Clinio Logo
Clinio
FOMICYT › ΠΧΠ

FOMICYT — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 7 πίνακες

1 ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Fomicyt 40 mg/ml κόνις για διάλυμα προς έγχυση

2 ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ένα ml του διαλύματος για έγχυση περιέχει 40 mg φωσφομυκίνης.

Κάθε φιάλη με 2,69 g κόνεως περιέχει 2,64 g δινατριούχου φωσφομυκίνης, που αντιστοιχούν σε 2 g φωσφομυκίνης και 0,64 g νατρίου, για διάλυμα σε 50 ml διαλύτη.

Κάθε φιάλη με 5,38 g κόνεως περιέχει 5,28 g δινατριούχου φωσφομυκίνης, που αντιστοιχούν σε 4 g φωσφομυκίνης και 1,28 g νατρίου, για διάλυμα σε 100 ml διαλύτη.

Κάθε φιάλη με 10,76 g κόνεως περιέχει 10,56 g δινατριούχου φωσφομυκίνης, που αντιστοιχούν σε 8 g φωσφομυκίνης και 2,56 g νατρίου, για διάλυμα σε 200 ml διαλύτη.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3 ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για διάλυμα προς έγχυση.

Λευκή έως κρεμώδους χρώματος κόνις.

4 ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Fomicyt ενδείκνυται για χρήση σε όλες τις ηλικιακές ομάδες για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων, όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αρχική τους θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1):

 επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού  λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα  λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων  νοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης πνευμονίας που σχετίζεται με χρήση αναπνευστήρα  επιπλεγμένη λοίμωξη του δέρματος και των μαλακών μορίων  βακτηριακή μηνιγγίτιδα  επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις  βακτηριαιμία που σχετίζεται ή πιθανολογείται πως σχετίζεται με οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες λοιμώξεις Θα πρέπει να δίδεται προσοχή στις επίσημες οδηγίες σχετικά με την ορθή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Η ημερήσια δόση της φωσφομυκίνης καθορίζεται με βάση την ένδειξη, τη σοβαρότητα και τη θέση της λοίμωξης, την ευαισθησία του(ων) παθογόνου(ων) στη φωσφομυκίνη και τη νεφρική λειτουργία. Στα παιδιά καθορίζεται επιπλέον με βάση την ηλικία και το σωματικό βάρος.

Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) (≥40 kg):

Οι γενικές δοσολογικές κατευθυντήριες γραμμές για ενήλικες με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης >80 ml/min έχουν ως εξής:

Πίνακας 1 - Δοσολογία για ενήλικες και εφήβους με CrCl >80 ml/min

ΈνδειξηΗμερήσια δόση
Επιπλεγμένη λοίμωξη του ουροποιητικού12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
Λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
Νοσοκομειακή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης πνευμονίας που σχετίζεται με χρήση αναπνευστήρα12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα16-24 g α διαιρεμένα σε 3-4 δόσεις
Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
Βακτηριαιμία που σχετίζεται ή πιθανολογείται πως σχετίζεται με οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες λοιμώξεις12-24 g α διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις

Οι επιμέρους δόσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 8 g.

α Το σχήμα υψηλής δοσολογίας διαιρεμένης σε 3 δόσεις θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε σοβαρές λοιμώξεις, για τις οποίες πιθανολογείται ή είναι γνωστό πως προκλήθηκαν από λιγότερο ευαίσθητα βακτήρια.

Τα δεδομένα ασφάλειας, ειδικά για δοσολογία άνω των 16 g/ημέρα, είναι περιορισμένα.

Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη συνταγογράφηση τέτοιας δοσολογίας.

Διάρκεια θεραπείας Για τον υπολογισμό της διάρκειας θεραπείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο τύπος της λοίμωξης, η βαρύτητά της καθώς και η κλινική ανταπόκριση του ασθενούς.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Στους ηλικιωμένους ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι δόσεις που συνιστώνται για τους ενήλικες. Συνιστάται προσοχή όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στα ανώτερα όρια του συνιστώμενου εύρους (βλ. επίσης συστάσεις δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).

Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης 40- 80 ml/min. Ωστόσο, θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε αυτές τις περιπτώσεις, ιδιαίτερα εάν εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στα ανώτερα όρια του συνιστώμενου εύρους.

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δόση της φωσφομυκίνης πρέπει να προσαρμόζεται στον βαθμό της νεφρικής ανεπάρκειας.

Η τιτλοποίηση της δόσης θα πρέπει να βασίζεται στις τιμές κάθαρσης κρεατινίνης.

Ο πίνακας 2 δείχνει τις συνιστώμενες προσαρμογές της δόσης για ασθενείς με CrCL χαμηλότερη από 40 ml/min:

Πίνακας 2 - Προσαρμογές της δόσης για ασθενείς με CrCL χαμηλότερη από 40 ml/min

CL CR ασθενούςCL /CL CR ασθενούς CR φυσιολογικήΣυνιστώμενη ημερήσια δοσολογίαα
40 mL/min0,33370% (διαιρεμένο σε 2-3 δόσεις)
30 mL/min0,25060% (διαιρεμένο σε 2-3 δόσεις)
20 mL/min0,16740% (διαιρεμένο σε 2-3 δόσεις)
10 mL/min0,08320% (διαιρεμένο σε 1-2 δόσεις)

α Η δόση εκφράζεται ως αναλογία της δόσης που θα θεωρούνταν κατάλληλη εάν η νεφρική λειτουργία του ασθενούς ήταν φυσιολογική, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο Cockgroft-Gault.

Η πρώτη δόση (δόση εφόδου) πρέπει να αυξάνεται κατά 100%, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 g.

Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε χρόνια διαλείπουσα αιμοκάθαρση (κάθε 48 ώρες) θα πρέπει να λαμβάνουν 2 g φωσφομυκίνης στο τέλος κάθε συνεδρίας αιμοκάθαρσης.

Κατά τη συνεχή φλεβο-φλεβική αιμοδιήθηση (CVVHF με μετα-αραίωση), η φωσφομυκίνη αποβάλλεται αποτελεσματικά. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε CVVHF με μετα-αραίωση δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης (βλ. παράγραφο 5.2).

Ηπατική ανεπάρκεια Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.

Οι συστάσεις για τη δόση βασίζονται σε πολύ περιορισμένα δεδομένα.

Νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας <12 ετών (<40 kg)

Η δοσολογία της φωσφομυκίνης στα παιδιά πρέπει να βασίζεται στην ηλικία και το σωματικό βάρος (ΣΒ):

Πίνακας 3 - Δοσολογία σε παιδιά και νεογνά

Ηλικία/βάροςΗμερήσια δόση
Πρόωρα νεογνά (ηλικίας α <40 εβδομάδων)100 mg/kg ΣΒ διαιρεμένα σε 2 δόσεις
Νεογνά (ηλικίας α 40-44 εβδομάδων)200 mg/kg ΣΒ διαιρεμένα σε 3 δόσεις
Βρέφη ηλικίας 1-12 μηνών (με ΣΒ μέχρι 10 kg )200-300 β mg/kg ΣΒ διαιρεμένα σε 3 δόσεις
Βρέφη και παιδιά ηλικίας 1≤12 ετών (με ΣΒ 10≤40 kg)200-400 β mg/kg ΣΒ διαιρεμένα σε 3-4 δόσεις

α Άθροισμα ηλικίας κύησης και μεταγεννητικής ηλικίας β Η περίπτωση χορήγησης σχήματος υψηλής δοσολογίας μπορεί να εξεταστεί σε βαριές ή/και σοβαρές λοιμώξεις (όπως η μηνιγγίτιδα), ιδιαίτερα σε εκείνες για τις οποίες είναι γνωστό ή πιθανολογείται πως προκλήθηκαν από μικροοργανισμούς μέτριας ευαισθησίας.

Δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις δοσολογίας για παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία.

Τρόπος χορήγησης Το Fomicyt προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση.

Η έγχυση θα πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον 15 λεπτών για τη συσκευασία των 2 g, τουλάχιστον 30 λεπτών για τη συσκευασία των 4 g και τουλάχιστον 60 λεπτών για τη συσκευασία των 8 g.

Λόγω της πιθανότητας να προκληθούν επιβλαβείς επιδράσεις από ακούσια ενδοαρτηριακή χορήγηση προϊόντων που δεν συνιστώνται ειδικά για ενδοαρτηριακή θεραπεία, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η φωσφομυκίνη χορηγείται αποκλειστικά ενδοφλέβια.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κίνδυνος ανάπτυξης αντοχής και ανάγκη συνδυαστικής θεραπείας In vitro έχει βρεθεί ότι η φωσφομυκίνη αναπτύσσει ταχέως ανθεκτικά μεταλλάγματα. Επίσης σε κλινικές μελέτες, η μονοθεραπεία με ενδοφλέβια χορήγηση φωσφομυκίνης συσχετίστηκε με την ανάπτυξη αντοχής. Όποτε είναι δυνατόν, συνιστάται η χορήγηση φωσφομυκίνης να αποτελεί μέρος ενός συνδυαστικού σχήματος αντιβακτηριακών φαρμάκων, για τη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης αντοχής.

Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων Τα κλινικά δεδομένα με τα οποία τεκμηριώνεται η ενδοφλέβια χορήγηση φωσφομυκίνης για τη θεραπεία ορισμένων από τις αναφερόμενες ενδείξεις είναι περιορισμένα λόγω έλλειψης επαρκών τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών. Επιπλέον, έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα δοσολογικά σχήματα και δεν τεκμηριώνεται απόλυτα η χρήση κανενός μεμονωμένου ενδοφλέβιου δοσολογικού σχήματος, με βάση τα δεδομένα από τις κλινικές δοκιμές.

Συνιστάται η φωσφομυκίνη να επιλέγεται για τη θεραπεία των αναφερόμενων ενδείξεων μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αρχική θεραπεία.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης σοβαρών και μερικές φορές θανατηφόρων αντιδράσεων υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και του αναφυλακτικού σοκ, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φωσφομυκίνη (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8). Εάν εκδηλωθούν τέτοιες αντιδράσεις, η θεραπεία με φωσφομυκίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης.

Διάρροια που σχετίζεται με το κλωστηρίδιο το δύσκολο Με τη λήψη φωσφομυκίνης, έχει αναφερθεί η εμφάνιση κολίτιδας και ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας που σχετίζονται με το κλωστηρίδιο το δύσκολο και η βαρύτητα των οποίων μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή (βλ. παράγραφο 4.8). Επομένως, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση φωσφομυκίνης. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με φωσφομυκίνη και χορήγησης ειδικής θεραπείας για το κλωστηρίδιο το δύσκολο. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περίσταλση.

Επίπεδα νατρίου και καλίου, και κίνδυνος υπερφόρτωσης νατρίου Τα επίπεδα νατρίου και καλίου πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν φωσφομυκίνη, ιδίως κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας. Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε νάτριο (0,32 γραμμάρια ανά γραμμάριο φωσφομυκίνης), πρέπει να αξιολογείται ο κίνδυνος υπερνατριαιμίας και υπερφόρτωσης με υγρά πριν από την έναρξη της θεραπείας, ειδικά σε ασθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή υποκείμενη συννοσηρότητα, όπως νεφρωσικό σύνδρομο, κίρρωση του ήπατος, υπέρταση, υπεραλδοστερονισμό, πνευμονικό οίδημα ή υπολευκωματιναιμία, καθώς και σε νεογνά υπό περιορισμό πρόσληψης νατρίου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης του χρόνου έγχυσης ή/και μείωσης της μεμονωμένης δόσης (με πιο συχνή χορήγηση). Η φωσφομυκίνη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα καλίου στον ορό ή στο πλάσμα, επομένως πρέπει πάντα να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρώματος καλίου.

Αιματολογικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της ακοκκιοκυτταραιμίας)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν φωσφομυκίνη ενδοφλεβίως, έχουν εκδηλωθεί αιματολογικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή της ακοκκιοκυτταραιμίας (βλ.

παράγραφο 4.8). Ως εκ τούτου, ο αριθμός των λευκοκυττάρων θα πρέπει να παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και αν εκδηλωθούν τέτοιες αντιδράσεις, θα πρέπει να ξεκινήσει η χορήγηση κατάλληλης ιατρικής θεραπείας.

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τον βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας (βλ. παράγραφο 4.2).

Έκδοχα 1 g φωσφομυκίνης (ισοδυναμεί με 1,32 g δινατριούχου φωσφομυκίνης) περιέχει 14 mmol (320 mg) νατρίου, που ισοδυναμούν με το 16% της συνιστώμενης από τον Π.Ο.Υ. μέγιστης ημερήσιας διατροφικής πρόσληψης 2 g νατρίου για έναν ενήλικα. Μία φιάλη με 2 g φωσφομυκίνης περιέχει 28 mmol (640 mg) νατρίου, μία φιάλη 4 g φωσφομυκίνης περιέχει 56 mmol (1.280 mg) νατρίου και μία φιάλη με 8 g φωσφομυκίνης περιέχει 111 mmol (2.560 mg)

νατρίου.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Ειδικές ανησυχίες σχετικά με την ανισορροπία του INR:

Έχουν αναφερθεί πολυάριθμα περιστατικά αυξημένης δραστικότητας από του στόματος αντιπηκτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτική θεραπεία. Η βαρύτητα της λοίμωξης ή της φλεγμονής, η ηλικία του ασθενούς και η γενική κατάσταση της υγείας του φαίνεται να αποτελούν παράγοντες κινδύνου. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να καθοριστεί σε ποιο βαθμό η λοίμωξη ή η θεραπεία της παίζει κάποιο ρόλο στην ανισορροπία του INR.

Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες αντιβιοτικών ευθύνονται σε μεγαλύτερο βαθμό. Ειδικότερα αυτές είναι οι εξής: φθοριοκινολόνες, μακρολίδες, κυκλίνες, κοτριμοξαζόλη και ορισμένες κεφαλοσπορίνες.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση:

Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ενδοφλέβια χορήγηση φωσφομυκίνης σε εγκύους. Η φωσφομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Επομένως, η φωσφομυκίνη δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται σε εγκύους εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.

Θηλασμός:

Μετά από χορήγηση φωσφομυκίνης, βρέθηκαν μικρές ποσότητες της ουσίας στο ανθρώπινο γάλα. Ελάχιστες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σχετικά με τη χρήση φωσφομυκίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού, συνεπώς αυτή η θεραπεία δεν συνιστάται ως πρώτη επιλογή για μια θηλάζουσα γυναίκα, ειδικά εάν αυτή θηλάζει ένα πρόωρο ή νεογέννητο βρέφος. Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου για το παιδί που θηλάζει, ωστόσο, όπως ισχύει και για όλα τα άλλα αντιβιοτικά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο πιθανός κίνδυνος μεταβολών στην εντερική μικροχλωρίδα του βρέφους.

Γονιμότητα:

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από χρήση στον άνθρωπο. Σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, η από του στόματος χορήγηση φωσφομυκίνης έως 1000 mg/kg/ημέρα δεν επηρέασε τη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες, αλλά οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν αναφερθεί σύγχυση και αδυναμία. Αυτές μπορεί να έχουν κάποια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων ορισμένων ασθενών (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι το ερυθηματώδες εξάνθημα του δέρματος, η ανισορροπία ιόντων (βλ. παράγραφο 4.4), οι αντιδράσεις στη θέση της ένεσης, η δυσγευσία και οι διαταραχές του γαστρεντερικού. Άλλες σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν το αναφυλακτικό σοκ, την κολίτιδα που σχετίζεται με λήψη αντιβιοτικών και τη μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων (βλ.

παράγραφο 4.4).

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατανέμονται ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη:

Πολύ συχνές: ≥1/10 Συχνές: ≥ 1/100 έως <1/10 Όχι συχνές: ≥ 1/1.000 έως <1/100 Σπάνιες: ≥ 1/10.000 έως <1/1.000 Πολύ σπάνιες: <1/10.000 Μη γνωστές: δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα Σε κάθε κατηγορία συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία/οργανικό σύστημαΣυχνότηταΑνεπιθύμητη ενέργεια
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΜη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμία (παροδική), λευκοπενία, θρομβοπενία, ουδετεροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΠολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν αναφυλακτικό σοκ και υπερευαισθησία (βλέπε παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνέςΔυσγευσία,
Όχι συχνέςΚεφαλαλγία
Παρακλινικές εξετάσειςΣυχνέςΥπερνατριαιμία, υποκαλιαιμία* (βλέπε παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του γαστρεντερικούΌχι συχνέςΝαυτία, έμετος, διάρροια
Μη γνωστέςΚολίτιδα που σχετίζεται με τη λήψη αντιβιοτικών (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΌχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος (παροδική), αύξηση τρανσαμινασών (ALAT, ASAT), αύξηση γ-GT
Μη γνωστέςΗπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΣυχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημα
Όχι συχνέςΕξάνθημα
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημα, κνησμός, κνίδωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΣυχνέςΦλεβίτιδα στη θέση της ένεσης
Όχι συχνέςΑδυναμία

*Βλ. παρακάτω παράγραφο (Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών)

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών:

Η υποκαλιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε διάφορα συμπτώματα όπως αδυναμία, κόπωση ή οίδημα ή/και μυϊκές δεσμιδώσεις. Βαριές μορφές μπορεί να επιφέρουν μείωση των αντανακλαστικών και καρδιακή αρρυθμία. Η υπερνατριαιμία μπορεί να σχετίζεται με δίψα, υπέρταση και σημεία υπερφόρτωσης υγρών, όπως οίδημα (βλ. παράγραφο 4.4). Οι βαριές μορφές μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση, αύξηση αντανακλαστικών, επιληπτικές κρίσεις και κώμα.

Για τον παιδιατρικό πληθυσμό είναι διαθέσιμες περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια. Η συχνότητα, η μορφή και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών αναμένεται να είναι παρόμοιες με τις αντίστοιχες των ενηλίκων.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η εμπειρία σχετικά με την υπερδοσολογία της φωσφομυκίνης είναι περιορισμένη. Έχουν αναφερθεί περιστατικά υποτονίας, υπνηλίας, διαταραχών ηλεκτρολυτών, θρομβοπενίας και υποπροθρομβιναιμίας με παρεντερική χρήση φωσφομυκίνης. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται (ιδιαίτερα ως προς τα επίπεδα ηλεκτρολυτών πλάσματος/ορού) και η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική.

Συνιστάται επανενυδάτωση για την υποβοήθηση της αποβολής της δραστικής ουσίας μέσω των ούρων. Η φωσφομυκίνη αποβάλλεται αποτελεσματικά από τον οργανισμό μέσω αιμοκάθαρσης με μέσο χρόνο ημιζωής περίπου 4 ώρες.

5 ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Άλλα αντιβακτηριακά Κωδικός ATC: J01XX01 Μηχανισμός δράσης Η φωσφομυκίνη έχει βακτηριοκτόνο δράση σε πολλαπλασιαζόμενα παθογόνα εμποδίζοντας την ενζυμική σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος του βακτηρίου. Η φωσφομυκίνη αναστέλλει το πρώτο στάδιο ενδοκυττάριας σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος του βακτηρίου αναστέλλοντας τη σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης.

Η φωσφομυκίνη μεταφέρεται ενεργά εντός του κυττάρου του βακτηρίου μέσω δύο διαφορετικών συστημάτων μεταφοράς (σύστημα μεταφοράς sn-γλυκερόλης-3-φωσφορικού και σύστημα μεταφοράς εξόζης-6).

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν πως η φωσφομυκίνη δρα με χρονοεξαρτώμενο τρόπο.

Μηχανισμός αντοχής Ο κύριος μηχανισμός αντοχής είναι μια χρωμοσωμική μετάλλαξη που προκαλεί μεταβολή των βακτηριακών συστημάτων μεταφοράς της φωσφομυκίνης. Περαιτέρω μηχανισμοί αντοχής, οφειλόμενοι σε πλασμίδια ή μεταθετά στοιχεία, προκαλούν ενζυμική αδρανοποίηση της φωσφομυκίνης με δέσμευση του μορίου σε γλουταθειόνη ή με διάσπαση του δεσμού άνθρακα-φωσφόρου στο μόριο της φωσφομυκίνης, αντίστοιχα.

Διασταυρούμενη αντοχή Η διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της φωσφομυκίνης και άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών δεν είναι γνωστή.

Όρια ελέγχου ευαισθησίας Τα όρια της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που θεσπίστηκαν από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (έκδοση 10 πίνακα ορίων EUCAST) έχουν ως εξής:

Είδοςευαίσθητοανθεκτικό
Enterobacterales≤32 mg/L>32 mg/L
Staphylococcus spp.≤32 mg/L>32 mg/L

Ευαισθησία Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μεμονωμένων ειδών μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητες οι κατά τόπους πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση αντοχής, ιδιαίτερα για τη διασφάλιση της κατάλληλης θεραπείας λοιμώξεων βαριάς μορφής.

Οι παρακάτω πληροφορίες δίνουν οδηγίες μόνον κατά προσέγγιση την πιθανότητα ως προς το αν ο μικρο-οργανισμός θα είναι ευπαθής στη φωσφομυκίνη ή όχι.

Συνήθη ευαίσθητα είδη Αερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram Staphylococcus aureus Αερόβιοι μικροοργανισμοί αρνητικοί κατά Gram Citrobacter freundii Citrobacter koseri Escherichia coli Haemophilus influenzae Neisseria meningitidis Salmonella enterica Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Fusobacterium spp.

Peptococcus spp.

Peptostreptococcus spp.

Είδη στα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα Αερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram Staphylococcus epidermidis Streptococcus pneumoniae Enterococcus spp.

Αερόβιοι μικροοργανισμοί αρνητικοί κατά Gram Enterobacter cloacae Klebsiella aerogenes Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumonia Proteus mirabilis Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens Αναερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram Clostridium spp.

Εγγενώς ανθεκτικά είδη Αερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram Staphylococcus saprophyticus Streptococcus pyogenes Αερόβιοι μικροοργανισμοί αρνητικοί κατά Gram Legionella pneumophila Morganella morganii Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβιοι μικροοργανισμοί, αρνητικοί κατά Gram Bacteroides spp.

Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia spp.

Chlamydophila spp.

Mycoplasma spp.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Φαρμακοκινητική Εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 4 g και 8 g φωσφομυκίνης σε νέους, υγιείς άνδρες οδήγησε σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (C ) περίπου 200 και 400 μg/ml, αντίστοιχα. Ο χρόνος max ημιζωής στον ορό ήταν περίπου 2 ώρες. Σε ηλικιωμένους ή/και βαρέως πάσχοντες άνδρες και γυναίκες ασθενείς, εφάπαξ ενδοφλέβιες δόσεις 8 g φωσφομυκίνης οδήγησαν σε μέση C max και χρόνο ημιζωής πλάσματος περίπου 350-380 μg/ml και 3,6-3,8 ώρες, αντίστοιχα.

Κατανομή Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της φωσφομυκίνης είναι περίπου 0,30 l/kg σωματικού βάρους. Η φωσφομυκίνη κατανέμεται καλά στους ιστούς. Υψηλές συγκεντρώσεις εμφανίζονται στους οφθαλμούς, στα οστά, σε εκκρίσεις τραυμάτων, στους μυς, στο δέρμα, στους πνεύμονες και στη χολή. Σε ασθενείς με φλεγμονή των μηνίγγων, οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό φθάνουν περίπου στο 20–50% των αντίστοιχων επιπέδων στον ορό. Η φωσφομυκίνη διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό. Χαμηλές ποσότητες βρέθηκαν στο ανθρώπινο γάλα (περίπου 8% της συγκέντρωσης στον ορό). Η δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι αμελητέα.

Μεταβολισμός Η φωσφομυκίνη δεν μεταβολίζεται από το ήπαρ και δεν υφίσταται εντεροηπατική κυκλοφορία. Δεν αναμένεται επομένως συσσώρευση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Αποβολή Το 80–90% της ποσότητας φωσφομυκίνης που χορηγείται σε υγιείς ενήλικες αποβάλλεται από τους νεφρούς εντός 12 ωρών μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση. Μικρή ποσότητα του αντιβιοτικού ανιχνεύεται στα κόπρανα (0,075%). Η φωσφομυκίνη δεν μεταβολίζεται, δηλ. αποβάλλεται η βιολογικά ενεργή ουσία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 40 ml/min), περίπου το 50–60% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται εντός των πρώτων 3-4 ωρών.

Γραμμικότητα Η φωσφομυκίνη επιδεικνύει γραμμική φαρμακοκινητική συμπεριφορά μετά από ενδοφλέβια έγχυση θεραπευτικά χρησιμοποιούμενων δόσεων.

Ειδικοί πληθυσμοί Είναι διαθέσιμα πολύ περιορισμένα δεδομένα για ειδικούς πληθυσμούς.

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης αποκλειστικά με βάση την ηλικία. Θα πρέπει ωστόσο να αξιολογηθεί η νεφρική λειτουργία και να ελαττωθεί η δόση εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2).

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φωσφομυκίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 3–15 ετών καθώς και σε τελειόμηνα νεογνά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι γενικά παρόμοιες με εκείνες των υγιών ενηλίκων. Ωστόσο, σε νεογνά και βρέφη ηλικίας έως 12 μηνών με υγιή νεφρική λειτουργία, ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι φυσιολογικά μειωμένος σε σχέση με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και τους ενήλικες. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με παράταση του χρόνου ημιζωής της φωσφομυκίνης σε συνάρτηση με το στάδιο ωρίμανσης των νεφρών.

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ο χρόνος ημιζωής είναι αυξημένος αναλόγως του βαθμού νεφρικής ανεπάρκειας. Για ασθενείς με τιμές κάθαρσης κρεατινίνης 40 ml/min ή μικρότερες, απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. επίσης παράγραφο 4.2 «Νεφρική ανεπάρκεια» για περαιτέρω λεπτομέρειες).

Σε μια μελέτη στην οποία ελέγχθηκαν 12 ασθενείς υπό CVVHF, χρησιμοποιήθηκαν συνήθη φίλτρα αιμοκάθαρσης πολυαιθυλενο-σουλφόνης, με εμβαδόν μεμβράνης 1,2 m2 και μέσο ρυθμό υπερδιήθησης 25 ml/min. Σε αυτές τις κλινικές συνθήκες, οι μέσες τιμές κάθαρσης πλάσματος και χρόνου ημιζωής στο πλάσμα ήταν 100 ml/min και 12 ώρες, αντίστοιχα.

Ηπατική ανεπάρκεια Δεν είναι απαραίτητες οι προσαρμογές δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια καθώς οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φωσφομυκίνης παραμένουν ανεπηρέαστες σε αυτήν την ομάδα ασθενών.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα καρκινογένεσης για τη φωσφομυκίνη.

6 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Ηλεκτρικό οξύ.

6.2 Ασυμβατότητες

Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί χημικές/φαρμακευτικές ασυμβατότητες, τα διαλύματα Fomicyt δεν θα πρέπει να αναμιγνύονται με άλλα παρεντερικά παρασκευάσματα με την εξαίρεση εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 Διάρκεια ζωής

4 χρόνια.

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του τελικού αραιωμένου διαλύματος, που έχει παρασκευαστεί υπό άσηπτες συνθήκες έχει καταδειχθεί για 24 ώρες στους 25 °C, εάν προστατεύεται από το φως.

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήση και φυσιολογικά δεν θα ξεπερνούσαν τις 24 ώρες στους 2 έως 8 °C, εκτός και εάν η παρασκευή έχει πραγματοποιηθεί υπό ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.

Για τη φύλαξη του διαλύματος για έγχυση βλ. παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Διαυγείς φιάλες γυαλιού τύπου I με ελαστικό πώμα εισχώρησης (ελαστικό βρωμοβουτύλιο) και αποσπώμενο πώμα που περιέχουν 2 g (σε φιάλη 30 ml), 4 g (σε φιάλη 30 ml) ή 8 g (σε φιάλη 50 ml) του Fomicyt αντίστοιχα, σε συσκευασίες των 10 η καθεμία.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Για μία μόνο χρήση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Παρασκευή του διαλύματος για έγχυση Για να παρασκευάσετε το διάλυμα για έγχυση:

Το Fomicyt 40 mg/ml πρέπει να ανασυσταθεί και να αραιωθεί πριν από τη χορήγηση.

Ύδωρ για Ενέσιμα και Διάλυμα Γλυκόζης προς έγχυση 50 mg/ml (5 %) ή Διάλυμα Γλυκόζης προς έγχυση 100 mg/ml (10 %) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως διαλύτες για την ανασύσταση και αραίωση. Διαλύτες περιέχοντες χλωριούχο νάτριο δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν (βλ. παράγραφο 4.4).

Ανασύσταση Ανακινήστε το φιαλίδιο πριν από την ανασύσταση για να χαλαρώσει η κόνις. Ανασυστήστε τα φιαλίδια των 2 g ή 4 g με 20 ml και το φιαλίδιο των 8 g με 40 ml διαλύτη. Ανακινήστε καλά για τη διάλυση. Κατά τη διάλυση της κόνεως παράγεται ήπια θερμότητα.

Προσοχή: Αυτό το ενδιάμεσο διάλυμα δεν προορίζεται για απευθείας έγχυση. Εξάγετε ολόκληρο το διάλυμα από το αρχικό φιαλίδιο. Μεταφέρετε το εξαχθέν διάλυμα σε ασκό έγχυσης ή άλλο, κατάλληλο περιέκτη έγχυσης για περαιτέρω αραίωση ως εξής.

Αραίωση Μεταφέρετε τα ανασυσταμένα περιεχόμενα των φιαλιδίων 2 g σε περιέκτη έγχυσης με επιπλέον 30 ml διαλύτη.

Μεταφέρετε τα ανασυσταμένα περιεχόμενα των φιαλιδίων 4 g σε περιέκτη έγχυσης με επιπλέον 80 ml διαλύτη.

Μεταφέρετε τα ανασυσταμένα περιεχόμενα των φιαλιδίων 8 g σε περιέκτη έγχυσης με επιπλέον 160 ml διαλύτη.

Το προκύπτον διάλυμα για έγχυση είναι διαυγές και άχρωμο έως ελαφρώς υποκίτρινο.

Τιμή μετατόπισης Οι τιμές μετατόπισης για τα διαλύματα είναι 1 ml για τη συσκευασία των 2 g, 2 ml για τη συσκευασία των 4 g και 4 ml για τη συσκευασία των 8 g.

Αυτοί οι όγκοι ισοδυναμούν με αύξηση όγκου κατά 2 %. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν δεν χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο όγκος του τελικού αραιωμένου διαλύματος.

7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

INFECTOPHARM Arzneimittel und Consilium GmbH Von-Humboldt-Str. 1 64646 Heppenheim Germany Διανομέας <Να συμπληρωθεί σε εθνικό επίπεδο>

8 ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

98649/22.12.2016

9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

22.12.2016

10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

07/2020

Πηγή: eof:3077901_SPC_3077901_3.pdf