Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ TOY ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Escitazen 20 mg/ml πόσιμες σταγόνες, διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε ml διαλύματος περιέχει:
20 mg escitalopram (ως 25,551 mg escitalopram oxalate). Κάθε σταγόνα περιέχει 1 mg escitalopram. Κάθε 1 ml περιέχει 20 mg Escitalopram.
Έκδοχα με γνωστές δράσεις: κάθε σταγόνα περιέχει 5,1 mg αιθανόλης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Πόσιμες σταγόνες, διάλυμα Διαυγές, σχεδόν άχρωμο έως κιτρινωπό διάλυμα με πικρή γεύση.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Αντιμετώπιση των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων.
Αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία.
Αντιμετώπιση της κοινωνικής αγχώδους διαταραχής (κοινωνική φοβία).
Αντιμετώπιση της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής.
Αντιμετώπιση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η ασφάλεια των ημερήσιων δόσεων άνω των 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml) δεν έχει καταδειχθεί.
Το Escitazen χορηγείται ως εφάπαξ ημερήσια δόση και μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
To Escitazen πόσιμες σταγόνες, διάλυμα μπορεί να αναμιχθεί με νερό, χυμό πορτοκαλιού ή χυμό μήλου.
Συσκευασία με σταγονόμετρο: Γυρίστε το μπουκάλι εντελώς ανάποδα. Εάν δεν βγουν οι σταγόνες, χτυπήστε ελαφρά τo μπουκάλι για να ξεκινήσει η ροή.
Συσκευασία με δοσομετρική πιπέτα: Ξεβιδώστε το καπάκι της φιάλης και τοποθετήστε τη δοσομετρική πιπέτα μέσα. Τραβήξτε το έμβολο έως ότου ο δακτύλιός του συμπέσει με τον αριθμό των ml της δόσης. Η πιπέτα μπορεί να πλυθεί σε νερό βρύσης εάν χρειάζεται.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια Η συνήθης δοσολογία είναι 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη δόση των 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml) ημερησίως.
Συνήθως απαιτούνται 2-4 εβδομάδες για την επίτευξη ανταπόκρισης σε αντικαταθλιπτικά.
Αφού αποδράμουν τα συμπτώματα, απαιτείται μία περίοδος θεραπείας διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών προκειμένου να παγιωθεί η ανταπόκριση.
Διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία Συνιστάται αρχική δόση των 5 mg (5 σταγόνες ή 0,25 ml) κατά την πρώτη εβδομάδα πριν την αύξηση της δόσης στα 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω, μέχρι τη μέγιστη δόση των 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml) ημερησίως, ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς.
Η μέγιστη αποτελεσματικότητα επιτυγχάνεται περίπου μετά από 3 μήνες. Η θεραπεία διαρκεί αρκετούς μήνες.
Διαταραχή κοινωνικού άγχους Η συνήθης δοσολογία είναι 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) άπαξ ημερησίως. Συνήθως απαιτούνται 2- 4 εβδομάδες για να επιτευχθεί ανακούφιση από τα συμπτώματα. Η δόση μπορεί στη συνέχεια να μειωθεί στα 5 mg (5 σταγόνες ή 0,25 ml) ή να αυξηθεί στη μέγιστη δόση των 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml) ημερησίως, ανάλογα με την ανταπόκριση του κάθε ασθενούς.
Η διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι μια χρόνια νόσος για την παγίωση της οποίας συνιστάται θεραπεία 12 εβδομάδων. Η μακροχρόνια θεραπεία ανταποκρινόμενων ασθενών έχει μελετηθεί για διάστημα έως 6 μηνών και η χρήση της για πρόληψη υποτροπών μπορεί να εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση. Τα οφέλη της θεραπείας πρέπει να αξιολογούνται εκ νέου σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Η διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι μια καλώς ορισμένη διαγνωστική ορολογία μιας συγκεκριμένης διαταραχής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με υπέρμετρη ντροπαλότητα. Φαρμακευτική θεραπεία ενδείκνυται μόνον εάν η διαταραχή παρεμβαίνει σημαντικά στις επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες.
Η θέση αυτής της θεραπείας συγκριτικά με τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία δεν έχει αξιολογηθεί. Η φαρμακευτική θεραπεία αποτελεί μέρος μιας συνολικής θεραπευτικής στρατηγικής.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή Η αρχική δοσολογία είναι 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη δόση των 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml) ημερησίως.
Η μακροχρόνια θεραπεία ανταποκρινόμενων ασθενών έχει μελετηθεί για τουλάχιστον 6 μήνες σε ασθενείς που έλαβαν 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml) ημερησίως. Τα οφέλη της θεραπείας καθώς και η δόση θα πρέπει να αξιολογούνται εκ νέου σε τακτά χρονικά διαστήματα (βλ. παράγραφο 5.1).
Ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή Η αρχική δοσολογία είναι 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τα 20 mg (20 σταγόνες ή 1 ml)
ημερησίως.
Δεδομένου ότι η ΟCD είναι μια χρόνια νόσος, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία για ένα επαρκές χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι είναι ασυμπτωματικοί.
Τα οφέλη της θεραπείας και η δόση πρέπει να αξιολογούνται εκ νέου σε τακτά χρονικά διαστήματα (βλ. παράγραφο 5.1).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας > 65 ετών)
Η αρχική δοσολογία είναι 5 mg (5 σταγόνες ή 0,25 ml) άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την ανταπόκριση του εκάστοτε ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml)
ημερησίως (βλ. παράγραφο 5.2).
Η αποτελεσματικότητα του Escitazen στην διαταραχή κοινωνικού άγχους δεν έχει μελετηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιά και έφηβοι (< 18 ετών)
Το Escitazen δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση παιδιών και εφήβων ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλ. παράγραφο 4.4).
Μειωμένη νεφρική λειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (CL κάτω των CR 30 ml/min.) (βλ. παράγραφο 5.2).
Μειωμένη ηπατική λειτουργία Συνιστάται αρχική δόση 5 mg (5 σταγόνες ή 0,25 ml) για τις πρώτες δύο εβδομάδες της θεραπείας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) ημερησίως, ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς. Σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή με την τιτλοποίηση της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2).
Ασθενείς με χαμηλή λειτουργικότητα του CYP2C19 Σε ασθενείς με γνωστό πτωχό μεταβολισμό όσον αφορά το CYP2C19, συνιστάται αρχική δόση 5 mg (5 σταγόνες ή 0,25 ml) ημερησίως κατά τη διάρκεια των δυο πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
Ανάλογα με την ανταπόκριση κάθε ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τα 10 mg (10 σταγόνες ή 0,5 ml) ημερησίως (βλ. παράγραφο 5.2).
Συμπτώματα απόσυρσης που έχουν παρατηρηθεί με τη διακοπή της θεραπείας Η απότομη διακοπή θα πρέπει να αποφεύγεται. Κατά τη διακοπή της θεραπείας με escitalopram, η δόση θα πρέπει να ελαττώνεται σταδιακά για μία περίοδο τουλάχιστον μίας με δύο εβδομάδων προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης (βλ. παράγραφο 4.4 και 4.8).
Εάν εμφανιστούν μη ανεκτά συμπτώματα μετά από μείωση της δόσης ή κατά τη διακοπή της
θεραπείας, τότε θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της προηγούμενης δόσης. Στη συνέχεια, ο ιατρός μπορεί να συνεχίσει τη μείωση της δοσολογίας, αλλά με πιο αργό ρυθμό.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ταυτόχρονη θεραπεία με μη εκλεκτικούς, μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς-ΜΑΟ) αντενδείκνυται δεδομένου του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης με διέγερση, τρόμο, υπερθερμία κτλ. (βλ. παράγραφο 4.5).
Ο συνδυασμός του escitalopram με αναστρέψιμους αναστολείς της ΜΑΟ-Α (π.χ., μοκλοβεμίδη) ή με τον αναστρέψιμο μη εκλεκτικό αναστολέα ΜΑΟ, τη λινεζολίδη, αντενδείκνυται δεδομένου του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Το escitalopram αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή παράταση του διαστήματος QT ή συγγενές σύνδρομο μακρού QT.
Το escitalopram αντενδείκνυται σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος QT (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι ακόλουθες ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις ισχύουν για τη θεραπευτική κατηγορία των SSRI (Selective Serotonin Reuptake Inhibitors /Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης).
Χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών Το Escitazen δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση παιδιών και εφήβων ηλικίας κάτω των 18 ετών. Σε κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους που έλαβαν θεραπεία με αντικαταθλιπτικά, παρατηρήθηκε πιο συχνά συμπεριφορά σχετιζόμενη με αυτοκτονία (απόπειρα αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις), και εχθρότητα (κυρίως επιθετικότητα, εναντιωματική συμπεριφορά και θυμός) σε σχέση με τα άτομα που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Εάν, παρ’ όλα αυτά, βάσει κλινικής ανάγκης, ληφθεί απόφαση χορήγησης θεραπείας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για την εμφάνιση αυτοκτονικών συμπτωμάτων. Επιπλέον, δεν υπάρχουν μακροχρόνια δεδομένα για την ασφάλεια σε παιδιά και εφήβους, αναφορικά με την ανάπτυξη, την ωρίμανση, και την ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων και της συμπεριφοράς.
Παράδοξο άγχος
Μερικοί ασθενείς με διαταραχή πανικού μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένα συμπτώματα άγχους κατά την έναρξη θεραπείας με αντικαταθλιπτικά. Αυτή η παράδοξη αντίδραση συνήθως υποχωρεί εντός δύο εβδομάδων κατά τη συνέχιση της θεραπείας. Συνιστάται χαμηλή δόση έναρξης για τη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης παράδοξης αγχογενούς επίδρασης (βλ. παράγραφο 4.2).
Επιληπτικές Κρίσεις Το escitalopram θα πρέπει να διακόπτεται εάν ο ασθενής εμφανίσει επιληπτικές κρίσεις για πρώτη φορά ή εάν υπάρχει αύξηση της συχνότητας εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων (σε ασθενείς με προηγούμενη διάγνωση επιληπτικών κρίσεων). Οι SSRI θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με ασταθή επιληψία και οι ασθενείς με ελεγχόμενη επιληψία πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Μανία Οι SSRI πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας/υπομανίας. Οι SSRI πρέπει να διακόπτονται σε οποιονδήποτε ασθενή εισέρχεται σε φάση μανίας.
Διαβήτης Σε ασθενείς με διαβήτη, η θεραπεία με SSRI μπορεί να μεταβάλει το γλυκαιμικό έλεγχο (υπογλυκαιμία ή υπεργλυκαιμία). Ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης και/ή του από στόματος χορηγούμενου υπογλυκαιμικού φαρμάκου.
Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (συμβάντα σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός παραμένει έως ότου επέλθει σημαντική υποχώρηση των συμπτωμάτων. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τις πρώτες λίγες εβδομάδες της θεραπείας ή και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως ότου επιτευχθεί ανάλογη βελτίωση. Σύμφωνα με τη γενική κλινική εμπειρία, ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια της ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές παθήσεις για τις οποίες συνταγογραφείται το Escitazen μπορεί επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συμβάντων σχετιζόμενων με αυτοκτονία.
Επιπρόσθετα, αυτές οι παθήσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Ως εκ τούτου, οι ίδιες προφυλάξεις που τηρούνται στη θεραπεία ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή θα πρέπει να τηρούνται και κατά την αντιμετώπιση ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Είναι γνωστό ότι οι ασθενείς με ιστορικό συμβάντων που σχετίζονται με αυτοκτονία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την έναρξη της θεραπείας,
διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή απόπειρας αυτοκτονίας και θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές, έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών.
Η στενή επίβλεψη των ασθενών και ιδιαίτερα εκείνων που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, θα πρέπει να συνοδεύει τη φαρμακευτική θεραπεία, ειδικά κατά την πρώιμη φάση της και μετά από αλλαγές της δόσης. Οι ασθενείς (και οι φροντιστές των ασθενών) θα πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση όσον αφορά την ανάγκη παρακολούθησης για την εκδήλωση οποιασδήποτε κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων και οποιωνδήποτε ασυνήθιστων αλλαγών στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν άμεσα ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν τα συμπτώματα αυτά.
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχία Η χρήση των SSRI/SNRI έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή ενοχλητική ανησυχία και ανάγκη για κίνηση που συχνά συνοδεύεται από την ανικανότητα του ατόμου να παραμείνει καθιστό ή σε ακινησία. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί εντός των πρώτων μερικών εβδομάδων της θεραπείας. Η αύξηση της δόσης σε ασθενείς που εμφανίζουν τα συμπτώματα αυτά μπορεί να είναι επιζήμια.
Υπονατριαιμία Υπονατριαιμία, πιθανώς λόγω απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH), έχει σπάνια αναφερθεί με τη χρήση των SSRI και γενικώς υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο, όπως οι ηλικιωμένοι, ή οι κιρρωτικοί ασθενείς ή εάν χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν υπονατριαιμία.
Αιμορραγία Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις δερματικών αιμορραγικών διαταραχών, όπως εκχυμώσεις και πορφύρα με SSRI. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRI, ιδιαίτερα κατά την ταυτόχρονη χρήση με από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά, με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά και φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), τικλοπιδίνη και διπυριδαμόλη) και σε ασθενείς με γνωστές αιμορραγικές διαθέσεις.
ECT (ηλεκτροσπασμοθεραπεία)
Διατίθεται περιορισμένη κλινική εμπειρία για την ταυτόχρονη χορήγηση SSRI και ECT και ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή.
Σύνδρομο σεροτονίνης Συνιστάται προσοχή όταν το escitalopram χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φαρμακευτικά προϊόντα με σεροτονινεργική δράση όπως τριπτάνες (συμπεριλαμβανομένης της σουματριπτάνη), οπιοειδή (συμπεριλαμβανομένης της , τραμαδόλης) και τρυπτοφάνης.
Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα SSRI και σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα. Ο συνδυασμός συμπτωμάτων όπως διέγερση, τρόμος, μυόκλωνος και υπερθερμία μπορεί να υποδηλώνει την ανάπτυξη αυτής της πάθησης. Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα η θεραπεία με τον SSRI και το σεροτονινεργικό φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να διακοπεί άμεσα και να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία.
Υπερικόν το διάτρητον Η ταυτόχρονη χρήση SSRI και φυτικών θεραπειών που περιέχουν υπερικόν το διάτρητον (σπαθόχορτο) (Hypericum Perforatum) μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.5).
Συμπτώματα απόσυρσης που έχουν παρατηρηθεί με τη διακοπή της θεραπείας Είναι συνήθης η εμφάνιση συμπτωμάτων απόσυρσης, ειδικά όταν η διακοπή γίνεται απότομα (βλ.
παράγραφο 4.8). Σε κλινικές μελέτες, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά την διακοπή της θεραπείας εμφανίστηκαν στο 25% περίπου των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με escitalopram και στο 15% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας και της δόσης της θεραπείας καθώς και του ρυθμού μείωσης της δόσης. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβάνονται παραισθησία και αίσθημα ηλεκτροπληξίας), διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας και των έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και οπτικές διαταραχές. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια έως μέτρια, ωστόσο, σε κάποιους ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρής έντασης. Αυτά συνήθως συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της διακοπής της θεραπείας, αλλά υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς οι οποίοι παρέλειψαν μια δόση. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι αυτοπεριοριζόμενα και συνήθως αποδράμουν εντός 2 εβδομάδων, αν και σε ορισμένα άτομα μπορεί να είναι παρατεταμένα (2-3 μήνες ή περισσότερο). Για το λόγο αυτό κατά τη διακοπή της θεραπείας, το escitalopram συνιστάται να μειώνεται σταδιακά μέσα σε μία περίοδο αρκετών εβδομάδων ή μηνών, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς (βλ. «Συμπτώματα απόσυρσης που έχουν παρατηρηθεί με τη διακοπή της θεραπείας» παράγραφο 4.2).
Σεξουαλική δυσλειτουργία Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs)/αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης (SNRIs) μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.8). Αναφέρθηκαν περιπτώσεις μακροχρόνιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπου τα συμπτώματα συνεχίστηκαν παρά τη διακοπή των SSRIs/SNRIs.
Στεφανιαία Νόσος Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας (βλ.
παράγραφο 5.3).
Το escitalopram έχει βρεθεί ότι προκαλεί δοσοεξαρτώμενη παράταση του διαστήματος QT. Έχουν αναφερθεί περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και κοιλιακή αρρυθμία συμπεριλαμβανόμενης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, κυρίως σε γυναίκες ασθενείς με υποκαλιαιμία, ή με προϋπάρχουσα παράταση του διαστήματος QT ή άλλες καρδιακές νόσους (βλ. παραγράφους 4.3, 4.5 , 4.8, 4.9. και 5.1).
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σημαντική βραδυκαρδία, ή σε ασθενείς με πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια.
Ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως υποκαλιαιμία και υπομαγνησιαιμία αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κακοηθών αρρυθμιών και πρέπει να διορθώνονται πριν την έναρξη θεραπείας με escitalopram.
Εάν αντιμετωπίζονται ασθενείς με σταθερή καρδιακή νόσο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση μέσω ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Αν εμφανιστούν σημεία καρδιακής αρρυθμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με escitalopram, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να πραγματοποιείται ΗΚΓ.
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας Οι SSRI συμπεριλαμβανομένου του escitalopram μπορεί να επηρεάσουν το μέγεθος της κόρης με αποτέλεσμα την εμφάνιση μυδρίασης. Αυτή η μυδριατική επίδραση έχει τη δυνατότητα να μειώσει τη γωνία του οφθαλμού και να οδηγήσει σε αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση και γλαύκωμα κλειστής γωνίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προδιάθεση. Ως εκ τούτου, το escitalopram θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή ιστορικό γλαυκώματος.
Έκδοχα
Δόσεις μικρότερες από 20 mg escitalopram Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μικρή ποσότητα αιθανόλης (οινόπνευμα), λιγότερο από 100 mg ανά δόση. Κάθε σταγόνα περιέχει 5,1 mg αιθανόλης.
Δόση των 20 mg escitalopram Για τη μέγιστη δόση των 20 mg escitalopram, το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει 106 mg αλκοόλης (αιθανόλης 96%) σε κάθε ml, δηλαδή μέχρι 102 mg καθαρής αλκοόλης ανά δόση των 20 σταγόνων (ή του 1 ml). Αυτό είναι ισοδύναμο με 2,6 ml μπύρας ή 1,1 ml κρασιού ανά δόση.
Επιβλαβές για εκείνους οι οποίοι πάσχουν από αλκοολισμό. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε γυναίκες εγκύους ή θηλάζουσες, παιδιά και ομάδες υψηλού κινδύνου όπως οι ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται:
Μη αναστρέψιμοι, μη εκλεκτικοί αναστολείς της ΜΑΟ Περιπτώσεις σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν έναν SSRI σε συνδυασμό με έναν μη εκλεκτικό, μη αναστρέψιμο αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης (MAOI) και σε ασθενείς οι οποίοι διέκοψαν πρόσφατα θεραπεία με SSRI και ξεκίνησαν θεραπεία με έναν αναστολέα της MAO (βλ. παράγραφο 4.3). Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ασθενής εμφάνισε σύνδρομο σεροτονίνης (βλ. παράγραφο 4.8).
Ο συνδυασμός escitalopram με μη εκλεκτικούς μη αναστρέψιμους αναστολείς της ΜΑΟ αντενδείκνυται. Η αγωγή με escitalopram μπορεί να ξεκινήσει 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο αναστολέα της MAO. Πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με escitalopram πριν την έναρξη με μη εκλεκτικό μη αναστρέψιμο MAOΙ.
Αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ-Α (μοκλοβεμίδη)
Λόγω του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης αντενδείκνυται ο συνδυασμός escitalopram με έναν αναστολέα της ΜΑΟ-Α όπως η μοκλοβεμίδη (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν ο συνδυασμός κριθεί αναγκαίος, θα πρέπει να ξεκινήσει από τη χαμηλότερη συνιστώμενη δοσολογία και θα πρέπει να υπάρχει στενή κλινική παρακολούθηση.
Αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ (λινεζολίδη)
Το αντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ και δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς υπό θεραπεία με escitalopram. Εάν ο συνδυασμός κριθεί απαραίτητος, θα πρέπει να χορηγείται στις ελάχιστες δόσεις και υπό στενή κλινική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.3).
Μη αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ-Β (Σελεγιλίνη)
Κατά τον συνδυασμό με σελεγιλίνη (μη αναστρέψιμος αναστολέας της ΜΑΟ-Β) χρειάζεται προσοχή λόγω του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης. Δόσεις σελεγιλίνης μέχρι 10 mg/ημέρα έχουν συγχορηγηθεί με ασφάλεια με ρακεμική σιταλοπράμη.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες φαρμακοκινητικής και φαρμακοδυναμικής του escitalopram σε συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η αθροιστική δράση του escitalopram και αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Ως εκ τούτου, η συγχορήγηση του escitalopram με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT, όπως αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, αντιψυχωσικά (π.χ. παράγωγα φαινοθειαζίνης, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, ορισμένοι αντιμικροβιακοί παράγοντες (π.χ. σπαρφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη IV, πενταμιδίνη, ανθελονοσιακή θεραπεία, ιδιαίτερα αλοφαντρίνη), ορισμένα αντιισταμινικά (αστεμιζόλη, μιζολαστίνη)
αντενδείκνυται.
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα Η συγχορήγηση με σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. οπιοειδή (συμπεριλαμβανομένου τραμαδόλης) και τριπτάνες (συμπεριλαμβανομένου σουματριπτάνη)
μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση συνδρόμου σεροτονίνης.
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τον ουδό εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων Οι SSRI μπορούν να μειώσουν τον ουδό εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων. Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να μειώσουν τον ουδό εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων [π.χ. αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά, SSRI), νευροληπτικά (φαινοθειαζίνες, θειοξανθίνες και βουτυροφαινόνες), μεφλοκίνη, βουπροπιόνη και τραμαδόλη].
Λίθιο, τρυπτοφάνη
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ενίσχυσης των επιδράσεων κατά τη συγχορήγηση των SSRI με λίθιο ή τρυπτοφάνη. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση των SSRI με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Υπερικόν το διάτρητον Η ταυτόχρονη χρήση των SSRI και φυτικών θεραπειών που περιέχουν υπερικόν το διάτρητον (Hypericum Perforatum) μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4).
Αιμορραγία Μπορεί να εμφανιστεί μεταβολή της αντιπηκτικής δράσης όταν το escitalopram συνδυαστεί με από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά. Ασθενείς που λαμβάνουν από στόματος χορηγούμενη αντιπηκτική θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την πήξη του αίματος όταν αρχίζει ή διακόπτεται η θεραπεία με escitalopram (βλ. παράγραφο 4.4).
Η ταυτόχρονη χρήση με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) μπορεί να αυξήσει την αιμορραγική τάση (βλ. παράγραφο 4.4).
Οινόπνευμα Δεν αναμένεται φαρμακοδυναμική ή φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ του escitalopram και του οινοπνεύματος. Παρόλα αυτά, όπως και με όλα τα ψυχοτρόπα φαρμακευτικά προϊόντα, δεν συνιστάται ο συνδυασμός με το οινόπνευμα.
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν υποκαλιαιμία/υπομαγνησιαιμία Εφιστάται η προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν υποκαλιαιμία/υπομαγνησιαιμία καθώς αυτές οι παθήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κακοηθών αρρυθμιών (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική του escitalopram Ο μεταβολισμός του escitalopram πραγματοποιείται κυρίως μέσω του CYP2C19. Τα CYP3A4 και CYP2D6 μπορεί επίσης να συμβάλλουν στο μεταβολισμό αλλά σε μικρότερο βαθμό. Ο μεταβολισμός του βασικού μεταβολίτη S-DCT (απομεθυλιωμένο escitalopram) φαίνεται ότι καταλύεται μερικώς από το CYP2D6.
Συγχορήγηση escitalopram με ομεπραζόλη 30 mg άπαξ ημερησίως (αναστολέας του CYP2C19)
είχε ως αποτέλεσμα τη μέτρια (περίπου 50%) αύξηση των συγκεντρώσεων του escitalopram στο πλάσμα.
Συγχορήγηση escitalopram με σιμετιδίνη 400 mg δις ημερησίως (μετρίως ισχυρό γενικό αναστολέα ενζύμων) είχε ως αποτέλεσμα τη μέτρια (περίπου 70%) αύξηση των συγκεντρώσεων του escitalopram στο πλάσμα. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του escitalopram σε συνδυασμό με σιμετιδίνη. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης.
Ως εκ τούτου, πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με αναστολείς του CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη, εσομεπραζόλη, φλουβοξαμίνη, λανσοπραζόλη, τικλοπιδίνη) ή σιμετιδίνη. Κατά την ταυτόχρονη θεραπεία, μπορεί να είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης του escitalopram με βάση την κλινική παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Επίδραση του escitalopram στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων Το escitalopram είναι αναστολέας του ενζύμου CYP2D6. Συνιστάται προσοχή κατά την συγχορήγηση του escitalopram με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μεταβολίζονται κυρίως από αυτό το ένζυμο, και έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη πχ φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη και μετοπρολόλη (όταν χρησιμοποιείται στην καρδιακή ανεπάρκεια), ή κάποια φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν στο ΚΝΣ τα οποία μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6, π.χ.
αντικαταθλιπτικά όπως η δεσιπραμίνη, κλομιπραμίνη και νορτριπτυλίνη ή αντιψυχωσικά, όπως η ρισπεριδόνη, θειοριδαζίνη και αλοπεριδόλη. Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
Η συγχορήγηση με δεσιπραμίνη ή μετοπρολόλη και στις δύο περιπτώσεις είχε ως αποτέλεσμα την κατά δύο φορές αύξηση των επιπέδων αυτών των δύο υποστρωμάτων του CYP2D6 στο πλάσμα.
Μελέτες in vitro έχουν καταδείξει ότι το escitalopram μπορεί επίσης να προκαλέσει ασθενή αναστολή του CYP2C19. Συνιστάται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία μεταβολίζονται από το CYP2C19.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη Υπάρχουν μόνο περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση στο escitalopram κατά την κύηση. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Το Escitazen δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο και μόνον έπειτα από προσεκτική εκτίμηση της σχέσης κινδύνου/οφέλους.
Τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται, εάν η χρήση του Escitazen συνεχίζεται στη μητέρα στα τελευταία στάδια της κύησης, ιδιαίτερα κατά το τρίτο τρίμηνο. Η απότομη διακοπή κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να αποφεύγεται.
Τα παρακάτω συμπτώματα μπορεί να παρουσιαστούν στο νεογνό μετά από χρήση SSRI/SNRI από τη μητέρα. στα τελευταία στάδια της κύησης: αναπνευστική δυσχέρεια, κυάνωση, άπνοια, επιληπτικές κρίσεις, διακύμανση της θερμοκρασίας, δυσκολία στη σίτιση, έμετος, υπογλυκαιμία, υπερτονία, υποτονία, αύξηση αντανακλαστικών, τρόμος, εκνευρισμός, ευερεθιστότητα, λήθαργος, συνεχές κλάμα, υπνηλία και δυσκολία στον ύπνο. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να οφείλονται είτε σε σεροτονινεργικές επιδράσεις είτε να είναι συμπτώματα απόσυρσης. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι επιπλοκές ξεκινούν αμέσως ή συντόμως μετά (<24 ώρες) τον τοκετό. Επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση των SSRI κατά την κύηση, ιδιαίτερα κατά τα όψιμα στάδια της κύησης, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης στο νεογνό (PPHN). Ο κίνδυνος που παρατηρήθηκε ήταν περίπου 5 περιπτώσεις ανά 1.000 κυήσεις. Στο γενικό πληθυσμό παρουσιάζονται 1 έως 2 περιπτώσεις PPHN ανά 1.000 κυήσεις.
Τα δεδομένα παρατήρησης καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο (μικρότερο από το διπλάσιο)
αιμορραγίας μετά τον τοκετό ύστερα από έκθεση σε SSRIs/SNRIs κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα πριν από τον τοκετό (βλ. ενότητες 4.4, 4.8).
Θηλασμός Αναμένεται ότι το escitalopram θα απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Συνεπώς, ο θηλασμός δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Γονιμότητα Δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι η σιταλοπράμη μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος (βλ. παράγραφο 5.3). Αναφορές περιστατικών σε ανθρώπους με ορισμένους SSRI έχουν δείξει ότι η επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος είναι αναστρέψιμη. Μέχρι σήμερα δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Αν και έχει αποδειχθεί ότι το escitalopram δεν επηρεάζει τη νοητική λειτουργία ή τη ψυχοκινητική απόδοση, κάθε ψυχοτρόπο φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να διαταράξει την κρίση ή τις δεξιότητες. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται για τον πιθανό κίνδυνο να επηρεαστεί η ικανότητά τους να οδηγούν αυτοκίνητο και να χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο συχνές κατά την πρώτη ή δεύτερη εβδομάδα της θεραπείας και συνήθως μειώνεται η ένταση και συχνότητά τους με τη συνέχιση της θεραπείας.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες είναι γνωστές για τους SSRI και έχουν επίσης αναφερθεί για το escitalopram είτε σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες είτε ως αυθόρμητα
συμβάντα μετά την κυκλοφορία παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα.
Οι συχνότητες έχουν ληφθεί από τις κλινικές μελέτες. Δεν είναι διορθωμένες ως προς το εικονικό φάρμακο.
Οι συχνότητες έχουν οριστεί ως: πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1,000 έως <1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (1/10.000), ή μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη Ενέργεια |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μη γνωστές | Θρομβοπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αναφυλακτική αντίδραση |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Μη γνωστές | Απρόσφορη έκκριση ADH |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Μειωμένη όρεξη, αυξημένη όρεξη, αυξημένο σωματικό βάρος |
| Όχι συχνές | Μειωμένο σωματικό βάρος | |
| Μη γνωστές | Υπονατριαιμία, ανορεξία1 | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Άγχος, ανησυχία, μη φυσιολογικά όνειρα, μειωμένη γενετήσια ορμή. Γυναίκες: ανοργασμία |
| Όχι συχνές | Τριγμός των οδόντων, διέγερση, νευρικότητα, προσβολή πανικού, συγχυτική κατάσταση | |
| Σπάνιες | Επιθετικότητα, αποπροσωποποίηση, ψευδαίσθηση | |
| Μη γνωστές | Μανία, ιδεασμός αυτοκτονίας, αυτοκτονική συμπεριφορά2 | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Συχνές | Αϋπνία, υπνηλία, ζάλη, παραισθησία, τρόμος | |
| Όχι συχνές | Διαταραχή της γεύσης, διαταραχή ύπνου, συγκοπή | |
| Σπάνιες | Σύνδρομο σεροτονίνης | |
| Μη γνωστές | Δυσκινησία, διαταραχή κίνησης, σπασμός, ψυχοκινητική ανησυχία/ακαθησία1 | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Όχι συχνές | Μυδρίαση, οπτική διαταραχή |
| Διαταραχές του ωτός και του | Όχι συχνές | Εμβοές |
| λαβυρίνθου | ||
|---|---|---|
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Ταχυκαρδία |
| Σπάνιες | Βραδυκαρδία | |
| Μη γνωστές | Ηλεκτροκαρδιογράφημα παρατεταμένο διάστημα QT, κοιλιακή αρρυθμία, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου | |
| Αγγειακές διαταραχές | Μη γνωστές | Ορθοστατική υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Παραρρινοκολπίτιδα, χασμουρητό |
| Όχι συχνές | Επίσταξη | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ συχνές | Ναυτία |
| Συχνές | Διάρροια, δυσκοιλιότητα, εμετός, ξηροστομία | |
| Όχι συχνές | Αιμορραγίες από το γαστρεντερικό (συμπεριλαμβανομένης της αιμορραγίας του ορθού) | |
| Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων | Μη γνωστές | Ηπατίτιδα, μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Αυξημένη εφίδρωση |
| Όχι συχνές | Κνίδωση, αλωπεκία, εξάνθημα, κνησμός | |
| Μη γνωστές | Εκχύμωση, αγγειοοιδήματα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Αρθραλγία, μυαλγία |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Μη γνωστές | Κατακράτηση ούρων |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Συχνές | Άνδρες: διαταραχές εκσπερμάτισης, ανικανότητα |
| Όχι συχνές | Γυναίκες: μητρορραγία, μηνορραγία | |
| Μη γνωστές | Γαλακτόρροια Άνδρες: πριαπισμός Aιμορραγία μετά τον τοκετό3 | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Κόπωση, πυρεξία |
| Όχι συχνές | Οίδημα |
1 Αυτά τα συμβάντα έχουν αναφερθεί για τη θεραπευτική κατηγορία των SSRI.
2 Περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με escitalopram ή πρώιμα μετά από τη διακοπή της θεραπείας (βλ.
παράγραφο 4.4).
3Η συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια έχει αναφερθεί για τη θεραπευτική κατηγορία των SSRIs/SNRIs (βλ. ενότητες 4.4, 4.6).
Έχουν αναφερθεί περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και κοιλιακής αρρυθμίας, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία, κυρίως σε γυναίκες ασθενείς με υποκαλιαιμία, ή με προϋπάρχουσα παράταση του διαστήματος QT ή άλλα καρδιακά νοσήματα (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4 , 4.5, 4.9 και 5.1).
Επιδράσεις κατηγορίας Επιδημιολογικές μελέτες, που διεξάγονται κυρίως σε ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω, δείχνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστικών καταγμάτων σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRI και TCA. Ο μηχανισμός που οδηγεί σε αυτόν τον κίνδυνο δεν είναι γνωστός.
Συμπτώματα απόσυρσης που έχουν παρατηρηθεί κατά τη διακοπή της θεραπείας Η διακοπή των SSRI/SΝRI (ιδιαίτερα όταν είναι αιφνίδια) οδηγεί συχνά σε συμπτώματα απόσυρσης. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων της παραισθησίας και της αίσθησης ηλεκτροπληξίας), διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένων της αϋπνίας και των έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και οπτικές διαταραχές. Γενικά τα συμβάντα αυτά είναι ήπια έως μέτρια και αυτοπεριοριζόμενα, ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά και/ή παρατεταμένα. Ως εκ τούτου, όταν η θεραπεία με escitalopram δεν είναι πλέον απαραίτητη, θα πρέπει να ακολουθείται σταδιακή διακοπή με προοδευτική μείωση της δόσης (βλ.
παράγραφο 4.2 και 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:
http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Τοξικότητα Τα κλινικά δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία με escitalopram είναι περιορισμένα και αρκετές περιπτώσεις περιλαμβάνουν υπερδοσολογία από τη συγχορήγηση άλλων φαρμάκων. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων έχουν αναφερθεί ήπια συμπτώματα ή απουσία συμπτωμάτων.
Θανατηφόρα περιστατικά από υπερδοσολογία με escitalopram έχουν αναφερθεί σπάνια με escitalopram μεμονωμένα. Η πλειοψηφία των περιπτώσεων συμπεριλαμβάνει υπερδοσολογία με
συγχορηγούμενα φάρμακα. Δόσεις escitalopram, μεταξύ 400 και 800 mg έχουν ληφθεί μεμονωμένα χωρίς σοβαρά συμπτώματα.
Συμπτώματα Τα συμπτώματα που έχουν παρατηρηθεί στις αναφερόμενες περιπτώσεις υπερδοσολογίας με escitalopram, περιλαμβάνουν συμπτώματα που κυρίως σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα (κυμαίνονται από ζάλη, τρόμο και διέγερση έως σπάνιες περιπτώσεις συνδρόμου σεροτονίνης, επιληπτική κρίση και κώμα), το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία/έμετος) και το καρδιαγγειακό σύστημα (υπόταση, ταχυκαρδία, παράταση του QT και αρρυθμία) και διαταραχές της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών/υγρών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία).
Διαχείριση Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Εξασφάλιση και διατήρηση ελεύθερων αεροφόρων οδών, εξασφάλιση επαρκούς οξυγόνωσης και αναπνευστικής λειτουργίας. Θα πρέπει να εξετάζεται η εφαρμογή γαστρικής πλύσης και η χρήση ενεργού άνθρακα. Η γαστρική πλύση θα πρέπει να λάβει χώρα όσο το δυνατό συντομότερα μετά την από στόματος κατάποση. Συνιστάται η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας και των ζωτικών σημείων σε συνδυασμό με γενικά συμπτωματικά και υποστηρικτικά μέτρα.
Συνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ στην περίπτωση υπερδοσολογίας σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια/βραδυαρρυθμίες, σε ασθενείς που χρησιμοποιούν συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές που παρατείνουν το διάστημα QT, ή σε ασθενείς με διαταραχή του μεταβολισμού π.χ. ηπατική δυσλειτουργία.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης Κωδικός ATC: N 06 AB 10 Μηχανισμός δράσης Το escitalopram είναι εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (5-HT) με υψηλή συγγένεια στο κύριο σημείο δέσμευσης. Επίσης συνδέεται με την αλλοστερική θέση στο μεταφορέα της σεροτονίνης με 1.000 φορές χαμηλότερη συγγένεια.
Το escitalopram δεν έχει ή έχει πολύ χαμηλή συγγένεια για μία σειρά υποδοχέων συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων 5-HT1A, 5-HT2, DA D1 και D2, των α1-, α2-, β
αδρενεργικών υποδοχέων, των ισταμινικών H1, των μουσκαρινικών χολινεργικών, των βενζοδιαζεπινών και οπιοειδών υποδοχέων.
Η αναστολή της επαναπρόσληψης της 5-ΗΤ είναι ο μόνος πιθανός μηχανισμός δράσης ο οποίος εξηγεί τις φαρμακολογικές και κλινικές δράσεις του escitalopram.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ΗΚΓ σε υγιή άτομα, η μεταβολή από την έναρξη της μελέτης του QTc (διόρθωση Fridericia) ήταν 4,3 ms (90% CI: 2,2, 6,4) στη δόση των 10 mg/ημέρα και 10,7 ms (90% CI: 8,6, 12,8) στην υπερθεραπευτική δόση των 30 mg/ημέρα (βλ. παράγραφο 4.3, 4.4, 4.5, 4.8 και 4.9).
Κλινική αποτελεσματικότητα Μείζονα Καταθλιπτικά Επεισόδια Το escitalopram έχει βρεθεί ότι είναι αποτελεσματικό στην οξεία αντιμετώπιση μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων σε τρεις από τις τέσσερις διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο βραχυπρόθεσμες (8 εβδομάδων) μελέτες. Σε μια μακροχρόνια μελέτη για την πρόληψη υποτροπών, 274 ασθενείς που είχαν ανταποκριθεί κατά την αρχική ανοικτής φάσης θεραπεία διάρκειας 8 εβδομάδων με escitalopram 10 ή 20 mg/ημέρα, τυχαιοποιήθηκαν για να συνεχίσουν με escitalopram στην ίδια δόση, ή σε εικονικό φάρμακο, για διάστημα έως 36 εβδομάδες. Σε αυτή τη μελέτη οι ασθενείς που συνέχισαν τη λήψη escitalopram παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό έως την υποτροπή σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Διαταραχή κοινωνικού άγχους Το escitalopram ήταν αποτελεσματικό και στις τρεις βραχυπρόθεσμες (12 εβδομάδων) μελέτες καθώς και στους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία σε μία μελέτη πρόληψης των υποτροπών διάρκειας 6 μηνών για τη διαταραχή κοινωνικού άγχους. Σε μια μελέτη καθορισμού της δόσης διάρκειας 24 εβδομάδων καταδείχθηκε η αποτελεσματικότητα του escitalopram στις δόσεις των 5, 10 και 20 mg.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή Το escitalopram σε δόσεις 10 mg και 20 mg/ημέρα ήταν αποτελεσματικό και στις τέσσερις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες.
Στα συγκεντρωτικά δεδομένα από τρεις μελέτες με παρόμοιο σχεδιασμό στις οποίες συμμετείχαν 421 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με escitalopram και 419 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο, το ποσοστό των ανταποκρινόμενων ασθενών ήταν 47,5% και 28,9%
αντίστοιχα, ενώ το ποσοστό των ασθενών με υποτροπή ήταν 37,1% και 20,8%. Σταθερή επίδραση παρατηρήθηκε από την εβδομάδα 1.
Διατήρηση της αποτελεσματικότητας του escitalopram σε δόση 20 mg/ημέρα καταδείχτηκε σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διατήρησης της αποτελεσματικότητας διάρκειας 24 έως 76 εβδομάδων σε 375 ασθενείς οι οποίοι είχαν ανταποκριθεί κατά την αρχική ανοιχτή μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων.
Ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, κλινική μελέτη, το escitalopram σε δόση των 20 mg/ημέρα σημείωσε διαφορά από το εικονικό φάρμακο στη συνολική βαθμολογία της κλίμακας Y-BOCS μετά από 12 εβδομάδες. Μετά από 24 εβδομάδες, αμφότερες οι δόσεις των 10 και 20 mg/ημέρα escitalopram ήταν ανώτερες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Η πρόληψη τη υποτροπής αποδείχτηκε για τα 10 και 20 mg/ημέρα escitalopram σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στο escitalopram σε μία 16 εβδομάδων ανοικτής φάσης περίοδο και οι οποίοι εντάχθηκαν σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η απορρόφηση είναι σχεδόν πλήρης και ανεξάρτητη από τη λήψη τροφής (ο μέσος χρόνος μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης (mean T ) είναι 4 ώρες μετά από τη χορήγηση πολλαπλών max δόσεων). Το διάλυμα πόσιμων σταγόνων είναι βιοϊσοδύναμο με τα δισκία Escitalopram/Lundbeck και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του escitalopram αναμένεται να είναι περίπου 80% όπως και με την σιταλοπράμη.
Κατανομή Ο φαινόμενος όγκος κατανομής (V /F) μετά την από στόματος χορήγηση είναι περίπου 12 έως d,β 26 L/kg. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι κάτω από 80% για το escitalopram και τους κύριους μεταβολίτες του.
Βιομετασχηματισμός Το escitalopram μεταβολίζεται στο ήπαρ και μετατρέπεται στον απομεθυλιωμένο και στον δισ- απομεθυλιωμένο μεταβολίτη της. Και οι δύο μεταβολίτες αυτοί είναι φαρμακολογικά δραστικοί.
Εναλλακτικά, το άζωτο μπορεί να οξειδωθεί για να σχηματίσει το N-οξείδιο μεταβολίτη. Τόσο η μητρική ουσία όσο και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται μερικώς ως γλυκουρονίδια. Μετά τη
χορήγηση πολλαπλών δόσεων οι μέσες συγκεντρώσεις του απομεθυλιωμένου και του δισ- απομεθυλιωμένου μεταβολίτη είναι συνήθως 28-31% και <5% της συγκέντρωσης του escitalopram, αντίστοιχα. Ο βιομετασχηματισμός του escitalopram στον απομεθυλιωμένο μεταβολίτη πραγματοποιείται κυρίως από το CYP2C19. Είναι πιθανή κάποια συμβολή από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6.
Αποβολή Η ημίσεια ζωή αποβολής (t ) μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων είναι περίπου 30 ώρες και η ½ β από στόματος κάθαρση στο πλάσμα (Cl ) είναι περίπου 0,6 L/min. Οι βασικοί μεταβολίτες έχουν oral σημαντικά μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής. Το escitalopram και οι κύριοι μεταβολίτες θεωρείται ότι απομακρύνονται τόσο από τις ηπατικές (μεταβολική) όσο και από τις νεφρικές οδούς με το μεγαλύτερο μέρος της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως μεταβολίτες.
Γραμμικότητα Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική. Επίπεδα πλάσματος σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται σε περίπου 1 εβδομάδα. Οι μέσες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση των 50 nmol/L (εύρος από 20 έως 125 nmol/L) επιτυγχάνονται με ημερήσια δόση των 10 mg.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)
Το escitalopram φαίνεται ότι απεκκρίνεται βραδύτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς συγκριτικά με τους νεώτερους ασθενείς. Η συστηματική έκθεση (AUC) είναι περίπου 50% υψηλότερη στους ηλικιωμένους ασθενείς συγκριτικά με τους νέους υγιείς εθελοντές (βλ. παράγραφο 4.2).
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κριτήρια Α και Β κατά Child-Puch), ο χρόνος ημίσειας ζωής του escitalopram ήταν περίπου διπλάσιος και η έκθεση ήταν περίπου 60% μεγαλύτερη σε σχέση με τα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας Με τη ρακεμική σιταλοπράμη έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερη ημίσεια ζωή και μικρή αύξηση στην έκθεση σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (CL 10-53 ml/min). Οι συγκεντρώσεις cr των μεταβολιτών στο πλάσμα δεν έχουν μελετηθεί, ενδέχεται όμως να είναι αυξημένες (βλ.
παράγραφο 4.2).
Πολυμορφισμός Έχει παρατηρηθεί ότι τα άτομα με πτωχό μεταβολισμό όσον αφορά το CYP2C19 έχουν διπλάσιες συγκεντρώσεις escitalopram στο πλάσμα σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν εκτεταμένο
μεταβολισμό. Δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική μεταβολή στην έκθεση στα άτομα με πτωχό μεταβολισμό όσον αφορά το CYP2D6 (βλ. παράγραφο 4.2).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν έχει πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένο σύνολο προκλινικών μελετών με το escitalopram δεδομένου ότι οι συγκριτικές τοξικοκινητικές και τοξικολογικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους με escitalopram και σιταλοπράμη έδειξαν παρόμοιο προφίλ. Για το λόγο αυτό όλες οι πληροφορίες της σιταλοπράμης μπορούν να εφαρμοστούν και για το escitalopram.
Σε συγκριτικές τοξικολογικές μελέτες σε αρουραίους, το escitalopram και η σιταλοπράμη προκάλεσαν καρδιακή τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, μετά από θεραπεία μερικών εβδομάδων, όταν χρησιμοποιήθηκαν δοσολογίες που προκαλούν γενική τοξικότητα. Η καρδιοτοξικότητα φάνηκε να σχετίζεται με τις ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρά με τη συστηματική έκθεση (AUC). Οι ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε επίπεδο χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες ξεπερνούσαν (8 φορές) εκείνες που επιτεύχθηκαν κατά την κλινική χρήση, ενώ η AUC για το escitalopram ήταν μόνο 3 με 4 φορές υψηλότερη από την έκθεση που επιτεύχθηκε κατά την κλινική χρήση. Για τη σιταλοπράμη οι τιμές AUC για το S-εναντιομερές ήταν 6 έως 7 φορές υψηλότερες από την έκθεση που επιτεύχθηκε κατά την κλινική χρήση. Τα ευρήματα σχετίζονται πιθανώς με την υπερβολική επίδραση στις βιογενείς αμίνες δηλαδή είναι δευτερογενή των πρωτογενών φαρμακολογικών επιδράσεων και οδηγούν σε αιμοδυναμικές επιδράσεις (μείωση της στεφανιαίας ροής) και ισχαιμία. Ωστόσο, ο ακριβής μηχανισμός της καρδιοτοξικότητας στους αρουραίους δεν είναι σαφής. Η κλινική εμπειρία με τη σιταλοπράμη και η εμπειρία από τις κλινικές μελέτες με escitalopram δεν υποδεικνύουν ότι τα ευρήματα αυτά έχουν κλινική σημασία.
Αυξημένη περιεκτικότητα σε φωσφολιπίδια έχει παρατηρηθεί σε ορισμένους ιστούς πχ στον πνεύμονα, την επιδιδυμίδα και το ήπαρ μετά από μεγαλύτερες περιόδους θεραπείας με escitalopram και σιταλοπράμη σε αρουραίους. Τα ευρήματα στην επιδιδυμίδα και το ήπαρ παρατηρήθηκαν σε εκθέσεις παρόμοιες με εκείνες στον άνθρωπο. Η επίδραση είναι αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συσσώρευση φωσφολιπιδίων (φωσφολιπίδωση) σε ζώα έχει παρατηρηθεί σε σχέση με πολλά κατιονικά αμφιφιλικά φάρμακα. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φαινόμενο έχει κάποια κλινική σημασία για τον άνθρωπο.
Στη μελέτη αναπτυξιακής τοξικότητας σε αρουραίους οι εμβρυοτοξικές επιδράσεις (μειωμένο σωματικό βάρος εμβρύου και αναστρέψιμη καθυστέρηση στην οστεοποίηση) παρατηρήθηκαν μετρημένοι σε εκθέσεις ως προς την AUC που υπερέβαιναν την έκθεση που επιτεύχθηκε κατά την κλινική χρήση. Δεν σημειώθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης δυσπλασιών. Μία προγεννητική και μεταγεννητική μελέτη έδειξαν μειωμένη επιβίωση κατά τη διάρκεια του θηλασμού σε εκθέσεις ως προς την AUC, που υπερέβαιναν την έκθεση που επιτεύχθηκε κατά την κλινική χρήση.
Δεδομένα από μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η σιταλοπράμη προκαλεί μείωση του δείκτη γονιμότητας και κύησης, μείωση του αριθμού εμφυτεύσεων και μη φυσιολογικό σπέρμα σε εκθέσεις πολύ μεγαλύτερες από την έκθεση στον άνθρωπο. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ζώα για το escitalopram που να σχετίζονται με αυτό το θέμα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Γαλλικός προπυλεστέρας Κιτρικό οξύ, άνυδρο Αιθανόλη 96% Υδροξείδιο του νατρίου Κεκαθαρμένο ύδωρ
6.2 Ασυμβατότητες
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες Μετά το άνοιγμα, οι σταγόνες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν εντός 8 εβδομάδων.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μετά το άνοιγμα, φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 25°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
15 ml/ 30 ml διαλύματος σε καφέ γυάλινη φιάλη με σταγονόμετρο, και βιδωτό καπάκι.
15 ml/ 30 ml διαλύματος σε καφέ γυάλινη φιάλη με δοσομετρική πιπέτα του 1ml και βιδωτό καπάκι.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Nassington Limited, 3A Ippokratous str, Akropoli, 2006 Nicosia, Cyprus
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: