Clinio Logo
Clinio
FINAZIL › ΠΧΠ

FINAZIL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 2 πίνακες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Finazil 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 5 mg φιναστερίδης.

Έκδοχο με γνωστή δράση: Το Finazil 5 mg περιέχει 92 mg μονουδρικής λακτόζης ανά δισκίο, νάτριο και βενζοϊκό οξύ.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Ανοιχτό μπλε, κυκλικό, αμφίκυρτο, επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίo.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Η φιναστερίδη ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη (ΚΥΠ)

με σκοπό τη μείωση του όγκου του οργάνου, τη βελτίωση της ροής των ούρων και των συμπτωμάτων της ΚΥΠ, τη μείωση του κινδύνου οξείας επίσχεσης των ούρων και της ανάγκης για χειρουργική επέμβαση είτε πρόκειται για διουρηθρική εκτομή του προστάτου είτε για προστατεκτομή.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η συνιστώμενη δόση είναι 5 mg την ημέρα, με η χωρίς τροφή. Το Finazil μπορεί να χορηγηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με τον ανταγωνιστή των α1-αδρενεργικών υποδοχέων δοξαζοσίνη (βλ.

παράγραφο 5.2) ‘Παρά το γεγονός ότι βελτίωση μπορεί να εμφανιστεί νωρίς,είναι απαραίτητη τουλάχιστον 6μηνη θεραπεία, για να εκτιμηθεί η η επίτευξη ωφέλιμης ανταπόκρισης. Πρέπει να γίνονται περιοδικές εκτιμήσεις του ασθενούς προκειμένου να αξιολογηθεί εαν έχει επιτευχθεί κλινική ανταπόκριση.

Δοσολογία σε νεφρική ανεπάρκεια Δεν απαιτείται κάποια δοσολογική αναπροσαρμογή σε ασθενείς με οποιοδήποτε βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης έως και 9 ml/min) καθώς από μελέτες

φαρμακοκινητικής δεν παρουσιάστηκε κάποια αλλαγή στη διαθεσιμότητα της φιναστερίδης.

Δοσολογία σε ηλικιωμένους Δεν απαιτείται κάποια αναπροσαρμογή της δοσολογίας αν και μελέτες φαρμακοκινητικής δείχνουν ότι η απέκκριση της φιναστερίδης είναι ελάχιστα μειωμένη σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών.

Δοσολογία σε ηπατική ανεπάρκεια Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χορήγηση της φιναστερίδης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.

4.3 Αντενδείξεις

H φιναστερίδη δεν ενδείκνυται για χρήση στις γυναίκες ή τα παιδιά.

H φιναστερίδη αντενδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:

-Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου.

Κύηση:-Χρήση σε γυναίκες που είναι ή μπορεί να μείνουνέγκυες (βλέπε παραγράφους 4.4 Ειδικές Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση. ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ, Έκθεση σε φιναστερίδη - Κίνδυνος για το άρρεν έμβρυο και 4.6 Κύηση και γαλουχία).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το FINAZIL περιέχει λακτόζη, νάτριο και βενζοϊκό οξύ.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει μια μορφή σακχάρου που ονομάζεται λακτόζη. Αν ο γιατρός σας σας ενημέρωσε ότι έχετε δυσανεξία σε ορισμένα σάκχαρα, επικοινωνήστε με το γιατρό σας πριν πάρετε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, δηλαδή είναι ουσιαστικά "ελεύθερο νατρίου".

Αυτό το φάρμακο περιέχει 0.500 mg βενζοϊκού οξέος/βενζοϊκού άλατος ανά δισκίο.Το Βενζοϊκό οξύ μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο (κίτρινη χρώση του δέρματος και των ματιών) σε νεογέννητα βρέφη (μέχρι 4 εβδομάδων).

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Το FINAZIL δεν ενδείκνυται για χρήση στα παιδιά (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ, Παιδιατρική χρήση), ή γυναίκες (βλέπε την παρακάτω παράγραφο Έκθεση σε φιναστερίδη ‐ Κίνδυνος για το άρρεν έμβρυο και παράγραφο 4.6.

Κύηση και γαλουχία).

ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΦΙΝΑΣΤΕΡΙΔΗ ‐ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΡΕΝ ΕΜΒΡΥΟ Οι γυναίκες που είναι έγκυες ή μπορεί να μείνουν έγκυες δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με θρυμματισμένα ή σπασμένα δισκία FINAZIL εξαιτίας της πιθανότητας αποβολής καθώς και του κίνδυνο για το άρρεν έμβρυο λόγω της περιεχόμενης φιναστερίδης (βλέπε παράγραφο 4.6 Κύηση και Γαλουχία). Τα δισκία FINAZIL είναι επικαλυμμένα και αποτρέπουν την επαφή με το δραστικό συστατικό όταν χρησιμοποιούνται κανονικά, με την προϋπόθεση ότι τα δισκία δεν έχουν σπάσει ή δεν έχουν θρυμματισθεί.

Οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται φιναστερίδη δεν θα πρέπει να δώσουν αίμα για ένα μήνα μετά την διακοπή της θεραπείας.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ Γενικά:

Προκειμένου να αποφεύγονται επιπλοκές αποφρακτικού τύπου είναι σημαντικό οι ασθενείς που έχουν μεγάλο υπόλειμμα ούρων ή/και πολύ μειωμένη ροή ούρων να ελέγχονται προσεκτικά. Το ενδεχόμενο χειρουργικής επέμβασης θα πρέπει να είναι μία εναλλακτική επιλογή.

Επιδράσεις στο PSA και έλεγχος για καρκίνο Δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι τώρα κάποιο κλινικό όφελος στους ασθενείς με καρκίνο του προστάτη που θεραπεύονται μεFINAZIL.. Ασθενείς με ΚΥΠ και αυξημένο ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA)

παρακολουθήθηκαν σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με επανειλημμένες μετρήσεις PSA και βιοψίες του προστάτη. Σε αυτές τις μελέτες ΚΥΠ, το FINAZIL δε φάνηκε να μεταβάλλει τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του προστάτη. Η συνολική συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του προστάτη δεν ήταν σημαντικά διαφορετική στους ασθενείς που ελαμβαναν θεραπεία με FINAZIL ή placebo.

Δακτυλική εξέταση δια του ορθού, καθώς και άλλες εξετάσεις για καρκίνο του προστάτη, συνιστάται να γίνονται πριν από την έναρξη θεραπείας με FINZILκαθώς και περιοδικά μετά την έναρξή της.

Γενικά μία βασική τιμή για το PSA >10 ng/ml (Hybritech) προτρέπει σε περαιτέρω έλεγχο και σε διενέργεια βιοψίας. Για επίπεδα PSA μεταξύ 4 και 10 ng/ml, περαιτέρω έλεγχος θεωρείται ενδεδειγμένος. Υπάρχει αξιοσημείωτη υπερκάλυψη μεταξύ των τιμών του PSA σε άνδρες με και χωρίς καρκίνο του προστάτη. Για το λόγο αυτό σε άνδρες με ΚΥΠ, τιμές του PSA εντός των φυσιολογικών ορίων αναφοράς δεν αποκλείουν τον καρκίνο του προστάτη, ανεξάρτητα από τη θεραπείας μεFINAZIL. Μια αρχική τιμή του PSA <4 ng/ml δεν αποκλείει την ύπαρξη καρκίνου του προστάτη.

To FINAZIL μειώνει τις συγκεντρώσεις του PSA στον ορό περίπου κατά 50%, σε ασθενείς με ΚΥΠ ακόμα και κατά την παρουσία καρκίνου του προστάτη. Η μείωση αυτή των επιπέδων του PSA στον ορό στους ασθενείς με ΚΥΠ που λαμβάνουν θεραπεία με FINAZIL πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν, όταν γίνεται εκτίμηση των δεδομένων για το PSA και δεν αποκλείει ταυτόχρονη ύπαρξη καρκίνου του προστάτη. Η μείωση αυτή είναι προβλέψιμη για όλο το φάσμα των τιμών του PSA αν και μπορεί να ποικίλει σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Ανάλυση των τιμών του PSA σε περισσότερους από 3.000 ασθενείς σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo, μελέτη διάρκειας τεσσάρων ετών της φιναστερίδης όπου μελετήθηκε η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια (της φιναστερίδης Long-term Efficacy and Safety Study, PLESS), επιβεβαίωσε ότι στους τυπικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg, για έξι μήνες ή περισσότερο, οι μετρώμενες τιμές PSA θα πρέπει να διπλασιάζονται για να είναι συγκρίσιμες με τις φυσιολογικές τιμές των ανδρών που δεν λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή. Η προσαρμογή αυτή διατηρεί την ευαισθησία και ειδικότητα του ελέγχου PSA και διατηρεί την ικανότητά του να ανιχνεύυει τον καρκίνο του προστάτη.

Οποιαδήποτε υφιστάμενη αύξηση των επιπέδων του PSA κατά τη διάρκεια της θεραπείας με FINAZILπρέπει να ελέγχεται προσεκτικά, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης να μην υπάρχει συμμόρφωση στη θεραπεία με FINAZIL.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου/εργαστηριακών εξετάσεων- Επίδραση στα επίπεδα PSA Οι συγκεντρώσεις του PSA στον ορό συσχετίζεται με την ηλικία του ασθενή και τον όγκο του προστάτη, ο οποίος επίσης συσχετίζεται με την ηλικία του ασθενή. Κατά τον εργαστηριακό έλεγχο των επιπέδων του PSA, πρέπει να ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι τα επίπεδα του PSA μειώνονται στους ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg. Στους περισσότερους ασθενείς, μια ταχεία μείωση του PSA παρατηρείται στους πρώτους μήνες θεραπείας και στη συνέχεια τα επίπεδα του PSA σταθεροποιούνται σε μία νέα αρχική τιμή. Η αρχική τιμή υπό θεραπεία προσεγγίζει τη μισή τιμή προ της θεραπείας. Γι’ αυτόν το λόγο στους τυπικούς ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg για έξι μήνες ή περισσότερο, οι μετρώμενες τιμές PSA θα πρέπει να διπλασιάζονται για να είναι συγκρίσιμες με τις φυσιολογικές τιμές των ανδρών που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Για κλινική ερμηνεία, βλέπε πιο πάνω στην παράγραφο 4.4 Ειδικές

προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, το λήμμα: Επίδραση στο PSA και έλεγχος για καρκίνο του προστάτη.

Το ποσοστό του ελεύθερου PSA (λόγος ελεύθερου προς το συνολικό PSA) δεν μειώνεται σημαντικά από τo FINAZIL. Ο λόγος του ελεύθερου προς το συνολικό PSA παραμένει σταθερός ακόμη και υπό την επίδραση του FINAZILς. Εάν το ποσοστό του ελεύθερου PSA χρησιμοποιείται ως μέσο για την ανίχνευση του καρκίνου του προστάτη, δεν είναι απαραίτητη καμία αναπροσαρμογή στην τιμή του.

Οι αθλητές που συμμετέχουν σε αγώνες πρέπει να ενημερώνουν τον οργανισμό Worldwide Anti- Doping Agency (WADA) πριν από την χρήση αυτού του προϊόντος επειδή η φιναστερίδη μπορεί να παρεμποδίσει τους ελέγχους anti-doping. Η φιναστερίδη δεν είναι στεροειδές αναβολικού τύπου και δεν αυξάνει την απόδοση των αθλητών.

Καρκίνος του μαστού στους άνδρες Κατά την διάρκεια κλινικών μελετών και κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορί στην αγορά έχει αναφερθεί εμφάνιση καρκίνου του μαστού σε άνδρες που λαμβάνουν φιναστερίδη 5 mg.Οι γιατροί πρέπει να συμβουλεύουν τους ασθενείς τους να αναφέρουν αμέσως οποιεσδήποτε αλλαγές όπως όγκους, πόνο, γυναικομαστία ή έκκριμα από τη θηλή του μαστού.

Αλλαγές διάθεσης και κατάθλιψη Αλλαγές διάθεσης που περιλαμβάνουν καταθλιπτική διάθεση, κατάθλιψη και, λιγότερο συχνά, αυτοκτονικό ιδεασμό έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg.

Οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται για ψυχιατρικά συμπτώματα και εάν αυτά υπάρχουν, πρέπει να δοθεί οδηγία στον ασθενή να αναζητήσει ιατρική συμβουλή.

Παιδιατρική χρήση Το FINAZIL δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.

Ηπατική ανεπάρκεια Η επίδραση της ηπατικής ανεπάρκειας στην φαρμακοκινητική της φιναστερίδης δεν έχει μελετηθεί.

Λακτόζη Τα δισκία FINAZIL περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με οποιαδήποτε από τις ακόλουθες γενετικές ανωμαλίες δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο: δυσανεξία στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.

Ηπατική ανεπάρκεια Η επίδραση της ηπατικής ανεπάρκειας στην φαρμακοκινητική της φιναστερίδης δεν έχει μελετηθεί.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν διαπιστωθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα.

Η φιναστερίδη μεταβολίζεται πρωταρχικά, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικάμέσω του συστήματος του κυτοχρώματος P450 3A4.

Αν και ο κίνδυνος να επηρεάζειη φιναστερίδη την φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων υπολογίζεται ότι είναι μικρός, είναι προφανές ότι οι αναστολείς και επαγωγείς του κυτοχρώματος P450 3A4 θα επηρεάσουν την συγκέντρωση της φιναστερίδης στο πλάσμα. Ωστόσο, βάσει καθιερωμένων πλαισίων ασφάλειας, οποιαδήποτε αύξηση λόγω της ταυτόχρονης χρήσης τέτοιων αναστολέων δεν είναι πιθανόν να είναι κλινικά σημαντική.

Μελέτες αλληλεπίδρασης στον άνθρωπο, έχουν γίνει με προπρανολόλη, διγοξίνη, γλιβενκλαμίδη, βαρφαρίνη, θεοφυλλίνη,φεναζόνη,και αντιπυρίνη χωρίς να έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.

Αλληλεπιδράσεις με άλλες φαρμακευτικές ουσίες Αντιπυρίνη: Η αντιπυρίνη χρησιμοποιείται ως πρότυπο, για τα φάρμακα που μεταβολίζονται από το ίδιο ισοενζυματικό κυτόχρωμα Ρ450. Σε 12 ασθενείς που έλαβαν φιναστερίδη 10mg/ημερησίως για 28 ημέρες, η φιναστερίδη δεν επηρέασε τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της αντιπυρίνης ή των μεταβολιτών αυτής.

Προπρανολόλη: Σε 19 υγιείς εθελοντές που έλαβαν φιναστερίδη 5 mg/ημερησίως για 10 ημέρες, η φιναστερίδη δεν επηρέασε τη δραστικότητα των βήτα-αδρενεργικών αναστολέων ή τις συγκεντρώσεις του πλάσματος των εναντιομερών της προπρανολόλης μετά από χορήγηση μιας δόσης προπρανολόλης.

Διγοξίνη: Σε 17 υγιείς εθελοντές που έλαβαν φιανστερίδη 5 mg/ημερησίως για 10 ημέρες, ταυτόχρονη χορήγηση πολλαπλών δόσεων φιναστερίδης και μιας δόσης διγοξίνης δεν είχε καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης και των ανοσολογικά ενεργών μεταβολιτών της στο πλάσμα.

Θεοφυλλίνη: Σε 12 υγιείς ασθενείς εθελοντές που έλαβαν φιναστερίδη 5mg/ημερησίως για 8 ημέρες, η φιναστερίδη αύξησε την κάθαρση της ενδοφλεβίως χορηγηθείσης θεοφυλλίνης κατά 7%, ενώ μείωσε τη διάρκεια ημι-ζωής της κατά 10%. Οι αλλαγές αυτές δεν ήταν κλινικά σημαντικές.

Βαρφαρίνη: Σε 12 ασθενείς χρόνια θεραπευόμενους με βαρφαρίνη, ο χρόνος προθρομβίνης και οι συγκεντρώσεις των εναντιομερών της βαρφαρίνης στο πλάσμα, δεν μεταβλήθηκαν μετά από θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg/ημερησίως για 14 ημέρες.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Το FINAZIL αντενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες που είναι ή μπορεί να μείνουν έγκυες. (βλ.

παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις).

Εξαιτίας της ικανότητας των αναστολέων του τύπου II της 5α-ρεδουκτάσης να εμποδίζουν την μετατροπή

της τεστοστερόνης σε διϋδροτεστοστερόνη, DHT, αυτές οι δραστικές ουσίες, συμππεριλαμβανομένης της φιναστερίδης, μπορεί να προκαλέσουν ανωμαλίες στα εξωτερικά γεννητικά όργανα άρρενος εμβρύου, όταν χορηγηθούν σε γυναίκα που εγκυμονεί .

Έκθεση σε φιναστερίδη - Κίνδυνος για το άρρεν έμβρυο Οι γυναίκες που είναι έγκυες ή μπορεί να μείνουν έγκυες δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με θρυμματισμένα ή σπασμένα δισκία FINAZIL εξαιτίας της πιθανότητας απορρόφησης της φιναστερίδης με επακόλουθο κίνδυνο για το άρρεν έμβρυο. Τα δισκία FINAZIL είναι επικαλυμμένα και αποτρέπουν την επαφή με το δραστικό συστατικό όταν χρησιμοποιούνται κανονικά, με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν σπάσει ή δεν έχουν θρυμματισθεί.

Μικρές ποσότητες φιναστερίδης έχουν ανιχνευθεί στο σπέρμα ατόμων που λάμβαναν 5 mg φιναστερίδης ημερησίως. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό έχει ανεπιθύμητες επιπτώσεις στο άρρεν έμβρυο, εάν η μητέρα του έχει εκτεθεί στο σπέρμα ενός ασθενούς που λαμβάνει θεραπεία με φιναστερίδη. Εάν η σεξουαλική σύντροφος του ασθενούς είναι ή μπορεί να μείνει έγκυος, συνιστάται στον ασθενή να ελαχιστοποιήσει την έκθεση της συντρόφου στο σπέρμα.

Γαλουχία Το FINAZIL δεν ενδείκνυται για χρήση από τις γυναίκες. Δεν είναι γνωστό αν το FINAZIL απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν δεδομένα τα οποία να υποστηρίζουν ότι το FINAZIL επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ανικανότητα και μειωμένη libido. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται κατά το πρώτο διάστημα της θεραπείας και εξαφανίζονται με τη συνέχιση της θεραπείας στην πλειονότητα των ασθενών.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ή/και κατά την χρήση μετά την κυκλοφορία, έχουν κατηγοριοποιηθεί στον παρακάτω πίνακα. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών έχει προσδιορισθεί ως εξής:

Πολύ Συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10000 έως <1/1000), Πολύ σπάνιες (<1/10000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια μετά την κυκλοφορία δεν μπορεί να προσδιορισθεί επειδή αυτές έχουν ληφθεί από αυθόρμητες αναφορές.

ΚατηγορίαOργανικo ΣυστήματοςΣυχνότητα: ανεπιθύμητη ενέργεια
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΜη γνωστές: αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως κνησμός, κνίδωση και αγγειοοίδημα (που περιλαμβάνει οίδημα των χειλέων, της γλώσσας, του τραχήλου και του προσώπου)
Ψυχιατρικές διαταραχέςΣυχνές: μειωμένη σεξουαλική επιθυμία (libido) Μη γνωστής συχνότητας: μειωμένη σεξουαλική επιθυμία (libido) που συνεχίζεται και μετά την διακοπή της θεραπείας. κατάθλιψη, Μη γνωστές : κατάθλιψη, άγχος
Ηπατοχολικές διαταραχέςΜη γνωστές: αυξημένα ηπατικά ένζυμα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΌχι συχνές: εξάνθημα Μη γνωστές: κνησμός, κνίδωση
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΣυχνές: ανικανότητα, μειωμένος όγκος σπέρματος Όχι συχνές: διαταραχές στην εκσπερμάτωση, διαταραχές στην εκσπερμάτωση, η οποία συνεχίζεται και μετά την διακοπή της θεραπείας, ευαισθησία στο μαστό, διόγκωση του μαστού Μη γνωστές: πόνος στους όρχεις, στυτική δυσλειτουργία η οποία συνεχίζεται και μετά την διακοπή της θεραπείας, ανδρική στειρότητα και/ή κακή ποιότητα σπέρματος, αιματοσπερμία. Έχει αναφερθεί βελτίωση ή ανάκτηση της φυσιολογικής ποιότητας του σπέρματος μετά την διακοπή της φιναστερίδης.

Επιπλέον, η ακόλουθη ανεπιθύμητη ενέργεια έχει αναφερθείσε κλινικές μελέτες και κατά την χρήση μετά την κυκλοφορία: καρκίνος του μαστού στους άνδρες (βλ παράγραφο 4.4).

Ιατρική θεραπεία των συμπτωμάτων του προστάτη (Medical Therapy of Prostatic Symptoms, MTOPS)

Κατά την μελέτη MTOPS έγινε σύγκριση φιναστερίδης 5 mg/ημερησίως (n=768), δοξαζοσίνης 4 ή 8 mg/ημερησίως (n=756), συνδυασμένης θεραπείας φιναστερίδης 5 mg/ημερησίως και

δοξαζοσίνης 4 ή 8 mg/ημερησίως (n=786) και εικονικού φαρμάκου (n=737). Στη μελέτη αυτή, το προφίλ ασφάλειας και ανεκτικότητας της συνδυασμένης θεραπείας ήταν γενικά σύμφωνο με τα προφίλ ασφάλειας των μεμονωμένων συστατικών. Η συχνότητα της διαταραχής εκσπερμάτισης στους ασθενείς που έλαβαν συνδυασμένη θεραπεία ήταν συγκρίσιμη με τη συνολική συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας για τις δύο μονοθεραπείες.

Σε μια μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διάρκειας 7 ετών, στην οποία εισήχθησαν 18.882 υγιείς άνδρες, για τους οποίους 9.060 υπήρχαν προς ανάλυση διαθέσιμα στοιχεία από βιοψία δια βελόνης, καρκίνος του προστάτη διαπιστώθηκε σε 803 (18,4%) άνδρες που έπαιρναν φιναστερίδη 5 mg/ημερησίως και σε 1.147 (24,4%) άνδρες που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Στην ομάδα της φιναστερίδης 5 mg/ημερησίως, 280 άνδρες (6,4%) είχαν καρκίνο προστάτη με σκορ Gleason 7-10 που διαπιστώθηκε με βιοψία δια βελόνης, έναντι 237 (5,1%) της ομάδας του εικονικού φαρμάκου.

Περαιτέρω αναλύσεις υποδεικνύουν ότι η αύξηση της επίπτωσης υψηλού βαθμού καρκίνου προστάτη που παρατηρήθηκε στην ομάδα της φιναστερίδης 5 mg μπορεί να οφείλεται στην επίδραση της φιναστερίδης 5 mg στον όγκο του προστάτου(detection bias).

Από το σύνολο των περιπτώσεων με καρκίνο προστάτη που διαγνώσθηκε σ’αυτή την μελέτη, περίπου το 98% ταξινομήθηκε ως ενδοκαψικός (κλινικό στάδιο Τ1 ή Τ2) Η σχέση μεταξύ μακροχρόνιας χρήσης φιναστερίδης 5 mg και όγκων με σκορ Gleason 7-10 είναι άγνωστη.

Ευρήματα εργαστηριακών ελέγχων Όταν γίνεται αξιολόγηση των εργαστηριακών προσδιορισμών του PSA, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ότι τα επίπεδα PSA μειώνονται στους ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με φιναστερίδη (βλ παράγραφο 4.4).. Στην πλειονότητα των ασθενών, παρατηρείται ταχεία μείωση του PSA κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας, μετά τους οποίους τα επίπεδα PSA σταθεροποιούνται σε μια νέα γραμμή αναφοράς. Η γραμμή αναφοράς μετά τη θεραπεία προσεγγίζει το ήμισυ της τιμής προ της θεραπείας.

Επομένως, σε ασθενείς με τυπική θεραπεία με φιναστερίδη 5 mg για έξι μήνες ή περισσότερο, οι τιμές PSA θα πρέπει να διπλασιάζονται όταν συγκρίνονται με τα φυσιολογικά όρια ανδρών που δε λαμβάνουν θεραπεία.

Για κλινική ερμηνεία, βλέπε παράγραφο 4.4, στο λήμμα Επιδράσεις στο PSA και την ανίχνευση καρκίνου του προστάτη.

Καμία άλλη διαφορά δεν παρατηρήθηκε στις τυποποιημένες εργαστηριακές εξετάσεις σε ασθενείς που ελάμβαναν ως θεραπεία εικονικό φάρμακο (placebo) ή φιναστερίδη.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Δε συνιστάται ειδική θεραπεία κατά την υπερδοσολογία με φιναστερίδη. Ασθενείς έλαβαν εφάπαξ δόση φιναστερίδης έως και 400 mg και πολλαπλές δόσεις φιναστερίδης έως και 80 mg/ημέρα για ως και τρεις μήνες, χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: παράγοντες για την θεραπεία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη, τεστοστερόνη -αναστολέας της 5-άλφα-αναγωγάσης κωδικός ATC: G04CB01 ΚΛΙΝΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ Η Καλοήθης Υπερπλασία του Προστάτη (ΚΥΠ) παρουσιάζεται στην πλειονότητα των ανδρών άνω των 50 ετών και η συχνότητα της νόσου αυξάνει με την ηλικία. Από επιδημιολογικές μελέτες προκύπτει ότι η αύξηση του μεγέθους του προστατικού αδένα συνδέεται με 3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για οξεία επίσχεση ούρων και εγχείρηση του προστάτη. Οι άνδρες με μεγάλο μέγεθος προστάτη είναι επίσης 3 φορές πιο πιθανό να είχαν μετρίου έως σοβαρού βαθμού ουρολογικά συμπτώματα ή μείωση στη ροή των ούρων σε σχέση με τους άνδρες με μικρότερο προστάτη.

Η ανάπτυξη και η αύξηση του μεγέθους του προστατικού αδένα, καθώς και η επακόλουθη ΚΥΠ εξαρτάται από το ισχυρό ανδρογόνο 5-α διυδροτεστοστερόνη (DHT). Η τεστοστερόνη που εκκρίνεται από τους όρχεις και τα επινεφρίδια, μετατρέπεται γρήγορα σε DHT από το ένζυμο 5α- ρεδουκτάση πρωταρχικά στον προστατικό αδένα, το ήπαρ και το δέρμα όπου στη συνέχεια δεσμεύεται εκλεκτικά στον πυρήνα των κυττάρων αυτών των ιστών.

Η φιναστερίδη είναι ένας συναγωνιστικός και εξειδικευμένος αναστολέας της 5α-ρεδουκτάσης, με την οποία σχηματίζει προοδευτικά ένα σταθερό ενζυμικό σύμπλοκο, του οποίου η διάσπαση είναι εξαιρετικά αργή (t1/2 = 30 ημέρες). In vivo και In vitro η φιναστερίδη έχει δείξει ότι είναι ένας ειδικός αναστολέας τύπου ΙΙ της 5α-ρεδουκτάσης και δεν έχει συγγένεια με τους υποδοχείς των ανδρογόνων.

Μια από του στόματος δόση φιναστερίδη 5mg, προκαλεί γρήγορη μείωση στη συγκέντρωση της DHT στο πλάσμα με το μέγιστο αποτέλεσμα να εμφανίζεται 8 ώρες μετά την πρώτη δόση. Καθώς τα επίπεδα της φιναστερίδης ποικίλουν καθ’ όλο το 24ωρο, τα επίπεδα της DHT παραμένουν σταθερά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεικνύοντας ότι οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα δε σχετίζονται άμεσα με τις συγκεντρώσεις της DΗT στο πλάσμα.

Σε ασθενείς με ΚΥΠ, η φιναστερίδη όταν δόθηκε για 4 χρόνια σε δόση 5mg/ημέρα έδειξε ότι μειώνει τις συγκεντρώσεις της DHT στην κυκλοφορία περίπου κατά 70% και επίσης συνδέθηκε με μια μέση

μείωση στον όγκο του προστάτη περίπου κατά 20%. Επιπλέον το PSA μειώθηκε περίπου κατά 50% από τις αρχικές τιμές, δείχνοντας έτσι μια μείωση στην αύξηση των προστατικών επιθηλιακών κυττάρων. Η καταστολή της DHT και η υποστροφή στην υπερπλασία του προστάτη μαζί με τη συνοδή μείωση στα επίπεδα του PSA διατηρήθηκαν σε μελέτες διάρκειας έως 4 χρόνων. Σε αυτές τις μελέτες τα επίπεδα της τεστοστερόνης στην κυκλοφορία αυξήθηκαν περίπου κατά 10-20%, ωστόσο παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων.

Όταν η φιναστερίδη δόθηκε για 7-10 ημέρες σε ασθενείς που επρόκειτο να υποβληθούν σε προστατεκτομή, το φάρμακο προκάλεσε μείωση της ενδοπροστατικής DHT περίπου κατά 80%. Η ενδοπροστατική συγκέντρωση της τεστοστερόνης αυξήθηκε έως 10 φορές πάνω από τα προ- θεραπείας επίπεδα.

Σε υγιείς άνδρες εθελοντές που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με φιναστερίδη για 14 ημέρες, διακοπή της θεραπείας είχε ως αποτέλεσμα την επαναφορά των επιπέδων της DHT στο πλάσμα στα προ- θεραπείας επίπεδα μέσα σε 2 εβδομάδες. Σε ασθενείς που έλαβαν φιναστερίδη για τρεις μήνες ο όγκος του προστάτη μειώθηκε περίπου κατά 20%, αλλά επανήλθε στα προ της θεραπείας επίπεδα τρεις περίπου μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Η φιναστερίδη δεν είχε κάποια επίδραση συγκρινόμενη με το placebo στα επίπεδα της κυκλοφορούσας κορτιζόλης, οιστραδιόλης, προλακτίνης, θυροειδοτρόπου ορμόνης ή θυροξίνης.

Επίσης δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στο λιπιδικό προφίλ του πλάσματος (π.χ.

ολική χοληστερόλη, χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνες, υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνες και τριγλυκερίδια) ή στη μέση οστική πυκνότητα. Παρατηρήθηκε αύξηση περίπου 15% στη ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH) και 9% στην θυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH) σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για 12 μήνες, ωστόσο αυτά τα επίπεδα παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων. Η απόκριση της LH και FSH στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GnRH) δεν επηρεάστηκε, γεγονός που δείχνει ότι ο έλεγχος που γίνεται από τον άξονα υπόφυση-όρχεις δεν επηρεάζεται.

Θεραπεία με φιναστερίδη για 24 εβδομάδες για την εκτίμηση των παραμέτρων του σπέρματος, σε υγιείς άρρενες εθελοντές, δεν αποκάλυψε επίδραση στον ολικό όγκο εκσπερμάτησης, στην κινητικότητα του σπέρματος, τη μορφολογία του ή το Ph. Παρατηρήθηκε μια μέση μείωση κατά 0,6 ml στον όγκο εκσπερμάτησης με ταυτόχρονη μείωση στο συνολικό σπέρμα ανά εκσπερμάτηση. Οι παράμετροι αυτοί παρέμειναν εντός φυσιολογικών ορίων και ήταν αναστρέψιμοι με τη διακοπή του φαρμάκου.

Η φιναστερίδη εμφανίστηκε να αναστέλλει το μεταβολισμό του C19 όσο και του C21 στεροειδών και έκτοτε εμφανίστηκε να έχει ανασταλτική επίδραση τόσο στην ηπατική όσο και στην περιφερική δραστηριότητα της 5α-ρεδουκτάσης τύπου ΙΙ. Οι μεταβολίτες της DHT στον ορό, γλυκουρονίδιο, ανδροστενεδιόνη και γλυκουρονίδιο της ανδροστερόνης επίσης μειώθηκαν.

Αυτό το μεταβολικό μοντέλο είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε άτομα με γενετική ανωμαλία στην Τύπου ΙΙ 5α-ρεδουκτάση, τα οποία είχαν αξιοσημείωτα μειωμένα επίπεδα της DHT και μικρού όγκου προστάτες και δεν εμφάνιζαν ΚΥΠ. Τα άτομα αυτά είχαν ουρογεννητικές ανωμαλίες κατά τη γέννηση και βιοχημικές ανωμαλίες ,αλλά δεν είχαν κάποιες άλλες κλινικά σημαντικές διαταραχές, ως συνέπεια της έλλειψης 5α-ρεδουκτάσης τύπου ΙΙ.

Κλινικές Μελέτες Τα στοιχεία από τις μελέτες που περιγράφονται ακολούθως, δείχνουν μειωμένο κίνδυνο για οξεία επίσχεση ούρων και εγχειρητική βελτίωση των συμπτωμάτων που συνδέονται με την ΚΥΠ, αύξηση της μέγιστης ροής ούρησης και μείωση στον όγκο του προστάτη, τα οποία υποδεικνύουν ότι η φιναστερίδη μεταστρέφει την εξέλιξη της ΚΥΠ στους άνδρες με διογκωμένο προστάτη.

Η φιναστερίδη 5mg/ημέρα αρχικά αξιολογήθηκε σε ασθενείς με συμπτώματα ΚΥΠ και εξακριβωμένα διογκωμένο προστάτη με δακτυλική εξέταση, σε δυο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με placebo, διπλές-τυφλές μελέτες, διάρκειας 1 χρόνου και στην ανοιχτή επέκτασή τους διάρκειας 5 χρόνων. Από τους 536 ασθενείς που αρχικά τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη φιναστερίδης 5mg/ημέρα, οι 234 ολοκλήρωσαν την επιπλέον περίοδο θεραπείας των 5 χρόνων και μπόρεσαν να αξιολογηθούν. Οι παράμετροι αποτελεσματικότητας ήταν η βαθμολογία των συμπτωμάτων, η μέγιστη ροή ούρων και ο όγκος του προστάτη.

Η φιναστερίδη αξιολογήθηκε περαιτέρω στην Μεγάλης Διάρκειας Μελέτη Αποτελεσματικότητας και Ασφάλειας της φιναστερίδης (Long-term Efficacy and Safety Study, PLESS) μια διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με plecebo, πολυκεντρική μελέτη διάρκειας 4 χρόνων. Στη μελέτη αυτή εκτιμήθηκε η επίδραση της θεραπείας με φιναστερίδη 5mg/ημέρα στα συμπτώματα της ΚΥΠ και στα ουρολογικά γεγονότα που συνδέονται με την ΚΥΠ (εγχειρητική παρέμβαση [π.χ. διουρηθρική εκτομή του προστάτη και προστατεκτομή] ή οξεία επίσχεση ούρων που χρειάζεται καθετηριασμό). 3.040 ασθενείς ηλικίας από 45 έως 78 ετών με μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα ΚΥΠ και διογκωμένο προστάτη εξακριβωμένο με δακτυλική εξέταση τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη (1.524 στη φιναστερίδη και 1.516 στο placebo) και 3.016 ασθενείς αξιολογήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητα. 1.883 ασθενείς ολοκλήρωσαν την 4 ετών μελέτη (1000 στην ομάδα της φιναστερίδης και 883 στην ομάδα του placebo). Επίσης αξιολογήθηκαν ο μέγιστος ρυθμός ροής ούρων και ο όγκος του προστάτη.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΞΕΙΑ ΕΠΙΣΧΕΣΗ ΟΥΡΩΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ Στην 4 ετών μελέτη PLESS, χειρουργικές επεμβάσεις και οξεία επίσχεση ούρων με ανάγκη για καθετηριασμό συνέβησαν στο 13,3% των ασθενών που ελάμβαναν φιναστερίδη, γεγονός που δείχνει 51% μείωση στον κίνδυνο για χειρουργική επέμβαση ή οξεία επίσχεση ούρων σε διάστημα 4 ετών. Η φιναστερίδη μείωσε τον κίνδυνο για χειρουργικές επεμβάσεις κατά 55% (10,1% για το placebo σε σύγκριση με 4,6% για τη φναστερίδη) και μείωσε τον κίνδυνο για οξεία επίσχεση ούρων κατά 57% (6,7% για το placebo σε σύγκριση με 2,8% για τη φιναστερίδη). Η μείωση του κινδύνου ήταν εμφανής μεταξύ των ομάδων θεραπείας στην πρώτη αξιολόγηση (4 μήνες) και διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 4 ετών της μελέτης (Βλ. Διαγράμματα 1 και 2). Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει τους ρυθμούς εμφάνισης και τη μείωση στον κίνδυνο των ουρολογικών συμβάντων κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Διάγραμμα 1 Ποσοστό ασθενών στους οποίους έγινε χειρουργική επέμβαση για ΚΥΠ, συμπεριλαμβανομένης της TURP

Διάγραμμα 2 Ποσοστό ασθενών που εμφάνισαν οξεία επίσχεση ούρων (Αυθόρμητη και Εσπευσμένη)

Πίνακας 1 ΡΥΘΜΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΦΙΝΑΣΤΕΡΙΔΗ ΣΕ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 4 ΧΡΟΝΩΝ
Ουρολογικά ΣυμβάνταΠοσοστό Ασθενών
Placebo (n=1.503)Finasteride 5mg (n=1.513)Μείωση κινδύνου
Εγχείρηση ή Οξεία Επίσχεση Ούρων13,3%6,6%51%*
Εγχείρηση + TURP10,1% 8,3%4,6% 4.2%55%* 49%*
Οξεία Επίσχεση Ούρων6,7%2,8%57%*

+Εγχείρηση σχετιζόμενη με την ΚΥΠ * p0,001 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ Στις δύο μελέτες Φάσης ΙΙΙ, διάρκειας 1 έτους, η μέση ολική βαθμολογία των συμπτωμάτων μειώθηκε από την αρχική νωρίς, από την δεύτερη εβδομάδα. Σε σύγκριση με το placebo παρατηρήθηκε στις μελέτες αυτές, μια σημαντική βελτίωση στα συμπτώματα στον 7ο και 10ο μήνα. Αν και σε μερικούς ασθενείς φάνηκε νωρίς μια βελτίωση στα ουρολογικά συμπτώματα, μια μελέτη θεραπείας τουλάχιστον 6 μηνών ήταν γενικά απαραίτητη προκειμένου να εκτιμηθεί εάν έχει επιτευχθεί ικανοποιητικό αποτέλεσμα ως προς την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η βελτίωση στα συμπτώματα της ΚΥΠ διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του πρώτου έτους και σε όλη τη διάρκεια των επιπλέον 5 ετών της επέκτασης των μελετών.

Οι ασθενείς στη μελέτη PLESS των 4 ετών είχαν μετρίου έως σοβαρού βαθμού συμπτώματα κατά την έναρξη (μέση βαθμολογία περίπου 15 βαθμοί σε βαθμολογική κλίμακα από 0-34 βαθμούς). Στους

ασθενείς που παρέμειναν σε θεραπεία για όλη τη διάρκεια των 4 ετών της μελέτης, η φιναστερίδη βελτίωσε τη βαθμολογία των συμπτωμάτων κατά 3,3 βαθμούς σε σύγκριση με τους 1,3 βαθμούς στην ομάδα του placebo (p<0,001).

Βελτίωση στη βαθμολογία των συμπτωμάτων ήταν εμφανής κατά τον πρώτο χρόνο στους ασθενείς που θεραπεύονται με φιναστερίδη και αυτή η βελτίωση συνεχίστηκε μέχρι το τέταρτο έτος. Βελτίωση στη βαθμολογία των συμπτωμάτων υπήρξε τον πρώτο χρόνο και στους ασθενείς που ελάμβαναν placebo αλλά τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν μετέπειτα. Οι ασθενείς με μετρίου έως σοβαρού βαθμού συμπτώματα πριν την έναρξη της θεραπείας φαίνεται να έχουν την καλύτερη βελτίωση στη βαθμολογία των συμπτωμάτων.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΡΟΗΣ ΟΥΡΩΝ Στις δυο μελέτες Φάσης ΙΙΙ διάρκειας 1 έτους, η μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων στη δεύτερη εβδομάδα ήταν σημαντικά αυξημένη σε σύγκριση με την αρχική. Σε σύγκριση με το placebo, σημαντική αύξηση στη μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων παρατηρήθηκε σε αυτές τις μελέτες στον 4ο και 7ο μήνα. Το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε στη διάρκεια του πρώτου χρόνου και σε όλη τη διάρκεια των επιπλέων 5 χρόνων της επέκτασης αυτών των μελετών.

Στη μελέτη PLESS διάρκειας 4 χρόνων, υπήρξε ξεκάθαρος διαχωρισμός τον 4ο μήνα μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων όσον αφορά στη μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων προς όφελος της φιναστερίδης γεγονός που διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της μελέτης. Η μέση τιμή της μέγιστης ταχύτητας ροής ούρων πριν την έναρξη της μελέτης ήταν περίπου 11ml/sec και στις δυο ομάδες θεραπείας. Στους ασθενείς που παρέμειναν σε θεραπεία σε όλη τη διάρκεια της μελέτης και είχαν στοιχεία για τη ροή των ούρων προς αξιολόγηση, η φιναστερίδη αύξησε τη μέγιστη ταχύτητα ροής ούρων κατά 1,9ml/sec σε σύγκριση με 0,2ml/sec στην ομάδα του placebo.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ Στις δυο μελέτες Φάσης ΙΙΙ διάρκειας 1 έτους, ο μέσος όγκος του προστάτη πριν την έναρξη της μελέτης κυμαινόταν μεταξύ 40-50cc. Και στις δυο μελέτες ο όγκος του προστάτη μειώθηκε σημαντικά συγκρινόμενος τόσο με τις αρχικές τιμές όσο και με το placebo κατά την πρώτη εκτίμηση (3ος μήνας της μελέτης). Αυτό το αποτέλεσμα διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους και κατά τη διάρκεια των επιπλέον 5 χρόνων της επέκτασης των μελετών.

Στη μελέτη PLESS διάρκειας 4 χρόνων, γινόταν εκτίμηση του όγκου του προστάτη ετησίως με μαγνητικό τομογράφο σε μία υποομάδα ασθενών (n=284). Στους ασθενείς που θεραπεύονται με φιναστερίδη ο όγκος του προστάτη μειώθηκε συγκρινόμενος τόσο με τις αρχικές τιμές όσο και με το placebo σε όλη τη διάρκεια των 4 χρόνων της μελέτης. Από τους ασθενείς της υποομάδας της μαγνητικής τομογραφίας οι οποίοι παρέμειναν σε θεραπεία σε όλη τη διάρκεια της μελέτης, η φιναστερίδη μείωσε τον όγκο του προστάτη κατά 17,9% (από 55,9 cc αρχικά σε 45,8cc στο τέλος των 4 χρόνων) σε σύγκριση με μια αύξηση κατά 14,1 % (από 51,3cc σε 58,5cc) στην ομάδα του placebo (p<0,001).

Ο ΟΓΚΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ

Μια μετα-ανάλυση όπου συνδυάσθηκαν δεδομένα 1 έτους από επτά διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες με placebo μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού, όπου συμπεριελήφθησαν 4.491 ασθενείς με συμπτωματική ΚΥΠ, έδειξαν ότι στους ασθενείς που θεραπεύονται με φιναστερίδη, ο βαθμός βελτίωσης των συμπτωμάτων και της μέγιστης ταχύτητας ροής ούρων ήταν μεγαλύτερος σε ασθενείς με διογκωμένο προστάτη (περίπου 40cc και μεγαλύτερος) πριν την έναρξη της θεραπείας.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ Οι ουροδυναμικές επιδράσεις της φιναστερίδης στη θεραπεία της απόφραξης της ουροδόχου κύστης λόγω ΚΥΠ, εκτιμήθηκαν με επεμβατικές τεχνικές σε μια 24-εβδομάδων, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη 36 ασθενών με μετρίου ή σοβαρού βαθμού συμπτώματα απόφραξης της ροής των ούρων και με μέγιστη ταχύτηατ ροής ούρων μικρότερη από 15ml/sec. Σημαντική βελτίωση της απόφραξης, όπως αυτή εκφράστηκε από τη σημαντική βελτίωση της πίεσης του εξωστήρα μυ και την αύξηση της μέσης ταχύτητας ροής ούρων, παρατηρήθηκε συγκριτικά με το placebo, σε ασθενείς που έλαβαν 5 mg φιναστερίδης.

Η επίδραση της φιναστερίδης στον όγκο της περιφερικής και περιουριθρικής ζώνης του προστάτη εκτιμήθηκε με μαγνητικό τομογράφο σε 20 άνδρες με ΚΥΠ, σε μια διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη, διάρκειας ενός έτους. Οι ασθενείς που ελάμβαναν φιναστερίδη, σε αντίθεση με αυτούς που ελάμβαναν placebo, παρουσίασαν σημαντική μείωση [11,5, 3,2cc (SE)] του συνολικού όγκου του αδένα. Η μείωση αυτή κατά μεγάλο μέρος οφειλόταν στη μείωση (6,2, 3cc) στον όγκο της περιουρηθρικής ζώνης.

Εφόσον η περιουρηθρική ζώνη είναι υπεύθυνη για την απόφραξη στη ροή των ούρων, στη μείωση αυτή μπορεί να οφείλεται η ευεργετική κλινική ανταπόκριση που παρατηρείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Οι πληροφορίες από μία πρόσφατα ολοκληρωθείσα ελεγχόμενη με placebo μελέτη διάρκειας 7-ετών, όπου εισήχθησαν 18.882 άνδρες ηλικίας  55 ετών, μετά από καθιερωμένη δακτυλική εξέταση του πρωκτού και τιμή PSA  3,0ng/ml, μπορεί να σχετίζεται με ασθενείς οι οποίοι πρόσφατα έλαβαν θεραπεία με φιναστερίδη για KYΠ. Στο τέλος της μελέτης, 9.060 άνδρες είχαν στοιχεία διαθέσιμα για ανάλυση από βιοψία προστάτου μέσω παρακέντησης. Στη μελέτη αυτή, καρκίνος του προστάτου ανιχνεύθηκε σε 803 (18,4%) άνδρες, που έλαβαν φιναστερίδη και σε 1.147 (24,4%) άνδρες που έλαβαν placebo (βλέπε επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες, Άλλα στοιχεία μακροχρόνιας θεραπείας). Η φιναστερίδη δεν ενδείκνυται για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του προστάτη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης με 14C-φιναστερίδης στον άνθρωπο, ένα ποσοστό 39% κατά μέσο όρο (διακύμανση 32-46%) της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα με μορφή μεταβολιτών, 57% (διακύμανση 51-64%) απεκκρίθηκε από τα κόπρανα.

Σε αυτήν τη μελέτη, ανιχνεύθηκαν δύο μεταβολίτες της φιναστερίδης οι οποίοι ευθύνονται για μικρό μόνο μέρος της ανασταλτικής δράσης της φιναστερίδης στην 5α-ρεδουκτάση.

Σε σχέση με μια ενδοφλέβια χορήγηση δόσης αναφοράς η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της φιναστερίδης είναι περίπου 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η μέγιστη

συγκέντρωση της φιναστερίδης στο πλάσμα επιτεύχθηκε 2 ώρες μετά τη χορήγηση μίας δόσης και η απορρόφηση ήταν πλήρης μετά από 6 εως 8 ώρες. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 6 ώρες. Η σύνδεση με πρωτεϊνες είναι 93%. Η κάθαρση στο πλάσμα και ο όγκος κατανομής της φιναστερίδης ήταν περίπου 165 mL/min και 76 λίτρα, αντιστοίχως.

Μια μελέτη πολλαπλών δόσεων έδειξε μια αργή συσσώρευση μικρών ποσών της φιναστερίδης με την πάροδο του χρόνου. Μετά από ημερήσια δοσολογία 5 mg/ημέρα στο σταθερό σημείο της καμπύλης οι συγκεντρώσεις της φιναστερίδης στο πλάσμα υπολογίστηκαν ότι είναι 8-10 ng/mL και παρέμειναν σταθερές με την πάροδο του χρόνου.

Ο ρυθμός απέκκρισης της φιναστερίδης μειώνεται κάπως στους ηλικιωμένους. Η μέση ημιπερίοδος ζωής της φιναστερίδης επιμηκύνθηκε από 6 ώρες που είναι στους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών σε 8 ώρες στους άνδρες ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών.

Το εύρημα αυτό δεν έχει κάποια κλινική σημασία και ως εκ τούτου δεν απαιτείται κάποια μείωση της δοσολογίας.

Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική βλάβη, με κάθαρση της κρεατινίνης να κυμαίνεται από 9 έως 55 ml/min, η κατανομή της φιναστερίδης μετά από χορήγηση μιας δόσης 14C- φιναστερίδης, ήταν παρόμοια με αυτή των υγιών εθελοντών. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες επίσης δεν διέφερε σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Ένα μέρος των μεταβολιτών το οποίο φυσιολογικά απεκκρίνεται από τα νεφρά τώρα απεκκρινόταν με τα κόπρανα.

Επομένως, η απέκκριση στα κόπρανα αυξάνεται αναλογικά με τη μείωση στην ουρική απέκκριση και δεν είναι απαραίτητη αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση.

Η φιναστερίδη έχει ανιχνευθεί στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (CSF) ασθενών που ελάμβαναν φιναστερίδη για διάστημα 7-10 ημέρων, αλλά το φάρμακο δε φαίνεται να συγκεντρώνεται επιλεκτικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η φιναστερίδη επίσης εντοπίσθηκε στο σπερματικό υγρό ατόμων που ελάμβαναν φιναστερίδη 5 mg/ημέρα. Η συγκέντρωση της φιναστερίδης στο σπερματικό υγρό ήταν 50 έως 100 φορές μικρότερη από τη συγκέντρωση της φιναστερίδης (5 μg) η οποία δεν είχε καμία επίδραση στα επίπεδα της DHT στην κυκλοφορία ενήλικων ανδρών (βλέπε επίσης 5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια).__

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Καρκινογένεση, μεταλλαξιογόνος δράση Μη-κλινικά δεδομένα δεν έδειξαν κανένα ειδικό κίνδυνο για τον άνθρωπο βάσει των συμβατικών μελετών επαναλαμβανόμενης δόσης τοξικότητας, γενοτοξικότητας και δυνητικότητας καρκινογένεσης .

Μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε αρσενικούς αρουραίους έδειξαν μειωμένο βάρος του προστάτη και της σπερματοδόχου κύστεως, μειωμένη έκκριση των επικουρικών, των γεννητικών αδένωνς και μειωμένο δείκτη γονιμότητας (που προκαλείται από την πρωτογενή φαρμακολογική επίδραση της φιναστερίδης). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων δεν είναι σαφής.

Όπως και με άλλους αναστολείς της 5-αλφα-αναγωγάσης, έχει παρατηρηθεί θηλεοποίηση των αρσενικών εμβρύων αρουραίων με την χορήγηση φιναστερίδης κατά την περίοδο της κύησης.

Ενδοφλέβια χορήγηση φιναστερίδης σε εγκύους πιθήκους των Ινδιών σε δοσολογίες έως και 800 ng/ημερησίως καθ’ όλη την διάρκεια της εμβρυονικής και εμβρυϊκής ανάπτυξης δεν οδήγησε σε ανωμαλίες στα αρσενικά έμβρυα. Η δόση αυτή είναι περίπου 60-120 φορές μεγαλύτερη από ότι η υπολογισθείσα ποσότητα στο σπέρμα ανδρός που έλαβε 5 mg φιναστερίδης και στον οποίο μπορεί να είναι εκτεθειμένη μια γυναίκα μέσω του σπέρματοςΓια την επιβεβαίωση του συσχετισμού του μοντέλου πιθήκων των Ινδιών με την εμβρυϊκή ανάπτυξη στον άνθρωπο, η από του στόματος χορήγηση φιναστερίδης 2 mg/kg/ημερησίως [η συστηματική έκθεση (AUC) των πιθήκων ήταν λίγο μεγαλύτερη (3x) από ότι των ανδρών, οι οποίοι έλαβαν 5 mg φιναστερίδης ή περίπου 1- 2 εκατομμύρια φορές η υπολογισθείσα τιμήτης φιναστερίδης στο σπέρμα] σε εγκύους πιθήκους οδήγησε σε εξωτερικές γενετικές ανωμαλίεςσε αρσενικά έμβρυα. Δεν παρατηρήθηκε καμία άλλη ανωμαλία σε αρσενικά έμβρυα ούτε και ανωμαλίες που σχετίζονται με την φιναστερίδη σε θηλυκά έμβρυα σε οποιαδήποτε δόση.

Δεν παρατηρήθηκε ογκογόνος δράση σε μια 24-μηνη μελέτη σε αρουραίους Sprague- Dawley, που έλαβαν δόσεις φιναστερίδης έως 160 mg ημερησίως τα αρσενικά και 320mg ημερησίως τα θηλυκά. Οι δόσεις αυτές προκάλεσαν αντίστοιχη συστηματική έκθεση στους αρουραίους 111 και 274 φορές από αυτές που παρατηρήθηκαν σε άνδρες που έλαβαν τη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση των 5 mg ημερησίως. Όλες οι μετρήσεις έκθεσης βασίστηκαν στον υπολογισμό του AUC (0-24h) για τα ζώα και τη μέση τιμή AUC (0-24h) για τον άνθρωπο (0,4μg/hr/ml).

Σε 19μηνη μελέτη καρκινογένεσης, σε CD-1 ποντίκια, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση (p≤0,05) στην εμφάνιση αδενώματος στα κύτταρα Leydig, με δόση 250 mg/Kg/ημερησίως (228 φορές της ανθρώπινης έκθεσης).

Στα ποντίκια, με μία δόση 25 mg/Kg/ημερησίως (23 φορές της ανθρώπινης υπολογισθείσης έκθεσης)

και στους αρουραίους με μία δόση ≥40 mg/Kg/ημερησίως (39 φορές της ανθρώπινης έκθεσης)

παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας υπερπλασίας των κυττάρων Leyding. Έχει αποδειχθεί θετική συσχέτιση μεταξύ των υπερπλαστικών αλλοιώσεων των κυττάρων Leydig και της αύξησης στον ορό των επιπέδων της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) (2-3 φορές πάνω από τον μάρτυρα) και στα δυο είδη τρωκτικών που θεραπεύτηκαν με υψηλές δόσεις φιναστερίδης.

Δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στα κύτταρα Leydig που να σχετίζονται με το φάρμακο ούτε στους αρουραίους ούτε στους σκύλους που θεραπεύτηκαν με φιναστερίδη για ένα χρόνο, με δόσεις 20 mg/Kg/ημέρα και 45 mg/Kg/ημέρα (30 και 350 φορές αντίστοιχα της ανθρώπινης έκθεσης) ή σε ποντίκια που θεραπεύτηκαν για 19 μήνες με δόση 25 mg/Kg/ημέρα (2-3 φορές της υπολογισθείσης ανθρώπινης έκθεσης).

Δεν παρατηρήθηκε μεταλλαξιογόνος δράση σε μια βακτηριακή in vitro δοκιμή για διαπίστωση μεταλλαξιογόνου δράσης, σε μια δοκιμασία με κύτταρα θηλαστικών για διαπίστωση μεταλλαξιογόνου δράσης ή σε μια in vitro δοκιμασία αλκαλικής έκπλυσης.

Σε μια in vitro δοκιμή χρωμοσωμικής απόκλισης όπου κύτταρα ωοθηκών από σινικά χάμστερς εκτέθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις (450-550 μmol) φιναστερίδης, υπήρξε ελαφρά αύξηση των χρωμοσωμικών αποκλίσεων.

Οι συγκεντρώσεις αυτές αντιστοιχούν σε 4.000-5.000 φορές των μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα στον άνθρωπο όταν δοθεί συνολική δόση 5 mg. Ακόμα, οι συγκεντρώσεις (450- 550 μmol) που χρησιμοποιούνται σε in vitro μελέτες δεν επιτυγχάνονται σε ένα βιολογικό σύστημα.

Σε μια in vivo μελέτη χρωμοσωμικής απόκλισης σε ποντικούς, δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση στη χρωμοσωμική απόκλιση που να σχετίζεται με το φάρμακο, με τη φιναστερίδη στη μέγιστη ανεκτή δόση των 250 mg/Kgr/ημέρα (228 φορές της συνιστώμενης ανθρώπινης έκθεσης), όπως καθορίζεται στις μελέτες καρκινογένεσης.

Μελέτες αναπαραγωγής Σε σεξουαλικά ώριμα αρσενικά κουνέλια, που έλαβαν φιναστερίδη 80 mg/Kg/ημέρα (800 φορές της συνιστώμενης ανθρώπινης δόσης των 5 mg/ημερησίως) για έως 12 εβδομάδες, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στη γονιμότητά τους, την ποσότητα του σπέρματος ή τον όγκο εκσπερμάτωσης.

Σε σεξουαλικά ώριμους αρσενικούς αρουραίους που έλαβαν την ιδια δόση φιναστερίδης δεν υπήρξαν σημαντικές επιδράσεις στη γονιμότητα τους μετά από 6 ή 12 εβδομάδες θεραπείας. Ωστόσο, όταν η θεραπεία συνεχίστηκε έως 24 ή 30 εβδομάδες υπήρξε μια εμφανής μείωση της γονιμότητας και της γονιμοποίησης, και μια σχετιζόμενη σημαντική μείωση στο βάρος των σπερματικών κυστιδίων και του προστάτη. Όλες αυτές οι επιδράσεις ήταν αναστρέψιμες μέσα σε 6 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Η μείωση αυτή της γονιμότητας στους αρουραίους που έλαβαν φιναστερίδη είναι δευτερογενής λόγω της επίδρασης της φιναστερίδης στα επικουρικά γεννητικά όργανα (προστάτης και σπερματικά κυστίδια), με αποτέλεσμα αδυναμία σχηματισμού σπερματικού εμβόλου. Το σπερματικό έμβολο είναι ουσιαστικό για τη φυσιολογική γονιμότητα των αρουραίων και δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο.

Ανεπιθύμητη επίδραση στους όρχεις ή στη διαδικασία ζευγαρώματος που να σχετίζεται με το φάρμακο, δεν εμφανίστηκε τόσο στους αρουραίους όσο και στα κουνέλια.

Μελέτες ανάπτυξης Χορήγηση φιναστερίδης σε εγκύους αρουραίους, σε δόσεις που κυμαίνονται από 100 μg/kg/ημερησίως έως 100 mg/kg/ημερησίως (1-1.000 φορές η συνιστώμενη ανθρώπινη δόση των 5 mg/ημερησίως) είχαν ως αποτέλεσμα δοσοεξαρτώμενη ανάπτυξη υποσπαδίασης σε ποσοστό 3,6 έως 100% των αρσενικών απογόνων. Οι αρσενικοί απόγονοι των εγκύων αρουραίων γεννήθηκαν με μειωμένο βάρος του προστάτη και των σπερματικών κυστιδίων, καθυστέρηση στο διαχωρισμό της ακροπροσθίας και προσωρινή ανάπτυξη

θηλής μετά από χορήγηση φιναστερίδης >30 μg/kg/ημερησίως (>30% της συνιστώμενης ανθρώπινης δόσης των 5mg/ημερησίως) και μειωμένη απόσταση των γεννητικών οργάνων μετά από χορήγηση φιναστερίδης >3 μg/kg/ημερησίως (>3% της συνιστώμενης ανθρώπινης δόσης των 5mg/ημερησίως). Η κρίσιμη περίοδος όπου οι επιδράσεις αυτές ασκούνται στους αρσενικούς αρουραίους βρέθηκε να είναι η 16-17η ημέρα της κύησης.

Οι μεταβολές που περιγράφονται είναι αναμενόμενες φαρμακολογικές επιδράσεις των φαρμάκων που ανήκουν στην κατηγορία των αναστολέων της 5-α ρεδουκτάσης και είναι παρόμοιες με αυτές που αναφέρονται σε αρσενικά βρέφη με γενετική έλλειψη της 5-α ρεδουκτάσης. Δεν παρατηρήθηκε καμία ανωμαλία στους θηλυκούς απογόνους που εκτέθηκαν ενδομητρίως σε οποιαδήποτε δόση φιναστερίδης.

Καμία εμφάνιση ανωμαλιών στην ανάπτυξη δεν παρατηρήθηκε στην πρώτη πατρική γενιά (F1)

αρσενικών ή θηλυκών απογόνων που να προέρχονται από το ζευγάρωμα αρσενικών αρουραίων που έλαβαν θεραπεία με φιναστερίδη (80mg/kg/ημερησίως, 61 φορές την ανθρώπινη έκθεση) με θηλυκά που δεν είχαν λάβει θεραπεία. Χορήγηση 3mg/kg/ημερησίως φιναστερίδης (30 φορές η συνιστώμενη ανθρώπινη δόση των 5mg/ημερησίως) κατά το τελευταίο διάστημα της εγκυμοσύνης και θηλασμού οδήγησε σε ελαφρά μείωση γονιμότητας στους άρρενες απογόνους της πρώτης πατρικής γενιάς F1.

Καμία επίδραση δεν παρατηρήθηκε στους θηλυκούς απογόνους. Κανένα περιστατικό δυσμορφίας δεν παρατηρήθηκε σε έμβρυα κουνελιών που εκτέθηκαν σε φιναστερίδη ενδομητρίως από την 6η έως την 18η ημέρα της εγκυμοσύνης και σε δόσεις έως 100 16 mg/kg/ημερησίως (1.000 φορές τη συνιστώμενη ανθρώπινη δόση των 5 mg/ημερησίως). Ωστόσο, οι επιδράσεις στα ανδρικά γεννητικά όργανα δεν θα πρέπει να αναμένονται από τη στιγμή που τα κουνέλια δεν εκτέθηκαν σε φιναστερίδη κατά την κρίσιμη περίοδο της ανάπτυξης των γεννητικών οργάνων.

Οι επιδράσεις από την έκθεση στη φιναστερίδη ενδομητρίως κατά τη διάρκεια της εμβρυονικής και εμβρυϊκής ανάπτυξης αξιολογήθηκαν σε πιθήκους Rhesus (ημέρες κύησης 20-100), ένα είδος η ανάπτυξη του οποίου προσομοιάζει με αυτή της ανθρώπινης ανάπτυξης περισσότερο απ'ότι αυτή των αρουραίων ή των κονίκλων. Η ενδοφλέβια χορήγηση φιναστερίδης σε εγκύους πιθήκους σε υψηλές δόσεις έως 800 ng/ημερησίως (δόση τουλάχιστον 60-120 φορές υψηλότερη της υπολογισθείσας έκθεσης εγκύων γυναικών στη φιναστερίδη από σπέρμα ανδρών που έλαβαν 5 mg/ημερησίως) δεν οδήγησε σε ανωμαλίες στα άρρενα έμβρυα. Σε επιβεβαίωση της σχέσης του μοντέλου πιθήκου Rhesus και της ανάπτυξης του ανθρώπινου εμβρύου, χορήγηση πολύ υψηλής δόσης φιναστερίδης από το στόμα (2 mg/kg/ημερησίως, 20 φορές τη συνιστώμενη δόση των 5 mg/kg/ημερησίως σε ανθρώπους ή περίπου 1-2 εκατομμύρια φορές την υψηλότερη υπολογισμένη έκθεση σε φιναστερίδη σπέρματος ανδρών που έλαβαν 5 mg/ημερησίως) σε εγκύους πιθήκους οδήγησε σε γενετικές ανωμαλίες των εξωτερικών γεννητικών οργάνων των αρρένων εμβρύων.

Δεν παρατηρήθηκαν άλλες ανωμαλίες σε άρρενα έμβρυα καθώς επίσης ούτε σχετιζόμενες με τη φιναστερίδη ανωμαλίες σε θήλεα έμβρυα σε καμία δοσολογία.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Μονοϋδρική λακτόζη, Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο Προζελατινοποιημένο άμυλο (αραβοσίτου) κολλοειδές άνυδρο διοξείδιο του πυριτίου, νατριούχος δοκουσάτη (Βενζοϊκό οξύ), Στεατικό μαγνήσιο Επικάλυψη δισκίου:

OPADRY 04F50702 BLUE, αποτελείται από: Υπρομελλόζη 2910, τιτανίου διοξείδιο Cl77891 E171, Πολυαιθυλενογλυκόλη 6000, Ινδικό καρμίνιo (FD & C BLUE #2)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Να μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Συσκευασίες κυψέλης PVC/PVDC φύλλο αλουμινίου που περιέχουν 14 ή 28 δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Φύλαξη και χειρισμός Αποθηκεύσατε σε θερμοκρασία ≤250C. Προφυλάξτε από το φως και διατηρήστε τον περιέκτη ερμητικά κλεισμένο. Εάν το υμένιο της επικάλυψης των δισκίων του Finazil έχει σπάσει (π.χ.

θρυμματισμένο), τα δισκία δεν πρέπει να κρατούνται από γυναίκα που είναι έγκυος ή που μπορεί να μείνει έγκυος εξαιτίας της πιθανότητας της φιναστερίδης και του επακόλουθου πιθανού κινδύνου για το άρρεν έμβρυο (βλέπε 4.4 Ειδικές Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση.

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ, Έκθεση σε φιναστερίδη - Κίνδυνος για άρρεν έμβρυο και 4.6. Κύηση και Γαλουχία, Χρήση κατά την κύηση).

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

RAFARM AEBE, Κορίνθου 12, 154 51, Ν. Ψυχικό, Αθήνα

Τηλ.: 210 6776550 E‐mail: info@rafarm.gr

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

26249/14/18-09-2015

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 05-10-2009 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 18-09-2015

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

07/2018 03/2022

Πηγή: eof:2819601_SPC_2819601_1.pdf