Clinio Logo
Clinio
FLUTINASAL › ΠΧΠ

FLUTINASAL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 1 συσκευασία 1 πίνακας

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Flutinasal 50 μικρογραμμάρια/δόση ρινικό εκνέφωμα, εναιώρημα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Υδατικό εναιώρημα 0,5 mg (500 μικρογραμμάρια)/ml προπιονικής φλουτικαζόνης.

Κάθε ψεκασμός παρέχει 100 mg εναιωρήματος που περιέχουν δόση 50 μικρογραμμαρίων προπιονικής φλουτικαζόνης.

Έκδοχο με γνωστές δράσεις:

Κάθε δόση (ένας ψεκασμός) περιέχει 20 μικρογραμμάρια χλωριούχου βενζαλκόνιου.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ρινικό εκνέφωμα, εναιώρημα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

To Flutinasal ενδείκνυται για την προφύλαξη και τη θεραπεία της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας περιλαμβανομένου του πυρετού εκ χόρτου σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας από 4 ετών και άνω.

Επίσης ενδείκνυται για την προφύλαξη και τη θεραπεία της χρόνιας ρινίτιδας μόνο σε ενήλικες ηλικίας από 18 ετών και άνω.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες ηλικίας από 18 ετών και άνω για την προφύλαξη και τη θεραπεία της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας ή της χρόνιας ρινίτιδας Παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνω για την προφύλαξη και τη θεραπεία μόνο της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας Η συνιστώμενη δόση είναι δύο ψεκασμοί σε κάθε ρουθούνι μία φορά την ημέρα (200 μικρογραμμάρια προπιονικής φλουτικαζόνης), κατά προτίμηση το πρωί. Σε περιπτώσεις σοβαρών συμπτωμάτων ενδέχεται να χρειάζονται δύο ψεκασμοί σε κάθε ρουθούνι δύο φορές την ημέρα, αλλά μόνο για βραχυχρόνια χρήση. Μόλις τα συμπτώματα τεθούν υπό έλεγχο μπορεί να λαμβάνεται δόση συντήρησης ενός ψεκασμού σε κάθε ρουθούνι μία φορά την ημέρα. Εάν τα συμπτώματα επανέλθουν, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί αναλόγως. Πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δόση με την οποία ελέγχονται αποτελεσματικά τα συμπτώματα.

Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τους τέσσερις ψεκασμούς στο κάθε ρουθούνι.

Η διάρκεια της θεραπείας είναι συνήθως 2-4 εβδομάδες, αλλά δύναται ο θεράπων γιατρός να καθορίσει τη διάρκεια της θεραπείας ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.

Παιδιά ηλικίας από 4 έως 11 ετών για την προφύλαξη και τη θεραπεία μόνο της εποχιακής αλλεργικής ρινίτιδας Η συνιστώμενη δόση είναι ένας ψεκασμός σε κάθε ρουθούνι μία φορά την ημέρα (100 μικρογραμμάρια προπιονικής φλουτικαζόνης), κατά προτίμηση το πρωί. Σε περιπτώσεις σοβαρών συμπτωμάτων ενδέχεται να χρειάζεται ένας ψεκασμός σε κάθε ρουθούνι δύο φορές την ημέρα, αλλά μόνο για βραχυχρόνια χρήση. Μόλις τα συμπτώματα τεθούν υπό έλεγχο μπορεί να λαμβάνεται δόση

συντήρησης ενός ψεκασμού σε κάθε ρουθούνι μία φορά την ημέρα. Εάν τα συμπτώματα επανέλθουν, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί αναλόγως. Πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δόση με την οποία ελέγχονται αποτελεσματικά τα συμπτώματα.

Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τους δύο ψεκασμούς στο κάθε ρουθούνι.

Η διάρκεια της θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 2 εβδομάδες.

Σε ορισμένους ασθενείς δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης θεραπεία τις πρώτες μέρες, επομένως η θεραπεία των ασθενών με ιστορικό εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας ενδεχομένως να χρειάζεται να ξεκινήσει μερικές ημέρες πριν από την αναμενόμενη έναρξη της εποχής της γύρης, για να βοηθήσει την πρόληψη της εμφάνισης των συμπτωμάτων. Για πλήρες θεραπευτικό όφελος, συνιστάται τακτική χρήση. Η θεραπεία δεν πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα της έκθεσης σε αλλεργιογόνα.

Σε ορισμένους ανθρώπους ενδεχομένως να απαιτείται τακτική χρήση για 3-4 ημέρες για να επιτευχθεί το μέγιστο θεραπευτικό όφελος.

Ηλικιωμένοι Εφαρμόζεται η συνήθης δοσολογία των ενηλίκων.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το ρινικό εκνέφωμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών.

Τρόπος χορήγησης Για χορήγηση μόνο μέσω της ενδορρινικής οδού. Να μην χρησιμοποιείται στα μάτια ή το στόμα.

Οδηγίες χρήσης ΠΡΙΝ ΤΗ ΧΡΗΣΗ

1. Ανακινήστε ελαφρά τη φιάλη και μετά ανοίξτε το κάλυμμα.

2. Κρατήστε τον ψεκαστήρα ψηλά με το δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο στην κάθε πλευρά του ρύγχους και τον αντίχειρα από κάτω από τη φιάλη.

3. Αν χρησιμοποιείτε τη συσκευή για πρώτη φορά, είτε δεν την έχετε χρησιμοποιήσει για μια εβδομάδα ή περισσότερο, δοκιμάστε τον ψεκαστήρα αν λειτουργεί κανονικά, πιέζοντας προς τα κάτω με τα δάχτυλά σας μέχρι να απελευθερωθεί ένα λεπτό εκνέφωμα (εικόνα 1). Όταν το κάνετε αυτό μην στρέφετε το ρύγχος προς το μέρος σας ή κάποιον άλλο.

Εικόνα 1 Εάν η συσκευή εξακολουθεί να μην λειτουργεί, καθαρίστε την όπως περιγράφεται στην παράγραφο «Καθαρισμός». Μην προσπαθήσετε να ξεφράξετε το ρύγχος με αιχμηρά αντικείμενα.

ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΨΕΚΑΣΤΗΡΑ

4. Φυσάτε ελαφρά τη μύτη.

5. Κλείνετε το ένα ρουθούνι και προσεκτικά βάζετε το ειδικό τμήμα της συσκευής στο άλλο ρουθούνι.

6. Αρχίζετε να εισπνέετε με τη μύτη και ενώ εισπνέετε πιέζετε με τα δάκτυλα τη συσκευή προς τα κάτω για να ελευθερωθεί το φάρμακο.

Εικόνα 2 7. Εκπνεύστε από το στόμα. Επαναλάβετε το 6 και 7, για δεύτερο ψεκασμό στο ίδιο ρουθούνι.

8. Επαναλάβετε το 5,6 και 7 για το άλλο ρουθούνι.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ

9. Σκουπίστε το ρύγχος με ένα χαρτομάντιλο και κλείστε τη φιάλη με το κάλυμμα.

ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ

1. Βγάζετε ελαφρά το ρύγχος και πλένετε με χλιαρό νερό.

2. Ανακινήστε το καλά για να φύγει η περίσσεια του νερού και αφήστε το να στεγνώσει.

3. Βάζετε ελαφρά το ρύγχος στη φιάλη και τη κλείνετε με το κάλυμμα.

4. Αν το ρύγχος φράξει, τότε πλένετε με χλιαρό νερό. Στη συνέχεια το πλένετε με νερό της βρύσης και το αφήνετε να στεγνώσει. Μην προσπαθήσετε να ξεφράξετε το ρύγχος με αιχμηρά αντικείμενα.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Περιλαμβάνουν σημαντικό αριθμό νοσημάτων και παθολογικών καταστάσεων. Θα πρέπει όμως πάντα να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, απλούς οφθαλμικός έρπητας, γλαύκωμα, εκσεσημασμένη οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις αμέσως πριν και μετά προφυλακτικό εμβολιασμό, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητικό καρδιακή ανεπάρκεια, συστηματική μυκητίαση, φυματίωση, βαριά νεφροπάθεια, λοιμώδη νοσήματα, αιμορραγική διάθεση.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η θεραπεία πρέπει να διακοπεί ή να ζητηθεί ιατρική συμβουλή, εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μέσα σε 7 ημέρες.

Πρέπει επίσης να ζητηθεί ιατρική συμβουλή, αν τα συμπτώματα ακόμα και αν έχουν βελτιωθεί, δεν ελέγχονται επαρκώς.

Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για περισσότερο από 3 μήνες συνεχόμενα χωρίς ιατρική συμβουλή.

Πρέπει να ζητηθεί ιατρική συμβουλή πριν από τη χρήση αυτού του φαρμάκου στις περιπτώσεις:

• ταυτόχρονης χρήσης άλλων κορτικοστεροειδών προϊόντων, όπως δισκία, κρέμες, αλοιφές, φάρμακα για το άσθμα, παρόμοια ρινικά εκνεφώματα ή σταγόνες για μάτια/μύτη.

• λοίμωξης στις ρινικές διόδους ή στους παραρρίνιους κόλπους.

• πρόσφατου τραυματισμού ή χειρουργικής επέμβασης στη μύτη ή προβλημάτων ενδορρινικής εξέλκωσης.

Η θεραπεία με υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις ρινικών κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική καταστολή των επινεφριδίων. Εάν υπάρχουν στοιχεία ότι

χρησιμοποιείται δόση υψηλότερη από τη συνιστώμενη, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης επιπρόσθετων κορτικοστεροειδών συστηματικά κατά τη διάρκεια περιόδων άγχους ή προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης.

Μπορεί να υπάρξουν σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της προπιονικής φλουτικαζόνης και ισχυρών αναστολέων του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4, π.χ. κετοκοναζόλη και αναστολείς της πρωτεάσης, όπως η ριτοναβίρη και η κομπισιστάτη. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη συστηματική έκθεση στην προπιονική φλουτικαζόνη (βλ. παράγραφο 4.5).

Ενδέχεται να εμφανιστούν συστηματικές παρενέργειες των ρινικών κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις λαμβανόμενες για παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Οι πιθανότητες εμφάνισης αυτών των παρενεργειών είναι μικρότερες σε σύγκριση με τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή και μπορεί να ποικίλουν μεταξύ των ασθενών καθώς και μεταξύ διαφορετικών σκευασμάτων κορτικοστεροειδών. Πιθανές συστηματικές παρενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν το σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά τύπου Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, καθυστέρηση της ανάπτυξης σε παιδιά και εφήβους και σπανιότερα μείωση της οστικής πυκνότητας, επιδράσεις στο μεταβολισμό της γλυκόζης και μια σειρά από ψυχολογικές επιδράσεις και επιδράσεις στη συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένων της ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας, διαταραχών του ύπνου, άγχος, κατάθλιψη ή επιθετικότητα (ιδιαίτερα σε παιδιά).

Mπορεί να αναφερθεί οπτική διαταραχή από τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών.

Eάν ο ασθενής παρουσιάσει συμπτώματα όπως θαμπή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, πρέπει να απευθυνθεί σε οφθαλμίατρο για να εξετασθούν οι πιθανές αιτίες που μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες παθήσεις, όπως κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) που έχουν αναφερθεί μετά τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών.

Περιέχει χλωριούχο βενζαλκόνιο το οποίο μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό και ειδικά σε μακροχρόνια χρήση οίδημα του ρινικού βλεννογόνου (βλ. παράγραφο 5.3).

Η μακροχρόνια χορήγηση γλυκοκορτικοειδών οδηγεί όπως προαναφέρθηκε σε καταστολή του άξονα ΥΥΕ, δηλαδή σε αναστολή της φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας. Ο βαθμός της αναστολής αυτής εξαρτάται από τη δόση , την ισχύ του χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς , τη συχνότητα και το χρόνο χορήγησης του στη διάρκεια του 24 ώρου, την ημιπερίοδο ζωής του στους ιστούς και τη συνολική χρονική διάρκεια της θεραπείας. Σημειώνεται ότι η κατασταλτική ενέργεια των γλυκοκορτικοειδών στον άξονα ΥΥε, είναι εντονότερη και πιο παρατεταμένη όταν χορηγούνται τις νυχτερινές ώρες. Σε φυσιολογικά άτομα, δόση 1 mg δεξαμεθαζόνης χορηγούμενης τη νύχτα αναστέλλει την έκκριση της φλοιεπινεφριοδιοτρόπου ορμόνης της υπόφυσης για 24 ώρες. Αιφνίδια ή απότομη μείωση της δόσης των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να προκαλέσει σύνδρομο αποστέρησης, που χαρακτηρίζεται από οξεία φλοιεπινεφριδική ανεπάρκεια με μυϊκή αδυναμία, υπόταση, υπογλυκαιμία, ναυτία, εμετούς, ανησυχία, μυαλγίες, αρθραλγίες.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Υπό κανονικές συνθήκες, επιτυγχάνονται χαμηλές συγκεντρώσεις προπιονικής φλουτικαζόνης στο πλάσμα μετά από ενδορρινική χορήγηση, λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου και της υψηλής συστηματικής κάθαρσης που διενεργείται από το κυτόχρωμα P450 3A4 στο έντερο και στο ήπαρ. Επομένως, κλινικά σημαντικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με την προπιονική φλουτικαζόνη είναι απίθανο να εμφανισθούν.

Η συγχορήγηση με αναστολείς του CYP3A, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών κορτικοστεροειδών. Στην περίπτωση αυτή οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες κορτικοστεροειδών.

Σε μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιή άτομα με ενδορρινική προπιονική φλουτικαζόνη, η ριτοναβίρη (ένας εξαιρετικά ισχυρός αναστολέας του κυτοχρώματος P450 3A4), χορηγούμενη σε δόση 100 mg δύο φορές ημερησίως, αύξησε τις συγκεντρώσεις της προπιονικής φλουτικαζόνης στο πλάσμα αρκετές εκατοντάδες φορές, με αποτέλεσμα σημαντικά μειωμένες συγκεντρώσεις κορτιζόλης στον ορό. Έχουν αναφερθεί περιστατικά συνδρόμου Cushing και καταστολής των επινεφριδίων. Ο συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου των συστηματικών παρενεργειών των γλυκοκορτικοειδών.

Άλλοι αναστολείς του κυττοχρώματος P450 3A4 προξενούν αμελητέες (ερυθρομυκίνη) και ήσσονος σημασίας (κετοκοναζόλη) αυξήσεις στη συστηματική έκθεση στην προπιονική φλουτικαζόνη χωρίς αξιοσημείωτες μειώσεις στις συγκεντρώσεις κορτιζόλης στον ορό. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση αναστολέων του κυττοχρώματος Ρ450 3Α4, ιδίως κατά τη μακροχρόνια χρήση και στην περίπτωση ισχυρών αναστολέων, καθώς υπάρχει δυνητικός κίνδυνος για αυξημένη συστηματική έκθεση στην προπιονική φλουτικαζόνη.

Τα κατωτέρω αναφέρονται γενικώς για τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή:

Με φαινυτοϊνη, φαινοβαρβιτάλη, εφεδρίνη και ριφαμπικίνη μειώνεται η δραστικότητά τους. Το οινόπνευμα και τα μη στερινοειδή αντιφλεγμονώδη ενισχύουν την ελκογόνα δράση τους. Με καλιοπενικά διουρητικά ενισχύεται η υποκαλιαιμία, ενώ με δακτυλίτιδα κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού (από καλιοπενία). Μειώνουν ή ενισχύουν τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών . με ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια της προπιονικής φλουτικαζόνης στην ανθρώπινη κύηση. Η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε κυοφορούντα ζώα μπορεί να προκαλέσει δυσπλασίες κατά την ανάπτυξη του εμβρύου, περιλαμβανομένου του λυκοστόματος και της επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Επομένως, ενδέχεται να υπάρχει ένας πολύ μικρός κίνδυνος τέτοιων παρενεργειών στο ανθρώπινο έμβρυο. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εμβρυϊκές μεταβολές στα ζώα επέρχονται μετά από σχετικά υψηλή συστηματική έκθεση. Η απευθείας ενδορρινική εφαρμογή εξασφαλίζει ελάχιστη συστηματική έκθεση (βλ. παράγραφο 5.3).

Όπως και με άλλα φάρμακα, η χρήση αυτού του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης απαιτεί τα πιθανά οφέλη του φαρμάκου να σταθμίζονται έναντι των πιθανών κινδύνων. Ως εκ τούτου, πρέπει να ζητηθεί ιατρική συμβουλή πριν από τη χρήση, στην περίπτωση εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Δεν έχει διερευνηθεί η έκκριση της προπιονικής φλουτικαζόνης στο ανθρώπινο γάλα. Υποδόρια χορήγηση προπιονικής φλουτικαζόνης σε θηλάζοντες αρουραίους στο εργαστήριο είχαν ως αποτέλεσμα μετρήσιμα επίπεδα προπιονικής φλουτικαζόνης στο πλάσμα και παρουσία της στο γάλα.

Ωστόσο, μετά από ενδορρινική χορήγηση σε πρωτεύοντα, δεν ανιχνεύθηκε το φάρμακο στο πλάσμα, επομένως είναι απίθανο να ανιχνευθεί στο γάλα.

Η χρήση του φαρμάκου σε μητέρες που θηλάζουν απαιτεί τα θεραπευτικά οφέλη να σταθμίζονται έναντι των πιθανών κινδύνων για τη μητέρα και το μωρό. Ως εκ τούτου, πρέπει να ζητηθεί ιατρική συμβουλή πριν τη χρήση, κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα της επίδρασης της φλουτικαζόνης στην ανθρώπινη γονιμότητα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Flutinasal δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια που παρουσιάζεται μετά τη χορήγηση είναι η επίσταξη. Ωστόσο, οι περισσότερες περιπτώσεις είναι μη σοβαρού χαρακτήρα και αυτοπεριορίζονται. Οι πιο σοβαρές εκδηλώσεις είναι η αναφυλαξία/αναφυλακτικές αντιδράσεις, ο βρογχόσπασμος και η διάτρηση ρινικού διαφράγματος.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιούνται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητας. Οι συχνότητες καθορίζονται ως: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως 1/<10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000)

συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών. Πολύ συχνές, συχνές και όχι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες προσδιορίζονται γενικά από τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών. Σπάνιες και πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες προσδιορίζονται γενικά από αυθόρμητες αναφορές. Κατά τον καθορισμό των συχνοτήτων των ανεπιθύμητων ενεργειών, τα ποσοστά στις ομάδες του εικονικού φαρμάκου δεν ελήφθησαν υπόψη.

Κατηγορία/οργανικό σύστημαΑνεπιθύμητη ΕνέργειαΣυχνότητα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, αναφυλαξία/ αναφυλακτικές αντιδράσεις, βρογχόσπασμος, δερματικό εξάνθημα, οίδημα προσώπου ή γλώσσαςΠολύ σπάνιες
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγία, δυσάρεστη γεύση, δυσάρεστη οσμήΣυχνές
Οφθαλμικές διαταραχέςΓλαύκωμα, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, καταρράκτηςΠολύ σπάνιες
Θαμπή όρασηΜη γνωστές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΕπίσταξηΠολύ συχνές
Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου, ερεθισμός ρινικού βλεννογόνου, ξηρότητα φάρυγγα, ερεθισμός του λαιμούΣυχνές
Διάτρηση του ρινικού διαφράγματοςΠολύ σπάνιες
Έλκος ρινόςΜη γνωστές

Ενδέχεται να εμφανιστούν οι συστηματικές παρενέργειες των ρινικών κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις που λαμβάνονται για μεγάλες χρονικές περιόδους.

Τόσο τα φυσικά γλυκοκορτικοειδή, όσο και τα συνθετικά τους παράγωγα σε ισοδύναμες δόσεις έχουν ισόβαθμες ανεπιθύμητες ενέργειες. Έτσι η μακροχρόνια κυρίως χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τις οποίες οι κυριότερες είναι: Ιατρογενές σύνδρομο Cushing, κατακράτηση νατρίου και ύδατος, υποκαλιαιμία, υπέρταση, αρνητικό ισοζύγιο αζώτου και ασβεστίου με οστεοπόρωση, πεπτικό έλκος, ψυχωσικές εκδηλώσεις, αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης και γλαύκωμα, καταρράκτης, ευαισθησία στις λοιμώξεις και εξάπλωση μικροβιακών φλεγμονών, αναστολή σωματικής ανάπτυξης στα παιδιά, καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση, απορρύθμιση σακχαρώδη διαβήτη, αναστολή της φλοιοεπινεφριδιακής λειτουργίας, συγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίας (αθόρυβη περιτονίτιδα σε περιπτώσεις διάτρησης).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ: 213-2040380/337, Φαξ: 210-6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr), και πιο συγκεκριμένα στο Τμήμα Ανεπιθύμητων Ενεργειών, με την υποβολή της Κίτρινης Κάρτας με τους εξής τρόπους:

- Ηλεκτρονική υποβολή της Κίτρινης Κάρτας μέσω της ιστοσελίδας του ΕΟΦ http://www.eof.gr/web/guest/yellowgeneral

- Έντυπη μορφή αποστολή μέσω ταχυδρομείου, ατελώς, στο Τμήμα Ανεπιθύμητων Ενεργειών του ΕΟΦ (Μεσογείων 284, 15562) τηλέφωνο επικοινωνίας: 213 -2040380 ή 213-2040337

- Υποβολή μέσω ΦΑΞ στο 210 6549585.

4.9 Υπερδοσολογία

Η χορήγηση υψηλότερων από τις συνιστώμενες δόσεις, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενδέχεται να οδηγήσει σε προσωρινή καταστολή της λειτουργίας των επινεφριδίων.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τις επιδράσεις οξείας ή χρόνιας υπερδοσολογίας για το φάρμακο αυτό.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ρινικά παρασκευάσματα, κορτικοστεροειδή Κωδικός ATC: R01AD08 Μηχανισμός δράσης Η προπιονική φλουτικαζόνη είναι ένα γλυκοκορτικοστεροειδές που έχει ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση, δρώντας μέσω του υποδοχέα των γλυκοκορτικοειδών.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Μετά από ενδορρινική χορήγηση προπιονικής φλουτικαζόνης (200 μικρογραμμάρια/ημέρα), δεν υπάρχει σημαντική μεταβολή στην AUC 24ώρου για την κορτιζόλη ορού, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (αναλογία 1,01, 90% CI 0,9 - 1,14).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Πολλαπλά τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές διεξήχθησαν για να διερευνηθεί η χρήση ρινικού εκνεφώματος προπιονικής φλουτικαζόνης (200 μικρογραμμάρια μία φορά την ημέρα) σε ενήλικες ασθενείς με εποχική ή περιοδική αλλεργική ρινίτιδα και σε δύο μελέτες διερευνήθηκε η δυσφορία των παραρρίνιων κόλπων και η πίεση που σχετίζεται με την ρινική συμφόρηση που προκαλείται από την αλλεργική ρινίτιδα σε ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω. Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, το ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης βελτίωσε σημαντικά τα συμπτώματα της ρινός (όπως ρινόρροια, ρινική συμφόρηση, πταρμός και ρινικός κνησμός) και των οφθαλμών (οφθαλμικός κνησμός, δακρύρροια και ερυθρότητα)

(p<0,05). Η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε για όλο το χρονικό διάστημα των 24ωρών μεταξύ των δόσεων. Η βαθμολογία του άλγους των παραρρίνιων κόλπων και της πίεσής τους μειώθηκε σημαντικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο κατά τη 2η εβδομάδα θεραπείας, και στις δύο μελέτες, και κατά τη διάρκεια της 1ης εβδομάδας θεραπείας σε μία από τις μελέτες (p<0,05).

Μια μετα-ανάλυση 22 κλινικών μελετών για το ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης έδειξε ότι η έναρξη της θεραπευτικής δράσης της εμφανίζεται μέσα σε 12 ώρες, και το νωρίτερο 2 έως 4 ώρες σε ορισμένους ασθενείς, μετά την αρχική χορήγηση του ρινικού εκνεφώματος προπιονικής φλουτικαζόνης.

Η πρόληψη της έναρξης των συμπτωμάτων της εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας έχει αξιολογηθεί σε δύο μελέτες για το ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης (200 μικρογραμμάρια μία φορά την ημέρα) σε ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω. Το ρινικό εκνέφωμα προπιονικής φλουτικαζόνης συγκρίθηκε με υδατικό ρινικό εκνέφωμα χρωμογλυκικού δινατρίου 2% (μελέτη 1) ή με το συνδυασμό ρινικού εκνεφώματος προπιονικής φλουτικαζόνης και από του στόματος σετιριζίνης (10 mg ημερησίως) (μελέτη 2). Και οι δύο μελέτες ήταν διπλά τυφλές, παραλλήλων ομάδων. Οι ασθενείς που έλαβαν αγωγή με προπιονική φλουτικαζόνη είχαν πολύ περισσότερες ημέρες χωρίς συμπτώματα (δηλαδή χωρίς πταρμό, ρινόρροια, ρινική συμφόρηση και κνησμό) σε σύγκριση με εκείνους που ακολούθησαν την αγωγή με χρωμογλυκικό δινάτριο (p<0,01). Δεν υπήρχε διαφορά στην ανακούφιση των οφθαλμικών συμπτωμάτων μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ της θεραπείας με το συνδυασμό ρινικού εκνεφώματος προπιονικής φλουτικαζόνης και από του στόματος σετιριζίνης έναντι του ρινικού εκνεφώματος προπιονικής φλουτικαζόνης μόνου.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από ενδορρινική χορήγηση προπιονικής φλουτικαζόνης (200 μικρογραμμάρια/ημέρα), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν μη μετρήσιμες στα περισσότερα άτομα (<0,01 ng/mL). Η υψηλότερη συγκέντρωση C που έχει καταγραφεί ήταν 0,017 max ng/mL. Η άμεση απορρόφηση δια του ρινικού βλεννογόνου είναι αμελητέα λόγω της χαμηλής υδατοδιαλυτότητας με την πλειοψηφία της δόσης τελικά να καταπίνεται. Όταν χορηγείται από το στόμα, η συστηματική έκθεση είναι <1% εξαιτίας της περιορισμένης απορρόφησης και του προ- συστηματικού μεταβολισμού. Η ολική συστηματική απορρόφηση που προκύπτει και από τη ρινική και από του στόματος απορρόφηση της καταποθείσας δόσης είναι επομένως αμελητέα.

Κατανομή Η προπιονική φλουτικαζόνη έχει μεγάλο όγκο κατανομής (περίπου 318L) σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι μετρίως υψηλή (91%).

Βιομετασχηματισμός Η προπιονική φλουτικαζόνη αποβάλλεται ταχύτατα από τη συστηματική κυκλοφορία, κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού προς τον ανενεργό μεταβολίτη του καρβοξυλικού οξέος, από το ένζυμο CYP3A4 του κυττοχρώματος P450. Η καταποθείσα προπιονική φλουτικαζόνη επίσης υπόκειται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4, όπως η κετοκοναζόλη και η ριτοναβίρη, καθώς υπάρχει κίνδυνος για αυξημένη συστηματική έκθεση στην προπιονική φλουτικαζόνη.

Αποβολή Ο ρυθμός απομάκρυνσης της προπιονικής φλουτικαζόνης που χορηγείται ενδοφλέβια είναι γραμμικός για εύρος δόσης 250-1.000 μικρογραμμάρια και χαρακτηρίζεται από υψηλή τιμή πλασματικής κάθαρσης (CL = 1,1L/λεπτό). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται κατά περίπου 98% μέσα σε 3-4 ώρες και μόνο οι χαμηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα συσχετίζονται με τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής των 7,8 ωρών. Η νεφρική κάθαρση της προπιονικής φλουτικαζόνης είναι αμελητέα (<0,2%) και λιγότερο από 5% ως μεταβολίτης καρβοξυλικού οξέος.

Η κύρια οδός αποβολής της προπιονικής φλουτικαζόνης και των μεταβολιτών της είναι η απέκκριση μέσω της χολής.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε τοξικολογικές μελέτες σε ζώα, συμπεριλαμβανομένων μελετών τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και στην ανάπτυξη, έχουν διαπιστωθεί τυπικές επιδράσεις ισχυρού κορτικοστεροειδούς, και αυτές μόνο σε δόσεις πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που προτείνονται για θεραπευτική χρήση. Σε δοκιμές τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων δεν ταυτοποιήθηκαν νέες επιδράσεις. Η προπιονική φλουτικαζόνη στερείται μεταλλαξιογόνου δράσης σε in vitro και in vivo δοκιμές και δεν κατέδειξε ογκογόνο επίδραση σε τρωκτικά. Δεν προκαλεί ερεθισμό και ευαισθητοποίηση στα πειραματόζωα.

Τα διαθέσιμα μη κλινικά δεδομένα σε ζώα στα οποία χορηγήθηκαν δόσεις μεγαλύτερες της κλινικά θεραπευτικής δόσης, δείχνουν ότι η επαναλαμβανόμενη ενδορρινική χορήγηση του χλωριούχου βενζαλκόνιου μπορεί να προκαλέσει μεταπλασία πλακωδών κυττάρων, μείωση του αριθμού των τριχοειδών και των καλυκοειδών κυττάρων και της έκκρισης της βλέννης, κυρίως στις περιοχές του ρινικού βλεννογόνου, όπου η συγκέντρωσή του ήταν μεγαλύτερη εξαιτίας της τοπικής χορήγησης.

Επιπροσθέτως, τα συλλογικά κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η βραχυχρόνια εισπνοή του χλωριούχου βενζαλκόνιου μπορεί να προκαλέσει βρογχοσυστολή σε ασθματικούς και παράδοξο βρογχόσπασμο κατά την επαναλαμβανόμενη χρήση από ασθενείς με σοβαρό άσθμα. Ωστόσο, οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα ρινικά τριχοειδή και στους βλεννογόνους δεν έχουν αποδειχθεί στις αναφερθείσες κλινικές μελέτες.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Δεξτρόζη (Γλυκόζη) άνυδρη Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Καρμελόζη νατριούχος Φαινυλαιθυλική αλκοόλη Χλωριούχο βενζαλκόνιο Πολυσορβικό 80 Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση pH)

Κεκαθαρμένο ύδωρ

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

24 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25oC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το φάρμακο είναι ένα υδατικό εναιώρημα 0,05% w/w προπιονικής φλουτικαζόνης για τοπική χορήγηση στο ρινικό βλεννογόνο σε μορφή ρινικού ψεκαστήρα. Ο ψεκαστήρας αποδεσμεύει 100 mg του εναιωρήματος σε κάθε ψεκασμό. Κάθε 100 mg του εναιωρήματος που αποδεσμεύονται από το ρινικό ψεκαστήρα περιέχουν 50 mcg προπιονικής φλουτικαζόνης.

Η συσκευή περιέχει 60 ή 120 δοσομετρικούς ψεκασμούς.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

PHARMA Q Α.Ε ΦΑΡ/ΚΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ με δ.τ PHARMA Q Α.Ε Εφέσου 6, 17121 Νέα Σμύρνη Τηλ.: 210 9374576-8

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ANANEΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 31-7-2002

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: farmako:SPC_2562701.pdf