Clinio Logo
Clinio
DIUREN › ΠΧΠ

DIUREN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ DIUREN® 25 mg/tab, Δισκία

1. ΟNOMAΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

DIUREN® 25 mg/tab, Δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο DIUREN® περιέχει 25 mg υδροχλωροθειαζίδης Έκδοχο: Κάθε δισκίο περιέχει 50 mg μονοϋδρικής λακτόζης. Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Το DIUREN® ενδείκνυται για:

 οιδήματα καρδιακής ανεπάρκειας ή νεφρωσικού συνδρόμου,  υπέρταση,  άποιος διαβήτης,  νεφρολιθίαση από ιδιοπαθή υπερασβεστιουρία.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες 1-8 δισκία την ημέρα σε μία η δύο δόσεις για μερικές μόνο ημέρες.

 ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ: 1-4 δισκία την ημέρα ή κάθε δεύτερη ημέρα.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η δόση χορήγησης σε παιδιά είναι 2 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα σε δύο δόσεις.

Βρέφη κάτω των 6 μηνών Η δόση χορήγησης σε βρέφη είναι μέχρι 3 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα σε δύο δόσεις.

Η χορήγηση υψηλών δόσεων δεν αυξάνει το θεραπευτικό αποτέλεσμα, ενώ αυξάνει τον κίνδυνο των ανεπιθύμητων ενεργειών.

4.3. Αντενδείξεις

Το προϊόν αντενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1,  νεφρική ανεπάρκεια (σπειραματική διήθηση μικρότερη των 30 ml/min),  δυσκόλως ρυθμιζόμενος σακχαρώδης διαβήτης,  ουρική αρθρίτιδα,  βαριά ηπατική ανεπάρκεια,  κύηση.

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το προϊόν πρέπει να χορηγείται με προσοχή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Ηλικιωμένα άτομα Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας: σε ασθενείς με νεφρική νόσο, οι θειαζίδες μπορεί να επιταχύνουν την αζωθαιμία. Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, μπορεί να αναπτυχθούν αθροιστικές δράσεις του φαρμάκου. Εάν εμφανισθεί προοδευτική έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, με ένδειξη την αύξηση μη πρωτεϊνικού αζώτου, πρέπει να γίνει προσεκτική επανεξέταση της θεραπείας, εξετάζοντας την περίπτωση διακοπής της διουρητικής θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.3).

Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας: οι θειαζίδες πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή εξελισσόμενη ηπατική νόσο, εφόσον μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα (βλέπε παράγραφο 4.3).

Μεταβολικές και ενδοκρινικές επιδράσεις: θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να μειώσει την ανοχή στη γλυκόζη. Σε διαβητικούς ασθενείς μπορεί να απαιτούνται προσαρμογές στη δοσολογία της ινσουλίνης ή των υπογλυκαιμικών παραγόντων που λαμβάνονται από το στόμα. Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να γίνει έκδηλος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με θειαζίδες.

Αυξήσεις στα επίπεδα της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων έχουν συσχετισθεί με θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά.

Μπορεί να εκδηλωθεί υπερουριχαιμία ή ουρική αρθρίτιδα σε κάποιους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδες.

Διαταραχή του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών: όπως και για κάθε ασθενή που λαμβάνει θεραπεία με διουρητικά, πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα περιοδικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών του ορού.

Οι θειαζίδες, περιλαμβανομένης και της υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί να προκαλέσουν διαταραχή στο ισοζύγιο των υγρών ή των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία και υποχλωριαιμική αλκάλωση). Προειδοποιητικά σημεία διαταραχής του ισοζυγίου υγρών ή ηλεκτρολυτών είναι η ξηρότητα στόματος, η δίψα, η αδυναμία, ο λήθαργος, η υπνηλία, η ανησυχία, οι μυϊκοί πόνοι ή οι κράμπες, η μυϊκή κόπωση, η υπόταση, η ολιγουρία, η ταχυκαρδία και γαστρεντερικές ενοχλήσεις όπως η ναυτία ή ο έμετος.

Αν και η χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να προκαλέσει υποκαλιαιμία, εντούτοις ταυτόχρονη θεραπεία με καπτοπρίλη μπορεί να μειώσει την υποκαλιαιμία που προκαλείται από τα διουρητικά. Ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας είναι μέγιστος σε ασθενείς με κίρρωση ήπατος, σε ασθενείς που παρουσιάζουν έντονη διούρηση, σε ασθενείς που λαμβάνουν από το στόμα μη επαρκή ποσότητα ηλεκτρολυτών και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή ACTH (βλέπε παράγραφο 4.5).

Υπονατριαιμία μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με οίδημα σε θερμά κλίματα. Το έλλειμμα χλωρίου είναι γενικά ήπιο και συνήθως δεν απαιτεί θεραπεία.

Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου μέσω των ούρων και να προκαλέσουν μία περιοδική και ελαφρά αύξηση του ασβεστίου του ορού, με απουσία των γνωστών διαταραχών μεταβολισμού του ασβεστίου. Αξιοσημείωτη υπερασβεστιαιμία μπορεί να αποτελεί ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού.

Η χορήγηση θειαζιδών πρέπει να διακόπτεται πριν από την πραγματοποίηση των εξετάσεων της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς αδένα.

Έχει αποδειχθεί ότι οι θειαζίδες αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου μέσω των ούρων, γεγονός το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε υπομαγνησιαιμία.

Έλεγχος doping: η υδροχλωροθειαζίδη που περιέχεται στο φάρμακο αυτό θα μπορούσε να δώσει θετικό αποτέλεσμα σε έλεγχο doping.

Διάφορα: αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορούν να εκδηλωθούν σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος.

Έχει αναφερθεί επιδείνωση ή ενεργοποίηση συστηματικού ερυθηματώδη λύκου.

Αποκόλληση του χοριοειδούς, Οξεία Μυωπία και Δευτεροπαθές Οξύ Γλαύκωμα Κλειστής Γωνίας: Φάρμακα σουλφοναμίδης ή φάρμακα παραγώγου της σουλφοναμίδης μπορεί να προκαλέσουν μια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση, καταλήγοντας σε αποκόλληση του χοριοειδούς με βλάβη του οπτικού πεδίου, παροδική μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας που μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια της όρασης. Η κύρια θεραπεία είναι να διακοπεί η λήψη του φαρμάκου το ταχύτερο δυνατόν. Ιατρικές ή χειρουργικές θεραπείες μπορεί να χρειαστεί να εξετασθούν αν η ενφοφθάλμια πίεση παραμένει ανεξέλεγκτη. Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας μπορεί να περιλαμβάνει ιστορικό αλλεργίας στην σουλφοναμίδη ή στην πενικιλίνη.

Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος Σε δύο επιδημιολογικές μελέτες οι οποίες διενεργήθηκαν βάσει του Δανικού Εθνικού Μητρώου για τον Καρκίνο παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος (NMSC) [βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC) και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου (SCC)] σε περίπτωση έκθεσης σε αυξανόμενη αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Η φωτοευαισθητοποιός δράση της υδροχλωροθειαζίδης θα μπορούσε να δρα ως πιθανός μηχανισμός για την εμφάνιση μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδη πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος και να λαμβάνουν συστάσεις ώστε να ελέγχουν το δέρμα τους για τυχόν νέες βλάβες και να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε ύποπτες δερματικές βλάβες. Στους ασθενείς πρέπει να συνιστάται η λήψη πιθανών προληπτικών μέτρων όπως περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή και στην υπεριώδη ακτινοβολία και, σε περίπτωση έκθεσης, η χρήση κατάλληλης προστασίας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του δέρματος. Οι ύποπτες δερματικές βλάβες πρέπει να υποβάλλονται άμεσα σε εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της ιστολογικής εξέτασης βιοψίας. Σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος στο παρελθόν θα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

Οξεία αναπνευστική τοξικότητα Πολύ σπάνια σοβαρά περιστατικά οξείας αναπνευστικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), έχουν αναφερθεί μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδης. Το πνευμονικό οίδημα τυπικά εμφανίζεται εντός λεπτών έως ωρών μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδης. Κατά την έναρξη των συμπτωμάτων περιλαμβάνονται δύσπνοια, πυρετός, πνευμονική αλλοίωση και υπόταση. Εάν πιθανολογείται διάγνωση ARDS, το DIUREN® θα πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη θεραπεία. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως παρουσιάσει ARDS μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδης.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

 Αυξάνει τα επίπεδα του λιθίου στο πλάσμα (μέχρι και τοξικότητας) και ενισχύει την υπεργλυκαιμική δράση της διαζοξείδης.

 Με βιταμίνη D .

 Ανταγωνίζεται τη δράση της Λιδοκαΐνης, Μεξιλετίνης και Τοκαϊνίδης όταν υπάρχει υποκαλιαιμία.

 Ενισχύει την υποτασική δράση των αντιυπερτασικών και των κατασταλτικών του

κεντρικού νευρικού συστήματος.

 Ενισχύει τη δράση των νευρομυϊκών αποκλειστών και μειώνει την αγγειοσυσταλτική των αμινών.

Αμφοτερικίνη Β (παρεντερική), καρβενοξολίνη, κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη (ACTH) ή διεγερτικά καθαρτικά: η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να επιδεινώσει την διαταραχή του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών ειδικά την υποκαλιαιμία.

Άλατα ασβεστίου: μπορεί να εμφανισθούν αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στον ορό, λόγω μειωμένης απέκκρισης, όταν χορηγούνται μαζί με θειαζιδικά διουρητικά.

Καρδιακές γλυκοσίδες: αυξημένη πιθανότητα τοξικού δακτυλιδισμού σχετιζόμενη με την υποκαλιαιμία που προκαλείται από τις θειαζίδες.

Ρητίνη χολεστυραμίνη και κολεστιπόλη: μπορεί να επιβραδύνουν ή να ελαττώσουν την απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης.

Τα σουλφοναμιδικά διουρητικά πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή τέσσερις έως έξι ώρες μετά από αυτά τα φάρμακα.

Μη εκπολωτικά μυοχαλαρωτικά (π.χ. χλωριούχο τουβοκουραρίνη): οι δράσεις αυτών των φαρμάκων μπορεί να ενισχυθούν από την υδροχλωροθειαζίδη.

Φάρμακα που συνδέονται με κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου: επειδή υπάρχει ο κίνδυνος εμφάνισης υποκαλιαιμίας, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το προϊόν συγχορηγείται με φάρμακα που συνδέονται με torsades de pointes, π.χ. μερικά αντιαρρυθμικά, μερικά αντιψυχωτικά και άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι επιφέρουν torsades de pointes.

Καρβαμαζεπίνη: η ταυτόχρονη λήψη καρβαμαζεπίνης και υδροχλωροθειαζίδης έχει συσχετισθεί με κίνδυνο συμπτωματικής υπονατριαιμίας. Κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης λήψης πρέπει να παρακολουθούνται οι ηλεκτρολύτες. Εφόσον είναι εφικτό, πρέπει να χρησιμοποιηθεί διαφορετική κατηγορία διουρητικών.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την υδροχλωροθειαζίδη κατά τη διάρκεια της κύησης, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς.

Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα. Με βάση το φαρμακολογικό μηχανισμό δράσης της υδροχλωροθειαζίδης, η χρήση της κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου μπορεί να διαταράξει την εμβρυο-πλακουντιακή αιμάτωση και να προκαλέσει επιδράσεις στο έμβρυο και το νεογνό όπως ίκτερο, διαταραχή της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών και θρομβοπενία.

Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία, λόγω του κινδύνου μειωμένου όγκου πλάσματος και υποαιμάτωσης του πλακούντα, χωρίς ωφέλιμη δράση στην πορεία της νόσου.

Η υδροχλωροθειαζίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ιδιοπαθή υπέρταση σε εγκύους γυναίκες, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις όπου δε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καμία άλλη θεραπεία.

Θηλασμός Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε μεγάλες δόσεις προκαλούν έντονη διούρηση και μπορούν να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος. Η χρήση του προϊόντος κατά τη διάρκεια θηλασμού δεν συνιστάται. Αν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια θηλασμού, οι δόσεις πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρές.

4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το DIUREN® δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η υδροχλωροθειαζίδη είναι καλά ανεκτή από τους περισσότερους ασθενείς. Εν τούτοις είναι δυνατόν να εμφανισθούν και ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Μολύνσεις και λοιμώξεις:

σιαλαδενίτιδα.

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες):

Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου) (αγνώστου συχνότητας): Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ υδροχλωροθειαζίδης και μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης παραγράφους 4.4 και 5.1).

Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος:

Λευκοπενία, ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία, απλαστική αναιμία, αιμολυτική αναιμία, καταστολή του μυελού των οστών.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής:

Ανορεξία, υπεργλυκαιμία, γλυκοζουρία, υπερουρικαιμία, διαταραχή ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένης της υπονατριαιμίας και της υποκαλιαιμίας), αυξήσεις χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, της ουρίας του ασβεστίου και του ουρικού οξέος.

Υπομαγνησιαιμία. Οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές μπορεί να εκδηλωθούν με ξηροστομία, δίψα, αδυναμία, λήθαργο, ζάλη, ανησυχία, μυϊκά άλγη, μυϊκές συσπάσεις, σπασμούς, ολιγουρία και γαστρεντερικές διαταραχές Ψυχιατρικές διαταραχές:

Ανησυχία, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

Απώλεια όρεξης, παραισθησία, αίσθημα κενής κεφαλής.

Διαταραχές των οφθαλμών:

ξανθοψία, παροδική θαμπή όραση, οξεία μυωπία και δευτερογενές οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. αποκόλληση του χοριοειδούς (μη γνωστή συχνότητα)

Διαταραχές των ώτων και του λαβυρίνθου:

ίλιγγος.

Καρδιακές διαταραχές:

ορθοστατική υπόταση, καρδιακή αρρυθμία.

Αγγειακές διαταραχές:

νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα).

Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχές:

αναπνευστική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίτιδας και του πνευμονικού οιδήματος).

Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) (πολύ σπάνια συχνότητα) (βλ. παράγραφο 4. 4).

Γαστρεντερικές διαταραχές:

γαστρικός ερεθισμός, διάρροια, δυσκοιλιότητα, παγκρεατίτιδα.

Ηπατοχολικές διαταραχές:

ίκτερος (ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος).

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, εξάνθημα, αντιδράσεις όμοιες με δερματικό ερυθυματώδη λύκο, επανεργοποίηση του δερματικού ερυθυματώδη λύκου, κνίδωση, αναφυλακτικές αντιδράσεις, τοξική επιδερμική νεκρόλυση.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:

μυϊκός σπασμός.

Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματος:

νεφρική δυσλειτουργία, διάμεσος νεφρίτης.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:

πυρετός, αδυναμία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων:

Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9. Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερβολικής λήψης συνιστάται πρόκληση εμέτου, ή πλύση στομάχου, για την απομάκρυνση των καταποθέντων δισκίων. Πρόληψη εισρόφησης κατά την πλύση στομάχου σε άτομα που έχουν χάσει τις αισθήσεις τους. Αποφυγή καθαρτικών επειδή δύναται να αυξηθεί η απώλεια ηλεκτρολυτών και υγρών. Διατήρηση ενυδάτωσης, ισοζυγίας ηλεκτρολυτών.

Επικοινωνήστε αμέσως με το κέντρο δηλητηριάσεων για υποστηρικτική - συμπτωματική αντιμετώπιση.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Θειαζίδες, κωδικός ATC: C03AA03 Μηχανισμός δράσης

- Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα θειαζιδικό διουρητικό το οποίο δρα αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση του νατρίου στο φλοιώδη τμήμα των νεφρικών σωληναρίων. Αυξάνει την έκκριση νατρίου και χλωρίου στα ούρα και σε μικρότερη έκταση, την έκκριση του καλίου και του μαγνησίου, αυξάνοντας έτσι την παραγωγή των ούρων με αποτέλεσμα την αντιϋπερτασική δράση.

Ο χρόνος για την εκδήλωση της διουρητικής δράσης είναι περίπου 2 ώρες. Η διουρητική δράση πλησιάζει στο μέγιστο μετά από 4 ώρες και παραμένει για 6 μέχρι 12 ώρες. Πάνω από κάποια δόση, τα θειαζιδικά διουρητικά φθάνουν σε σταθερότητα όσον αφορά την θεραπευτική δράση, ενώ οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Εάν η αγωγή δεν είναι αποτελεσματική, η αύξηση της δόσης πάνω από τη συνιστώμενη, δεν έχει

κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα και συνήθως αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης.

Διενεργήθηκε μελέτη σε πληθυσμό όπου περιλαμβάνονται 71.533 ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 8.629 ασθενείς με καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου έναντι πληθυσμού μαρτύρων όπου περιλαμβάνονται 1.430.833 και 172.462 υποκείμενα, αντίστοιχα. Η χρήση υψηλής δόσης υδροχλωροθειαζίδης (≥50,000 mg αθροιστικά) συσχετίστηκε με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 1,29 (95% ΔΕ: 1,23-1,35) για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 3,98 (95% ΔΕ: 3,68- 4,31) για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου. Τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης- απόκρισης.

Στο πλαίσιο άλλης μελέτης καταδείχθηκε πιθανή συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) και της έκθεσης στην υδροχλωροθειαζίδη: 633 περιστατικά καρκίνου των χειλιών συγκρίθηκαν με 63.067 μάρτυρες, με τη χρήση στρατηγικής δειγματοληψίας στην ομάδα ατόμων σε κίνδυνο. Καταδείχθηκε σχέση αθροιστικής δόσης- απόκρισης με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 2,1 (95% ΔΕ: 1,7-2,6) που αυξανόταν σε 3,9 (3,0-4,9) στην περίπτωση υψηλής δόσης (~25,000 mg) και με αναλογία πιθανοτήτων 7,7 (5,7-10,5) για την υψηλότερη αθροιστική δόση (~100.000 mg) (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από per os χορήγηση η υδροχλωροθειαζίδη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα σε ποσοστό 65-75% της χορηγούμενης δόσης. Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 5,6-14,8 h.

Η διουρητική δράση μετά από του στόματος χορήγηση αρχίζει σε 2 ώρες, η δε μέγιστη δράση είναι 3-6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διάρκεια της διουρητικής δράσης της υδροχλωροθειαζίδης κυμαίνεται από 6-12 ώρες. Η υποτασική δράση αρχίζει 3-4 ημέρες από τη χορήγηση, μειώνεται δε και σταματά την πρώτη εβδομάδα από τη διακοπή της χρόνιας θεραπείας.

Κατανομή Η υδροχλωροθειαζίδη κατανέμεται στον εξωκυττάριο χώρο και έχει φαινόμενο όγκο κατανομής 2,5 L/Kg. Διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Αποβολή Αποβάλλεται στα ούρα ως επί το πλείστον αμετάβλητη.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν αναφέρονται.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

 Starch maize  Lactose monohydrate  Silicon dioxide colloidal  Talc  Magnesium stearate

6.2. Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

3 χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν φυλάσσεται κλειστό, στην αρχική του συσκευασία σύμφωνα με τις οδηγίες διατήρησης.

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των  25 °C.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 20 δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 2 blisters από P.V.C. και Αluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.

6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.

14º χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας 1 145 64 Κηφισιά Τηλ.: 210 8072512 Fax: 210 8078907

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

15491/29.08.2018.

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 14.10.1996

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2806601_SPC_2806601_3.pdf