Clinio Logo
Clinio
FLODIL › ΠΧΠ

FLODIL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 4 συσκευασίες 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

FLODIL

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Καψάκια σκληρά 5mg αμλοδιπίνη (ως amlodipine besylate)

Καψάκια σκληρά 10mg αμλοδιπίνη (ως amlodipine besylate)

Amlodipine Besylate (BANM, USAN) ή Besilate (rlNNM):

C H CIN O C H O S= 567,1 20 25 2 5 6 6 3 3-ethyl-5-methyl-2-(2 aminoethoxymethyl)-4-(2-chlorophenyl)-1,4- dihydro-6-methylpyridine-3,5-dicarboxylate benzenesulphonate

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Καψάκια, σκληρά

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Ιδιοπαθής υπέρταση Χρόνια σταθερή και αγγειοσυσπαστική στηθάχγη

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Τόσο για τη υπέταση όσο και για τη στηθάγχη η συνήθης αρχική δόση της αμλοδιπίνης είναι 5 mg άπαξ ημερησίως. Η δόση αυτή μπορεί να αυξηθεί στη μέγιστη δόση των 10 mg ημερησίως (ως εφάπαξ δόση) μετά από 6 εβδομάδες, ανάλογα με την ανταπόκριση του κάθε ασθενούς. Η αμλοδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιστηθαγχικά φάρμακα σε ασθενείς με στηθάχγη.

Χρήση σε παιδιά και τους εφήβους Δεν συνιστάται η χρήση του Flodil σε παιδιά και εφήβους (<18 ετών).

Χρήση σε ηλικιωμένους Για τους ηλικιωμένους, συνιστώνται τα συνήθη δοσολογικά σχήματα. Εντούτοις, αύξηση της δόσης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλέπε λήμμα 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»).

Η συνιστώμενη δοσολογία στους ασθενείς αυτούς δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Το φάρμακο πρέπει επομένως να χορηγείται με προσοχή σ’αυτούς τους ασθενείς. (βλέπε και 4.4 «Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες Προφυλάξεις κατά τη χρήση»

Χρήση σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Μεταβολές των συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα δεν συσχετίζονται με το βαθμό νεφρικής λειτουργίας. Δια τούτο το Flodil

μπορεί να χρησιμοποιηθεί στους ασθενείς αυτούς στις συνήθεις δόσεις.

Η αμλοδιπίνη δεν αιμοδιϋλίζεται (βλέπε λήμμα 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»)

4.3. Αντενδείξεις

Η αμλοδιπίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:

• Υπόταση βαριάς μορφής

• Shock συμπεριλαμβανομένου του καρδιογενούς shock

• Υπερευαισθησία στα παράγωγα διυδροπυριδίνης, στην αμλοδιπίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα

• Κλινικά σημαντική αορτική στένωση

• Ασταθή στηθάγχη (εξαιρείται η στηθάγχη Prinzmetal)

4.4. Ιδιαίτερες Προειδοποιήσεις και Ιδιαίτερες Προφυλάξεις κατά

τη χρήση Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Σε μία μακροχρόνια μελέτη (PRAISE – 2)

ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο που περιελάμβανε πάσχοντες από καρδιακή ανεπάρκεια βαριάς μορφής (βαθμού ΙΙΙ και IV κατά NYHA) μη ισχαιμικής αιτιολογίας, η αμλοδιπίνη συσχετίστηκε με αυξημένες αναφορές περιστατικών πνευμονικού οιδήματος, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό να συσχετισθεί με επιδείνωση των συμπτωμάτων (βλέπε λήμμα 5.1 «Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες»).

Η αμλοδιπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (εντός των πρώτων 28 ημερών).

Η ημιπερίοδος ζωής της αμλοδιπίνης παρατείνεται σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας, η δε συνιστώμενη δοσολογία στους ασθενείς αυτούς δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Το φάρμακο πρέπει επομένως να χορηγείται με προσοχή σ’αυτούς τους ασθενείς.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων στην αμλοδιπίνη Αναστολείς CYP3A4: Μία μελέτη σε ηλικιωμένους ασθενείς έχει αποδείξει ότι η διλτιαζέμη αναστέλλει το μεταβολισμό της αμλοδιπίνης, ενδεχομένως μέσω των ενζύμων CYP3A4. Αφού η συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα αυξάνεται κατά περίπου 50%, αυξάνεται και η δράση της. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ισχυρότεροι αναστολείς CYP3A4 (π.χ.

κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη) αυξάνουν τη συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα σε μεγαλύτερο βαθμό

από ότι η διλτιαζέμη. Προσοχή θα πρέπει να δίνεται στο συνδυασμό της αμλοδιπίνης και των αναστολέων CYP3A4.

Επαγωγείς CYP3A4: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την επίδραση των επαγωγέων CYP3A4 { π.χ. ριφαμπικίνη, St. John wort (Υπερικό / Βαλσαμόχαρτο)} στην αμλοδιπίνη. Η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα. Προσοχή θα πρέπει να δίνεται στο συνδυασμό της αμλοδιπίνης και των επαγωγέων CYP3A4.

Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, ο χυμός γκρέιπ φρουτ, η σιμετιδίνη, τα άλατα αργιλίου/μαγνησίου (αντιόξινα) και το sildenafil δεν επηρέασαν τη φαρμακοκινητική εικόνα της αμλοδιπίνης Επιδράσεις της αμλοδιπίνης σε άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα Σε κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης, η αμλοδιπίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική εικόνα της ατορβαστατίνης, της διγοξίνης, της βαρφαρίνης ή της κυκλοσπορίνης.

Η αμλοδιπίνη δεν επηρεάζει τις εργαστηριακές δοκιμασίες.

4.6. Χρήση κατά την κύηση και τη γαλουχία

Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της αμλοδιπίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή σε υψηλές δόσεις (βλέπε λήμμα 5.3 «Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια»). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Η αμλοδιπίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητο.

Δεν είναι γνωστό εάν η αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Συνίσταται η διακοπή του θηλασμού κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμλοδιπίνη.

4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού

μηχανημάτων Σε ασθενείς που υποφέρουν απόζάλη, κεφαλαλγία, κόπωση ή ναυτία, η ικανότητα αντίδρασης μπορεί να έχει επηρεασθεί.

4.8. Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Η αμλοδιπίνη γίνεται καλώς ανεκτή από τους ασθενείς. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με placebo που αφορούσαν ασθενείς με υπέρταση ή στηθάγχη, έχουν παρατηρηθεί οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες καταγράφονται σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος και τις συχνότητες εμφάνισης βάσει MedDRA, ως εξής: Πολύ συχνές: ≥1/10, Συχνές: ≥ 1/100 και < 1/10, Όχι συχνές: ≥ 1/1.000 και < 1/100, Σπάνιες: ≥ 1/10.000 και < 1/1.000, Πολύ Σπάνιες: < 1/10.000.

Κατηγορία Οργανικού Ανεπιθύμητες Ενέργειες Συχνότητα

Συστήματος MedDRA
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΛευκοπενίαΠολύ σπάνια
ΘρομβοπενίαΠολύ σπάνια
Διαταραχές του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΑλλεργική αντίδραση: κνίδωσηΠολύ σπάνια
Διαταραχές του Μεταβολισμού και της ΘρέψηςΥπεργλυκαιμίαΠολύ σπάνια
Αύξηση βάρουςΌχι συχνή
Μείωση βάρουςΌχι συχνή
Ψυχιατρικές διαταραχέςΑϋπνίαΌχι συχνή
Μεταβολές της διάθεσης (περιλαμβανομένων: άγχους, ευερεθιστότητας, κατάθλιψης)Όχι συχνή
Διαταραχές του Νευρικού ΣυστήματοςΥπνηλίαΣυχνή
ΖάληΣυχνή
ΚεφαλαλγίαΣυχνή
ΤρόμοςΌχι συχνή
Υπαισθησία, παραισθησίαΌχι συχνή
ΥπερτονίαΠολύ σπάνια
Περιφερική νευροπάθειαΠολύ σπάνια
Οφθαλμικές ΔιαταραχέςΟπτικές διαταραχέςΌχι συχνή
Διαταραχές του Ωτός και του ΛαβυρίνθουΕμβοέςΌχι συχνή
Καρδιακές ΔιαταραχέςΑίσθημα παλμώνΣυχνή
ΣυγκοπήΌχι συχνή
Στηθαγχικό άλγοςΣπάνια
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΠολύ σπάνια
Αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)Πολύ σπάνια
Αγγειακές ΔιαταραχέςΈξαψηΣυχνή
ΥπότασηΌχι συχνή
ΑγγειίτιδαΠολύ σπάνια
Διαταραχές του αναπνευστικού Συστήματος,ΔύσπνοιαΌχι συχνή
του Θώρακος και του Μεσοθωρακίου
ΥπότασηΌχι συχνή
ΒήχαςΠολύ σπάνια
Διαταραχές του Γαστρεντερικού ΣυστήματοςΥπερπλασία ούλωνΠολύ σπάνια
Κοιλιακό άλγος, ναυτίαΣυχνές
ΈμετοςΌχι συχνή
Δυσπεψία, γαστρίτιδαΌχι συχνή
Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρουΌχι συχνή
ΞηροστομίαΌχι συχνή
Αλλοίωση της γεύσηςΌχι συχνή
Διάρροια, δυσκοιλιότηταΌχι συχνή
ΠαγκρεατίτιδαΠολύ σπάνια
Διαταραχές του Ήπατος και των ΧοληφόρωνΗπατίτιδα, χολοστατικός ίκτεροςΠολύ σπάνια
Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου ΙστούΑγγειονευρωτικό οίδημαΠολύ σπάνια
Πολύμορφο ερύθημαΠολύ σπάνια
ΑλωπεκίαΌχι συχνή
ΠορφύραΌχι συχνή
Δυσχρωματισμός δέρματοςΌχι συχνή
Αυξημένη εφίδρωσηΌχι συχνή
ΚνησμόςΌχι συχνή
ΕξάνθημαΌχι συχνή
Διαταραχές του Μυοσκελετικού Συστήματος και του Συνδετικού ΙστούΑρθραλγία, ΜυαλγίαΌχι συχνή
Μυϊκές κράμπεςΌχι συχνή
ΟσφυαλγίαΌχι συχνή
Διαταραχές των Νεφρών και των Ουροφόρων ΟδώνΔιαταραχή ούρησης, νυκτουρία, αυξημένη συχνότητα ούρησηςΌχι συχνή
Διαταραχές Αναπαραγωγικού Συστήματος και του ΜαστούΑνικανότηταΌχι συχνή
ΓυναικομαστίαΌχι συχνή
Γενικές Διαταραχές και Καταστάσεις της Οδού ΧορήγησηςΟίδημαΣυχνή
ΚόπωσηΣυχνή
Θωρακικό άλγοςΌχι συχνή
ΕξασθένισηΌχι συχνή
ΆλγοςΌχι συχνή
ΚακουχίαΌχι συχνή
Παρακλινικές ΕξετάσειςΑυξήσεις ηπατικών ενζύμων ALT, AST (κυρίως συνάδουσες με χολόσταση)Πολύ σπάνια

με χολόσταση)

4.9. Υπερδοσολογία

Τα υπάρχοντα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η λήψη υπερβολικής δόσης μπορεί να προκαλέσει έντονη περιφερική αγγειοδιαστολή και πιθανή αντανακλαστική ταχυκαρδία. Σημαντική και προφανώς παρατεταμένη περιφερική υπόταση μέχρι και συμπεριλαμβανομένου του shock με μοιραίο αποτέλεσμα έχει αναφερθεί.

Η χορήγηση ενεργού άνθρακα σε υγιείς εθελοντές αμέσως μετά ή μέχρι και 2 ώρες μετά τη λήψη αμλοδιπίνης 10 mg έδειξε να μειώνει σημαντικά την απορρόφηση του φαρμάκου. Η πλύση του στομάχου μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις. Η ύπαρξη κλινικά σημαντικής υπότασης, λόγω λήψης υπερβολικής δόσης της αμλοδιπίνης, απαιτεί τη δραστική υποστήριξη του καρδιαγγειακού συστήματος περιλαμβανόμενης της συχνής παρακολούθησης της καρδιακής και της αναπνευστικής λειτουργίας, της ανύψωσης των κάτω άκρων και της ρύθμισης του όγκου του κυκλοφορούντος αίματος και των αποβαλλόμενων ούρων. Η χορήγηση αγγειοσυσπαστικών ουσιών δυνατόν να είναι χρήσιμη για την αποκατάσταση του αγγειακού τόνου και της αρτηριακής πίεσης με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αντένδειξη για τη χρήση τους. Η ενδοφλέβια χορήγηση γλυκονικού ασβεστίου μπορεί να είναι χρήσιμη για την εξουδετέρωση της επίδρασης των ανταγωνιστών του ασβεστίου.

Δεδομένου ότι η αμλοδιπίνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, η αιμοδιϋλιση δεν είναι πιθανό να αποβεί χρήσιμη.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Κωδικός ATC: C08CA01

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Η αμλοδιπίνη είναι ένας αναστολέας της εισόδου των ιόντων ασβεστίου (αναστολέας των βραδέων διαύλων ασβεστίου ή ανταγωνιστής των ιόντων ασβεστίου) και αναστέλλει την δια μέσου της κυτταρικής μεμβράνης είσοδο ιόντων ασβεστίου προς

το εσωτερικό των καρδιακών κυττάρων και των λείων μυϊκών ινών.

Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται σε άμεση επίδραση στη χάλαση των λείων μυικών ινών των αγγείων. Ο ακριβής μηχανισμός δια του οποίου η αμλοδιπίνη βελτιώνει τη στηθάγχη δεν έχει πλήρως καθοριστεί αλλά η αμλοδιπίνη μειώνει το ολικό ισχαιμικό φορτίο με τις ακόλουθες δύο δράσεις:

1) Η αμλοδιπίνη διαστέλλει τα περιφερικά αρτηριόλια και κατά συνέπεια μειώνει τις ολικές περιφερικές αντιστάσεις (μεταφορτίο), οι οποίες επιβαρύνουν τη λειτουργία της καρδιάς. Αυτή η μείωση του καρδιακού έργου μειώνει την κατανάλωση ενέργειας από το μυοκάρδιο και τις απαιτήσεις αυτού σε οξυγόνο.

2) Ο μηχανισμός δράσης της αμλοδιπίνης πιθανώς αφορά και τη διαστολή των κυρίων κλάδων των στεφανιαίων αρτηριών και των στεφανιαίων αρτηριολίων, τόσο σε περιοχές υγιούς όσο και σε περιοχές ισχαιμικού μυοκαρδίου. Η διαστολή αυτή αυξάνει την παροχή οξυγόνου στο μυοκάρδιο σε ασθενείς με επεισόδια στηθάγχης Prinzmetal.

Σε ασθενείς με υπέρταση η άπαξ ημερήσια χορήγηση του φαρμάκου εξασφαλίζει κλινικά σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, καθ’όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Λόγω της βραδείας έναρξης της δράσης του φαρμάκου δεν παρατηρείται απότομη υπόταση επί χορηγήσεως της αμλοδιπίνης.

Σε ασθενείς με στηθάγχη η άπαξ ημερήσια χορήγηση της αμλοδιπίνης αυξάνει τον ολικό χρόνο άσκησης, το χρόνο μέχρι ενάρξεως της στηθάγχης και το χρόνο μέχρι την κατάσπαση του ST διαστήματος κατά 1 mm, ενώ μειώνει τόσο τη συχνότητα των στηθαγχικών παροξυσμών, όσο και την κατανάλωση των δισκίων νιτρογλυκερίνης.

Χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Αιμοδυναμικές μελέτες και ελεγχόμενες κλινικές μελέτες βασισμένες σε δοκιμασίες κόπωσης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙ έως IV κατά NYHA έδειξαν ότι η αμλοδιπίνη δεν προκάλεσε κλινική επιδείνωση, όπως μετρήθηκε με την ανοχή στην άσκηση, το κλάσμα εξώθησης της αριστεράς κοιλίας και την κλινική συμπτωματολογία.

Μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη (PRAISE), που σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙΙ-ΙV κατά NYHA, υπό θεραπεία με διγοξίνη, διουρητικά και αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ), έδειξε ότι η αμλοδιπίνη δεν προκάλεσε αύξηση του κινδύνου θνητότητας ή συνδυασμένου κινδύνου θνητότητας και νοσηρότητας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Σε μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μακροχρόνια μελέτη παρακολούθησης της αμλοδιπίνης (PRAISE –2) σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙΙ και IV κατά NYHA, χωρίς κλινικά συμπτώματα ή αντικειμενικά ευρήματα που να υποδηλώνουν υποκείμενη ισχαιμική νόσο, οι οποίοι ελάμβαναν σταθερές δόσεις αναστολέων ΜΕΑ, δακτυλίτιδας και διουρητικών, η αμλοδιπίνη δεν είχε καμία επίδραση στην ολική ή την καρδιοαγγειακή θνητότητα. Στον ίδιο πληθυσμό η αμλοδιπίνη συσχετίστηκε με αυξημένες αναφορές περιστατικών πνευμονικού οιδήματος, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό να συσχετισθεί με επιδείνωση των συμπτωμάτων (βλέπε λήμμα 5.1 «Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες»).

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων από το στόμα, η αμλοδιπίνη απορροφάται καλώς και δημιουργούνται μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου εντός 6-12 ωρών από τη χορήγησή του. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπολογίστηκε ότι κυμαίνεται μεταξύ 64 και 80%. Ο όγκος κατανομής του φαρμάκου είναι περίπου 21l/kg. Η απορρόφηση της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.

Μελέτες in vitro απέδειξαν ότι περίπου 97,5% της κυκλοφορούσης αμλοδιπίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομεταβολισμός/Αποβολή Η τελική ημιπερίοδος ζωής της αποβολής από το πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες και δικαιολογεί την άπαξ ημερήσια χορήγησή του. Σταθεροποιημένη κατάσταση του φαρμάκου στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά 7-8 συνεχόμενες ημέρες.

Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο ποσοστό στο ήπαρ, μετατρεπόμενη σε αδρανείς μεταβολίτες και αποβάλλεται στα ούρα σε ποσοστό 10% υπό αναλλοίωτη μορφή και 60% υπό μορφή μεταβολιτών.

Χρήση σε ηλικιωμένους Ο χρόνος επίτευξης των μέγιστων συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος επί ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών. Η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειωθεί με αποτέλεσμα την αύξηση της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) και του τελικού χρόνου ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου επί των ηλικιωμένων ασθενών. Η αύξηση της AUC και του χρόνου ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ήταν αναμενόμενη για την υπό μελέτη ηλικιακή ομάδα ασθενών.

Η ημιπερίοδος ζωής της αμλοδιπίνης παρατείνεται σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας.

Χρήση σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε ανενεργούς μεταβολίτες.

Το 10% της μητρικής ουσίας απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα.

Μεταβολές των συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα δεν συσχετίζονται με το βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας. Η αμλοδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στους ασθενείς αυτούς στις συνήθεις δόσεις. Η αμλοδιπίνη δεν αιμοδιϋλίζεται (βλέπε λήμμα 5.2 «Φαρμοκοκινητικές ιδιότητες»).

5.3. Προκλινικά δεδομένα ασφάλειας

Καρκινογένεση Δεν υπάρχουν ενδείξεις καρκινογένεσης σε αρουραίους και ποντίκια όπου δόθηκε στη διαίτά τους αμλοδιπίνη για δύο χρόνια σε συγκεντρώσεις που υπολογίζεται ότι αντιστοιχούν σε ημερήσια δόση 0,5, 1,25 και 2,5mg/kg. H υψηλότερη δόση (για τους ποντικούς, όμοια με και για τους αρουραίους δύο φόρες* μεγαλύτερη της μέγιστης συνιστώμενης κλινικής δόσης των 10mg, σε mg/m2) ήταν κοντά στη μέγιστη ανεκτή δόση για τους ποντικούς, αλλά όχι για τους αρουραίους.

Μεταλλαξιογένεση Μελέτες μεταλλαξιογένεσης δεν έδειξαν επιδράσεις του φαρμάκου στα γονίδια ή στο επίπεδο των χρωμοσωμάτων.

Μελέτες αναπαραγωγής Σε μελέτες σε ζώα, αναφορικά με την αναπαραγωγή στους επίμυς μετά από χορήγηση υψηλών δόσεων, παρατηρήθηκαν καθυστέρηση τοκετού, δύσκολος τοκετός και μειωμένη επιβίωση του εμβρύου και του νεογνού.

Δεν υπήρξε επίδραση στη γονιμότητα των αρουραίων που έλαβαν αμλοδιπίνη (τα αρσενικά για 64 ημέρες και τα θηλυκά για 14 ημέρες πριν το ζευγάρωμα) σε ημερήσιες δόσεις μέχρι και 10mg/kg (8 φορές* μεγαλύτερη της μέγιστης συνιστώμενης δόσης στιν άνθρωπο των 10 mg, σε mg/m2).

*Με βάση το βάρος ασθενούς ίσο με 50 kg.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

6.1. Έκδοχα

Cellulose microcrystalline, Starch maize pregelatinized, Magnesium stearate.

Σύθεση κένης κάψουλας: Gelatine, Titanium dioxide E171, Quinoline yellow E 104, Ιron oxide (yellow) E172 (μόνο στα 5mg), Orange yellow E 110 (μόνο στα 10mg).

6.2. Ασυμβατότητες

Kαμία γνωστή

6.3. Διάρκεια ζωής

36 μήνες

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το Flodil πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία μέχρι 25°C.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κάθε κουτί περιέχει 14 καψάκια σκληρά των 5 mg Κάθε κουτί περιέχει 14 καψάκια σκληρά των 10 mg

6.6. Οδηγίες χρήσης/χειρισμού

Δεν είναι απαραίτητες

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Μινέρβα φαρμακευτική α.ε. – Λεωφ.Κηφισού 132, 121 31 Αθήνα τηλ. 210-5702199

7.1.1. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

5 mg23011/9-4-08 10 mg23012/9-4-08

8. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

7-10-2004

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

April 2008

Πηγή: eof:2588902_SPC_2588902_1.pdf