1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Hepatect CP 50 IU/mL διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη ηπατίτιδας Β Πρωτεΐνη ανθρωπίνου πλάσματος 50g/L από την οποία τουλάχιστον το 96% είναι IgG, με περιεχόμενο αντισωμάτων στo αντιγόνο επιφανείας ηπατίτιδας Β (HBs) 50 IU/mL.
Κάθε φιαλίδιο των 2 mL περιέχει: 100 IU Κάθε φιαλίδιο των 10 mL περιέχει: 500 IU Κάθε φιαλίδιο των 40 mL περιέχει: 2.000 IU Κάθε φιαλίδιο των 100 mL περιέχει: 5.000 IU Η κατανομή υποτάξεων της IgG είναι (κατά προσέγγιση τιμές):
IgG1: 59% IgG2: 35% IgG3: 3% IgG4: 3% Η μέγιστη περιεκτικότητα IgA είναι 2.000 μικρογραμμάρια/mL.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διάλυμα για έγχυση.
Το διάλυμα είναι διαυγές ή ελαφρώς οπαλίζον και άχρωμο έως υποκίτρινο.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Προφύλαξη από αναμόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας Β μετά από μεταμόσχευση ήπατος λόγω ηπατικής ανεπάρκειας προκαλούμενης από ηπατίτιδα Β.
Ανοσοπροφύλαξη από ηπατίτδα Β
• Σε περίπτωση τυχαίας έκθεσης σε μη ανοσοποιημένα άτομα (συμπεριλαμβανομένων ατόμων ο εμβολιασμός των οποίων είναι ατελής ή η κατάστασή τους είναι άγνωστη).
• Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, μέχρι ο εμβολιασμός τους να γίνει αποτελεσματικός.
• Σε νεογέννητα από μητέρες φορείς του ιού της ηπατίτιδος Β.
• Σε άτομα τα οποία δεν δείχνουν ανοσοαπάντηση (μη ανιχνεύσιμα αντισώματα ηπατίτιδος Β) μετά από εμβολιασμό και για τα οποία είναι απαραίτητη συνεχής πρόληψη λόγω του συνεχούς κινδύνου μολύνσεως από ηπατίτιδα Β.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Πρόληψη από επαναμόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας Β μετά από μεταμόσχευση ήπατος λόγω ηπατικής ανεπάρκειας προκαλούμενης από ηπατίτιδα Β:
Σε ενήλικες:
10.000 IU την ημέρα της μεταμόσχευσης, στη συνέχεια περι-εγχειρητικά 2.000-10.000 IU (40-200 mL) την ημέρα για 7 ημέρες, και όσο είναι απαραίτητο ώστε να διατηρηθούν τα επίπεδα των αντισωμάτων πάνω από 100-150 IU/L σε ασθενείς που είναι αρνητικοί σε HBV-DNA και πάνω από 500 IU/l σε ασθενείς που είναι θετικοί σε HBV- DNA.
Σε παιδιά:
Η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται ανάλογα με την επιφάνειας σώματος, σύμφωνα με τη σχέση 10.000 IU/1,73 m2.
Ανοσοπροφύλαξη από ηπατίτιδα Β:
• Πρόληψη από ηπατίτιδα Β σε περίπτωση τυχαίας έκθεσης σε μη ανοσοποιημένα άτομα:
Τουλάχιστον 500 IU (10 ml), ανάλογα με την ένταση της έκθεσης, το συντομότερο δυνατόν μετά την έκθεση και κατά προτίμηση μέσα σε 24-72 ώρες.
• Ανοσοπροφύλαξη από ηπατίτιδα Β σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση:
8-12 IU (0,16-0,24 mL)/kg με μέγιστη δόση 500 IU (10 mL), κάθε 2 μήνες μέχρι την ορομετατροπή μετά από τον εμβολιασμό.
• Πρόληψη από ηπατίτιδα Β σε νεογνά, από μητέρες που είναι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β, κατά τη γέννηση ή το συντομότερο δυνατό μετά τη γέννηση:
30-100 IU (0,6-2 mL)/kg. Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης για την ηπατίτιδα Β μπορεί να επαναληφθεί μέχρι την ορομετατροπή μετά τον εμβολιασμό.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, συνιστάται ως αναγκαίος ο εμβολιασμός κατά του ιού της ηπατίτιδας Β. Ο πρώτος εμβολιασμός μπορεί να γίνει την ίδια ημέρα με την ένεση της ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης για την ηπατίτιδα Β, αλλά σε διαφορετικά σημεία ένεσης.
Σε άτομα, τα οποία δεν δείχνουν ανοσοαπάντηση (μη μετρήσιμα αντισώματα της ηπατίτιδας Β) μετά από εμβολιασμό και για τα οποία είναι απαραίτητη συνεχής προφύλαξη, μπορεί να εξετασθεί η χορήγηση 500 IU (10 mL) σε ενήλικες και 8 IU (0,16 mL)/kg σε παιδιά, κάθε 2 μήνες. Η ελάχιστη προστατευτική συγκέντρωση αντισωμάτων για την προφύλαξη θεωρείται ότι είναι 10 mIU/mL.
Ηπατική ανεπάρκεια Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να απαιτούν προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης εκτός και αν δικαιολογείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης εκτός και αν δικαιολογείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.
Τρόπος χορήγησης Ενδοφλέβια χρήση Το Hepatect CP θα πρέπει να εγχύεται ενδοφλέβια με αρχικό ρυθμό 0,1 mL/kg/ώρα για 10 λεπτά. Βλέπε παράγραφο 4.4. Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας, είτε ο ρυθμός της χορήγησης θα πρέπει να μειώνεται
είτε η έγχυση να διακόπτεται. Εάν γίνεται καλά ανεκτό, ο ρυθμός χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, έως ένα ανώτατο όριο 1 ml/kg/ώρα.
Η κλινική εμπειρία, σε νεογνά από μητέρες που είναι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β, έχει δείξει ότι το Hepatect CP γίνεται καλά ανεκτό με ένα ρυθμό έγχυσης 2 mL μεταξύ 5 έως 15 λεπτών.
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή στην ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη.
• Ασθενείς με εκλεκτική ανεπάρκεια IgA οι οποίοι ανέπτυξαν αντισώματα στην IgA, καθώς η χορήγηση προϊόντος που περιέχει IgA μπορεί να οδηγήσει σε αναφυλαξία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, θα πρέπει να καταγράφεται ευκρινώς το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγηθέντος προϊόντος.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση Παρακολούθηση του επιπέδου των αντι-HBs αντισωμάτων:
Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται τακτικά για τα επίπεδα των αντι-HBs αντισωμάτων στον ορό. Η δοσολογία θα προσαρμόζεται ώστε να διατηρούνται τα θεραπευτικά επίπεδα αντισωμάτων προς αποφυγή υποδοσολογίας (βλ.
παράγραφο 4.2).
Οι δυνητικές επιπλοκές μπορούν συχνά να αποφευχθούν διασφαλίζοντας ότι οι ασθενείς:
• δεν παρουσιάζουν ευαισθησία στις ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες, ενίοντας αρχικά το Hepatect CP με αργό ρυθμό (0,1 mL/kg/hr)
• παρακολουθούνται προσεκτικά για κάθε σύμπτωμα καθ΄όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Ιδιαίτερα, οι ασθενείς που δεν έχουν λάβει στο παρελθόν προϊόντα ανθρώπινων ανοσοσφαιρινών, οι ασθενείς που αλλάζουν θεραπεία από άλλες ανοσοσφαιρίνες ή όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για την πρώτη ώρα μετά το πέρας της πρώτης έγχυσης, προκειμένου να εντοπιστούν πιθανές ανεπιθύμητες ενδείξεις. Όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά από τη χορήγηση.
Ειδικά αν εφαρμόζεται σε υψηλότερες δόσεις, η ενδοφλέβια χορήγηση ανθρώπινων ανοσοσφαρινών απαιτεί:
• επαρκή ενυδάτωση πριν από την έναρξη της έγχυσης των ανθρώπινων ανοσοσφαιρινών
• παρακολούθηση της αποβολής ούρων
• παρακολούθηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό
• αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών της αγκύλης (βλ. παράγραφο 4.5).
Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας, είτε ο ρυθμός της χορήγησης θα πρέπει να μειώνεται είτε η έγχυση να διακόπτεται. Η απαιτούμενη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κεφαλαλγία, έξαψη, ρίγη, μυαλγία, αναπνευστικός συριγμός, ταχυκαρδία, οσφυαλγία, ναυτία και υπόταση) μπορεί να σχετίζονται με τον ρυθμό έγχυσης. Πρέπει να ακολουθείται πιστά ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης που δίδεται στην παράγραφο 4.2 «Τρόπος χορήγησης». Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται στενά και να παρακολουθούνται προσεκτικά για την εμφάνιση τυχόν συμπτωμάτων, καθ’ όλη τη διάρκεια της έγχυσης.
Ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν συχνότερα:
• σε περίπτωση υψηλού ρυθμού έγχυσης,
• σε ασθενείς με υπογαμμασφαιριναιμία ή αγαμμασφαιριναιμία με ή χωρίς ανεπάρκεια IgA,
• σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες για πρώτη φορά ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν το προϊόν με ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη υποκαθίσταται ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση,
• σε ασθενείς με μη υποβαλλόμενη σε θεραπεία λοίμωξη ή υποκείμενη χρόνια φλεγμονή.
Υπερευαισθησία Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι σπάνιες.
Το Hepatect CP περιέχει μια μικρή ποσότητα IgA. Τα άτομα που έχουν ανεπάρκεια σε IgA έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν αντισώματα IgA και μπορεί να παρουσιάσουν αναφυλακτικές αντιδράσεις μετά από τη χορήγηση παραγόντων αίματος που περιέχουν IgA. Ο ιατρός πρέπει επομένως να σταθμίσει το όφελος από τη θεραπεία με Hepatect CP σε σχέση με το πιθανό κίνδυνο αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Σπανίως, η ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη κατά της ηπατίτιδας Β μπορεί να προκαλέσει πτώση της πίεσης του αίματος με αναφυλακτική αντίδραση, ακόμη και σε ασθενείς, στους οποίους είχε γίνει ανεκτή η προηγούμενη θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη.
Αν πιθανολογούνται αλλεργικού ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις, απαιτείται άμεση διακοπή της ένεσης.
Σε περίπτωση καταπληξίας, θα πρέπει να εφαρμόζεται η τυπική ιατρική θεραπεία για την καταπληξία.
Επίδραση σε ορολογικές δοκιμασίες Μετά από τη χορήγηση ανοσοσφαιρίνης, η πρόσκαιρη αύξηση των διαφόρων παθητικώς μεταφερόμενων αντισωμάτων στο αίμα του ασθενούς μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα κατά τις ορολογικές δοκιμασίες.
Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων κατά αντιγόνων ερυθροκυττάρων, όπως, για παράδειγμα, στα Α, Β, D, μπορεί να παρεμβληθεί σε ορισμένες ορολογικές δοκιμασίες για αντισώματα των ερυθροκυττάρων για παράδειγμα η δοκιμασία αντισφαιρίνης (DAT, direct DAT, Coombs’ test).
Μεταδιδόμενοι παράγοντες Τα καθιερωμένα μέτρα για την προφύλαξη από λοιμώξεις που προκαλούνται από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων, παρασκευασμένων από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, περιλαμβάνουν την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για συγκεκριμένους δείκτες λοιμώξεων και την εφαρμογή αποτελεσματικών σταδίων, κατά τη διαδικασία παρασκευής, για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση ιών. Παρ’ όλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν παρασκευασθεί από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Το ίδιο επίσης ισχύει και για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και άλλους παθογόνους οργανισμούς.
Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται επαρκή για ελυτροφόρους ιούς, όπως o ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HBV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV). Τα μέτρα που λαμβάνονται μπορεί να έχουν περιορισμένη αξία έναντι ιών χωρίς περίβλημα, όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) και ο παρβοϊός Β19.
Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία, σχετικά με τη μετάδοση της ηπατίτιδας Α ή παρβοϊού Β19 με ανοσοσφαιρίνες και επίσης εικάζεται ότι το περιεχόμενο σε αντισώματα συμβάλλει, σε σημαντικό βαθμό, στην ασφάλεια από ιούς.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν συσχετιστεί με τη χρήση ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης για ενδοφλέβια χορήγηση (IVIg):
Θρομβοεμβολή Υπάρχει κλινική τεκμηρίωση για τη συσχέτιση μεταξύ της χορήγησης IVIg και θρομβοεμβολικών επεισοδίων όπως είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακή εγκεφαλική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου), πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, η οποία θεωρείται ότι σχετίζεται με τη σχετική αύξηση του ιξώδους του αίματος μέσω της υψηλής εισροής ανοσοσφαιρίνης σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο. Προσοχή θα πρέπει να δίδεται στη συνταγογράφηση και έγχυση της IVIg σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως προχωρημένη ηλικία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και ιστορικό αγγειακών νόσων ή θρομβωτικών επεισοδίων, ασθενείς με επίκτητες ή συγγενείς θρομβοφιλικές διαταραχές, ασθενείς σε
παρατεταμένη περίοδο ακινησίας, σοβαρά υποογκαιμικούς ασθενείς, ασθενείς με νόσους που αυξάνουν το ιξώδες του αίματος).
Σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών ανεπιθύμητων ενεργειών, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο πρακτικά δυνατό ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη πρακτικά δυνατή δόση.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με IVIg. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αναγνωρίστηκαν παράγοντες κινδύνου, όπως προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης, υποογκαιμία, αυξημένο σωματικό βάρος, ταυτόχρονη χρήση άλλων νεφροτοξικών φαρμάκων ή ηλικία άνω των 65.
Οι νεφρικές παράμετροι θα πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έγχυση IVIg, ιδιαίτερα σε ασθενείς που κρίνεται ότι διατρέχουν δυνητικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και η αξιολόγηση να επαναλαμβάνεται σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Σε ασθενείς με κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο πρακτικά δυνατό ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη πρακτικά δυνατή δόση. Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης IVIg.
Παρά το γεγονός ότι αναφορές νεφρικής δυσλειτουργίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν συσχετιστεί με τη χρήση πολλών από τα εγκεκριμένα IVΙg προϊόντων που περιείχαν διάφορα έκδοχα όπως σακχαρόζη, γλυκόζη και μαλτόζη, αυτά που περιείχαν σακχαρόζη ως σταθεροποιητή θεωρήθηκαν υπεύθυνα για ένα δυσανάλογο μερίδιο του συνολικού αριθμού. Σε ασθενείς σε κίνδυνο, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης προϊόντων ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης που δεν περιέχουν αυτά τα έκδοχα. Το Hepatect CP δεν περιέχει σακχαρόζη, μαλτόζη ή γλυκόζη.
Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας (ΑΜS)
Έχουν υπάρξει αναφορές εμφάνισης του συνδρόμου άσηπτης μηνιγγίτιδας σε συνδυασμό με τη θεραπεία IVIg. Το σύνδρομο ξεκινά συνήθως μέσα σε διάστημα λίγων ωρών έως και 2 ημερών μετά από τη θεραπεία IVIg. Μελέτες σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι συχνά θετικές με πλειοκυττάρωση που φθάνει έως και αρκετές χιλιάδες κύτταρα ανά mm3, κυρίως από την κοκκιοκυτταρική σειρά και αυξημένα επίπεδα πρωτεΐνης έως και αρκετές εκατοντάδες mg/dl.
Το σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας μπορεί να συμβεί συχνότερα μαζί με θεραπεία IVIg υψηλής δόσης (2 g/kg).
Οι ασθενείς που παρουσιάζουν τέτοια σημεία και συμπτώματα θα πρέπει να υποβάλλονται σε ενδελεχή νευρολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένων αναλύσεων ΕΝΥ, προκειμένου να αποκλείονται άλλα αίτια πρόκλησης μηνιγγίτιδας.
Η διακοπή της θεραπείας IVIg οδήγησε σε υποχώρηση του AMS εντός λίγων ημερών χωρίς επιπλοκές.
Αιμολυτική αναιμία Τα προϊόντα IVIg μπορεί να περιέχουν αντισώματα ομάδων αίματος, τα οποία ενδέχεται να δράσουν ως αιμολυσίνες και να επιφέρουν in vivo επίστρωση των ερυθροκυττάρων με ανοσοσφαιρίνη, προκαλώντας έτσι μια θετική άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) και, σπανίως, αιμόλυση. Η αιμολυτική αναιμία μπορεί να αναπτυχθεί μετά από θεραπεία IVIg λόγω αυξημένου εγκλωβισμού των ερυθροκυττάρων (RBC). Οι λήπτες IVIg θα πρέπει να παρακολουθούνται ως προς κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης.
Ουδετεροπενία/Λευκοπενία Παροδική μείωση του αριθμού ουδετερόφιλων και/ή επεισόδια ουδετεροπενίας, ορισμένες φορές βαριά, έχουν αναφερθεί μετά τη θεραπεία με IVIg. Αυτό συνήθως συμβαίνει εντός μερικών ωρών ή ημερών από τη χορήγηση της IVIg και υποχωρεί αυτόματα εντός 7 έως 14 ημερών.
Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)
Στους ασθενείς που λαμβάνουν IVIg, έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές οξέος μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος [Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)]. Η TRALI
χαρακτηρίζεται από βαριά υποξία, δύσπνοια, ταχύπνοια, κυάνωση, πυρετό και υπόταση. Τα συμπτώματα της TRALI αναπτύσσονται συνήθως κατά τη διάρκεια μιας μετάγγισης ή εντός 6 ωρών από τη μετάγγιση, συχνά εντός 1-2 ωρών. Ως εκ τούτου, οι λήπτες IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών και, σε αντίστοιχη περίπτωση, η έγχυση της IVIg θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Η TRALI είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση που απαιτεί άμεση διαχείριση στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Εμβόλια με ζώντες εξασθενημένους ιούς Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να επηρεάσει για μια περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων και μέχρι 3 μήνες τη δραστικότητα των εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους ιούς, όπως η ερυθρά, η παρωτίτιδα, η ιλαρά και η ανεμευλογιά. Μετά τη χορήγηση του προϊόντος αυτού, πρέπει να μεσολαβήσει ένα διάστημα 3 μηνών, πριν από τον εμβολιασμό με εμβόλιο με ζώντες εξασθενημένους ιούς. Στην περίπτωση του εμβολιασμού κατά της ιλαράς, αυτή η επίδραση μπορεί να επιμείνει για μέχρι και 1 χρόνο. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς που λαμβάνουν εμβόλιο για την ιλαρά θα πρέπει να ελέγχουν την κατάσταση των αντισωμάτων τους.
Διουρητικά της αγκύλης Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών της αγκύλης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Οι αλληλεπιδράσεις που παρατίθενται ισχύουν για ενήλικες και παιδιά.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η ασφάλεια αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος για χρήση, κατά την κύηση, δεν έχει αποδειχθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και επομένως θα πρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχή σε εγκύους γυναίκες και θηλάζουσες μητέρες. Έχει φανεί πως τα ενδοφλέβια προϊόντα ανοσοσφαιρίνης G διαπερνούν τον πλακούντα, περισσότερο κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου. Η κλινική εμπειρία από τις ανοσοσφαιρίνες υποδεικνύει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη διάρκεια της κύησης στο έμβρυο ή στο νεογνό.
Θηλασμός Οι ανοσοσφαιρίνες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν αναμένονται αρνητικές επιδράσεις σε θηλάζοντα νεογνά/βρέφη.
Γονιμότητα Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδεικνύει πως δεν πρέπει να αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Hepatect CP έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιμένουν ώσπου αυτές να υποχωρήσουν πλήρως προτού οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες (με φθίνουσα συχνότητα) περιλαμβάνουν (βλ. επίσης παράγραφο 4.4):
• ρίγη, κεφαλαλγία, ζάλη, πυρετός, έμετος, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, αρθραλγία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και μέτριου βαθμού οσφυαλγία
• αναστρέψιμες αιμολυτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ομάδες αίματος Α, Β και ΑΒ και (σπανίως) αιμολυτική αναιμία που απαιτεί μετάγγιση
• (σπανίως) ξαφνική πτώση της αρτηριακής πίεσης και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αναφυλακτική καταπληξία, ακόμη και εάν ο ασθενής δεν έχει εμφανίσει υπερευαισθησία σε προηγούμενη χορήγηση
• (σπανίως) παροδικές δερματικές αντιδράσεις (μεταξύ άλλων δερματικός ερυθηματώδης λύκος - συχνότητα μη γνωστή)
• (πολύ σπάνια) θρομβοεμβολικές αντιδράσεις, όπως έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
• περιπτώσεις αναστρέψιμης άσηπτης μηνιγγίτιδας
• περιπτώσεις αυξημένων επιπέδων κρεατινίνης ορού και/ή εμφάνιση οξείας νεφρικής ανεπάρκειας
• περιπτώσεις οξείας πνευμονικής βλάβης σχετιζόμενης με μετάγγιση (TRALI)
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε μορφή πίνακα:
Ο παρακάτω πίνακας ακολουθεί την κατηγοριοποίηση σύμφωνα με την κατηγορία/οργανικό σύστημα MedDRA (ΚΟΣ και Επίπεδο Προτιμώμενου Όρου). Οι συχνότητες αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές:
Σε τέσσερις κλινικές δοκιμές δεν εντοπίστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες με το Hepatect CP.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία και από μη παρεμβατικές μελέτες (συχνότητες μη γνωστές – δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα):
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτικό σοκ, υπερευαισθησία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, ζάλη |
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματική αντίδραση, εξάνθημα, κνησμός |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία, κακουχία |
χορήγησης Για πληροφορίες ασφάλειας όσον αφορά τους μεταδιδόμενους παράγοντες, βλ. παράγραφο 4.4 Παιδιατρικός πληθυσμός Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα παιδιά αναμένονται να είναι ίδιες με αυτές στους ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον:
Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 032040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία των ανοσοσφαιρινών μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση υγρών (fluid overload) και αύξηση του ιξώδους, ιδιαίτερα σε ασθενείς με κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ασθενών ή ασθενών με καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άνοσοι οροί και ανοσοσφαιρίνες / ειδικές ανοσοσφαιρίνες / ανοσοσφαιρίνη για την ηπατίτιδα Β Κωδικός ATC: J06BB04 Η ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη ηπατίτιδας Β περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με υψηλή περιεκτικότητα σε αντισώματα ενάντια του αντιγόνου επιφάνειας του ιού της ηπατίτιδας Β (HBs).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η βιοδιαθεσιμότητα της ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης για την ηπατίτιδα Β για ενδοφλέβια χρήση είναι πλήρης και άμεση.
Η IgG κατανέμεται γρήγορα μεταξύ του πλάσματος και του εξωαγγειακού υγρού.
To Hepatect CP έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 22 ημέρες. Αυτός ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή.
Η IgG και τα συμπλέγματα της IgG διασπώνται σε κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι ανοσοσφαιρίνες είναι φυσιολογικά συστατικά στοιχεία του ανθρώπινου οργανισμού. Μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων και τοξικότητας στα έμβρυα δεν θεωρούνται πρακτικής σημασίας, λόγω της ανάπτυξης αντισωμάτων και της επίδρασης από την ανάπτυξη αυτών. Οι επιδράσεις του φαρμάκου στο ανοσοποιητικό σύστημα των νεογνών δεν έχουν μελετηθεί.
Επειδή από την κλινική εμπειρία δεν παρέχονται ενδείξεις για ογκογόνες και μεταλλαξιογόνες επιδράσεις των ανοσοσφαιρινών, δεν θεωρούνται απαραίτητες πειραματικές μελέτες, ιδιαιτέρως σε ετερογενή είδη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Γλυκίνη Ύδωρ για ενέσιμα.
6.2 Ασυμβατότητες
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ή με οποιαδήποτε άλλο προϊόν IVIg.
Δεν πρέπει να προστίθενται στο διάλυμα του Hepatect CP άλλα παρασκευάσματα, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αλλαγή στη συγκέντρωση των ηλεκτρολυτών ή στο pH μπορεί να προκαλέσει καθίζηση (κατακρήμνιση) ή μετουσίωση των πρωτεϊνών.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2 °C – 8 °C). Μην καταψύχετε.
Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το Hepatect CP είναι διάλυμα για έγχυση, έτοιμο προς χρήση και περιέχεται σε φιαλίδια (γυαλί τύπου ΙΙ) με ελαστικό πώμα (βρωμοβουτύλιο) και καπάκι (αλουμίνιο):
Συσκευασία 1 φιαλιδίου με 2 mL, 10 mL, 40 mL ή 100 mL διαλύματος.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
To προϊόν πρέπει να φέρεται σε θερμοκρασία δωματίου ή σώματος πριν από τη χρήση.
Το διάλυμα πρέπει να χορηγείται αμέσως μετά το άνοιγμα του περιέκτη.
Το διάλυμα θα πρέπει να είναι διαυγές ή ελαφρώς οπαλίζον και άχρωμο έως υποκίτρινο.
Μη χρησιμοποιείτε διαλύματα που είναι θολά ή περιέχουν ίζημα.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Κάτοχος άδειας κυκλοφορίας ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.
Οδός Τατοΐου, 146 71 Νέα Ερυθραία Τηλ.: 210.8009111-120 Φαξ: 210.8071573 Παραγωγός Biotest Pharma GmbH Landsteinerstrasse 5 63303 Dreieich Germany Τηλ.: +49 6103 801-0 Φαξ: +49 6103 801-150 E-mail: mail@biotest.com Το προϊόν αυτό προορίζεται μόνο για νοσοκομειακή χρήση
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
91235/14/10-09-2018
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 10-09-2018
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
11/2019