1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
FLECARDIA®, 50 mg καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό FLECARDIA®, 100 mg καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό FLECARDIA®, 150 mg καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό FLECARDIA®, 200 mg καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
FLECARDIA®, 50 mg καψάκιο: Κάθε καψάκιο περιέχει 50 mg φλεκαϊνίδη (ως flecainide acetate)
FLECARDIA®, 100 mg καψάκιο: Κάθε καψάκιο περιέχει 100 mg φλεκαϊνίδη (ως flecainide acetate)
FLECARDIA®, 150 mg καψάκιο: Κάθε καψάκιο περιέχει 150 mg φλεκαϊνίδη (ως flecainide acetate)
FLECARDIA®, 200 mg καψάκιο: Κάθε καψάκιο περιέχει 200 mg φλεκαϊνίδη (ως flecainide acetate)
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
• Αντιμετώπιση και πρόληψη υποτροπών κοιλιακών αρρυθμιών που είναι συμπτωματικές, τεκμηριωμένες και απαιτούν θεραπεία (εφόσον κατά την κρίση του ιατρού είναι απειλητικές για τη ζωή του αρρώστου), απουσία επιβεβαιωμένης δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας και/ή διαγνωσμένης στεφανιαίας νόσου. Συνιστάται έναρξη θεραπείας με μικρές δόσεις και συχνή παρακολούθηση με ΗΚΓ.
• Πρόληψη υποτροπών τεκμηριωμένων υπερκοιλιακών ταχυκαρδιών που επιβάλουν τη χορήγηση θεραπείας, απουσία δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας.
• Πρόληψη καρδιακών απινίδωσεων (ηλεκτροσόκ) σε ορισμένους ασθενείς που φέρουν εμφυτεύσιμους απινιδωτές.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Ενήλικες Ασθενείς με τεκμηριωμένη υπερκοιλιακή ταχυκαρδία:
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 100 mg μία φορά την ημέρα.
Η αύξηση των δόσεων που ίσως απαιτείται δεν πρέπει να γίνεται πριν από 4-5 ημέρες θεραπείας.
Η μέση δόση είναι 200 mg την ημέρα.
Η μέγιστη δόση είναι 300 mg την ημέρα.
Ασθενείς με τεκμηριωμένη κοιλιακή ταχυκαρδία:
Η συνήθης δόση είναι 200 mg την ημέρα.
Η αύξηση των δόσεων που ίσως απαιτείται δεν πρέπει να γίνεται πριν από 4-5 ημέρες θεραπείας.
Η μέγιστη δόση είναι 300 mg την ημέρα.
Ειδικές ομάδες ασθενών:
• Ηλικιωμένοι Ιστορικό ή συμπτώματα που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας,
• Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 20 ml/min/m2).
Η αρχική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 mg/24ωρο : κυμαίνεται από 50 εώς 100 mg/24ωρο ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς. Η δόση μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί κατά 50 mg την ημέρα λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά από κάθε τροποποίηση της δόσης απαιτείται διάστημα 4-5 ημερών τουλάχιστον για την αποκατάσταση μίας νέας ισορροπίας των επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι αναγκαία η κλινική και ΗΚΓ παρακολούθηση.
Το Flecardia® δεν συνιστάται σε παιδιά μικρότερα των 12 ετών, καθώς δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση για τη χρήση του σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
Τρόπος χρήσης Τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης Flecardia® χορηγούνται μία φορά την ημέρα.
4.3 Αντενδείξεις
Το Flecardia® ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να χρησιμοποιείται στις κατωτέρω περίπτωσεις:
• υπερευαισθησία στη φλεκαϊνίδη (flecainide acetate) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
• έμφραγμα του μυοκαρδίου (πρόσφατο ή παλαιό) εκτός αν πρόκειται για απειλητική για τη ζωή κοιλιακή ταχυκαρδία,
• καρδιακή ανεπάρκεια, ανεξάρτητα από την διαταραχή του καρδιακού ρυθμού,
• πλήρης αποκλεισμός του αριστερού σκέλους, διδεσμικός αποκλεισμός, κολποκοιλιακός αποκλεισμός δευτέρου ή τρίτου βαθμού, νόσος φλεβοκομβου απουσία βηματοδότη,
• καρδιογενές shock
• γνωστό σύνδρομο Βrugada Το Flecardia® ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΓΕΝΙΚΑ να χρησιμοποιείται:
• κατά τη διάρκεια της κύησης και γαλουχίας (βλ. παράγραφο 4.6),
• σε συνδυασμό με αντιαρρυθμικά τάξης Ι (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ειδικές προειδοποιήσεις:
Η αποτελεσματικότητα της φλεκαϊνίδης στη μη εμμένουσα κοιλιακή ταχυκαρδία (ασυμπτωματική)
καταδείχθηκε σε ασθενείς με έμφραγμα μυοκαρδίου στην πολυκεντρική, διπλη τυφλή και τυχαιοποιημένη μελέτη CAST (Cardiac Arrhythmia Suppression Trial). Οι ασθενείς που συμπεριελήφθησαν είχαν υποστεί οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου 6 ημέρες νωρίτερα και μέχρι 2 χρόνια πριν. Η επίπτωση της θνησιμότητας και των μη θανατηφόρων επεισοδίων καρδιακής ανακοπής ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που έπαιρναν φλεκαϊνίδη, έναντι αυτών που ελάμβαναν placebo.Όπως και για τα άλλα αντιαρρυθμικά της τάξης Ι, δεν υπάρχει ελεγχόμενη μελέτη που να έχει αποδείξει κάποια κλινικά οφέλη της θεραπείας με φλεκαϊνίδη σε ασθενείς, όσον αφορά την επιβίωση ή την πρόληψη αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.
Η θεραπεία με φλεκαϊνίδη πρέπει να ξεκινά από γιατρό με εμπειρία στη διαχείριση ασθενών με καρδιακή νόσο.
Σε κάθε έναρξη ή μεταβολή στη θεραπεία απαιτείται μια κλινική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση που να επιτρέπει την αξιολόγηση της επίδρασης της θεραπείας Λόγω των κινδύνων που σχετίζονται με τα αντιαρρυθμικά τάξης Ι, και ιδιαίτερα λόγω του κινδύνου εμφάνισης αρρυθμιών, απαιτείται αυστηρή τήρηση των συνθηκών χρήσης της φλεκαϊνίδης, συμπεριλαμβανομένων των ενδείξεων, της δοσολογίας, των αντενδείξεων, των προειδοποιήσεων και των προφυλάξεων κατά τη χρήση.
Κατά τη αλλαγή της αγωγής από ένα φάρμακο που περιέχει φλεκαϊνίδη σε ένα άλλο, συνιστάται οι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο να παρακολουθούνται στενά.
Ειδικές προφυλάξεις κατά τη χρήση:
Προαρρυθμική δράση Η φλεκαϊνίδη, όπως και άλλοι αντιαρρυθμικοί παράγοντες μπορεί να αντιμετωπισει αρρυθμιολογικα προβλήματα αλλά και να προκαλέσει ή να επιδεινώσει προϋπάρχοντα. (βλέπε παράγραφο 4.8).
Μετά την λήψη του φαρμάκου, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει ο γιατρός μία αιφνίδια μεταβολή στην διαταραχή του καρδιακού ρυθμού του ασθενή απότοκο του φαρμάκου από μία επιδείνωση προϋπάρχουσας αρρυθμίας.
Σε περίπτωση αύξησης της συχνότητας εμφάνισης έκτακτων κοιλιακών συστολών και εμφάνισης πολύμορφων κοιλιακών έκτακτων συστολών η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται.
Ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας Λόγω της αρνητικής ινότροπης δράσης, τα αντιαρρυθμικά μπορεί να έχουν άλλο μικρότερη, άλλο μεγαλύτερη αρνητική ινότροπη δράση και μπορεί έτσι να επιδεινώσουν μια καρδιακή ανεπάρκεια.
Οι ασθενείς που μπορεί να έχουν ιστορικό ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Μεταβολές ΗΚΓ
• Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές αγωγιμότητας, η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.
• Κατά την εμφάνιση υπό θεραπεία, κολποκοιλιακού αποκλεισμού, μόνιμου πλήρους σκελικού αποκλεισμού, ή φεβοκομβικού αποκλεισμού η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί Σε ασθενείς με σημαντική αύξηση του συμπλέγματος QRS, περισσότερο από 25% του αρχικού, πρέπει να μειώνεται η δόση του φαρμάκου ή να διακόπτεται.
Η μεταβολή της δόσης του Flecardia® σε ασθενείς με διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας μπορεί να επηρεάσει περαιτέρω την καρδιακή αγωγιμότητα, και απαιτεί στενή ΗΚΓ παρακολούθηση.
Η φλεκαϊνίδη παρατείνει το διάστημα QT και επιμηκύνει το εύρος του συμπλέγματος QRS από 12 έως 20%. Δεν υπάρχει σημαντική επίδραση στο διάστημα JT.
Με την θεραπεία με ενέσιμη φλεκαϊνίδη μπορεί να αποκαλυφθεί σύνδρομο Brugada. Σε περίπτωση που, κατά την διάρκεια της θεραπείας με φλεκαϊνίδη, παρατηρηθούν αλλοιώσεις στο ΗΚΓ, οι οποίες παραπέμπουν σε σύνδρομο Βrugada, θα πρέπει να εξετασθεί η πιθανότητα διακοπής της θεραπείας.
Διαταραχές ηλεκτρολυτών Η υποκαλιαιμία, η υπερκαλιαιμία καθώς και η υπομαγνησιαιμία μπορεί να ευνοήσουν την εμφάνιση προαρρυθμικής δράσης των αντι-αρυθμικών φαρμάκων τάξεως Ι και για τον λόγο αυτό, οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών πρέπει να διορθώνονται πριν την χορήγηση της φλεκαϊνίδης.
Κολπικός πτερυγισμός Επειδή ενδέχεται η παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή να περιπέσει σε κολπικό πτερυγισμό με αγωγιμότητα 1:1, συνιστάται να συνδυάζεται τo Flecardia με φάρμακα τα οποία έχουν δράση στο επίπεδο του κολποκοιλιακού κόμβου.
Νεφρική ανεπάρκεια σε ηλικιωμένους ασθενείς Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή / και σε ηλικιωμένους ασθενείς, η αποβολή της φλεκαϊνίδης μπορεί να καθυστερήσει. Ως αποτέλεσμα υπάρχει κίνδυνος άθροισης του φαρμάκου στο πλάσμα ή στους ιστούς η οποία μπορεί να είναι υπεύθυνη για την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου, δικαιολογεί την προσαρμογή της δοσολογίας στις συνιστώμενες δόσεις σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. (βλ. παράγραφο 4.2).
Παιδιά κάτω από 12 ετών Η χορήγηση της φλεκαϊνίδης σε παιδιά κάτω των 12 ετών δεν συνιστάται, επειδή δεν υπάρχουν μελέτες που να αφορούν την χρήση του φαρμάκου στον πληθυσμό αυτό.
Πνευμονικές εκδηλώσεις Πολύ σπάνια μπορεί να παρουσιασθεί διάμεση πνευμονοπάθεια κατά τη διάρκεια χρόνιας θεραπείας με φλεκαϊνίδη, ο μηχανισμός της οποίας είναι πιθανώς ανοσοαλλεργικός. Σε περίπτωση που εμφανισθούν συμπτώματα που υποδηλώνουν διάμεση πνευμονοπάθεια (εμφάνιση δύσπνοιας, μεμονωμένου ξηρού βήχα ή βήχα που συνδέεται με διαταραχές στη γενική κατάσταση), θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ακτινολογικός έλεγχος για την διάγνωση. Εάν η διάγνωση επιβεβαιωθεί, θα πρέπει να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας και να ληφθεί υπόψη το όφελος που θα προκύψει από μια σύντομη αγωγή με κορτικοστεροειδή (βλ. παράγραφο 4.8).
Η χρήση της φλεκαϊνίδης σε παιδιά κάτω των 12 ετών δεν είναι εγκεκριμένη (βλέπε παρ.4.2).
Ωστόσο στη περίπτωση όπου αυτή χορηγηθεί κατά λάθος στο συγκεκριμένο πληθυσμό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα προϊόντα γάλακτος (γάλα, τα παρασκευάσματα για βρέφη και πιθανώς το γιαούρτι) μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της φλεκαϊνίδης στα παιδιά και τα βρέφη. Έχει αναφερθεί αύξηση της τοξικότητάς της φλεκαϊνίδης κατά τη διάρκεια θεραπευτικής αγωγής με φλεκαϊνίδη σε παιδιά τα οποία μείωσαν την κατανάλωση γάλακτος και σε βρέφη τα οποία άλλαξαν διατροφή από προϊόντα γάλακτος σε διατροφή με βάση την δεξτρόζη.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Πολλά αντιαρρυθμικά φάρμακα ελαττώνουν τον αυτοματισμό των βηματοδοτικών κυττάρων και την αγωγιμότητα και συσταλτικότητα του μυοκαρδίου. Ο συνδυασμός αντιαρρυθμικών διαφορετικής
τάξης μπορεί να επιφέρει θεραπευτικό όφελος, αλλά αποδεικνύεται τις περισσότερες φορές πολύπλοκος, και ως εκ τούτου απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση και έλεγχος με ΗΚΓ. Ο συνδυασμός αντιαρρυθμικών τα οποία μπορεί να δώσουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (δισοπυραμίδη, παράγωγα κινιδίνης και σοταλόλη) αντενδείκνυται. Ο συνδυασμός με αντιαρρυθμικά της ίδιας τάξης δεν συνιστάται εκτός ειδικών περιπτώσεων, εξαιτίας αυξημένου κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών εκ του καρδιακού συστήματος.
Ο συνδυασμός με φάρμακα που έχουν αρνητική ινότροπη, δράση, που προκαλούν βραδυκαρδία και/ή επιβράδυνση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας απαιτεί προσοχή και κλινική παρακολούθηση με έλεγχο του ΗΚΓ.
Θανατηφόρες ανεπιθύμητες αντιδράσεις ή δυνητικά απειλητικές για τη ζωή μπορεί να εμφανισθούν λόγω αλληλεπιδράσεων που οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (βλέπε παράγραφο 4.9). Η φλεκαϊνίδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2D6, και η ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων επαγωγέων (αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, προπρανολόλη, ριτοναβίρη, ορισμένα αντιισταμινικά)
ή αναστολέων (φαινυτοϊνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη) του ισοενζύμου αυτού, μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει αντίστοιχα τις συγκεντρώσεις της φλεκαϊνίδης στο πλάσμα (βλέπε κατωτέρω).
Νεφρική δυσλειτουργία μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα, μειώνοντας έτσι την αποβολή της φλεκαϊνίδης.
Η υποκαλιαιμία, η υπερκαλιαιμία ή τυχόν άλλες διαταραχές των ηλεκτρολυτών θα πρέπει να διορθώνονται πριν την χορήγηση φλεκαϊνίδης. Υποκαλιαιμία μπορεί να προκληθεί κατά την σύγχρονη χορήγηση με διουρητικά, κορτικοειδή ή καθαρτικά.
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί Αντιαρρυθμικά τάξης Ι (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη, μεξιλετίνη, λιδοκαΐνη, προπαφαινόνη, σιβενζολίνη):
Η φλεκαϊνίδη δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλους αντιαρρυθμικούς παράγοντες τάξης Ι, εκτός ειδικών περιπτώσεων, επειδή υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση Αβιρατερόνη Επειδή η αβιρατερόνη προκαλεί μείωση του ηπατικού μεταβολισμού της φλεκαϊνίδης, υπάρχει ο κίνδυνος αύξησης της εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και εάν είναι απαραίτητο, προσαρμογή της δόσης της φλεκαϊνίδης κατά τη διάρκεια της χορήγησης αβιρατερόνης.
Αντιχολινεστερασικά (δονεπεζίλη, ριβαστιγμίνη, τακρίνη, πυριδοστιγμίνη, νεοστιγμίνη, αμβενόνιο, και γαλανταμίνη):
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας (η αρνητική ινότροπη δράση τείνει να είναι αθροιστική).
Κατά την διάρκεια της θεραπείας είναι αναγκαία η κλινική παρακολούθηση.
Συνδυασμοί με φάρμακα τα οποία έχουν αρνητική ινότροπη δράση που προκαλούν βραδυκαρδία και/ή ελαττώνουν την κολποκοιλιακή ή διακοιλιακή αγωγή (β-αποκλειστές, αμιωδαρόνη, δακτυλίτιδα, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, μεφλοκίνη, γουανφακίνη και κλονιδίνη):
Συνιστάται έναρξη θεραπείας με στενή κλινική και ΗΚΓ παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Αντιαρρυθμικά φάρμακα άλλης κατηγορίας:
Ο συνδυασμός δύο αντιαρρυθμικών διαφορετικής αντιαρρυθμικής κατηγορίας μπορεί να είναι επωφελής, δεν αποκλείεται, όμως να είναι πολύπλοκος και απαιτείται τις περισσότερες φορές ιδιαίτερη προσοχή με στενή κλινική και ΗΚΓ παρακολούθηση.
Βουπροπιόνη Υπάρχει κίνδυνος αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών της φλεκαϊνίδης λόγω της μείωσης του ηπατικού μεταβολισμού από τη βουπροπιόνη. Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και εάν υπάρξει ανάγκη, προσαρμογή της δόσης της φλεκαϊνίδης κατά την συγχορήγηση με βουπροπιόνη.
Σινακαλσέτη Αύξηση των συγκεντρώσεων της φλεκαϊνίδης στο πλάσμα με κίνδυνο υπερδοσολογίας, λόγω της μείωσης του ηπατικού της μεταβολισμού από τη σινακαλσέτη.
Aπαιτείται κλινική παρακολούθηση και μείωση της δόσης της φλεκαϊνίδης κατά την συγχορήγηση της με σινακαλσέτη.
Δαριφενασίνη H δαριφενασίνη προκαλεί μείωση του ηπατικού μεταβολισμού της φλεκαϊνίδης με αποτέλεσμα αύξηση των συγκεντρώσεών της στο πλάσμα με κίνδυνο υπερδοσολογίας.
Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και μείωση της δόσης της φλεκαϊνίδης κατά την συγχορήγηση με δαριφενασίνη.
Ντουλοξετίνη:
Η ντουλοξετίνη προκαλεί μείωση του ηπατικού μεταβολισμού της φλεκαϊνίδης με αποτέλεσμα αύξηση των συγκεντρώσεων της στο πλάσμα με κίνδυνο υπερδοσολογίας.
Η κλινική παρακολούθηση και η μείωση της δόσης της φλεκαϊνίδης είναι απαραίτητα κατά τη διάρκεια της συχορήγησης με ντουλοξετίνη και μετά τη διακοπή της αγωγής.
Τερβιναφίνη Η τερβιναφίνη μειώνει τον ηπατικό μεταβολισμό της φλεκαϊνίδης με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών των προκαλούμενων από αυτή. Απαιτείται κλινική παρακολούθηση και εάν κριθεί απαραίτητο προσαρμογή της δοσολογίας της φλεκαϊνίδης κατά την συγχορήγηση με τερβιναφίνη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Τα δεδομένα από μελέτες σε ζώα είναι αντιφατικά και ανεπαρκή όσον αφορά την πιθανή εμβρυοτοξικότητα και τερατογένεση (βλ. παράγραφο 5.3).
Δεν υπάρχουν κατάλληλες και επαρκώς ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες για να αξιολογηθεί εάν η φλεκαϊνίδη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, όταν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης.
Για τον λόγο αυτό, το Flecardia® δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Γαλουχία Η φλεκαϊνίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα που εμφανίζονται σε ένα βρέφος που θηλάζει είναι 5 έως 10 φορές χαμηλότερες σε σχέση με τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις του φάρμακου. Αν και ο κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν είναι πολύ μικρός, η φλεκαϊνίδη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της γαλουχίας μόνο όταν το όφελος για την μητέρα υπερτερεί έναντι του κινδύνου για το παιδί.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Με βάση τις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες και τα δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης η φλεκαϊνίδη μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση μιας προϋπάρχουσας διαταραχής του καρδιακού ρυθμού ή την εμφάνιση νέων διαταραχών του ρυθμού.
Είναι επίσης πιθανό να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, τρόμο και θάμβος οράσεως,οι οποίες έχουν μια μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους αυτούς.
Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι οι διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, μπορεί να προκαλέσουν ανεπάρκεια του καρδιαγγειακού συστήματος και για τον λόγο αυτό επιβάλλεται να ζητηθεί η γνώμη του γιατρού για την ικανότητα οδήγησης οχημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά όργανο/σύστημα και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής :
• πολύ συχνές (≥1/10),
• συχνές (≥1/100 και <1/10),
• όχι συχνές (≥1/1.000 και <1/100),
• σπάνιες (≥1/10.000 και <1/1.000) ,
• πολύ σπάνιες (<1/10.000),
• άγνωστης συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί η συχνότητά τους με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές : μείωση αριθμού ερυθρών αιμοσφαιρίων, μείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, μείωση αριθμού αιμοπεταλίων.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες: αύξηση αντιπυρηνικών αντισωμάτων με ή χωρίς συστηματική φλεγμονή Ψυχιατρικές διαταραχές Σπάνιες: ψευδαισθήσεις, κατάθλιψη, κατάσταση σύγχυσης, ανησυχία, αμνησία, αϋπνία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: ζάλη, η οποία είναι συνήθως παροδική Σπάνιες: παραισθησία, αταξία, υπαισθησία, υπεριδρωσία, συγκοπτικό επεισόδιο, τρόμος, έξαψη, υπνηλία, κεφαλαλγία, περιφερική νευροπάθεια, σπασμοί, δυσκινησία Οφθαλμικές διαταραχές Πολύ συχνές: διαταραχή όρασης, όπως η διπλωπία και το θάμβος όρασης Πολύ σπάνιες: εναποθέσεις στον κερατοειδή Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Σπάνιες: εμβοές, ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές Συχνές: προαρρυθμική δράση (πιθανότατα σε ασθενείς με δομική καρδιακή νόσο)
Όχι συχνές: ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό μπορεί να εμφανίσουν κολποκοιλιακή αγωγή 1:1 με αυξημένη καρδιακή συχνότητα.
Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): μπορεί να εμφανιστεί δοσοεξαρτώμενη επιμήκυνση των διαστημάτων PR και QRS (βλ. παράγραφο 4.4), μεταβολές στο ΗΚΓ (βλ. παράγραφο 4.4), κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου και 3ου βαθμού, καρδιακή παύση, βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια/συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, προκάρδιο άλγος, υπόταση, έμφραγμα μυοκαρδίου, αίσθημα παλμών, φλεβοκομβική παύση, ταχυκαρδία (κολπική ή κοιλιακή), κοιλιακή μαρμαρυγή. Αποκάλυψη προϋπάρχοντος συνδρόμου Brugada Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: δύσπνοια Σπάνιες: πνευμονοπάθεια Συχνότητα μη γνωστή : πνευμονική ίνωση, διάμεση πνευμονοπάθεια Διαταραχές του γαστρεντερικού Όχι συχνές : Ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος, μειωμένη όρεξη, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Σπάνιες : αύξηση των τιμών των ηπατικών ενζύμων με και χωρίς ίκτερο Συχνότητα μη γνωστή : ηπατική δυσλειτουργία Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού Όχι συχνές : αλλεργική δερματίτιδα, περιλαμβανομένου του εξανθήματος, αλωπεκία Σπάνιες : σοβαρή κνίδωση Πολύ σπάνιες : αντίδραση φωτοευαισθησίας Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές : αδυναμία, κόπωση, πυρετός, οίδημα Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μη γνωστές : αρθραλγία και μυαλγία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία με φλεκαϊνίδη είναι μία πιθανώς απειλητική για τη ζωή επείγουσα ιατρική κατάσταση και επιβάλλει την νοσηλεία σε καρδιολογική μονάδα. Αυξημένη ευαισθησία στο
φάρμακο και επίπεδα πλάσματος του αίματος που υπερβαίνουν τα θεραπευτικά επίπεδα μπορεί να προκύψουν επίσης από φαρμακευτική αλληλεπίδραση (βλέπε παράγραφο 4.5). Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο. Δεν υπάρχει γνωστός τρόπος για την ταχεία απομάκρυνση της φλεκαϊνίδης. Ούτε η εξωνεφρική κάθαρση, ούτε η αιμοδιήθηση είναι αποτελεσματικές.. Η θεραπεία είναι ουσιαστικά συμπτωματική και μπορεί να περιλαμβάνει απομάκρυνση της ποσότητας του φαρμάκου που δεν έχει απορροφηθεί από τη γαστρεντερική οδό. Η ενδοφλέβια χορήγηση διαλύματος διττανθρακικού νατρίου 8,4% μειώνει την δράση της φλεκαϊνίδης. Επιπρόσθετα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν ινότροπους παράγοντες ή καρδιακούς διεγέρτες, όπως η ντοπαμίνη, η δοβουταμίνη ή η ισοπροτερενόλη, καθώς και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και παροχή υποστήριξης του κυκλοφορικού (π.χ. ενδοαορτική αντλία με μπαλόνι). Πρέπει να εξετάζεται η προσωρινή εισαγωγή βηματοδότη εάν υπάρχουν διαταραχές αγωγιμότητας. Με εκτιμώμενο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 20 ώρες, αυτές οι υποστηρικτικές θεραπείες μπορεί να χρειαστεί να συνεχιστούν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Η πρόκληση διούρησης με οξινοποίηση των ούρων προάγει θεωρητικά την αποβολή του φαρμάκου.
Η εξωσωματική κυκλοφορία μπορεί να εξεταστεί κατά περίπτωση
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιαρρυθυμικά φάρμακα, τάξη ΙC, κωδικός ATC: C01 BC04 Μηχανισμός δράσης Οι αντιαρρυθμικές ιδιότητες της φλεκαϊνίδης είναι όμοιες με αυτές των αντιαρρυθμικών τάξεως Ι.
στην ταξινόμηση κατά Vaughan-Williams, τάξης ΙC.
Η φλεκαϊνίδη έχει αρνητική ινότροπη δράση.
Στον άνθρωπο η φλεκαϊνίδη:
• παρατείνει την διάρκεια της ενδοκολπικής, κομβικής και ενδοκοιλιακής αγωγιμότητας,
• ελαφρώς παρατείνει τις αποτελεσματικές ανερέθιστες περιόδους (Effective Refractory Periods – ERP) των κόλπων και την κοιλιακή ERP,
• αυξάνει την αποτελεσματικη ανερέθιστη περιόδο (Effective Refractory Period – ERP) του κολποκοιλιακού κόμβου,
• αυξάνει την ανερέθιστη περίοδο των ορθόδρομων και ανάδρομων παραπληρωματικών οδών,
• δεν προκαλεί σημαντικές μεταβολές της καρδιακής συχνότητας εκτός και εάν οι ασθενείς παρουσιάζουν φλεβοκομβική δυσλειτουργία.
Ως δείκτης της αντιαρρυθμικής δράσης της φλεκαϊνίδης μπορεί να θεωρηθεί η αναλογική σχέση που υπάρχει μεταξυ των συγκεντρώσεων της φλεκαϊνίδης στο πλάσμα, σε δόσεις 100-200 mg υπό τη μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης, και της παράτασης του συμπλέγματος QRS.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Κάθε καψάκιο Flecardia® περιέχει μικροκοκκία και είναι επικαλυμμένο από ένα πολυμερές το οποίο επιτρέπει την σταθερή απελευθέρωση της δραστικής ουσίας. Κάθε μικρόκοκκος αποτελεί μία μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης της φλεκαϊνίδης, που επιτρέπει την επιμήκυνση του χρόνου
απορρόφησης χωρίς την μεταβολή των παραμέτρων απέκκρισης (T ½ απέκκρισης ~ 12-13 ώρες).
Μετά τη χορήγηση από στόματος η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 80%.
Μετά την χορήγηση φλεκαϊνίδης από το στόμα σε μορφή καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης, η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνεται προοδευτικά μετά από λανθάνουσα περίοδο 2-3 ωρών και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται μεταξύ της 21ης και 25ης ώρας και παραμένει σταθερή μέχρι την 30η ώρα.
Η τροφή δεν επηρεάζει το ρυθμό απορρόφησης της φλεκαϊνίδης, με αποτέλεσμα η φλεκαϊνίδη να μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 5 μέρες θεραπείας με μικρές διακυμάνσεις στα χαμηλά επίπεδα και περιορισμένες στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Δεν παρατηρείται συσσώρευση του προϊόντος μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση δεν συνδέεται με ενζυμική επαγωγή.
Η φλεκαϊνίδη κατανέμεται εκτεταμένα και γρήγορα στους ιστούς με ένα όγκο κατανομής της τάξεως περίπου των 8.3 1/kg. Η σύνδεση της φλεκαϊνίδης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλή (~ 40%).
Η απέκκριση της φλεκαϊνίδης πραγματοποιείται κυρίως από τα ούρα. Μετά τη χορήγηση από του στόματος περίπου το 25% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μετά από 24 ώρες σε αμετάβλητη μορφή.
Ο Η αιμοκάθαρση δεν φαίνεται να είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την απομάκρυνση της φλεκαϊνίδης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μη κλινικά δεδομένα βασιζόμενα σε in vitro μελέτες και in vivo μελέτες δεν έδειξαν γονοτοξικότητα και καρκινογένεση.
Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην γονιμότητα στα ζώα. Σε μία λευκή φυλή κουνελιών της Νέας Ζηλανδίας σε κύηση, παρουσιάστηκε τερατογένεση και εμβρυοτοξικότητα με χορήγηση υψηλών δόσεων φλεκαϊνίδης από το στόμα. Αυτή η επίδραση δεν παρουσιάστηκε σε άλλες φυλές κουνελιών.
Δεν παρουσιάστηκε επίσης καμία επίδραση σε ποντίκια (μετά από χορήγηση από το στόμα ή ενδοφλέβια) και σε αρουραίους (μετά από χορήγηση από το στόμα).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας: Povidone (Kollidon 25), Cellulose microcrystalline, Crospovidone, Colloidal silicon dioxide, Magnesium stearate.
Eπικάλυψη : Εudragit S-100, Polyethylene glycol 400, Talc Σύνθεση κενής κάψουλας: .
Flecardia® 50mg (άσπρη/άσπρη) : Titanium dioxide, Gelatine Flecardia® 100mg (γκρι /άσπρη) : Titanium dioxide, Βlack iron oxide, Gelatine Flecardia® 150mg (γκρι /γκρι) : Titanium dioxide, Βlack iron oxide, Gelatine Flecardia® 200mg (γκρι /ροζ) : Titanium dioxide, Βlack iron oxide, Red iron oxide, Gelatine
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το Flecardia® διατίθεται σε συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVC/PVDC που περιέχουν 10 σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης εκάστη. Κάθε κουτί περιέχει 30 σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης και ένα φύλλο οδηγιών για τον χρήστη.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Win Medica Φαρμακευτική Α.Ε.
Οιδίποδος 1-3 και Παράδρομος Αττικής οδού 33-35 152 38 Χαλάνδρι Τηλέφωνο: 210 74 88 821 Fax: 210 74 88 827
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Flecardia® 50mg/cap: 32054/15/16-11-2016 Flecardia® 100mg/cap: 86342/16-11-2016 Flecardia® 150mg/cap: 86343/16-11-2016 Flecardia® 200mg/cap: 88616/16-11-2016
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Hμερομηνία πρώτης έγκρισης: 11 Σεπτεμβρίου 2013