1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
DEXACORT 40 mg Διαλυτά δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 40 mg δεξαμεθαζόνης (ως νατριούχος φωσφορική δεξαμεθαζόνη).
Η περιεκτικότητα του νατρίου στο DEXACORT 40 mg είναι 115,4 mg ανά δισκίο.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Περιέχει επίσης λακτόζη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διαλυτό δισκίο Το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία είναι λευκά επιμήκη δισκία με χαραγή.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα κορτικοστεροειδές. Το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία ενδείκνυται για τη θεραπεία του συμπτωματικού πολλαπλού μυελώματος σε ενήλικες, σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Γενικά, η δοσολογία για τα γλυκοκοστεροειδή εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς. Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, για παράδειγμα σε στρες και αλλαγμένη κλινική εικόνα, επιπλέον προσαρμογές στη δοσολογία μπορεί να είναι απαραίτητες. Αν δεν υπάρχει ευνοϊκή ανταπόκριση μέσα σε μια-δυο μέρες, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να διακόπτεται.
Η έναρξη και η παρακολούθηση της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη γιατρού έμπειρου στη διαχείριση του πολλαπλού μυελώματος.
Δοσολογία Ενήλικες Η δόση και η συχνότητα χορήγησης ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο και την(ις) αντίστοιχη(ες) θεραπεία(ες). Η χορήγηση DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες χορήγησης της δεξαμεθαζόνης όπως αυτές περιγράφονται στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τις σχετιζόμενες με αυτήν θεραπείες. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να τηρούνται τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και οι κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο. Οι συνταγογράφοι γιατροί πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τη δόση δεξαμεθαζόνης που θα
χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του ασθενούς και την κατάσταση της νόσου.
Η συνήθης δοσολογία της δεξαμεθαζόνης είναι 40 mg μία φορά ανά ημέρα χορήγησης.
Στο τέλος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά έως ότου διακοπεί τελείως.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση του DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη πολλαπλού μυελώματος.
Ηλικιωμένοι:
Σε ηλικιωμένους και/ή ευπαθείς ασθενείς, η ημερήσια δόση μπορεί να μειωθεί σε 20 mg δεξαμεθαζόνης, ανάλογα με το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα θεραπείας.
Ηπατική δυσλειτουργία ή νεφρική ανεπάρκεια:
Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή νεφρική ανεπάρκεια χρήζουν κατάλληλης παρακολούθησης. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να λαμβάνουν τις δόσεις του φαρμάκου με προσοχή καθώς δεν υπάρχουν δεδομένα για τον συγκεκριμένο πληθυσμό ασθενών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης DEXACORT Το DEXACORT θα πρέπει να διαλύεται σε νερό. Τα διαλυτά δισκία θα πρέπει κατά προτίμηση να διαλύονται σε μισό ποτήρι νερού και το διάλυμα πρέπει να πίνεται αμέσως μετά τη διάλυση.
Ένας ελάχιστος όγκος περίπου 50 ml νερού είναι αρκετός για την πλήρη διάλυση. Για την ελαχιστοποίηση της αϋπνίας, το δισκίο πρέπει να λαμβάνεται κατά προτίμηση το πρωί.
Αυτό το σκεύασμα δεξαμεθαζόνης δεν είναι κατάλληλο για υποδιαίρεση της δόσης είτε ως δισκίο είτε ως διάλυμα. Για αυτό το λόγο, η επιλογή της πιο κατάλληλης περιεκτικότητας για τη συνταγογραφούμενη δόση θα πρέπει να γίνει από την αρχή. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας ίσως χρειαστεί μια αλλαγή σε δισκίο χαμηλότερης περιεκτικότητας. Όταν απαιτείται δόση μικρότερη των 2 mg, θα πρέπει να συνταγογραφηθεί στον ασθενή μια εναλλακτική μορφή δεξαμεθαζόνης - όπως είναι πόσιμο διάλυμα δεξαμεθαζόνης σε μικρότερη περιεκτικότητα - για να εξασφαλιστεί η βέλτιστη τιτλοποίηση της δόσης.
4.3 Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δεξαμεθαζόνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Συστηματική λοίμωξη εκτός και αν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης.
- Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
- Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου
- Λοίμωξη από τροπικούς σκώληκες Όταν το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, πρέπει να συμβουλεύεστε τις πληροφορίες των χαρακτηριστικών του προϊόντος για πρόσθετες αντενδείξεις.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία είναι υψηλής δόσης γλυκοκορτικοειδές. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της παρακολούθησης του ασθενούς. Το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά και διαρκώς σε σχέση με τους πραγματικούς και δυνητικούς κινδύνους.
Η επινεφριδιακή ανεπάρκεια, η οποία προκαλείται από θεραπεία γλυκοκορτικοειδών, ενδέχεται, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραταθεί για πολλούς μήνες, και σε ορισμένες περιπτώσεις, για περισσότερο από ένα έτος, μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με DEXACORT για ειδικές, σωματικές εκδηλώσεις πίεσης (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετό, κλπ.), μπορεί να απαιτείται προσωρινή αύξηση της δόσης. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου σε στρεσογόνες συνθήκες, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν εξετάσεις ταυτότητας κορτικοστεροειδών για τους ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης επινεφριδιακής ανεπάρκειας μετά τη διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι αναγκαία σε φυσικώς στρεσογόνες καταστάσεις. Η οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια που προκαλείται από θεραπεία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με βραδεία μείωση της δόσης μέχρι την προγραμματισμένη διακοπή.
Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης ή επανενεργοποίησης ταυτόχρονης λοίμωξης, η θεραπεία με DEXACORT θα πρέπει να εφαρμοστεί μόνο όταν υπάρχει μια πολύ σαφής κλινική ανάγκη.
Για τον μετριασμό του κινδύνου, μπορεί να χορηγούνται επιπλέον στοχευμένες αντι- μολυσματικές θεραπείες για τις ακόλουθες ασθένειες:
- Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρα, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα)
- Χρόνια ενεργή ηπατίτιδα, θετική σε HBsAG
- Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με ζωντανά εμβόλια
- Συστηματικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. νηματώδεις)
- Πολιομυελίτιδα
- Λεμφαδενίτιδα μετά τον εμβολιασμό BCG
- Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις
- Ιστορικό φυματίωσης (κίνδυνος επανεμφάνισης). Χρησιμοποιείται μόνο υπό φυματιοστατική προστασία Ένας αριθμός παράλληλων ασθενειών μπορεί να επιδεινωθεί με τη δεξαμεθαζόνη.
Η θεραπεία με DEXACORT θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη χρήση του και, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να χορηγείται επιπλέον ειδική θεραπεία για:
- Γαστρεντερικά έλκη
- Σοβαρή οστεοπόρωση
- Δυσκολία ρύθμισης υψηλής αρτηριακής πίεσης
- Δυσκολία ρύθμισης σακχαρώδους διαβήτη
- Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού)
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοικτής γωνίας
- Έλκη και τραύματα του κερατοειδή Λόγω του κινδύνου της εντερικής διάτρησης, το DEXACORT πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχει ισχυρή ένδειξη για θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε ασθενείς που είναι ευπαθείς σε διάτρηση. Οι ασθενείς με προδιάθεση θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ιδιαίτερα στις ακόλουθες καταστάσεις: Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με επαπειλούμενη διάτρηση
- Εκκολπωματίτιδα
- Εντερο-αναστόμωση (αμέσως μετά την εγχείρηση)
Οι ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να μην παρουσιάσουν συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα μεγαλύτερης ανάγκης για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικά κατά τη χορήγηση DEXACORT σε διαβητικούς. Κατά τη διάρκεια
μακροχρόνιας θεραπείας, πρέπει να ακολουθείται δίαιτα χαμηλή σε απλά σάκχαρα και υψηλή σε πρωτεΐνες, λόγω της υπεργλυκαιμικής επίδρασης των κορτικοστεροειδών και της διέγερσης του καταβολισμού των πρωτεϊνών με αρνητικό ισοζύγιο αζώτου Η τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το DEXACORT, ιδιαίτερα κατά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων και σε ασθενείς με δυσκολία ρύθμισης της υψηλής αρτηριακής πίεσης.
Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, οι ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Η θεραπεία με DEXACORT μπορεί να καλύψει συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή αναπτυσσόμενης λοίμωξης, καθιστώντας έτσι τη διάγνωσή της πιο δύσκολη.
Η παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (οι λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις). Οι εμβολιασμοί με αδρανοποιημένο εμβόλιο είναι πάντα πιθανοί. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση και ως εκ τούτου η επιτυχία του εμβολιασμού, ενδέχεται να επηρεαστεί από υψηλές δόσεις κορτικοειδών.
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με το DEXACORT συνιστώνται οι τακτικοί ιατρικοί έλεγχοι (συμπεριλαμβανομένων των εξετάσεων όρασης σε διαστήματα τριών μηνών).
Η συστημική θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να επιφέρει χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή της όρασης συμπεριλαμβανομένης απώλειας όρασης.
Η παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει υποπεριφακικό καταρράκτη καθώς και γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου, ενώ ενδέχεται να ενισχύσει την ανάπτυξη δευτερευουσών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών. Κατά τη θεραπεία ασθενών με γλαύκωμα (ή με οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος), καθώς και κατά τη θεραπεία ασθενών με απλό έρπητα των οφθαλμών, απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.
Σε υψηλές δόσεις, θα πρέπει να παρακολουθείται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός του νατρίου, καθώς και τα επίπεδα καλίου στον ορό του αίματος. Ανάλογα με την διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται αρνητική επίδραση στο μεταβολισμό του ασβεστίου, έτσι ώστε να συνιστάται θεραπεία προφύλαξης κατά της οστεοπόρωσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις συνυπαρχόντων παραγόντων κινδύνου, όπως η οικογενής προδιάθεση, η προχωρημένη ηλικία, η εμμηνόπαυση, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών και ασβεστίου, το βαρύ κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ καθώς και η ανεπαρκής σωματική άσκηση. Στην πρόληψη περιλαμβάνονται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και η σωματική δραστηριότητα. Σε περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση επιπρόσθετης ιατρικής θεραπείας.
Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής διακοπής της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών θα πρέπει να εξεταστούν οι ακόλουθοι κίνδυνοι:
- Έξαρση ή επανεμφάνιση της υποκείμενης νόσου, οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών.
- Ορισμένες ιογενείς ασθένειες (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, ενδέχεται να εμφανιστούν σε πολύ σοβαρή μορφή.
- Παιδιά και ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαρά κινδυνεύουν ιδιαίτερα. Αν αυτοί οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή με άτομα που έχουν μολυνθεί από ιλαρά ή ανεμοβλογιά ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με DEXACORT, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια προληπτική θεραπεία, εάν είναι απαραίτητο.
Σύμφωνα με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία το σύνδρομο λύσης όγκου (ΣΛΟ) έχει αναφερθεί σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά τη χρήση μόνο δεξαμεθαζόνης ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο ΣΛΟ, όπως ασθενείς με υψηλό ποσοστό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου, και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και θα πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.
Ψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις Οι ασθενείς ή/και οι φροντιστές θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι μπορεί να παρατηρηθούν πιθανές σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις με τα συστηματικά στεροειδή (βλέπε ενότητα 4.8). Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται εντός λίγων ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι κίνδυνοι μπορεί να είναι μεγαλύτεροι με τις υψηλές δόσεις/ συστηματική έκθεση (βλέπε επίσης στην ενότητα 4.5 φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών), αν και τα επίπεδα δόσης δεν επιτρέπουν πρόβλεψη της έναρξης, του τύπου, της σοβαρότητας ή της διάρκειας των αντιδράσεων. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά από μείωση της δόσης είτε μετά από απόσυρση, αν και μπορεί να απαιτείται ειδική θεραπεία.
Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστούν ανησυχητικά ψυχολογικά συμπτώματα, ειδικότερα εάν υπάρχει υποψία για καταθλιπτική διάθεση ή αυτοκτονικό ιδεασμό. Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει επίσης να είναι σε εγρήγορση για πιθανές ψυχιατρικές διαταραχές οι οποίες μπορεί να παρατηρηθούν είτε κατά τη διάρκεια είτε αμέσως μετά τη βαθμιαία μείωση της δόσης/διακοπή συστηματικών στεροειδών, αν και τέτοιες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σπάνια.
Η αϋπνία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση του DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία το πρωί.
Συνυπάρχουσες καταστάσεις που μπορεί να επιδεινωθούν από τη δεξαμεθαζόνη:
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν εξετάζεται η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με τις ακόλουθες καταστάσεις:
• Οστεοπόρωση (κινδυνεύουν ιδιαίτερα οι γυναίκες σε περίοδο εμμηνόπαυσης)
• Υπέρταση ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
• Υφιστάμενο ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών συναισθηματικών διαταραχών (ιδιαίτερα προηγούμενη ψύχωση από στεροειδή)
• Σακχαρώδης διαβήτης (ή οικογενειακό ιστορικό διαβήτη)
• Ιστορικό φυματίωσης
• Γλαύκωμα (ή ιστορικό γλαυκώματος)
• Προηγούμενο κορτικοστεροειδών-επαγόμενο από μυοπάθεια
• Ηπατική ανεπάρκεια
• Νεφρική ανεπάρκεια
• Υποθυρεοειδισμός
• Επιληψία
• Πεπτικό έλκος
• Ημικρανία
• Ορισμένες παρασιτικές μολύνσεις και ιδιαίτερα αμοιβάδωσης
• Ελλιπής φυσιολογική ανάπτυξη από την παρατεταμένη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να επιταχύνει το κλείσιμο των επιφύσεων.
Τενοντίτιδα Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ευνοήσουν την ανάπτυξη τενοντίτιδας, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις ακόμα και τη ρήξη του προσβεβλημένου τένοντα. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με την ταυτόχρονη χορήγηση φθοριοκινολονών, όπως και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με δευτερεύοντα υπερπαραθυρεοειδισμό ή μετά από μεταμόσχευση νεφρού.
Χρήση σε ηλικιωμένους
Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορούν να σχετίζονται με σοβαρότερες επιπτώσεις σε μεγάλες ηλικίες, ιδίως σε οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοιμώξεις και λέπτυνση του δέρματος. Απαιτείται στενή κλινική επίβλεψη για την αποφυγή απειλητικών για τη ζωή ανεπιθύμητων ενεργειών.
Επίδραση διαγνωστικών εξετάσεων Τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν την αντίδραση του δέρματος σε εξετάσεις αλλεργιών. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν την εξέταση νιτροκυανοτετραβενζόλιου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Σημείωση σχετικά με το ντόπινγκ Η διεξαγωγή εξετάσεων ντόπινγκ κατά τη λήψη DEXACORT μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.
Το DEXACORT περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το DEXACORT περιέχει 115,4 mg νατρίου ανά δόση των 40 mg, που ισοδυναμεί με 5,77% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Χρήση σε συνδυασμό με άλλη(ες) θεραπεία(ες) για το πολλαπλό μυέλωμα Όταν το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, πριν από την έναρξη της θεραπείας με DEXACORT πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος των εν λόγω φαρμακευτικών προϊόντων.
Όταν το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία χορηγείται σε συνδυασμό με ουσίες με γνωστή τερατογόνο δράση (π.χ. θαλιδομίδη, λεναλιδομίδη, πομαλιδομίδη, πλεριξαφόρη), απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά την εξέταση και την πρόληψη της εγκυμοσύνης (βλ.
παράγραφο 4.6).
Συμβάματα φλεβικής και αρτηριακής θρομβοεμβολής Σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, ο συνδυασμός δεξαμεθαζόνης με θαλιδομίδη και τα ανάλογα αυτής σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (κυρίως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή) και αρτηριακής θρομβοεμβολής (κυρίως έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειο-εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).
Ως εκ τούτου, οι ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου θρομβοεμβολής (περιλαμβανομένης παλαιότερης θρόμβωσης) πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την ελαχιστοποίηση όλων των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (π.χ. κάπνισμα, υπέρταση και υπεριλιπιδαιμία). Επίσης, η ταυτόχρονη χορήγηση ερυθροποιητικών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης στους εν λόγω ασθενείς. Συνεπώς, τα ερυθροποιητικά φαρμακευτικά προϊόντα, ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο θρόμβωσης, όπως η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που λαμβάνουν δεξαμεθαζόνη με θαλιδομίδη και ανάλογα αυτής. Με συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης πάνω από 12 g/dl η χορήγηση ερυθροποιητικών φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να διακόπτεται.
Οι ασθενείς και οι γιατροί πρέπει να ενημερώνονται ότι οφείλουν να παρατηρούν τυχόν ενδείξεις και συμπτώματα θρομβοεμβολής. Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι οφείλουν να αναζητούν τη βοήθεια γιατρού εάν εμφανίσουν συμπτώματα όπως δύσπνοια, άλγος στον θώρακα ή οίδημα στα άκρα. Πρέπει να συνιστάται προφυλακτική αντιθρομβωτική θεραπεία, ιδίως σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου θρόμβωσης. Η απόφαση για τη λήψη
προφυλακτικών αντιθρομβωτικών μέτρων πρέπει να λαμβάνεται μετά από προσεκτική αξιολόγηση των υποκείμενων παραγόντων κινδύνου για κάθε ασθενή ξεχωριστά.
Εάν ο ασθενής υποστεί θρομβοεμβολικό επεισόδιο, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται συνήθης αντιπηκτική θεραπεία. Μόλις ο ασθενής σταθεροποιηθεί με την αντιπηκτική θεραπεία και αντιμετωπιστούν οι οποιεσδήποτε επιπλοκές του θρομβοεμβολικού επεισοδίου, η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη και θαλιδομίδη ή με τα ανάλογα αυτής μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου με την αρχική δόση, ανάλογα με την αξιολόγηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου. Ο ασθενής πρέπει να συνεχίζει την αντιπηκτική αγωγή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη και θαλιδομίδη ή με τα ανάλογα αυτής.
Ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία Ο συνδυασμός δεξαμεθαζόνης και λεναλιδομίδης σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας βαθμού 4 (5,1% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,6% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη, βλ. παράγραφο 4.8). Τα επεισόδια εμπύρετης ουδετεροπενίας βαθμού 4 δεν παρατηρούνται συχνά (0,6% σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,0% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη, βλ. παράγραφο 4.8). Η ουδετεροπενία ήταν η συχνότερα αναφερόμενη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια Βαθμού 3 ή 4 σε ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που αντιμετωπίστηκε με τον συνδυασμό δεξαμεθαζόνης και πομαλιδομίδης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικά ουδετεροπενία. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν ότι οφείλουν να αναφέρουν αμέσως τα εμπύρετα επεισόδια. Μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης της λεναλιδομίδης ή της πομαλιδομίδης. Σε περίπτωση ουδετεροπενίας, ο γιατρός πρέπει να εξετάσει τη χρήση αυξητικών παραγόντων για τη διαχείριση του ασθενούς.
Ο συνδυασμός δεξαμεθαζόνης και λεναλιδομίδης σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας βαθμού 3 και 4 (9,9% και 1,4%, αντίστοιχα, για τους ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 2,3% και 0,0% για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη) (βλ.
παράγραφο 4.8). Η θρομβοκυτταροπενία αναφέρθηκε επίσης πολύ συχνά από ασθενείς με υποτροπιάζον/ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που αντιμετωπίστηκε με τον συνδυασμό δεξαμεθαζόνης και πομαλιδομίδης. Οι ασθενείς και οι γιατροί πρέπει να ενημερωθούν ότι οφείλουν να παρατηρούν τυχόν ενδείξεις και συμπτώματα αιμορραγίας, όπου περιλαμβάνονται πετέχειες και επίσταξη, ιδίως σε περιπτώσεις ταυτόχρονης χορήγησης θεραπείας με τάσεις πρόκλησης αιμορραγίας.
Μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης της λεναλιδομίδης ή της πομαλιδομίδης.
Η διενέργεια πλήρους αιμοδιαγράμματος, στο οποίο περιλαμβάνονται συγκριτικές μετρήσεις του αριθμού των λευκοκυττάρων και των αιμοπεταλίων, της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη, απαιτείται πριν από την έναρξη της θεραπείας και κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 8 εβδομάδες της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη/λεναλιδομίδη και, στη συνέχεια, σε μηνιαία βάση για την παρακολούθηση της κυτταροπενίας.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Πριν από τη χρήση του DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να συμβουλεύεστε την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος του συγκεκριμένου φαρμακευτικού προϊόντος.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη δεξαμεθαζόνη:
Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4).Ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η φαινυτοΐνη, τα βαρβιτουρικά, η εφεδρίνη, η ριφαβουτίνη, η καρβαμαζεπίνη και η ριφαμπικίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε μειωμένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα και η δόση ενδέχεται να χρειάζεται να
αυξηθεί. Ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων CYP3A4 όπως η απρεπιτάντη και φοσαπρεπιτάντη, η κετοκοναζόλη, η ριτοναβίρη και η ερυθρομυκίνη ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα.
Αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται επίσης να παρέμβουν στις δοκιμασίες καταστολής δεξαμεθαζόνης, οι οποίες θα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της χορήγησης ουσιών που επηρεάζουν το μεταβολισμό της δεξαμεθαζόνης.
Η κετοκοναζόλη ενδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μέσω αναστολής του CYP3A4, αλλά ενδέχεται επίσης να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών στα επινεφρίδια και επομένως να προκαλέσει επινεφριδική ανεπάρκεια κατά τη διακοπή της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Η εφεδρίνη ενδέχεται να αυξήσει τη μεταβολική κάθαρση των κορτικοστεροειδών, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα στο πλάσμα. Μια αύξηση της δόσης του κορτικοστεροειδούς θα μπορούσε να είναι απαραίτητη.
Έχουν αναφερθεί ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα στη δοκιμασία καταστολής δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ινδομεθακίνης.
Αντιβιοτικά: Έχει αναφερθεί ότι τα μακρολιδικά αντιβιοτικά προκαλούν σημαντική μείωση στην κάθαρση των κορτικοστεροειδών. Συνδυασμός με φθοριοκινολόνες απαιτεί λήψη μέτρων προφύλαξης, λόγω του δυνητικά αυξημένου κινδύνου τενοντίτιδας και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ρήξης του προσβεβλημένου τένοντα, ιδίως μετά από μακροχρόνια θεραπεία.
Αντιχολινεστεράσες: Ταυτόχρονη χρήση παραγόντων αντιχολινεστερασών και κορτικοστεροειδών ενδέχεται να προκαλέσει αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Αν είναι δυνατόν, θα πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση παραγόντων αντιχολινεστερασών τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
Χολεστυραμίνη: Η χολεστυραμίνη ενδέχεται να μειώσει την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.
Οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των αντισυλληπτικών που λαμβάνονται από το στόμα: Τα οιστρογόνα ενδέχεται να μειώσουν τον ηπατικό μεταβολισμό ορισμένων κορτικοστεροειδών, αυξάνοντας έτσι την επίδρασή τους.
Αμινογλουτεθιμίδη: Μείωση της αποτελεσματικότητας της δεξαμεθαζόνης λόγω αύξησης του μεταβολισμού της. Ενδέχεται να απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας της δεξαμεθαζόνης.
Γαστρεντερικά τοπικά, αντιόξινα, άνθρακας: Έχει αναφερθεί μείωση στην πεπτική απορρόφηση των γλυκοκορτικοειδών με την πρεδνιζολόνη και τη δεξαμεθαζόνη. Επομένως, τα γλυκοκορτικοειδή θα πρέπει να λαμβάνονται ξεχωριστά από τα γαστρεντερικά τοπικά, τα αντιόξινα ή τον άνθρακα και να παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών ανάμεσα στις θεραπείες.
Επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Η δεξαμεθαζόνη είναι μέτριος επαγωγέας του CYP3A4. Ταυτόχρονη χορήγηση δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένη κάθαρση και μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ουσιών αυτών.
Η νεφρική κάθαρση των σαλικυλικών αυξάνεται με τα κορτικοστεροειδή και επομένως, η δοσολογία των σαλικυλικών θα πρέπει να μειώνεται με τη διακοπή των στεροειδών.
Τα κορτικοστεροειδή ανταγωνίζονται τις επιθυμητές δράσεις των υπογλυκαιμικών παραγόντων (συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης), των αντιϋπερτασικών και των διουρητικών.
Ενισχύονται οι υποκαλιαιμικές δράσεις της ακεταζολαμίδης, των διουρητικών της αγκύλης, των διουρητικών θειαζίδης, της ένεσης αμφοτερικίνης B, των παραγόντων εξάντλησης του καλίου, των κορτικοστεροειδών (γλυκο-αλατοκορτικοειδών), της τετρακοζακτίδης και της καρβενοξολόνης. Η υποκαλιαιμία δημιουργεί προδιάθεση σε καρδιακή αρρυθμία ιδιαίτερα της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου και αύξηση της τοξικότητας των καρδιακών γλυκοσιδών. Η υποκαλιαιμία θα πρέπει να διορθώνεται πριν από την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Επιπλέον, αναφέρθηκαν και περιπτώσεις όπου την ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης ακολούθησε μεγέθυνση της καρδιάς και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
Η σουλτοπρίδη έχει συνδεθεί με κοιλιακές αρρυθμίες, ιδιαίτερα κοιλιακές ταχυκαρδίες δίκην ριπιδίου. Ο συνδυασμός αυτός δεν συνιστάται.
Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ θα πρέπει να παρακολουθούνται επειδή η επίπτωση ή/και η σοβαρότητα γαστρικού έλκους μπορεί να αυξηθεί. Σε περιπτώσεις υποπροθρομβιναιμίας, η ασπιρίνη θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με τα κορτικοστεροειδή.
Αντιφυματικά φάρμακα: Ενδέχεται να μειωθούν οι συγκεντρώσεις στον ορό της ισονιαζίδης.
Κυκλοσπορίνη: Ενδέχεται να εμφανιστεί αυξημένη δράση τόσο της κυκλοσπορίνης όσο και των κορτικοστεροειδών όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα. Με αυτήν την ταυτόχρονη χρήση έχουν αναφερθεί σπασμοί.
Θαλιδομίδη: Συγχορήγηση θαλιδομίδης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς με την ταυτόχρονη χρήση έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
Τα κορτικοστεροειδή ενδέχεται να επηρεάσουν τη δοκιμασία ΝΒΤ (nitrobuletetrazolium test)
για βακτηριακή λοίμωξη και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.
Ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια Κίνδυνος θανατηφόρας συστηματικής νόσου Πραζικουαντέλη: Μείωση των συγκεντρώσεων της πραζικουαντέλης στο πλάσμα, με κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας, λόγω του ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της αυξάνεται από τη δεξαμεθαζόνη.
Από του στόματος λαμβανόμενα αντιπηκτικά: Ενδεχόμενη επίδραση της θεραπείας με κορτικοστεροειδή στο μεταβολισμό των από του στόματος αντιπηκτικών και σε παράγοντες πήξης. Σε υψηλές δόσεις ή με θεραπεία που διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας ειδικής για τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή (γαστρεντερικός βλεννογόνος, εύθραυστα αγγεία). Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με από του στόματος λαμβανόμενα αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βιολογικές εξετάσεις την 8η ημέρα, κατόπιν κάθε 2 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη διακοπή της θεραπείας).
Ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, μετφορμίνη: Αύξηση της γλυκόζης του αίματος, μερικές φορές με διαβητική κέτωση, καθώς τα κορτικοστεροειδή διαταράσσουν την ανοχή στους υδατάνθρακες. Επομένως, θα πρέπει να ενισχύεται η αυτοπαρακολούθηση του αίματος και των ούρων στον ασθενή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Ισονιαζίδη: Με την πρεδνιζολόνη έχει αναφερθεί μείωση στα επίπεδα της ισονιαζίδης στο πλάσμα. Ο προτεινόμενος μηχανισμός είναι μια αύξηση στον ηπατικό μεταβολισμό της ισονιαζίδης και μια μείωση στον ηπατικό μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με DEXACORT οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη. Η δεξαμεθαζόνη ενδέχεται να προκαλεί συγγενείς δυσπλασίες (βλ. παράγραφο 5.3). Η δεξαμεθαζόνη ενδέχεται να χορηγείται σε συνδυασμό με ουσίες με γνωστή τερατογόνο δράση (π.χ. θαλιδομίδη, λεναλιδομίδη, πομαλιδομίδη, πλεριξαφόρη), ή με κυτταροτοξικές ουσίες, οι οποίες αντενδείκνυνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν DEXACORT σε συνδυασμό με προϊόντα που περιέχουν θαλιδομίδη, λεναλιδομίδη ή πομαλιδομίδη πρέπει να τηρούν τα προγράμματα πρόληψης της εγκυμοσύνης που προβλέπονται για τα εν λόγω προϊόντα. Για περισσότερες πληροφορίες πριν από την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας συνδυασμού πρέπει να συμβουλεύεστε τις σχετικές πληροφορίες των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και οι άνδρες σύντροφοί τους πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη. Ειδικότερα, σε περίπτωση θεραπείας συνδυασμού με θαλιδομίδη ή τα ανάλογα αυτής πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις του προγράμματος πρόληψης της εγκυμοσύνης. Η αποτελεσματικότητα των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών ενδέχεται να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη (βλ.
παράγραφο 4.5).
Κύηση Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε έγκυα ζώα μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένων της υπερωιοσχιστίας, της καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης και επιπτώσεων στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και τη σωματική διάπλαση. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν στην αυξημένη συχνότητα των συγγενών ανωμαλιών, όπως υπερωιοσχιστία/χειλεοσχιστία στον άνθρωπο (βλέπε παράγραφο 5.3). Η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά την κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Στα νεογνά που εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά την προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, η οποία υπό κανονικές συνθήκες υφίσταται αυτόματη μεταγεννητική παλινδρόμηση και σπάνια είναι κλινικής σημασίας. Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο όταν το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για τη μητέρα και το παιδί.
Θηλασμός Τα γλυκοκορτικοειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν γνωστοί κίνδυνοι για τα βρέφη. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή για το κατά πόσο ενδείκνυται η χρήση τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σε περίπτωση που η σχετική κατάσταση απαιτεί υψηλότερες δόσεις, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Γονιμότητα Μελέτες σε ζώα έδειξαν μείωση στη γυναικεία γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ανδρική γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το DEXACORT 40 mg διαλυτά δισκία έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η δεξαμεθαζόνη ενδέχεται να προκαλέσει συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις, ζάλη, υπνηλία, κόπωση, συγκοπή και θαμπή όραση (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι ασθενείς πρέπει να ενημερωθούν ότι δεν πρέπει να οδηγούν, να
χειρίζονται μηχανές και να εκτελούν επικίνδυνες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη της εικόνας ασφάλειας Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του DEXACORT αντιστοιχούν στην προβλεπόμενη εικόνα ασφάλειας των γλυκοκορτικοειδών. Πολύ συχνά παρατηρείται υπεργλυκαιμία, αϋπνία, μυϊκό άλγος και αδυναμία, εξασθένηση, κόπωση, οίδημα και αύξηση βάρους. Στις λιγότερο συχνές αλλά σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονται: πνευμονία και άλλες λοιμώξεις και ψυχιατρικές διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.4). Σε συνδυασμό με θαλιδομίδη ή τα ανάλογα αυτής, οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια, κυρίως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή, καθώς και μυελοκαταστολή, ιδίως ουδετεροπενία και θρομβοκυτταροπενία (βλ. παράγραφο 4.4).
Η συχνότητα εμφάνισης προβλεπόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένης της ατροφίας των επινεφριδίων, σχετίζεται με τη δόση, τον χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Η επίπτωση προβλέψιμων ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής του άξονα «υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια» συσχετίζεται με τη σχετική δραστικότητα του φαρμάκου, τη δοσολογία, το χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια μιας βραχυπρόθεσμης θεραπείας, που γίνεται σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας και με στενή παρακολούθηση των ασθενών, ο κίνδυνος των παρενεργειών είναι χαμηλός.
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Αυξημένη ευαισθησία και σοβαρότητα λοιμώξεων με καταστολή των κλινικών συμπτωμάτων και σημείων, ευκαιριακές λοιμώξεις, υποτροπή λανθάνουσας φυματίωσης, επιδείνωση λοιμώξεων των οφθαλμών, καντιντίαση, πνευμονία, έρπης ζωστήρας, σήψη |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία, ουδετεροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία, αναιμία, θρομβοκυτταροπενία, διαταραχή του μηχανισμού πήξης του αίματος. |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, ανοσοκαταστολή (βλ. επίσης «Λοιμώξεις και παρασιτικές ασθένειες») |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και πρόκληση του συνδρόμου του Cushing (τυπικά συμπτώματα: πανσεληνοειδές πρόσωπο, πληθώρα, ενδονεύρια παχυσαρκία), δευτερεύουσα ανεπάρκεια επινεφριδίων και υπόφυσης (ειδικά σε συνθήκες πίεσης, όπως τραύμα ή χειρουργική επέμβαση), υποθυρεοειδισμός. |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου, ανορεξία, αυξημένη ή μειωμένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και νερού, απώλεια καλίου (προσοχή: διαταραχές ρυθμού), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, εξασθενημένη ανοχή υδατανθράκων με αυξημένες απαιτήσεις δόσεων αντιδιαβητικής θεραπείας, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπολευκωματιναιμία, κατακράτηση υγρών, υπερουριχαιμία, υπομαγνησιαιμία |
| Ψυχιατρικές Διαταραχές | Ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, άγχος, αϋπνία, υποτροπιάζουσα σχιζοφρένεια, ψυχική ασθένεια, εκδήλωση μετάβασης από ευφορία σε ψύχωση, επιθετικότητα, συγχυτική κατάσταση, μανία, ψευδαισθήσεις |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα της οπτικής θηλής σε παιδιά (καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση), συνήθως μετά τη διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αύξηση κρίσεων σε εμφανή επιληψία, περιφερική νευροπάθεια, ζάλη, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, διαταραχή προσοχής, διαταραχή της μνήμης, τρόμος, παραισθησία, κεφαλαλγία, αγευσία, δυσγευσία, υπνηλία, λήθαργος, διαταραχή της ισορροπίας, δυσφωνία, εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικά ισχαιμικά επεισόδια, αμνησία, μη φυσιολογικός συντονισμός, αταξία, συγκοπή |
|---|---|
| Οφθαλμικές διαταραχές | Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής, θαμπή όραση, καταρράκτης, κυρίως με εμφάνιση οπίσθιας υποκάψιας αδιαφάνειας, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένη συχνότητα οφθαλμικών ιικών, μυκητιακών και βακτηριακών λοιμώξεων, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με κερατοειδή έλκη, χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, αυξημένη δακρύρροια |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος. |
| Καρδιακές διαταραχές | Ρήξη καρδιακού μυός μετά πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση, υπερκοιλιακή εκτακτοσυστολή, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ισχαιμία του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία |
| Αγγειακές διαταραχές | Φλεβικές θρομβοεμβολικές αντιδράσεις, κυρίως εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή, υπέρταση, υπόταση, εξάψεις, αγγειίτιδα, αυξημένος κίνδυνος αθηροσκλήρωσης και θρόμβωσης/θρομβοεμβολής, πορφύρα, μώλωπες |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Λόξυγγας, βρογχίτιδα, βήχας, δύσπνοια, φαρυγγολαρυγγικό άλγος |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Δυσπεψία, γαστρικά έλκη με διάτρηση και αιμορραγία, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκωτική οισοφαγίτιδα, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, στοματίτιδα, ξηροστομία. |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, αύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσης. |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δασυτριχισμός, υπερτρίχωση, δερματική ατροφία, τελαγγειεκτασία, αρτηρίδια, ερύθημα, στεροειδής ακμή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, αραίωση μαλλιών, διαταραχές χρωστικών, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα, εξάνθημα, υπεριδρωσία, ξηροδερμία, αλωπεκία. |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αναστολή της ανάπτυξης σε βρέφη, παιδιά και εφήβους, πρόωρη σύγκλειση της επίφυσης, οστεοπόρωση, κατάγματα της σπονδυλικής στήλης και μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση των μηριαίων και βραχιονίων οστών, ρήξεις τενόντων, εγγύς μυοπάθεια, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας, μυοσκελετικό άλγος, αρθραλγία, άλγος των άκρων. |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολυουρία, νεφρική ανεπάρκεια. |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Ακανόνιστη έμμηνος ρύση, αμηνόρροια, ανικανότητα |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων, δυσφορία, σύνδρομο στέρησης στεροειδών: υπερβολικά ταχεία μείωση της δόσης του κορτικοστεροειδούς μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια των επινεφριδίων, υπόταση και θάνατο. Κατά τη διάρκεια του συνδρόμου στέρησης παρουσιάζονται πυρετός, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, πόνος, οζίδια δέρματος με κνησμό και απώλεια βάρους. |
|---|---|
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές | Μειωμένη απόκριση σε εμβολιασμό και δερματικές εξετάσεις, τάση για μώλωπες |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μειωμένο σωματικό βάρος, αυξημένο σωματικό βάρος |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Πριν από τη χρήση του DEXACORT σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν, πρέπει να συμβουλεύεσθε την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος του συγκεκριμένου φαρμακευτικού προϊόντος.
Η συχνότητα εμφάνισης ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών ποικίλλει ανάλογα με τη θεραπεία συνδυασμού που χρησιμοποιείται.
Ο συνδυασμός λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας βαθμού 4 (5,1% σε ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,6% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη). Επεισόδια εμπύρετης ουδετεροπενίας βαθμού 4 δεν παρατηρήθηκαν συχνά (0,6% σε ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 0,0% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη). Παρόμοια συχνότητα εμφάνισης ουδετεροπενίας υψηλού βαθμού αναφέρθηκε σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης.
Ουδετεροπενία εμφανίστηκε στο 45,3% των ασθενών με υποτροπιάζον και ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που έλαβαν χαμηλή δόση δεξαμεθαζόνης και πομαλιδομίδη (Pom + LD- Dex), και στο 19,5% των ασθενών που έλαβαν υψηλή δόση δεξαμεθαζόνης (HD-Dex). Η ουδετεροπενία ήταν βαθμού 3 ή 4 στο 41,7% των ασθενών που έλαβαν Pom + LD-Dex, σε σύγκριση με το 14,8% που έλαβαν HD-Dex. Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Pom + LD-Dex η ουδετεροπενία ήταν σοβαρή όχι συχνά (2,0% των ασθενών), δεν οδήγησε σε τερματισμό της θεραπείας και σχετιζόταν με διακοπή της θεραπείας στο 21,0% των ασθενών και με μείωση της δόσης σε 7,7% των ασθενών. Εμπύρετη ουδετεροπενία εμφανίστηκε στο 6,7% των ασθενών που έλαβαν Pom + LD-Dex και σε κανέναν ασθενή που έλαβε HD-Dex.
Όλες αναφέρθηκαν ως βαθμού 3 ή 4. Η εμπύρετη ουδετεροπενία αναφέρθηκε ως σοβαρή στο 4,0% των ασθενών. Η εμπύρετη ουδετεροπενία σχετιζόταν με διακοπή δόσης στο 3,7% των ασθενών και με μείωση της δόσης στο 1,3% των ασθενών και με κανέναν τερματισμό της θεραπείας.
Ο συνδυασμός λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης σε ασθενείς με υποτροπιάζον ή ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας βαθμού 3 και 4 (9,9% και 1,4% αντίστοιχα, σε ασθενείς που έλαβαν λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη σε σύγκριση με 2,3% και 0,0% σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο/δεξαμεθαζόνη). Παρόμοια συχνότητα εμφάνισης θρομβοκυτταροπενίας υψηλού βαθμού παρατηρήθηκε σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης. Θρομβοκυτταροπενία εμφανίστηκε στο 27,0% των ασθενών με υποτροπιάζον και ανθιστάμενο πολλαπλό μυέλωμα που έλαβαν Pom + LD-Dex, και στο 26,8% των ασθενών που έλαβαν HD-Dex. Η θρομβοκυτταροπενία ήταν βαθμού 3 ή 4 στο 20,7% των ασθενών που έλαβαν Pom + LD-Dex και στο 24,2% που έλαβαν HD-Dex. Σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Pom + LD-Dex, η θρομβοκυτταροπενία ήταν σοβαρή στο 1,7% των ασθενών, οδήγησε σε μείωση της δόσης στο 6,3% των ασθενών, σε
διακοπή της δόσης στο 8% των ασθενών και σε τερματισμό της θεραπείας στο 0,7% των ασθενών.
Ο συνδυασμός λεναλιδομίδης, θαλιδομίδης ή πομαλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (βλ. παράγραφο 4.5). Η ταυτόχρονη χορήγηση ερυθροποιητικών φαρμακευτικών προϊόντων ή το ιστορικό εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης σε αυτούς τους ασθενείς.
Αντιδράσεις περιφερικής νευροπάθειας χαμηλού βαθμού, κυρίως παραισθησία βαθμού 1, ενδέχεται να παρατηρηθούν με τη μονοθεραπεία δεξαμεθαζόνης σε ποσοστό έως και 34% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών με πολλαπλό μυέλωμα. Ωστόσο, τόσο η συχνότητα εμφάνισης όσο και η σοβαρότητα της περιφερικής νευροπάθειας αυξάνονται με τη ταυτόχρονη χορήγηση βορτεζομίμπης ή θαλιδομίδης. Σε μια μελέτη, το 10,7% των ασθενών που έλαβαν θαλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη εμφάνισαν νευροπαθητικές αντιδράσεις βαθμού 3/4 σε σύγκριση με 0,9% των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία δεξαμεθαζόνης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω.
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Αναφορές οξείας τοξικότητας ή/και θανάτων μετά από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοειδή είναι σπάνιες. Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Πιθανώς να μην ενδείκνυται θεραπεία για αντιδράσεις που οφείλονται σε χρόνια δηλητηρίαση εκτός και αν ο ασθενής πάσχει από πάθηση που θα τον έκανε ασυνήθιστα ευαίσθητο σε ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή.
Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να κενωθεί ο στόμαχος και να χορηγηθεί συμπτωματική θεραπεία, όπως ενδείκνυται. Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις και αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να αντιμετωπισθούν με επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τεχνητή αναπνοή θετικής πίεσης και αμινοφυλλίνη. Ο ασθενής θα πρέπει να διατηρείται ζεστός και ήσυχος. Η βιολογική ημιζωή της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 190 λεπτά.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Κωδικός ATC: H02A B02 Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδές Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό και μακράς δράσης γλυκοκορτικοειδές με αμελητέες ιδιότητες κατακράτησης νατρίου και είναι επομένως ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση. Η αντιφλεγμονώδης δράση του είναι 7 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης και όπως και άλλα γλυκοκορτικοειδή η
δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντιαλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
Σε υψηλές δόσεις (π.χ. 40 mg), μειώνει την ανοσολογική απόκριση.
Η δεξαμεθαζόνη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί κυτταρική νέκρωση (απόπτωση) του πολλαπλού μυελώματος μέσω ενός μηχανισμού προς τα κάτω ρύθμισης της δραστηριότητας του πυρηνικού παράγοντα κB (Nuclear Factor-κB) και ενεργοποίηση της κασπάσης-9 μέσω αποδέσμευσης ενός δεύτερου, μιτοχονδριακού ενεργοποιητή των κασπασών (Smac, παράγοντας προώθησης απόπτωσης). Για την επίτευξη μέγιστων επιπέδων δεικτών απόπτωσης μαζί με αυξημένα επίπεδα ενεργοποίησης κασπασών-3 και κατακερματισμού του DNA απαιτείται παρατεταμένη έκθεση. Επίσης, η δεξαμεθαζόνη ρύθμισε προς τα κάτω τα αντιαποπτωτικά γονίδια και αύξησε τα επίπεδα της πρωτεΐνης IκB-α.
Η αποπτωτική δραστηριότητα της δεξαμεθαζόνης ενισχύεται με τον συνδυασμό με θαλιδομίδη ή τα ανάλογα αυτής και με τον αποκλειστή πρωτεοσώματος (π.χ. βορτεζομίμπη).
Το πολλαπλό μυέλωμα είναι μια εξελισσόμενη, σπάνια αιματολογική νόσος. Χαρακτηρίζεται από υπερβολικό αριθμό μη φυσιολογικών κυττάρων πλάσματος στον μυελό των οστών και υπερπαραγωγή ακέραιης μονοκλωνικής ανοσοσφαιρίνης (IgG, IgA, IgD ή IgE) ή μόνο πρωτεϊνών Bence-Jones (ελεύθερες ελαφρές αλυσίδες μονοκλωνικής ανοσοσφαιρίνης κ και λ).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Δεν έχει διενεργηθεί καμία κλινική μελέτη αποτελεσματικότητας και ασφάλειας με το DEXACORT για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος.
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού δεξαμεθαζόνης στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος έχει επιβεβαιωθεί σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες με νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς και ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή ανθιστάμενη νόσο. Οι πληθυσμοί ασθενών που μελετήθηκαν περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα ηλικιών, καθώς και ασθενείς που κρίθηκαν κατάλληλοι ή μη κατάλληλοι για αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων. Στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος μελετήθηκαν υψηλές δόσεις (40 mg ή 20 mg) χορηγούμενης από το στόμα δεξαμεθαζόνης σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στο δοσολογικό σχήμα βινκριστίνης, αδριαμυκίνης/δοξορουμπικίνης και δεξαμεθαζόνης (VAD) ή σε σχέση με καινοτόμους παράγοντες, όπου περιλαμβάνονται η θαλιδομίδη και τα ανάλογα αυτής, καθώς και αποκλειστές πρωτεοσώματος. Σε ελεγχόμενες μελέτες, η θεραπεία συνδυασμού με δεξαμεθαζόνη κατέδειξε συστηματικά καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία δεξαμεθαζόνης σε ό,τι αφορά την επιβίωση και την απόκριση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με δισκία δεξαμεθαζόνης για το πολλαπλό μυέλωμα σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα ανώτατα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 1 και 2 ωρών μετά την πρόσληψη και εμφανίζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Σε υγιείς εθελοντές έχει παρατηρηθεί μια ημιζωή πλάσματος 3-6 ώρες, ωστόσο, σε μελέτες ασθενών αυτό μπορεί να μειωθεί σε λιγότερο από 2 ώρες. Η δεξαμεθαζόνη δεσμεύεται (περίπου έως 77%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες. Η ποσοστιαία δέσμευση της δεξαμεθαζόνης στις πρωτεΐνες, αντίθετα με εκείνη της κορτιζόνης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητη με αυξημένες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του οργανισμού.
Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στο νεφρό. Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, λυκόστομα παρατηρήθηκε σε αρουραίους, ποντικούς, ινδικά χοιρίδια, κουνέλια, σκύλους και πρωτεύοντα θηλαστικά. Δεν παρατηρείται σε άλογα και πρόβατα. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αποκλίσεις αυτές συνδυάζονταν με διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος και της καρδιάς. Στα πρωτεύοντα θηλαστικά, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον εγκέφαλο μετά την έκθεση. Επιπλέον, ενδέχεται να συμβεί καθυστέρηση της ενδομήτριας ανάπτυξης. Όλες αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε υψηλές δόσεις. Σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα σε ποντικούς, αρουραίους, κρηκιτούς, κόνικλους και σκύλους, η δεξαμεθαζόνη προκάλεσε δυσπλασίες στο έμβρυο, όπως αύξηση της λυκοστομίας και σκελετικά ελλείμματα, μείωση στο βάρος του θύμου αδένα, του σπλήνα και των επινεφριδίων, ανωμαλίες στους πνεύμονες, στο ήπαρ και στους νεφρούς και αναστολή της ανάπτυξης. Η αξιολόγηση της μεταγεννητικής ανάπτυξης των ζώων που υποβλήθηκαν σε θεραπεία πριν από τον τοκετό έδειξε μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη και ευαισθησία στην ινσουλίνη, μεταβολές στη συμπεριφορά και μείωση στο βάρος του εγκεφάλου και στο σωματικό βάρος. Στους άνδρες, η γονιμότητα ενδέχεται να μειωθεί μέσω της απόπτωσης των γεννητικών κυττάρων και των σπερματογεννητικών βλαβών. Τα δεδομένα για τη γυναικεία γονιμότητα είναι αντιφατικά.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Κιτρικό μονονάτριο Λακτόζη Διττανθρακικό νάτριο Υπρομελλόζη Νατριούχος σακχαρίνη Στεατικό μαγνήσιο
6.2 Ασυμβατότητες
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
6.3 Διάρκεια ζωής
Διάρκεια ζωής: 3 έτη
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30°C.
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
2mg, 8mg Κυψέλες Alu-Alu των 10 δισκίων Το προϊόν διατίθεται σε συσκευασίες που περιέχουν 10, 20, 30, 50, 60 δισκία.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Nassington Limited Ιπποκράτους 3Α Ακρόπολη 2006, Λευκωσία, Κύπρος