Clinio Logo
Clinio
HEXAFLU-DAY-NIGHT › ΠΧΠ

HEXAFLU-DAY-NIGHT — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

HEXAFLU® Day & Night, δισκία 500mg/60mg και επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 500/25mg

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε λευκό δισκίο (ημέρας) περιέχει 500 mg παρακεταμόλη 60 mg υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη Κάθε μπλε δισκίο (νυκτός) περιέχει 500 mg παρακεταμόλη 25 mg υδροχλωρική διφαινυδραμίνη Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο Ημέρας Λευκό αμφίκυρτο επίμηκες δισκίο, μήκους 15.8-16.1mm, πλάτους 8.4-8.7mm και πάχους 6.5-6.8mm με διαχωριστική εγκοπή στην μία πλευρά· η ένδειξη «A7C»

είναι χαραγμένη εκατέρωθεν της εγκοπής. Η διαχωριστική εγκοπή διευκολύνει τη θραύση του δισκίου και την κατάποσή του και όχι τον διαχωρισμό σε ίσες δόσεις.

Δισκίο Νυκτός Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Κυανά, άοσμα, στρογγυλά και αμφίκυρτα δισκία, με διάμετρο 12,6-13mm και πάχος 5,6mm

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το HEXAFLU® Day & Night ενδείκνυται για τη βραχυχρόνια συμπτωματική θεραπεία της ρινικής συμφόρησης και της συμφόρησης των κόλπων του προσώπου που σχετίζονται με συμπτώματα του κρυολογήματος και της γρίπης κατά τη διάρκεια της μέρας όπως άλγος, κεφαλαλγία και/ή πυρετός, σε συνδυασμό με συμπτώματα κατά τη διάρκεια της νύκτας, τα οποία καθιστούν δύσκολο τον ύπνο.

Το HEXAFLU® Day & Night ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες και εφήβους ηλικίας 15 έως 17 ετών.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες και έφηβοι άνω των 15 ετών:

Θα πρέπει να λαμβάνονται τέσσερα δισκία ημερησίως.

Ένα λευκό δισκίο (παρακεταμόλη και ψευδοεπινεφρίνη) κάθε 4 έως 6 ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας (ένα δισκίο το πρωί, ένα το μεσημέρι και ένα το απόγευμα). Να μην λαμβάνονται περισσότερα από 3 λευκά δισκία ημέρας εντός 24ώρου.

Ένα κυανό δισκίο (παρακεταμόλη και διφαινυδραμίνη) να λαμβάνεται τη νύχτα.

Να μη λαμβάνονται τα δισκία νυκτός κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό τους εάν τα συμπτώματα επιμένουν για περισσότερες από 3 ημέρες ή εάν επιδεινώνονται (βλέπε παράγραφο 4.4).

Παιδιά και έφηβοι κάτω των 15 ετών Δεν συστήνεται για παιδιά και εφήβους κάτω των 15 ετών.

Ηλικιωμένοι Η εμπειρία έχει δείξει ότι η συνήθης δόση ενηλίκων είναι συνήθως η ενδεικνυόμενη. Ωστόσο, σε αδύναμα, κλινοστατισμένα, ηλικιωμένα άτομα ή σε ηλικιωμένους ασθενείς με νεφρική ή ηπατική βλάβη, μια μείωση στην ποσότητα ή στην συχνότητα της δοσολογίας μπορεί να κριθεί αναγκαία.

Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 60mg/kg/ημέρα (έως μια μέγιστη δόση 2g παρακεταμόλης ημερησίως) στις ακόλουθες καταστάσεις, εκτός και αν υπάρχει διαφορετική οδηγία από ιατρό:

• Βάρος μικρότερο των 50 κιλών

• Χρόνιος αλκοολισμός

• Αφυδάτωση

• Χρόνια πλημμελής θρέψη Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή Σύνδρομο Gilbert, η δόση πρέπει να μειωθεί ή το μεσοδιάστημα των δόσεων να αυξηθεί.

Η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2g παρακεταμόλης/ημέρα, εκτός και αν υπάρχει διαφορετική οδηγία από ιατρό.

Νεφρική δυσλειτουργία Το HEXAFLU® Day & Night πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.4).

Συνιστάται κατά τη χορήγηση παρακεταμόλης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία να μειώνεται η δόση και να αυξάνεται το ελάχιστο

μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων σε όχι λιγότερο από 6 ώρες, εκτός και αν υπάρχει διαφορετική οδηγία από ιατρό. Δείτε τον παρακάτω πίνακα:

Ενήλικες:

Ρυθμός σπειραματικής διήθησηςΔόση
10-50 ml/min500mg κάθε 6 ώρες
<10ml/min500mg κάθε 8 ώρες

Τρόπος χορήγησης Για από στόματος χρήση.

4.3 Αντενδείξεις

Το HEXAFLU® Day & Night αντενδείκνυται σε ασθενείς με:

• Υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη, ψευδοεπινεφρίνη, διφαινυδραμίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Ταυτόχρονη χρήση άλλων συμπαθητικομιμητικών αποσυμφορητικών, βήτα αναστολέων ή αναστολέων μονοαμινοοξειδασης (MAOI) ή εντός 14 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με αναστολείς μονοαμινοοξειδάσης (βλέπε παράγραφο 4.5). Η ταυτόχρονη χρήση των MAOI μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρτηριακής πίεσης και/ή κρίση υπέρτασης.

• Καρδιαγγειακή νόσος συμπεριλαμβανομένης της υπέρτασης

• Σακχαρώδης διαβήτης

• Φαιοχρωμοκύτωμα

• Υπερθυρεοειδισμός

• Γλαύκωμα κλειστής γωνίας

• Σοβαρή οξεία ή χρόνια νεφρική νόσος/νεφρική ανεπάρκεια Κατακράτηση ούρων σε ασθενείς με κίνδυνο εκδήλωσης αναπνευστικής ανεπάρκειας

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η παρακεταμόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή στις ακόλουθες περιπτώσεις (βλέπε παράγραφο 4.2)

• Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Χρόνιος αλκοολισμός

• Νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≤ 50ml/min)

• Σύνδρομο Gilberts (οικογενής μη αιμολυτικός ίκτερος)

• Ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την ηπατική λειτουργία

• Ανεπάρκεια γλυκοζο-6-φωσφορικής αφυδρογονάσης

• Αιμολυτική αναιμία

• Ανεπάρκεια γλουταθειόνης

• Αφυδάτωση

• Χρόνια πλημμελής θρέψη

• Βάρος μικρότερο των 50 κιλών

• Ηλικιωμένοι ασθενείς Ηπατοτοξικότητα σε θεραπευτική δόση παρακεταμόλης Περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας που προκαλείται από παρακεταμόλη, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν παρακεταμόλη σε δόσεις εντός του θεραπευτικού εύρους. Αυτές οι περιπτώσεις αναφέρθηκαν σε ασθενείς με έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων του χαμηλού σωματικού βάρους (<50 Kg), της της νεφρικής δυσλειτουργίας και της έκπτωσης της ηπατικής λειτουργίας, του χρόνιου αλκοολισμού, της ταυτόχρονης λήψης ηπατοτοξικών φαρμάκων και σε οξύ και χρόνιο υποσιτισμό (χαμηλά αποθέματα ηπατικής γλουταθειόνης) . Η παρακεταμόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με αυτούς τους παράγοντες κινδύνου. Συνιστάται επίσης προσοχή σε ασθενείς σε ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που επάγουν ηπατικά ένζυμα και σε καταστάσεις που μπορεί να προδιαθέτουν σε ανεπάρκεια γλουταθειόνης (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.9).

Οι δόσεις παρακεταμόλης θα πρέπει να επανεξετάζονται ανά κλινικά κατάλληλα διαστήματα και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση νέων παραγόντων κινδύνου για ηπατοτοξικότητα που μπορεί να δικαιολογούν προσαρμογή της δόσης.

Η παρατεταμένη ή συχνή χρήση δεν ενθαρρύνεται.

Θα πρέπει να συστήνεται στους ασθενείς να μην λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα σκευάσματα που περιέχουν παρακεταμόλη.

Προειδοποίηση υπερδοσολογίας παρακεταμόλης: Η λήψη μεγαλύτερης από τη συνιστώμενη δόση (υπερδοσολογία) μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή ηπατική βλάβη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, θα πρέπει να αναζητηθεί αμέσως ιατρική βοήθεια. Η επείγουσα ιατρική φροντίδα είναι κρίσιμη για ενήλικες καθώς και για παιδιά ακόμα κι αν δεν παρατηρήσετε σημεία ή συμπτώματα.

Η λήψη πολλαπλών ημερήσιων δόσεων σε μία χορήγηση μπορεί να βλάψει σοβαρά το ήπαρ. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να αναζητηθεί άμεσα ιατρική βοήθεια.

Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη χρήση του προϊόντος από ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (ιδιαίτερα εάν συνυπάρχει καρδιαγγειακή νόσος). Οι κίνδυνοι από την υπερδοσολογία είναι μεγαλύτεροι σε εκείνους με μη κιρρωτική αλκοολική νόσο του ήπατος.

Οι ασθενείς με νόσο του ήπατος πρέπει να αναζητούν ιατρική συμβουλή πριν από τη χρήση.

Προειδοποίηση για το αλκοόλ: Οι χρόνιοι χρήστες αλκοόλ θα πρέπει να ρωτήσουν τον ιατρό τους εάν πρέπει να λαμβάνουν παρακεταμόλη (βλέπε παράγραφο 4.5).

Γενικά, τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη πρέπει να λαμβάνονται για λίγες μόνο ημέρες χωρίς τη συμβουλή ιατρού ή οδοντιάτρου και όχι σε υψηλές δόσεις.

Εάν εμφανιστεί υψηλός πυρετός ή σημάδια δευτερογενούς λοίμωξης ή εάν τα συμπτώματα επιμένουν για περισσότερο από 3 ημέρες, θα πρέπει να συμβουλευτείτε ιατρό.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως δερματικά εξανθήματα, αγγειοοίδημα και αναφυλαξία έχουν αναφερθεί σπάνια με παρακεταμόλη (βλέπε Παράγραφο 4.8).

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), Tοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν παρακεταμόλη. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τα σημεία σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και η χρήση του φαρμάκου θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα με την εμφάνιση δερματικού εξανθήματος ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) μπορεί να εμφανιστούν με σκευάσματα που περιέχουν ψευδοεφεδρίνη. Αυτή η οξεία φλυκταινώδης κρίση μπορεί να παρουσιαστεί εντός των πρώτων 2 ημερών της θεραπείας, με πυρετό και πολλές, μικρές, κυρίως μη θυλακικές φλύκταινες που αναπτύσσονται πάνω σε ένα εκτεταμένο οιδηματώδες ερύθημα και εντοπίζονται κυρίως στις πτυχές του δέρματος, στον κορμό και στα άνω άκρα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Εάν παρατηρηθούν σημεία και συμπτώματα όπως πυρεξία, ερύθημα ή πολλές μικρές φλύκταινες, η χορήγηση του συγκεκριμένου φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα εάν χρειαστεί.

Ισχαιμική οπτική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας με ψευδοεφεδρίνη. Η ψευδοεφεδρίνη πρέπει να διακόπτεται εάν εκδηλωθεί ξαφνική απώλεια της όρασης ή μείωση οπτικής οξύτητας, όπως σκότωμα.

Ισχαιμική κολίτιδα Έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις ισχαιμικής κολίτιδας με την ψευδοεφεδρίνη. Η ψευδοεφεδρίνη πρέπει να διακόπτεται και να ζητείται ιατρική συμβουλή εάν εμφανιστεί ξαφνικό κοιλιακό άλγος, αιμορραγία από το ορθό ή άλλα συμπτώματα ισχαιμικής κολίτιδας.

Παρόλο που η ψευδοεφεδρίνη δεν έχει σχεδόν καμία επίδραση σε νορμοτασικούς ασθενείς, αυτό το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιυπερτασικά φάρμακα, τρικυκλικά

αντικαταθλιπτικά ή άλλους συμπαθομιμητικούς παράγοντες (όπως κατασταλτικά της όρεξης και ψυχοδιεγερτικά τύπου αμφεταμίνης). Οι επιδράσεις μιας εφάπαξ δόσης στην αρτηριακή πίεση αυτών των ασθενών θα πρέπει να παρατηρηθούν πριν γίνει σύσταση για επαναλαμβανόμενη ή μη επιβλεπόμενη θεραπεία.

Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) και σύνδρομο αναστρέψιμης εγκεφαλικής αγγειοσύσπασης (RCVS)

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις PRES και RCVS με τη χρήση προϊόντων που περιέχουν ψευδοεφεδρίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος αυξάνεται σε ασθενείς με σοβαρή ή ανεξέλεγκτη υπέρταση ή με σοβαρή οξεία ή χρόνια νεφρική νόσο/νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3).

Η ψευδοεφεδρίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να αναζητείται άμεση ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: ξαφνική σοβαρή κεφαλαλγία ή κεραυνοβόλος κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις και/ή οπτικές διαταραχές. Οι περισσότερες αναφερόμενες περιπτώσεις PRES και RCVS υποχώρησαν μετά τη διακοπή και την κατάλληλη θεραπεία.

Αυτό το προϊόν αντενδείκνυται για χρήση σε ασθενείς με νόσο του θυρεοειδούς, διαβήτη, γλαύκωμα και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.3).

Ασθενείς με δυσκολία στην ούρηση και/ή διόγκωση του προστάτη, θα πρέπει να συμβουλεύονται ιατρό πριν από τη χρήση ψευδοεφεδρίνης Αυτό το προϊόν μπορεί να δράσει ως διεγερτικός παράγοντας του κεντρικού νευρικού συστήματος, προκαλώντας υπερπυρεξία, τρόμο και επιληπτικούς σπασμούς. Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα όταν χρησιμοποιείται σε επιληπτικούς ασθενείς.

Εάν παρατηρηθεί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αυτό το προϊόν πρέπει να διακοπεί:

• Ψευδαισθήσεις

• Ανησυχία

• Διαταραχές ύπνου Πρέπει να γίνεται προσεκτική χρήση από ασθενείς με αποφρακτική αγγειακή νόσο.

Η ψευδοεφεδρίνη μπορεί να δώσει θετικά αποτελέσματα σε ορισμένα τεστ αναβολικών ουσιών.

Κίνδυνοι κατάχρησης Η ψευδοεφεδρίνη ενέχει τον κίνδυνο κατάχρησης. Οι αυξημένες δόσεις μπορεί εν τέλει να προκαλέσουν τοξικότητα. Η συνεχής χρήση μπορεί να οδηγήσει σε ανοχή με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο χορήγησης υπερβολικής δόσης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης μέγιστης δόσης και διάρκεια θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.2).

Η διφαινυδραμίνη μπορεί να ενισχύσει τα κατασταλτικά αποτελέσματα των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων του κεντρικού νευρικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων του αλκοόλ, των κατασταλτικών και των ηρεμιστικών. Κατά τη λήψη αυτού του προϊόντος, αποφύγετε τα αλκοολούχα ποτά και συμβουλευτείτε έναν επαγγελματία υγείας πριν τη λήψη σε συνδυασμό με κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος.

(βλέπε παράγραφο 4.5).

Οι ασθενείς με τις ακόλουθες καταστάσεις θα πρέπει να συμβουλεύονται να συμβουλευτούν έναν ιατρό πριν από τη χρήση διφαινυδραμίνης: κάποια αναπνευστική πάθηση όπως εμφύσημα, χρόνια βρογχίτιδα ή οξύ ή χρόνιο βρογχικό άσθμα, υπερπλασία προστάτη με κατακράτηση ούρων (βλέπε παράγραφο 4.3).

Η ταυτόχρονη χρήση άλλων προϊόντων που περιέχουν παρακεταμόλη ή αποσυμφορητικά με το HEXAFLU® Day & Night μπορεί να οδηγήσει σε υπερδοσολογία και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποφεύγεται.

Μόνο για τα δισκία Νυκτός: Μπορεί να προκαλέσουν υπνηλία. Θα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα εάν επηρεάζονται (βλέπε Παραγράφους 4.7 και 4.8). Η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών πρέπει να αποφεύγεται.

Μόνο για τα δισκία νυκτός: Θα πρέπει να γίνεται σύσταση στους ασθενείς να μην γίνεται συγχορήγηση με οποιοδήποτε άλλο προϊόν που περιέχει διφαινυδραμίνη.

Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης.

Η χρήση σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο μακρού QT πρέπει να αποφεύγεται.

Θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία επίσης παρατείνουν το διάστημα QT ή οδηγούν σε υποκαλιαιμία (βλέπε επίσης παραγράφους 4.5, 4.9 και 5.3).

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA) λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με σοβαρή ασθένεια όπως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σήψη ή σε ασθενείς με υποσιτισμό ή άλλες πηγές ανεπάρκειας γλουταθειόνης (π.χ.

χρόνιος αλκοολισμός) που έλαβαν θεραπεία με παρακεταμόλη σε θεραπευτική δόση για παρατεταμένη περίοδο ή συνδυασμό παρακεταμόλης και φλουκλοξακιλλίνης, Εάν υπάρχει υποψία HAGMA λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, συνιστάται άμεση διακοπή της παρακεταμόλης και στενή παρακολούθηση. Η μέτρηση της 5-οξοπρολίνης στα ούρα μπορεί να είναι χρήσιμη για τον προσδιορισμό της πυρογλουταμικής οξέωσης ως υποκείμενης αιτίας HAGMA σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

Θα πρέπει να αναζητήσετε άμεση ιατρική συμβουλή σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ακόμα κι αν αισθάνεστε καλά. Διαβάστε προσεκτικά το συνημμένο φύλλο οδηγιών χρήσης (επισήμανση).

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, θα πρέπει να αναζητήσετε άμεση ιατρική συμβουλή, λόγω του κινδύνου μη αναστρέψιμης ηπατικήςδυσής βλάβης (φύλλο οδηγιών χρήσης).

Μη λαμβάνετε το σκεύασμα μαζί με άλλα προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη.

Μη λαμβάνετε το σκεύασμα μαζί με οποιοδήποτε άλλο προϊόν που περιέχει διφαινυδραμίνη, ακόμη και για από του δέρματος χρήση.

Χρησιμοποιήστε το όταν είναι σαφώς απαραίτητο.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

Εάν τα συμπτώματα επιμείνουν ή επιδεινωθούν, ή εάν εμφανιστούν νέα συμπτώματα, οι ασθενείς θα πρέπει να σταματήσουν τη χρήση και να συμβουλευτούν έναν ιατρό.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης MAOI και/ή RIMA:

Η ψευδοεφεδρίνη ασκεί τις αγγειοσυσταλτικές της ιδιότητες διεγείροντας τους α-αδρενεργικούς υποδοχείς και μετατοπίζοντας τη νοραδρεναλίνη από τις νευρωνικές θέσεις αποθήκευσης. Δεδομένου ότι οι MAOIs παρεμποδίζουν τον μεταβολισμό των συμπαθομιμητικών αμινών και αυξάνουν την αποθήκευση απελευθερώσιμης νοραδρεναλίνης στις απολήξεις αδρενεργικών νεύρων, οι MAOIs μπορεί να ενισχύσουν την επίδραση της ψευδοεφεδρίνης. Στην ιατρική βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί οξείες υπερτασικές κρίσεις με την ταυτόχρονη χρήση ΜΑΟ και συμπαθομιμητικών αμινών, επομένως η ταυτόχρονη χρήση τους αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).

Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς μονοαμίνης ή εντός 14 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπερτασικής κρίσης (βλέπε παράγραφο 4.3).

Συμπαθομιμητικοί παράγοντες: Η ταυτόχρονη χρήση του HEXAFLU® Day & Night με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ή συμπαθομιμητικούς παράγοντες (όπως αποσυμφορητικά, κατασταλτικά της όρεξης και διεγερτικά τύπου αμφεταμίνης), τα οποία παρεμβαίνουν στον καταβολισμό των συμπαθομιμητικών αμινών, μπορεί περιστασιακά να προκαλέσει αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Αντιυπερτασικά: Λόγω του περιεχομένου της ψευδοεφεδρίνης, αυτό το φάρμακο μπορεί να ανταγωνίζεται την υποτασική δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων που παρεμβαίνουν στη συμπαθητική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των εξής: βρετύλιο βεθανιδίνης, γουανιθιδίνη, ρεσερπίνη, δεμπρισοκίνη, αποκλειστών αδρενεργικών νευρώνων και β-αποκλειστών.

Μοκλοβεμίδη: κίνδυνος υπερτασικής κρίσης.

Λόγω της περιεκτικότητάς του σε ψευδοεφεδρίνη, η ταυτόχρονη χρήση αυτού του φαρμάκου με οξυτοκίνη ή καρδιακές γλυκοσίδες μπορεί να ενισχύσει τον κίνδυνο εμφάνισης υπέρτασης ή τον κίνδυνο ανάπτυξης αρρυθμιών αντιστοίχως.

Όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη & μεθυσεργίδη), αυτό το προϊόν μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εργοτισμού.

Αντιχολινεργικά φάρμακα: Οι επιδράσεις των αντι-χολινεργικών, π.χ.

ορισμένα ψυχοτρόπα φάρμακα (όπως τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) και η ατροπίνη, μπορεί να ενισχυθούν από αυτό το προϊόν προκαλώντας ταχυκαρδία, ξηρότητα στόματος, γαστρεντερικές διαταραχές, π.χ. κολικό, κατακράτηση ούρων και κεφαλαλγία.

Αναισθητικοί παράγοντες: Η ταυτόχρονη χρήση με αλογονωμένα αναισθητικά μέσα όπως χλωροφόρμιο, κυκλοπροπάνιο, αλοθάνη, ενφλουράνιο ή ισοφλουράνιο μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει τις κοιλιακές αρρυθμίες.

Η χρόνια χρήση αλκοόλ μπορεί να αυξήσει την ηπατοτοξικότητα της υπερδοσολογίας παρακεταμόλης και να συμβάλει ώστε ένας ασθενής που είχε λάβει υπερβολική δόση παρακεταμόλης να αναπτύξει οξεία παγκρεατίτιδα. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να μειώσει την ικανότητα ενός ατόμου να μεταβολίσει μεγάλες δόσεις παρακεταμόλης, η ημίσεια ζωής της οποίας στο πλάσμα μπορεί να παραταθεί.

Η χρήση φαρμάκων που επάγουν ηπατικά μικροσωμικά ένζυμα, όπως αντισπασμωδικά και από στόματος αντισυλληπτικά, ενδέχεται να αυξήσει τον βαθμό του μεταβολισμού της παρακεταμόλης, με αποτέλεσμα μειωμένες συγκεντρώσεις παρακεταμόλης στο πλάσμα και ταχύτερο ρυθμό αποβολής.

Η ταχύτητα απορρόφησης της παρακεταμόλης μπορεί να αυξηθεί από φάρμακα που διεγείρουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, όπως η μετοκλοπραμίδη ή η δομπεριδόνη ενώ η απορρόφηση να μειωθεί από φάρμακα που καθυστερούν την εκκένωση του γαστρικού συστήματος και από τη χολεστυραμίνη.

Η αντιπηκτική δράση της βαρφαρίνης και άλλων κουμαρινικών παραγόντων μπορεί να ενισχυθεί από την παρατεταμένη τακτική χρήση παρακεταμόλης με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας· οι περιστασιακές δόσεις δεν έχουν σημαντική επίδραση.

Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η παρακεταμόλη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με φλουκλοξακιλλίνη, καθώς η ταυτόχρονη λήψη έχει συσχετιστεί με μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων, λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλέπε παράγραφο 4.4).

Η διφαινυδραμίνη ενδέχεται να ενισχύσει τις επιδράσεις του αλκοόλ και άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων αλκοόλ, κατασταλτικών και ηρεμιστικών (βλέπε παράγραφο 4.4).

Η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία επίσης παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. αντι-αρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙ, ορισμένα αντιβιοτικά, φάρμακα κατά της ελονοσίας, νευροληπτικά) ή οδηγούν σε υποκαλιαιμία (π.χ. ορισμένα διουρητικά) θα πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε επίσης παραγράφους 4.4, 4.9 και 5.3)

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση συνδυασμού διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης και ψευδοεφεδρίνης σε έγκυο γυναίκα.

Το HEXAFLU® Day & Night δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας για τη μητέρα υπερτερεί οποιουδήποτε δυνητικού κινδύνου για το αναπτυσσόμενο έμβρυο.

Παρακεταμόλη: Μεγάλος όγκος δεδομένων για έγκυες γυναίκες δεν διαπιστώνει ούτε δυσμορφία, ούτε τοξικότητα για το έμβρυο/νεογνό.

Επιδημιολογικές μελέτες για τη νευρολογική ανάπτυξη παιδιών που εκτέθηκαν σε παρακεταμόλη στη μήτρα παρέχουν ασαφή αποτελέσματα.

Εάν απαιτείται κλινικά, η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης , ωστόσο θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα και στη χαμηλότερη δυνατή συχνότητα.

Όταν χορηγείται στη μητέρα σε τυποποιημένες δόσεις, η παρακεταμόλη διαπερνά τον πλακούντα και εισέρχεται στην εμβρυϊκή κυκλοφορία μέσα σε 30 λεπτά μετά την κατάποση και μεταβολίζεται αποτελεσματικά από το έμβρυο μέσω σύζευξης με θειικό οξύ.

Ψευδοεφεδρίνη: Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Η χρήση υδροχλωρικής ψευδοεφεδρίνης μειώνει τη

ροή του αίματος της μητέρας στη μήτρα, αλλά τα κλινικά δεδομένα είναι ανεπαρκή όσον αφορά τις επιδράσεις στην κύηση.

Διφαινυδραμίνη: Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές διφαινυδραμίνης σε έγκυες γυναίκες. Με βάση μελέτες σε ζώα, η διφαινυδραμίνη δεν αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών (βλέπε παράγραφο 5.3). Δεν υπάρχουν ωστόσο επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η διφαινυδραμίνη είναι γνωστό ότι διαπερνά τον πλακούντα. Η χρήση καταπραϋντικών αντιισταμινικών κατά το τρίτο τρίμηνο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στο νεογνό.

Θηλασμός Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές παρακεταμόλης σε θηλάζουσες γυναίκες. Η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις (0,1% έως 1,85% της ληφθείσας μητρικής δόσης).

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές παρακεταμόλης σε θηλάζουσες γυναίκες. Η ψευδοεφεδρίνη κατανέμεται και συμπυκνώνεται στο μητρικό γάλα και μπορεί να επηρεάσει ένα θηλάζον βρέφος (ευερεθιστότητα, υπερβολικό κλάμα και αλλαγές στο πρόγραμμα ύπνου). Έως και το 0,7% μιας εφάπαξ δόσης ψευδοεφεδρίνης 60 mg μπορεί να κατανεμηθεί στο μητρικό γάλα σε ένα 24ωρο. Οι συγκεντρώσεις ψευδοεφεδρίνης στο γάλα είναι 2 έως 3 φορές υψηλότερες από αυτές στο πλάσμα. Αυτό το προφίλ κατανομής φαρμάκου στο γάλα/πλάσμα υποδηλώνει χαμηλή δέσμευση πρωτεϊνών, αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα δέσμευσης πρωτεϊνών στο πλάσμα όσον αφορά ανθρώπους. Δεδομένα από μια μελέτη μητέρων που θηλάζουν και λαμβάνουν 60 mg ψευδοεφεδρίνης κάθε 6 ώρες δείχνουν ότι ποσοστό από 2,2 έως 6,7% της μέγιστης ημερήσιας δόσης (240 mg) μπορεί να είναι διαθέσιμο στο βρέφος από μια μητέρα που θηλάζει.

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές διφαινυδραμίνης σε θηλάζουσες γυναίκες. Η διφαινυδραμίνη διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά δεν έχουν αναφερθεί επίπεδα. Αν και τα επίπεδα δεν θεωρείται ότι είναι αρκετά υψηλά μετά από θεραπευτικές δόσεις ώστε να επηρεάσουν το βρέφος, δεν συνιστάται η χρήση διφαινυδραμίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Τα νεογέννητα ή τα πρόωρα βρέφη εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία στα αντιισταμινικά.

Αυτό το προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης ή της γαλουχίας εκτός εάν το πιθανό όφελος της θεραπείας για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το αναπτυσσόμενο έμβρυο ή το θηλάζον βρέφος.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις αυτού του φαρμάκου στη γονιμότητα του ανθρώπου.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το HEXAFLU® Day & Night έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Το HEXAFLU® Day & Night μπορεί να προκαλέσει υπνηλία. Εάν σας επηρεάσει, μην οδηγείτε ή χειρίζεστε μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κλινικές δοκιμές Δεν υπήρξαν ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες με επαρκή δεδομένα ανεπιθύμητων ενεργειών για τον συνδυασμό διφαινυδραμίνης, παρακεταμόλης και ψευδοεφεδρίνης. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν από ≥ 1% των συμμετεχόντων σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο σε δοκιμές διφαινυδραμίνης μεμονωμένα, ψευδοεφεδρίνης μεμονωμένα ή σε συνδυασμό διφαινυδραμίνης/παρακεταμόλης ή παρακεταμόλης/ψευδοεφεδρίνης και περιλαμβάνονται ως ανεπιθύμητες ενέργειες στις αντίστοιχες πληροφορίες ασφάλειας: ζάλη, υπνηλία, ξηροστομία, ναυτία, αδυναμία, αϋπνία και νευρικότητα.

Δεδομένα μετά την κυκλοφορία:

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν κατά τη μετά την κυκλοφορία κλινική εμπειρία με διφαινυδραμίνη, παρακεταμόλη, ψευδοεφεδρίνη ή το συνδυασμό αυτών περιλαμβάνονται παρακάτω. Οι συχνότητες παρέχονται σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση:

Πολύ συχνές ≥1/10 Συχνές ≥1/100 και <1/10 Όχι συχνές ≥1/1.000 και <1/100 Σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1.000 Πολύ σπάνιες <1/10.000 Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Κατηγορία οργανικού συστήματοςΑνεπιθύμητη ΕνέργειαΣυχνότητα
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματοςΑναφυλακτική αντίδραση, υπερευαισθησίαΜη γνωστής συχνότητας
ΔιερευνήσειςΑύξηση αρτηριακής πίεσης, αύξηση τρανσαμινασώνΜη γνωστής συχνότητας
Ψυχιατρικές διαταραχέςΆγχος, σύγχυση, ευφορική διάθεση, ψευδαισθήσεις, οπτική ψευδαίσθηση, ανησυχία, ευερεθιστότηταΜη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΔιέγερση, μη φυσιολογικός συντονισμός, σπασμός, κεφαλαλγία, παραισθησία, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, καταστολή, διαταραχές του ύπνου, τρόμος, υπνηλία, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο † σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (PRES) (βλέπε ενότητα 4.4), σύνδρομο αναστρέψιμης εγκεφαλικής αγγειοσύσπασης (RCVS) (βλέπε ενότητα 4.4)Μη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του οφθαλμούΘαμπή όραση, ισχαιμική οπτική νευροπάθειαΜη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθουΕμβοέςΜη γνωστής συχνότητας
Καρδιακές διαταραχέςΑίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αρρυθμία, εμφραγμα του μυοκαρδίου†Μη γνωστής συχνότητας
Αγγειακές διαταραχέςΥπότασηΜη γνωστής συχνότητας
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίουΘωρακική δυσφορία ,ξηρότητα του φάρυγγα, ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου, δύσπνοιαΜη γνωστής συχνότητας
Γαστεντερικές διαταραχέςΚοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα , διάρροια, δυσπεψία, έμετος, ισχαιμική κολίτιδαΜη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημα, κνησμός, κνησμώδες εξάνθημα, κνίδωση, αγγειοοίδημα, Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωση (AGEP), σταθερό εξάνθημαΜη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές των νεφρών και ουροποιητικού συστήματοςΚατακράτηση ούρων, δυσουρίαΜη γνωστής συχνότητας
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΈχουν αναφερθεί διαταραχές του αίματος, δυσκρασίες αίματος όπως θρομβοπενία και ακοκκιοκυτταραιμία μετά τη χρήση παρακεταμόλης, αλλά δεν σχετίζονται απαραίτητα με το φάρμακο.Μη γνωστής συχνότητας
Ηπατοχολικές διαταραχέςΈκπτωση της ηπατικής λειτουργίαςΜη γνωστής συχνότητας
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχέςΜεταβολική οξέωση με υψηλό χάσμα ανιόντωνΜη γνωστής συχνότητας

†Αυτά τα συμβάντα έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια στην ασφάλεια μετά την κυκλοφορία. Μια μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας (PASS) δεν παρείχε στοιχεία για αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου που σχετίζεται με τη χρήση αγγειοσυσταλτικών για ρινική αποσυμφόρηση, συμπεριλαμβανομένης της ψευδοεφεδρίνης.

Δεν διαπιστώθηκαν διαφορές ανάμεσα στα προφίλ ασφαλείας ενηλίκων και παιδιατρικών πληθυσμών.

†Ήπιες αυξήσεις των επιπέδων τρανσαμινασών μπορεί να παρατηρηθούν σε κάποιους ασθενείς που λαμβάνουν τυποποιημένες δόσεις. Αυτές οι αυξήσεις

δεν συνοδεύονται από ηπατική ανεπάρκεια και συνήθως υποχωρούν με συνεχιζόμενη θεραπεία ή διακοπή της λήψης παρακεταμόλης.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Μεταβολική οξέωση με υψηλό χάσμα ανιόντων Περιπτώσεις μεταβολικής οξέωσης με υψηλό χάσμα ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιούν παρακεταμόλη (βλ. παράγραφο 4.4). Η πυρογλουταμική οξέωση μπορεί να εμφανιστεί ως συνέπεια των χαμηλών επιπέδων γλουταθειόνης σε αυτούς τους ασθενείς.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607 Φαξ:+357 22608669 Ιστότοπος:www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν έχουν προσδιοριστεί ανεπιθύμητες ενέργειες που να σχετίζονται με υπερδοσολογία για το προϊόν συνδυασμού από την ανασκόπηση των δεδομένων μετά την κυκλοφορία και τη βιβλιογραφία. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται παρακάτω περιγράφουν την υπερδοσολογία για τα μεμονωμένα δραστικά συστατικά.

Ανατρέξτε στις τοπικές οδηγίες για τη θεραπεία της υπερδοσολογίας παρακεταμόλης.

Η υπερδοσολογία παρακεταμόλης μπορεί να οδηγήσει σε ηπατική βλάβη που μπορεί να είναι θανατηφόρα.

Η υπερδοσολογία παρακεταμόλης μπορεί να προκαλέσει νέκρωση κυττάρων του ήπατος που ενδέχεται να προκαλέσει πλήρη και μη αναστρέψιμη νέκρωση, με αποτέλεσμα ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και εγκεφαλοπάθεια που μπορεί να οδηγήσουν σε κώμα και θάνατο. Ταυτόχρονα, παρατηρούνται αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών (AST, ALT), γαλακτικής αφυδρογονάσης και χολερυθρίνης μαζί με αυξημένα επίπεδα προθρομβίνης που μπορεί να εμφανιστούν 12 έως 48 ώρες μετά τη χορήγηση.

Η ηπατική βλάβη είναι πιθανή σε ενήλικες και εφήβους που έχουν λάβει μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη ποσότητα παρακεταμόλης. Θεωρείται ότι οι υπερβολικές ποσότητες ενός τοξικού μεταβολίτη δεσμεύονται μη αναστρέψιμα στον ηπατικό ιστό.

Μερικοί ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατικής βλάβης από τοξικότητα παρακεταμόλης:

Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν:

Ασθενείς με ηπατική νόσο Ηλικιωμένοι ασθενείς Νεαρά παιδιά Ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο ή άλλα φάρμακα που επάγουν την έκκριση ηπατικών ενζύμων.

Ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά αιθανόλη πάνω από τις συνιστώμενες ποσότητες.

Ασθενείς με ανεπάρκεια γλουταθειόνης, π.χ. διατροφικές διαταραχές, κυστική ίνωση, λοίμωξη από HIV, λιμοκτονία, καχεξία.

Συμπτώματα Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας παρακεταμόλης εμφανίζονται γενικά εντός των πρώτων 24 ωρών και μπορεί να περιλαμβάνουν ωχρότητα, υπεριδρωσία, γενικευμένη κακουχία, μειωμένη όρεξη, ναυτία, έμετο, ανορεξία και κοιλιακό άλγος ή οι ασθενείς μπορεί να είναι ασυμπτωματικοί.

Κλινικές και εργαστηριακές ενδείξεις ηπατικής τοξικότητας μπορεί να μην γίνουν έκδηλες παρά μόνο 48 έως 72 ώρες μετά την κατάποση. Οι εκδηλώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν ηπατομεγαλία, ευαισθησία στο ήπαρ, ίκτερο, οξεία ηπατική ανεπάρκεια και ηπατική νέκρωση. Μπορεί να αυξηθούν η χολερυθρίνη του αίματος, τα ηπατικά ένζυμα, το INR, ο χρόνος προθρομβίνης, το φωσφορικό και το γαλακτικό οξύ στο αίμα. Αυτά τα κλινικά γεγονότα που σχετίζονται με υπερδοσολογία παρακεταμόλης θεωρούνται αναμενόμενα, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων συμβάντων λόγω της βαριάς ηπατικής ανεπάρκειας ή των συνεπειών της.

Οι συνέπειες της οξείας ηπατικής ανεπάρκειας που σχετίζονται με την υπερδοσολογία παρακεταμόλης (ενήλικες και έφηβοι: ≥ 12 ετών:> 7,5 g εντός 8 ωρών) θεωρούνται αναμενόμενες και μπορεί να είναι θανατηφόρες.

Αναμενόμενες συνέπειες για οξεία ηπατική ανεπάρκεια που σχετίζεται με την υπερδοσολογία παρακεταμόλης:

Κατηγορία Οργανικού ΣυστήματοςΑνεπιθύμητη Ενέργεια
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΒακτηριακή μόλυνση Μυκητιασική λοίμωξη Σήψη
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΠήξη Διάχυτη ενδαγγειακή πήξη θρομβοπενία
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχέςΥπογλυκαιμία Υποφωσφαταιμία Γαλακτική οξέωση Μεταβολική οξέωση
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΕγκεφαλικό οίδημα Κώμα (με μαζική υπερδοσολογία παρακεταμόλης ή υπερβολική δόση πολλών φαρμάκων) Εγκεφαλοπάθεια
Καρδιακές διαταραχέςΚαρδιομυοπάθεια Καρδιακές αρρυθμίες
Αγγειακές διαταραχέςΥπόταση
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου \Αναπνευστική ανεπάρκεια
Γαστρεντερικές διαταραχέςΑιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και ουροποιητικού συστήματοςΟξεία νεφρική ανεπάρκεια*
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησηςΠολυοργανική ανεπάρκεια

* Μπορεί επίσης να εμφανιστεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια με οξεία σωληναριακή νέκρωση.

Έχουν επίσης αναφερθεί καρδιακές αρρυθμίες και παγκρεατίτιδα.

Διαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος Αιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με ανεπάρκεια αφτδρογονάσης της 6- φωσφορικής γλυκόζης [G6PD]): Έχει αναφερθεί αιμόλυση σε ασθενείς με ανεπάρκεια G6PD, με χρήση παρακεταμόλης σε υπερδοσολογία.

Διαχείριση Άμεση μεταφορά στο νοσοκομείο.

Δειγματοληψία αίματος για τον προσδιορισμό της αρχικής συγκέντρωσης παρακεταμόλης στο πλάσμα. Στην περίπτωση οξείας υπερδοσολογίας ενός μεμονωμένου παράγοντα, η συγκέντρωση παρακεταμόλης στο πλάσμα πρέπει να μετρηθεί 4 ώρες μετά την κατάποση. Η χορήγηση ενεργοποιημένου άνθρακα θα πρέπει να εξεταστεί εάν η υπερδοσολογία παρακεταμόλης έχει ληφθεί μέσα στην προηγούμενη ώρα.

Το αντίδοτο Ν-ακετυλοκυστεΐνης θα πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατό σύμφωνα με τις εθνικές οδηγίες αντιμετώπισης οξείας δηλητηρίασης.

Πρέπει να ακολουθείται συμπτωματική θεραπεία.

Συμπτώματα Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε:

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: υπεργλυκαιμία, υποκαλιαιμία Ψυχιατρικές διαταραχές: διέγερση του ΚΝΣ, αϋπνία, ευερεθιστότητα, ανησυχία, άγχος, διέγερση, σύγχυση, παραλήρημα, ψευδαισθήσεις, ψύχωση Διαταραχές του νευρικού συστήματος: επιληπτικές κρίσεις, τρόμος, ενδοκράνια αιμορραγία συμπεριλαμβανομένης της ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, υπνηλία στα παιδιά Οφθαλμικές διαταραχές: μυδρίαση Καρδιακές διαταραχές: αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αντανακλαστική βραδυκαρδία, υπερκοιλιακές και κοιλιακές αρρυθμίες, δυσρυθμίες, έμφραγμα του μυοκαρδίου Αγγειακές διαταραχές: υπέρταση, υπερτασική κρίση Διαταραχές του γαστρεντερικού: ναυτία, έμετος, εντερική ισχαιμία Διαταραχές του μυοσκελετικού και του συνδετικού ιστού: ραβδομυόλυση Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: οξεία νεφρική ανεπάρκεια, δυσκολία στην ούρηση Διαχείριση Πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη διατήρηση και υποστήριξη της αναπνευστικής λειτουργίας και ελέγχου των σπασμών. Πλύση στομάχου πρέπει να πραγματοποιείται εάν ενδείκνυται. Μπορεί να είναι απαραίτητος ο καθετηριασμός της ουροδόχου κύστης. Εάν είναι επιθυμητό, η αποβολή

της ψευδοεφεδρίνης μπορεί να επιταχυνθεί με όξινη διούρηση ή με αιμοκάθαρση.

Ήπια έως μέτρια συμπτώματα - Η υπνηλία, το αντιχολινεργικό σύνδρομο (μυδρίαση, έξαψη, πυρετός, ξηροστομία, κατακράτηση ούρων, μειωμένοι ήχοι του εντέρου), ταχυκαρδία, ήπια υπέρταση, ναυτία και έμετος είναι συχνά μετά από υπερδοσολογία. Η διέγερση, η σύγχυση και οι ψευδαισθήσεις μπορεί να εμφανιστούν σε δηλητηρίαση μέτριας βαρύτητας.

Σοβαρά συμπτώματα - Οι επιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν παραλήρημα, ψύχωση, επιληπτικές κρίσεις, κώμα, υπόταση, διεύρυνση QRS και κοιλιακές ανωμαλίες του ρυθμού, συμπεριλαμβανομένων των torsades de pointes, αλλά γενικά αναφέρονται μόνο σε ενήλικες μετά από κατάποση μεγάλων ποσοτήτων του φαρμάκου. Η ραβδομυόλυση και η νεφρική ανεπάρκεια μπορεί σπάνια να αναπτυχθούν σε ασθενείς με παρατεταμένη διέγερση, κώμα ή επιληπτικές κρίσεις. Ο θάνατος μπορεί να συμβεί ως αποτέλεσμα αναπνευστικής ανεπάρκειας ή κυκλοφορικής κατέρρειψης .

Η θεραπεία της υπερδοσολογίας θα πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Μπορεί να είναι χρήσιμη η επίτευξη ταχείας γαστρικής κένωσης (όπως προκλητός εμετός ή πλύση στομάχου), και η χρήση ενεργού άνθρακα σε περιπτώσεις οξείας δηλητηρίασης. Η ενδοφλέβια χρήση φυσοστιγμίνης μπορεί να είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση σοβαρών απειλητικών για τη ζωή αντιχολινεργικών συμπτωμάτων, αλλά η χρήση της είναι αμφιλεγόμενη.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναλγητικό, Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά, Κωδικός ATC: N02BE51 Οι μεμονωμένες δραστικές ουσίες παρακεταμόλη, ψευδοεφεδρίνη και διφαινυδραμίνη είναι όλες καθιερωμένες μονοθεραπείες για την ανακούφιση του άλγουςκαι του πυρετού καθώς και των συμπτωμάτων κρυολογήματος και γρίπης.

Παρακεταμόλη: Η παρακεταμόλη είναι ένα καθιερωμένο αποτελεσματικό αναλγητικό και αντιπυρετικό που χρησιμοποιείται για τη μείωση του άλγους και του πυρετού που σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με τα κρυολογήματα και τη γρίπη. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα της παρακεταμόλης πιστεύεται ότι σχετίζονται με την αναστολή της σύνθεσης της προσταγλανδίνης, ως αποτέλεσμα της αναστολής της κυκλο-οξυγονάσης. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι είναι ένας πιο αποτελεσματικός αναστολέας της κεντρικώς δρώσας έναντι της περιφερικώς δρώσας κυκλο-οξυγονάσης. Η

παρακεταμόλη έχει μόνο αδρές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Η αντιπυρετική δράση της παρακεταμόλης φαίνεται να προέρχεται από μια άμεση δράση στα υποθαλαμικά κέντρα ρύθμισης της θερμότητας, προκαλώντας περιφερειακή αγγειοδιαστολή και επακόλουθη απώλεια θερμότητας. Η παρακεταμόλη είναι ένα πολύ καλά ανεκτό φάρμακο σε θεραπευτικές δόσεις έως 4 g/ημέρα σε ενήλικες· οι ανεπιθύμητες ενέργειες με παρακεταμόλη είναι σπάνιες και συνήθως ήπιες. Το κύριο θέμα ασφάλειας που σχετίζεται με τη χρήση παρακεταμόλης είναι η ηπατική τοξικότητά της, ειδικά μετά από υπερδοσολογία.

Η χρήση παρακεταμόλης σε θεραπευτικές δόσεις θεωρείται γενικά ασφαλής, χωρίς ειδικούς παιδιατρικούς κινδύνους. Η παρακεταμόλη προτιμάται από τα σαλικυλικά για τη θεραπεία του άλγους και του πυρετού στα παιδιά, καθώς η χρήση της δεν σχετίζεται με την ανάπτυξη του συνδρόμου Reye.

Ψευδοεφεδρίνη: Η ψευδοεφεδρίνη είναι ένα αποτελεσματικό αποσυμφορητικό που χρησιμοποιείται συχνά σε φάρμακα για το κρυολόγημα και τη γρίπη. Η ψευδοεφεδρίνη είναι ένα συμπαθομιμητικό φάρμακο που έχει ασθενή άμεση δράση αγωνιστή στους α- και β- αδρενεργικούς υποδοχείς. Ο κύριος μηχανισμός του είναι η έμμεση δράση στο σύστημα των αδρενεργικών υποδοχέων στο οποίο η ψευδοεφεδρίνη εκτοπίζει τη νορεπινεφρίνη από τα κυστίδια αποθήκευσης στους προσυναπτικούς νευρώνες. Η εκτοπισμένη νορεπινεφρίνη απελευθερώνεται στη νευρωνική σύναψη όπου είναι ελεύθερη να ενεργοποιήσει τους μετασυναπτικούς α-αδρενεργικούς υποδοχείς. Η διέγερση των α1- αδρενεργικών υποδοχέων που βρίσκονται σε αιμοφόρα αγγεία χωρητικότητας του ρινικού βλεννογόνου (μετατριχοειδείς φλεβίδες) έχει ως αποτέλεσμα αγγειοσύσπαση, μειωμένο όγκο αίματος και μείωση του όγκου του ρινικού βλεννογόνου (ρινική αποσυμφόρηση). Τα στενά αιμοφόρα αγγεία επιτρέπουν την είσοδο λιγότερων υγρών στη μύτη, το λαιμό και τις επενδύσεις των κόλπων, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα μειωμένη φλεγμονή των ρινικών μεμβρανών καθώς και μειωμένη παραγωγή βλεννογόνου. Έτσι, με τη στένωση των αιμοφόρων αγγείων, κυρίως αυτών που βρίσκονται στις ρινικές οδούς, η ψευδοεφεδρίνη προκαλεί μείωση της ρινικής συμφόρησης. . Η ψευδοεφεδρίνη είναι ουσιαστικά λιγότερο ισχυρή από την εφεδρίνη στην πρόκληση τόσο ταχυκαρδίας όσο και αύξησης της συστολικής αρτηριακής πίεσης και πολύ λιγότερο ισχυρή στην πρόκληση διέγερσης του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η ψευδοεφεδρίνη είναι ένα πολύ καλά ανεκτό φάρμακο σε θεραπευτικές δόσεις έως 240 mg/ημέρα σε ενήλικες. Δυνητικά απειλητικά για τη ζωή αποτελέσματα είναι πολύ σπάνια σε συνήθεις δόσεις και δεν έχουν αναφερθεί σοβαρές ή μη αναστρέψιμες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο συνηθισμένες ΑΕ περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, άγχος, ανησυχία και αϋπνία· δερματικά εξανθήματα και επίσχεση ούρων έχουν αναφερθεί περιστασιακά.

Η κάθαρση της ψευδοεφεδρίνης είναι ταχύτερη στα παιδιά, αντανακλώντας μικρότερο όγκο κατανομής και ταχύτερη εγγενή κάθαρση.

Υδροχλωρική διφαινυδραμίνη:

Η διφαινυδραμίνη είναι μια αιθανολαμίνη και ένας ανταγωνιστής Η1 πρώτης γενιάς. Είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας της

ισταμίνης και συνδέεται με τον υποδοχέα Η1. Οι ανταγωνιστές Η1, ιδιαίτερα οι αιθανολαμίνες, έχουν σημαντική αντιισταμινική δράση και αντιμουσκαρινική δράση και ταυτόχρονες κατασταλτικές ιδιότητες.

Ο κατασταλτικός μηχανισμός για τη διφαινυδραμίνη πιστεύεται ότι προκύπτει από τον ανταγωνισμό της κεντρικής ισταμίνης και των χολινεργικών υποδοχέων από άθικτη διφαινυδραμίνη. Η χρονική πορεία για καταστολή μετά από από στόματος δόση 50 mg συσχετίστηκε με υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και διέφερε σημαντικά από το εικονικό φάρμακο κατά τις πρώτες τρεις ώρες μετά τη χορήγηση. Η φαρμακοδυναμική της καταστολής συσχετίστηκε με τις μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της απορρόφησης και της φάσης κατανομής άλφα. Εκτός από το ότι είναι εκλεκτικό αντιισταμινικό Η1, η διφαινυδραμίνη είναι ένας ισχυρός μουσκαρινικός ανταγωνιστής. Η κατασταλτική δράση καθώς και οι αντιμουσκαρινικές ιδιότητες της διφαινυδραμίνης, η οποία μπορεί να είναι υπεύθυνη για την αλλαγή των εκκρίσεων στους αεραγωγούς, μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή του βήχα.

Η αντιβηχική ιδιότητα της διφαινυδραμίνης πιστεύεται ότι περιλαμβάνει έναν κεντρικό μηχανισμό που περιλαμβάνει το κέντρο του μυελικού βήχα.

Ωστόσο, η έναρξη στατιστικά σημαντικής αντιβηχικής δράσης όχι αργότερα από 15 λεπτά μετά την κατάποση της διφαινυδραμίνης υποδηλώνει ότι ένας περιφερειακός μηχανισμός δράσης μπορεί επίσης να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα της διφαινυδραμίνης.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Παρακεταμόλη:

Απορρόφηση:

Η από στόματος παρακεταμόλη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν εντελώς από τη γαστρεντερική οδό, κυρίως στο λεπτό έντερο. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα κυμαίνεται από 85% έως 99%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα συνήθως επιτυγχάνονται περίπου 30–60 λεπτά μετά τη χορήγηση από στόματος. Για μεμονωμένους ενήλικες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται εντός 1 ώρας μετά την κατάποση και κυμαίνονται από 14,8 έως 17,6 μg/mL για μία μονή δόση 1000 mg. Αν και οι μέγιστες συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης καθυστερούν όταν χορηγείται με τροφή, η έκταση της απορρόφησης δεν επηρεάζεται. Η παρακεταμόλη μπορεί να ληφθεί ανεξάρτητα από τις ώρες των γευμάτων.

Κατανομή:

Η παρακεταμόλη φαίνεται να είναι ευρέως κατανεμημένη στους περισσότερους ιστούς του σώματος εκτός από το λίπος. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής του είναι 0,7 έως 1 L/kg σε παιδιά και ενήλικες. Ένα σχετικά μικρό ποσοστό (10% έως 25%) της παρακεταμόλης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός:

Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και περιλαμβάνει τρεις κύριες οδούς: σύζευξη με γλυκουρονίδιο, σύζευξη με θειικό και οξείδωση μέσω της οδού του ενζύμου του κυτοχρώματος P450. Το κύριο ισοένζυμο

του κυτοχρώματος P450 που εμπλέκεται in vivo φαίνεται να είναι το CYP2E1.

Αποβολή:

Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της παρακεταμόλης είναι περίπου 1 έως 3,5 ώρες. Είναι περίπου μία ώρα περισσότερο σε κιρρωτικούς ασθενείς. Η παρακεταμόλη αποβάλλεται από το σώμα ως γλυκουρονίδια (45-60%) και θειικά (25-35%) συζυγή, θειόλες (5-10%) ως κυστεΐνη και μερκαπτουρικοί μεταβολίτες και κατεχόλες (3-6%) που απεκκρίνονται στα ούρα. Η νεφρική κάθαρση της αμετάβλητης παρακεταμόλης είναι περίπου 3,5% της δόσης.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό αυξάνεται και η κάθαρση της παρακεταμόλης μειώνεται σε αδύναμα, κλινοστατισμένα, ηλικιωμένα άτομα σε σύγκριση με ηλικιωμένα άτομα που κινητοποιούνται. Ωστόσο, η κλινική σημασία αυτών των διαφορών είναι ασαφής. Οι διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους που παρατηρούνται μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ατόμων σε καλή φυσική κατάσταση δεν θεωρούνται ιδιαίτερης κλινικής σημασίας.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα: Η βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα σε ενήλικες φαίνεται να εξαρτάται από την ποσότητα παρακεταμόλης που χορηγείται, η οποία αυξάνεται από 63% μετά από δόση 500 mg, σε σχεδόν 90% μετά από 1 ή 2 g.

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις: Τα αποτελέσματα είναι εμφανή εντός 30 λεπτών και διαρκούν μεταξύ 4 και 6 ωρών.

Ψευδοεφεδρίνη:

Απορρόφηση: Η ψευδοεφεδρίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως από τη γαστρεντερική οδό μετά από χορήγηση από στόματος. Η από στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ψευδοεφεδρίνης είναι υψηλή, όπως προσδιορίζεται από συλλογές ούρων μεγαλύτερες από το 96% των χορηγούμενων δόσεων.

Όταν η ψευδοεφεδρίνη λαμβάνεται μετά από ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, ο ρυθμός απορρόφησης μειώνεται, με αποτέλεσμα περίπου μία ώρα καθυστέρηση στην επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων. Η τροφή δεν επηρεάζει τον ρυθμό ή την έκταση της απορρόφησης της ψευδοεφεδρίνης από διάφορα σκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μετά την από στόματος χορήγηση ενός μόνο δισκίου 30 mg, επιτυγχάνεται μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 104 ± 19 ng/mL σε 1,46 ± 0,55 ώρες. Μετά από από στόματος χορήγηση μιας μονής δόσης 60 mg ως δισκία, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 180 ± 30 και 232 ± 30 ng/mL επιτυγχάνονται σε 1,94 ± 0,86 και 1,96 ± 0,62 ώρες, αντίστοιχα.

Κατανομή: Ο φαινόμενος όγκος κατανομής για την ψευδοεφεδρίνη κυμαίνεται από 2,3 έως 3,3 L/kg. Μέχρι 0,7% μιας εφάπαξ δόσης ψευδοεφεδρίνης των 60 mg μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα για 24 ώρες. Οι συγκεντρώσεις ψευδοεφεδρίνης στο γάλα είναι 2 έως 3 φορές υψηλότερες από αυτές στο πλάσμα. Αυτό το προφίλ συγκέντρωσης φαρμάκου γάλακτος/πλάσματος υποδηλώνει χαμηλή πρωτεϊνική δέσμευση,

αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα δέσμευσης πρωτεϊνών στο πλάσμα ανθρώπων. Δεδομένα από μια μελέτη μητέρων που θήλαζαν και λάμβαναν 60 mg ψευδοεφεδρίνη κάθε 6 ώρες υποδηλώνουν ότι ποσοστό από 2,2 έως 6,7% της μέγιστης ημερήσιας δόσης (240 mg) μπορεί να είναι διαθέσιμο στο βρέφος από μια μητέρα που θηλάζει.

Βιομετασχηματισμός:

Στους ενήλικες, μόνο ένα μικρό κλάσμα ψευδοεφεδρίνης μεταβολίζεται στο ήπαρ. Περίπου το 1% έως 6,2% μιας δόσης υφίσταται Ν-απομεθυλίωση προς τον μεταβολίτη, τη νορψευδοεφεδρίνη, ο οποίος απεκκρίνεται στα ούρα.

Αποβολή: Η ψευδοεφεδρίνη αποβάλλεται κυρίως με νεφρική απέκκριση ως αμετάβλητο φάρμακο. Το μεγαλύτερο μέρος μιας από στόματος δόσης (43% έως 96%) απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός 24 ωρών. Στους ενήλικες, ο χρόνος ημιζωής (t½) για ψευδοεφεδρίνη άμεσης και παρατεταμένης αποδέσμευσης κυμαίνεται από 5,5 έως 7,0 ώρες. Η αποβολή από τα ούρα επιταχύνεται και ο χρόνος ημιζωής κατά συνέπεια μειώνεται όταν τα ούρα οξινίζονται. Αντίθετα, καθώς αυξάνεται το pH των ούρων, η αποβολή από τα ούρα μειώνεται και ο χρόνος ημιζωής αυξάνεται.

Γραμμικότητα /μη γραμμικότητα: Μετά την από στόματος χορήγηση ενός μόνο δισκίου των 30 mg, επιτυγχάνεται μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 104 ± 19 ng/mL σε 1,46 ± 0,55 ώρες. Μετά από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 60 mg ως δισκία, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 180 ± 30 και 232 ± 30 ng/mL επιτυγχάνονται σε 1,94 ± 0,86 και 1,96 ± 0,62 ώρες, αντίστοιχα, σε δύο ξεχωριστές μελέτες.

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις: Τα συμπτώματα της συμφόρησης βελτιώνονται σημαντικά μετά από μία μόνο δόση από στόματος ψευδοεφεδρίνης (κάψουλα 60 mg) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στα 60, 90, 120 και 150 λεπτά μετά τη δόση.

Υδροχλωρική διφαινυδραμίνη:

Απορρόφηση: Η διφαινυδραμίνη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Τα μέγιστα επίπεδα ορού επιτυγχάνονται μεταξύ 2 - 2,5 ωρών μετά από μια από στόματος δόση. Μετά από πολλαπλές από στόματος δόσεις 50 mg διφαινυδραμίνης τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας σε τέσσερα άτομα, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις της διφαινυδραμίνης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση την τρίτη ημέρα κυμαίνονταν από 57-150 ng/mL.

Κατανομή: Η διφαινυδραμίνη είναι ευρέως κατανεμημένη σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η διφαινυδραμίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες, με συγκεντρώσεις ελεύθερου φαρμάκου 24,0 ± 1,9% και 14,8 ± 1,5% μετρημένες στο ασιατικό και το καυκάσιο πλάσμα. Σε ενήλικες με ηπατική νόσο, η δέσμευση με τις πρωτεΐνες είναι χαμηλότερη, αν και ο όγκος κατανομής είναι συγκρίσιμος με τους υγιείς ενήλικες.

Βιομετασχηματισμός: Η διφαινυδραμίνη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου με απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 72% ± 8%. Μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ με απομεθυλίωση σε Ν-δεμεθυλδιφαινυδραμίνη (DMDP).

Κλινικά φαρμακοκινητικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η διφαινυδραμίνη μπορεί να είναι αναστολέας του CYP2D6 χωρίς να μεταβολίζεται εκτενώς από αυτό το ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450.

Αποβολή:

Για τη διφαινυδραμίνη, έχουν αναφερθεί μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής από 8,5 και 11,5 ώρες σε ενήλικες σε μελέτες στις οποίες λαμβάνεται δείγμα αίματος από 24 έως 72 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε 13,6 ± 4,2 ώρες στους ηλικιωμένους και σε 15,2 ± 1,5 ώρες σε ενήλικες με κίρρωση του ήπατος. Μικρή ποσότητα αμετάβλητου φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα.

Στους ηλικιωμένους ενήλικες, ο μέσος ρυθμός κάθαρσης ήταν 11,7 ± 3,1 mL/min/kg, από την άλλη πλευρά είναι 23,3 ± 9,4 mL στους νεαρούς ενήλικες, ενώ στα παιδιά είναι 49,2 ± 22,8 mL/min/kg.

Γραμμικότητα / μη γραμμικότητα: Δεν διατίθενται δεδομένα Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις: Οι αντιβηχικές ιδιότητες της διφαινυδραμίνης πιστεύεται ότι βασίζονται σε έναν κεντρικό μηχανισμό που περιλαμβάνει το μυελώδες κέντρο του βήχα. Ωστόσο, η έναρξη στατιστικά σημαντικής αντιβηχικής δράσης το αργότερο 15 λεπτά μετά την κατάποση διφαινυδραμίνης υποδηλώνει ότι ένας περιφερειακός μηχανισμός δράσης μπορεί επίσης να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα της διφαινυδραμίνης. Η διάρκεια της δραστικότητας κυμαίνεται μεταξύ 4 - 8 ωρών.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα για κάθε συστατικό δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις διαθέσιμες μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων και γονοτοξικότητας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση παρακεταμόλης, ψευδοεφεδρίνης και διφαινυδραμίνης σε συνδυασμό.

Σε ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες, η διφαινυδραμίνη εμπόδισε το κανάλι καλίου του ανορθωτή με ταχεία καθυστέρηση και αύξησε τη διάρκεια του δυναμικού δράσης. Η διφαινυδραμίνη μπορεί να έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αρρυθμίες παρουσία πρόσθετων παραγόντων που συμβάλλουν (βλέπε παράγραφο 4.4, 4.5 και 4.9).

Δεν υπάρχουν γνωστές αναφορές για μελέτες καρκινογένεσης σε ζώα για την ψευδοεφεδρίνη.

Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα

Συμβατικές μελέτες που χρησιμοποιούν τα επί του παρόντος αποδεκτά πρότυπα για την αξιολόγηση της τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και την ανάπτυξη δεν είναι διαθέσιμες.

Μελέτες τοξικότητας της αναπαραγωγικής ικανότητας σε επιμύες και μύες με υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη (15 mg/kg) δεν αποκάλυψαν ένδειξη τοξικότητας ή τερατογένεσης στη μητέρα ή στο έμβρυο. Σε μια τοξική για τη μητέρα δόση, η υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη προκάλεσε εμβρυοτοξικότητα (μειωμένο βάρος εμβρύου και καθυστερημένη οστεοποίηση) σε μύες.

Εμβρυοτοξικές επιδράσεις παρατηρήθηκαν σε κουνέλια και επιμύες για ημερήσιες δόσεις άνω των 15 – 50 mg/kg σωματικού βάρους. Ωστόσο, δεν υπήρχαν στοιχεία για τερατογόνες επιδράσεις.

Γονιμότητα Οι δόσεις στις οποίες παρατηρούνται επιδράσεις στη γονιμότητα είναι πολύ υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις στον άνθρωπο.

Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για να καθοριστεί εάν η υδροχλωρική διφαινυδραμίνη έχει τη δυνατότητα να βλάψει τη γονιμότητα στα ζώα. Δεν έχει τεκμηριωθεί αναπαραγωγικός κίνδυνος για τον άνθρωπο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Κάθε λευκό δισκίο (ΗΜΕΡΑΣ) είναι σχεδιασμένο να περιέχει:

Προζελατινοποιημένο άμυλο αραβοσίτου Ποβιδόνη Κ30 Κροσποβιδόνη Στεατικό οξύ Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Στεατικό μαγνήσιο

Κάθε μπλε δισκίο (ΝΥΚΤΟΣ) είναι σχεδιασμένο να περιέχει:

ΠΥΡΗΝΑΣ Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, Άμυλο αραβοσίτου, Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο, Άμυλο αραβοσίτου προζελατινοποιημένο, Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη, Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη, Στεατικό οξύ, Στεατικό μαγνήσιο ΥΜΕΝΙΟ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗΣ Opadry κυανό 02H205000 Που περιέχει:

Υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη Ινδικοκαρμίνιο (E132)

Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

Προπυλενογλυκόλη

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Περιέκτης:

Χάρτινο κουτί 16 δισκίων που περιλαμβάνει 12 λευκά επιμήκη δισκία «ΗΜΕΡΑΣ »σε συσκευασία κυψέλης PVC/PVDC/Φύλλου αλουμινίου και 4 μπλε στρογγυλά δισκία «ΝΥΚΤΟΣ» σε συσκευασία κυψέλης PVC/PVDC/Φύλλου αλουμινίου.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Johnson & Johnson Hellas Consumer AE

Αιγιαλείας & Επιδαύρου 4, 15125, Μαρούσι, Αθήνα, Ελλάδα Τηλ. 210 6875528

8. ΑΡΙΘΜΟI ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ελλάδα: 97319/30-09-2020 Κύπρος: 023165

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ελλάδα Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 30 Σεπτεμβρίου 2020 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

Κύπρος Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 27 Ιουλίου 2020 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ελλάδα:

Κύπρος: 23/05/2025

Πηγή: eof:3226701_SPC_3226701_8.pdf