Clinio Logo
Clinio
EVOXIL › ΠΧΠ

EVOXIL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 5 συσκευασίες 7 πίνακες

1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Evoxil 250 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Evoxil 500 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει λεβοφλοξασίνη ημιυδρική που αντιστοιχεί σε 250 mg λεβοφλοξασίνη.

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει λεβοφλοξασίνη ημιυδρική που αντιστοιχεί σε 500 mg λεβοφλοξασίνη.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 0,02 FD&C yellow #6/Sunset Yellow FCF aluminium lake (E110).

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 0,038 FD&C yellow #6/Sunset Yellow FCF aluminum lake (E110).

Για την πλήρη λίστα των εκδόχων, βλ. Λήμμα 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένα με υμένιο δισκία.

Ροζ, επιμήκη, αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με μία εγκοπή.

Πορτοκαλί, επιμήκη, αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με μία εγκοπή.

Το δισκίο μπορεί να χωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Τα Evoxil δισκία ενδείκνυνται σε ενήλικες για τη θεραπεία των παρακάτω λοιμώξεων (βλ.

παραγράφους 4.4 και 5.1):

• Οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα,

• Στην οξεία παραρρινοκολπίτιδα το Evoxil θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη. Οξεία εξάρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της βρογχίτιδας

• Στην οξεία εξάρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της βρογχίτιδας, το Evoxil θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη. Πνευμονία της κοινότητας

• Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων Στις επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων το Evoxil θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.

Τα δισκία Evoxil θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στις προαναφερθείσες λοιμώξεις μόνο όταν κρίνεται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συστήνονται συνήθως για την αρχική θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

• Οξεία πυελονεφρίτιδα και επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών (βλ. παράγραφο

• Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα

• Μη επιπλεγμένη κυστίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4)

Στην μη επιπλεγμένη κυστίτιδα το Evoxil θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.

• Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα: προφύλαξη μετά την έκθεση και θεραπευτική αγωγή (βλ. παράγραφο 4.4).

Τα δισκία Evoxil μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για την ολοκλήρωση της θεραπείας σε ασθενείς που έχουν δείξει βελτίωση με την αρχική θεραπεία με ενδοφλέβια λεβοφλοξασίνη.

Πριν τη συνταγογράφηση του Evoxil, θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση φθοριοκινολονών.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης.

Τα δισκία Evoxil χορηγούνται μία ή δύο φορές ημερησίως.

Η δόση εξαρτάται από τον τύπο και την σοβαρότητα της λοίμωξης και την ευαισθησία του πιθανολογούμενου αιτιοπαθογόνου.

Τα δισκία Evoxil μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν για την ολοκλήρωση της θεραπείας σε ασθενείς που έχουν δείξει βελτίωση με την αρχική θεραπεία με ενδοφλέβια λεβοφλοξασίνη.

Δεδομένης της βιοισοδυναμίας των παρεντερικής και από του στόματος μορφών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ίδια δόση.

Δοσολογία Οι παρακάτωσυστάσεις για την δόση μπορούν να δοθούν για το Evoxil:

Δοσολογία σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >50ml/min)

ΈνδειξηΗμερήσιο δοσολογικό σχήμα(ανάλογα με τη σοβαρότητα)Διάρκεια της θεραπείας (ανάλογα με τη σοβαρότητα)
Οξεία παραρρινοκολπίτιδα500 mg μια φορά ημερησίως10-14 ημέρες
Οξείες βακτηριακές εξάρσεις χρόνιας βρογχίτιδας500 mg μια φορά ημερησίως7-10 ημέρες
Πνευμονία της κοινότητας500 mg μια ή δύο φορές ημερησίως7-14 ημέρες
Πυελονεφρίτιδα500 mg μία φορά ημερησίως7-10 ημέρες
Επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών500 mg μια φορά ημερησίως.7-14 ημέρες
Μη επιπλεγμένη κυστίτιδα250 mg μία φορά ημερησίως3 ημέρες
Χρονία βακτηριδιακή προστατίτιδα500 mg μία φορά ημερησίως28 ημέρες
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και μαλακών μορίων500 mg μια ή δύο φορές ημερησίως7-14 ημέρες
Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα500 mg μία φορά ημερησίως8 εβδομάδες

Ειδικοί πληθυσμοί Δοσολογία σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <50ml/min)

Δοσολογικό σχήμα Κάθαρση κρεατινίνης 250 500 mg/24ωρο 500 mg/12ωρο mg/24ωρο

Πρώτη δόση: 250 mgΠρώτη δόση: 500 mgΠρώτη δόση: 500 mg
50-20ml/minμετά:125 mg/24ωρομετά: 250 mg/24ωρομετά: 250 mg/12ωρο
19-10ml/minμετά: 125 mg/48ωρομετά: 125 mg/24ωρομετά: 125 mg/12ωρο
<10ml/min(συμπεριλαμβανομένης της αιμοκάθαρσης και CAPD)1μετά: 125 mg/48ωρομετά: 125 mg/24ωρομετά: 125 mg/24ωρο

1Δεν είναι απαραίτητη η συμπλήρωση της δόσης μετά από αιμοκάθαρση ή συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση(CAPD)

Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης, καθώς η λεβοφλοξασίνη δεν μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ και αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς.

Πληθυσμός ηλικιωμένων Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς εκτός από εκείνη που επιβάλλεται με βάση την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας. (βλ. παράγραφο 4.4 “Tενοντίτιδα και ρήξη τένοντα” και “Παράταση του διαστήματος QT).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η λεβοφλοξασίνη αντενδείκνυται σε παιδιά και σε εφήβους στην ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 4.3).

Τρόπος χορήγησης Τα δισκία Evoxil θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα, χωρίς να θρυμματίζονται, με επαρκή ποσότητα υγρού. Μπορούν να διαιρεθούν στη χαραγή για τη ρύθμιση της δοσολογίας. Τα δισκία μπορούν να ληφθούν κατά τη διάρκεια των γευμάτων ή μεταξύ των γευμάτων.

Τα δισκία Evoxil θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον δύο ώρες πριν ή μετά τη χορήγηση αλάτων σιδήρου, αλάτων ψευδαργύρου, αντιόξινων που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο, διδανοσίνης (μόνο σκευάσματα διδανοσίνης με ρυθμιστικούς παράγοντες που περιέχουν αργίλιο ή μαγνήσιο) και σουκραλφάτης, καθώς μπορεί να προκύψει μείωση της απορρόφησης (βλ. παράγραφο 4.5).

4.3 Αντενδείξεις

Τα δισκία Evoxil δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται:

o Σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην δραστική ουσία, άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, o Σε επιληπτικούς ασθενείς, o Σε ασθενείς με ιστορικό αλλοιώσεων των τενόντων που σχετίζονται με τη χορήγηση φθοριοκινολονών, o Σε παιδιά ή εφήβους κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, o Κατά την διάρκεια της κύησης, o Σε θηλάζουσες μητέρες

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση

Η χρήση λεβοφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με λεβοφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Τα ανθεκτικά στη μεθικιλλίνη στελέχη S. aureus είναι πιθανό να κατέχουν από κοινού ανθεκτικότητα στις φθοροκινολόνες, συμπεριλαμβανομένων και της λεβοφλοξασίνης. Η λεβοφλοξασίνη ως εκ τούτου δεν συνιστάται για την θεραπεία εάν είναι γνωστό ή υπάρχουν

υπόνοιες MRSA λοιμώξεων εκτός εάν εργαστηριακά αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την ευαισθησία του οργανισμού για την λεβοφλοξασίνη (και οι αντιβακτηριακοί παράγοντες που συνήθως συστήνονται για τη θεραπεία των λοιμώξεων από MRSA κρίνονται ακατάλληλοι).

Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της οξείας παραρρινοκολπίτιδας και της οξείας έξαρσης της χρόνιας βρογχίτιδας όταν αυτές οι λοιμώξεις είναι επαρκώς τεκμηριωμένες.

Η ανθεκτικότητα του E. Coli (το πιο συχνό παθογόνο που εμπλέκεται στις λοιμώξεις του ουροποιητικού) στις φθοριοκινολόνες, ποικίλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συστήνεται στους επαγγελματίες της υγείας που συνταγογραφούν να λαμβάνουν υπόψη τους την τοπική συχνότητα εμφάνισης της ανθεκτικότητας του E. Coli στις φθοριοκινολόνες.

Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα: η χρήση του στους ανθρώπους βασίζεται στα στοιχεία ευαισθησίας του Bacillus anthracis in vitro και σε δεδομένα από μελέτες σε ζώα μαζί με περιορισμένα στοιχεία σε ανθρώπους. Οι γιατροί που συνταγογραφούν θα πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά έγγραφα ή/και στις διεθνείς συμφωνίες ειδικών σχετικά με τη θεραπεία του βακτηριακού άνθρακα.

Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες., οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να εμφανιστεί εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και εώς αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος εμφάνισης τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων, σε ασθενείς που λαμβάνουν ημερήσιες δόσεις των 1000 mg και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α)

πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση).

Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.

Νόσος που σχετίζεται με το Clostridium difficile.

Η διάρροια, ιδιαίτερα αν είναι σοβαρή, εμμένουσα ή και αιμορραγική, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με λεβοφλοξασίνη (συμπεριλαμβανομένων μερικών εβδομάδων μετά την αγωγή), μπορεί να είναι σύμπτωμα της νόσου που σχετίζεται με Clostridium Difficile (CDAD). Η σοβαρότητα της CDAD κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή, η σοβαρότερη μορφή της οποίας είναι η ψευτομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8).

Είναι, συνεπώς, σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά την αγωγή με λεβοφλοξασίνη. Αν υπάρχει υποψία CDAD ή εάν επιβεβαιωθεί , πρέπει να διακόπτεται αμέσως η χορήγηση λεβοφλοξασίνης και να ξεκινάει η κατάλληλη θεραπεία χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτές τις κλινικές καταστάσεις αντενδείκνυνται τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.

Ασθενείς με προδιάθεση για επιληπτικούς σπασμούς.

Οι κινολόνες μπορεί να μειώσουν τον ουδό των επιληπτικών σπασμών και μπορεί να προκαλέσουν επιληπτικούς σπασμούς. Η λεβοφλοξασίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό επιληψiας (βλ. παράγραφο 4.3) και όπως οι άλλες κινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με προδιάθεση για επιληπτικούς σπασμούς, ή ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται δραστικές ουσίες που μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών σπασμών, όπως η θεοφυλλίνη. (βλ. Παράγραφο 4.5 ). Σε περίπτωση εμφάνισης επιληπτικών σπασμών (βλ. παράγραφο 4.8), η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί.

Ασθενείς με έλλειψη G-6-PD Ασθενείς με λανθάνουσα ή υπάρχουσα έλλειψη του ενζύμου G-6-PD μπορεί να είναι επιρρεπείς σε αιμολυτικές αντιδράσεις όταν λαμβάνουν θεραπεία με αντιβακτηριδιακούς παράγοντες της ομάδας των κινολονών. Επομένως εάν η λεβοφλοξασίνη πρέπει να χορηγηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πιθανό συμβάν αιμόλυσης πρέπει να ελέγχεται.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Καθώς η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, χρειάζεται προσαρμογή της δόσης του Evoxil σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, δυνητικά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. αγγειοοίδημα μέχρι αναφυλακτική καταπληξία), μερικές φορές ακόμη και μετά την αρχική δόση (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία αμέσως και να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους ή έναν γιατρό στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, ο οποίος θα ξεκινήσει τη χορήγηση των κατάλληλων μέτρων επείγουσας αντιμετώπισης.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), συμπεριλαμβανομένων της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN: επίσης γνωστή ως σύνδρομο Lyell), του συνδρόμου Stevens Johnson (SJS) και του συνδρόμου αντίδρασης στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή, έχουν αναφερθεί με τη λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να παρακολουθούνται στενά. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες, η λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής θεραπείας. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σοβαρή αντίδραση, όπως SJS, TEN ή DRESS, με τη χρήση λεβοφλοξασίνης, δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.

Δυσγλυκαιμία Όπως και με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας, συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με από του στόματος υπογλυκαιμικά μέσα (για παράδειγμα, glivenclamide) ή με ινσουλίνη. Περιστατικά υπογλυκαιμικού κώματος έχουν αναφερθεί. Σε αυτούς τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος . (βλέπε παράγραφο 4.8).

Πρόληψη φωτοευαισθησίας Έχει αναφερθεί φωτοευαισθησία με τη λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Συστήνεται οι ασθενείς να μην εκτίθενται χωρίς λόγο σε έντονο ηλιακό φως ή σε τεχνητές υπεριώδεις ακτίνες ( π.χ. λάμπα ηλιακής ακτινοβολίας, solarium) κατά τη διάρκεια της αγωγής και για 48 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας για την πρόληψη φωτοευαισθησίας.

Ασθενείς στους οποίους χορηγούνται ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ

Λόγω πιθανής αύξησης των τιμών των εξετάσεων για την αξιολόγηση της πήξης του αίματος (pt/inr) ή/και της αιμορραγίας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ ( π.χ. βαρφαρίνη), πρέπει στους ασθενείς αυτούς να παρακολουθείται η πηκτικότητα του αίματος όταν υπάρχει συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων ( βλ. Παράγραφο 4.5 ).

Ψυχωσικές αντιδράσεις Ψυχωσικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με κινολόνες συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, αυτές εξελίχθηκαν σε αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά– ορισμένες φορές μετά από μία και μόνη δόση λεβοφλοξασίνης ( βλ. Παράγραφο 4.8 ). Σε περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής εμφανίσει τέτοιες αντιδράσεις η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν η λεβοφλοξασίνη χορηγείται σε ψυχωσικούς ασθενείς ή ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικής νόσου.

Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός της αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Συνεπώς, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας ή για τους ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια, ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης

- τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό της αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσο του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως

- για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως

- για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.

Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Παράταση του διαστήματος QT Προσοχή θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τη χρήση φθοροκινολονών, συμπεριλαμβανομένων της λεβοφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT όπως, για παράδειγμα:

- συγγενές σύνδρομο παράτασης QT

- συγχορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κλάση ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά ).

- μη διορθωμένες ηλεκτρολυτικές διαταραχές (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)

- καρδιακή νόσος (π.χ.. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι σε φάρμακα που παρατείνουν το QTc. Επομένως χρειάζεται προσοχή η χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς (βλέπε παράγραφο

4.2 Πληθυσμός Ηλικιωμένων, 4.5, 4.8, και 4.9).

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα της νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8)

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων οδών Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης έως και θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με λεβοφλοξασίνη, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες νόσους, όπως σήψη (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να διακόψουν τη θεραπεία και να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αν σημεία και συμπτώματα ηπατικής νόσου αναπτυχθούν όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα.

Παρόξυνση μυασθένειας gravis Οι φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, μπορούν να προκαλέσουν νευρομυϊκό αποκλεισμό και μπορεί να επιδεινώσουν τη μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις μετά την κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων θανάτων και της ανάγκης για αναπνευστική υποστήριξη, έχουν συσχετισθεί με τη χρήση φθοριοκινολονών σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Η λεβοφλοξασίνη δεν συστήνεται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό μυασθένειας gravis.

Διαταραχές όρασης Εάν η όραση επηρεαστεί ή παρουσιάζονται κάποιες επιδράσεις στους οφθαλμούς, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ενός οφθαλμίατρου αμέσως (βλ. παραγράφους 4.7 και 4.8).

Επαναλοίμωξη Η χρήση λεβοφλοξασίνης, ειδικά εάν είναι παρατεταμένη, μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη ανάπτυξη μη-ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας εμφανισθεί νέα λοίμωξη, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Παρεμβολή σε εργαστηριακή εξέταση Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοφλοξασίνη, ο προσδιορισμός οπιούχων στα ούρα μπορεί να δώσει ψευδώς-θετικά αποτελέσματα. Μπορεί να είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση των θετικών αποτελεσμάτων σε ελέγχους ανίχνευσης οπιούχων μέσω μίας περισσότερο ειδικής μεθόδου.

Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να αναστείλει την ανάπτυξη του Mycobacterium tuberculosis και επομένως, μπορεί να δώσει ψευδώς-αρνητικά αποτελέσματα στη βακτηριολογική διάγνωση της φυματίωσης.

Sunset Yellow Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει τη χρωστική sunset yellow (Ε110), η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη λεβοφλοξασίνη

Άλατα σιδήρου, άλατα ψευδαργύρου, αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο, διδανοσίνη Η απορρόφηση της λεβοφλοξασίνης μειώνεται σημαντικά όταν συγχορηγούνται με το Evoxil άλατα σιδήρου ή αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο ή διδανοσίνη (μόνο σκευάσματα διδανοσίνης με ρυθμιστικούς παράγοντες που περιέχουν αργίλιο ή μαγνήσιο).

Ταυτόχρονη χορήγηση φθοριοκινολονών με πολυβιταμίνες που περιέχουν ψευδάργυρο φαίνεται ότι μειώνει την από του στόματος απορρόφησή τους. Συνιστάται τα σκευάσματα που περιέχουν δισθενή ή τρισθενή κατιόντα όπως άλατα σιδήρου, άλατα ψευδαργύρου ή αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο, ή διδανοσίνη (μόνο σκευάσματα διδανοσίνης με ρυθμιστικούς παράγοντες που περιέχουν αργίλιο ή μαγνήσιο) να μη λαμβάνονται 2 ώρες πριν ή μετά τη χορήγηση των δισκίων Evoxil (βλ. παράγραφο 4.2). Το ανθρακικό ασβέστιο έχει ελάχιστη επίδραση στην από του στόματος απορρόφηση της λεβοφλοξασίνης.

Σουκραλφάτη Η βιοδιαθεσιμότητα της λεβοφλοξασίνης μειώνεται σημαντικά όταν συγχορηγείται με σουκραλφάτη. Αν ο ασθενής πρόκειται να λάβει σουκραλφάτη και Evoxil είναι καλύτερα να χορηγείται η σουκραλφάτη 2 ώρες μετά τη χορήγηση του Evoxil.(δείτε παράγραφο 4.2)

Θεοφυλλίνη, φενμπουφένη ή παρόμοια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα Σε μια κλινική μελέτη δεν βρέθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις της λεβοφλοξασίνης με τη θεοφυλλίνη. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί έντονη μείωση στον ουδό επιληπτικών σπασμών όταν οι κινολόνες συγχορηγούνται με θεοφυλλίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή άλλους παράγοντες που μειώνουν τον ουδό των σπασμών. Οι συγκεντρώσεις της λεβοφλοξασίνης ήταν περίπου 13% υψηλότερες όταν συγχορηγήθηκε φενμπουφένη σε σχέση με τη μονοθεραπεία.

Προβενεσίδη και σιμετιδίνη Η προβενεσίδη και σιμετιδίνη είχαν στατιστικά σημαντική επίδραση στην απέκκριση της λεβοφλοξασίνης. Η νεφρική κάθαρση της λεβοφλοξασίνης μειώνεται από την σιμετιδίνη (24%) και την προβενεσίδη (34%). Αυτό συμβαίνει γιατί και τα δύο φάρμακα μπορούν να εμποδίσουν τη σωληναριακή απέκκριση της λεβοφλοξασίνης. Ωστόσο, στις δόσεις που δοκιμάστηκαν στη μελέτη η στατιστικά σημαντική φαρμακοκινητική διαφορά είναι απίθανο να έχει κλινική σημασία. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν η λεβοφλοξασίνη συγχορηγείται με φάρμακα που επιδρούν στη σωληναριακή απέκκριση όπως η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.

Άλλες σχετικές πληροφορίες Κλινικές φαρμακολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης δεν επηρεάστηκε σε κλινικά σημαντικό βαθμό όταν χορηγήθηκε μαζί με τα ακόλουθα φάρμακα: ανθρακικό ασβέστιο, διγοξίνη, γλιβενκλαμίδη, ρανιτιδίνη.

Επίδραση της λεβοφλοξασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Κυκλοσπορίνη Η ημιπερίοδος ζωής της κυκλοσπορίνης αυξάνεται κατά 33% όταν συγχορηγείται με λεβοφλοξασίνη.

Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ Αυξημένες τιμές των εξετάσεων για την εκτίμηση της πήξης του αίματος (pt/inr) ή/ και αιμορραγία η οποία μπορεί να είναι σοβαρή, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται λεβοφλοξασίνη σε συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ.

βαρφαρίνη). Συνεπώς θα πρέπει στους ασθενείς αυτούς να παρακολουθείται η πήξη του αίματος σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (δείτε παράγραφο 4.4).

Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT

Η λεβοφλοξασίνη, όπως και οι άλλες φθοριοκινολόνες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κλάση ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωσικά) (βλέπε παράγραφο 4.4 «Παράταση διαστήματος QT»).

Άλλες σχετικές πληροφορίες Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης, η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της θεοφυλλίνης (που είναι αντιπροσωπευτικό υπόστρωμα του CYP1A2), υποδεικνύοντας ότι η λεβοφλοξασίνη δεν είναι αναστολέας του CYP1A2.

Άλλα μορφές αλληλεπίδρασης Τροφή Δεν υπάρχει κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με τρόφιμα. Τα Evoxil δισκία μπορούν συνεπώς να χορηγούνται ανεξάρτητα από την πρόσληψη τροφής.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία.

Εγκυμοσύνη Υπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της λεβοφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις όσον αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Ωστόσο, λόγω της απουσίας στοιχείων σε ανθρώπους και λόγω των πειραματικών στοιχείων που υποδηλώνουν κίνδυνο βλάβης του συζευκτικού χόνδρου του αναπτυσσόμενου οργανισμού από τις φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).

ΘηλασμόςΗ λεβοφλοξασίνη αντενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της λεβοφλοξασίνης στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, άλλες φθοριοκινολόνες απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

Λόγω της απουσίας στοιχείων σε ανθρώπους και λόγω των πειραματικών στοιχείων που υποδηλώνουν κίνδυνο βλάβης του συζευκτικού χόνδρου του αναπτυσσόμενου οργανισμού από τις φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.(δείτε παραγράφους 4.3 και 5.3).

Γονιμότητα Η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα στους αρουραίους.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη/ ίλιγγος, νωθρότητα, διαταραχές της όρασης)

είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης του ασθενή και γι’αυτό να δημιουργήσουν κίνδυνο σε καταστάσεις όπου οι ικανότητες αυτές είναι ιδιαίτερης σημασίας (π.χ οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμό μηχανημάτων).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πληροφορίες που ακολουθούν βασίζονται σε στοιχεία από κλινικές μελέτες σε περισσότερους από 8.300 ασθενείς και σε εκτεταμένη εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά.

Οι συχνότητες στον παρακάτω πίνακα ορίζονται με τη χρήση των ακόλουθων ορισμών:

Πολύ συχνές (≥1/10)

Συχνές (≥1/100 μέχρι <1/10)

Όχι συχνές (≥1/1000 μέχρι <1/100)

Σπάνιες (≥1/10000 μέχρι <1/1000)

Πολύ σπάνιες (<1/10000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας

Κατηγορία Οργάνου ΣυστήματοςΣυχνές (≥1/100 έως <1/10 )Όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100)Σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000)Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΜυκητίαση συμπεριλαμβ ανομένης της λοίμωξης από Candida Αντίσταση των παθογόνων
Διαταραχές του αιμοποιητικο ύ και του λεμφικού συστήματοςΛευκοπενία ΗωσινοφιλίαΘρομβοπενία ΟυδετεροπενίαΠανκυτταροπενία Ακοκκιοκυτταραιμία Αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικ ού συστήματοςΑγγειοοίδημα Υπερευαισθησία (βλ. παράγραφο 4.4)Αναφυλακτική α καταπληξία Αναφυλακτοειδής α καταπληξία (βλ. παράγραφο 4.4)
Ενδοκρινικές διαταραχέςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμο ύ και της θρέψηςΑνορεξίαΥπογλυκαιμία, ιδιαίτερα σε διαβητικούς ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4)Υπεργλυκαιμία Υπογλυκαιμικό κώμα (βλ. παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές*ΑϋπνίαΆγχος Συγχυτική κατάσταση ΝευρικότηταΨυχωσικές αντιδράσεις (π.χ. με ψευδαισθήσεις, παράνοια) Κατάθλιψη Διέγερση Ανώμαλα όνειρα ΕφιάλτεςΨυχωσική διαταραχή με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομέν ου του αυτοκτονικού ιδεασμού ή της απόπειρας αυτοκτονίας (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος*Κεφαλαλ γία ΖάληΥπνηλία Τρόμος ΔυσγευσίαΣπασμοί, (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4) ΠαραισθησίαΠεριφερική αισθητική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Περιφερική αισθητικοκινητική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Παροσμία συμπεριλαμβανομέν ης της ανοσμίας
Δυσκινησία Εξωπυραμιδική διαταραχή Αγευσία Συγκοπή Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
Οφθαλμικές διαταραχές*Οπτικές διαταραχές όπως όραση θαμπή (βλ. παράγραφο 4.4)Παροδική απώλεια όρασης (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου*ΊλιγγοςΕμβοέςΑπώλεια ακοής Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
Καρδιακές διαταραχές **Ταχυκαρδία Αίσθημα παλμώνΚοιλιακή ταχυκαρδία που μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανακοπή Κοιλιακή αρρυθμία και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT), παράταση QT στο ηλεκτροκαρδιογράφη μα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.9)
Αγγειακές διαταραχές **Μόνο για την ενέσιμη μορφή: ΦλεβίτιδαΥπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικο ύ συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιο υΔύσπνοιαΒρογχόσπασμος Αλλεργική πνευμονίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικ ούΔιάρροια Έμετος ΝαυτίαΚοιλιακό άλγος Δυσπεψία Μετεωρισμό ς Δυσκοιλιότη ταΑιμορραγική διάρροια, η οποία σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ενδεικτική εντεροκολίτιδας, συμπεριλαμβανόμεν ης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλ.
παράγραφο 4.4) Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΑυξημένε ς τιμές ηπατικών ενζύμων (ALT / AST, αλκαλική φωσφατά ση, γGT)Αυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΊκτερος και σοβαρή ηπατική βλάβη, συμπεριλαμβανομέν ων θανατηφόρων περιστατικών με οξεία ηπατική ανεπάρκεια, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες νόσους (βλ. παράγραφο 4.4) Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου β ιστούΕξάνθημα Κνησμός Κνίδωση ΥπερίδρωσηΑντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. παράγραφο 4.4), Εντοπισμένο φαρμακευτικό εξάνθημαΤοξική επιδερμική νεκρόλυση Σύνδρομο Stevens- Johnson Πολύμορφο ερύθημα Αντίδραση φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4) Λευκοκυτταροκλαστ ική αγγειίτιδα Στοματίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικο ύ συστήματος και του συνδετικού ιστού*Αρθραλγία ΜυαλγίαΔιαταραχές των τενόντων (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4), συμπεριλαμβανομέ νης της τενοντίτιδας (π.χ. του Αχίλλειου τένοντα) Μυϊκή αδυναμία, η οποία μπορεί να είναι ιδιαίτερης σημασίας σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. παράγραφο 4.4)Ραβδομυόλυση Ρήξη τένοντα (π.χ. του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4) Ρήξη συνδέσμου Ρήξη μυός Αρθρίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΟξεία νεφρική ανεπάρκεια (π.χ. οφειλόμενη σε διάμεση νεφρίτιδα)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης*Μόνο για την ενέσιμη μορφή: Αντίδρασ η της θέσης έγχυσης (πόνος,ΕξασθένισηΠυρεξίαΠόνος (συμπεριλαμβανομέν ων των πόνων στο στήθος, την πλάτη και τα άκρα

κοκκίνισμ α)

α Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μπορεί ορισμένες φορές να εμφανιστούν ακόμη και μετά την πρώτη δόση.

β Βλεννογονοδερματικές αντιδράσεις μπορεί ορισμένες φορές να εμφανιστούν ακόμη και μετά την πρώτη δόση.

*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία, κατάθλιψη, κόπωση, διαταραχή της μνήμης, διαταραχές του ύπνου, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες έχουν συσχετισθεί με τη χορήγηση φθοροκινολόνη περιλαμβάνουν:

• επεισόδια πορφυρίας σε ασθενείς με πορφυρία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Σύμφωνα με τις μελέτες τοξικότητας σε πειραματόζωα ή μελέτες κλινικής φαρμακολογίας που διεξήχθησαν με δόσεις μεγαλύτερες των θεραπευτικών δόσεων, τα πλέον σημαντικά σημεία που αναμένεται να εκδηλωθούν μετά από οξεία υπερδοσολογία δισκίων Evoxil είναι τα συμπτώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως σύγχυση, ζάλη, διαταραχή της συνείδησης και σπασμοί, παράταση του διαστήματος QT, καθώς και γαστρεντερικές αντιδράσεις όπως ναυτία και διάβρωση βλεννογόνου.

Επιδράσεις από το ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων της συγχυτικής κατάστασης, των σπασμών, των ψευδαισθήσεων και του τρόμου, έχουν παρατηρηθεί από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, συμπτωματική θεραπεία θα πρέπει να εφαρμοστεί.

Ηλεκτροκαρδιογραφική (ΗΚΓ) παρακολούθηση θα πρέπει να αναληφθεί, λόγω της δυνατότητας της επιμήκυνσης του διαστήματος QT. Τα αντιόξινα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την προστασία του γαστρικού βλεννογόνου. Αιμοκάθαρση, συμπεριλαμβανομένης περιτοναϊκής κάθαρσης και CAPD, δεν είναι αποτελεσματική για την εξάλειψη της λεβοφλοξασίνης από το σώμα.

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακευτική κατηγορία: αντιβακτηριακές κινολόνες, φθοριοκινολόνες Κωδικός ATC: J01MA12 H λεβοφλοξασίνη είναι ένα συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας της κατηγορίας των φθοριοκινολονών και είναι το S (-) εναντιομερές του ρακεμικού μίγματος της φαρμακευτικής ουσίας οφλοξασίνης.

Μηχανισμός δράσης Ως αντιβακτηριακός παράγοντας της κατηγορίας των φθοριοκινολονών,η λεβοφλοξασίνη δρα στο σύμπλεγμα της DNA-DNA-γυράσης και της τοποϊσομεράσης IV.

PK / PD σχετικότητα Ο βαθμός της βακτηριοκτόνου δράσης της λεβοφλοξασίνης εξαρτάται από την αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) ή την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) και την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC).

Μηχανισμός ανάπτυξης αντοχής Η ανάπτυξη αντοχής οφείλεται σε μία σταδιακή διαδικασία μεταλλάξεων των περιοχών- στόχων των τοποϊσομερασών τύπου ΙΙ, της DNA γυράσης και της τοποϊσομεράσης IV. Άλλοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής όπως το φράγμα διαπερατότητας (συχνό στο Pseudomonas aeruginosa) και οι μηχανισμοί εκροής μπορεί επίσης να επηρεάσουν την ευαισθησία στη λεβοφλοξασίνη.

Έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ λεβοφλοξασίνης και άλλων φθοριοκινολονών. Λόγω του μηχανισμού δράσης, δεν υπάρχει γενικά διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ λεβοφλοξασίνης και άλλων κατηγοριών αντιβακτηριδιακών παραγόντων.

Όρια ευαισθησίας Η EUCAST συνιστά MIC όρια ευαισθησίας για την λεβοφλοξασίνη, χωρίζοντας τους ευαίσθητους από τους ενδιάμεσης ευαισθησίας οργανισμούς και τους ενδιάμεσης ευαισθησίας από τους ανθεκτικούς οργανισμούς και παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα για τις δοκιμές MIC (mg / L).

EUCAST κλινικές MIC όρια ευαισθησίας για λεβοφλοξασίνη (έκδοση 2.0, 2012-01-01):

PathogenSusceptibleResistant
Enterobacteriaceae≤1 mg/l>2 mg/l
Pseudomonas spp.≤1 mg/l>2 mg/l
Acinetobacter spp.≤1 mg/l>2 mg/l
Staphylococcus spp.≤1 mg/l>2 mg/l
S.pneumoniae1≤2 mg/l>2 mg/l
Streptococcus A, B, C, G≤1 mg/l>2 mg/l
H., influenzae2,3≤1 mg/l>1 mg/l
M. catarrhalis3≤1 mg/l>1 mg/l
Non-species related breakpoints4≤1 mg/l>2 mg/l

1 Τα όρια ευαισθησίας σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης.

2 Χαμηλά επίπεδα αντίστασης στη φθοριοκινολόνη (τιμή MIC για την σιπροφλοξασίνη από

0,12-0,5 mg/l) μπορεί να προκύψουν αλλά δεν έχει αποδειχτεί ότι αυτή η αντίσταση είναι κλινικά σημαντική σε λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος με H. influenzae.

3 Στελέχη με τιμές MIC άνω των ορίων ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Οι δοκιμασίες ταυτοποίησης και αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε οποιοδήποτε

τέτοιο απομονωμένο στέλεχος θα πρέπει να επαναλαμβάνονται και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιωθεί, τότε το απομονωμένο στέλεχος θα αποστέλλεται σε ένα εργαστήριο αναφοράς.

Μέχρι να υπάρχει απόδειξη σχετικά με την κλινική απόκριση του επιβεβαιωμένου απομονωμένου στελέχους με τιμές MIC μεγαλύτερες των τρεχόντων ορίων αντίστασης θα αναφέρονται ανθεκτικοί.

4 Τα όρια ευαισθησίας εφαρμόζονται σε από του στόματος δόση των 500 mg x 1 έως 500 mg x 2 και σε ενδοφλέβια δόση 500 mg x 1 έως 500 mg x 2 Ο επιπολασμός της αντοχής μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζονται σοβαρές λοιμώξεις. Όταν είναι απαραίτητο, γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων πρέπει να ζητούνται όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων να είναι αμφισβητήσιμη.

ΣΥΝΗΘΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Bacillus anthracis Staphylococcus aureus ευαίσθητος σε μεθικιλλίνη Staphylococcus saprophyticus Streptococci, group C και G Streptococcus agalactiae Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Eikenella corrodens Haemophilus influenzae Haemophilus para-influenzae Klebsiella oxytoca Moraxella catarrhalis Pasteurella multocida Proteus vulgaris Providencia rettgeri Αναερόβια βακτήρια Peptostreptococcus Άλλα Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Chlamydia trachomatis Legionella pneumophila Mycoplasma pneumoniae Mycoplasma hominis Ureaplasma urealyticum ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΤΟΧΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Enterococcus faecalis Staphylococcus aureus ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη# Coagulase negative Staphylococcus spp Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Acinetobacter baumannii Citrobacter freundii Enterobacter aerogenes

Enterobacter cloacae Escherichia coli Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Proteus mirabilis Providencia stuartii Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens Αναερόβια βακτήρια Bacteroides fragilis ΕΓΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Enterococcus faecium # Ο ανθεκτικός στη μεθικιλίνη S. aureus (MRSA) είναι πολύ πιθανό να διαθέτει από κοινού ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση της λεβοφλοξασίνης είναι ταχεία και σχεδόν πλήρης, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται μέσα σε 1 έως 2 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 99-100%.

Η τροφή έχει μικρή επίδραση στην απορρόφηση της λεβοφλοξασίνης.

Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 48 ωρών, με ένα δοσολογικό σχήμα 500 mg μία ή δύο φορές ημερησίως.

Κατανομή Περίπου το 30-40% της λεβοφλοξασίνης δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του ορού.

Ο μέσος όγκος κατανομής της λεβοφλοξασίνης είναι περίπου 100 l μετά από εφάπαξ ή μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις των 500 mg, υποδηλώνοντας ευρεία κατανομή στους ιστούς του σώματος.

Διείσδυση στους ιστούς και στα υγρά του σώματος.

Η λεβοφλοξασίνη έχει αποδειχθεί ότι διεισδύει στον βρογχικό βλεννογόνο, στο υγρό επένδυσης του βλεννογόνου των βρόγχων, στα κυψελιδικά μακροφάγα, τον πνευμονικό ιστό, στο δέρμα (υγρό φυσαλίδων), στον προστατικό ιστό και στα ούρα. Ωστόσο, η λεβοφλοξασίνη παρουσιάζει μικρή διείσδυση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Βιομετασχηματισμός Η λεβοφλοξασίνη μεταβολίζεται σε πολύ μικρή έκταση, οι μεταβολίτες είναι η desmethy- levofloxacin και η levofloxacin N-oxide. Αυτοί οι μεταβολίτες αντιστοιχούν με λιγότερο από 5% της δόσης που αποβάλλεται στα ούρα. Η λεβοφλοξασίνη είναι στερεοχημικά σταθερή και δεν υφίσταται πολική μετατροπή.

Αποβολή Μετά την από του στόματος και την ενδοφλέβια χορήγηση, η λεβοφλοξασίνη αποβάλλεται από το πλάσμα (T1/2: 6-8 ώρες) σχετικά αργά. Η απέκκριση είναι κυρίως νεφρική (>85% της χορηγηθείσας δόσης)

Η μέση ολική σωματική απέκκριση της λεβοφλοξασίνης μετά από μία δόση των 500 mg ήταν 175 ± 29,2 ml/min.

Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, που δείχνει ότι η στοματική και η ενδοφλέβια οδός είναι εναλλακτικές η μία της άλλης.

Γραμμικότητα Η λεβοφλοξασίνη υπακούει γραμμική φαρμακοκινητική σε εύρος από 50 έως 1000 mg.

Ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης επηρεάζεται από την νεφρική ανεπάρκεια. Με τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, η νεφρική απέκκριση και κάθαρση είναι μειωμένη, και ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται, όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί:

Φαρμακοκινητική επί νεφρικής ανεπάρκειας μετά από μία από του στόματος δόση των 500 mg

CI (ml/min) CR<2020-4950-80
CI (ml/min) R132657
T (h) ½35279

Ηλικιωμένοι ασθενείς Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης ανάμεσα σε νεαρούς και ηλικιωμένους ασθενείς εκτός από αυτές που σχετίζονται με τις διαφορές στην κάθαρση κρεατινίνης.

Διάφορες ως προς το φύλο Χωριστές αναλύσεις για ασθενείς και των δύο φύλων έδειξαν μικρή έως οριακή διαφορά ανάλογα με το γένος στη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτή η διαφορά των γενών είναι κλινικής σημασίας.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μη κλινικά δεδομένα δε αποκάλυψαν κάποιο ειδικό κίνδυνο για τους ανθρώπους με βάσει συμβατικές μελέτες μιας δόσης, τοξικότητα επαναλαμβανόμενης δόσης, δυναμικό καρκινογένεσης και τοξικότητα στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη.

Η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική επίδοση των επιμύων ενώ η μόνη επίδρασή της στα έμβρυα ήταν η καθυστερημένη ωρίμανση, ως αποτέλεσμα τοξικότητας στη μητέρα.

Η λεβοφλοξασίνη δεν προκάλεσε γονιδιακές μεταλλάξεις σε κύτταρα βακτηρίων ή θηλαστικών, αλλά προκάλεσε in vitro χρωμοσωμικές παρεκκλίσεις σε κύτταρα πνευμόνων κινεζικών hamster. Αυτές οι δράσεις μπορούν να αποδοθούν στην αναστολή της τοποϊσομεράσης ΙΙ. Δοκιμασίες in vivo (μικροπύρηνα, ανταλλαγή αδελφών χρωματίδων, μη προγραμματισμένη σύνθεση DNA, κύριες θανατηφόρες δοκιμασίες) δεν κατέδειξαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο γονοτοξικότητας.

Μελέτες σε μύες έδειξαν ότι η λεβοφλοξασίνη έχει φωτοτοξική δράση μόνο σε πολύ υψηλές δόσεις. Η λεβοφλοξασίνη δεν έδειξε κανένα δυναμικό γονοτοξικότητας σε μία ανάλυση φωτομεταλλαξιογένεσης και μείωσε την ανάπτυξη του όγκου σε μία ανάλυση φωτοκαρκινογένεσης.

Όπως και οι άλλες φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη έδειξε επιδράσεις στους χόνδρους (φλυκταίνωση και κοιλάνσεις) σε επίμυες και σκύλους. Αυτά τα ευρήματα ήταν περισσότερο έντονα σε νεαρά ζώα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ.

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου: Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη Κροσποβιδόνη Στεατικό μαγνήσιο Επικάλυψη δισκίου: Υπρομελλόζη FD&C blue #2/Indigo carmine aluminium lake (E132)

FD&C yellow #6/Sunset Yellow FCF aluminium lake (E110)

Οξείδιο του σιδήρου ερυθρό (E172), Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000, Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

Οξείδιο του σιδήρου κίτρινο (Ε172)

6.2 Ασυμβατικότητες

Δεν αναφέρονται

6.3 Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Διατηρείται τον περιέκτη στην εξωτερική συσκευασία για να προφυλάσσεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διάφανο PVC/PE/PVDC/Aluminium μπλίστερ σε χάρτινο κουτί.

Μέγεθος συσκευασίας: Συσκευασία 5,7 ή 10 δισκίων.

Μέγεθος συσκευασίας: Συσκευασία 5,7 ή 10 δισκίων.

6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισμού

Μια εγκοπή επιτρέπει την προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους απαιτήσεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΤΕΝ Α.Β.Ε.Ε.

Δερβενακίων 6, 153 51 Παλλήνη Αττικής, Ελλάδα Τηλ: 210- 6604300 Fax: 210-6666749 e-mail: info@pharmathen.com

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

73882/10-10-2016

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ 3336/17-1-2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣHΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2831701_SPC_2831701_4.pdf