1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Contrahist, 0.5 mg/ml, πόσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε 1 ml πόσιμου διαλύματος περιέχει 0.5 mg διϋδροχλωρική λεβοσετιριζίνη.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε 1 ml πόσιμου διαλύματος περιέχει 400 mg υγρή μαλτιτόλη και 4 mg βενζοϊκό νάτριο.
Για τoν πλήρη κατάλογο των εκδοχών βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Πόσιμο διάλυμα.
Διαυγές και άχρωμο πόσιμο διάλυμα με οσμή και γεύση αγριοφράουλας
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Συμπτωματική θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας (συμπεριλαμβανομένης της εμμένουσας αλλεργικής ρινιτίδας) και της κνίδωσης- σε ενήλικες και παιδιά άνω των 2 ετών.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 12 ετών και άνω:
Η ημερήσια συνιστώμενη δόση είναι 5 mg (10 ml πόσιμου διαλύματος).
Ηλικιωμένοι:
Συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παρακάτω Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια)
Nεφρική ανεπάρκεια:
Τα διαστήματα μεταξύ δύο δόσεων πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία.
Συμβουλευθείτε τον παρακάτω πίνακα και προσαρμόστε τη δόση όπως συνιστάται. Για να χρησιμοποιήσετε αυτό το δοσολογικό πίνακα, χρειάζεται να υπολογισθεί η κάθαρση κρεατινίνης (CL ) του ασθενούς σε ml/min. Η CL (ml/min) υπολογίζεται από την κρεατινίνη ορού (mg/dl) με το cr cr ακόλουθο τύπο:
[[140-ηλικία (years)] x βάρος (kg)
CL = (x 0,85 για γυναίκες)
cr 72 x κρεατινίνη ορού (mg/dl)
Προσαρμογές δοσολογίας για ασθενείς με ανεπάρκεια νεφρικής λειτουργίας:
| Ομάδα | Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Δόση και συχνότητα |
|---|---|---|
| Φυσιολογική λειτουργία | > 80 | 5 mg / ημέρα |
| Ήπια ανεπάρκεια | 50 – 79 | 5 mg / ημέρα |
| Μέτρια ανεπάρκεια | 30 – 49 | 5 mg / 2 μέρες |
| Βαριά ανεπάρκεια | < 30 | 5 mg / 3 μέρες |
| Τελικό στάδιο νεφροπάθειας Ασθενείς σε αιμοκάθαρση | < 10 | Αντενδείκνυται |
Ασθενείς σε αιμοκάθαρση Παιδιατρικός πληθυσμός που πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια Για παιδιατρικούς ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια η δόση πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης του καθε ασθενούς και το βάρος του σώματός του. Δεν αναφέρθηκαν δεδομένα για τα παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια:
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια και νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παραπάνω Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια).
Παιδιά ηλικίας 6 μέχρι 12 ετών:
Η ημερήσια συνιστώμενη δόση είναι 5 mg (10 ml πόσιμου διαλύματος).
Παιδιά ηλικίας 2 μέχρι 6 ετών:
Η ημερήσια συνιστώμενη δόση είναι 2,5 mg η οποία πρέπει να χορηγείται σε 2 λήψεις των 1,25 mg (2,5 ml πόσιμου διαλύματος δύο φορές την ημέρα).
Παρόλο που υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 12 ετών (βλέπε παράγραφο 4.8, 5.1 και 5.2), αυτά τα δεδομένα δεν επαρκούν για να υποστηρίξουν τη χορήγηση του προϊόντος σε βρέφη και νήπια μικρότερα των 2 ετών ( βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης Στη συσκευασία περιλαμβάνεται δοσιμετρική σύριγγα. Ο κατάλληλος όγκος πόσιμου διαλύματος θα πρέπει να μετράται με τη σύριγγα και να μεταφέρεται σε κουτάλι ή σε ποτήρι νερό. Το πόσιμο διάλυμα πρέπει να λαμβάνεται από το στόμα αμέσως μετά την αραίωση και μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
Διάρκεια χρήσης:
Εποχιακή αλλεργική ρινιτίδα (συμπτώματα <4μέρες/εβδομάδα ή λιγότερο από 4 εβδομάδες): πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα με την ασθένεια και το ιστορικό της. Το φάρμακο μπορεί να διακοπεί όταν τα συμπτώματα έχουν εξαφανιστεί και μπορεί να ξαναρχίσει όταν επανεμφανίστούν τα συμπτώματα. Στην περίπτωση χρόνιας αλλεργικής ρινιτίδας (συμπτώματα >4μέρες/εβδομάδα ή περισσότερο από 4 εβδομάδες): μπορεί να προταθεί συνεχής θεραπεία στον ασθενή κατά τη διάρκεια της έκθεσης σε αλλεργιογόνα.
Υπάρχει κλινική εμπειρία για 5 mg λεβοσετιριζίνη σε μορφή επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου σε περίοδο θεραπείας μέχρι 6 μηνών. Για τη χρόνια κνίδωση και χρόνια αλλεργική ρινιτίδα υπάρχει κλινική εμπειρία μέχρι ενός έτους για τη ρακεμική μορφή.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη λεβοσετιριζίνη, στη σετιριζίνη, στην υδροξυζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης (piperazine) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια και κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/min .
4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά χρήση
Συνίσταται προσοχή στη ταυτόχρονη λήψη οινοπνεύματος (βλέπε παράγραφο 4.5).
Κάθε 0.5 mg/ml πόσιμου διαλύματος περιέχει υγρή μαλτιτόλη: Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να παίρνουν το παρόν φάρμακο.
Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με επιληψία και σε ασθενείς που αντιμετωπίζουν κίνδυνο σπασμών, καθώς η λεβοσετιριζίνη μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των επιληπτικών κρίσεων.
Προσοχή θα πρέπει να ληφθεί σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης παρακράτησης του ουροποιητικού συστήματος (π. χ. αλλοίωση νωτιαίου μυελού, υπερπλασία του αδένα του προστάτη)
καθώς η λεβοσετιριζίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της προδιάθεσης παρακαράτησης του ουροποιητικού συστήματος.
Τα αντιϊσταμινικά αποκλείουν την απάντηση σε δερματικά τεστ αλλεργίας. Απαιτείται μια περίοδος έκπλυσης (3 ημερών) πριν την πραγματοποίηση των τεστ.
Μπορεί να εμφανιστεί κνησμός μετά τη διακοπή της λεβοσετιριζίνης, ακόμα και αν τα συμπτώματα δεν υπήρχαν πριν την έναρξη της αγωγής. Τα συμπτώματα μπορεί να υποχωρήσουν αυτόματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορεί να είναι αρκετά έντονα ώστε να απαιτείται η επανεκκίνηση της αγωγής. Τα συμπτώματα αναμένεται να υποχωρήσουν με την επανεκκίνηση της αγωγής.
Ακόμη και αν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 12 ετών (βλέπε παράγραφο 4.8, 5.1 και 5.2), τα δεδομένα αυτά δεν αρκούν για να υποστηρίξουν τη χορήγηση λεβοσετιριζίνης σε βρέφη και νήπια ηλικίας κάτω των 2 ετών.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπίδρασης της λεβοσετιριζίνης με άλλα φάρμακα (περιλαμβανομένων και των φαρμάκων που επάγουν το CYP3A4). Μελέτες με τη ρακεμική μορφή σετιριζίνης έδειξαν ότι δεν προέκυψαν κλινικώς σημαντικές ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις (με αντιπυρίνη, με ψευδοεφεδρίνη, σιμετιδίνη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, αζιθρομυκίνη, γλιπιζίδη και διαζεπάμη). Παρατηρήθηκε μια μικρή (16%) ελάττωση της κάθαρσης της σετιριζίνης σε μελέτη πολλαπλών δόσεων με θεοφυλλίνη (400 mg μία φορά την ημέρα), ενώ η αποβολή της θεοφυλλίνης δεν μεταβλήθηκε από την ταυτόχρονη χορήρηγηση της σετιριζίνης.
Σε μελέτη πολλαπλών δόσεων με ριτοναβίρη (600 mg δύο φορές ημερησίως) και σετιριζίνη (10 mg μια φορά ημερησίως), ο βαθμός της έκθεσης στη σετιριζίνη αυξήθηκε ερίπου 40%, ενώ η διάθεση της ριτοναβίρης με την ταυτόχρονη χορήγηση της σετιριζίνης μεταβλήθηκε ελαφρώς (-11 %).
Ο βαθμός απορρόφησης της λεβοσετιριζίνης δεν ελαττώνεται από την τροφή, μολονότι ελαττώνεται η ταχύτητα απορρόφησης.
Σε ευαισθητοποιημένους ασθενείς, η ταυτόχρονη χορήγηση σετιριζίνης ή λεβοσετριζίνης και οινοπνεύματος ή άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ μπορεί να επιδράσει στο κεντρικό νευρικό σύστημα, μολονότι έχει παρατηρηθεί ότι η ρακεμική μορφή σετιριζίνης δεν ενισχύει τη δράση του οινοπνεύματος.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Δεν υπάρχουν καθόλου ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα (λιγότεροι από 300 ολοκληρωμένοι τοκετοί) σχετικά με τη χρήση της λεβοσετιριζίνης σε εγκύους. Ωστόσο, υπάρχει πληθώρα δεδομένων (περισσότεροι από 1.000 ολοκληρωμένοι τοκετοί) για τη σετιριζίνη (το ρακεμικό της λεβοσετιριζίνης)
τα οποία δεν υποδεικνύουν δυσπλασική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην κύηση, την εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή την μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3)
Η χρήση της λεβοσετιριζίνης μπορεί να εξεταστεί κατά την κύηση, αν θεωρείται απαραίτητο.
Θηλασμός Η σετιριζίνη, η οποία αποτελεί το ρακεμικό της λεβοσετιριζίνης, απεκκρίνεται από το ανθρώπινο σώμα, επομένως η απέκκριση στο ανθρώπινο γάλα κατά τον θηλασμό είναι πιθανή. Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη λεβοσετιριζίνη μπορεί να παρατηρηθούν σε βρέφη που θηλάζουν.
Συνεπώς, η συνταγογράφηση λεβοσετιριζίνης σε θηλάζουσες γυναίκες πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για τη λεβοσετιριζίνη.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Συγκριτικές κλινικές μελέτες δεν αποκάλυψαν στοιχεία ότι η λεβοσετιριζίνη στη συνιστώμενη δοσολογία επηρεάζει τη διανοητική εγρήγορση, την ικανότητα αντίδρασης ή την ικανότητα οδήγησης.
Ωστόσο μερικοί ασθενείς ενδεχομένως να εμφανίσουν υπνηλία, κόπωση και αδυναμία όταν λαμβάνουν λεβοσετιριζίνη.
Επομένως, ασθενείς οι οποίοι προτίθενται να οδηγούν ή να απασχοληθούν σε δυνητικά επικίνδυνες δραστηριότητες ή να χειρισθούν μηχανήματα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανταπόκρισή τους στο φάρμακο.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Κλινικές μελέτες Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας άνω των 12 ετών Σε κλινικές μελέτες επί γυναικών και ανδρών ηλικίας 12 μέχρι 71 ετών, το 15,1% των ασθενών της ομάδας λεβοσετιριζίνη 5 mg είχαν τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια, σε σύγκριση με το 11,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Το 91,6% αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ήπιας μέχρι μέτριας βαρύτητας.
Σε θεραπευτικές δοκιμές με λεβοσετιριζίνη, το ποσοστό ασθενών που αποσύρθηκαν από αυτές λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 1,0% (9/935) υπό τη λεβοσετιριζίνη, 5 mg και 1,8% (14/771)
υπό το εικονικό φάρμακο.
Οι κλινικές θεραπευτικές δοκιμές με λεβοσετιριζίνη περιέλαβαν 935 άτομα που εξετέθησαν στο φάρμακο στη συνιστώμενη δόση των 5 mg ημερησίως. Από το σύνολο των παρατηρήσεων, η ακόλουθη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών αναφέρθηκαν σε ποσοστό 1% ή μεγαλύτερο (συχνές:
≥1/100, <1/10) υπό λεβοσετιριζίνη 5 mg ή εικονικό φάρμακο:
| Προτιμώμενος όρος (WHOART) | Εικονικό φάρμακο (n = 771) | Levocetirizine 5 mg (n = 935) |
|---|---|---|
| Κεφαλαλγία | 25 (3,2%) | 24 (2,6%) |
| Υπνηλία | 11 (1,4%) | 49 (5,2%) |
| Ξηροστομία | 12 (1,6%) | 24 (2,6%) |
| Κόπωση | 9 (1,2%) | 23 (2,5%) |
Κόπωση 9 (1,2%) 23 (2,5%)
Παρατηρήθηκαν ακόμα μη συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (μη συχνές ≥1/1000, <1/100) όπως αδυναμία ή κοιλιακά άλγη.
Η συχνότητα των κατασταλτικών ανεπιθύμητων ενεργειών όπως υπνηλία, κόπωση και αδυναμία ήταν αθροιστικά συχνότερη (8,1%) υπό τη λεβοσετιριζίνη 5 mg παρά υπό το εικονικό φάρμακο (3,1%).
Παιδιατρικός Πληθυσμός Σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6-11 μηνών και ηλικίας 1 έτους έως κάτω των 6 ετών, 159 ασθενείς εκτέθηκαν στη λεβοσετιριζίνη σε δόση 1,25 mg την ημέρα επί 2 εβδομάδες και 1,25 mg δύο φορές την ημέρα, αντιστοίχως. Η παρακάτω συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο φάρμακο αναφέρθηκε σε ποσοστό 1% ή υψηλότερη σε ασθενείς που έπαιρναν λεβοσετιριζίνη ή εικονικό φάρμακο.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος (SOC) και Προτιμώμενος Όρος | Εικονικό φάρμακο (n=83) | Λεβοσετιριζίνη (n=159) |
|---|---|---|
| Διαταραχές του Γαστρεντερικού Συστήματος | ||
| Διάρροια | 0 | 3 (1,9%) |
| Έμετος | 1 (1,2%) | 1 (0,6%) |
| Δυσκοιλιότητα | 0 | 2 (1,3%) |
| Υπερέκκριση σιελογόνων αδένων | 1 (1,2%) | 0 |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | ||
| Δίψα | 1(1.2%) | 0 |
| Πείνα | 1(1.2%) | 0 |
| Κόπωση | 1(1.2%) | 0 |
| Διαταραχές του Μεταβολισμού και της Θρέψης | ||
| Ανορεξία | 1(1.2%) | 0 |
| Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος | ||
| Υπνηλία | 2 (2,4%) | 3 (1,9%) |
| Ψυχοκινητική υπερκινητικότητα | 1 (1,2%) | 0 |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | ||
| Διαταραχή του ύπνου | 0 | 2 (1,3%) |
| Μέση αϋπνία | 1(1.2%) | 0 |
| Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | ||
| Επίσταξη | 1(1.2%) | 0 |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | ||
| Κνησμός | 1(1.2%) | 0 |
Σε παιδιά ηλικίας 6-12 ετών, διεξήχθησαν διπλές τυφλές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες όπου 243 παιδιά εκτέθηκαν σε 5mg λεβοσετιριζίνης την ημέρα για κυμαινόμενα χρονικά διαστήματα, που κυμαίνονταν από λιγότερο της 1 εβδομάδας έως τις 13 εβδομάδες. Η παρακάτω συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο φάρμακο αναφέρθηκε σε ποσοστά 1% ή υψηλότερο κατά τη θεραπεία με λεβοσετιριζίνη ή το εικονικό φάρμακο.
| Προτιμώμενος Όρος | Εικονικό φάρμακο (n=240) | Λεβοσετιριζίνη 5mg (n=243) |
|---|---|---|
| Κεφαλαλγία | 5 (2,1%) | 2 (0,8%) |
| Υπνηλία | 1 (0,4%) | 7 (2,9%) |
Υπνηλία 1 (0,4%) 7 (2,9%)
Όπως αναφέρεται στις παραγράφους 4.2 και 4.4 παρακαλούμε σημειώστε ότι, παρότι υπάρχουν κλινικά δεδομένα για παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 12 ετών, τα οποία και παρατίθενται στο
τμήμα αυτό, δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χορήγηση του προϊόντος σε βρέφη και νήπια ηλικίας κάτω των 2 ετών.
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά παρατίθενται ανά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος και ανά συχνότητα. Η συχνότητα ορίζεται ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), μη συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), όχι γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
• Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
Όχι γνωστή συχνότητα: υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας
• Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
Όχι γνωστή συχνότητα: αυξημένη όρεξη
• Ψυχιατρικές διαταραχές:
Όχι γνωστή συχνότητα: επιθετικότητα, διέγερση, ψευδαίσθηση, κατάθλιψη, αϋπνία, ιδεασμός αυτοκτονίας, εφιάλτης
• Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Όχι γνωστή συχνότητα: σπασμός, παραισθησία, ζάλη, συγκοπή, τρόμος, δυσγευσία
• Διαταραχές του Ωτός και του Λαβυρίνθου:
Όχι γνωστή συχνότητα: ίλιγγος
• Οφθαλμικές διαταραχές:
Όχι γνωστή συχνότητα: διαταραχές όρασης, θολή όραση, βολβοστροφή
• Καρδιακές διαταραχές:
Όχι γνωστή συχνότητα: αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία
• Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου:
Όχι γνωστή συχνότητα: δύσπνοια
• Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:
Όχι γνωστή συχνότητα: ναυτία, έμετος, διάρροια
• Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
Όχι γνωστή συχνότητα: ηπατίτιδα
• Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
Όχι γνωστή συχνότητα: δυσουρία, κατακράτηση ούρων
• Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Όχι γνωστή συχνότητα: αγγειονευρωτικό οίδημα, τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα υποτροπιάζον, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση
• Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών:
Όχι γνωστή συχνότητα: μυαλγία, αρθραλγία
• Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:
Όχι γνωστή συχνότητα: οίδημα
• Παρακλινικές εξετάσεις:
Όχι γνωστή συχνότητα: αύξηση σωματικού βάρους, μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Μετά τη διακοπή της λεβοσετιριζίνης μπορεί να εμφανιστεί κνησμός.
Αναφορά πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585. Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν υπνηλία στους ενηλίκους, ενώ στα παιδιά μπορεί να εμφανιστούν αρχικά διέγερση και νευρικότητα με επακόλουθη υπνηλία.
Αντιμετώπιση υπερδοσολογίας Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για τη λεβοσετιριζίνη.
Εάν γίνει υπέρβαση δόσης, συνιστάται συμπτωματική ή υποστηρικτική αγωγή. Πλύση στομάχου ενδείκνυται εφόσον το φάρμακο ελήφθη προ ολίγου. Η λεβοσετιριζίνη δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιισταμινικό για συστηματική χρήση, παράγωγα της πιπεραζίνης, κωδικός ATC: R06A E09.
Μηχανισμός δράσης Η λεβοσετιριζίνη, το (R) εναντιομερές της σετιριζίνης, είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός ανταγωνιστής των περιφερικών Η1, υποδοχέων.
Μελέτες σύνδεσης έδειξαν ότι η λεβοσετιριζίνη έχει μεγάλη συγγένεια με τους Η1 υποδοχείς του ανθρώπου (Ki = 3,2 nmol/l). Η λεβοσετιριζίνη έχει δύο φορές μεγαλύτερη συγγένεια από τη σετιριζίνη (Ki = 6,3 nmol/l). Η λεβοσετιριζίνη αποσυνδέεται από τους Η1 υποδοχείς με χρόνο ημίσειας ζωής 115 ± 38 min.
Μετά από εφάπαξ χορήγηση, η λεβοσετιριζίνη εμφανίζει δέσμευση των υποδοχέων κατά 90% στις 4 ώρες και 57% στις 24 ώρες.
Φαρμακοδυναμικές μελέτες σε υγιείς εθελοντές δείχνουν ότι η λεβοσετιριζίνη, στο μισό της δόσης της σετιριζίνης, έχει συγκρίσιμη δράση, τόσο στο δέρμα όσο και στη ρινική κοιλότητα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η φαρμακοδυναμική δράση της λεβοσετιριζίνης έχει μελετηθεί σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες:
Σε μια συγκριτική μελέτη όπου συγκρίνονταν τα αποτελέσματα της λεβοσετιριζίνης 5mg, της δεσλοραταδίνης (desloratadine) 5mg, και εικονικού φαρμάκου στα επαγώμενα από ισταμίνη πομφό και ερύθημα, η θεραπεία με λεβοσετιριζίνη είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση στην εμφάνιση
πομφού και ερυθήματος που ήταν μέγιστη στο πρώτο 12 ώρο και διήρκησε 24 ώρες, (p<0.001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο και τη δεσλοραταδίνη (desloratadine).
Η έναρξη της δράσης της λεβοσετιριζίνης 5 mg στον έλεγχο από τη γύρη συμπτωμάτων παρατηρήθηκε 1 ώρα μετά από τη λήψη του φαρμάκου σε ελεγχόμενες δοκιμές με εικονικό φάρμακο στο μοντέλο θαλάμου πρόκλησης με αλλεργιογόνα.
Οι in vitro μελέτες (θάλαμος Boyden και τεχνικές κυτταρικής στιβάδος) έδειξαν ότι η λεβοσετιριζίνη αναστέλλει την διεγειρόμενη από την ηωταξίνη διενδοθηλιακή μετανάστευση των ηωσινοφίλων, μέσω τόσο δερματικών όσο και πνευμονικών κυττάρων.
Πειραματική φαρμακοδυναμική μελέτη in νίνο (τεχνική θαλάμου του δέρματος) έδειξε τρία κύρια ανασταλτικά φαινόμενα με δόση λεβοσετιριζίνης 5mg μέσα στις πρώτες 6 ώρες της επαγόμενης από τη γύρη αντίδρασης, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε 14 ενήλικες ασθενείς: αναστολή της έκλυσης VCAM-1 ρύθμιση της αγγειακής διαπερατότητας και μείωση της προσέλκυσης ηωσινοφίλων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λεβοσετιριζίνης έχουν αποδειχθεί σε πολλές διπλά-τυφλές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, σε ενήλικες ασθενείς πάσχοντες από εποχιακή ή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα. Η λεβοσετιριζίνη έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει σημαντικά τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινιτίδας, συμπεριλαμβανομένης της απόφραξης της μύτης σε κάποιες μελέτες.
Μια κλινική μελέτη διάρκειας 6 μηνών με συμμετοχή 551 ενηλίκων ασθενών (εκ των οποίων οι 276 έλαβαν λεβοσετιριζίνη πασχόντων από εμμένουσα αλλεργική ρινίτιδα (συμπτώματα που διαρκούν 4 ημέρες την εβδομάδα και τουλάχιστον 4 συνεχόμενες εβδομάδες) και ευαισθητοποιημένων στα ακάρεα της οικιακής σκόνης και τη γύρη αγρωστωδών απέδειξε ότι η λεβοσετιριζίνη 5 mg είναι κλινικά και στατιστικά περισσότερο ισχυρή από το εικονικό φάρμακο στην ανακούφιση από το σύνολο των συμπτωμάτων αλλεργικής ρινίτιδας καθ'όλη τη διάρκεια της μελέτης, χωρίς ανάπτυξη ταχυφυλαξίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης, η λεβοσετιριζίνη βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, όπου έλαβαν μέρος 166 ασθενείς που έπασχαν από χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, 85 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο και 81 ασθενείς με λεβοσετιριζίνη 5 mg ημερήσιως επί έξι εβδομάδες. Η θεραπεία με λεβοσετιριζίνη έφερε ως αποτελέσματα τη σημαντική μείωση της βαρύτητας του κνησμού κατά την πρώτη εβδομάδα και καθ’όλη τη διάρκεια της θεραπείας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. H λεβοσετιριζίνη επίσης οδήγησε σε μεγαλύτερη βελτίωση της σχετιζόμενης με την υγεία ποιότητας ζωής, όπως αξιολογείται από το Δείκτη Ποιότητας Ζωής στη Δερματολογία (Dermatology Life Quality Index) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Η χρόνια ιδιοπαθής κνίδωση μελετήθηκε ως μοντέλο για καταστάσεις κνίδωσης. Εφόσον η απελευθέρωση ισταμίνης είναι αιτιώδης παράγοντας σε κνιδωτικές νόσους, η λεβοσετιριζίνη αναμένεται να είναι αποτελεσματική στο να προσφέρει συμπτωματική ανακούφιση σε άλλες καταστάσεις κνίδωσης επιπροσθέτως της χρόνιας ιδιοπαθούς κνίδωσης.
ΗΚΓ καταγραφές δεν έδειξαν σημαντικές επιδράσεις της λεβοσετιριζίνης στο διάστημα QT.
Η ασφάλεια και η απότελεσματικότητα των δισκίων λεβοσετιριζίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς, έχει μελετηθεί σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες όπου εισήχθησαν ασθενείς ηλικίας 6 μέχρι 12 χρονών που έπασχαν με εποχιακή και χρόνια αλλεργική ρινιτίδα αντιστοίχως. Και στις δύο κλινικές μελέτες η λεβοσετιριζίνη βελτίωσε σημαντικά τα συμπτώματα και βελτίωσε τη σχετιζόμενη με υγεία ποιότητα ζωής.
Η κλινική ασφάλεια σε παιδιά κάτω των 6 ετών έχει τεκμηριωθεί από μικρής διάρκειας ή μακράς διάρκειας θεραπευτικές μελέτες.
- Μια κλινική μελέτη με συμμετοχή 29 παιδιών, 2-6 ετών, πασχόντων από αλλεργική ρινίτιδα έλαβαν λεβοσετιριζίνη 1,25 mg δύο φορές την ημέρα για 4 εβδομάδες
- Μια κλινική μελέτη στην οποία 114 παιδιά, 1-5 ετών, πασχόντων από αλλεργική ρινίτιδα ή χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση έλαβαν λεβοσετιριζίνη 1,25 mg δύο φορές την ημέρα για 2 εβδομάδες
- Μια κλινική μελέτη στην οποία 45 παιδιά, 6-11 μηνών, πασχόντων από αλλεργική ρινίτιδα ή χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση έλαβαν λεβοσετιριζίνη 1,25 mg μία φορά την ημέρα για 2 εβδομάδες
- Μια κλινική μελέτη μακράς διάρκειας (18 μηνών) σε 255 παιδιά με ατοπική δερματίτιδα ηλικίας 12-24 μηνών που έλαβαν λεβοσετιριζίνη κατά την εισαγωγή.
Το προφίλ της ασφάλειας ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε μικρής διάρκειας μελέτες που έγιναν σε παιδιά 1-5 ετών.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η φαρμακοκινητική της λεβοσετιριζίνης είναι γραμμική και δεν είναι δοσο- και χρονοεξαρτώμενη, με μικρή μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων. Η φαρμακοκινητική εικόνα είναι η ίδια, είτε χορηγείται μόνο ως εναντιομερές είτε ως σετιριζίνη. Κατά τη διεργασία της απορρόφησης και της αποβολής δεν γίνεται στεροσκοπική αναστροφή του μορίου.
Απορρόφηση Η λεβοσετιριζίνη απορροφάται ταχέως και σε μεγάλο βαθμό έπειτα από χορήγηση από το στόμα.
Ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 0,9 h μετά τη χορήγηση. Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από δύο μέρες. Οι τυπικές ανώτατες συγκεντρώσεις είναι 270 ng/ml και 308 ng/ml μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 5 mg μία φορά την ημέρα, αντίστοιχα. Το ποσοστό απορρόφησης είναι ανεξάρτητο από τη δόση και δεν μεταβάλλεται από την τροφή, αλλά οι ανώτατες συγκεντρώσεις είναι μειωμένες και επιτυγχάνονται βραδύτερα.
Κατανομή Δεν υπάρχουν δεδομένα κατανομής της λεβοσετιριζίνης στον άνθρωπο, ούτε σχετικά με τη διάβαση της λεβοσετιριζίνης δια του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Σε σκύλους και αρουραίους, τα υψηλότερα επίπεδα στους ιστούς βρέθηκαν στο ήπαρ και στους νεφρούς, ενώ τα χαμηλότερα στο ΚΝΣ.
Στον άνθρωπο, η λεβοσετιριζίνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 90%. Η κατανομή της λεβοσετιριζίνης είναι περιορισμένη, εφόσον ο όγκος κατανομής είναι 0,4 l/kg.
Βιομετασχηματισμός Ο βαθμός μεταβολισμού της λεβοσετιριζίνης στον άνθρωπο είναι μικρότερος του 14% της δόσης και επομένως οι διαφορές που οφείλονται σε γενετική πολυμορφία ή σε ταυτόχρονη λήψη αναστολέων ενζύμων αναμένεται να είναι αμελητέες. Οι μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν αρωματική οξείδωση, Ν
- και Ο - απαλκυλίωση και σύζευξη με ταυρίνη. Οι οδοί απαλκυλίωσης πραγματοποιούνται κυρίως μέσω CYP 3A4 , ενώ στην αρωματική οξείδωση μεσολαβούν πολλές και / ή μη αναγνωρισμένες ισόμορφες CYP. Η λεβοσετιριζίνη δεν επηρεάζει τις δραστηριότητες των ισοενζύμων 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4 του CYP σε συγκεντρώσεις πολύ μεγαλύτερες από τις ανώτατες συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται έπειτα από δόση 5mg από το στόμα.
Λόγω του χαμηλού μεταβολισμού της και της απουσίας δυνατότητας μεταβολικής αναστολής, η αλληλεπίδραση της λεβοσετιριζίνης με άλλες ουσίες και αντίστροφος δεν είναι πιθανή.
Αποβολή Στους ενήλικες ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 7,9 ± 1,9 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι μικρότερος στα μικρά παιδιά.
Η μέση φαινομενική ολική κάθαρση από το σώμα στους ενήλικες είναι 0,63 ml/min/kg. Η κύρια οδός απέκκρισης της λεβοσετιριζίνης και των μεταβολιτών της είναι με τα ούρα, αντιπροσωπεύοντας κατά μέσον όρο το 85,4% της δόσης Η απέκκριση δια των κοπράνων αντιπροσωπεύει μόλις το 12,9% της
δόσης. Η λεβοσετιριζίνη απεκκρίνεται τόσο με σπειραματική διήθηση όσο και με ενεργητική έκκριση από τα νεφρικά σωληνάρια.
Ειδικός πληθυσμός Νεφρική ανεπάρκεια Η φαινομενική κάθαρση της λεβοσετιριζίνης από τον οργανισμό συσχετίζεται με την κάθαρση της κρεατινίνης. Επομένως συνιστάται προσαρμογή των διαστημάτων μεταξύ δόσεων της λεβοσετιριζίνης, με βάση την κάθαρση κρεατινίνης σε ασθενείς με μέτρια και βαριά νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ανουρία και τελικό στάδιο νεφροπάθειας, η ολική κάθαρση κρεατινίνης, από το σώμα ελαττώνεται περίπου κατά 80% σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα. Η ποσότητα της λεβοσετιριζίνης που αποβλήθηκε στη διάρκεια μιας 4ωρης συνεδρίας αιμοκάθαρσης ήταν <10%.
Από δεδομένα από μελέτη φαρμακοκινητικής σε παιδιά κατά την οποία χορηγήθηκε από το στόμα εφάπαξ δόση λεβοσετιριζίνης 5 mg σε 14 παιδιά ηλικίας από 6 έως 11 ετών με βάρος σώματος από 20 έως 40 kg προκύπτει ότι τα επίπεδα Cmax και AUC είναι περίπου 2 φορές υψηλότερα από εκείνα που αναφέρονται για τους υγιείς ενήλικες ασθενείς σε σύγκριση διασταυρούμενων μελετών. Η μέση Cmax ήταν 450 ng/ml, και παρατηρήθηκε σε μέσο χρονικό διάστημα 1,2 ωρών, η κανονικοποιημένη ως προς το βάρος ολική κάθαρση από το σώμα ήταν κατά 30% υψηλότερη και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κατά 24% χαμηλότερος στον παιδιατρικό πληθυσμό σε σύγκριση με τους ενήλικες. Δεν έχουν διεξαχθεί εξειδικευμένες φαρμακοκινητικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών. Διεξήχθη αναδρομική φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 324 ασθενείς (181 παιδιά ηλικίας από 1 έως 5 ετών, 18 παιδιά ηλικίας από 6 έως 11 ετών, και 124 ενήλικες ηλικίας από 18 έως 55 ετών), οι οποίοι πήραν εφάπαξ ή πολλές δόσεις λεβοσετιριζίνης, που κυμαίνονταν από το 1,25 mg έως τα 30 mg. Από τα δεδομένα της μελέτης αυτής προκύπτει ότι η χορήγηση 1,25 mg μία φορά την ημέρα σε παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 5 ετών αναμένεται να οδηγήσει σε συγκεντρώσεις πλάσματος παρόμοιες με εκείνες ενηλίκων που πήραν 5 mg μία φορά την ημέρα.
Ηλικιωμένοι Περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα υπάρχουν και για τους ηλικιωμένους ασθενείς. Μετά από την επανειλημμένη από του στόματος χορήγηση 30 mg λεβοσετιριζίνης μία φορά την ημέρα επί 6 ημέρες σε 9 ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 65-74 ετών), η συνολική κάθαρση από τον οργανισμό ήταν περίπου κατά 33% χαμηλότερη σε σύγκριση με αυτή των νεώτερων ενηλίκων.
Η διάθεση της ρακεμικής σετιριζίνης αποδείχθηκε ότι εξαρτάται περισσότερο από τη νεφρική λειτουργία και λιγότερο από την ηλικία. Το εύρημα αυτό ισχύει και για τη λεβοσετιριζίνη, καθώς τόσο η λεβοσετιριζίνη όσο και η σετιριζίνη απεκκρίνονται κυρίως δια των ούρων.
Επομένως, σε ηλικιωμένους ασθενείς, η δόση της λεβοσετιριζίνης πρέπει να προσαρμοσθεί σύμφωνα με την νεφρική λειτουργία.
Φύλο Σε 77 ασθενείς (40 άνδρες, 37 γυναίκες) αξιολογήθηκαν τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα ως προς την ενδεχόμενη επίδραση του φύλου. Ο χρόνος ημίσειας ζωής ήταν ελαφρώς βραχύτερος στις γυναίκες (7,08 ± 1,72 ώρες) σε σύγκριση με τους άνδρες (8,62 ± 1,84 ώρες). Εντούτοις, η προσαρμοσμένη ως προς το βάρος κάθαρση στις γυναίκες μετά την από του στόματος χορήγηση (0,67 ± 0,16 ml/λεπτό/kg) φαίνεται ότι είναι συγκρίσιμη με εκείνη των ανδρών (0,59 ± 0,12 ml/λεπτό/kg). Οι ίδιες ημερήσιες δόσεις και δοσολογικά μεσοδιαστήματα ισχύουν τόσο για άνδρες όσο και για γυναίκες με υγιή νεφρική λειτουργία.
Φυλή Η επίδραση της φυλής στη λεβοσετιριζίνη δεν έχει μελετηθεί. Καθώς η λεβοσετιριζίνη απεκκρίνεται κυρίως δια των νεφρών, και δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην κάθαρση της κρεατινίνης ανάλογα με τη φυλή, δεν αναμένονται διαφορετικά φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της λεβοσετιριζίνης ανάλογα με τη φυλή. Δεν παρατηρήθηκαν συσχετιζόμενες με τη φυλή διαφορές στην κινητική της ρακεμικής σετιριζίνης.
Ηπατική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της λεβοσετιριζίνης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν έχει ελεγχθεί. Οι ασθενείς με χρόνια ηπατικά νοσήματα (ηπατοκυτταρικά, χολοστατικά και χολική κίρρωση), στους οποίους χορηγήθηκαν 10 ή 20 mg ρακεμικής σετιριζίνης σε εφάπαξ δόση παρουσίασαν αύξηση κατά 50% του χρόνου ημίσειας ζωής με μείωση κατά 40% της κάθαρσης σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές.
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις Η δράση της λεβοσετιριζίνης επί των προκαλούμενων από ισταμίνη δερμοαντιδράσεων είναι ανεξάρτητη από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Μαλτιτόλη, υγρή (Ε965)
Γλυκερίνη (E 422)
Σακχαρινικό νάτριο Τριένυδρο οξικό νάτριο Οξικό οξύ παγόμορφο Βενζοϊκό νάτριο (E 211)
Άρωμα αγριοφράουλας: αρωματικές ουσίες, φυσικές αρωματικές ουσίες, προπυλενογλυκόλη (E1520)
Υπερκαθαρό νερό
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια Μετά το πρώτο άνοιγμα της φιάλης: 3 μήνες.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Σε φιάλες των 200 ml, καστανού χρώματος κλειστές με τάπα με σπείρωμα από πολυαιθυλένιο, με κλείσιμο που παρέχει προστασία από τα παιδιά, περιλαμβανομένου προστατευτικού δακτυλίου με σφραγίδα.
Μια επισημασμένη φιάλη μαζί με ένα φύλλο οδηγιών και μια σύριγγα, συσκευάζονται μέσα σε ένα χάρτινο κουτί.
Η σύριγγα για χορήγηση από του στόματος είναι ένα κυλινδρικό εργαλείο με κινητό μαστό. Η σύριγγα χρησιμοποιείται για την ακριβή δοσολογία του φαρμακευτικού προϊόντος.
Η σύριγγα αποτελείται από τρία βασικά εξαρτήματα: κορμό, μαστό και έμβολο. Πάνω στο μαστό βρίσκεται κλίμακα και επιτύπωση. Κορμός και έμβολο είναι κατασκευασμένα από άχρωμο πολυαιθυλένιο LDPE, ενώ ο μαστός είναι κατασκευασμένος από πολυστυρένιο.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
PHARMA Q A.E.
Eφέσου 6, Νέα Σμύρνη, 17121, Αθήνα
8. ΑΡΙΘΜΟΣ (ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
14166/15/14-05-2018
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 04-04-2013 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 14-05-2018
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
09/2018