1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
CLARITYNE-D 5 mg/120 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 5 mg λοραταδίνης και 120 mg θειικής ψευδοεφεδρίνης.
Έκδοχα με γνωστή δράση: Οι ποσότητες της σακχαρόζης και της μονοϋδρικής λακτόζης σε κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι 173,23 mg και 156,80 mg αντίστοιχα.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης: Στρογγυλό, αμφίκυρτο, στιλπνό, λευκό επικαλυμμένο δισκίο
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης ενδείκνυται για τη συμπτωματική θεραπεία της εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας, όταν αυτή συνοδεύεται από ρινική συμφόρηση σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνω.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες και παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνω:
Ένα CLARITYNE-D δισκίo παρατεταμένης αποδέσμευσης δύο φορές ημερησίως με ένα ποτήρι νερό.
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και δεν θα πρέπει να συνεχίζεται μετά την εξαφάνιση των συμπτωμάτων. Συνιστάται να περιορίζεται η θεραπεία στις 10 ημέρες περίπου, αφού κατά τη χρόνια χορήγηση η δραστικότητα της ψευδοεφεδρίνης μπορεί να μειωθεί. Μετά τη βελτίωση της συμφορητικής κατάστασης των βλεννογόνων των ανώτερων αεραγωγών, η θεραπεία μπορεί να συνεχίζεται με λοραταδίνη μόνο, εάν είναι απαραίτητο.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Το CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Το προϊόν συνδυασμού δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 60 ετών.
Ασθενείς ηλικίας 60 ετών ή μεγαλύτεροι έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε συμπαθομιμητικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Το προϊόν συνδυασμού δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, νεφρική σωληναριακή οξέωση ή διαταραγμένη ηπατική λειτουργία (βλ.
παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση. Το δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο (χωρίς να θρυμματίζεται, να σπάζεται ή να μασιέται). Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να λαμβάνονται ανεξαρτήτως των γευμάτων.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, ή σε αδρενεργικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Καθώς το CLARITYNE-D περιέχει ψευδοεφεδρίνη, αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO) ή κατά τη διάρκεια των 2 εβδομάδων μετά τη διακοπή μιας τέτοιας θεραπείας, καθώς και σε ασθενείς με:
- γλαύκωμα κλειστής γωνίας,
- κατακράτηση ούρων,
- καρδιαγγειακές νόσους, όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμία και σοβαρή υπέρταση ή μη ελεγχόμενη υπέρταση,
- υπερθυρεοειδισμό,
- ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή με παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Αυτό οφείλεται στην άλφα-μιμητική δράση της ψευδοεφεδρίνης, σε συνδυασμό με άλλα αγγειοσυσταλτικά, όπως βρωμοκρυπτίνη, περγολίδη, λισουρίδη, καβεργολίνη, εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη ή οποιοδήποτε άλλο αποσυμφορητικό φάρμακο, χρησιμοποιούμενο ως ρινικό αποσυμφορητικό, είτε από τη στοματική οδό είτε από τη ρινική οδό (όπως φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, οξυμεταζολίνη, ναφαζολίνη),
- σοβαρή οξεία ή χρόνια νεφρική νόσο/νεφρική ανεπάρκεια.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Μην υπερβαίνετε τη συνιστώμενη δοσολογία και τη διάρκεια θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).
Ασθενείς ηλικίας 60 ετών ή μεγαλύτεροι είναι πιθανότερο να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε συμπαθομιμητικά φάρμακα. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού δεν έχουν τεκμηριωθεί σε αυτόν τον πληθυσμό και δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να δοθούν κατάλληλες δοσολογικές συστάσεις. Το προϊόν συνδυασμού δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 60 ετών.
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία, και δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να δοθούν κατάλληλες δοσολογικές συστάσεις. Το προϊόν συνδυασμού δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, νεφρική σωληναριακή οξέωση ή διαταραγμένη ηπατική λειτουργία.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση υπέρτασης, ταχυκαρδίας, αισθήματος παλμών ή καρδιακής αρρυθμίας, ναυτίας ή οποιουδήποτε άλλου νευρολογικού σημείου (όπως κεφαλαλγία ή αυξημένη κεφαλαλγία).
Διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος με ακούσιους μυικούς σπασμούς ή καρδιαγγειακή κατάρρευση με συνοδό υπόταση μπορεί να προκληθεί από τις συμπαθομιμητικές αμίνες. Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να είναι πιθανότερες σε παιδιά, σε ηλικιωμένους ή σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας (βλ. παράγραφο 4.9).
Προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν δακτυλίτιδα, εκείνους με καρδιακές αρρυθμίες, υπέρταση, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, σακχαρώδη διαβήτη, απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης ή που έχουν θετικό αναμνηστικό βρογχόσπασμου.
Να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με στενωτικό πεπτικό έλκος, πυλωροδωδεκαδακτυλική απόφραξη και απόφραξη του τραχήλου της ουροδόχου κύστης.
Η από στόματος χορήγηση ψευδοεφεδρίνης στη συνιστώμενη δόση μπορεί να προκαλέσει άλλες συμπαθομιμητικές επιδράσεις, όπως αυξημένη αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία ή εκδηλώσεις διέγερσης του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Δεν συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση συμπαθομιμητικών και αναστρέψιμων αναστολέων ΜΑΟ (όπως η λινεζολίδη [μη εκλεκτικός] και η μοκλοβεμίδη [ΜΑΟ-Α εκλεκτικός]).
Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με άλλα συμπαθομιμητικά, συμπεριλαμβανομένων αποσυμφορητικών, ανορεξιογόνων ή αμφεταμινικού τύπου ψυχοδιεγερτικών, αντιυπερτασικών παραγόντων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και άλλων αντιισταμινικών.
Προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αγγειοσυσταλτικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας.
Όπως και με άλλα διεγερτικά του ΚΝΣ, η θειική ψευδοεφεδρίνη ενέχει κίνδυνο κατάχρησης.
Αυξημένες δόσεις μπορεί τελικά να προκαλέσουν τοξικότητα. Η συνεχής χρήση μπορεί να οδηγήσει σε ανοχή, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο υπερδοσολογίας. Η απότομη απόσυρση μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη.
Περιεγχειρητική οξεία υπέρταση μπορεί να συμβεί εάν χρησιμοποιούνται πτητικά αλογονωμένα αναισθητικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με έμμεσους συμπαθομιμητικούς παράγοντες.
Επομένως, εάν έχει προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση, είναι προτιμότερο να διακοπεί η θεραπεία 24 ώρες πριν την αναισθησία.
Οι αθλητές θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η θεραπεία με ψευδοεφεδρίνη μπορεί να οδηγήσει σε θετική δοκιμασία ντοπαρίσματος.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη και σακχαρόζη. Επομένως, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης, κακή απορρόφηση γλυκόζης–γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Η χορήγηση του CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 48 ώρες πριν από δερματικές δοκιμασίες, καθώς τα αντιισταμινικά μπορεί να
αναστείλουν ή να καταστείλουν τις, υπό άλλες συνθήκες, θετικές αντιδράσεις στο δείκτη δερματικής αντιδραστικότητας.
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
μπορεί να παρουσιαστούν με προϊόντα που περιέχουν ψευδοεφεδρίνη. Αυτό το οξύ φλυκταινώδες εξάνθημα μπορεί να παρουσιαστεί μέσα στις 2 πρώτες ημέρες της θεραπείας με πυρετό και πολυάριθμες, μικρές, κυρίως μη θυλακιώδεις φλύκταινες που εμφανίζονται σε ένα εκτεταμένο οιδηματώδες ερύθημα και εντοπίζονται κυρίως στις πτυχές του δέρματος, στον κορμό και στα άνω άκρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Εάν παρατηρηθούν σημεία και συμπτώματα όπως πυρεξία, ερύθημα ή πολλές μικρές φλύκταινες, η χορήγηση του CLARITYNE-D θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα εάν χρειάζεται.
Iσχαιμική κολίτιδα Έχουν αναφερθεί κάποια περιστατικά ισχαιμικής κολίτιδας με ψευδοεφεδρίνη. Η ψευδοεφεδρίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να αναζητείται ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστεί αιφνίδιο κοιλιακό άλγος, αιμορραγία από το ορθό ή παρουσιαστούν άλλα συμπτώματα ισχαιμικής κολίτιδας.
Ισχαιμική οπτική νευροπάθεια Με τη λήψη ψευδοεφεδρίνης έχουν αναφερθεί περιστατικά ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας. Η λήψη ψευδοεφεδρίνης θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιαστεί ξαφνική απώλεια της όρασης ή μειωμένη οπτική οξύτητα, όπως σκότωμα.
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) και σύνδρομο αναστρέψιμης εγκεφαλικής αγγειοσύσπασης (RCVS)
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις PRES και RCVS με τη χρήση προϊόντων που περιέχουν ψευδοεφεδρίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος είναι αυξημένος σε ασθενείς με σοβαρή ή μη ελεγχόμενη υπέρταση ή με σοβαρή οξεία ή χρόνια νεφρική νόσο/νεφρική ανεπάρκεια (βλ.
παράγραφο 4.3).
Η ψευδοεφεδρίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να αναζητείται άμεση ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αιφνίδια σοβαρή κεφαλαλγία ή κεραυνοβόλος κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις και/ή διαταραχές της όρασης. Οι περισσότερες αναφερόμενες περιπτώσεις PRES και RCVS υποχώρησαν μετά τη διακοπή και την κατάλληλη θεραπεία.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Όταν χορηγείται ταυτόχρονα με οινόπνευμα, η λοραταδίνη δεν παρουσιάζει ενισχυτικές επιδράσεις, όπως μετρήθηκε σε μελέτες ψυχοκινητικής απόδοσης.
Έχει δειχθεί ότι οι αναστολείς του CYP3A4 και του CYP2D6 αυξάνουν την έκθεση στη λοραταδίνη και στη δεσλοραταδίνη. Ωστόσο, λόγω του ευρέος θεραπευτικού δείκτη της λοραταδίνης, δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις και δεν παρατηρήθηκαν τέτοιες με ταυτόχρονη χορήγηση ερυθρομυκίνης, κετοκοναζόλης και σιμετιδίνης στις πραγματοποιηθείσες κλινικές δοκιμές (βλ. παράγραφο 5.2).
Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων μονοαμινοξειδάσης (αναστρέψιμων ή μη αναστρέψιμων) και συμπαθομιμητικών φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει κρίσιμες αντιδράσεις υπέρτασης.
Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα μπορεί να μειώσουν τη δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων.
Οι ακόλουθοι συνδυασμοί δεν συνιστώνται:
Βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη, περγολίδη: κίνδυνος αγγειοσύσπασης και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
Διυδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, μεθυλεργομητρίνη: κίνδυνος αγγειοσύσπασης και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
Αναστρέψιμος(οι) και μη αναστρέψιμος(οι) αναστολέας(είς) ΜΑΟ: κίνδυνος αγγειοσύσπασης και αύξησης της αρτηριακής πίεσης.
Άλλα αγγειοσυσταλτικά, χρησιμοποιούμενα ως ρινικά αποσυμφορητικά από τη στοματική ή τη ρινική οδό (όπως φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, οξυμεταζολίνη, ναφαζολίνη):
κίνδυνος αγγειοσύσπασης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Ούτε η λοραταδίνη ούτε ο συνδυασμός λοραταδίνης και ψευδοεφεδρίνης ήταν τερατογόνες σε μελέτες με ζώα. Η ασφαλής χρήση του CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης κατά την κύηση δεν έχει τεκμηριωθεί, ωστόσο η εμπειρία από έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων έκθεσης κατά την κύηση σε ανθρώπους δεν καταδεικνύει κάποια αύξηση στη συχνότητα των δυσπλασιών σε σύγκριση με την επίπτωση στο γενικό πληθυσμό.
Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν είναι πάντα προγνωστικές της ανθρώπινης ανταπόκρισης, και λόγω των αγγειοσυσπαστικών ιδιοτήτων της ψευδοεφεδρίνης, το CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός Φυσικο-χημικά δεδομένα υποδηλώνουν την απέκκριση της λοραταδίνης και ψευδοεφεδρίνης/μεταβολιτών στο ανθρώπινο γάλα. Έχει αναφερθεί μειωμένη παραγωγή γάλακτος σε θηλάζουσες μητέρες με την ψευδοεφεδρίνη. Ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, το CLARITYNE-D δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα στους άνδρες και στις γυναίκες.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το CLARITYNE-D δεν έχει καμία ή έχει αμελητέα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Σε κλινικές δοκιμές στις οποίες αξιολογήθηκε η ικανότητα οδήγησης,
δεν παρατηρήθηκε διαταραχή στους ασθενείς που λάμβαναν λοραταδίνη. Ωστόσο, σε ορισμένους ανθρώπους παρουσιάζεται πολύ σπάνια υπνηλία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά τους στην οδήγηση ή στο χειρισμό μηχανημάτων.
Δεν αναμένεται η θειική ψευδοεφεδρίνη να επηρεάσει την ψυχοκινητική απόδοση.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών επιπροσθέτως εκείνων που αναφέρθηκαν με το εικονικό φάρμακο για τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 5 mg/120 mg παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα. Οι συχνότητες εμφάνισης ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Συχνές | Δίψα |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Νευρικότητα, υπνηλία, κατάθλιψη, διέγερση, ανορεξία |
| Πολύ συχνές | Αϋπνία | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνές | Σύγχυση, τρόμος, αυξημένη εφίδρωση, εξάψεις, αλλοίωση γεύσης |
| Συχνές | Ζάλη | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Όχι συχνές | Παθολογική δακρύρροια |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Εμβοές |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Αίσθημα παλμών |
| Συχνές | Ταχυκαρδία | |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Όχι συχνές | Επίσταξη |
| Συχνές | Φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Συχνές | Δυσκοιλιότητα, ναυτία, ξηρό στόμα |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Κνησμός |
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Συχνότητα και διαταραχή ούρησης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Συχνές | Κεφαλαλγία, κόπωση |
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρθηκαν κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα.
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνιες | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία, εξάνθημα, κνίδωση και αγγειοοίδημα) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ σπάνιες | Ίλιγγος, ακούσιοι μυικοί σπασμοί |
| Μη γνωστής συχνότητας | Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) (βλ. παράγραφο 4.4), Σύνδρομο αναστρέψιμης εγκεφαλικής αγγειοσύσπασης (RCVS) (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Καρδιακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Καρδιακές αρρυθμίες |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Υπέρταση |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Πολύ σπάνιες | Βήχας, βρογχόσπασμος |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ σπάνιες | Αλωπεκία |
| Μη γνωστής συχνότητας | Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP) | |
| Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος | Πολύ σπάνιες | Κατακράτηση ούρων |
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα εμφάνισης | Ανεπιθύμητες Ενέργειες |
|---|---|---|
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Μη γνωστής συχνότητας | Ισχαιμική κολίτιδα |
| Διερευνήσεις | Μη γνωστής συχνότητας | Σωματικό βάρος αυξημένο |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Μη γνωστής συχνότητας | Ισχαιμική οπτική νευροπάθεια |
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μόνο για τη λοραταδίνη σε κλινικές δοκιμές και κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, περιλαμβάνουν αυξημένη όρεξη, εξάνθημα και γαστρίτιδα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
ΕΛΛΑΔΑ: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 213 2040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
ΚΥΠΡΟΣ: Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ.: +357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα υπερδοσολογίας Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας είναι κυρίως συμπαθομιμητικής φύσης, εκτός από μια ήπια καταστολή η οποία μπορεί να προκληθεί από τη λοραταδίνη σε δόσεις κατά πολλές φορές υψηλότερες από τη συνιστώμενη δόση. Τα συμπτώματα μπορεί να ποικίλλουν από καταστολή του ΚΝΣ (καταστολή, άπνοια, μειωμένη νοητική εγρήγορση, κυάνωση, κώμα, καρδιαγγειακή κατάρρευση) έως διέγερση του ΚΝΣ (αϋπνία, ψευδαίσθηση, τρόμοι, ακούσιοι μυικοί σπασμοί)
με πιθανή θανατηφόρα έκβαση. Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν: κεφαλαλγία, άγχος, δυσκολία στην ούρηση, μυϊκή αδυναμία και ένταση, ευφορία, διέγερση, αναπνευστική ανεπάρκεια, καρδιακές αρρυθμίες, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, δίψα, εφίδρωση, ναυτία, έμετο, προκάρδιο άλγος, ζάλη, εμβοές, αταξία, θαμπή όραση και υπέρταση ή υπόταση. Η διέγερση του ΚΝΣ είναι ιδιαίτερα πιθανή στα παιδιά, όπως είναι και τα ατροπινικού τύπου συμπτώματα (ξηρό στόμα, σταθερές και διεσταλμένες κόρες, έξαψη, υπερθερμία και γαστρεντερικά συμπτώματα).
Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν τοξική ψύχωση με παραληρητικές ιδέες και ψευδαισθήσεις.
Αντιμετώπιση υπερδοσολογίας Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, αρχίστε συμπτωματική και υποστηρικτική αγωγή αμέσως και διατηρήστε τη για όσο χρειαστεί. Μπορεί να επιχειρηθεί απορρόφηση της παραμένουσας στο στόμαχο δραστικής ουσίας με χορήγηση υδατικού εναιωρήματος ενεργού άνθρακα.
Πραγματοποιήστε γαστρική πλύση με διάλυμα φυσιολογικού ορού, ιδιαίτερα σε παιδιά. Σε
ενήλικες μπορεί να χρησιμοποιηθεί νερό βρύσης. Αφαιρέστε όσο το δυνατόν περισσότερη από τη χορηγηθείσα ποσότητα πριν την επόμενη ενστάλαξη. Η λοραταδίνη δεν απομακρύνεται με αιμοδιύλιση και δεν είναι γνωστό εάν αποβάλλεται με περιτοναϊκή κάθαρση. Μετά την επείγουσα αγωγή, συνεχίστε να παρακολουθείτε ιατρικά τον ασθενή.
Η αγωγή της υπερδοσολογίας ψευδοεφεδρίνης είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν διεγερτικά (αναληπτικά). Η υπέρταση μπορεί να ελεγχθεί με έναν παράγοντα αποκλεισμού των α-υποδοχέων και η ταχυκαρδία με έναν παράγοντα αποκλεισμού των β-υποδοχέων. Βραχείας δράσης βαρβιτουρικά, διαζεπάμη ή παραλδεΰδη μπορούν να χορηγηθούν για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων. Η υπερπυρεξία, ιδιαίτερα στα παιδιά, μπορεί να απαιτεί αγωγή με λουτρά χλιαρού νερού ή κουβέρτα υποθερμίας. Η άπνοια αντιμετωπίζεται με αναπνευστική υποστήριξη.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά – H ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06AX13.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ομάδα ρινικών αποσυμφορητικών για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: R01BA52.
Μηχανισμός δράσης Η λοραταδίνη, είναι ένα τρικυκλικό αντιισταμινικό με εκλεκτική, περιφερική δράση στους H - υποδοχείς.
Η θειική ψευδοεφεδρίνη (θειική d-ισοεφεδρίνη) είναι ένας συμπαθομιμητικός παράγοντας με κυρίως α-μιμητική δράση σε σύγκριση με τη β-δράση. Η θειική ψευδοεφεδρίνη παρουσιάζει ρινική αποσυμφορητική δράση μετά την από στόματος χορήγηση, λόγω της αγγειοσυσπαστικής της δράσης. Έχει έμμεση συμπαθομιμητική δράση, λόγω κυρίως της απελευθέρωσης αδρενεργικών μεσολαβητών από τις μεταγαγγλιακές νευρικές απολήξεις.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η φαρμακοδυναμική των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης CLARITYNE-D σχετίζεται άμεσα με εκείνη των συστατικών τους.
Η λοραταδίνη δεν έχει κλινικά σημαντικές κατασταλτικές ή αντιχολινεργικές ιδιότητες στην πλειονότητα του πληθυσμού και όταν χρησιμοποιείται στη συνιστώμενη δοσολογία.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας, δεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στα ζωτικά σημεία, στις τιμές των εργαστηριακών εξετάσεων, στις φυσικές εξετάσεις ή στα ηλεκτροκαρδιογραφήματα.
Η λοραταδίνη δεν έχει σημαντική δράση στους H -υποδοχείς. Δεν αναστέλλει την πρόσληψη της νορεπινεφρίνης και πρακτικά δεν έχει επίδραση στην καρδιαγγειακή λειτουργία ή στη δράση του ενδογενούς καρδιακού βηματοδότη.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
• Λοραταδίνη
Απορρόφηση Η λοραταδίνη απορροφάται ταχέως και καλώς. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής μπορεί να καθυστερήσει ελαφρώς την απορρόφηση της λοραταδίνης αλλά χωρίς να επηρεάσει την κλινική επίδραση. Η βιοδιαθεσιμότητα της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη είναι ανάλογη της χορηγούμενης δόσης.
Αύξηση της συγκέντρωσης της λοραταδίνης στο πλάσμα έχει αναφερθεί μετά από ταυτόχρονη χρήση με κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη και σιμετιδίνη σε ελεγχόμενες δοκιμές, αλλά χωρίς κλινικά σημαντικές μεταβολές (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτροκαρδιογραφικών).
Κατανομή Η λοραταδίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (97 % έως 99 %) και ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της, η δεσλοραταδίνη (DL), συνδέεται σε μέτριο βαθμό (73 % έως 76 %) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημίσειας ζωής της κατανομής της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα είναι περίπου 1 και 2 ώρες, αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός Μετά την από στόματος χορήγηση, η λοραταδίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, κυρίως από τα CYP3A4 και CYP2D6. Ο κύριος μεταβολίτης, η δεσλοραταδίνη (DL), είναι φαρμακολογικά ενεργός και υπεύθυνος για σημαντικό μέρος της κλινικής δράσης. Η λοραταδίνη και η DL φτάνουν στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (T ) μεταξύ 1-1,5 ώρας και 1,5-3,7 ωρών max μετά τη χορήγηση, αντίστοιχα.
Αποβολή Περίπου το 40 % της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 42 % στα κόπρανα σε χρονικό διάστημα 10 ημερών, κυρίως με τη μορφή συζευγμένων μεταβολιτών. Περίπου το 27 % της δόσης αποβάλλεται στα ούρα κατά τις πρώτες 24 ώρες. Λιγότερο από το 1 % της δραστικής ουσίας απεκκρίνεται αμετάβλητο σε ενεργή μορφή, ως λοραταδίνη ή DL.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι 8,4 ώρες (εύρος = 3 έως 20 ώρες) για τη λοραταδίνη και 28 ώρες (εύρος = 8,8 έως 92 ώρες) για τον ενεργό μεταβολίτη.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία, τόσο η επιφάνεια κάτω από την καμπύλη (AUC) όσο και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (C ) αυξήθηκαν για τη λοραταδίνη και το μεταβολίτη της, σε max σύγκριση με τις AUC και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (C ) σε ασθενείς με φυσιολογική max νεφρική λειτουργία. Οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής της λοραταδίνης και του ενεργού μεταβολίτη της δεν διέφεραν σημαντικά σε σύγκριση με εκείνους που παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά άτομα. Η αιμοδιύλιση δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της λοραταδίνης ή του ενεργού μεταβολίτη της σε άτομα με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατοπάθεια, η AUC και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (C )
max της λοραταδίνης ήταν διπλάσια, ενώ το φαρμακοκινητικό προφίλ του ενεργού μεταβολίτη δεν μεταβλήθηκε σημαντικά σε σχέση με εκείνο σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής της αποβολής της λοραταδίνης και του μεταβολίτη της ήταν 24 και 37 ώρες, αντίστοιχα, και αυξάνονταν με την αυξανόμενη σοβαρότητα της ηπατοπάθειας.
Ηλικιωμένοι
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της λοραταδίνης και των μεταβολιτών της είναι συγκρίσιμο σε υγιείς ενήλικες εθελοντές και σε υγιείς γηριατρικούς εθελοντές.
• Θειική ψευδοεφεδρίνη Απορρόφηση Μετά την από στόματος χορήγηση, η θειική ψευδοεφεδρίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως. Η έναρξη δράσης παρουσιάζεται εντός 30 λεπτών και μία δόση των 60 mg έχει αποσυμφορητική δράση που διαρκεί από 4 έως 6 ώρες.
Η τροφή μπορεί να αυξήσει την ποσότητα της λοραταδίνης που απορροφάται, αλλά χωρίς κλινικώς σημαντικά αποτελέσματα. Δεν παρατηρείται το ίδιο με την ψευδοεφεδρίνη.
Κατανομή Η ψευδοεφεδρίνη θεωρείται ότι διέρχεται τον πλακούντα και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η δραστική ουσία απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των θηλαζουσών γυναικών.
Βιομετασχηματισμός Η θειική ψευδοεφεδρίνη υφίσταται ατελή ηπατικό μεταβολισμό μέσω Ν-απομεθυλίωσης προς έναν ανενεργό μεταβολίτη.
Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της στους ανθρώπους, με pH ούρων περίπου 6, κυμαίνεται από 5 έως 8 ώρες. Η δραστική ουσία και ο μεταβολίτης της απεκκρίνονται στα ούρα, με το 55-75 % της χορηγηθείσας δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητο. Ο ρυθμός απέκκρισης επιταχύνεται και η διάρκεια δράσης μειώνεται σε όξινα ούρα (pH 5). Σε περίπτωση αλκαλοποίησης των ούρων, λαμβάνει χώρα μερική επαναρρόφηση.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα για τη λοραταδίνη δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες ασφάλειας, φαρμακολογίας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας και καρκινογένεσης.
Τοξικότητα για το συνδυασμό: Σε μελέτες εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων χορήγησης, ο συνδυασμός λοραταδίνης/θειικής ψευδοεφεδρίνης παρουσίασε χαμηλό επίπεδο τοξικότητας. Ο συνδυασμός δεν ήταν τοξικότερος από τα επιμέρους συστατικά του και οι παρατηρούμενες επιδράσεις σχετίζονταν γενικά με την ψευδοεφεδρίνη.
Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας της λοραταδίνης, δεν παρατηρήθηκαν τερατογόνες επιδράσεις. Ωστόσο, παρατηρήθηκε παρατεταμένος τοκετός και μειωμένη επιβίωση των απογόνων σε επίμυες σε επίπεδα στο πλάσμα (AUC) 10 φορές υψηλότερα από εκείνα που επιτυγχάνονται με τις κλινικές δόσεις.
Κατά τη διάρκεια μελετών αναπαραγωγικής τοξικότητας, ο συνδυασμός λοραταδίνης/ψευδοεφεδρίνης δεν ήταν τερατογόνος όταν χορηγήθηκε από στόματος σε επίμυες σε δόσεις έως 150 mg/kg/ημέρα (30 φορές η προτεινόμενη κλινική δόση) και σε κουνέλια σε δόσεις έως 120 mg/kg/ημέρα (24 φορές η προτεινόμενη κλινική δόση).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας:
Λακτόζη μονοϋδρική Άμυλο αραβοσίτου Ποβιδόνη (E1201)
Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη:
Αραβικό κόμμι (Ε414)
Ασβέστιο θειικό άνυδρο (Ε516)
Ασβέστιο θειικό διυδρικό (Ε516)
Κηρός καρναούβης (Ε903)
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Ελαϊκό οξύ Κολοφώνιο Σάπωνος κόνις Σακχαρόζη Τάλκης (Ε553b)
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Κηρός λευκός (Ε901)
Ζεΐνη
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25ºC. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία κυψέλης για να προστατεύεται από την υγρασία. Μην καταψύχετε.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κυψέλη αλουμινίου που αποτελείται από φύλλο βάσης αλουμινίου / προσανατολισμένου πολυαμιδίου (οΡΑ) με πολυαιθυλένιο (PE) / πολυαιθυλένιο + ξηραντικό /επίστρωση πολυαιθυλενίου (επιφάνεια επαφής με το προϊόν) και κάλυμμα από φύλλο αλουμινίου με επίστρωση πολυαιθυλενίου (επιφάνεια επαφής με το προϊόν). Οι ταινίες κυψέλης εμπεριέχονται σε κουτιά σε μεγέθη συσκευασίας των 1, 7, 10, 14, 20, 28, 30, 50 και 100 δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Bayer Ελλάς ΑΒΕΕ Αγησιλάου 6-8 Μαρούσι 151 23, Αττική Ελλάδα Τηλ.: 0030 210 6187500
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα: 65451/2-10-2015 Κύπρος: 016294
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Ελλάδα: 29 Ιουνίου 1992 Kύπρος: 7 Σεπτεμβρίου 1995 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Ελλάδα: 2 Οκτωβρίου 2015 Κύπρος: 2 Σεπτεμβρίου 2011
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Ελλάδα:
Κύπρος: