Clinio Logo
Clinio
GOPAIN-PAED › ΠΧΠ

GOPAIN-PAED — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

GOPAIN PAED 32 mg/ml + 9.6 mg/ml πόσιμο εναιώρημα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε ml περιέχει 32 mg Παρακεταμόλης και 9.6 mg Ιβουπροφαίνης.

Έκδοχο με γνωστή δράση Υγρή Μαλτιτόλη (E965) 250 mg/ml Προπυλενογλυκόλη (E1520) 9.6 mg/ml Βενζοϊκό νάτριο (E211) 1 mg/ml Νάτριο 1.23 mg/ml Γλυκερόλη (E422) 150 mg/ml Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμο εναιώρημα.

Ένα παχύρρευστο, ροζ εναιώρημα, απαλλαγμένο από ξένες ουσίες και με χαρακτηριστική γεύση φράουλας.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το GOPAIN PAED 32 mg/ml + 9.6 mg/ml πόσιμο εναιώρημα ενδείκνυται για τη βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση του ήπιου έως μέτριου πόνου που δεν θεωρείται ότι ανακουφίζεται από την παρακεταμόλη ή την ιβουπροφαίνη (μεμονωμένα) σε παιδιά ηλικίας 2-12 ετών με σωματικό βάρος από 12 κιλά και άνω.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Μόνο για χορήγηση από στόματος και βραχυχρόνια χρήση (όχι περισσότερο από 3 ημέρες).

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η κατώτερη αποτελεσματική δόση για τη μικρότερη διάρκεια που είναι απαραίτητη για την ανακούφιση των συμπτωμάτων (βλ. ενότητα 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός Το GOPAIN PAED ενδείκνυνται σε παιδιά ηλικίας από 2 έως 12 ετών.

Το GOPAIN PAED δεν ενδείκνυνται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης από 2 ετών με σωματικό βάρος λιγότερο από 12 κιλά.

Οι δόσεις πρέπει να δίνονται κάθε 6 ώρες αν κρίνεται απαραίτητο, χωρίς να υπερβαίνονται συνολικά οι 4 δόσεις εντός εικοσιτετράωρου.

Στα παιδιά ηλικίας έως 10 ετών είναι απαραίτητο να τηρείται η δοσολογία με βάση το σωματικό βάρος και όχι την ηλικία, η οποία υπολογίζεται κατά προσέγγιση και αναφέρεται μόνο προς ενημέρωση.

Βάρος ΣώματοςΗλικία (προσεγγιστικά)Δόση (mL)Μέγιστη Ημερήσια Δόση (mL)
12 - <14kg2 ετών4,518
14 - <16kg3 ετών5,522

16 - <18kg 4 ετών 6 24

18 - <20kg5 ετών728
20 - <22kg6 ετών7,530
22 - <25kg7 ετών8,534
25 - <28kg8 ετών9,538
28 - <31kg9 ετών10,542
31 - <33kg10 ετών11,546
33 - <40 kg*11-12 ετών12,550

* Σε παιδιά ηλικίας άνω των 10 ετών, η σχέση μεταξύ βάρους και ηλικίας δεν είναι πλέον ομοιογενής λόγω της εφηβικής ανάπτυξης, η οποία έχει διαφορετικό αντίκτυπο στο σωματικό βάρος ανάλογα με το φύλο και τα ατομικά χαρακτηριστικά.

Ασθενείς με νεφρική/ηπατική δυσλειτουργία Νεφρική δυσλειτουργία Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η δοσολογία θα πρέπει να αξιολογείται μεμονωμένα. Η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται (βλ. παράγραφο 4.4) σε αυτούς τους ασθενείς. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί στους ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Αυτό το προϊόν αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).

Ηπατική δυσλειτουργία Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ή σύνδρομο Gilbert. Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία, η δοσολογία θα πρέπει να αξιολογείται μεμονωμένα και η δόση θα πρέπει να μειώνεται ή να παρατείνεται το διάστημα χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.4). Αυτό το προϊόν αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).

Τρόπος χορήγησης Από στόματος.

Το μπουκάλι πρέπει να ανακινείται καλά πριν από τη χρήση. Η βαθμονομημένη σύριγγα θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να ληφθεί ο σωστός όγκος σε χιλιοστόλιτρα (βλ. παράγραφο 6.5).

Οδηγίες χρήσης της σύριγγας:

1. Ανακινήστε τη φιάλη για τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα πριν τη χρήση.

2. Σπρώξτε τη σύριγγα σταθερά στην οπή στον λαιμό της φιάλης.

3. Για να γεμίσετε τη σύριγγα, γυρίστε τη φιάλη ανάποδα. Ενώ κρατάτε τη σύριγγα στη θέση της, τραβήξτε απαλά το έμβολο προς τα κάτω τραβώντας το φάρμακο στο σωστό σημάδι στη σύριγγα.

4. Γυρίστε τη φιάλη προς τα πάνω και στη συνέχεια στρίψτε απαλά τη σύριγγα για να την αφαιρέσετε από το πώμα της φιάλης.

5. Τοποθετήστε το άκρο της σύριγγας στο στόμα του παιδιού, κανονικά στο πλάι του στόματος μεταξύ των ούλων και του μάγουλου. Πιέστε το έμβολο προς τα κάτω για να απελευθερώσετε αργά και απαλά το φάρμακο.

6. Εάν ο παραπάνω πίνακας σας συμβουλεύει να δώσετε περισσότερα από 5 mL του φαρμάκου, επαναλάβετε τα βήματα 2 έως 5 για να χορηγήσετε τη σωστή ποσότητα φαρμάκου.

7. Μετά τη χρήση, επανατοποθετήστε το καπάκι στο επάνω μέρος της φιάλης σφιχτά. Φυλάσσετε όλα τα φάρμακα σε μέρη που δεν βλέπουν και δεν προσεγγίζουν τα παιδιά.

8. Πλύνετε τη σύριγγα με ζεστό νερό και αφήστε τη να στεγνώσει.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Ασθενείς που έχουν υποστεί άσθμα, κνίδωση ή αλλεργικές αντιδράσεις μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων ΜΣΑΦ.

• Ενεργό ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους/αιμορραγία (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένου έλκους ή αιμορραγίας).

• Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.

• Ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία IV NYHA), ηπατική ανεπάρκεια ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).

• Ασθενείς με εγκεφαλοαγγειακή ή άλλη ενεργή αιμορραγία.

• Ασθενείς με αιμοποιητικές διαταραχές, διαταραχές πήξης και καταστάσεις που περιλαμβάνουν αυξημένη τάση για αιμορραγία.

• Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.6).

• Ασθενείς με σοβαρή αφυδάτωση (π.χ. που προκαλείται από έμετο, διάρροια ή ανεπαρκή πρόσληψη υγρών).

• Ταυτόχρονη χρήση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) και δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος άνω των 75 mg ημερησίως (βλ. παράγραφο 4.5).

• Ταυτόχρονη χρήση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη (βλ. παράγραφο 4.5).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης για τη συντομότερη διάρκεια που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Αυτό το φάρμακο προορίζεται για βραχυπρόθεσμη χρήση και δεν συνιστάται για χρήση πέραν των 3 ημερών. Η ταυτόχρονη χρήση του GOPAIN PAED με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται.

Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερδοσολογίας:

- κανένα άλλο προϊόν που περιέχει παρακεταμόλη δεν πρέπει να λαμβάνεται ταυτόχρονα.

- κανένα άλλο προϊόν που περιέχει ιβουπροφαίνη δεν πρέπει να λαμβάνεται ταυτόχρονα.

- σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης δόσης.

Ηπατική δυσλειτουργία Η χρήση παρακεταμόλης σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες μπορεί να οδηγήσει σε ηπατοτοξικότητα και ακόμη και ηπατική ανεπάρκεια και θάνατο.

Συνιστάται μείωση της δόσης σε ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας.

Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε εκείνους τους ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2).

Επίσης, ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία ή ιστορικό ηπατικής νόσου ή που βρίσκονται σε μακροχρόνια θεραπεία με ιβουπροφαίνη ή θεραπεία με παρακεταμόλη, θα πρέπει να παρακολουθούν σε τακτά χρονικά διαστήματα την ηπατική λειτουργία, καθώς έχει αναφερθεί ότι η ιβουπροφαίνη έχει μικρή και παροδική επίδραση στα ηπατικά ένζυμα. Έχουν αναφερθεί σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις, όπως ίκτερος και περιπτώσεις θανατηφόρου ηπατίτιδας, αν και σπάνιες, με ιβουπροφαίνη, όπως και με άλλα ΜΣΑΦ. Εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων ήπατος παραμένουν σε μη φυσιολογικά επίπεδα ή επιδεινώνονται, ή εάν εμφανιστούν κλινικά σημεία και συμπτώματα που συνάδουν με την ηπατική νόσο, ή εμφανίζονται συστηματικές εκδηλώσεις (π.χ. ηωσινοφιλία, εξάνθημα κλπ.), η ιβουπροφαίνη θα πρέπει να διακοπεί. Και τα δύο δραστικά φάρμακα έχουν αναφερθεί ότι προκαλούν ηπατοτοξικότητα και ακόμη και ηπατική ανεπάρκεια, ιδιαίτερα η παρακεταμόλη.

Η λήψη πολλαπλών ημερήσιων δόσεων σε μία χορήγηση μπορεί να βλάψει σοβαρά το ήπαρ. Σε αυτή την περίπτωση, δεν παρατηρείται πάντα απώλεια των αισθήσεων. Ωστόσο, θα πρέπει να ζητηθεί αμέσως ιατρική βοήθεια λόγω του κινδύνου μη αναστρέψιμης ηπατικής βλάβης (βλ. παράγραφο 4.9).

Συνιστάται προσοχή στην περίπτωση των ακόλουθων παραμέτρων κινδύνου που μπορεί να μειώσουν το όριο ηπατοτοξικότητας της παρακεταμόλης. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται σε αυτές τις περιπτώσεις και

οπωσδήποτε δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης ημερήσιας δόσης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ.

παράγραφο 4.2):

- μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση συζευγμένων ενώσεων)

- ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Gilbert)

- οξεία ηπατίτιδα

- ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τις ηπατικές λειτουργίες

- ανεπάρκεια γλυκόζης-6-φωσφατεδεϋδρογονάσης

- αιμολυτική αναιμία

- αφυδάτωση, υποογκαιμία

- χρόνιος υποσιτισμός, ανορεξία, βουλιμία ή καχεξία (χαμηλά αποθέματα ηπατικής γλουταθειόνης)

- ασθενείς που καταναλώνουν πολλές ουσίες που επάγουν ηπατικά ένζυμα (αλκοόλ, βαρβιτουρικά, αντισπασμωδικά). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συσσώρευση τοξικών μεταβολιτών της παρακεταμόλης μπορεί να επιδεινώσει ή να προκαλέσει ηπατικές βλάβες (βλ. παράγραφο 4.5).

Νεφρική δυσλειτουργία Η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο χωρίς ρύθμιση της δοσολογίας. Υπάρχει ελάχιστος κίνδυνος τοξικότητας παρακεταμόλης σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.

Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ.

παράγραφο 4.3).

Ωστόσο, για το συστατικό ιβουπροφαίνη αυτού του προϊόντος – πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με ιβουπροφαίνη σε ασθενείς με αφυδάτωση. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες της ιβουπροφαίνης εκκρίνονται κυρίως στα ούρα και η εξασθένιση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγήσει στη συσσώρευσή τους. Η σημασία αυτής της συσσώρευσης είναι άγνωστη. Έχει αναφερθεί ότι τα ΜΣΑΦ προκαλούν νεφροτοξικότητα με διάφορες μορφές: διάμεση νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο και νεφρική ανεπάρκεια. Η νεφρική δυσλειτουργία από τη χρήση ιβουπροφαίνης είναι συνήθως αναστρέψιμη. Σε ασθενείς με νεφρική, καρδιακή ή ηπατική ανεπάρκεια και σε εκείνους που λαμβάνουν διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ, απαιτείται προσοχή, καθώς η χρήση μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Συνδυασμένη χρήση αναστολέων ΜΕΑ ή ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης, αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και θειαζιδικών διουρητικών Η χρήση ενός φαρμάκου αναστολέα του ΜΕΑ (αναστολέας ΜΕΑ ή ανταγωνιστής υποδοχέων αγγειοτενσίνης), ενός αντιφλεγμονώδους φαρμάκου (ΜΣΑΦ ή αναστολέας COX-2) και ενός θειαζιδικού διουρητικού ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση προϊόντων σταθερού συνδυασμού που περιέχουν περισσότερες από μία κατηγορίες φαρμάκων. Η συνδυασμένη χρήση αυτών των φαρμάκων πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένη παρακολούθηση της κρεατινίνης του ορού, ιδιαίτερα κατά την έναρξη του συνδυασμού. Ο συνδυασμός φαρμάκων από αυτές τις τρεις κατηγορίες θα πρέπει να γίνεται με προσοχή ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία.

Αιματολογικές επιδράσεις Δυσκρασίες αίματος έχουν αναφερθεί σπάνια. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία με ιβουπροφαίνη θα πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε αιματολογική παρακολούθηση.

Διαταραχές πήξης Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Η ιβουπροφαίνη έχει αποδειχθεί ότι παρατείνει τον χρόνο αιμορραγίας (αλλά εντός της φυσιολογικής κλίμακας), σε φυσιολογικά άτομα. Επειδή αυτό το παρατεταμένο αιμορραγικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι υπερβολικό σε ασθενείς με υποκείμενες αιμοστατικές διαταραχές, τα προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε άτομα με ενδογενείς διαταραχές πήξης και σε άτομα με αντιθρομβωτική θεραπεία.

Γαστρεντερικά αιμορραγικά έλκη και διάτρηση

Έχουν αναφερθεί γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση, που μπορεί να είναι θανατηφόρα, με όλα τα ΜΣΑΦ οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών επεισοδίων.

Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα είναι υψηλότερος με αύξηση των δόσεων των ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν περιπλέκονται με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3). Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση.

Συνδυαστική θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. αναστολείς μισοπροστόλης ή αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν για τους ασθενείς αυτούς, καθώς και για ασθενείς που χρειάζονται ταυτόχρονα χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας του γαστρεντερικού, πρέπει να αναφέρουν τυχόν ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά αιμορραγία γαστρεντερικού), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως από στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή παράγοντες κατά των αιμοπεταλίων, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. παράγραφο 4.5).

Αυτό το προϊόν πρέπει να διακόπτεται εάν υπάρχουν ενδείξεις γαστρεντερικής αιμορραγίας ή έλκους.

Τα ΜΣΑΦ θα πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδη κολίτιδα, νόσο του Crohn), καθώς μπορεί να υπάρξει επιδείνωση (βλ. παράγραφο 4.8). Λόγω της ουσίας ιβουπροφαίνης, το GOPAIN PAED θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πορφυρία και ανεμοβλογιά.

Καρδιαγγειακά θρομβωτικά συμβάντα Κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλή δόση (2400 mg/ημέρα), μπορεί να σχετίζεται με μικρή αύξηση κινδύνου εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Συνολικά, οι επιδημιολογικές μελέτες δεν υποδηλώνουν ότι χαμηλή δόση ιβουπροφαίνης (π.χ. ≤ 1200 mg/ημέρα) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων.

Οι ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-III), εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή εγκεφαλοαγγειακή νόσο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με ιβουπροφαίνη μετά από προσεκτική εξέταση και θα πρέπει να αποφεύγονται υψηλές δόσεις (2400 mg/ημέρα).

Προσεκτική εξέταση θα πρέπει επίσης να ασκείται πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάντα (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα), ιδιαίτερα εάν απαιτούνται υψηλές δόσεις ιβουπροφαίνης (2400 mg/ημέρα).

Υπέρταση Τα ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση νέας υπέρτασης ή επιδείνωσης της προϋπάρχουσας υπέρτασης και οι ασθενείς, που λαμβάνουν αντιυπερτασικά φάρμακα με ΜΣΑΦ μπορεί να έχουν μειωμένη αντι-υπερτασική ανταπόκριση. Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφούνται ΜΣΑΦ σε ασθενείς με υπέρταση. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με ΜΣΑΦ και σε τακτικά διαστήματα στη συνέχεια.

Καρδιακή ανεπάρκεια Έχουν παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, επομένως συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με κατακράτηση υγρών ή καρδιακή ανεπάρκεια.

Σοβαρές αντιδράσεις του δέρματος

Πολύ σπάνια έχουν συσχετισθεί με τη χρήση ΜΣΑΦ σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, ορισμένες θανατηφόρες, όπως αποφλοιωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο για αυτές τις αντιδράσεις νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς η έναρξη της αντίδρασης εμφανίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Έχουν αναφερθεί περιστατικά οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP) σχετιζόμενα με τη χρήση προϊόντων που περιέχουν ιβουπροφαίνη. Η ιβουπροφαίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά την πρώτη εμφάνιση σημείων ή συμπτωμάτων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων, όπως δερματικό εξάνθημα, βλάβες βλεννογόνου ή οποιοδήποτε άλλο σημείο υπερευαισθησίας.

Προϋπάρχον άσθμα Τα προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με άσθμα επαγόμενο από ακετυλοσαλικυλικό οξύ και πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχον άσθμα.

Οφθαλμολογικές επιδράσεις Ανεπιθύμητες οφθαλμολογικές επιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με τα ΜΣΑΦ. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς που εμφανίζουν διαταραχές της όρασης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη, πρέπει να υποβληθούν σε οφθαλμολογική εξέταση που να περιλαμβάνει κεντρικά οπτικά πεδία.

Άσηπτη μηνιγγίτιδα Για τα προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη, η άσηπτη μηνιγγίτιδα έχει αναφερθεί μόνο σπάνια, συνήθως αλλά όχι πάντα σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE) ή άλλες διαταραχές του συνδετικού ιστού.

Πιθανές παρεμβάσεις σε εργαστηριακές δοκιμές Χρησιμοποιώντας σύγχρονα αναλυτικά συστήματα, η παρακεταμόλη δεν προκαλεί παρεμβολές σε εργαστηριακές αναλύσεις. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες μέθοδοι, με τις οποίες υπάρχει η πιθανότητα εργαστηριακής παρεμβολής, όπως περιγράφεται παρακάτω:

Δοκιμές ούρων:

Η παρακεταμόλη σε θεραπευτικές δόσεις μπορεί να επηρεάσει τον προσδιορισμό του 5-υδροξυϊνδολοξεϊκού οξέος (5-ΗΙΑΑ), προκαλώντας ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Οι ψευδείς προσδιορισμοί μπορούν να εξαλειφθούν, αποφεύγοντας την κατάποση παρακεταμόλης αρκετές ώρες πριν και κατά τη διάρκεια της συλλογής του δείγματος ούρων.

Απόκρυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων Το GOPAIN PAED μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας στην κοινότητα και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμοβλογιάς. Όταν το GOPAIN PAED χορηγείται για την ανακούφιση από πόνο σχετικό με λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.

Κατά την παρατεταμένη χρήση αναλγητικών μπορεί να εμφανιστεί κεφαλαλγία, η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με αύξηση της δόσης του φαρμακευτικού προϊόντος.

Πυρετός Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές δοκιμές για την ειδική αξιολόγηση της ασφάλειας ή της αποτελεσματικότητας της χρήσης αυτού του προϊόντος σταθερού συνδυασμού για τη μείωση του υψηλού πυρετού. Αυτό το προϊόν δεν ενδείκνυται για χρήση ως θεραπεία για τη μείωση του υψηλού πυρετού.

Φλουκλοξακιλλίνη Έχουν αναφερθεί περιστατικά μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA) λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με σοβαρή ασθένεια, όπως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σήψη, ή υποσιτισμό και άλλες πηγές έλλειψης γλουταθειόνης (π.χ. χρόνιος αλκοολισμός) που έλαβαν θεραπεία με παρακεταμόλη σε θεραπευτική δόση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή συνδυασμό παρακεταμόλης και φλουκλοξακιλλίνης. Εάν υπάρχει υποψία HAGMA λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, συνιστάται άμεση

διακοπή της παρακεταμόλης και στενή παρακολούθηση. Η μέτρηση της ουροποιητικής 5-οξοπρολίνης μπορεί να είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό της πυρογλουταμικής οξέωσης ως υποκείμενης αιτίας της HAGMA σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

Ειδικές προφυλάξεις Προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωση της νόσου ή της επινεφριδιακής ανεπάρκειας, οι ασθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία με κορτικοστεροειδή πρέπει να μειώνουν τη θεραπεία τους σταδιακά και όχι να τη διακόπτουν απότομα, όταν προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη προστίθενται στο πρόγραμμα θεραπείας.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση της κυκλο- οξυγενάσης/προσταγλανδίνης μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στη γυναικεία γονιμότητα λόγω επίδρασης στην ωορρηξία. Αυτό είναι αναστρέψιμο μετά τη διακοπή του φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.6).

Έκδοχα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 250 mg/ml υγρής μαλτιτόλης. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Αυτό το φάρμακο περιέχει 9,6 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε ml που ισοδυναμεί με έως και 16 mg/kg/ημέρα.

Το φάρμακο περιέχει 1 mg βενζοϊκού άλατος σε κάθε ml.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) και δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος άνω των 75 mg ημερησίως, και μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη (βλ. παράγραφο 4.3).

Έχουν παρατηρηθεί οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις παρακεταμόλης με άλλα φάρμακα:

• αντιπηκτικά φάρμακα (βαρφαρίνη) – η δόση μπορεί να απαιτεί μείωση εάν η παρακεταμόλη και τα αντιπηκτικά λαμβάνονται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται τακτικός έλεγχος του INR.

• η απορρόφηση παρακεταμόλης αυξάνεται από ουσίες που αυξάνουν τη γαστρική κένωση, π.χ.

μετοκλοπραμίδη ή δομπεριδόνη.

• η απορρόφηση παρακεταμόλης μειώνεται από ουσίες που μειώνουν τη γαστρική κένωση, π.χ.

προπανθελίνη, αντικαταθλιπτικά με αντιχολινεργικές ιδιότητες και ναρκωτικά αναλγητικά.

• η παρακεταμόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις χλωραμφενικόλης στο πλάσμα.

• ο κίνδυνος τοξικότητας παρακεταμόλης μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα ή φάρμακα που επάγουν μικροσωμικά ένζυμα του ήπατος, όπως αλκοόλη και αντισπασμωδικά μέσα (βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη).

• η απέκκριση παρακεταμόλης μπορεί να επηρεαστεί και οι συγκεντρώσεις της στο πλάσμα να μεταβληθούν όταν χορηγηθεί με προβενεσίδη. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της παρακεταμόλης σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας με προβενεσίδη.

• η χοληστυραμίνη μειώνει την απορρόφηση της παρακεταμόλης εάν χορηγείται εντός 1 ώρας από την χορήγηση της παρακεταμόλης.

• έχει αναφερθεί σοβαρή ηπατοτοξικότητα σε θεραπευτικές δόσεις ή μέτρια υπερβολική δόση παρακεταμόλης σε ασθενείς που ελάμβαναν ισονιαζίδη μεμονωμένα ή με άλλα φάρμακα για φυματίωση, όπως η ριφαμπικίνη.

• έχει παρατηρηθεί σοβαρή ηπατοτοξικότητα μετά τη χρήση παρακεταμόλης σε ασθενή που λάμβανε ζιδοβουδίνη και κοτριμοξαζόλη. Η ταυτόχρονη χορήγηση παρακεταμόλης και ζιδοβουδίνης μπορεί να προκαλέσει ουδετεροπενία και ηπατοτοξικότητα. Η συχνή χρήση της παρακεταμόλης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να αποφεύγεται.

• λόγω μιας πιθανής επαγωγής του ηπατικού μεταβολισμού, η παρακεταμόλη μπορεί να προκαλέσει μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της λαμοτριγίνης με πιθανή μείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος.

• θα πρέπει να δίδεται προσοχή όταν η παρακεταμόλη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη φλουκλοξακιλλίνη, καθώς η ταυτόχρονη πρόσληψη έχει συσχετιστεί με μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλ.

παράγραφο 4.4).

Έχουν παρατηρηθεί οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις της ιβουπροφαίνης με άλλα φάρμακα:

• αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) - αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).

• τα αντιπηκτικά, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης – η ιβουπροφαίνη αλληλεπιδρά με τη σταθερότητα του INR και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας και μερικές φορές θανατηφόρας αιμορραγίας, ειδικά από τη γαστρεντερική οδό. Η ιβουπροφαίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη, εάν είναι απολύτως απαραίτητο και πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να μειώσει τη νεφρική κάθαρση και να αυξήσει τη συγκέντρωση του λιθίου στο πλάσμα.

• τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα μπορούν να μειώσουν την επίδραση των διουρητικών και των αντιυπερτασικών. Τα διουρητικά μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας που σχετίζεται με τα ΜΣΑΦ. Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. ασθενείς με αφυδάτωση ή ηλικιωμένοι ασθενείς με οξεία νεφρική ανεπάρκεια) η ταυτόχρονη λήψη ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενός βήτα-αναστολέα ή ενός ανταγωνιστή της αγγειοτενσίνης-ΙΙ με έναν αναστολέα κυκλοοξυγενάσης μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρά με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να διατηρούν επαρκή πρόσληψη υγρών και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο τακτικής παρακολούθησης των ελέγχων νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της συνδυαστικής θεραπείας.

Η συγχορήγηση ιβουπροφαίνης και καλιοσυντηρητικών διουρητικών μπορεί να οδηγήσει σε υπερκαλιαιμία.

• η ιβουπροφαίνη μειώνει την κάθαρση μεθοτρεξάτης.

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρδιακών γλυκοσίδων στο πλάσμα.

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας, ειδικά αν λαμβάνεται με κορτικοστεροειδή.

• ο κίνδυνος νεφροτοξικής δράσης από την κυκλοσπορίνη αυξάνεται με τη συγχορήγηση ορισμένων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Ομοίως, αυτή η επίδραση δεν μπορεί να αποκλειστεί για συνδυασμούς κυκλοσπορίνης με ιβουπροφαίνη.

• τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τις επιδράσεις των σουλφονυλουριών. Σπάνιες περιπτώσεις υπογλυκαιμίας αναφέρθηκαν σε ασθενείς με ταυτόχρονη χορήγηση σουλφονυλουρίας και ιβουπροφαίνης. Συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα ως προφύλαξη κατά την ταυτόχρονη χρήση ιβουπροφαίνης και σουλφονυλουριών.

• τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την αποβολή των αμινογλυκοσιδών.

• η ταυτόχρονη χρήση ιβουπροφαίνης με φαινυτοΐνη μπορεί να αυξήσει το επίπεδο της φαινυτοΐνης στον ορό.

• ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας αυξάνεται όταν η τακρόλιμους συγχορηγείται με ιβουπροφαίνη.

• ο κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας αυξάνεται όταν χορηγείται ΜΣΑΦ με ζιδοβουδίνη. Υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν υψηλότερο κίνδυνο αιμάρθου και αιματώματος σε οροθετικούς αιμοφιλικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ζιδοβουδίνη με ιβουπροφαίνη.

• τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν προβενεσίδη ή σουλφινπυραζόνη μπορεί να καθυστερήσουν την απέκκριση της ιβουπροφαίνης.

• πειραματικά δεδομένα από ζώα δείχνουν ότι τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο επιληπτικών κρίσεων που σχετίζονται με αντιβιοτικά κινολόνης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ΜΣΑΦ και κινολόνες μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν επιληπτικές κρίσεις.

• η ταυτόχρονη χρήση ιβουπροφαίνης και αναστολέων του CYP2C9 μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην ιβουπροφαίνη (ένα υπόστρωμα του CYP2C9). Σε μια μελέτη με βορικοναζόλη και φλουκοναζόλη (αναστολείς CYP2C9), έδειξε 80 - 100% μεγαλύτερη έκθεση στην S(+) ιβουπροφαίνη. Θα πρέπει να

εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ιβουπροφαίνης όταν συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του CYP2C9, ειδικά όταν υψηλές δόσεις ιβουπροφαίνης χορηγούνται μαζί με βορικοναζόλη ή με φλουκοναζόλη.

• το Γκίνγκο Μπιλόμπα (Ginkgo biloba) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας με ΜΣΑΦ.

• η χρήση ΜΣΑΦ εντός 8-12 ημερών μετά τη χορήγηση της μιφεπριστόνης, μπορεί να μειώσει την επίδραση της μιφεπριστόνης.

• η ταυτόχρονη χρήση με ριτοναβίρη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις των ΜΣΑΦ στο πλάσμα.

• το αλκοόλ, τα διφωσφονικά και η οξπεντιφυλλίνη (πεντοξυφυλλίνη) μπορεί να ενισχύσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού συστήματος και τον κίνδυνο αιμορραγίας και εξέλκωσης.

Ακετυλοσαλυκιλικό οξύ Η ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης και ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν συνιστάται γενικά λόγω της πιθανότητας αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Τα πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει ανταγωνιστικά την επίδραση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Παρόλο που υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την προεκβολή αυτών των δεδομένων στην κλινική κατάσταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Δεν θεωρείται πιθανή καμία κλινικά σημαντική επίδραση για περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 5.1).

Επιδράσεις σε εργαστηριακές δοκιμές Η παρακεταμόλη μπορεί να επηρεάσει τις εργαστηριακές εξετάσεις του ουρικού οξέους στον ορό χρησιμοποιώντας δοκιμασίες φωσφοροφραμικού οξέος και σακχάρου αίματος χρησιμοποιώντας υπεροξειδάση γλυκόζης-οξειδάσης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχει εμπειρία χρήσης αυτού του προϊόντος στους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Για την ιβουπροφαίνη Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την εγκυμοσύνη και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσπλασίας και γαστρόσχισης μετά από χρήση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνης σε πρώιμη κύηση. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακές δυσπλασίες αυξήθηκε από λιγότερο από 1%, έως περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Στα ζώα, η χορήγηση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνης έχει αποδειχθεί ότι έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη απώλεια πριν και μετά την εμφύτευση και εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί αυξημένα περιστατικά διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων καρδιαγγειακών, σε ζώα που έλαβαν αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνης κατά τη διάρκεια της οργανογενετικής περιόδου.

Από την 20ή εβδομάδα της κύησης και έπειτα, η χρήση του GOPAIN PAED μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο λόγω νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτό μπορεί να συμβεί σύντομα μετά την εκκίνηση της χορήγησης της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της. Επιπρόσθετα, υπάρχουν αναφορές για στένωση του αρτηριακού πόρου σε συνέχεια της θεραπείας κατά το δεύτερο τρίμηνο, τα περισσότερα από το οποία λύνονται με τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως, κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, δεν πρέπει να χορηγείται ιβουπροφαίνη εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Σε περίπτωση που η ιβουπροφαίνη χορηγείται σε μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλή γίνεται και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη. Προ της γεννήσεως παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και στένωση του αρτηριακού πόρου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μετά την έκθεση σε GOPAIN PAED αρκετές ημέρες μετά την 20ή εβδομάδα κύησης και παραπέρα. Το GOPAIN PAED θα πρέπει να διακοπεί εάν βρεθούν ολιγοϋδράμνιο ή στένωση του αρτηριακού πόρου.

Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης της προσταγλανδίνης μπορούν να εκθέσουν το έμβρυο σε:

- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρόωρη στένωση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση),

- νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραπάνω), τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της εγκυμοσύνης, σε:

- πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μία αντι-συσσωρευτική επίδραση, που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις.

- αναστολή των συστολών της μήτρας με αποτέλεσμα καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.

Κατά συνέπεια, το GOPAIN PAED αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).

Για την παρακεταμόλη Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από εγκύους δεν υποδεικνύει ούτε δυσμορφική, ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Από επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τη νευροανάπτυξη των παιδιών που έχουν εκτεθεί σε παρακεταμόλη εντός της μήτρας δεν προκύπτουν αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Αν η χρήση της παρακεταμόλης κριθεί κλινικά απαραίτητη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Ωστόσο, πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα και με τη μικρότερη δυνατή συχνότητα.

Θηλασμός Η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αλλά όχι σε κλινικά σημαντική ποσότητα και σύμφωνα με τα διαθέσιμα δημοσιευμένα δεδομένα δεν αντενδείκνυται ο θηλασμός.

Η ιβουπροφαίνη και οι μεταβολίτες της μπορούν να περάσουν σε πολύ μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.

Βλαβερές επιδράσεις στα βρέφη δεν είναι γνωστές.

Υπό το πρίσμα των παραπάνω στοιχείων δεν είναι απαραίτητο να διακοπεί ο θηλασμός, για βραχυχρόνια θεραπεία με τη συνιστώμενη δόση αυτού του προϊόντος.

Γονιμότητα Η χρήση ιβουπροφαίνης μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη σύλληψη ή σε άτομα που υποβάλλονται σε εξετάσεις για υπογονιμότητα, πρέπει να εξεταστεί η διακοπή του προϊόντος.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, υπνηλία, κόπωση και διαταραχές της όρασης, είναι πιθανές μετά τη λήψη ΜΣΑΦ. Όσοι επηρεάζονται, δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι κλινικές δοκιμές με παρακεταμόλη 500 mg/ιβουπροφαίνη 150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία σε ενήλικες και με παρακεταμόλη 32 mg/ml & ιβουπροφαίνη 9.6 mg/ml πόσιμο εναιώρημα GOPAIN PAED σε παιδιά, δεν έδειξαν άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, εκτός από αυτές για την παρακεταμόλη ή την ιβουπροφαίνη ως μονοθεραπεία.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί με βάση τη συχνότητα χρησιμοποιώντας την ακόλουθη κατηγοριοποίηση:

1. Πολύ συχνές (≥ 1/10),

2. Συχνές (≥ 1/100, < 1/10),

3. Όχι συχνές (≥ 1/1000, < 1/100),

4. Σπάνιες (≥ 1/10000, < 1/1000),

5. Πολύ σπάνιες (< 1/10000),

6. Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΠολύ σπάνιες: Έξαρση των σχετιζόμενων με τη λοίμωξη φλεγμονών (π.χ. ανάπτυξη νεκρωτικής περιτονίτιδας)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΌχι συχνές: Μείωση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη. Αιμορραγικά επεισόδια (π.χ. επίσταξη, εμμηνόρροια) Πολύ σπάνιες: Αιματοποιητικές διαταραχές (ακοκκιοκυττάρωση, αναιμία, απλαστική αναιμία, αιμολυτική αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, πανκυτταροπενία και θρομβοκυτταροπενία με ή χωρίς πορφύρα)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΌχι συχνές: Ορονοσία, σύνδρομο ερυθηματώδους λύκου, αγγειίτιδα Henoch- Schönlein Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένου δερματικού εξανθήματος και διασταυρούμενης ευαισθησίας με συμπαθομιμητικά
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΌχι συχνές: Γυναικομαστία, υπογλυκαιμική αντίδραση Πολύ σπάνιες: Υποκαλιαιμία Μη γνωστές: Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων1
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία, νευρικότητα Όχι συχνές: Κατάθλιψη, αϋπνία, σύγχυση, συναισθηματική αστάθεια, υπνηλία, άσηπτη μηνιγγίτιδα με πυρετό και κώμα Σπάνιες: Παραισθησία, ψευδαισθήσεις, ανωμαλίες των ονείρων Πολύ σπάνιες: Παράδοξη διέγερση, οπτική νευρίτιδα, ψυχοκινητική βλάβη, εξωπυραμιδικά αποτελέσματα, τρόμος και σπασμοί
Οφθαλμικές διαταραχέςΌχι συχνές: Αμβλυωπία2
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΣυχνές: Εμβοές Πολύ σπάνιες: Ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχέςΣυχνές: Οίδημα, κατακράτηση υγρών Πολύ σπάνιες: Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αρρυθμία και άλλες καρδιακές δυσρυθμίες, υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίουΌχι συχνές: Συμπυκνωμένες εκκρίσεις αναπνευστικής οδού. Στα παιδιά που έχουν υποστεί αμυγδαλεκτομή, έχει αναφερθεί συριγμός. Υποξαιμία Πολύ σπάνιες: Άσθμα, επιδείνωση του άσθματος, βρογχόσπασμος και δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΣυχνές: Κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, ναυτία, δυσφορία στο στομάχι και έμετος, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, ελαφρά γαστρεντερική απώλεια αίματος που μπορεί να προκαλέσει αναιμία σε εξαιρετικές περιπτώσεις Όχι συχνές: Πεπτικό/γαστρεντερικό έλκος, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, με συμπτώματα μέλαινας αιματέμεσης3. Ελκώδης στοματίτιδα και επιδείνωση της κολίτιδας και της νόσου του Crohn. Γαστρίτιδα. Παγκρεατίτιδα και πεπτική νόσος οφειλόμενη σε υπεροξύτητα Πολύ σπάνιες: Οισοφαγίτιδα, σχηματισμός εντερικών στενώσεων που μοιάζουν με διάφραγμα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων οδώνΠολύ σπάνιες: Ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας, ηπατική ανεπάρκεια. Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατίτιδα και ίκτερος4
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΣυχνές: Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένου του κηλιδοβλατιδώδους τύπου), κνησμός Όχι συχνές: Αγγειοοίδημα Σπάνιες: Κνίδωση Πολύ σπάνιες: Αλωπεκία. Υπερίδρωση, πορφύρα και φωτοευαισθησία. Απολεπιστική δερματοπάθεια. Πομφολυγώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens Johnson και της Τοξικής Επιδερμικής Νεκρόλυσης. Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις. Σοβαρές δερματικές λοιμώξεις και επιπλοκές μαλακών ιστών μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης από ανεμοβλογιά
Μη γνωστές: Αντιδράσεις φαρμάκων με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS). Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΌχι συχνές: Κατακράτηση ούρων Σπάνιες: Βλάβη ιστού νεφρών (θηλώδης νέκρωση)5 Πολύ σπάνιες: Στείρα πυουρία (θολά ούρα). Νεφροτοξικότητα σε διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της διάμεσης νεφρίτιδας, του νεφρωσικού συνδρόμου και της οξείας και χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας6. Αύξηση κινδύνου καρκίνου νεφρικών κυττάρων. Αύξηση κινδύνου νεφροπάθειας τελικού σταδίου σε ασθενείς που λαμβάνουν περισσότερα από 1000 mg ημερησίως.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΌχι συχνές: Πυρεξία Πολύ σπάνιες: Κόπωση και αίσθημα κακουχίας
Παρακλινικές εξετάσειςΣυχνές: Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αυξημένη γ- γλουταμυλτρανσφεράση και μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας με παρακεταμόλη. Η κρεατινίνη αίματος αυξήθηκε και η ουρία αίματος αυξήθηκε. Όχι συχνές: Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένη κρεατίνη φωσφοκινάση αίματος, μείωση της αιμοσφαιρίνης και αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων Σπάνιες: Αυξημένες συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στο αίμα
Τραυματισμός, δηλητηρίαση και διαδικαστικές επιπλοκέςΌχι συχνές: Μετεγχειρητική αιμορραγία μετά από αμυγδαλεκτομή

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών 1. Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων: Έχουν διαπιστωθεί περιστατικά μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιούν παρακεταμόλη (βλ. παράγραφο 4.4). Η πυρογλουταμική οξέωση ενδέχεται να εμφανιστεί ως συνέπεια των χαμηλών επιπέδων γλουταθειόνης στους εν λόγω ασθενείς.

2. Έχουν εμφανιστεί θολή και/ή μειωμένη όραση, σκοτώματα (τυφλά σημεία) και/ή αλλαγές στην έγχρωμη όραση, αλλά συνήθως αναστρέφεται μετά τη διακοπή της θεραπείας.

3. Πεπτικό/γαστρεντερικό έλκος, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, με συμπτώματα αιματέμεσης μελάινας είναι μερικές φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους.

4. Σε υπερδοσολογία η παρακεταμόλη μπορεί να προκαλέσει οξεία ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική νέκρωση και ηπατική βλάβη.

5. Βλάβη νεφρικού ιστού (θηλώδης νέκρωση), ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία.

6. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στους νεφρούς παρατηρούνται συχνότερα μετά από υπερδοσολογία, μετά από χρόνια κατάχρηση (συχνά με πολλαπλά αναλγητικά) ή σε συνδυασμό με ηπατοτοξικότητα που σχετίζεται με την παρακεταμόλη.

Κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η χρήση ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλή δόση (2400 mg/ημέρα), μπορεί να σχετίζεται με μικρή αύξηση κινδύνου εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ.

έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR- 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Παρακεταμόλη:

Μπορεί να εμφανισθεί ηπατική βλάβη και ακόμη και ανεπάρκεια μετά από υπερδοσολογία με παρακεταμόλη ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά, σε περίπτωση ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας, χρόνιου υποσιτισμού ή χρήσης ενζυματικών επαγωγέων. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας της παρακεταμόλης τις πρώτες 24 ώρες είναι ωχρότητα, ναυτία, έμετος, ανορεξία και κοιλιακό άλγος. Η βλάβη του ήπατος μπορεί να γίνει εμφανής 12 έως 48 ώρες μετά την κατάποση. Μπορεί να εμφανιστούν ανωμαλίες του μεταβολισμού της γλυκόζης και μεταβολική οξέωση. Σε σοβαρή δηλητηρίαση, η ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να προχωρήσει σε εγκεφαλοπάθεια, κώμα και θάνατο. Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια με οξεία σωληναριακή νέκρωση μπορεί να αναπτυχθεί απουσία σοβαρής ηπατικής βλάβης. Έχουν αναφερθεί καρδιακές αρρυθμίες. Μπορεί να προκληθεί βλάβη στο ήπαρ σε ενήλικες που έχουν πάρει 10 g ή και περισσότερη παρακεταμόλη ή σε παιδιά που έχουν πάρει 150 mg/kg παρακεταμόλη, λόγω υπερβολικών ποσοτήτων τοξικού μεταβολίτη.

Έχουν επίσης παρατηρηθεί αυξημένες τρανσαμινάσες (ALT, AST), γαλακτική αφυδρογονάση και χολερυθρίνη, με παρατεταμένο χρόνο προθρομβίνης (12 έως 48 ώρες μετά την κατάποση).

Το όριο για ηπατική τοξικότητα μπορεί να μειωθεί με παρουσία ενός από τους παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται παραπάνω.

Ιβουπροφαίνη:

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ναυτία, κοιλιακό άλγος και έμετο, ζάλη, σπασμούς και σπάνια, απώλεια συνείδησης. Κλινικά χαρακτηριστικά υπερδοσολογίας με ιβουπροφαίνη, που μπορεί να προκύψουν, είναι καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και του αναπνευστικού συστήματος.

Η παρατεταμένη χρήση σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες ή η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική σωληναριακή οξέωση και υποκαλιαιμία.

Σε σοβαρές δηλητηριάσεις μπορεί να εμφανιστεί μεταβολική οξέωση.

Θεραπευτική αγωγή Παρακεταμόλη:

Η έγκαιρη θεραπεία είναι απαραίτητη για τη διαχείριση της υπερδοσολογίας με παρακεταμόλη, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν προφανή συμπτώματα, εξαιτίας των κινδύνων ηπατικής βλάβης, η οποία παρουσιάζεται μετά από μερικές ώρες ή με καθυστέρηση ημερών. Η ιατρική θεραπεία συνιστάται χωρίς καθυστέρηση σε οποιονδήποτε ασθενή που έχει πάρει 7,5 g ή περισσότερο παρακεταμόλης στις προηγούμενες 4 ώρες.

Επείγουσα διαδικασία:

- Άμεση νοσηλεία.

- Δείγμα αίματος για τον προσδιορισμό της αρχικής συγκέντρωσης παρακεταμόλης στο πλάσμα.

- Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο πλύσης στομάχου.

- Χορήγηση ενεργού άνθρακα, εάν είναι δυνατόν, εντός μίας ώρας μετά την κατάποση.

- Η χορήγηση του αντιδότου ακετυλοκυστεΐνης (ενδοφλέβια) πρέπει να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό, εάν είναι δυνατόν εντός 8 ωρών μετά την κατάποση. Η ακετυλοκυστεΐνη είναι πιο αποτελεσματική όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια των πρώτων 8 ωρών μετά την κατάποση της υπερδοσολογίας και το αποτέλεσμα ελαττώνεται προοδευτικά μεταξύ 8 και 16 ωρών. Πιστεύεται ότι η έναρξη της θεραπείας για περισσότερες από 15 ώρες μετά από υπερδοσολογία δεν είναι καθόλου ωφέλιμη και πιθανόν να επιδεινώσει τον κίνδυνο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι η καθυστερημένη χορήγηση είναι ασφαλής και οι μελέτες ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία μέχρι 36 ώρες μετά την κατάποση υποδηλώνουν ότι τα ευεργετικά αποτελέσματα μπορούν να ληφθούν μετά από 15 ώρες. Επιπλέον, η χορήγηση ενδοφλέβιας ακετυλοκυστεΐνης σε ασθενείς που έχουν ήδη αναπτύξει κεραυνοβόλο ηπατική ανεπάρκεια έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα.

Μία αρχική δόση 150 mg/kg ακετυλοκυστεΐνης σε 200 mL 5% γλυκόζης χορηγείται ενδοφλεβίως σε διάστημα 15 λεπτών, ακολουθούμενη από ενδοφλέβια έγχυση 50 mg/kg σε 500 mL 5% γλυκόζης σε 4 ώρες και στη συνέχεια 100 mg/kg σε 1 λίτρο 5% γλυκόζης για 16 ώρες. Ο όγκος των ενδοφλέβιων υγρών θα πρέπει να τροποποιείται για τα παιδιά.

Ιβουπροφαίνη:

Σε περιπτώσεις οξείας υπερδοσολογίας, το στομάχι θα πρέπει να εκκενώνεται με έμετο ή πλύση, αν και πολύ λίγο φάρμακο είναι πιθανόν να ανακτηθεί εάν έχει περάσει περισσότερο από μία ώρα από την κατάποση.

Επειδή το φάρμακο είναι όξινο και απεκκρίνεται στα ούρα, είναι θεωρητικά ωφέλιμο να χορηγούνται αλκάλια και να προκαλείται διούρηση. Εκτός από τα υποστηρικτικά μέτρα, η χρήση από στόματος ενεργού άνθρακα μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της απορρόφησης και της επαναρρόφησης των δισκίων ιβουπροφαίνης.

Οι ενδείξεις σοβαρών συμπτωμάτων μπορεί να μην γίνουν εμφανείς παρά μόνο 4 ή 5 ημέρες μετά την υπερδοσολογία και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για παρατεταμένη περίοδο.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Κωδικός ATC: N02BE51 – Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά: παρακεταμόλη, συνδυασμοί εξαιρουμένων ψυχοληπτικών.

Μηχανισμός δράσης Αν και η ακριβής θέση και ο μηχανισμός της αναλγητικής δράσης της παρακεταμόλης δεν είναι σαφώς καθορισμένα, φαίνεται ότι προκαλεί αναλγησία με την αύξηση του ορίου του πόνου. Ο πιθανός μηχανισμός μπορεί να περιλαμβάνει την αναστολή της οδού του μονοξειδίου του αζώτου που μεσολαβείται από μια ποικιλία υποδοχέων νευροδιαβιβαστών, συμπεριλαμβανομένων των Ν-μεθυλο-D-ασπαρτικού και της ουσίας Ρ.

Η ιβουπροφαίνη είναι παράγωγο προπιονικού οξέος με αναλγητική, αντιφλεγμονώδη και αντιπυρετική δράση.

Τα θεραπευτικά αποτελέσματα του φαρμάκου ως ΜΣΑΦ προκύπτουν από την ανασταλτική επίδρασή του στο ένζυμο κυκλοοξυγενάση, οδηγώντας σε μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών.

Τα πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει ανταγωνιστικά την επίδραση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Ορισμένες φαρμακοδυναμικές μελέτες δείχνουν ότι όταν ελήφθησαν εφάπαξ δόσεις ιβουπροφαίνης 400 mg μέσα σε 8 ώρες πριν ή εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος άμεσης απελευθέρωσης (81 mg), παρατηρήθηκε μειωμένη επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στον σχηματισμό θρομβοξάνης ή συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Παρόλο που υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την προεκβολή αυτών των δεδομένων στην κλινική κατάσταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Δεν θεωρείται πιθανή καμία κλινικά σημαντική επίδραση για περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

Κλινικές δοκιμές Διεξήχθη μια διασταυρούμενη μελέτη εφάπαξ δόσης, ανοιχτής επισήμανσης, σε υγιείς ενήλικες για να συγκριθεί η φαρμακοκινητική του πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/ml / ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml με ένα σχετικό προϊόν που έχει σχεδιαστεί για ενήλικες, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία παρακεταμόλης/ιβουπροφαίνης 500 mg/150 mg. Αυτή η μελέτη διαπίστωσε ότι:

• Η συνολική έκθεση σε παρακεταμόλη και ιβουπροφαίνη (περιοχή κάτω από την καμπύλη, AUC) ήταν η ίδια με του πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/ml και ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml και τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία παρακεταμόλης/ιβουπροφαίνης 500 mg/150 mg.

• Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν ελαφρώς υψηλότερη με το πόσιμο εναιώρημα παρακεταμόλης 32 mg/ml και ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml, ενώ ο χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα ήταν ο ίδιος.

• Η τροφή μείωσε τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και καθυστέρησε το χρόνο για την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα, ειδικά για την παρακεταμόλη.

Διεξήχθησαν τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές μελέτες με τη φαρμακοτεχνική μορφή του συνδυασμού για ενήλικες χρησιμοποιώντας μοντέλα οξέος οδοντικού πόνου του μετεγχειρητικού πόνου. Οι μελέτες έδειξαν ότι:

• Μετά από 48 ώρες, ο συνδυασμός παρακεταμόλης/ιβουπροφαίνης 500 mg/150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία είχε ταχύτερη έναρξη από οποιοδήποτε από τα δύο ενεργά συστατικά του και παρείχε ανώτερη αναλγησία από την ίδια ημερήσια δόση παρακεταμόλης (p = 0,007 σε ηρεμία, p = 0,006 σε δραστηριότητα) και ιβουπροφαίνης (p = 0,003 σε ηρεμία, p = 0,007 σε δραστηριότητα).

• Και οι τρεις δόσεις που αξιολογήθηκαν (μισό δισκίο ή ένα δισκίο ή δύο δισκία) ήταν αποτελεσματικές σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p = 0,004-0,002) και η υψηλότερη δόση (δύο δισκία) είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ανταπόκρισης (50%), τις χαμηλότερες μέγιστες βαθμολογίες πόνου VAS, το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη χρήση φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης και το χαμηλότερο ποσοστό ασθενών που χρειάζονται φάρμακα διάσωσης. Όλα αυτά τα μέτρα ήταν σημαντικά διαφορετικά από το εικονικό φάρμακο (p <0,05).

Μια τυχαιοποιημένη, μονή-τυφλή, παράλληλη ομαδική μελέτη συνέκρινε τα φαρμακοκινητικά προφίλ, την ανταπόκριση στη δόση, την αναλγητική αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μιας υψηλής και χαμηλής δόσης του πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/mL και ιβουπροφαίνης 9,6 mg/mL σε 251 παιδιά που υποβλήθηκαν σε αμυγδαλεκτομή με ή χωρίς αδενοειδεκτομή (υψηλή δόση: 15 mg/kg παρακεταμόλης και 4,5 mg/kg ιβουπροφαίνης, χαμηλή δόση: 12 mg/kg παρακεταμόλης και 3,6 mg/kg ιβουπροφαίνης). Την ημέρα της χειρουργικής επέμβασης, χορηγήθηκε στους ασθενείς μια δόση φόρτισης (ισοδύναμη με τη διπλάσια δόση συντήρησης) 30 λεπτά πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Μετά το χειρουργείο, το φάρμακο της μελέτης χορηγήθηκε κάθε 4-6 ώρες έως και 4 δόσεις εντός 24 ωρών. Αυτή η μελέτη διαπίστωσε ότι:

• Η χορήγηση της υψηλότερης δόσης είχε ως αποτέλεσμα μια ανάλογη με τη δόση αύξηση της έκθεσης σε παρακεταμόλη και ιβουπροφαίνη σε σύγκριση με τη χαμηλότερη δόση, με μέση C παρακεταμόλης max 22,7 μg/mL και μέση C ιβουπροφαίνης 29,2 μg/mL στην ομάδα υψηλής δόσης. Η μέση AUC στην max 0-6h ομάδα υψηλής δόσης ήταν 69,0 μg.h/mL για την παρακεταμόλη και 79,4 μg.h/mL για την ιβουπροφαίνη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν ταυτόχρονα και στις δύο ομάδες (περίπου 1,4 ώρες και για τα δύο συστατικά).

• Λιγότεροι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με την υψηλή δόση του πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/ml / ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml χρειάστηκαν συμπληρωματική αναλγητική φαρμακευτική αγωγή την ημέρα του χειρουργείου από τους ασθενείς που έλαβαν χαμηλή δόση πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/mL και ιβουπροφαίνης 9,6 mg/mL (31,4% έναντι 47,7%, p=0,019).

• Και τα δύο δοσολογικά σχήματα παρείχαν ισοδύναμη αναλγησία την πρώτη ημέρα μετά την επέμβαση.

• Η ασφάλεια του πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/ml / ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml αξιολογήθηκε έως και 10 ημέρες μετά την επέμβαση και βρέθηκε ότι είναι ισοδύναμη και στις δύο ομάδες θεραπείας.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Τόσο η παρακεταμόλη όσο και η ιβουπροφαίνη, απορροφούνται εύκολα από τη γαστρεντερική οδό με μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα να συμβαίνει περίπου 10 έως 60 λεπτά μετά την από στόματος χορήγηση.

Σε μια μελέτη παιδιών που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση αμυγδαλεκτομής, η από στόματος χορήγηση πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/ml / ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml πριν από τη χειρουργική επέμβαση οδήγησε σε μέγιστες συγκεντρώσεις παρακεταμόλης και ιβουπροφαίνης στο πλάσμα μετά από περίπου 80 λεπτά.

Ο ρυθμός και η απορρόφηση τόσο της παρακεταμόλης όσο και της ιβουπροφαίνης από το προϊόν συνδυασμού καθυστερεί ελαφρά μετά τη χορήγηση φαγητού.

Κατανομή Όπως και για κάθε προϊόν που περιέχει παρακεταμόλη, αυτό κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς του σώματος.

Η ιβουπροφαίνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό (90-99%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ και εκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως ανενεργά συζεύγματα γλυκουρονιδίου και θειικού άλατος. Λιγότερο από το 5% απεκκρίνεται αμετάβλητο. Οι μεταβολίτες της παρακεταμόλης περιλαμβάνουν ένα δευτερεύον υδροξυλιωμένο ενδιάμεσο που έχει ηπατοτοξική δραστικότητα. Αυτό το δραστικό ενδιάμεσο αποτοξινώνεται με σύζευξη με γλουταθειόνη, ωστόσο, μπορεί να συσσωρευτεί μετά από υπερδοσολογία παρακεταμόλης και αν αφεθεί χωρίς θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ακόμη και μη αναστρέψιμη ηπατική βλάβη.

Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται διαφορετικά από τα πρόωρα βρέφη, τα νεογέννητα και τα μικρά παιδιά σε σύγκριση με τους ενήλικες, ενώ το συζυγές θειικό άλας είναι το πλέον κυρίαρχο.

Η ιβουπροφαίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα σε ανενεργές ενώσεις στο ήπαρ, κυρίως με γλυκουρονιδίωση.

Οι μεταβολικές οδοί της παρακεταμόλης και της ιβουπροφαίνης είναι διακριτές και δεν πρέπει να υπάρχουν αλληλεπιδράσεις φαρμάκων όπου ο μεταβολισμός του ενός επηρεάζει τον μεταβολισμό του άλλου. Μια επίσημη μελέτη που χρησιμοποίησε ανθρώπινα ηπατικά ένζυμα για να διερευνήσει μια τέτοια πιθανότητα απέτυχε να βρει οποιαδήποτε πιθανή αλληλεπίδραση φαρμάκου στις μεταβολικές οδούς.

Σε άλλη μελέτη, η επίδραση της ιβουπροφαίνης στον οξειδωτικό μεταβολισμό της παρακεταμόλης αξιολογήθηκε σε υγιείς εθελοντές υπό συνθήκες νηστείας. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η ιβουπροφαίνη δεν αλλοίωσε την ποσότητα παρακεταμόλης που υποβλήθηκε σε οξειδωτικό μεταβολισμό, καθώς η ποσότητα παρακεταμόλης και των μεταβολιτών της (γλουταθειόνη, μερκαπτουρίνη, κυστεϊνη, γλυκουρονίδη και θειική παρακεταμόλη) ήταν παρόμοιες όταν χορηγήθηκαν μόνες τους, όπως παρακεταμόλη, ή με την ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης (ως σταθερού συνδυασμού, που αναφέρεται ως Maxigesic®).

Η μελέτη αυτή διασαφηνίζει τυχόν πρόσθετους ηπατικούς κινδύνους από τον ηπατοτοξικό μεταβολίτη, NAPQI, από την παρακεταμόλη, εάν χορηγηθεί με ιβουπροφαίνη.

Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης παρακεταμόλης κυμαίνεται από περίπου 1 έως 3 ώρες.

Τόσο οι αδρανείς μεταβολίτες όσο και μια μικρή ποσότητα αμετάβλητης ιβουπροφαίνης απεκκρίνονται ταχέως και πλήρως από το νεφρό, με το 95% της χορηγούμενης δόσης να αποβάλλεται στα ούρα εντός τεσσάρων ωρών από την κατάποση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της ιβουπροφαίνης είναι περίπου 2 ώρες.

Φαρμακοκινητική σχέση Μια ειδική μελέτη για τη διερεύνηση των πιθανών επιδράσεων της παρακεταμόλης στην κάθαρση πλάσματος της ιβουπροφαίνης και αντίστροφα δεν κατέδειξε τυχόν αλληλεπιδράσεις φαρμάκων.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Ιβουπροφαίνη Η υποχρόνια και η χρόνια τοξικότητα της ιβουπροφαίνης σε πειράματα σε ζώα παρατηρήθηκε κυρίως ως αλλοιώσεις και εξελκώσεις στη γαστρεντερική οδό. Οι μελέτες in vitro και in vivo δεν έδειξαν κλινικά σημαντικές ενδείξεις μεταλλαξιογόνου δυναμικού της ιβουπροφαίνης. Σε μελέτες σε αρουραίους και ποντίκια δεν βρέθηκαν ενδείξεις καρκινογόνων επιδράσεων της ιβουπροφαίνης. Η ιβουπροφαίνη οδήγησε στην αναστολή της ωορρηξίας σε κουνέλια, καθώς και στη διαταραχή της εμφύτευσης σε διάφορα είδη ζώων (κουνέλι, αρουραίος, ποντίκι). Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ιβουπροφαίνη διαπερνά τον πλακούντα. Σε τοξικές για τη μητέρα δόσεις, παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης δυσμορφιών (ελαττώματα κοιλιακού διαφράγματος).

Μελέτες εκτίμησης περιβαλλοντικού κινδύνου έχουν δείξει ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για το υδάτινο περιβάλλον, ειδικά για τα ψάρια.

Παρακεταμόλη Η παρακεταμόλη σε ηπατοτοξικές δόσεις έδειξε γενοτοξικό και καρκινογόνο δυναμικό (όγκοι του ήπατος και της ουροδόχου κύστης) σε ποντίκια και αρουραίους. Ωστόσο, θεωρείται ότι αυτή η γενοτοξική και καρκινογόνος δράση σχετίζεται με αλλαγές στον μεταβολισμό της παρακεταμόλης όταν είναι σε υψηλές δόσεις/συγκεντρώσεις και δεν αντιπροσωπεύει κίνδυνο για την κλινική χρήση.

Δεν υπάρχουν συμβατικές μελέτες για την αξιολόγηση της τοξικότητας στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη με τη χρήση των ισχυόντων αποδεκτών προτύπων.

Σε εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων μελέτες τοξικότητας που διεξήχθησαν σε αρουραίους, η συγχορήγηση παρακεταμόλης και ιβουπροφαίνης σε αναλογία που ταιριάζει με αυτή του πόσιμου εναιωρήματος παρακεταμόλης 32 mg/ml / ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml (δηλαδή, σε αναλογία παρακεταμόλης προς ιβουπροφαίνη 3,3 προς 1) και σε επίπεδα δόσης περίπου ίσα με εκείνα που θα λάμβαναν οι ασθενείς όταν χρησιμοποιούσαν πόσιμο εναιώρημα παρακεταμόλης 32 mg/ml / ιβουπροφαίνης 9.6 mg/ml στη μέγιστη συνιστώμενη δόση, δεν αυξήθηκε ο κίνδυνος γαστρεντερικής ή νεφρικής τοξικότητας.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Μονοϋδρικό κιτρικό οξύ (E330)

Γλυκερόλη (E422)

Υγρή Μαλτιτόλη (E965)

Πολυσορβικό 80 (E433)

Βενζοϊκό νάτριο (E211)

Διϋδρικό κιτρικό νάτριο (E331)

Σουκραλόζη (E955)

Vivapur MCG 591P (μικροκρυσταλλική κυτταρίνη [E460] και νατριούχος καρμελλόζη [E466])

Κόμμι ξανθάνης (E415)

Γεύση επικάλυψης* Γεύση φράουλα* Γλυκιά γεύση* Γεύση βανίλια* Καρμίνη (E120)

Κεκαθαρμένο ύδωρ *Περιέχει προπυλενογλυκόλη (E1520)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζονται.

6.3 Διάρκεια ζωής

2 χρόνια Η διάρκεια ζωής κατά τη χρήση είναι 3 μήνες, όταν φυλάσσεται σε θερμοκρασία 25°C ή μικρότερη.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το GOPAIN PAED διατίθεται σε σκουρόχρωμες φιάλες PET που περιέχουν πόσιμο εναιώρημα 100 mL ή 200 mL με πώμα ασφαλείας για παιδιά από πολυαιθυλένιο. Ως συσκευή χορήγησης δόσης χρησιμοποιείται μια δοσομετρική σύριγγα πολυαιθυλενίου/πολυπροπυλενίου των 5 mL (αυξάνεται κατά 0,5 mL με ενδείξεις κάθε 0,1 mL).

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή απόβλητο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να ενέχει κίνδυνο για το περιβάλλον (βλ. παράγραφο 5.3).

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ELPEN A.E. Φαρμακευτική Βιομηχανία Λεωφ. Μαραθώνος 95, 19009 Πικέρμι Αττικής, Ελλάδα Τηλ. 210 6039326-9

8. ΑΡΙΘΜΟΣ (ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

88251/24-08-2023

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 24 Αυγούστου 2023 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: -

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3299901_SPC_3299901_2.pdf