Clinio Logo
Clinio
DEXAMETHASONE-ARITI › ΠΧΠ

DEXAMETHASONE-ARITI — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 3 πίνακες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ 1.ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΌΝΤΟΣ Dexamethasone/Ariti 4mg tablets δισκία Dexamethasone/Ariti 8mg tablets δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο των 4mg περιέχει 4mg δεξαμεθαζόνης.

Κάθε δισκίο των 8mg περιέχει 8mg δεξαμεθαζόνης.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε δισκίο των 4mg περιέχει 74.00 mg λακτόζη (ως λακτόζη μονοϋδρική).

Κάθε δισκίο των 8mg περιέχει 148.00 mg λακτόζη (ως λακτόζη μονοϋδρική).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων δείτε την παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκία 4mg: λευκά έως υπόλευκα, στρογγυλά, με επίπεδη όψη, χαραγμένα με τον αριθμό «4» από την μία πλευρά.

Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.

8mg: λευκά έως υπόλευκα, ωοειδή, με επίπεδη όψη, χαραγμένα με τον αριθμό «8» στη μία πλευρά.

Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Νευρολογικές παθήσεις Εγκεφαλικό οίδημα (μόνο με συμπτώματα ενδοκρανιακής πίεσης που αποδεικνύεται από τομογραφία μέσω υπολογιστή) που προκαλείται από όγκο στον εγκέφαλο, νευροχειρουργική επέμβαση, εγκεφαλικό απόστημα Ως ταυτόχρονη θεραπεία για εγκεφαλίτιδα και μηνιγγιοεγκεφαλίτιδα.

Πνευμονικές και αναπνευστικές ασθένειες Οξεία επιδείνωση του άσθματος όταν είναι κατάλληλη η χρήση ενός από του στόματος κορτικοστεροειδούς (OCS)

Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα Ενεργές φάσεις σαρκοείδωσης Δερματικές παθήσεις

Αρχική θεραπεία εκτεταμένων, σοβαρών, οξειών, δερματικών παθήσεων που ανταποκρίνονται σε γλυκοκορτικοειδή, π.χ. ερυθροδερμία, πέμφιγγα, έκζεμα.

Αυτοάνοσες διαταραχές/ρευματολογία Αρχική θεραπεία αυτοάνοσων διαταραχών όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.

Ενεργές φάσεις συστηματικών αγγειίτιδων όπως η οζώδης παναρτιρίτιδα (η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζεται σε δύο εβδομάδες σε περιπτώσεις ταυτόχρονης θετικής ορολογικά ηπατίτιδας Β). Σοβαρή προϊούσα ενεργός ρευματοειδής αρθρίτιδα, π.χ.

ταχεία εξέλιξη καταστροφικών μορφών ή / και εξωαρθρικών εκδηλώσεων.

Σοβαρή συστηματική πορεία νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας (νόσος του Still).

Αιματολογικές διαταραχές Ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα σε ενήλικες.

Σοβαρές μολυσματικές ασθένειες μόνο σε συνδυασμό με θεραπεία κατά της λοίμωξης.

Ογκολογία Παρηγορητική θεραπεία νεοπλασματικών ασθενειών Προφύλαξη και θεραπεία εμέτου που προκαλείται από κυτταροστατικά, εμετογόνο χημειοθεραπεία σε αντιεμετική θεραπεία.

Θεραπεία του συμπτωματικού πολλαπλού μυελώματος, της οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας, της νόσου του Hodgkin και μη‐ Hodgkin λεμφώματος σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

Διάφορες Πρόληψη και θεραπεία μετεγχειρητικού εμέτου, στο πλαίσιο της αντιεμετικής θεραπείας.

4.2 Δοσολογία και μέθοδος χορήγησης

Δοσολογία Η δεξαμεθαζόνη χορηγείται σε συνήθεις δόσεις 0.5 έως 10 mg ημερησίως, ανάλογα με τη νόσο που αντιμετωπίζεται. Σε πιο σοβαρές παθήσεις μπορεί να απαιτούνται δόσεις άνω των 10 mg ανά ημέρα. Η δόση πρέπει να τιτλοποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή και τη σοβαρότητα της νόσου. Για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση.

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στη συνταγογράφηση, ισχύουν οι ακόλουθες συστάσεις δοσολογίας: Οι παρακάτω δοσολογικές συστάσεις δίνονται μόνο για καθοδήγηση. Οι αρχικές και ημερήσιες δόσεις πρέπει πάντα να καθορίζονται με βάση την απόκριση του κάθε ασθενούς και τη σοβαρότητα της νόσου.

‐ Εγκεφαλικό οίδημα: Αρχική δόση και διάρκεια της θεραπείας ανάλογα με την αιτία και την σοβαρότητα, 6‐16 mg (έως 24 mg)/ ημέρα από το στόμα, χωρισμένα σε3‐4 μεμονωμένες δόσεις.

‐ Οξύ άσθμα: Ενήλικες: 16 mg/ ημέρα, για δύο ημέρες. Παιδιά: 0.6 mg/ kg σωματικού βάρους για μία ή δύο ημέρες.

‐ Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα: Παιδιά: 0.15 mg/ kg – 0.6 mg/kg εφάπαξ.

‐ Οξείες δερματικές παθήσεις: Ανάλογα με τη φύση και την έκταση της νόσου ημερήσιες δόσεις 8‐40 mg, σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 100 mg, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται από προοδευτική μείωση της δοσολογίας σύμφωνα με την κλινική ανάγκη.

‐ ‐ Ενεργή φάση διαταραχών του ρευματικού συστήματος: Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος 6‐16 mg/ ημέρα.

‐ Ενεργή ρευματοειδής αρθρίτιδα με σοβαρή εξελισσόμενη πορεία: ταχεία εξέλιξη σε καταστροφικές μορφές 12‐16 mg/ ημέρα, με εξω‐αρθρικές εκδηλώσεις 6‐12 mg/ ημέρα.

‐ Ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα: 40 mg για 4 ημέρες σε κύκλους.

‐ Φυματιώδης Μηνιγγίτιδα: Ασθενείς με νόσο σταδίου ΙΙ ή ΙΙΙ έλαβαν ενδοφλέβια θεραπεία για τέσσερις εβδομάδες (0.4 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 1, 0.3 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 2, 0.2 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 3 και 0.1 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 4) και στη συνέχεια από του στόματος θεραπεία για τέσσερις εβδομάδες, ξεκινώντας από συνολικά 4 mg ανά ημέρα και μειώνοντας κατά 1mg κάθε εβδομάδα. Οι ασθενείς με ασθένεια βαθμού Ι έλαβαν δύο εβδομάδες ενδοφλέβιας θεραπείας (0.3 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 1 και 0.2 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 2) και στη συνέχεια τέσσερις εβδομάδες από του στόματος θεραπεία (0.1 mg ανά χιλιόγραμμο ανά ημέρα για την εβδομάδα 3, τότε συνολικά 3 mg ανά ημέρα, μειώνοντας κατά 1 mg κάθε εβδομάδα)).

‐ Παρηγορητική θεραπεία νεοπλασματικών παθήσεων: Αρχική δόση και διάρκεια της θεραπείας ανάλογα με την αιτία και την σοβαρότητα, 3‐20 mg/ ημέρα. Πολύ υψηλές δόσεις έως 96 mg μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για παρηγορητική θεραπεία. Για βέλτιστη δοσολογία και μείωση του αριθμού των δισκίων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός χαμηλότερων δόσεων (4 και 8 mg) και υψηλότερων δόσεων (20 mg).

‐ Προφύλαξη και θεραπεία εμέτου που προκαλείται από κυτταροστατικά, εμετογόνο χημειοθεραπεία σε αντιεμετική θεραπεία: 8‐20 mg δεξαμεθαζόνης πριν από την χημειοθεραπεία και μετά 4‐16 mg/ ημέρα την ημέρα 2 και 3.

‐ Πρόληψη και θεραπεία μετεγχειρητικού εμέτου, στο πλαίσιο της αντιεμετικής θεραπείας: εφάπαξ δόση 8 mg πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

‐ Θεραπεία του συμπτωματικού πολλαπλού μυελώματος, οξείας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας, οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας, νόσου του Hodgkin μη‐Hodgkin λεμφώματος, σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα: η συνήθης δοσολογία είναι 40 mg ή 20 mg μία φορά την ημέρα.

Η δόση και η συχνότητα χορήγησης ποικίλλει ανάλογα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο και τη(‐ις) σχετική(‐ές) θεραπεία(‐ες). Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης πρέπει να ακολουθεί τις οδηγίες για την χορήγηση της δεξαμεθαζόνης στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της(‐ων) σχετικής(‐ών) θεραπείας(‐ών). Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, πρέπει να ακολουθούνται τα πρωτόκολλα και οι κατευθυντήριες οδηγίες που ισχύουν σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Οι συνταγογράφοι γιατροί θα πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά ποια δόση δεξαμεθαζόνης θα χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του ασθενούς και το στάδιο της νόσου του ασθενούς..

Νεφρική δυσλειτουργία Ασθενείς που υποβάλλονται σε ενεργή αιμοκάθαρση μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη κάθαρση του φαρμάκου λόγω του προϊόντος διάλυσης και για αυτό απαιτούν προσαρμογή της δόσης του στεροειδούς.

Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο, η προσαρμογή της δόσης ίσως να είναι αναγκαία. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, οι βιολογικές επιδράσεις της δεξαμεθαζόνης μπορεί να ενισχυθούν λόγω του μειωμένου μεταβολισμού της (παρατεταμένος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα) και της υπολευκωματιναιμίας (αυξημένα επίπεδα ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα), που μπορεί επίσης να προκαλέσουν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ηλικιωμένος Η θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, ιδιαίτερα αν είναι μακροχρόνια, πρέπει να προγραμματιστεί λαμβάνοντας υπόψη τις πιο σοβαρές συνέπειες των συχνών παρενεργειών των κορτικοστεροειδών στους ηλικιωμένους (οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, μειωμένη ανοσία, ψυχολογικές αλλαγές). Σε αυτούς τους ασθενείς, οι συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα μπορεί να είναι υψηλότερες και η απέκκριση της να είναι πιο αργή από ότι στους νεότερους ασθενείς, επομένως η δόση της θα πρέπει να μειωθεί ανάλογα.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η απέκκριση της δεξαμεθαζόνης είναι περίπου ίση σε παιδιά και ενήλικες εάν η δόση προσαρμοστεί στο σωματικό τους βάρος. Η δόση πρέπει να προγραμματίζεται λαμβάνοντας υπόψιν πιθανές επιπτώσεις στην ανάπτυξη καθώς και για σημάδια καταστολής των επινεφριδίων.

Μακροχρόνια θεραπεία Για τη μακροχρόνια θεραπεία διαφόρων καταστάσεων, μετά την αρχική θεραπεία, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή πρέπει να αλλάζει από δεξαμεθαζόνη στην πρεδνιζόνη/ πρεδνιζολόνη για να μειωθεί η καταστολή της λειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων.

Διακοπή της θεραπείας Οξεία αδρενοκορτική ανεπάρκεια μπορεί να εμφανιστεί μετά από απότομη διακοπή της μακροχρόνιας θεραπείας με μεγάλες δόσεις γλυκοκορτικοειδών. Επομένως, οι δόσεις των γλυκοκορτικοειδών θα πρέπει να μειώνονται σταδιακά σε τέτοιες περιπτώσεις και η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται επίσης σταδιακά. (βλ. ενότητα 4.4)

Μέθοδος Χορήγησης Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να λαμβάνεται με ή μετά το φαγητό, ώστε να ελαχιστοποιείται ο ερεθισμός του γαστρεντερικού σωλήνα.

Ποτά που περιέχουν αλκοόλ ή καφεΐνη θα πρέπει να αποφεύγονται.

Το Dexamethasone/Ariti διατίθεται στις μορφές των 4 mg, 8 mg και 20 mg. Τα δισκία των 20 mg μπορούν να διαιρεθούν σε δύο ίσα μέρη και μπορούν να παρέχουν επιπλέον 10 mg περιεκτικότητας, κάνοντας πιο εύκολη την κατάποση του δισκίου για τον ασθενή.

Όταν η θεραπεία εναλλαγής δεν είναι δυνατή, όλη η ημερήσια δόση γλυκοκορτικοειδούς μπορεί να χορηγηθεί ως μία εφάπαξ δόση το πρωί, ωστόσο, ορισμένοι ασθενείς θα χρειάζονται διαιρεμένες ημερήσιες δόσεις γλυκοκορτικοειδών.

Για δοσολογία που δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυτές τις περιεκτικότητες, άλλα φαρμακευτικά προϊόντα διατίθενται στην αγορά.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Συστηματική λοίμωξη εκτός εάν χρησιμοποιείται ειδική θεραπεία κατά της λοίμωξης. Έλκος στομάχου ή έλκος δωδεκαδακτύλου. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά την διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις δεξαμεθαζόνης (και άλλων κορτικοστεροειδών) αντενδείκνυται λόγω της πιθανότητας ιογενούς λοίμωξης (βλ.

παραγράφους 4.4 και 4.5).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις πριν την χρήση.

Επινεφριδιακή ανεπάρκεια

Η ανεπάρκεια των επινεφριδίων, η οποία προκαλείται από θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραμείνει για πολλούς μήνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο από ένα χρόνο, μετά την διακοπή της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για συγκεκριμένες καταστάσεις σωματικού άγχους (τραύμα, χειρουργική επέμβαση, τοκετός, κ.λπ.) μπορεί να απαιτείται αύξηση της δόσης. Λόγω του πιθανού κινδύνου σε στρεσογόνες καταστάσεις, θα πρέπει να διατίθεται ταυτότητα χρήσης κορτικοστεροειδών για ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης αδρενοκορτικής ανεπάρκειας μετά από διακοπή της θεραπείας, η χορήγηση των γλυκοκορτικοειδών μπορεί να είναι απαραίτητη φυσιολογικά σε καταστάσεις σωματικού άγχους. Η οξεία ανεπάρκεια του φλοιού των επινεφριδίων που προκαλείται από την θεραπεία, μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με σταδιακή μείωση της δόσης έως τον προγραμματισμένο χρόνο διακοπής.

Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ισχυρότερων ενδείξεων και, εάν είναι απαραίτητο, να χορηγείται πρόσθετη στοχευμένη θεραπεία κατά των λοιμώξεων για τις παρακάτω ασθένειες:

‐ Οξείες ιογενείς λοιμώξεις (έρπης ζωστήρας, απλός έρπης, ανεμοβλογιά, ερπητική κερατίτιδα)

‐ ή Χρόνια ενεργός ηπατίτιδα ΗΒsAG θετική ‐ Περίπου 8 εβδομάδες πριν έως 2 εβδομάδες μετά τους εμβολιασμούς με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς (βλτις. παραγράφους 4.3 και 4.5)

‐ Συστημικές μυκητιάσεις και παρασιτώσεις (π.χ. νηματοειδείς)

‐ Πολιομυελίτιδα ‐ Λεμφαδενίτιδα μετά τον εμβολιασμό με BCG ‐ Οξείες και χρόνιες βακτηριακές λοιμώξεις ‐ Με ιστορικό φυματίωσης (κίνδυνος επανενεργοποίησης) χρησιμοποιήστε μόνο εάν έχει ληφθεί μέριμνα για τη προστασία από φυματίωση.

‐ Γνωστή ή ύποπτη στρογγυλοειδίαση (επιμόλυνση νηματώδη σκώληκα). Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη λοίμωξη και διάδοση με Strongyloides με ευρεία μετανάστευση προνυμφών.

Επιπρόσθετα, η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο υπό ισχυρές ενδείξεις, και αν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να εφαρμόζεται πρόσθετη ειδική θεραπεία για:

‐ Έλκη του γαστρεντερικού.

‐ Σοβαρή οστεοπόρωση (καθώς τα κορτικοστεροειδή έχουν αρνητική επίδραση στην ισορροπία του ασβεστίου).

‐ Υψηλή αρτηριακή πίεση που είναι δύσκολο να ρυθμιστεί.

‐ Σακχαρώδης διαβήτης που είναι δύσκολο να ρυθμιστεί.

‐ Ψυχιατρικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένου ιστορικού).

‐ Γλαύκωμα κλειστής γωνίας και γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας.

‐ Έλκη του κερατοειδούς και τραύματα του κερατοειδούς.

‐ Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

Αναφυλακτική Αντίδραση Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν.

Τενοντίτιδα Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα γλυκοκορτικοειδή και φθοροκινολόνες.

Μυασθένεια gravis Η προϋπάρχουσα μυασθένεια gravis μπορεί να επιδεινωθεί στην αρχή της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

Οπτική Διαταραχή Οπτική διαταραχή μπορεί να αναφερθεί κατά την συστηματική ή τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής εμφανίσει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, ο ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (CSCR), οι οποίες έχουν αναφερθεί μετά από συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών.

Η παρατεταμένη χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου, ενώ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο δευτερογενών οφθαλμικών λοιμώξεων λόγω μυκήτων ή ιών. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό έρπητα οφθαλμού, λόγω πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς.

Διάτρηση του εντέρου Εξαιτίας του κινδύνου διάτρησης του εντέρου, η δεξαμεθαζόνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό επείγουσα ένδειξη και υπό κατάλληλη παρακολούθηση για:

‐ Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση.

‐ Εκκολπωματίτιδα.

‐ Αναστόμωση εντέρου (αμέσως μετεγχειρητικά).

Σημάδια του περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από γαστρεντερική διάτρηση, μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών.

Διαβήτης Μια μεγαλύτερη ανάγκη σε ινσουλίνη ή σε από του στόματος αντιδιαβητικά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν χορηγείται δεξαμεθαζόνη σε διαβητικούς.

Καρδιαγγειακές διαταραχές Η τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης είναι απαραίτητη κατά την διάρκεια θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, ειδικότερα κατά την χορήγηση υψηλότερων δόσεων και σε ασθενείς με δυσκολίες στην ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Λόγω του κινδύνου επιδείνωσης, ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία σε ασθενείς που έλαβαν υψηλές δόσεις δεξαμεθαζόνης, μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία. Πρέπει να δίδεται κατά την χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς οι οποίοι έχουν υποστεί πρόσφατα έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου..

Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μίας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης, καθιστώντας έτσι μια διάγνωση πιο δύσκολη. Η παρατεταμένη χρήση ακόμη και μικρών ποσοτήτων δεξαμεθαζόνης οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, ακόμη και από μικροοργανισμούς που υπό φυσιολογικές συνθήκες σπάνια προκαλούν λοιμώξεις (οι λεγόμενες ευκαιριακές λοιμώξεις).

Εμβολιασμός

Οι εμβολιασμοί με απενεργοποιημένο εμβόλιο είναι πάντα εφικτοί. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοσολογική αντίδραση, συνεπώς και η επιτυχία του εμβολιασμού, μπορεί να επηρεαστεί από υψηλότερες δόσεις κορτικοστεροειδών.

Συνίσταται τακτικές γενικές ιατρικές εξετάσεις (συμπεριλαμβανομένων ελέγχων όρασης σε διαστήματα 3 μηνών) κατά την διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

Μεταβολικές Διαταραχές Σε υψηλές δόσεις, θα πρέπει να παρακολουθούνται η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και ο περιορισμός νατρίου, καθώς και τα επίπεδα καλίου στον ορό. Ανάλογα με τη διάρκεια και τη δοσολογία της θεραπείας, μπορεί να αναμένεται μία αρνητική επίδραση στο μεταβολισμό του ασβεστίου, έτσι ώστε να συνίσταται προφύλαξη από οστεοπόρωση. Αυτό έχει εφαρμογή κυρίως για συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου, όπως η οικογενής προδιάθεση, η αυξημένη ηλικία, η μετεμμηνοπαυσιακή περίοδος, η ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου και πρωτεϊνών, το έντονο κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ καθώς και η ανεπαρκής άσκηση. Η πρόληψη συνίσταται σε επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D, και σε σωματική δραστηριότητα. Πρόσθετη ιατρική περίθαλψη θα πρέπει να εξεταστεί σε περίπτωση προϋπάρχουσας οστεοπόρωσης.

Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ημικρανία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών.

Ψυχολογικές μεταβολές Οι ψυχολογικές μεταβολές μπορεί να εκδηλώνονται με διάφορες μορφές, με πιο κοινή την ευφορία.

Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατάθλιψη, ψυχωτικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας.

Αυτές οι ασθένειες μπορεί να είναι σοβαρές. Συνήθως ξεκινούν μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες από την έναρξη του φαρμάκου. Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις.

Τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται εάν η δόση μειωθεί ή διακοπεί η θεραπεία. Ωστόσο, εάν συμβούν προβλήματα, αν κάποια παρενέργεια από τις παραπάνω εμφανιστεί σε κάποιον ασθενή, μπορεί να χρειαστούν θεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν συμβεί καθώς οι δόσεις μειώνονται ή σταματούν Εγκεφαλικό οίδημα ή αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση Τα κορτικοστεροειδή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τραυματισμό στο κεφάλι, καθώς πιθανότατα δεν θα ωφελήσουν ή μπορεί να προκαλέσουν τραύμα.

Σύνδρομο λύσης όγκου Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχει αναφερθεί σύνδρομο λύσης όγκου (TLS) σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες μετά από την χρήση δεξαμεθαζόνης μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης TLS, όπως ασθενείς με υψηλό βαθμό πολλαπλασιασμού, υψηλό φορτίο όγκου και υψηλή ευαισθησία σε κυτταροτοξικούς παράγοντες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνεται η κατάλληλη προφύλαξη.

Διακοπή της θεραπείας Οι δόσεις γλυκοκορτικοειδών πρέπει να μειώνονται σταδιακά.

Οι ακόλουθοι κίνδυνοι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη προσωρινή ή οριστική διακοπή της μακροχρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών:

‐ Η επιδείνωση ή η επανεμφάνιση της υποκείμενης νόσου, η οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, το σύνδρομο στέρησης κορτικοστεροειδών (το «σύνδρομο στέρησης» μπορεί να περιλαμβάνει πυρετό, μυϊκό πόνο και αρθραλγία, φλεγμονή στο εσωτερικό της μύτης

(ρινίτιδα), απώλεια βάρους, φαγούρα στο δέρμα και φλεγμονή του οφθαλμού (επιπεφυκίτιδα).

‐ Ορισμένες ιογενείς λοιμώξεις (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε ασθενείς που έλαβαν γλυκοκορτικοειδή, μπορεί να είναι σοβαρές.

‐ Τα παιδιά και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα χωρίς προηγούμενη λοίμωξη από ανεμοβλογιά ή ιλαρά διατρέχουν ιδιαίτερα κίνδυνο. Εάν αυτά τα άτομα έρθουν σε επαφή με άλλα άτομα που έχουν μολυνθεί από ανεμοβλογιά ή ιλαρά, θα πρέπει να εισαχθεί προληπτική εάν κρίνεται απαραίτητο.

Άλλα Η κρίση φαιοχρωματοκυττώματος, η οποία μπορεί να αποβεί θανατηφόρα έχει αναφερθεί μετά από συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανολογούμενο ή ταυτοποιημένο φαιοχρωματοκύττωμα, μετά από κατάλληλη αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους.

Παιδιατρικός Πληθυσμός Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μία δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης στη βρεφική ηλικία, στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο της επίφυσης, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Επομένως, κατά τη διάρκεια χορήγησης μακροχρόνιας θεραπείας με δεξαμεθαζόνη, η ένδειξη πρέπει να παρουσιάζεται πολύ έντονα στα παιδιά και ο ρυθμός ανάπτυξης θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά.

Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν μακροπρόθεσμες ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν νευροεκφυλισμό μετά την αρχική θεραπεία (<96 ωρών) των πρόωρων βρεφών με χρόνια πνευμονική νόσο, σε αρχικές δόσεις των 0,25mg/kg δύο φορές την ημέρα.

Ηλικιωμένοι Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες, ειδικά στις μεγαλύτερες ηλικίες, κυρίως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία στη λοίμωξη και ατροφία του δέρματος. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση για να αποφευχθούν αντιδράσεις απειλητικές για τη ζωή Επίδραση διαγνωστικών εξετάσεων Τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να καταστείλουν τις αντιδράσεις του δέρματος κατά την διάρκεια αλλεργικών δοκιμασιών. Μπορούν επίσης να επηρεάσουν την δοκιμή νιτροκυανίου του τετραζολίου για βακτηριακές λοιμώξεις και να προκαλέσουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα.

Σημείωση για το ντόπινγκ Η χρήση τεστ ντόπινγκ κατά τη λήψη δεξαμεθαζόνης μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα.

Το Dexamethasone/Ariti περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης‐ γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Νάτριο Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Πριν από την χρήση του Dexamethasone/Ariti σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο φάρμακο, πρέπει να λάβετε υπόψη την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του εν λόγω προϊόντος.

Φαρμακοδυναμικές Αλληλεπιδράσεις Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ πρέπει να παρακολουθούνται, καθώς τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την επίπτωση και/ή την σοβαρότητα των γαστρικών ελκών. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή στην υποπροθρομβιναιμία.

Η νεφρική κάθαρση των σαλικυλικών αυξάνεται από τα κορτικοστεροειδή. Επομένως, η δόση των σαλικυλικών πρέπει να μειώνεται όταν διακόπτεται η θεραπεία με στεροειδή. Η στέρηση των στεροειδών, μπορεί να οδηγήσει σε δηλητηρίαση από σαλικυλικά λόγω αύξησης της συγκέντρωσής τους στον ορό.

Τα κορτικοστεροειδή μειώνουν την επίδραση των αντιδιαβητικών παραγόντων όπως η ινσουλίνη, η σουλφονουρία και η μετφορμίνη. Η υπεργλυκαιμία και η διαβητική κετοξέωση μπορεί να συμβούν περιστασιακά. Επομένως, κατά την έναρξη της θεραπείας, οι διαβητικοί θα πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε εξετάσεις αίματος και ούρων.

Η υποκαλιαιμική επίδραση της ακεταζολαμίδης, των διουρητικών της αγκύλης, των καλιοδιουρητικών, των θειαζιδικών διουρητικών, των ενέσεων αμφοτερικίνης Β (γλυκοάλατο)‐κορτικοστεροειδή, της τετρακοσακτίδης και των καθαρτικών θα αυξηθεί. Η υποκαλιαιμία προάγει καρδιακές αρρυθμίες, ειδικά το «torsades de pointes» και αυξάνει την τοξικότητα των καρδιακών γλυκοσιδών. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή, η υποκαλιαιμία πρέπει να διορθωθεί και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά για ηλεκτρολύτες και με ηλεκτροκαρδιογραφία. Επιπλέον, υπάρχουν αναφορές περιπτώσεων στις οποίες η ταυτόχρονη χρήση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης οδήγησε σε αυξημένη καρδιακή διόγκωση και καρδιακή ανεπάρκεια.

Φάρμακα κατά του έλκους: Η καρβενοξολόνη αυξάνει τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας.

Χλωροκίνη, υδροξυχλωροκίνη και μεφλοκίνη: Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και καρδιομυοπαθειών.

Η ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς ΜΕΑ δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο διαταραχών του αίματος. Τα αποτελέσματα της μείωσης αρτηριακής πίεσης των αντιυπερτασικών φαρμάκων μπορεί να επηρεαστούν από τα κορτικοστεροειδή. Η δόση της αντιυπερτασικής θεραπείας μπορεί να πρέπει να προσαρμοστεί κατά την διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

Θαλιδομίδη: Θα πρέπει να δοθεί προσοχή κατά την συγχορήγηση με θαλιδομίδη, καθώς έχουν αναφερθεί περιπτώσεις τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης.

Η επίδραση των εμβολιασμών μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη. Ο εμβολιασμός με ζώντα εμβόλια κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις δεξαμεθαζόνης (και άλλων κορτικοστεροειδών), αντενδείκνυται λόγω της πιθανότητας ιογενούς λοίμωξης. Σε αυτήν την περίπτωση ο εμβολιασμός θα πρέπει να αναβληθεί για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την ολοκλήρωση της

θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Άλλοι τύποι ανοσοποίησης κατά την διάρκεια της θεραπείας με μεγάλες θεραπευτικές δόσεις κορτικοστεροειδών είναι επικίνδυνοι, λόγω του κινδύνου νευρολογικών επιπλοκών και μειωμένης ή απουσίας αύξησης των τίτλων αντισωμάτων (σε σύγκριση με τις αναμενόμενες τιμές), και συνεπώς ενός μικρότερου προστατευτικού αποτελέσματος. Ωστόσο, οι ασθενείς που έχουν λάβει κορτικοστεροειδή τοπικά (παρεντερικά) ή για ένα μικρό χρονικό διάστημα (μικρότερο από 2 εβδομάδες), σε μικρότερη δόση μπορεί να ανοσοποιηθούν.

Αναστολείς χολινεστεράσης: Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων χολινεστεράσης και κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει σοβαρή μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς που πάσχουν από την μυασθένεια gravis. Εάν είναι δυνατό, οι αναστολείς χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την έναρξη της θεραπείας με κορτικοστεροειδή.

Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα αυξάνεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κορτικοστεροειδή και φθοροκινολόνες.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A4, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν κομπικιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται, εκτός και αν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου εκδήλωσης συστηματικών παρενεργειών εκ των κορτικοστεροειδών, περίπτωση στην οποία οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες απόκορτικοστεροειδή.

Φαρμακοκινητικές Αλληλεπιδράσεις Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην δεξαμεθαζόνη Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4). Η χορήγηση της δεξαμεθαζόνης με επαγωγείς του CYP3A4, όπως η εφεδρίνη, τα βαρβιτουρικά, η ριφαμπουτίνη, η ριφαμπικίνη, η φαινυτοΐνη και η καρβαμαζεπίνη μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα, επομένως η δόση της πρέπει να αυξηθεί.

Η αμινογλουτεθιμίδη μπορεί να επιταχύνει την μείωση της δεξαμεθαζόνης και να μειώσει την αποτελεσματικότητά της. Εάν είναι απαραίτητο, η δόση της δεξαμεθαζόνης πρέπει να προσαρμοστεί.

Οι ρητίνες χολικού οξέος, όπως η χολεστυραμίνη, μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση της δεξαμεθαζόνης.

Τοπικώς εφαρμοζόμενα φάρμακα του γαστρεντερικού, αντιόξινα, ενεργός άνθρακας:

Μειωμένη απορρόφηση κορτικοστεροειδών έχει παρατηρηθεί κατά την συγχορήγηση πρεδνιζολόνης και δεξαμεθαζόνης. Γι’ αυτό η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών και φαρμάκων δρώντων τοπικά στο γαστρεντερικό, αντιόξινων και ενεργού άνθρακα, πρέπει να αναβάλλεται (με διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών).

Η χορήγηση της δεξαμεθαζόνης με αναστολείς CYP3A4, όπως τα αντιμυκητιασικά της αζόλης (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη), αναστολείς πρωτεάσης HIV, (π.χ. ριτοναβίρη) και μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη), μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και μειωμένη κάθαρση της δεξαμεθαζόνης. Σε αυτήν την περίπτωση η δόση της δεξαμεθαζόνης πρέπει να μειωθεί.

Η κετοκοναζόλη μπορεί όχι μόνο να αυξήσει τη συγκέντρωση της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα με αναστολή του CYP3A4, αλλά επίσης να καταστείλει τη σύνθεση των κορτικοστεροειδών από τα επινεφρίδια, και να προκαλέσει επινεφριδιακή ανεπάρκεια μετά την διακοπή της θεραπείας με τα κορτικοστεροειδή.

Τα οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των από του στόματος αντισυλληπτικών, μπορεί να αναστείλουν τον μεταβολισμό συγκεκριμένων κορτικοστεροειδών και άρα να ενισχύσουν την επίδρασή τους.

Επίδραση της δεξαμεθαζόνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Η δεξαμεθαζόνη είναι ένας μέτριος επαγωγέας του CYP3A4. Η χορήγηση της δεξαμεθαζόνης με ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP3A4, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κάθαρση και μειωμένες συγκεντρώσεις πλάσματος αυτών των ουσιών.

Αντιφυματικά: Μείωση της συγκέντρωσης της ισονιαζίδης στο πλάσμα παρατηρήθηκε κατά την ταυτόχρονη χορήγηση με πρεδνιζολόνη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Κυκλοσπορίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης και κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη επίδραση και των δύο ουσιών. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικών κρίσεων.

Πραζικουαντέλη: Μειωμένες συγκεντρώσεις πραζικουαντέλης στο πλάσμα δημιουργούν κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας, λόγω του αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού της δεξαμεθαζόνης.

Από του στόματος αντιπηκτικά (κουμαρίνη): Η ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή μπορεί είτε να ενισχύσει είτε να οδηγήσει σε μείωση της επίδρασης των από του στόματος αντιπηκτικών. Σε περίπτωση υψηλών δόσεων ή θεραπείας διάρκειας άνω των 10 ημερών, υπάρχει κίνδυνος αιμορραγίας ειδικά για θεραπείες κορτικοστεροειδών (γαστρεντερικός βλεννογόνος, αγγειακή ευθραυστότητα). Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με από του στόματος αντιπηκτικά, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (έλεγχοι την ημέρα 8, στη συνέχεια κάθε δύο εβδομάδες κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία).

Ατροπίνη και άλλα αντιχολινεργικά: Αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης μπορεί να παρατηρηθούν κατά την συγχορήγηση με δεξαμεθαζόνη.

Μη‐αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά: το φαινόμενο της χαλάρωσης των μυών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο.

Σωματοτροπίνη: η επίδραση της αυξητικής ορμόνης μπορεί να ελαττωθεί.

Προτιρελίνη: Μπορεί να παρατηρηθεί μειωμένη αύξηση της TSH κατά τη χορήγηση της προτιρελίνης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η δεξαμεθαζόνη διαπερνά τον πλακούντα. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα κατά την κύηση μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην εμβρυϊκή ανάπτυξη του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένων του λυκοστόματος, της καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης

και επιδράσεων στην αύξηση και ανάπτυξη του εγκεφάλου. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα κορτικοστεροειδή οδηγούν σε αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών, όπως λυκόστομα/ λαγόχειλος (βλ. παράγραφο 5.3). Η μακροχρόνια ή η επαναλαμβανόμενη θεραπεία με κορτικοστεροειδή στην κύηση αυξάνει τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Σε νεογέννητα τα οποία εκτίθενται σε κορτικοστεροειδή κατά τη προγεννητική περίοδο, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπάρκειας των επινεφριδίων, η οποία υπό κανονικές συνθήκες υφίσταται αυθόρμητη μεταγεννητική παλινδρόμηση, και σπάνια έχει κλινική σημασία.

Η δεξαμεθαζόνη πρέπει να συνταγογραφείται κατά την κύηση, και ιδιαίτερα ειδικά κατά το πρώτο τρίμηνο, μόνο εφόσον το όφελος υπερτερεί των κινδύνων για την μητέρα και το παιδί.

Θηλασμός Τα γλυκοκορτικοειδή απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για την έκκριση της δεξαμεθαζόνης στο μητρικό γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογέννητα/ βρέφη. Βρέφη των οποίων οι μητέρες λαμβάνουν υψηλές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών για παρατεταμένες περιόδους, μπορεί να έχουν κάποιο βαθμό καταστολής των επινεφριδίων. Η απόφαση για το αν θα συνεχιστεί/ διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη, θα πρέπει να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με δεξαμεθαζόνη για τη μητέρα.

Γονιμότητα Η δεξαμεθαζόνη μειώνει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης και την ενδογενή έκκριση ACTH, που επηρεάζει τη σπερματογένεση και τον κύκλο των ωοθηκών.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις να υποστηρίζουν την επίδρασή της στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ψευδαισθήσεις, ζάλη, υπνηλία, κόπωση, συγκοπή και θολή όραση (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν επηρεαστούν, οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες ώστε να μην οδηγούν, να μην χρησιμοποιούν μηχανήματα ή να εκτελούν επικίνδυνες εργασίες κατά τη διάρκεια θεραπείας με δεξαμεθαζόνη.

4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Η επίπτωση των αναμενόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών συσχετίζεται με την σχετική ισχύ της ουσίας, τη δόση, την ώρα της ημέρας χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας. Κατά την διάρκεια μιας βραχυπρόθεσμης θεραπείας, σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας και τη στενή παρακολούθηση των ασθενών, ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών είναι χαμηλός.

Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες της βραχυπρόθεσμης θεραπείας με δεξαμεθαζόνη (ημέρες/εβδομάδες) περιλαμβάνουν αύξηση βάρους, ψυχολογικές διαταραχές, δυσανεξία στην γλυκόζη και παροδική αδρενοκορτική ανεπάρκεια. Η μακροχρόνια χορήγηση δεξαμεθαζόνης (μήνες/χρόνια) συνήθως προκαλεί παχυσαρκία, ευθραστότητα στο δέρμα, μυϊκή ατροφία, οστεοπόρωση, καθυστέρηση της ανάπτυξης και μακροχρόνια υπερνεφρική (επινεφριδιακή) ανεπάρκεια (βλ. επίσης παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα

Μη γνωστές
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΑυξημένη ευαισθησία ή έξαρση (λανθανουσών) λοιμώξεων *(συμπεριλαμβανομένης σηψαιμίας, φυματίωσης, οφθαλμικών λοιμώξεων, ανεμοβλογιάς, ιλαράς, μυκητιάσεων και ιογενών λοιμώξεων), με κάλυψη κλινικών συμπτωμάτων, ευκαιριακές λοιμώξεις
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΛευκοκυττάρωση, λεμφοπενία, ηωσινοπενία, πολυκυτταραιμία, μη φυσιολογική πηκτικότητα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, της ανοσοκαταστολής (βλέπε "Λοιμώξεις και παρασιτικές ασθένειες")
Ενδοκρινικές διαταραχέςΚαταστολή του άξονα υποθαλάμου‐ υπόφυσης‐επινεφριδίων και επαγωγή του συνδρόμου Cushing (τυπικά συμπτώματα: σεληνοειδές προσωπείο, ερυθραιμία, κοιλιακή παχυσαρκία), δευτερογενής ανεπάρκεια επινεφριδίων και υπόφυσης* (ειδικά σε στρες όπως τραύμα ή χειρουργική επέμβαση), καταστολή ανάπτυξης στα βρέφη, στα παιδιά και στους εφήβους, ανωμαλία της εμμήνου ρύσεως και αμηνόρροια, υπερτρίχωση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΑύξηση βάρους, αρνητικό ισοζύγιο πρωτεϊνών και ασβεστίου, αυξημένη όρεξη, κατακράτηση νατρίου και υγρών, απώλεια καλίου, (προσοχή: διαταραχές ρυθμού), υποκαλιαιμική αλκάλωση, εκδήλωση λανθάνοντος σακχαρώδους διαβήτη, μειωμένη ανοχή υδατανθράκων με αυξημένες απαιτήσεις δόσης αντιδιαβητικής θεραπείας *, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές*Ψυχολογική εξάρτηση, κατάθλιψη, αϋπνία, σχιζοφρένεια που επιδεινώνεται, ψυχικές διαταραχές από ευφορία έως εκδήλωση ψύχωσης
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΑυξημένη ενδοκρανιακή πίεση με οίδημα του οπτικού δίσκου (εγκεφαλικός ψευδοόγκος) στα παιδιά συνήθως μετά τη διακοπή της θεραπείας, εκδήλωση λανθάνουσας επιληψίας, αυξημένες επιληπτικές κρίσεις σε εμφανή επιληψία, ίλιγγος, κεφαλαλγία
Οφθαλμικές διαταραχέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γλαύκωμα*, οίδημα του οπτικού δίσκου, καταρράκτης*, κυρίως με οπίσθια θωρακική αδιαφάνεια, ατροφία του κερατοειδούς και του σκληρού χιτώνα, αυξημένη οφθαλμική ιογενή, μυκητιασική και βακτηριακή λοίμωξη, επιδείνωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με έλκη του κερατοειδούς *, χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, θολή όραση
Καρδιακές διαταραχέςΡήξη καρδιακών μυών μετά από πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με προδιάθεση, καρδιακή ανεπάρκεια αντιστάθμισης*
Αγγειακές διαταραχέςΥπέρταση, αγγειίτιδα, αυξημένη αθηροσκλήρωση και κίνδυνος θρόμβωσης/θρομβοεμβολής (αύξηση της πήξης του αίματος μπορεί να οδηγήσει σε θρομβοεμβολικές επιπλοκές)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΛόξυγκας
Γαστρεντερικές διαταραχέςΔυσπεψία, κοιλιακή διάταση *, γαστρικά έλκη με διάτρηση και αιμορραγία, οξεία παγκρεατίτιδα, ελκώδη οισοφαγίτιδα, καντιντίαση του οισοφάγου, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΥπερτρίχωση, ατροφία του δέρματος, τηλεαγγειεκτασία, ραβδώσεις, ερύθημα, ακμή από στεροειδή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική δερματίτιδα, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, λέπτυνση τριχών, διαταραχές χρώσης, αυξημένη ευθραυστότητα των τριχοειδών, περιστοματική δερματίτιδα, υπεριδρωσία, τάση προς εκχυμώσεις
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΠρόωρο‐σύγκλειση επιφύσεων, οστεοπόρωση, κατάγματα της σπονδυλικής στήλης και των μακρών οστών, άσηπτη νέκρωση του μηριαίου και των βραχιόνιων οστών, ρήξη τένοντα, μυοπάθεια των εγγύς μυών, μυϊκή αδυναμία, απώλεια μυϊκής μάζας
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΑνικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΜειωμένη ανταπόκριση στον εμβολιασμό και στις δερματικές εξετάσεις. Καθυστερημένη επούλωση πληγών, δυσφορία, αδιαθεσία, σύνδρομο στέρησης στεροειδών: μια υπερβολικά γρήγορη μείωση της δόσης των κορτικοστεροειδών μετά από παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υπόταση και θάνατο. «Σύνδρομο στέρησης» μπορεί να εμφανιστεί με πυρετό, μυαλγία, αρθραλγία, ρινίτιδα, επιπεφυκίτιδα, επώδυνα κνησμώδη δερματικά οζίδια και απώλεια βάρους.

*βλέπε επίσης την παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Επινεφριδιακή ανεπάρκεια Η ανεπάρκεια των επινεφριδίων, η οποία προκαλείται από θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, μπορεί, ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, να παραμείνει για πολλούς μήνες και σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο από ένα χρόνο, μετά τη διακοπή της θεραπείας. (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)

Ψυχολογικές μεταβολές Οι ψυχολογικές μεταβολές εκδηλώνονται με διάφορες μορφές, με την πιο κοινή να είναι η ευφορία. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατάθλιψη, ψυχωσικές αντιδράσεις και τάσεις αυτοκτονίας. Αυτές οι ασθένειες μπορούν να είναι σοβαρές. Συνήθως ξεκινούν μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Είναι πιο πιθανό να συμβούν σε υψηλές δόσεις.

Τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα εξαφανίζονται εάν μειωθεί η δόση ή αν διακοπεί το φάρμακο. (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)

Η θεραπεία με δεξαμεθαζόνη μπορεί να αποκρύψει τα συμπτώματα μιας υπάρχουσας ή υπό εξέλιξη λοίμωξης, καθιστώντας την διάγνωσή τους δυσκολότερη, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης λοίμωξης. (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)

Εντερική διάτρηση

Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να συσχετιστούν με αυξημένο κίνδυνο διάτρησης του παχέος εντέρου σε σοβαρή ελκώδη κολίτιδα με απειλούμενη διάτρηση, εκκολπωματίτιδα και εντερική αναστόμωση (αμέσως μετεγχειρητικά).

Σημάδια περιτοναϊκού ερεθισμού μετά από γαστρεντερική διάτρηση, μπορεί να απουσιάζουν σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών. (βλ.

παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)

Καρδιαγγειακές διαταραχές Μπορεί να εμφανιστεί βραδυκαρδία, επιδείνωση σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας και δυσκολία ρύθμισης της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς που υπέφεραν πρόσφατα από έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς έχει αναφερθεί ρήξη του μυοκαρδίου. (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)

Παιδιατρικός πληθυσμός Τα κορτικοστεροειδή προκαλούν μία δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης στη βρεφική ηλικία, στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία, καθώς τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πρόωρο κλείσιμο των επιφύσεων, το οποίο μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)

Ηλικιωμένοι Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των συστηματικών κορτικοστεροειδών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες ειδικά στις μεγαλύτερες ηλικίες, όπως οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ευαισθησία σε λοίμωξη και ατροφία του δέρματος. (βλ.

παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση)

Αναφορά πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την έγκριση του φαρμακευτικού σκευάσματος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Οι επαγγελματίες υγείας καλούνται να αναφέρουν οποιαδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Eλλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Αναφορές οξείας τοξικότητας και/ή θανάτων μετά από υπερδοσολογία με γλυκοκορτικοειδή είναι σπάνιες.

Η υπερδοσολογία ή η παρατεταμένη χρήση μπορεί να υπερβάλλει των ανεπιθύμητων ενεργειών των γλυκοκορτικοειδών.

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει διαθέσιμο αντίδοτο. Η θεραπεία μπορεί να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική με την δόση της δεξαμεθαζόνης να μειώνεται σταδιακά ή να διακόπτεται όπου είναι δυνατόν. Η θεραπεία πιθανώς δεν ενδείκνυται σε αντιδράσεις προκαλούμενες από χρόνια δηλητηρίαση, εκτός εάν ο ασθενής βρίσκεται σε μια κατάσταση που θα τον καθιστούσε ασυνήθιστα επιρρεπή σε ανεπιθύμητες ενέργειες από τα κορτικοστεροειδή. Σε αυτή την περίπτωση, το στομάχι πρέπει να αδειάσει και η συμπτωματική θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει όπως απαιτείται. Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις και οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να αντιμετωπιστούν με επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τεχνητή αναπνοή θετικής πίεσης και αμινοφυλλίνη. Ο ασθενής πρέπει να διατηρείται ζεστός και ήσυχος. Ο βιολογικός χρόνος ημίσειας ζωής της δεξαμεθαζόνης στο πλάσμα είναι περίπου 190 λεπτά.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές Ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, γλυκοκορτικοειδή, κωδικός ATC: H02AB02 Μηχανισμός Δράσης Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα πολύ ισχυρό και μακράς δράσης κορτικοστεροειδές, με αμελητέες ιδιότητες συγκράτησης του νατρίου και είναι συνεπώς ιδιαίτερα κατάλληλο για χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και υπέρταση.

Η αντιφλεγμονώδης δράση της είναι 7 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της πρεδνιζολόνης, και όπως άλλα γλυκοκορτικοειδή, η δεξαμεθαζόνη έχει επίσης αντι‐αλλεργικές, αντιπυρετικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.

Η δεξαμεθαζόνη έχει βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής 36‐54 ώρες και ως εκ τούτου είναι κατάλληλη σε καταστάσεις στις οποίες είναι απαραίτητη η συνεχής δράση γλυκοκορτικοειδών.

5.2 Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες

Απορρόφηση και Κατανομή Η δεξαμεθαζόνη απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται 1 με 2 ώρες μετά την κατάποση και παρουσιάζουν ευρείες διακυμάνσεις από άτομο σε άτομο. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 3.6 ± 0.9 ώρες. Η δεξαμεθαζόνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου στο 77%), κυρίως με τις λευκωματίνες. Το ποσοστό σύνδεσης πρωτεϊνών της δεξαμεθαζόνης, σε αντίθεση με αυτό της κορτιζόλης, παραμένει πρακτικά αμετάβλητο με αυξανόμενες συγκεντρώσεις στεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή κατανέμονται ταχέως σε όλους τους ιστούς του σώματος. Διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να απεκκρίνονται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.

Βιοσχηματισμός Η δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ αλλά και στους νεφρούς.

Απέκκριση Η δεξαμεθαζόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα.

5.3 Προκλινικά Δεδομένα για την Ασφάλεια

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι τα γλυκοκορτικοειδή αυξάνουν τη συχνότητα εμφάνισης του λυκοστόματος, των αυθόρμητων αποβολών και της καθυστέρησης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτές οι αποκλίσεις συνδυάστηκαν με προβλήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος και της καρδιάς. Σε είδη πρωτεύοντα, πλην του ανθρώπου, παρατηρήθηκαν μικρές κρανιακές σκελετικές ανωμαλίες. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν μετά την χρήση υψηλών δόσεων δεξαμεθαζόνης.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος Εκδόχων

Λακτόζη Μονοϋδρική Άμυλο προζελατινοποιημένο Silica Άνυδρη Κολλοειδής (Ε551)

Στεατικό Μαγνήσιο (Ε572)

Νάτριο Στεαρυλ‐φουμαρικό

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια Ζωής

36 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φάρμακο αυτό δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης θερμοκρασίας.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία ώστε να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες από PVC/PVDC90/αλουμίνιο, σε κουτί από χαρτόνι.

Δισκία των 4mg:

Διαθέσιμο σε συσκευασίες των 20, 30 50 ή 100 δισκίων.

Δισκία των 8mg:

Διαθέσιμο σε συσκευασίες των 20, 30 50 ή 100 δισκίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ARITI Α.Ε.

Λεωφόρος Τατοΐου 52, 13677 Αχαρνές Αττική

Ελλάδα Τηλ. 210‐8002650

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡIΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

<{ΗΗ/MM/ΕΕΕΕ}><{ΗΗμήναςΕΕΕΕ}>

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

{MM/ΕΕΕΕ}

Πηγή: eof:3236002_SPC_3236002_1.pdf