1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Gripomed 200 mg/30 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 200 mg ιβουπροφαίνης και 30 mg ψευδοεφεδρίνης υδροχλωρικής.
Έκδοχο με γνωστή δράση: 19,2 mg καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη σε κάθε δισκίο επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο, που είναι ισοδύναμο με 1,83 mg νατρίου.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κίτρινο, στρογγυλό, επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο. Διάμετρος: περίπου 11 mm, ύψος: περίπου 5 mm.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Συμπτωματική θεραπεία της ρινικής συμφόρησης που σχετίζεται με οξεία ρινοκολπίτιδα πιθανότατα ιικής προέλευσης με πονοκέφαλο και/ή πυρετό.
Το Gripomed ενδείκνυται για ενήλικες και εφήβους ηλικίας 15 ετών και άνω.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 15 ετών και άνω 1 δισκίο (ισοδύναμο με 200 mg ιβουπροφαίνης και 30 mg υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης) κάθε 6ώρες, εάν είναι απαραίτητο.
Για πιο σοβαρά συμπτώματα, 2 δισκία (ισοδύναμα με 400 mg ιβουπροφαίνης και 60 mg υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης) κάθε 6 ώρες, εάν είναι απαραίτητο, με μέγιστη συνολική ημερήσια δόση 6 δισκίων (ισοδύναμα με 1200 mg ιβουπροφαίνης και 180 mg υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης).
Η μέγιστη συνολική ημερήσια δόση των 6 δισκίων (ισοδύναμα με 1200 mg ιβουπροφαίνης και 180 mg υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης) δεν πρέπει να υπερβαίνεται Για βραχυπρόθεσμη χρήση.
Ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί τον γιατρό του σε περίπτωση που τα συμπτώματα επιδεινωθούν. Το μέγιστο διάστημα αγωγής είναι 4 ημέρες για τους ενήλικες και 3 ημέρες για τους εφήβους ηλικίας 15 ετών και άνω.
Σε περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα αποτελούνται κυρίως είτε από πόνο/πυρετό ή από ρινική συμφόρηση, η χορήγηση προϊόντων με μία μόνο δραστική πρέπει να προτιμάται.
Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση, για τη μικρότερη διάρκεια που είναι απαραίτητη για την ανακούφιση από τα συμπτώματα (βλέπε παράγραφο 4.4).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Gripomed αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών (βλ. παράγραφο 4.3).
Τρόπος χορήγησης Από του στόματος χρήση.
Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα χωρίς να μασιούνται με ένα μεγάλο ποτήρι νερό, κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια των γευμάτων.
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στην ιβουπροφαίνη, στην ψευδοεφεδρίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
• Ασθενείς κάτω των 15 ετών
• Έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου της εγκυμοσύνης τους (βλέπε παράγραφο 4.6)
• Θηλάζουσες μητέρες (βλέπε παράγραφο 4.6)
• Ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων υπερευαισθησίας (π.χ. βρογχόσπασμος, άσθμα, ρινική πολυποδίαση, ρινίτιδα ή κνίδωση) που σχετίζονται με το ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή άλλα μη-στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ).
• Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, σχετιζόμενο με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
• Ενεργό ή ιστορικό υποτροπιάζοντος έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα σαφή επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
• Αγγειακή εγκεφαλική αιμορραγία ή άλλη αιμορραγία.
• Ανεξήγητες αιμοποιητικές ανωμαλίες
• Ηπατική ανεπάρκεια βαριάς μορφής.
• Σοβαρή οξεία ή χρόνια νεφρική νόσο/νεφρική ανεπάρκεια
• Καρδιακή ανεπάρκεια βαριάς μορφής (κατηγορίας IV κατά NYHA)
• Καρδιαγγειακές διαταραχές βαριάς μορφής, καρδιοπάθεια (στεφανιαία νόσος, σοβαρή υπέρταση ή μη ελεγχόμενη υπέρταση, στηθάγχη), ταχυκαρδία, υπερθυρεοειδισμός, διαβήτης, φαιοχρωμοκύτωμα,
• Ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή παρουσία παραγόντων κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο (λόγω της α-συμπαθητικομιμητικής δράσης της υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης).
• Κίνδυνος γλαυκώματος κλειστής γωνίας.
• Κίνδυνος κατακράτησης ούρων που σχετίζεται με διαταραχές της ουρήθρας και του προστάτη.
• Ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου
• Ιστορικό επιληπτικών κρίσεων
• Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE)
• Ταυτόχρονη χρήση άλλων αγγειοσυσταλτικών παραγόντων που χρησιμοποιούνται ως ρινικά αποσυμφορητικά, είτε αυτά χορηγούνται δια του στόματος ή ρινικά (π.χ. φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη και εφεδρίνη), και μεθυλφαινιδάτη (βλέπε παράγραφο 4.5)
• Ταυτόχρονη χρήση μη εκλεκτικών αναστολέων μονοαμινοξειδάσης (MΑΟIs) (ιπρονιαζίδη) (βλ.
παράγραφο 4.5) ή χρήση αναστολέων μονοαμινοξειδάσης εντός των 2 τελευταίων εβδομάδων.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ταυτόχρονη χορήγηση του Gripomed με άλλα ΜΣΑΦ που περιέχουν αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (COX)-2 θα πρέπει να αποφεύγεται.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να μειωθούν με χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη μικρότερη χρονική περίοδο που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. “Γαστρεντερικές επιδράσεις’’ και “Καρδιαγγειακές και εγκεφαλικές αγγειακές επιδράσεις’’ παρακάτω).
Εάν τα συμπτώματα επιμείνουν πέρα από τη συνιστώμενη μέγιστη διάρκεια της θεραπείας με αυτό το φάρμακο (4 ημέρες για τους ενήλικες και 3 ημέρες για εφήβους), τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου, ιδίως η πιθανή χρησιμότητα μιας αντιβιοτικής θεραπείας.
Οξεία ρινοκολπίτιδα, πιθανόν ιικής προέλευσης, ορίζεται από μέτριας έντασης, αμφίπλευρων ρινολογικών συμπτωμάτων, που κυριαρχούνται από ρινική συμφόρηση με σοβαρή ή απιοειδή ρινόρροια, που παρουσιάζεται στα πλαίσια επιδημίας. Η απιοειδής εμφάνιση της ρινόρροιας είναι συχνή και δεν αντιστοιχεί συστηματικά σε βακτηριακή επιλοίμωξη.
Πόνοι των παραρρίνιων κόλπων, κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της ασθένειας, συνδέονται με τη συμφόρηση του βλεννογόνου των κόλπων (οξεία συμφορητική ρινοκολπίτιδα) και πιο συχνά επιλύονται αυθόρμητα.
Στην περίπτωση της οξείας βακτηριακής κολπίτιδας, μια αντιβιοτική θεραπεία είναι δικαιολογημένη.
Απόκρυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων Το Gripomed μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας της κοινότητας και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμευλογιάς. Όταν το Gripomed χορηγείται για την ανακούφιση από τον πυρετό ή τον πόνο σε σχέση με λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.
Ειδικές προειδοποιήσεις που αφορούν την υδροχλωρική ψευδροεφρεδίνη:
• Η δόση, η συνιστώμενη μέγιστη διάρκεια της θεραπείας (4 ημέρες για τους ενήλικες και 3 ημέρες για εφήβους), και οι αντενδείξεις θα πρέπει να τηρηθούν αυστηρά (βλ. Παράγραφο 4.8).
• Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν αναπτύξουν υπέρταση, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, καρδιακές αρρυθμίες, ναυτία ή οποιαδήποτε άλλο νευρολογικό σύμπτωμα όπως εμφάνιση ή επιδείνωση κεφαλαλγίας.
Πριν τη χρήση αυτού του προϊόντος, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους σε περίπτωση:
• Υπέρτασης, καρδιακής νόσου, υπερθυρεοειδισμού, ψύχωσης ή διαβήτη.
• Ταυτόχρονης χορήγησης παραγόντων κατά της ημικρανίας, ιδιαίτερα εργοταμινικών αλκαλοειδών αγγειοσυστολικών παραγόντων (εξαιτίας της α-συμπαθομιμητικής δράσης της ψευδοεφεδρίνης).
• Μικτής νόσου του συνδετικού ιστού – αυξημένος κίνδυνος άσηπτης μηνιγγίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8)
• Νευρολογικών συμπτωμάτων, όπως κρίσεις επιληψίας, ψευδαισθήσεις, διαταραχές συμπεριφοράς, διέγερση και αϋπνία έχουν παρατηρηθεί μετά από τη συστηματική χορήγηση αγγειοσυσταλτιικών παραγόντων, κυρίως κατά τη διάρκεια εμπύρετων επεισοδίων ή επί υπερδοσολογίας. Αυτά τα συμπτώματα έχουν αναφερθεί συχνότερα σε παιδιατρικούς πληθυσμούς Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο:
• Να αποφευχθεί η χορήγηση του Gripomed είτε σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα που μπορούν να μειώσουν τον επιληπτικό ουδό, όπως τα παράγωγα των τερπενιών, η κλοβουτινόλη, ουσίες που μοιάζουν με την ατροπίνη και τα τοπικά αναισθητικά, ή όπου υπάρχει ιστορικό επιληπτικών κρίσεων.
• Να τηρείται αυστηρά η συνιστώμενη δόσολογία σε όλες τις περιπτώσεις και να ενημερώνονται οι ασθενείς σχετικά με τους κινδύνους της υπερδοσολογίας εάν το Gripomed λαμβάνεται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που περιέχουν αγγειοσυσπαστικά.
Ασθενείς με διαταραχές της ουρήθρας και του προστάτη είναι πιο επιρρεπείς στο να αναπτύξουν συμπτώματα
όπως δυσουρία και κατακράτηση ούρων.
Ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς στις επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ).
Ισχαιμική κολίτιδα Έχουν αναφερθεί ορισμένες περιπτώσεις ισχαιμικής κολίτιδας με την ψευδοεφεδρίνη. Η ψευδοεφεδρίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να ζητείται ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης αιφνίδιου κοιλιακού άλγους, αιμορραγίας από το ορθό ή άλλων συμπτωμάτων ισχαιμικής κολίτιδας.
Ισχαιμική οπτική νευροπάθεια Με τη λήψη ψευδοεφεδρίνης έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας. Η λήψη ψευδοεφεδρίνης θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρουσιαστεί ξαφνική απώλεια της όρασης ή μειωμένη οπτική οξύτητα, όπως σκότωμα.
• Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) και σύνδρομο αναστρέψιμης εγκεφαλικής αγγειοσύσπασης (RCVS)
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις PRES και RCVS με τη χρήση προϊόντων που περιέχουν ψευδοεφεδρίνη (βλ.
παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος είναι αυξημένος σε ασθενείς με σοβαρή ή μη ελεγχόμενη υπέρταση ή με σοβαρή οξεία ή χρόνια νεφρική νόσο/νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3).
Η ψευδοεφεδρίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να αναζητείται άμεση ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αιφνίδια σοβαρή κεφαλαλγία ή κεραυνοβόλος κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις και/ή διαταραχές της όρασης. Οι περισσότερες αναφερόμενες περιπτώσεις PRES και RCVS υποχώρησαν μετά τη διακοπή και την κατάλληλη θεραπεία.
Προφυλάξεις για τη χρήση που σχετίζονται με την υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη:
• Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση στην οποία πτητικά αλογονωμένα αναισθητικά πρέπει να χρησιμοποιηθούν, είναι προτιμότερο να διακόπτεται η αγωγή με το Gripomed αρκετές ημέρες πριν από το χειρουργείο ενόψει του κινδύνου οξείας υπέρτασης (βλ. παράγραφο 4.5).
• Οι αθλητές θα πρέπει να ενημερωθούν ότι η θεραπεία με υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα εξετάσεων ντοπαρίσματος.
Παρεμβολή σε ορολογικές εξετάσεις Η ψευδοεφεδρίνη έχει τη δυνατότητα να μειώσει την πρόσληψη της ιομπενγκουαίνης i-131 από νευροενδοκρινείς όγκους, με αποτέλεσμα να παρεμβαίνει με το σπινθηρογράφημα.
Ειδικές προειδοποιήσεις σχετικά με την ιβουπροφαίνη:
Ο βρογχόσπασμος μπορεί να επισπευστεί σε ασθενείς οι οποίοι υποφέρουν από βρογχικό άσθμα ή αλλεργική νόσο ή έχουν αντίστοιχο ιστορικό. Το προϊόν δεν θα πρέπει να λαμβάνεται σε περιπτώσεις άσθματος, χωρίς την προηγούμενη συμβουλή κάποιου ιατρού (βλ. παράγραφο 4.3).
Ασθενείς που πάσχουν από άσθμα που σχετίζεται με χρόνια ρινίτιδα, χρόνια ιγμορίτιδα και/ή ρινική πολυποδίαση έχουν υψηλότερο κίνδυνο αλλεργικών αντιδράσεων κατά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος και/ή ΜΣΑΦ. Η χορήγηση του Gripomed μπορεί να οδηγήσει σε οξεία κρίση άσθματος, ειδικότερα σε ορισμένους ασθενείς που έχουν αλλεργία στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή σε ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.3).
Η παρατεταμένη χρήση οποιουδήποτε τύπου παυσίπονου για τον πονοκέφαλο μπορεί να χειροτερεύσει την κατάσταση. Εάν υπάρχει υποψία ή η κατάσταση αυτή βιώνεται, θα πρέπει να ζητηθεί ιατρική συμβουλή και
η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Η διάγνωση της κεφαλαλγίας από κατάχρηση φαρμάκων (ΜΟΗ) θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν συχνή ή καθημερινή κεφαλαλγία, παρά (ή εξαιτίας ) της τακτικής χρήσης φαρμάκων για τον πονοκέφαλο.
Πριν χρησιμοποιείστε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, οι ασθενείς πρέπει να συμβουλευτούν τον ιατρό τους σε περίπτωση διαταραχής πηκτικότητας του αίματος.
Γαστρεντερικές επιδράσεις:
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, που μπορεί να είναι θανάσιμη, έχει αναφερθεί σε όλα τα ΜΣΑΦ σε οποιαδήποτε φάση της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό γαστρεντερικών συμβάντων.
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης, που μπορεί να είναι θανάσιμη, είναι υψηλότερος με αυξημένες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό εξέλκωσης (ειδικότερα εάν αυτό επιπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3), και σε ηλικιωμένους ασθενείς. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση. Συνδυαστική θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να εξετάζεται για αυτούς τους ασθενείς και επίσης για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλο φαρμακευτικό προϊόν που είναι πιθανόν να αυξήσει το γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παρακάτω και παράγραφο .4.5).
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, και κυρίως ηλικιωμένοι ασθενείς, μπορεί να παρουσιάσουν ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (κυρίως γαστρεντερική αιμορραγία) στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας όπως κορτικοστεροειδή από του στόματος, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) ή αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. παράγραφο 4.5).
Η θεραπεία με το Gripomed θα πρέπει να διακοπεί αμέσως, εάν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος.
Οι ΜΣΑΦ θα πρέπει να δίνονται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn), επειδή η κατάσταση τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλ. παράγραφο 4.8).
Μέσω της ταυτόχρονης κατανάλωσης αλκοόλ, σχετιζόμενες με τη δραστική ουσία ανεπιθύμητες ενέργειες, κυρίως αυτές που αφορούν στο γαστρεντερικό σωλήνα ή στο κεντρικό νευρικό σύστημα, μπορεί να αυξηθούν με χρήση των ΜΣΑΦ.
Καρδιαγγειακές και αγγειακές-εγκεφαλικές επιδράσεις:
Λόγω του συστατικού υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη οι ακόλουθες συνθήκες αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3): Σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές, στεφανιαία νόσο (καρδιακή νόσο, υπέρταση, στηθάγχη), ταχυκαρδία, υπερθυρεοειδισμός, ο διαβήτης, φαιοχρωμοκύττωμα, ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή της παρουσίας παραγόντων κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Δεδομένα κλινικών δοκιμών υποδηλώνουν ότι η χρήση ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (2400 mg ημερησίως) μπορεί να συσχετίζεται με μικρή αύξηση του κινδύνου εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων, (όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Συνολικά, οι επιδημιολογικές μελέτες δεν υποδηλώνουν ότι οι χαμηλές δόσεις ιβουπροφαίνης (κάτω από 1200 mg ημερησίως) συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ ΙΙ-ΙΙΙ), διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο, και / ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με ιβουπροφαίνη μετά από προσεκτική εξέταση ενώ οι υψηλές δόσεις (2400 mg /
ημέρα) θα πρέπει να αποφεύγονται.
Προσεκτική εξέταση, θα πρέπει επίσης να ασκείται πριν από την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας ασθενών με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα), ιδιαίτερα αν υψηλές δόσεις ιβουπροφαίνης (2400 mg / ημέρα) είναι υποχρεωτικές.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά συνδρόμου Kounis σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη όπως το Gripomed. Ως σύνδρομο Kounis ορίζονται τα καρδιαγγειακά συμπτώματα που είναι δευτερογενή σε μια αλλεργική ή υπερευαίσθητη αντίδραση η οποία σχετίζεται με στένωση των στεφανιαίων αρτηριών και που δυνητικά έχει ως αποτέλεσμα το έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs):
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), της Tοξικής Eπιδερμικής Nεκρόλυσης (TEN), της φαρμακευτικής αντίδρασης με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (σύνδρομο DRESS), και της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση της ιβουπροφαίνης (βλ.
παράγραφο 4.8). Η πλειονότητα των εν λόγω ενεργειών εκδηλώθηκε εντός του πρώτου μήνα.
Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά των ενεργειών αυτών, η χρήση ιβουπροφαίνης πρέπει να αποσυρθεί αμέσως και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία (κατά περίπτωση).
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) μπορεί να παρουσιαστούν με προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη και ψευδοεφεδρίνη. Αυτό το οξύ φλυκταινώδες εξάνθημα μπορεί να παρουσιαστεί μέσα στις 2πρώτες ημέρες της θεραπείας με πυρετό και πολυάριθμες, μικρές, κυρίως μη θυλακιώδεις φλύκταινες που εμφανίζονται σε ένα ευρύ διάχυτο οιδηματώδες ερύθημα και εντοπίζονται κυρίως στις πτυχές του δέρματος, στον κορμό και στα άνω άκρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Εάν παρατηρηθούν σημεία και συμπτώματα όπως πυρεξία, ερύθημα ή πολλές μικρές φλύκταινες, η χορήγηση του Gripomed θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα εάν χρειάζεται.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά σταθερού φαρμακευτικού εξανθήματος (ΣΦΕ)/γενικευμένου πομφολυγώδους σταθερού φαρμακευτικού εξανθήματος (Γενικευμένο Πομφολυγώδες ΣΦΕ) σε σχέση με τη χρήση της ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 4.8).
Η ιβουπροφαίνη δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό ΣΦΕ/ Γενικευμένο Πομφολυγώδες ΣΦΕ, που σχετίζονται με την ιβουπροφαίνη.
Προφυλάξεις σχετικά με τη χρήση της ιβουπροφαίνης:
• Ηλικιωμένοι: Η φαρμακοκινητική της ιβουπροφαίνης δεν τροποποιείται με την πρόοδο της ηλικίας, δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους. Ωστόσο, οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά επειδή είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις σχετιζόμενες με τα ΜΣΑΦ ανεπιθύμητες ενέργειες, πιο συγκεκριμένα στη γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, που μπορεί να είναι θανάσιμη.
• Προσοχή και ειδική παρακολούθηση απαιτείται όταν χορηγείται ιβουπροφαίνη σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (όπως πεπτικό έλκος, διαφραγματοκήλη ή γαστρεντερική αιμορραγία).
• Στα αρχικά στάδια της θεραπείας, προσεκτική παρακολούθηση της παραγωγής ούρων και της νεφρικής λειτουργίας είναι απαραίτητη για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια , ασθενείς με χρόνια νεφρική ή ηπατική διαταραχή, ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, ασθενείς που είναι ολιγοογκαιμικοί ως αποτέλεσμα μείζονος χειρουργείου και, ειδικότερα , σε ηλικιωμένους ασθενείς. Υπάρχει κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδατωμένους εφήβους.
• Εάν προκύψουν διαταραχές όρασης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πλήρης οφθαλμολογική εξέταση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί.
• Απαιτείται προσοχή (συζήτηση με τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό) πριν από την έναρξη της θεραπείας, σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή/και καρδιακής ανεπάρκειας καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών, υπέρταση και οίδημα σχετιζόμενα με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Νάτριο Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 1 δισκίο, δηλαδή ουσιαστικά είναι ‘ελεύθερο νατρίου’.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
| Συνδυασμός ψευδοεφεδρίνης με: | Πιθανή αντίδραση |
|---|---|
| Μη-εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ) (ιπρονιαζίδη): | Παροξυσμική υπέρταση και υπερθερμία, η οποία μπορεί να αποβεί μοιραία. Λόγω της μακράς διάρκειας της δράσης της ΜΑΟ, αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να συμβεί έως και 15 ημέρες μετά τη διακοπή του αναστολέα της ΜΑΟΙ |
| Άλλοι έμμεσα-δραστικοί, από του στόματος ή ρινικά χορηγούμενοι συμπαθομιμητικοί ή αγγειοσυσταλτικοί παράγοντες, α- συμπαθομιμητικά φάρμακα, φαινυλοπροπανολαμίνη, φαινυλεφρίνη, εφεδρίνη, μεθυλφαινιδάτη: | Κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικών κρίσεων. |
| Αναστρέψιμοι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης Α (RIMAs), λινεζολίδη, ντοπαμινεργικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας, αγγειοσυσταλτικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας: | Κίνδυνος αγγειοσύσπασης και/ή υπερτασικών κρίσεων. |
| Πτητικά αλλογονωμένα αναισθητικά: | Περιεγχειρητική οξεία υπέρταση. Σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, διακοπή της θεραπείας με Gripomed για αρκετές ημέρες πριν. |
| Γουανεθιδίνη, ρεζερπίνη και μεθυλντόπα | Η επίδραση της ψευδοεφεδρίνης μπορεί να μειωθεί. |
| Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά | Η επίδραση της ψευδοεφεδρίνης μπορεί να μειωθεί ή να αυξηθεί. |
| Γλυκοσίδες, χινιδίνη ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά | Αυξημένη συχνότητα αρρυθμιών. |
| Συνδυασμός ιβουπροφαίνης με: | Πιθανή αντίδραση |
|---|---|
| Άλλα ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένων σαλικυλικών, και εκλεκτικών αναστολέων COX-2: | Η ταυτόχρονη χορήγηση αρκετών ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικών ελκών και αιμορραγίας οφειλόμενα σε συνεργιστική δράση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση της ιβουπροφαίνης με άλλα ΜΣΑΦ (βλέπε παράγραφο 4.4). Τα ΜΣΑΦ μπορεί να προάγουν την υπερκαλιαιμία. |
| Διγοξίνη: | Η ταυτόχρονη χρήση του Gripomed με παρασκευάσματα διγοξίνης μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στον ορό. Έλεγχος της διγοξίνης στον ορό δεν απαιτείται ως κανόνας, κατά την ορθή χρήση (κατ’ ανώτατο όριο 4 ημέρες). |
| Κορτικοστεροειδή: | Κορτικοστεροιειδή, επειδή αυτά μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, ειδικά από τον γαστρεντερικό σωλήνα (γαστρεντερικό, έλκος ή αιμορραγία) (βλ. παράγραφο 4.3) |
| Αντι-αιμοπεταλικοί παράγοντες: | Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4) |
|---|---|
| Ακετυλοσαλικυλικο οξύ: | Η ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης και ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν συστήνεται γενικά, λόγω της δυναμικής αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών. Πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστέλλει ανταγωνιστικά την επίδραση της χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων όταν δοσολογούνται ταυτόχρονα. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την προβολή των εν λόγω δεδομένων στην κλινική κατάσταση, η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση της χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κλινικές επιδράσεις δεν θεωρούνται πιθανές από την περιστασιακή χρήση της ιβουπροφαίνης (βλέπε παράγραφο 5.1). |
| Αντιπηκτικά: (π.χ. βαρφαρίνη, τικλοπιδίνη, κλοπιδρογρέλη, τιροφιμπάνη, επτιφιμπατίδη, αμπσιξιμάμπη, ιλοπρόστη). | Οι ΜΣΑΦ όπως η ιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσουν την ενέργεια των αντιπηκτικών (βλέπε παράγραφο 4.4). |
| Φαινυτοΐνη | Η ταυτόχρονη χρήση του Gripomed με παρασκευάσματα φαινυτοίνης μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα στον ορό αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Έλεγχος των επιπέδων της φαινυτοΐνης στον ορό δεν είναι απαραίτητη ως κανόνας κατά την ορθή χρήση (μέγιστη χρήση έως 4 ημέρες) |
| Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRIs): | Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Λίθιο: | Η ταυτόχρονη χρήση του Gripomed με παρασκευάσματα λιθίου μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων στον ορό. Έλεγχος του λιθίου στον ορό δεν είναι υποχρεωτικός ως κανόνας κατά την ορθή χρήση (μέγιστη χρήση έως 4ημέρες) |
| Προβενεσίδη και σουλφιπυραζόνη: | Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν προβενεσίδη ή σουλφιπυραζόνη μπορεί να καθυστερήσουν την αποβολή της ιβουπροφαίνης. |
| Διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, αναστολείς β-υποδοχέων και ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης-ΙΙ: | Τα ΜΣΑΦ μπορεί να καθυστερήσουν την επίδραση των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών παραγόντων. Σε κάποιους ασθενείς με επιβαρυμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι ασθενείς με επιβαρυμένη νεφρική λειτουργία) η συγχορήγηση ενός ΜΕΑ αναστολέα, αναστολέα των βήτα-υποδοχέων ή ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης-ΙΙ και παραγόντων που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, που είναι συνήθως αναστρέψιμη. Συνεπώς, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγηθεί με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία μετά την έναρξη της συγχορηγούμενης θεραπείας, και περιοδικά αργότερα. |
| Καλιοπροστατευτικά διουρητικά: | Η ταυτόχρονη χρήση του Gripomed με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, μπορεί να οδηγήσει σε υπερκαλιαιμία (συνιστάται έλεγχος του καλίου στον ορό) |
| Μεθοτρεξάτη: | Η ταυτόχρονη χρήση Gripomed μέσα σε 24 ώρες πριν ή μετά τη χορήγηση της μεθοτρεξάτης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις μεθοτρεξάτης και σε αύξηση της τοξικής επίδρασής της. |
|---|---|
| Κυκλοσπορίνη: | Ο κίνδυνος καταστροφικής επίδρασης στους νεφρούς, εξαιτίας της κυκλοσπορίνης, αυξάνεται μέσω της ταυτόχρονης χορήγησης ορισμένων ΜΣΑΦ. Αυτή η επίδραση δεν μπορεί να αποκλειστεί για τον συνδυασμό κυκλοσπορίνης με την ιβουπροφαίνη. |
| Τακρόλιμους: | Ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας αυξάνεται εάν τα δυο φαρμακευτικά προϊόντα χορηγηθούν ταυτόχρονα. |
| Ζιδοβουδίνη: | Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου αίμαρθρων και αιματωμάτων σε αιμορροφιλικούς με που είναι ΗΙV (+), και που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη. |
| Σουλφονυλουρίες: | Κλινικές έρευνες έχουν δείξει αλληλεπιδράσεις μεταξύ ΜΣΑΦ και αντιδιαβητικών (σουλφονυλουρίες). Παρά το γεγονός ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ιβουπροφαίνης και των σουλφονυλουριών δεν έχουν περιγραφεί έως σήμερα, συνιστάται έλεγχος των τιμών της γλυκόζης ως προληπτικό μέτρο κατά την ταυτόχρονη λήψη. |
| Αντιβιοτικά της ομάδας των κινολονων: | Δεδομένα από ζώα δείχνουν ότι τα ΜΣΑΦ μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο σπασμών που σχετίζονται με κινολόνες. Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ και κινολόνες μπορεί να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σπασμών. |
| Ηπαρίνες, Gingko Biloba: | Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. |
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση:
Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη:
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η χρήση της υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης μειώνει την αιματική ροή της μήτρας, αλλά τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή όσον αφορά τις επιδράσεις στην κύηση.
Ιβουπροφαίνη:
Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη και/ή το έμβρυο/την ανάπτυξη του εμβρύου.
Δεδομένα επιδημιολογικών μελετών υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολών, καρδιακών δυσπλασιών και γαστρόσχισης μετά από τη χρήση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών κατά τα πρώιμα στάδια της κύησης.
Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε πειραματόζωα, η χορήγηση ενός αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών έχει καταδειχτεί ότι οδηγεί σε αύξηση των αποβολών σε προεμφυτευτικό και μεταεμφυτευτικό στάδιο, καθώς και της εμβρυϊκής θνησιμότητας. Επιπρόσθετα, έχει αναφερθεί αύξηση της επίπτωσης διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών, σε πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης προσταγλανδινών κατά τη διάρκεια της οργανογενετικής περιόδου.
Από την 20ή εβδομάδα της κύησης και έπειτα, η χρήση Gripomed 200 mg/30 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο λόγω νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτό μπορεί
να συμβεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή της χορήγησης.
Επιπλέον, έχουν υπάρξει αναφορές στένωσης του αρτηριακού πόρου ύστερα από θεραπεία κατά το δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες εκ των οποίων απέδραμαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως, κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, η ιβουπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγείται εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν η ιβουπροφένη χρησιμοποιείται από μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει, ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν πιο χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν συντομότερη. Μετά την έκθεση στο Gripomed 200 mg/30 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προγεννητικής παρακολούθησης για ολιγοϋδράμνιο και για στένωση του αρτηριακού πόρου επί αρκετές ημέρες από την 20ή εβδομάδα της κύησης και μετά. Το Gripomed 200 mg/30 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να διακόπτεται εάν διαπιστωθεί ολιγοϋδράμνιο ή στένωση του αρτηριακού πόρου.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:
- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση).
- νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παραπάνω), η οποία μπορεί να επιδεινωθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδροάμνιο.
τη μητέρα και το νεογνό, κατά το τέλος της κύησης, σε:
- πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντισυσσωρευτική δράση η οποία μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε πολύ χαμηλές δόσεις.
- αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, που οδηγεί σε καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.
Συνεπώς, η χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος:
Αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και θα πρέπει να χορηγείται εάν είναι σαφώς απαραίτητο μόνο κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου.
Θηλασμός Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά τη διάρκεια της γαλουχίας προέρχονται από την παρουσία της υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης στη σύνθεση του φαρμακευτικού προϊόντος: η υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές καρδιαγγειακές και νευρολογικές επιπτώσεις των αγγειοσυστολέων, η κατάποση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία.
Γονιμότητα Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τα φάρμακα που αναστέλλουν την σύνθεση κυκλοοξυγενάσης / προσταγλανδινης μπορεί να προκαλέσουν διαταραχή της γυναικείας γονιμότητας από μια επίδραση στην ωορρηξία. Αυτό είναι αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Gripomed έχει μικρή ή ήπια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Οι ασθενείς που εμφανίζουν ζάλη, παραισθήσεις, πονοκεφάλους και ασυνήθιστες οπτικές ή ακουστικές διαταραχές πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση ή τη χρήση μηχανημάτων. Μια χορήγηση ή βραχυπρόθεσμη χρήση αυτού του φαρμάκου δεν δικαιολογεί συνήθως την υιοθέτηση τυχόν ειδικών προφυλάξεων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Τα πιο συχνά παρατηρούμενα ανεπιθύμητα συμβάντα που σχετίζονται με την ιβουπροφαίνη είναι γαστρεντερικής φύσης. Πεπτικά έλκη, διάτρηση ή αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, μερικές φορές θανατηφόρες, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, μπορεί να συμβούν (βλέπε παράγραφο 4.4). Ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, έξαρση κολίτιδας και νόσου του Crohn (Βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση) έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση. Λιγότερο συχνά, έχει παρατηρηθεί
γαστρίτιδα. Σε γενικές γραμμές, ο κίνδυνος ανάπτυξης των ανεπιθύμητων ενεργειών (κυρίως ο κίνδυνος ανάπτυξης σοβαρών γαστρεντερικών επιπλοκών) αυξάνει με την αύξηση της δόσης και με την αύξηση της διάρκειας χορήγησης της θεραπείας.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί μετά από θεραπεία με ιβουπροφαίνη. Αυτές μπορεί να συνίστανται σε:
(α) μη ειδική αλλεργική αντίδραση και αναφυλαξία (β) αντίδραση του αναπνευστικού συστήματος η οποία περιλαμβάνει άσθμα, επιδείνωση άσθματος, βρογχόσπασμο ή δύσπνοια (γ) Διαφόρων ειδών δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων τύπων εξανθημάτων, κνησμού, κνίδωσης, πορφύρας, αγγειοοιδήματος και, σπανιότερα, αποφολιδωτικής και φυσαλλιδώδους δερματίτιδας (που περιλαμβάνουν την επιδερμική νεκρόλυση και το πολύμορφο ερύθημα).
Σε ασθενείς με προϋπάρχοντα αυτοάνοσα νοσήματα (όπως συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, μικτή νόσο του συνδετικού ιστού) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιβουπροφαίνη, έχουν παρατηρηθεί μεμονωμένες περιπτώσεις εμφάνισης συμπτωμάτων άσηπτης μηνιγγίτιδας, όπως δυσκαμψία του αυχένα, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, πυρετός ή διαταραχές του προσανατολισμού.
Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες συνηγορούν ότι η χρήση της ιβουπροφαίνης (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις 2400mg ημερησίως) και σε μακροχρόνια θεραπεία μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο), (βλέπε παράγραφο 4.4).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες προέκυψαν από εμπειρία με την ιβουπροφαίνη και την υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη σε δόσεις OTC, σε βραχυχρόνια χρήση. Στη θεραπεία χρόνιων καταστάσεων, σε μακροχρόνια θεραπεία, επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να επισυμβούν.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν ότι θα πρέπει να διακόψουν αμέσως τη λήψη Gripomed και να συμβουλευτούν κάποιο γιατρό εάν παρουσιάσουν μια σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητας. Για την κατηγοριοποίηση των συχνοτήτων έχει χρησιμοποιηθεί η ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος κατά MedDRA | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη(ες) ενέργεια(ες) | |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ιβουπροφαίνη | Πολύ σπάνιες | Παρόξυνση λοιμωδών φλεγμονών (π.χ. νεκρωτική απονευρωσίτιδα), άσηπτη μηνιγγίτιδα (δυσκαμψία του αυχένα, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, πυρετός ή αποπροσανατολισμός σε ασθενείς με προϋπάρχοντα αυτοάνοσα νοσήματα (Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE), μικτή νόσος του συνδετικού ιστού) |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος | Ιβουπροφαίνη | Πολύ σπάνιες | Αιματοποιητικές διαταραχές (αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία, πανκυτταροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, ουδετεροπενία) |
|---|---|---|---|
| Μη γνωστές | Αιμολυτική αναιμία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Ιβουπροφαίνη | Όχι συχνές | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας με κνίδωση, κνησμό, δερματικά εξανθήματα και κρίσεις άσθματος (με πτώση της αρτηριακής πίεσης) |
| Ιβουπροφαίνη και υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Πολύ σπάνιες | Σοβαρές γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, τα συμπτώματα των οποίων μπορεί να είναι οίδημα του προσώπου, αγγειοοίδημα, δύσπνοια, βρογχόσπασμος, ταχυκαρδία, πτώση της αρτηριακής πίεσης, αναφυλακτικόσοκ | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Ιβουπροφαίνη | Όχι συχνές | Αϋπνία, διέγερση |
| Πολύ σπάνιες | Ψυχωτικές αντιδράσεις, κατάθλιψη | ||
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Σπάνιες | Νευρικότητα, αϋπνία | |
| Μη γνωστές | Διέγερση, ψευδαισθήσεις, άγχος, μη φυσιολογική συμπεριφορά, ανησυχία | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ιβουπροφαίνη | Όχι συχνές | Διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως κεφαλαλγία, ζάλη, ευερεθιστότητα ή κόπωση |
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Σπάνιες | Τρόμος | |
| Μη γνωστές | Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κεφαλαλγία, σπασμός, σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES), σύνδρομο αναστρέψιμης εγκεφαλικής αγγειοσύσπασης (RCVS) | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Ιβουπροφαίνη | Όχι συχνές | Έκπτωση της όρασης |
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Ισχαιμική οπτική νευροπάθεια, γλαύκωμα κλειστής γωνίας | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου | Ιβουπροφαίνη | Σπάνιες | Εμβοές |
| Καρδιακές διαταραχές | Ιβουπροφαίνη | Πολύ σπάνιες | Aίσθημα παλμών, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου |
|---|---|---|---|
| Μη γνωστές | Σύνδρομο Kounis | ||
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, πόνος στο στήθος, αρρυθμία, έμφραγμα του μυοκαρδίου | |
| Αγγειακές διαταραχές | Ιβουπροφαίνη | Πολύ σπάνιες | Υπέρταση |
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Υπέρταση | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Σπάνιες | Έξαρση του άσθματος ή αντίδραση υπερευαισθησίας με βρογχόσπασμο |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ιβουπροφαίνη | Συχνές | Κοιλιακή δυσφορία, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, μετεωρισμός, διάρροια, δυσκοιλιότητα, μικρή γαστρεντερική απώλεια αίματος που μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσει σε αναιμία |
| Όχι συχνές | Πεπτικό έλκος μερικές φορές με αιμορραγία ή/και διάτρηση, γαστρίτιδα, εξέλκωση του στόματος. Επιδείνωση της ελκώδους κολίτιδας, νόσος Crohn (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
| Πολύ σπάνιες | Οισοφαγίτιδα, παγκρεατίτιδα, εντερική στένωση που προσομοιάζει με διάφραγμα | ||
| Μη γνωστές | Άλγος άνω κοιλιακής χώρας, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα | ||
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Ξηροστομία, ναυτία, έμετος, ισχαιμική κολίτιδα | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Ιβουπροφαίνη | Πολύ σπάνιες | Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική, ηπατική ανεπάρκεια, ηπατίτιδα οξεία, κάκωση του ήπατος |
| Διαταραχές του | Ιβουπροφαίνη | Όχι συχνές | Εξάνθημα |
| δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ σπάνιες | Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) (συμπεριλαμβανομένου του πολύμορφου ερυθύματος, της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell)), αλωπεκία, σοβαρές λοιμώξεις του δέρματος, επιπλοκές μαλακών ιστών σε λοίμωξη ανεμοβλογιάς | |
|---|---|---|---|
| Μη γνωστές | Αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS), Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα | ||
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, υπεριδρωσία | |
| Ιβουπροφαίνη και υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, περιλαμβανομένης της oξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP) | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Ιβουπροφαίνη | Σπάνιες | νέκρωση νεφρικής θηλής |
| Πολύ σπάνιες | Nεφρωσικό σύνδρομο, οξεία κάκωση νεφρού, διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων | ||
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Δυσκολία στην ούρηση (δυσουρία, κατακράτηση ούρων) | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Ιβουπροφαίνη | Όχι συχνές | Κόπωση |
| Πολύ σπάνιες | Οιδήματα (ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπέρταση ή νεφρική ανεπάρκεια) | ||
| Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη | Μη γνωστές | Δίψα | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Ιβουπροφαίνη | Σπάνιες | Ουρικό οξύ αίματος αυξημένο |
| Πολύ σπάνιες | Κρεατινίνη αίματος αυξημένη |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Οι κλινικές επιδράσεις της υπερδοσολογίας είναι πιο πιθανό να οφείλονται στην υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη αντί της ιβουπροφαίνης σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Οι επιδράσεις δεν συσχετίζονται καλά με τη δόση που οφείλεται στην ενδο-ατομική ευαισθησία στις συμπαθομιμητικές ιδιότητες.
Τα συμπτώματα της συμπαθητικομιμητικής επίδρασης Καταστολή του ΚΝΣ: π.χ. καταστολή, άπνοια, κυάνωση, κώμα Η διέγερση του ΚΝΣ (που είναι πιο πιθανό σε παιδιά): π.χ. αϋπνία, παραισθήσεις, σπασμοί, τρόμος Εκτός από τα συμπτώματα που ήδη αναφέρθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες, τα ακόλουθα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν: υπερτασική κρίση, καρδιακές αρρυθμίες, μυϊκή αδυναμία και τάση, ευφορία, διέγερση, δίψα, πόνο στο στήθος, ζάλη, εμβοές, αταξία, θολή όραση, υπόταση.
Συμπτώματα που σχετίζονται με την ιβουπροφαίνη (εκτός από τα γαστρο-εντερικά και τα νευρολογικά συμπτώματα που ήδη αναφέρθηκαν ως ανεπιθύμητες ενέργειες)
Υπνηλία, νυσταγμός, εμβοές, υπόταση, μεταβολική οξέωση, απώλεια συνείδησης . . Σε σοβαρή δηλητηρίαση μπορεί να παρουσιασθεί μεταβολική οξέωση.
Η παρατεταμένη χρήση σε υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις ή υπερδοσολογία, μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική σωληναριακή οξέωση και υποκαλιαιμία.
Θεραπευτικά μέτρα Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο Εξετάστε την από του στόματος χορήγηση ενεργού άνθρακα εάν ο ασθενής παρουσιάσθεί μέσα σε μία ώρα από την κατάποση μιας δυνητικά τοξικής ποσότητας.
Οι ηλεκτρολύτες θα πρέπει να ελέγχονται και να γίνεται ΗΚΓ. Σε περίπτωση καρδιαγγειακής αστάθειας ή/και συμπτωματικής ανισορροπίας ηλεκτρολυτών, θα πρέπει να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παρασκευάσματα για βήχα και κρυολόγημα, άλλα παρασκευάσματα για το κρυολόγημα. Κωδικός ATC: R05X
Η υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη είναι ένας συμπαθητικομιμητικός παράγοντας που όταν χορηγείται συστηματικά, δρα ως ρινικό αποσυμφορητικό.
Η ιβουπροφαίνη είναι ένα ΜΣΑΦ που ανήκει στην κατηγορία φαρμάκων προπιονικού οξέος. Είναι ένα παράγωγο αρυλοκαρβοξυλικό οξύ το οποίο έχει αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντι-φλεγμονώδεις ιδιότητες, καθώς και βραχείας δράσης ανασταλτική επίδραση στην λειτουργία των αιμοπεταλίων. Όλες αυτές οι ιδιότητες σχετίζονται με την ικανότητά της να αναστέλλει τη σύνθεση της προσταγλανδίνης Το Gripomed είναι ένας συνδυασμός ενός αγγειοσυσταλτικού (υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη) με αναλγητική δόση ενός ΜΣΑΦ (ιβουπροφαίνη)
Τα πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει την επίδραση της χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση αιμοπεταλίων, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Ορισμένες φαρμακοδυναμικές μελέτες, δείχνουν ότι όταν λήφθηκαν εφάπαξ δόσεις ιβουπροφαίνης 400 mg εντός 8 ωρών πριν ή εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος άμεσης αποδέσμευσης (81 mg), παρουσιάστηκε μειωμένη δράση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στον σχηματισμό θρομβοξάνης ή συσσώρευση αιμοπεταλίων. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την προβολή των εν λόγω δεδομένων στην κλινική κατάσταση, η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση της χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Καμία κλινικά σχετική δράση δεν θεωρείται πιθανή για την περιστασιακή χρήση της ιβουπροφαίνης (βλέπε παράγραφο 4.5).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Ιβουπροφαίνη Σε θεραπευτικές δόσεις, η φαρμακοκινητική της ιβουπροφαίνης είναι γραμμική.
Απορρόφηση:
Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται περίπου 90 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση.
Με εφάπαξ από του στόματος χορήγηση της δόσης, τα μέγιστα επίπεδα στον ορό στους ενήλικες, είναι ανάλογα με την δόση (C 17 ± 3,5 μg/ml για μια δόση 200 mg και 30,3 ± 4,7 μg/ml για μια δόση 400 mg).
max Η απορρόφηση της ιβουπροφαίνης καθυστερεί από την λήψη τροφής.
Κατανομή:
Η ιβουπροφαίνη δεν συσσωρεύεται. Κατά 99% δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Στο αρθρικό υγρό, η ιβουπροφαίνη ανακτάται σε σταθερές συγκεντρώσεις 2 έως 8 ώρες μετά τη χορήγηση, με C στο αρθρικό υγρό να είναι περίπου το ένα τρίτο του πλάσματος C . Μετά τη χορήγηση μιας δόσης 400 max max mg ιβουπροφαίνης κάθε 6 ώρες σε γυναίκες που θηλάζουν, η ποσότητα ιβουπροφαίνης που ανακτήθηκε στο μητρικό γάλα είναι μικρότερη από 1 mg ανά 24 ώρες.
Βιομετασχηματισμός:
Η ιβουπροφαίνη δεν έχει καμία επίδραση επαγωγής ηπατικών ενζύμων. Κατά 90% μεταβολίζεται και μετατρέπεται σε ανενεργούς μεταβολίτες Αποβολή:
Η ιβουπροφαίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των ούρων. Η ιβουπροφαίνη αποβάλλεται εντελώς μέσα σε 24 ώρες, με το 10% να αποβάλλεται αμετάβλητο και 90% με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών, κυρίως γλυκουρονο-συζυγή.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 2 ώρες.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της ιβουπροφαίνης είναι ελαφρώς τροποποιημένη στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν δεν απαιτούν προσαρμογή της δοσολογίας.
Υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη:
Όταν χορηγείται από του στόματος, η ψευδοεφεδρίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών σε αμετάβλητη
μορφή (70 έως 90%).
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξαρτάται από το pH των ούρων.
Η αλκαλοποίηση των ούρων έχει ως αποτέλεσμα μια ενισχυμένη αύξηση στην σωληνάρια επαναπορρόφηση και, κατά συνέπεια, την παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής της ψευδοεφεδρίνης
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι τιμές LD για τον συνδυασμό ιβουπροφαίνης και υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης σε μελέτες οξείας τοξικότητας από το στόμα ήταν: 2,40 g/kg για ποντικούς και 1,45 g/kg για τους αρουραίους.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων με το συνδυασμό της ιβουπροφαίνης και της υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνη.
Δεν παρατηρήθηκε μεταλλαξιογένεση με ιβουπροφαίνη και ψευδοεφεδρίνη υδροχλωρική /ιβουπροφαίνη σε συνδυασμό με τη χρήση της δοκιμής Ames.
Η υποχρόνια και χρόνια τοξικότητα της ιβουπροφαίνης σε πειράματα με ζώα εκδηλώθηκε κυρίως με τη μορφή βλαβών και εξελκώσεων στον γαστρο-εντερικό σωλήνα. Σε μελέτες με αρουραίους και ποντίκια, δεν βρέθηκε καμία ένδειξη καρκινογόνων επιδράσεων της ιβουπροφαίνης.
Σε μελέτες επανατοξικότητας στην αναπαραγωγή ποντικών και αρουραίων σε μεμονωμένα συστατικά (~ 100 mg/kg ιβουπροφαίνης, ~15 mg/kg υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης), ούτε ένας συνδυασμός αυτών δεν αποκάλυψε κάποια ένδειξη μητρικής ή εμβρυϊκής τοξικότητας ή τερατογένεσης.
Σε μια τοξική για τη μητέρα δόση, προκλήθηκε εμβρυοτοξικότητα από την υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη (μειωμένο βάρος εμβρύου και καθυστερημένη οστεοποίηση) σε αρουραίους. Μελέτες γονιμότητας ή περι- μεταγεννητικές μελέτες δεν έχουν διεξαχθεί για την υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη.
Δημοσιευμένες μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας με ιβουπροφαίνη έδειξαν αναστολή της ωορρηξίας σε κουνέλια και εξασθενημένη εμφύτευση σε διάφορα είδη πειραματόζωων (κουνέλι, αρουραίο και ποντίκι).
Μελέτες σε αρουραίους και κουνέλια έδειξαν ότι η ιβουπροφαίνη διαπερνά τον πλακούντα, στις μητρικά τοξικές δόσεις, παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης δυσμορφιών (π.χ. κοιλιακή διαφραγματική ελαττώματα).
Η δραστική ουσία ιβουπροφαίνη μπορεί να παρουσιάσει έναν περιβαλλοντικό κίνδυνο για το υδάτινο περιβάλλον, ειδικά για τα ψάρια.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Ασβέστιο φωσφορικό όξινο, άνυδρο Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Άμυλο αραβοσίτου Πυριτίου κολλοειδές, άνυδρο Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη δισκίου:
Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη 400 Τάλκης Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
48 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30ºC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Ασφαλές για παιδιά PVC/PVDC/aluminium foil blister.
Συσκευασίες: 10, 12, 20, 24 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Bausch Health Ireland Limited, Ireland 3013 Lake Drive, Dublin 24, Ιρλανδία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
129146/30-11-2022
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
14-09-2016/30-11-2022