μπορούν να χορηγούνται εμβόλια με νεκρούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς, ωστόσο, η απόκριση σε αυτά τα εμβόλια μπορεί να είναι μειωμένη.

Προειδοποιήσεις Αυτός ο κυτταροστατικός παράγοντας εμφάνισε εντονότερη τοξικότητα από αυτήν που απαντάται συνήθως στην αντινεοπλασματική χημειοθεραπεία.

Η νεφροτοξικότητα, που είναι κυρίως αθροιστική, είναι σοβαρή και απαιτεί ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).

Η ναυτία και οι έμετοι ενδέχεται να είναι έντονου βαθμού και απαιτούν κατάλληλη αντιεμετική θεραπεία.

Απαιτείται, επίσης, στενή επίβλεψη όσον αφορά την ωτοτοξικότητα, τη μυελοκαταστολή και τις αναφυλακτικές αντιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.8).

Παρασκευή του ενδοφλέβιου διαλύματος Προειδοποίηση Όπως ισχύει για όλα τα δυνητικώς τοξικά προϊόντα, είναι σημαντικό να λαμβάνονται προφυλάξεις κατά τον χειρισμό του διαλύματος σισπλατίνης. Σε περίπτωση ακούσιας έκθεσης στο προϊόν, είναι πιθανόν να προκληθούν δερματικές βλάβες. Συνιστάται η χρήση γαντιών. Σε περίπτωση που το διάλυμα σισπλατίνης έρθει σε επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους, πλύνετε πολύ σχολαστικά το δέρμα και τους βλεννογόνους με σαπούνι και νερό.

Συνιστάται η συμμόρφωση με τις διαδικασίες που είναι ενδεδειγμένες για τον χειρισμό και την απόρριψη των κυτταροστατικών παραγόντων.

Πριν χορηγήσετε το διάλυμα στον ασθενή, βεβαιωθείτε ότι το διάλυμα είναι διαυγές και ελεύθερο σωματιδίων.

Το πώμα φιαλιδίου για το Cisplatin/Hospira 10 mg/10 mL, 50 mg/50 mL και 100 mg/100 mL περιέχει πώμα χωρίς λάτεξ, 20 mm.

Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα

Το Cisplatin/Hospira 10 mg/10mL (1 mg/ml) διάλυμα για έγχυση περιέχει 35,4 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο των 10 mL, που ισοδυναμεί με 1,8% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Το Cisplatin/Hospira 50 mg/50 mL (1 mg/ml) διάλυμα για έγχυση περιέχει 177 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο των 50 mL, που ισοδυναμεί με 8,9% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Το Cisplatin/Hospira 100 mg/100 mL (1 mg/ml) διάλυμα για έγχυση περιέχει 354 mg νατρίου σε κάθε φιαλίδιο των 100 mL, που ισοδυναμεί με 17,7% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Το Cisplatin/Hospira μπορεί να παρασκευαστεί περαιτέρω για χορήγηση με διαλύματα που περιέχουν νάτριο (βλ. παράγραφο 6.6) και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το ολικό νάτριο από όλες τις πηγές που θα χορηγηθούν στον ασθενή.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δυνητικά νεφροτοξικά ή ωτοτοξικά φάρμακα, όπως αντιβιοτικά αμινογλυκοσίδης ή διουρητικά της αγκύλης, μπορεί να επιδεινώσουν τις νεφροτοξικές και ωτοτοξικές επιδράσεις της σισπλατίνης.

Η σισπλατίνη μπορεί να συνδυαστεί κατάλληλα με άλλους αντινεοπλασματικούς φαρμακευτικούς παράγοντες. Ωστόσο, δεν συνιστάται η ταυτόχρονη ανάμιξη περισσότερων φαρμάκων στην ίδια σύριγγα.

Νεφροτοξικές ουσίες:

Η συγχορήγηση νεφροτοξικών (π.χ. κεφαλοσπορίνες, αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β ή σκιαγραφικά μέσα) ή ωτοτοξικών (π.χ. αμινογλυκοσίδες) φαρμακευτικών προϊόντων θα ενισχύσει την τοξική επίδραση της σισπλατίνης στους νεφρούς. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σισπλατίνη ή μετά από αυτήν, συνιστάται προσοχή με τις ουσίες που αποβάλλονται κυρίως από τους νεφρούς, π.χ. κυτταροστατικοί παράγοντες, όπως η βλεομυκίνη και η μεθοτρεξάτη, λόγω της ενδεχομένως μειωμένης νεφρικής αποβολής.

Η νεφρική τοξικότητα της ιφωσφαμίδης ενδέχεται να είναι μεγαλύτερη όταν χρησιμοποιείται με σισπλατίνη ή σε ασθενείς στους οποίους είχε χορηγηθεί προηγουμένως σισπλατίνη.

Φάρμακα που αποβάλλονται από τους νεφρούς:

Μετά από θεραπεία με σισπλατίνη σε συνδυασμό με βλεομυκίνη και ετοποσίδη, έχει παρατηρηθεί σε λίγα περιστατικά μείωση των τιμών των επιπέδων λιθίου στο αίμα. Συνιστάται, συνεπώς, η παρακολούθηση των τιμών των επιπέδων λιθίου.

Ωτοτοξικές ουσίες:

Η συγχορήγηση ωτοτοξικών (π.χ. αμινογλυκοσίδες, διουρητικά της αγκύλης) φαρμακευτικών προϊόντων θα ενισχύσει την τοξική επίδραση της σισπλατίνης στην ακουστική λειτουργία. Με εξαίρεση τους ασθενείς που λαμβάνουν δόσεις σισπλατίνης που υπερβαίνουν τα 60 mg/m2 και των οποίων η αποβολή ούρων είναι μικρότερη από 1.000 mL ανά 24 ώρες, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται προκλητή διούρηση με διουρητικά της αγκύλης, λόγω πιθανής βλάβης της νεφρικής οδού και ωτοτοξικότητας.

Η ιφωσφαμίδη ενδέχεται να αυξήσει την απώλεια της ακοής που οφείλεται στη σισπλατίνη.

Εμβόλια με εξασθενημένους ζώντες μικροοργανισμούς:

Το εμβόλιο κατά του κίτρινου πυρετού αντενδείκνυται αυστηρά, λόγω του κινδύνου θανατηφόρου συστηματικής νόσου από εμβόλιο (βλ. παράγραφο 4.3). Λόγω του κινδύνου γενικευμένης νόσου, συνιστάται η χρήση αδρανοποιημένου εμβολίου, εφόσον είναι διαθέσιμο.

Αντιπηκτικά από του στόματος:

Στην περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης αντιπηκτικών από του στόματος, όπως κουμαρίνες/βαρφαρίνη, συνιστάται ο τακτικός έλεγχος των τιμών του INR.

Αντιισταμινικά, φαινοθειαζίνες και άλλα:

Η ταυτόχρονη χρήση αντιισταμινικών, βουκλιζίνης, κυκλιζίνης, λοξαπίνης, μεκλοζίνης, φαινοθειαζινών, θειοξανθινών ή τριμεθοβενζαμίδων ενδέχεται να καλύψει συμπτώματα ωτοτοξικότητας (όπως ζάλη και εμβοές).

Αντιεπιληπτικοί παράγοντες:

Στους ασθενείς που λαμβάνουν σισπλατίνη και αντιεπιληπτικά φάρμακα, τα επίπεδα των αντιεπιλεπτικών παραγόντων (π.χ. φαινυτοΐνη) στο πλάσμα ενδέχεται να μειωθούν και πιθανώς να γίνουν υποθεραπευτικά. Αυτό οφείλεται ενδεχομένως στη μειωμένη απορρόφηση ή/και στον αυξημένο μεταβολισμό. Σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των αντιεπιληπτικών φαρμάκων στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται και η δοσολογία να προσαρμόζεται όπως απαιτείται.

Συνδυασμός πυροξιδίνης + αλτρεταμίνης:

Κατά τη διάρκεια μιας τυχαιοποιημένης μελέτης σχετικά με τη θεραπεία προχωρημένου καρκίνου των ωοθηκών, ο χρόνος απόκρισης επηρεάστηκε αρνητικά όταν η πυριδοξίνη χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με αλτρεταμίνη (εξαμεθυλομελαμίνη) και σισπλατίνη.

Πακλιταξέλη:

Η θεραπεία με σισπλατίνη πριν από έγχυση με πακλιταξέλη ενδέχεται να μειώσει την κάθαρση της πακλιταξέλης κατά 33% και συνεπώς, να εντείνει τη νευροτοξικότητα.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γονιμότητα Γυναίκες Με βάση τα μη κλινικά (παράγραφος 5.3) και κλινικά ευρήματα, η γυναικεία γονιμότητα ενδέχεται να διαταραχθεί από τη θεραπεία με σισπλατίνη. Η χρήση της σισπλατίνης έχει συσχετιστεί, σε αθροιστική δόση, με δοσοεξαρτώμενη ανεπάρκεια ωοθηκών, πρόωρη εμμηνόπαυση και μειωμένη γονιμότητα.

Άνδρες Η σισπλατίνη μπορεί να επηρεάσει την ανδρική γονιμότητα. Διαταραχή της σπερματογένεσης και αζωοσπερμία έχουν αναφερθεί (παράγραφος 4.8). Μολονότι η διαταραχή της σπερματογένεσης μπορεί να είναι αναστρέψιμη, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με σισπλατίνη πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τις πιθανές ανεπιθύμητες επιδράσεις στην ανδρική γονιμότητα.

Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες πρέπει να αναζητήσουν καθοδήγηση σχετικά με τη διατήρηση της γονιμότητας πριν από τη θεραπεία.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σισπλατίνη και τουλάχιστον για 29 εβδομάδες (τουλάχιστον 7 μήνες)

μετά την τελευταία δόση. Οι άνδρες με γυναίκες συντρόφους σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να δέχονται συμβουλή ώστε να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σισπλατίνη και τουλάχιστον για 17 εβδομάδες (τουλάχιστον 4 μήνες) μετά την τελευταία δόση.

Κύηση Η σισπλατίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές, πιο ασφαλείς θεραπείες, και η θεραπεία δεν μπορεί να αναβληθεί μέχρι να ολοκληρωθεί η εγκυμοσύνη και η εκτίμηση κινδύνου/οφέλους για τον κάθε ασθενή υποστηρίζει τη χρήση της. Ο μοναδικός ρόλος της σισπλατίνης δεν είναι ξεκάθαρος. Συνεπώς, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί μια αιτιολογική συσχέτιση με

βάση τις λίγες αναφορές περιπτώσεων. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα, η χρήση της σισπλατίνης σε έγκυες γυναίκες δεν συνιστάται. Οι ασθενείς θα πρέπει να δέχονται σύσταση να αποφεύγουν να μείνουν έγκυες.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα και καρκινογένεση δια μέσου του πλακούντα (βλ. παράγραφο 5.3).

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκείς μεθόδους αντισύλληψης και η σισπλατίνη πρέπει να χορηγείται μόνο όταν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων αυτής της θεραπείας. Στην περίπτωση ασθενών που μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σισπλατίνη, θα πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους για το έμβρυο.

Η σισπλατίνη ενδέχεται να είναι τοξική για το έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα.

Θηλασμός Η σισπλατίνη και οι ενεργοί μεταβολίτες της έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο γάλα μητέρων που έχουν λάβει θεραπεία. Οι γυναίκες δεν θα πρέπει να θηλάζουν ενώ λαμβάνουν θεραπεία με σισπλατίνη και για 4 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση σισπλατίνης.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών (όπως η νεφροτοξικότητα)

ενδέχεται να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης οχημάτων και χειρισμού μηχανημάτων.

Πρέπει να προειδοποιούνται οι οδηγοί και οι χειριστές μηχανημάτων για την πιθανότητα εμφάνισης εμβοών των ώτων και πιθανών ιλίγγων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξαρτώνται από τη δόση που χρησιμοποιείται και ενδέχεται να έχουν αθροιστικά αποτελέσματα.

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (> 10%) της σισπλατίνης ήταν αιματολογικές διαταραχές (λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία και αναιμία), διαταραχές του γαστρεντερικού (ανορεξία, ναυτία, έμετοι και διάρροια), διαταραχές των ώτων (διαταραχές ακοής), νεφρικές διαταραχές (νεφρική ανεπάρκεια, νεφροτοξικότητα, υπερουριχαιμία) και πυρετός.

Σοβαρές τοξικές επιδράσεις στους νεφρούς, τον μυελό των οστών και τα αυτιά έχουν αναφερθεί σε έως και περίπου το ένα τρίτο των ασθενών που έλαβαν μία εφάπαξ δόση σισπλατίνης. Οι επιδράσεις είναι γενικά δοσοεξαρτώμενες και αθροιστικές. Η ωτοτοξικότητα ενδέχεται να είναι σοβαρότερη στα παιδιά. Περιπτώσεις καθυστερημένης έναρξης απώλειας ακοής έχουν αναφερθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.4). Καθυστερημένη έναρξη που συνέβη μήνες/χρόνια μετά τη χορήγηση έχει, επίσης, αναφερθεί.

Οι συχνότητες που εμφανίζονται σε αυτόν τον πίνακα ορίζονται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: Πολύ συχνή (≥1/10), συχνή (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνή (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνια (≥1/10.000 έως ≤1/1.000), πολύ σπάνια (≤1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας ανεπιθύμητων συμβάντων φαρμάκου που αναφέρθηκαν κατά την κλινική εμπειρία και μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου (όροι κατά MedDRA)

Κατηγορία / Oργανικό Συχνότητα Όρος κατά MedDRA Σύστημα

Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΜη γνωστήΛοίμωξηα
ΣυχνήΣήψη
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΠολύ συχνήΑνεπάρκεια μυελού των οστών, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, αναιμία
Μη γνωστήΘετική κατά Coombs αιμολυτική αναιμία, θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο), ουδετεροπενία
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (συμπ. κύστεων και πολύποδων)ΣπάνιαΟξεία λευχαιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΌχι συχνήΑναφυλακτοειδήςβ αντίδραση
Ενδοκρινικές διαταραχέςΜη γνωστήΑυξημένη αμυλάση αίματος, απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχέςΜη γνωστήΑφυδάτωση, υποκαλιαιμία, υποφωσφαταιμία, υπερουριχαιμία, υπασβεστιαιμία, τετανία
Όχι συχνήΥπομαγνησιαιμία
Πολύ συχνήΥπονατριαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΜη γνωστήΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, αγευσία, αρτηρίτιδα του εγκεφάλου, σημείο Lhermitte, μυελοπάθεια, αυτόνομη νευροπάθεια
ΣπάνιαΣπασμός, περιφερική νευροπάθεια, λευκοεγκεφαλοπάθεια, σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας λευκοεγκεφαλοπάθειας
Διαταραχές του οφθαλμούΜη γνωστήΌραση θαμπή, αχρωματοψία επίκτητη, τύφλωση φλοιώδης, οπτική νευρίτιδα, οίδημα οπτικής θηλής, μελάγχρωση του αμφιβληστροειδούς
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΌχι συχνήΩτοτοξικότητα
Μη γνωστήΕμβοές, κώφωση
Καρδιακές διαταραχέςΜη γνωστήΚαρδιακή διαταραχή
ΣυχνήΑρρυθμία, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία
ΣπάνιαΈμφραγμα του μυοκαρδίου
Πολύ σπάνιαΚαρδιακή ανακοπή
Αγγειακές διαταραχέςΣυχνήΦλεβική θρομβοεμβολή
Μη γνωστήΘρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (ουραιμικό αιμολυτικό σύνδρομο), φαινόμενο Raynaud
Γαστρεντερικές διαταραχέςΜη γνωστήΈμετος, ναυτία, ανορεξία, λόξυγγας, διάρροια
ΣπάνιαΣτοματίτιδα
Ηπατοχολικές διαταραχέςΜη γνωστήΑυξημένα ηπατικά ένζυμα, χολερυθρίνη αίματος αυξημένη
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίουΜη γνωστήΠνευμονική εμβολή
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΜη γνωστήΕξάνθημα, αλωπεκία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΜη γνωστήΜυικοί σπασμοί
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΜη γνωστήΟξεία νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκειαγ, διαταραχή νεφρικών σωληναρίων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΌχι συχνήΣπερματογένεση μη φυσιολογική
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησηςΜη γνωστήΠυρεξία (πολύ συχνή), εξασθένιση, αίσθημα κακουχίας, εξαγγείωση στο σημείο της ένεσηςδ

* Πηγή συχνοτήτων: Cisplatin Injection Company Core Data Sheet (CCDS), BMS Pharmacovigilance & Epidemiology, 02 August 2010. Οι συχνότητες που δεν αναφέρονται στο CCDS, έχουν προστεθεί από την έκθεση αξιολόγησης.

α: Οι λοιμώδεις επιπλοκές έχουν οδηγήσει στον θάνατο μερικών ασθενών.

β: Τα συμπτώματα που αναφέρονται για την αναφυλακτοειδή αντίδραση, όπως το οίδημα προσώπου, η έξαψη, ο συριγμός, ο βρογχόσπασμος, η ταχυκαρδία και η υπόταση θα συμπεριληφθούν στις παρενθέσεις για την αναφυλακτοειδή αντίδραση στον πίνακα συχνοτήτων των ΑΕ.

γ: Οι αυξήσεις στις τιμές του BUN και της κρεατινίνης, του ουρικού οξέος στον ορό και/ή η μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης εντάσσονται στη νεφρική ανεπάρκεια.

δ: Οι τοπικές εκδηλώσεις τοξικότητας των μαλακών μορίων στις οποίες περιλαμβάνεται η κυτταρίτιδα, η ίνωση και η νέκρωση των ιστών (συχνή), ο πόνος (συχνή), το οίδημα (συχνή) και το ερύθημα (συχνή) είναι το αποτέλεσμα εξαγγείωσης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr https://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΔΙΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣΟΧΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΕΤΑΙ Η ΑΚΟΥΣΙΑ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ Οξεία υπερδοσολογία της σισπλατίνης ενδέχεται να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, κώφωση, οφθαλμική τοξικότητα (συμπεριλαμβανομένης της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς), σημαντική μυελοκαταστολή, μη αντιμετωπίσιμη ναυτία και έμετοι ή/και νευρίτιδα. Η υπερδοσολογία ενδέχεται να είναι θανατηφόρος. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την περίπτωση υπερδοσολογίας με σισπλατίνη. Ακόμη και εάν ξεκινήσει αιμοκάθαρση 4 ώρες μετά την υπερδοσολογία, έχει μικρή επίδραση στην αποβολή της σισπλατίνης από τον οργανισμό, μετά την ισχυρή και ταχεία καθήλωση της σισπλατίνης στις πρωτεΐνες.

Η αντιμετώπιση στην περίπτωση υπερδοσολογίας συνίσταται σε γενικά υποστηρικτικά μέτρα.

ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΩΝ ΑΘΗΝΑΣ: 210 7793 777

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικά – ενώσεις λευκόχρυσου (πλατίνης), κωδικός ATC: L01XA01 Η σισπλατίνη είναι ένα αντικαρκινικό φάρμακο, που ανήκει στην ομάδα των ανόργανων ενώσεων, των οποίων η αντικαρκινική αποτελεσματικότητα έχει αποδειχθεί σε ποικιλία πειραματικών όγκων.

Η σισπλατίνη (cis-διαμινοδιχλωροπλατίνη) είναι μία σύμπλοκος ένωση βαρέος μετάλλου που περιέχει ένα κεντρικό άτομο λευκόχρυσου (πλατίνης) που περιβάλλεται από δύο άτομα χλωρίου και δύο μόρια αμμωνίας σε θέση cis.

Η σισπλατίνη είναι αλκυλιωτικός παράγοντας που δημιουργεί εγκάρσιους δεσμούς τόσο μεταξύ των σπειρών της ίδιας έλικας όσο και μεταξύ των ελίκων του DNA. Ο μηχανισμός δράσης της φαίνεται να σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης DNA, καθώς η διαμόρφωση cis ευνοεί τον σχηματισμό δεσμών εντός της ελικοειδούς δομής του DNA. Δρα προφανώς μη εξειδικευμένα στον κυτταρικό κύκλο.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από ενδοφλέβια ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση ο χρόνος ημιζωής της σισπλατίνης στο πλάσμα είναι περίπου 30 λεπτά. Οι σχέσεις της σισπλατίνης προς την ολική, ελεύθερη (υπερδιηθητή)

πλατίνη του πλάσματος κυμαίνεται από 0,5 μέχρι 1,1 ύστερα από τη χορήγηση δόσης 100 mg/m2.

Η σισπλατίνη δεν υφίσταται τη στιγμιαία και αμφίδρομη πρωτεϊνική σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, που είναι χαρακτηριστική της κανονικής πρωτεϊνικής σύνδεσης στο πλάσμα. Όμως, ο λευκόχρυσος (πλατίνη) από τη σισπλατίνη, αλλά όχι το σύνολο του μορίου συνδέεται σε πρωτεΐνες του πλάσματος όπως η αλβουμίνη, τρανσφερίνη και γαμμα-γλοβουλίνη. Τρεις ώρες μετά από ενδοφλέβια στιγμιαία ένεση και 2 ώρες μετά από το τέλος τριώρου εγχύσεως, το 90% της πλατίνης στο πλάσμα είναι συνδεδεμένο με τις πρωτεΐνες. Τα σύμπλοκα μεταξύ αλβουμίνης και του λευκόχρυσου από τη σισπλατίνη δεν διίστανται σε σημαντικό βαθμό και απομακρύνονται αργά με χρόνο ημίσειας ζωής 5 ημέρες ή και περισσότερο. Μελέτες που στοχεύουν στον προσδιορισμό της ημιπεριόδου απέκκρισης (χρόνος ημίσειας ζωής) της ολικής πλατίνης από το πλάσμα έχουν δείξει μια πολύ μεγάλη διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ατόμων και μεταξύ διαφορετικών μελετών. Οι περισσότερες μελέτες ανέφεραν χρόνο ημίσειας ζωής ολικής πλατίνης στο πλάσμα μετά τη θεραπεία με σισπλατίνη περίπου 5 ημερών ή περισσότερο.

Η σισπλατίνη αποβάλλεται κυρίως με τα ούρα. Μετά από ένα φάσμα δόσεων, περίπου 10 έως 40% της πλατίνης που χορηγήθηκε αποβάλλεται με τα ούρα σε 24 ώρες. Παρόμοιες μέσες τιμές ανεύρεσης της πλατίνης στα ούρα ανευρίσκονται μετά από καθημερινή χορήγηση επί πέντε συνεχείς ημέρες. Η απέκκριση στα ούρα είναι ατελής, καθώς μόνο το 27-45% του φαρμάκου απεκκρίνεται τις πρώτες 5 ημέρες.

Το μεγαλύτερο μέρος της πλατίνης που απεκκρίνεται στα ούρα μέσα σε μία ώρα από τη χορήγηση αποτελείται από αυτούσια σισπλατίνη. Η απέκκριση της πλατίνης στα ούρα είναι μεγαλύτερη μετά από έγχυση 6 ωρών παρά μετά από ένεση ίδιας δόσης σε 15 λεπτά. Η νεφρική κάθαρση της σισπλατίνης υπερβαίνει την κάθαρση της κρεατινίνης. Η νεφρική κάθαρση της ελεύθερης πλατίνης,

επίσης, υπερβαίνει την κάθαρση της κρεατινίνης, δεν είναι γραμμική και εξαρτάται από τη δόση, την ταχύτητα ροής των ούρων και τις ιδιαιτερότητες του ατόμου όσον αφορά τη σωληναριακή απέκκριση και επαναρρόφηση. Δεν υφίσταται στενή συσχέτιση μεταξύ νεφρικής κάθαρσης τόσο της ελεύθερης πλατίνης όσο και της σισπλατίνης και της κάθαρσης της κρεατινίνης. Η εξαναγκασμένη διούρηση με ενυδάτωση ή έγχυση μαννιτόλης μειώνει τη συγκέντρωση της πλατίνης στα ούρα και, κατά συνέπεια, μπορεί να μειώσει τη νεφροτοξικότητα.

Η απέκκριση της πλατίνης με τα κόπρανα φαίνεται ότι είναι ασήμαντη.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μοντέλα τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων έχει παρατηρηθεί βλάβη στους νεφρούς, καταστολή του μυελού των οστών, διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος, ωτοτοξικότητα, νευροτοξικότητα και ανοσοκαταστολή.

Η σισπλατίνη είναι μεταλλαξογόνος σε πολυάριθμες in vitro και in vivo δοκιμές. Σε μακροχρόνιες μελέτες, έχει αποδειχθεί ότι η σισπλατίνη είναι καρκινογόνος σε ποντίκια και αρουραίους.

Μη κλινικά ευρήματα σε ποντικούς έδειξαν ότι η σισπλατίνη προκάλεσε άμεση βλάβη στα ωοκύτταρα αρχέγονων ωοθυλακίων, οδηγώντας σε απόπτωση και εξάντληση των ωοθηκών. Η σισπλατίνη προκαλεί βλάβη στους όρχεις και μειωμένο αριθμό σπερματοζωαρίων σε ποντικούς, κυρίως μέσω επίδρασης στα διαφοροποιημένα σπερματογόνια. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν πιθανές επιπτώσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα.

Η σισπλατίνη είναι εμβρυοτοξική σε ποντικούς και αρουραίους σε κλινικά σημαντικά δοσολογικά επίπεδα και έχουν αναφερθεί δυσμορφίες και στα δύο είδη. Μελέτες σε τρωκτικά έχουν δείξει ότι η έκθεση κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να προκαλέσει όγκους στους ενήλικους απογόνους.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο Μαννιτόλη Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Να αποφεύγεται η σύγχρονη ενδοφλέβια χορήγηση άλλων φαρμάκων, διότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος ασυμβατότητας για κάθε ουσία.

Δεδομένου ότι το cis-platinum διασπάται παρουσία αργιλίου, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται συσκευές και βελόνες από αλουμίνιο.

6.3 Διάρκεια ζωής

Διάρκεια ζωής: 24 μήνες Αφού ανοιχθεί η συσκευασία, η διάρκεια ζωής είναι 20 ώρες.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Τα φιαλίδια που δεν έχουν ανοιχθεί είναι σταθερά για τη χρονική περίοδο που αναγράφεται στη συσκευασία όταν φυλάσσονται σε θερμοκρασία μεταξύ των 15-25οC και προστατεύονται από το φως.

Τα παρεντερικά φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να ελέγχονται οπτικά για σωματίδια και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση, όταν το διάλυμα και ο περιέκτης το επιτρέπουν.

Εάν το αραιωμένο διάλυμα για έγχυση δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί μέσα σε 6 ώρες πρέπει να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδια των 10 mg/10 mL, 50 mg/50 mL και 100 mg/100 mL.

Το Cisplatin/Hospira 10 mg/10 mL, 50 mg/50 mL και 100 mg/100 mL διατίθεται σε συσκευασία του ενός φιαλιδίου.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Όπως και με άλλα ενδεχομένως τοξικά φάρμακα, πρέπει να καταβάλλεται προσοχή στον χειρισμό του διαλύματος της σισπλατίνης. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η δερματική έκθεση κατά τον χειρισμό του φιαλιδίου CISPLATIN/HOSPIRA, φοράτε πάντα αδιαπέραστα γάντια. Αυτό περιλαμβάνει όλους τους χειρισμούς στην κλινική πράξη, στο φαρμακείο, στις αποθήκες και στην κατ’ οίκον χρήση, περιλαμβανομένων των χειρισμών αποσυσκευασίας και ελέγχου, μεταφοράς εντός των ιδίων εγκαταστάσεων και προετοιμασίας δόσης για χορήγηση.

Εάν το διάλυμα της σισπλατίνης έλθει σε επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους, πρέπει αμέσως να πλυθεί καλά το δέρμα ή οι βλεννογόνοι με σαπούνι και νερό. Πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για τον χειρισμό και την απόρριψη των αντικαρκινικών φαρμάκων. Για το θέμα αυτό, έχουν εκδοθεί διάφορες οδηγίες. Δεν υπάρχει ομοφωνία ότι τα μέτρα που συνιστώνται στις οδηγίες είναι όλα απαραίτητα ή κατάλληλα.

Το διάλυμα της σισπλατίνης που αραιώνεται στα ακόλουθα διαλύματα έγχυσης παραμένει σταθερό για 6 έως 8 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου:

0,9% χλωριούχο νάτριο 5% δεξτρόζη και 0,9% χλωριούχο νάτριο 5% δεξτρόζη και 0,45% χλωριούχο νάτριο 5% δεξτρόζη και 0,9% χλωριούχο νάτριο με μαννιτόλη 5% δεξτρόζη και 0,45% χλωριούχο νάτριο με μαννιτόλη 5% δεξτρόζη και 0,3% χλωριούχο νάτριο με μαννιτόλη

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Pfizer Ελλάς A.E.

Λ. Μεσογείων 243 154 51, Νέο Ψυχικό Τηλ.: 210 6785800 Fax: 210 6785971

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Cisplatin/Hospira 10 mg/10 mL: 24083/15-11-2011 Cisplatin/Hospira 50 mg/50 mL: 24085/15-11-2011 Cisplatin/Hospira 100 mg/100 mL: 24087/15-11-2011

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 17-5-1990 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 15-11-2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1982003_SPC_1982003_5.pdf