Clinio Logo
Clinio
HUMATROPE › ΠΧΠ

HUMATROPE — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 4 συσκευασίες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Humatrope 6 mg, κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα Humatrope 12 mg, κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα Humatrope 24 mg, κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Humatrope 6 mg: Κάθε φυσίγγιο περιέχει 6 mg σωματοτροπίνης Μετά την ανασύσταση περιέχει 2,08 mg/ml Humatrope 12 mg: Κάθε φυσίγγιο περιέχει 12 mg σωματοτροπίνης Μετά την ανασύσταση περιέχει 4,17 mg/ml Humatrope 24 mg: Κάθε φυσίγγιο περιέχει 24 mg σωματοτροπίνης Μετά την ανασύσταση περιέχει 8,33 mg/ml Η σωματοτροπίνη παρασκευάζεται με την τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA από στελέχη Escherichia coli.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦH

Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα Η κόνις είναι λευκή ή υπόλευκη.

O διαλύτης είναι ένα διαυγές διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Παιδιατρικοί ασθενείς Το Humatrope ενδείκνυται για τη μακροχρόνια θεραπεία παιδιών με αδυναμία σωματικής ανάπτυξης οφειλόμενη σε ανεπαρκή έκκριση της ενδογενούς αυξητικής ορμόνης.

Το Humatrope ενδείκνυται επίσης για την αντιμετώπιση χαμηλού αναστήματος σε παιδιά με σύνδρομο Turner, επιβεβαιωμένο με χρωμοσωμική ανάλυση.

Το Humatrope ενδείκνυται επίσης για την αντιμετώπιση της καθυστέρησης της ανάπτυξης σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

Το Humatrope ενδείκνυται επίσης για την αντιμετώπιση των ασθενών με αδυναμία σωματικής ανάπτυξης σχετιζόμενη με απουσία του SHOX γονιδίου, η οποία έχει επιβεβαιωθεί από την ανάλυση DNA.

Επίσης, το Humatrope ενδείκνυται για τη διαταραχή ανάπτυξης (πραγματικό ύψος SDS < -2,5 και ύψος προσαρμοσμένο στους γονείς SDS < -1) σε χαμηλού αναστήματος παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν μικρά για την ηλικία της κύησης (SGA), με βάρος και/ή ύψος κατά τη γέννηση κάτω από –2 SD, και δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν την αναμενόμενη σωματική ανάπτυξη (ρυθμός αύξησης ύψους SDS < 0 κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους) μέχρι την ηλικία των 4 ετών ή αργότερα.

Ενήλικες ασθενείς Το Ηumatrope ενδείκνυται για θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες ασθενείς με εκσεσημασμένη ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης.

Ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης στην ενήλικη ζωή, ορίζονται ως οι ασθενείς με γνωστή υποθαλαμική-υποφυσιακή παθολογία και τουλάχιστον μία γνωστή ανεπάρκεια υποφυσιακής ορμόνης, εκτός της προλακτίνης. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβληθούν σε μία απλή δυναμική δοκιμασία προκειμένου να διαγνωσθεί, ή να αποκλειστεί η έλλειψη ανάπτυξης. Οι ασθενείς με εμφάνιση μεμονωμένης ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης στην παιδική ηλικία (χωρίς ενδείξεις υποθαλαμικής- υποφυσιακής νόσου ή κρανιακής ακτινοβολίας) πρέπει να υποβληθούν σε δύο δυναμικές δοκιμασίες, εκτός από τους ασθενείς με χαμηλή τιμή συγκεντρώσεων IGF-I (Insulin Like Growth Factor-I) (<-2 SDS), οι οποίοι μπορούν να υποβληθούν μόνο σε μία δοκιμασία. Το όριο αποκοπής της δυναμικής δοκιμασίας πρέπει να είναι αυστηρά καθορισμένο.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δοσολογία και ο τρόπος χορήγησης πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε ασθενούς. Ωστόσο, συνιστώνται τα ακόλουθα:

Παιδιατρικοί ασθενείς με ανεπαρκή έκκριση αυξητικής ορμόνης Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 0,025-0,035 mg/kg βάρους σώματος/ημερησίως, χορηγούμενη με υποδόρια ένεση. Αυτή ισοδυναμεί περίπου με 0,7-1,0 mg/m² επιφάνειας σώματος/ημερησίως.

Ενήλικες ασθενείς με ανεπαρκή έκκριση αυξητικής ορμόνης H συνιστώμενη αρχική δόση είναι 0,15- 0,30 mg/ημερησίως. Μικρότερη δόση έναρξης μπορεί να απαιτηθεί σε ηλικιωμένους και υπέρβαρους ασθενείς.

Αυτή η δόση έναρξης μπορεί σταδιακά να αυξηθεί, ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε ασθενούς, λαμβάνοντας υπόψη την κλινική ανταπόκριση αυτού καθώς και τις συγκεντρώσεις IGF-I στον ορό.

Η συνολική ημερήσια δόση συνήθως δεν υπερβαίνει το 1 mg.

Οι συγκεντρώσεις IGF-I θα πρέπει να διατηρούνται κάτω από τις ανώτερες φυσιολογικές τιμές για την ηλικία του ασθενούς. Πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση και οι δοσολογικές απαιτήσεις ενδέχεται να μειώνονται όσο αυξάνεται η ηλικία του ασθενούς.

Οι γυναίκες μπορεί να απαιτούν υψηλότερες δόσεις από τους άνδρες, καθώς οι άνδρες εμφανίζουν αυξανόμενη ευαισθησία στον IGF-I με την πάροδο του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος οι μεν γυναίκες, ειδικά εκείνες που είναι σε θεραπεία υποκατάστασης οιστρογόνων από το στόμα, να υπο- αντιμετωπίζονται, οι δε άνδρες να υποβάλλονται σε υπερβολική θεραπεία.

Η δόση της σωματοτροπίνης πρέπει να ελαττώνεται σε περιπτώσεις επιμένοντος οιδήματος ή σοβαρής παραισθησίας, ώστε να αποφευχθεί η ανάπτυξη συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. (βλέπε παράγραφο 4.8).

Ασθενείς με Σύνδρομο Turner Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 0,045-0,050 mg/kg βάρους σώματος/ημερησίως χορηγούμενη με υποδόρια ένεση και κατά προτίμηση το βράδυ.

Η δόση αυτή ισοδυναμεί περίπου με 1,4 mg/m² επιφάνειας σώματος/ημερησίως.

Παιδιά προεφηβικής ηλικίας με Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 0,045-0,050 mg/kg βάρους σώματος/ημερησίως, χορηγούμενη με υποδόρια ένεση.

Παιδιατρικοί ασθενείς με έλλειψη SHOX Η συνιστώμενη δοσολογία είναι 0,045-0,050 mg/kg βάρους σώματος/ημερησίως, χορηγούμενη με υποδόρια ένεση.

Παιδιατρικοί ασθενείς που γεννήθηκαν μικρόσωμοι σε σχέση με την ηλικία κύησης (SGA)

Η συνιστώμενη δόση είναι 0,035 mg/kg βάρους σώματος/ημερησίως (αντιστοιχεί σε 1 mg/m2 επιφάνειας σώματος/ημερησίως), χορηγούμενη με υποδόρια ένεση, μέχρις ότου επιτευχθεί το τελικό ύψος (βλέπε παράγραφο 5.1).

Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται μετά τον πρώτο χρόνο αγωγής, εάν ο ρυθμός αύξησης του ύψους SDS είναι χαμηλότερος από +1,0 SDS. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν ο ρυθμός αύξησης του ύψους σώματος είναι < 2cm/έτος και, εάν απαιτείται επιβεβαίωση, η οστική ηλικία είναι > 14 ετών (κορίτσια) ή > 16 ετών (αγόρια), που αντιστοιχεί στην περίοδο σύγκλισης των επιφυσιακών χόνδρων.

Τρόπος χορήγησης Το Humatrope χορηγείται με υποδόρια ένεση μετά την ανασύσταση.

Τα σημεία της υποδόριας ένεσης πρέπει να εναλλάσσονται για να αποφεύγεται η λιποατροφία.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.

4.3 Αντενδείξεις

Η σωματοτροπίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν ενδείξεις δραστηριότητας όγκου. Τυχόν ενδοκρανιακοί όγκοι πρέπει να είναι αδρανείς και η αντικαρκινική θεραπεία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί πριν την έναρξη της θεραπείας με αυξητική ορμόνη. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται, εάν υπάρχουν ενδείξεις ανάπτυξης όγκου.

Σε ασθενείς με γνωστή ευαισθησία στη μετακρεσόλη ή στη γλυκερόλη δεν πρέπει να γίνεται ανασύσταση του Humatrope με το διαλύτη που παρέχεται.

Το Humatrope δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για αύξηση του ύψους σε παιδιά με κλειστές επιφύσεις.

Η θεραπεία με αυξητική ορμόνη δεν πρέπει να αρχίζει σε ασθενείς με οξεία σοβαρή νόσο συνεπεία επιπλοκών μετά από χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς ή κοιλιακής χώρας, πολυτραυματίες μετά από ατύχημα ή ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4).

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνεται (βλέπε παράγραφο 4.2).

Ασθενείς, οι οποίοι θεραπεύθηκαν με αυξητική ορμόνη κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας, μέχρι επίτευξης του τελικού τους ύψους, πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου για επιβεβαίωση της ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης μετά την σύγκλιση των επιφύσεων, πριν την έναρξη της θεραπείας υποκατάστασης στη συνιστώμενη δοσολογία για ενήλικες ασθενείς.

Η διάγνωση και η θεραπεία με Humatrope πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται από ιατρούς εξειδικευμένους και έμπειρους στη διάγνωση και αντιμετώπιση ασθενών με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης.

Προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι η θεραπεία υποκατάστασης με αυξητική ορμόνη επηρεάζει τη συχνότητα υποτροπών ή εκ νέου ανάπτυξης ενδοκρανιακών νεοπλασιών. Παρόλα αυτά, στο πλαίσιο της συνήθους κλινικής πρακτικής, συστήνεται τακτικός απεικονιστικός έλεγχος (imaging) της υπόφυσης σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό υποφυσιακής νόσου. Συστήνεται ο απεικονιστικός έλεγχος αναφοράς (baseline-scan) στους ασθενείς αυτούς, πριν την έναρξη της θεραπείας υποκατάστασης με αυξητική ορμόνη.

Σε επιζώντες ασθενείς από καρκίνο σε παιδική ηλικία που έλαβαν θεραπεία με σωματοτροπίνη αναφέρθηκε υψηλότερος κίνδυνος για δεύτερη νεοπλασία (καλοήθη ή κακοήθη). Οι ενδοκρανιακοί όγκοι ήταν, συγκεκριμένα, οι πιο συχνοί από αυτές τις δεύτερες νεοπλασίες.

Σε περίπτωση σοβαρής ή υποτροπιάζουσας κεφαλαλγίας, οπτικών διαταραχών, ναυτίας και/ή εμέτων, συνιστάται βυθοσκόπηση για τον αποκλεισμό οιδήματος της οπτικής θηλής. Εάν διαγνωστεί οίδημα της οπτικής θηλής, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη το ενδεχόμενο να υπάρχει καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση και, εάν κριθεί απαραίτητο, να διακοπεί η θεραπεία με αυξητική ορμόνη.

Προς το παρόν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να καθοδηγήσουν τη λήψη κλινικής απόφασης σε ασθενείς με θεραπευθείσα ενδοκρανιακή υπέρταση. Εάν αρχίσει και πάλι η θεραπεία με αυξητική ορμόνη, χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση για συμπτώματα ενδοκρανιακής υπέρτασης.

Ασθενείς με ενδοκρινολογικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης, μπορεί να παρουσιάσουν πιο συχνά επιφυσιολίσθηση. Κάθε παιδί που αρχίζει να εμφανίζει πρόβλημα στο βάδισμα κατά τη διάρκεια θεραπείας με αυξητική ορμόνη, πρέπει να εξετάζεται.

Η αυξητική ορμόνη αυξάνει την, εκτός του θυρεοειδούς αδένα, μετατροπή της Τ σε Τ και μπορεί να 4 3 αποκαλύψει αρχόμενο υποθυρεοειδισμό. Συστήνεται ο έλεγχος της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα σε όλους τους ασθενείς. Σε ασθενείς με ολική υποφυσιακή ανεπάρκεια, η συνήθης θεραπεία υποκατάστασης πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη χορήγηση της αγωγής με σωματοτροπίνη.

Η θεραπεία των παιδιατρικών ασθενών πρέπει να συνεχίζεται μέχρι την ολοκλήρωση της ανάπτυξής τους. Συστήνεται να μην γίνεται υπέρβαση της συνιστωμένης δόσης λόγω των πιθανών κινδύνων μεγαλακρίας, υπεργλυκαιμίας και γλυκοζουρίας.

Πριν από την έναρξη της αγωγής με σωματοτροπίνη για τη θεραπεία της καθυστέρησης της ανάπτυξης που οφείλεται σε χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ένα έτος για την επιβεβαίωση της διαταραχής στην ανάπτυξη. H συντηρητική θεραπεία της νεφρικής ανεπάρκειας (η οποία περιλαμβάνει τον έλεγχο της οξέωσης, του υπερπαραθυρεοειδισμού και της διατροφικής κατάστασης για ένα έτος πριν τη θεραπεία) πρέπει να έχει εφαρμοστεί και πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής. Η αγωγή με σωματοτροπίνη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση μεταμόσχευσης νεφρού.

Οι επιδράσεις της αυξητικής ορμόνης στην ανάνηψη μελετήθηκαν σε δυο κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο με 522 ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι έπασχαν από σοβαρή νόσο συνεπεία επιπλοκών χειρουργικής επέμβασης ανοικτής καρδιάς ή κοιλιακής χώρας, πολυτραυματίες μετά από ατύχημα ή ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια. Η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη (41,9% έναντι 19,3%)

στους ασθενείς που έλαβαν αυξητική ορμόνη (σε δόσεις 5,3-8 mg/ημερησίως) συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Η ασφάλεια της συνέχισης χορήγησης της αυξητικής ορμόνης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης για εγκεκριμένες ενδείξεις, οι οποίοι εμφανίζουν ταυτόχρονα τέτοια νοσήματα, δεν έχει τεκμηριωθεί. Συνεπώς, το πιθανό όφελος της συνέχισης της θεραπείας σε ασθενείς με οξεία σοβαρή νόσο πρέπει να αξιολογείται έναντι των πιθανών κινδύνων.

Αν μια γυναίκα που παίρνει σωματοτροπίνη αρχίσει θεραπεία με οιστρογόνα από του στόματος, η δόση της σωματοτροπίνης μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί προκειμένου να διατηρηθούν τα επίπεδα του IGF-I στον ορό εντός του φυσιολογικού εύρους για την ηλικία της. Αντιστρόφως, εάν μία γυναίκα σε θεραπεία με σωματοτροπίνη διακόψει θεραπεία με οιστρογόνα από του στόματος, η δόση της σωματοτροπίνης

μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί για να αποφευχθεί έκθεση σε περίσσεια αυξητικής ορμόνης και/ή ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε παράγραφο 4.5). Εάν η οδός χορήγησης των οιστρογόνων αλλάξει (από του στόματος σε διαδερμική ή αντίστροφα), η αυξητική ορμόνη πρέπει να τιτλοδοτηθεί εκ νέου.

Μακροπρόθεσμα μπορεί να παρατηρηθεί αυξανόμενη ευαισθησία στην αυξητική ορμόνη (μετρούμενη με τη μεταβολή στην τιμή του IGF-I στον ορό, ανά δόση αυξητικής ορμόνης), ιδιαίτερα στους άντρες.

Έναρξη της θεραπείας με σωματοτροπίνη μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή της 11βHSD-1 και μειωμένες συγκεντρώσεις κορτιζόλης ορού. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σωματοτροπίνη, μπορεί να αποκαλυφθεί προϋπάρχουσα αδιάγνωστη κεντρική (δευτερογενής) ανεπάρκεια επινεφριδίων και μπορεί να απαιτηθεί θεραπεία υποκατάστασης γλυκοκορτικοειδών. Επιπλέον, ασθενείς που αντιμετωπίζονται με θεραπεία υποκατάστασης γλυκοκορτικοειδών για προηγουμένως διαγνωσμένη ανεπάρκεια επινεφριδίων μπορεί να χρειαστούν μια αύξηση της δόσης συντήρησης ή της δόσης σε συνθήκες στρες μετά την έναρξη θεραπείας με σωματοτροπίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).

Το Humatrope δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με αδυναμία ανάπτυξης λόγω γενετικά επιβεβαιωμένου συνδρόμου Prader-Willi, έκτος εάν οι ασθενείς με σύνδρομο Prader-Willi έχουν επίσης διαγνωστεί με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης.

Υπάρχουν αναφορές για υπνική άπνοια και αιφνίδιο θάνατο μετά την έναρξη θεραπείας με αυξητική ορμόνη σε ασθενείς με σύνδρομο Prader-Willi οι οποίοι είχαν έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: σοβαρή παχυσαρκία, ιστορικό απόφραξης των άνω αεραγωγών, υπνική άπνοια ή μη διαγνωσμένη λοίμωξη του αναπνευστικού.

Επειδή η σωματοτροπίνη μπορεί να μειώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις μη ανοχής στη γλυκόζη. Για τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση της δόσης ινσουλίνης, μετά την έναρξη της θεραπείας με σωματοτροπίνη. Οι ασθενείς με διαβήτη ή δυσανεξία στη γλυκόζη πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σωματοτροπίνη.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας ≥ 65 ετών) είναι πιο ευαίσθητοι στη δράση του Humatrope και μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση (σοβαρών) ανεπιθύμητων ενεργειών.

Η εμπειρία σε ασθενείς άνω των 80 ετών είναι περιορισμένη.

Δεν υπάρχει εμπειρία μακροχρόνιας θεραπείας σε ενήλικες.

Σε χαμηλού αναστήματος παιδιά που γεννήθηκαν με SGA, πρέπει πριν από την έναρξη της θεραπείας, να αποκλείονται άλλες ιατρικές αιτίες ή θεραπείες που θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τις διαταραχές στην ανάπτυξη.

Σε παιδιά που γεννήθηκαν με SGA συνιστάται η μέτρηση των επιπέδων ινσουλίνης πλάσματος σε κατάσταση νηστείας καθώς και της γλυκόζης αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια μία φορά ετησίως. Σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη (π.χ. οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, παχυσαρκία, σοβαρή ινσουλινοαντοχή, μελανίζουσα ακάνθωση) πρέπει να πραγματοποιείται από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη (OGTT). Εάν διαγνωσθεί διαβήτης, δεν πρέπει να χορηγηθεί αυξητική ορμόνη έως ότου ο ασθενής σταθεροποιηθεί με την αντιδιαβητική θεραπεία. Κατόπιν μπορεί να χορηγηθεί αυξητική ορμόνη με προσεκτικό μεταβολικό έλεγχο του διαβήτη. Ενδέχεται να απαιτηθεί αύξηση στη δοσολογία της χορηγούμενης ινσουλίνης.

Σε παιδιά που γεννήθηκαν με SGA συνιστάται η μέτρηση της συγκέντρωσης IGF–I στο πλάσμα, πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια δύο φορές ετησίως. Σε περίπτωση όπου μετά από επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, τα επίπεδα IGF–I υπερβαίνουν το +2 SD συγκριτικά με τα πρότυπα αναφοράς για το φύλο, την ηλικία και το εφηβικό στάδιο, πρέπει να χρησιμοποιείται η αναλογία IGF-I / IGFBP-3 ως οδηγός για τη ρύθμιση της δόσης.

Η έναρξη της θεραπείας με Humatrope, κοντά στην έναρξη της εφηβείας, σε παιδιά που γεννήθηκαν με SGA και σε παιδιά με έλλειψη SHOX γονιδίου δεν συνιστάται λόγω περιορισμένης εμπειρίας.

Ένα μέρος του οφέλους στο ύψος, που επιτυγχάνεται κατά τη θεραπεία παιδιών χαμηλού αναστήματος που γεννήθηκαν με SGA μπορεί να χαθεί, εάν η θεραπεία με αυξητική ορμόνη διακοπεί, πριν επιτευχθεί το τελικό ύψος.

Παγκρεατίτιδα Αν και σπάνια, η παγκρεατίτιδα πρέπει να εξετασθεί ως ενδεχόμενο σε ασθενείς που λαμβάνουν σωματοτροπίνη και παρουσιάζουν κοιλιακό άλγος, ειδικά σε παιδιά.

Εμφάνιση σκολίωσης σε παιδιατρικούς ασθενείς Η σκολίωση ενδέχεται να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε παιδί κατά τη διάρκεια ταχείας ανάπτυξης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση για σημεία σκολίωσης.

Έκδοχα με γνωστή δράση Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου ανά δόση (23mg), δηλαδή είναι ουσιαστικά ελεύθερο νατρίου.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Για τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με σωματοτροπίνη μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση των δόσεων ινσουλίνης και/ή άλλων αντι-υπεργλυκαιμικών παραγόντων.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή αναστέλλει τις δράσεις της σωματοτροπίνης που επάγουν την ανάπτυξη. Σε ασθενείς με ανεπάρκεια ACTH, η θεραπεία υποκατάστασης γλυκοκορτικοειδών θα πρέπει να ρυθμίζεται προσεκτικά, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε ανασταλτική επίδραση στην ανάπτυξη. Η αυξητική ορμόνη μειώνει τη μετατροπή της κορτιζόνης σε κορτιζόλη και μπορεί να αποκαλύψει προηγουμένως αδιάγνωστη κεντρική ανεπάρκεια επινεφριδίων ή να καταστήσει αναποτελεσματικές χαμηλές δόσεις υποκατάστασης γλυκοκορτικοειδών (βλέπε παράγραφο 4.4).

Σε γυναίκες ασθενείς, οι οποίες λαμβάνουν από του στόματος θεραπεία υποκατάστασης οιστρογόνων, μπορεί να απαιτηθεί χορήγηση μεγαλύτερης δόσης αυξητικής ορμόνης, ώστε να επιτευχθεί ο θεραπευτικός στόχος (βλέπε παράγραφο 4.4).

Η σωματοτροπίνη μπορεί να αυξήσει την ενζυμική δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 (CYP) στους ανθρώπους και μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα και μείωση της αποτελεσματικότητας φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP3A, όπως οι στεροειδικές ορμόνες του φύλου, τα κορτικοστεροειδή, οι κυκλοσπορίνες και τα αντισπασμωδικά.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έχουν διεξαχθεί με Humatrope. Δεν είναι γνωστό εάν το Humatrope μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο, όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα ή εάν μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα. Το Humatrope πρέπει να χορηγείται σε εγκύους μόνον όταν υπάρχει σαφής αναγκαιότητα.

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες με Humatrope σε θηλάζουσες μητέρες. Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο αυτό απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα, το Humatrope πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε θηλάζουσες γυναίκες.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Humatrope δεν έχει καμία γνωστή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ο ακόλουθος πίνακας, με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τις συχνότητες εμφάνισης αυτών, βασίζεται στις αυθόρμητες αναφορές κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών καθώς και μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία στο διαλύτη (μετακρεσόλη/γλυκερόλη): 1% - 10% Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία: Μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Υποθυρεοειδισμός: 1% - 10% Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Γυναικομαστία: 0,1 % - 1 % Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Ήπια υπεργλυκαιμία: 1% σε παιδιατρικούς ασθενείς, 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 2: 0,1% - 1 % σε παιδιατρικούς ασθενείς, περιπτώσεις σε ενήλικες ασθενείς παρατηρήθηκαν αυθόρμητα, με μη γνωστή συχνότητα Ινσουλινοαντοχή Διαταραχές του νευρικού συστήματος Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση: 0,01% - 0,1% Κεφαλαλγία: > 10% σε ενήλικες ασθενείς Αϋπνία: < 0,01% σε παιδιατρικούς ασθενείς, 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς Παραισθησία: 0,01%- 0,1% σε παιδιατρικούς ασθενείς, 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα: 1% -10% σε ενήλικες ασθενείς Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση: < 0,01% σε παιδιατρικούς ασθενείς, 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Δύσπνοια: 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς Υπνική άπνοια: 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Εντοπισμένος μυϊκός πόνος (μυαλγία): 1% - 10% σε ενήλικες ασθενείς, 0,01% - 0,1% σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Πόνος σε μία άρθρωση ή αρθρίτιδα (αρθραλγία): > 10% σε ενήλικες ασθενείς Εμφάνιση σκολίωσης: 1% - 10% σε παιδιατρικούς ασθενείς Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αδυναμία: 0,1% - 1% Άλγος στη θέση ένεσης (αντίδραση): 1% - 10% Οίδημα (τοπικό και γενικευμένο): 1% - 10% σε παιδιατρικούς ασθενείς, 10% σε ενήλικες ασθενείς

Παρακλινικές εξετάσεις Γλυκοζουρία: < 0,01% σε παιδιατρικούς ασθενείς, 0,01% - 0,1% σε ενήλικες ασθενείς Παιδιατρικοί ασθενείς Σε κλινικές μελέτες με ασθενείς με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, περίπου 2% αυτών ανέπτυξαν αντισώματα κατά της αυξητικής ορμόνης. Σε μελέτες με ασθενείς με Σύνδρομο Turner, στους οποίους χρησιμοποιήθηκαν μεγαλύτερες δόσεις, έως και 8% των ασθενών ανέπτυξε αντισώματα κατά της αυξητικής ορμόνης. Η δεσμευτική ικανότητα αυτών των αντισωμάτων ήταν χαμηλή, ο δε ρυθμός της ανάπτυξης δεν επηρεάσθηκε δυσμενώς. Πρέπει να γίνεται έλεγχος για αντισώματα έναντι της αυξητικής ορμόνης σε κάθε ασθενή, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία.

Ένα ήπιο και παροδικό οίδημα παρατηρήθηκε κατά τα πρώτα στάδια της θεραπείας.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά εμφάνισης λευχαιμίας σε ένα μικρό αριθμό παιδιών που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με αυξητική ορμόνη. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν δεδομένα ότι η συχνότητα εμφάνισης λευχαιμίας αυξάνεται σε ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης αυξητικής ορμόνης, χωρίς προδιαθεσικούς παράγοντες.

Ενήλικες Ασθενείς Ασθενείς, στους οποίους η εμφάνιση της ανεπάρκειας της αυξητικής ορμόνης εμφανίσθηκε μετά την ενηλικίωση, ανέφεραν κατά τα πρώτα στάδια της θεραπείας: οίδημα, μυαλγία, αρθραλγία και αρθρίτιδα - αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παροδικές.

Ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι θεραπεύθηκαν με αυξητική ορμόνη ύστερα από διάγνωση ανεπάρκειας της αυξητικής ορμόνης κατά την παιδική ηλικία, ανέφεραν ανεπιθύμητες ενέργειες σε μικρότερη συχνότητα από ασθενείς στους οποίους η διάγνωση έγινε μετά την ενηλικίωση.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 21 32040380/337, Φαξ: +30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).

4.9 Υπερδοσολογία

Η οξεία υπερδοσολόγηση μπορεί να οδηγήσει αρχικά σε υπογλυκαιμία και στη συνέχεια σε υπεργλυκαιμία. Η μακροχρόνια υπερδοσολόγηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σημεία και συμπτώματα μεγαλακρίας, συμβατά με τις γνωστές συνέπειες της υπερεκκρίσεως ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες και ανάλογα ορμονών του πρόσθιου λοβού υπόφυσης, κωδικός ATC: H01A C01 H σωματοτροπίνη είναι μία πολυπεπτιδική ορμόνη που παράγεται με την τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA. Αποτελείται από 191 αμινοξέα και έχει μοριακό βάρος 22.125 daltons. Η αλληλουχία των αμινοξέων του προϊόντος είναι πανομοιότυπη με εκείνη της ανθρώπινης αυξητικής

ορμόνης υποφυσιακής προέλευσης. Συντίθεται από στέλεχος Escherichia coli που έχει τροποποιηθεί με την προσθήκη του γονιδίου που εκφράζει την ανθρώπινη αυξητική ορμόνη.

Οι βιολογικές δράσεις του Humatrope είναι θεραπευτικά ισοδύναμες με εκείνες της ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης υποφυσιακής προέλευσης.

Η κυριότερη δράση του Humatrope είναι ότι διεγείρει τις αυξητικές πλάκες των μακρών οστών.

Επιπλέον, προάγει την πρωτεϊνοσύνθεση των κυττάρων και την κατακράτηση του αζώτου.

Το Humatrope διεγείρει το μεταβολισμό των λιπιδίων: αυξάνει τα λιπαρά οξέα και την HDL- χοληστερόλη στο πλάσμα και μειώνει την ολική χοληστερόλη πλάσματος.

Η θεραπεία με Humatrope έχει ευεργετική επίδραση στη σύνθεση του σώματος σε ασθενείς με έλλειψη αυξητικής ορμόνης: ελαττώνεται η λιπώδης μάζα του σώματος, ενώ αυξάνεται η μυϊκή μάζα. Η μακροχρόνια θεραπεία σε ασθενείς με έλλειψη αυξητικής ορμόνης προκαλεί αύξηση της οστικής πυκνότητας.

Το Humatrope μπορεί να προκαλέσει ινσουλινοαντοχή. Μεγάλες δόσεις ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης μπορούν να μειώσουν την ανοχή στη γλυκόζη.

Τα διαθέσιμα δεδομένα από τις μέχρι σήμερα κλινικές μελέτες σε ασθενείς με σύνδρομο Turner υποδηλώνουν ότι, ενώ μερικοί ασθενείς δεν ανταποκρίνονται σε αυτή τη θεραπεία, έχει παρατηρηθεί αύξηση έναντι του προβλεπόμενου τελικού ύψους η οποία κυμαίνεται, κατά μέσο όρο, μεταξύ 3,3  3,9 cm.

Σε μια κλινική μελέτη, ασθενείς που γεννήθηκαν με μικρό μέγεθος σε σχέση με τη διάρκεια της κύησης (SGA) (μέση ηλικία 9,5 ± 0,9 έτη) στους οποίους χορηγήθηκε δόση Humatrope 0,067 mg/kg/ημερησίως για δύο έτη, πέτυχαν μέση αύξηση ύψους κατά +1,2 SDS κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν από αυτή τη μελέτη με Humatrope είναι συγκρίσιμα με τα αποτελέσματα που περιγράφηκαν για άλλα σκευάσματα ανασυνδυασμένης αυξητικής ορμόνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Μία πολυκεντρική, ανοιχτού σχεδιασμού μελέτη παρατήρησης, η GeNeSIS (Genetics and Neuroendocrinology of Short Stature International Study), καθιερώθηκε ως πρόγραμμα παρακολούθησης της ασφάλειας, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Τα παιδιατρικά δεδομένα για την τελική τιμή της τυπικής απόκλισης, που αφορά στην αύξηση του ύψους, στις εγκεκριμένες ενδείξεις είναι: ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης 1,39 ± 1,14, σύνδρομο Turner 0,95 ± 0,82, χαμηλό ανάστημα λόγω έλλειψης γονιδιακής ομοιοακολουθίας (SHOX-D) 0,86 ± 0,91, μικρό μέγεθος σε σχέση με τη διάρκεια της κύησης (SGA) 1,11 ± 0,96 και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (CRI) 0,88 ± 0,81 κατόπιν 6,0 ± 3,7, 6,4 ± 3,3, 4,7 ± 2,6, 5,4 ± 3,0 και 5,8 ± 2,8 έτη θεραπείας με σωματοτροπίνη, αντίστοιχα.

Τα αποτελέσματα από την μακροχρόνια μελέτη παρατήρησης (GeNeSIS), για τη θεραπεία με σωματοτροπίνη σε παιδιά, περιλάμβαναν δεδομένα από 22.311 ασθενείς υπό σωματοτροπίνη (63,0% με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, 12,7% με ιδιοπαθές χαμηλό ανάστημα, 8,4% με σύνδρομο Turner, 5,7% παιδιά μικρά για την ηλικία κύησης, 2,6% με έλλειψη SHOX γονιδίου, 0,4% με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, 5,5% με άλλες παθήσεις και 1,7% με άγνωστες παθήσεις) και ήταν συμβατά με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της σωματοτροπίνης. Κύριοι στόχοι ασφάλειας για επίπτωση διαβήτη τύπου 2, εμφάνιση καρκίνων de novo και θνησιμότητα αξιολογήθηκαν σε σύγκριση με τα σύγχρονα δεδομένα του γενικού πληθυσμού. Δεκαοχτώ ασθενείς, από τους 21.448 υπό σωματοτροπίνη που είχαν επιλεγεί για ανάλυση, εμφάνισαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, στη μελέτη. Ωστόσο, 13 από τους 18 ασθενείς είχαν αναφέρει προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για διαβήτη. Η τυποποιημένη αναλογία επίπτωσης (95% CI), για διαβήτη τύπου 2 σε παιδιά υπό σωματοτροπίνη, ήταν σημαντικά αυξημένη [3,77 (2,24 έως 5,96)], ωστόσο η επίπτωση 16,8 περιστατικών ανά 100.000 άνθρωπο έτη έκθεσης είναι σπάνια. Η τυποποιημένη αναλογία επίπτωσης (95% CI) για πρωτογενείς καρκίνους σε οποιαδήποτε περιοχή, σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρκίνου ήταν 0,71 (0,39 έως 1,20), βασισμένη σε 14 περιστατικά. Αναφέρθηκαν 45 θάνατοι σε ασθενείς υπό σωματοτροπίνη.

Η τυποποιημένη αναλογία θνησιμότητας (95% CI), βασισμένη σε 42 θανάτους ασθενών που παρακολουθούνταν κατά τη μελέτη, ήταν 0,6 (0,4 έως 0,8) για θνησιμότητα όλων των αιτιών, για όλες τις διαγνώσεις που αφορούσαν σε χαμηλό ανάστημα συνολικά. Μόνο οι υποκατηγορίες ασθενών με διαγνωσμένο ιστορικό οργανικής ανεπάρκειας της αυξητικής ορμόνης και ιδιαίτερα εξαιτίας προηγούμενης κακοήθειας, εμφάνισαν σημαντικά αυξημένη τυποποιημένη αναλογία θνησιμότητας.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μια δόση 100 μg/kg σε ενήλικες άρρενες εθελοντές επιφέρει μέγιστα επίπεδα στον ορό (C ) περίπου max 55 ng/ml, περίοδο ημιζωής (t ) περίπου τέσσερις ώρες και μέγιστη απορρόφηση (AUC ) περίπου 1/2 [0 έως ∞] 475 ng* hr/ml.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Το Humatrope είναι ανθρώπινη αυξητική ορμόνη που παράγεται με την τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA. Δεν έχουν αναφερθεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε βραχυχρόνιες τοξικολογικές μελέτες. Μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα για καρκινογόνο δράση και διαταραχές της γονιμότητας με τη συγκεκριμένη ανθρώπινη αυξητική ορμόνη (Humatrope) δεν έχουν διεξαχθεί. Προς το παρόν, δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι το Humatrope έχει μεταλλαξιογόνο δράση.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Κάθε φυσίγγιο κόνεως για ένεση περιέχει: μαννιτόλη, γλυκίνη, διβασικό φωσφορικό νάτριο, φωσφορικό οξύ και υδροξείδιο του νατρίου.

Κάθε σύριγγα διαλύτη περιέχει: γλυκερόλη, μετακρεσόλη, ενέσιμο ύδωρ, υδροχλωρικό οξύ και υδροξείδιο του νατρίου.

6.2 Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3 Διάρκεια ζωής

Πριν την ανασύσταση: 3 χρόνια Μετά την ανασύσταση: Το προϊόν μπορεί να φυλάσσεται έως και 28 ημέρες σε θερμοκρασίες 2°C - 8°C.

Η ημερήσια παραμονή σε θερμοκρασία δωματίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 30 λεπτά.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C - 8°C). Μην καταψύχετε.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Τα Humatrope διατίθενται στις ακόλουθες συσκευασίες:

Humatrope 6 mg: 1 φυσίγγιο (γυαλί τύπου Ι) με 6 mg κόνεως για ενέσιμο διάλυμα και 3,17 ml διαλύτη σε μία προγεμισμένη σύριγγα (γυαλί τύπου Ι) με έμβολο (από ελαστικό). Διατίθεται σε συσκευασίες των 1, 5 και 10.

Humatrope 12 mg: 1 φυσίγγιο (γυαλί τύπου Ι) με 12 mg κόνεως για ενέσιμο διάλυμα και 3,15 ml διαλύτη σε μία προγεμισμένη σύριγγα (γυαλί τύπου Ι) με έμβολο (από ελαστικό).

Διατίθεται σε συσκευασίες των 1, 5 και 10.

Humatrope 24 mg: 1 φυσίγγιο (γυαλί τύπου Ι) με 24 mg κόνεως για ενέσιμο διάλυμα και 3,15 ml διαλύτη σε μία προγεμισμένη σύριγγα (γυαλί τύπου Ι) με έμβολο (από ελαστικό).

Διατίθεται σε συσκευασίες των 1, 5 και 10.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Οδηγίες για προετοιμασία και χειρισμό Ανασύσταση: H ανασύσταση κάθε φυσιγγίου Humatrope πρέπει να γίνεται χρησιμοποιώντας την παρεχόμενη σύριγγα με το διαλύτη. Για την ανασύσταση, ενώστε το φυσίγγιο με την προγεμισμένη σύριγγα με το διαλύτη και μετά ενέστε όλο το περιεχόμενo της προγεμισμένης σύριγγας με το διαλύτη μέσα στο φυσίγγιο. Η βελόνα της σύριγγας με το διαλύτη στοχεύει τη ροή του υγρού προς το γυάλινο τοίχωμα του φυσιγγίου. Μετά την ανασύσταση, ανακινήστε απαλά το φυσίγγιο περιστρέφοντάς το πάνω- κάτω για 10 φορές έως ότου το περιεχόμενο διαλυθεί πλήρως. ΜΗΝ ΑΝΑΤΑΡΑΣΣΕΤΕ ΕΝΤΟΝΑ. Το διάλυμα που προκύπτει πρέπει να είναι διαυγές, χωρίς σωματίδια. Εάν το διάλυμα είναι θολό ή περιέχει σωματίδια, το περιεχόμενο ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να ενίεται.

Τα φυσίγγια Humatrope μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με συμβατά συστήματα χορήγησης (τύπου πένας), τα οποία φέρουν σήμανση CE. Πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες των κατασκευαστών των πενών αυτών σχετικά με την τοποθέτηση του φυσιγγίου, την τοποθέτηση της βελόνας και την ορθή χορήγηση/ένεση του Humatrope.

Η σύριγγα με το διαλύτη είναι μίας χρήσεως μόνο. Πρέπει να απορρίπτεται μετά τη χρήση. Μια αποστειρωμένη βελόνα πρέπει να χρησιμοποιείται για κάθε ένεση Humatrope.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΣΕΡΒ – ΛΙΛΛΥ Α.Ε.Β.Ε.

15ο χλμ. Εθν. Οδού Αθηνών-Λαμίας, 145 64 Κηφισιά ▪ ΤΗΛ: +30 210 6294 600 To Humatrope έχει εγκριθεί σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εγκρίσεις τηρούνται στο κάθε Κράτος Μέλος από τον εκάστοτε τοπικό αντιπρόσωπο της εταιρείας Lilly.

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(OI) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Το Humatrope έχει τον αριθμό 13 στην πρώην διαδικασία “Concertation”. Ο αριθμός της Άδειας Κυκλοφορίας διαφέρει σε κάθε Κράτος Μέλος.

HUMATROPE 6 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα: 52875/04-07-2013 HUMATROPE 12 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα: 52876/04-07-2013 HUMATROPE 24 mg κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα: 52877/04-07-2013

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 3 Οκτωβρίου 1995 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 11 Δεκεμβρίου 2009

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

ΜΜ/ΕΕΕΕ

Πηγή: eof:2028804_SPC_2028804_7.pdf