1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Ig VENA 50 g/l Διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη (IVIg).
Ένα ml διαλύματος περιέχει:
Ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη 50 mg (καθαρότητας τουλάχιστον 95% IgG)
Κάθε φιαλίδιο των 20 ml περιέχει: 1 g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 50 ml περιέχει: 2,5 g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 100 ml περιέχει: 5 g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 200 ml περιέχει: 10 g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κατανομή των IgG υποομάδων (τιμές κατά προσέγγιση):
IgG 62,1% IgG 34,8% IgG 2,5% IgG 0,6% Η μεγίστη περιεκτικότητα σε IgA είναι 50 micrograms/ml.
Παράγεται από το πλάσμα ανθρώπινων δοτών.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Το προϊόν περιέχει 100 mg μαλτόζης ανά ml.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διάλυμα για έγχυση.
Το διάλυμα θα πρέπει να είναι διαυγές ή ελαφρώς ιριδίζον, άχρωμο ή ανοιχτό κίτρινο.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0-18 χρονών) με:
• Σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (PID) με μειωμένη παραγωγή αντισωμάτων.
• Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (SID) σε ασθενείς με σοβαρές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, αναποτελεσματική αντιμικροβιακή θεραπεία και είτε αποδεδειγμένη ανεπάρκεια αντισωμάτων (PSAF)* είτε επίπεδο IgG ορού <4 g/l
* PSAF= αποτυχία επίτευξης τουλάχιστον διπλάσιας αύξησης του τίτλου αντισώματος IgG σε εμβόλια πνευμονιοκοκκικού πολυσακχαρίτη και πολυπεπτιδικού αντιγόνου Ανοσοτροποποιητική δράση σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0-18 χρονών) με:
• Πρωτοπαθή άνοση θρομβοπενία (ΙΤΡ), ασθενών με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας ή προχειρουργικής επέμβασης για διόρθωση του αριθμού των αιμοπεταλίων.
• Σύνδρομο Guillain –Barré.
• Νόσο Kawasaki (σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, βλέπε 4.2)
• Χρόνια Φλεγμονώδη Απομυελινωτική Πολυριζονευροπάθεια (Chronic Inflammatory Demyelinating Polyradiculopathy, CIDP).
• Πολυεστιακή Κινητική Νευροπάθεια (MMN).
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η θεραπεία υποκατάστασης θα πρέπει να αρχίζει και να παρακολουθείται υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη θεραπεία της ανοσοανεπάρκειας.
Δοσολογία Η δόση και το δοσολογικό σχήμα εξαρτώνται από την ένδειξη.
Η δόση μπορεί να απαιτείται να εξατομικευτεί για κάθε ασθενή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Η δόση που βασίζεται στο σωματικό βάρος μπορεί να απαιτεί προσαρμογή σε ασθενείς με χαμηλό ή υψηλό σωματικό βάρος.
Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δοσολογία αναφοράς.
Θεραπεία υποκατάστασης σε σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας Το δοσολογικό σχήμα πρέπει να επιτύχει ελάχιστη συγκέντρωση (trough) ανοσοσφαιρινών G (IgG)
(μετρούμενη πριν την επόμενη έγχυση) τουλάχιστον 6 g/l ή εντός της κανονικής περιοχής αναφοράς για την ηλικία του πληθυσμού.. Για την επίτευξη εξισορρόπησης απαιτούνται 3-6 μήνες από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής (επίπεδα IgG σταθερής κατάστασης). Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 0,4-0,8 g/kg χορηγούμενη εφάπαξ, ακολουθούμενη από τουλάχιστον 0,2 g/kg χορηγούμενη κάθε τρεις με τέσσερις εβδομάδες.
Η απαιτούμενη δόση για την επίτευξη ελάχιστης συγκέντρωσης (trough level) IgG 6 g/1 είναι της τάξης των 0,2-0,8 g/kg μηνιαίως. Το μεσοδιάστημα των δόσεων, όταν έχει επιτευχθεί σταθεροποίηση, ποικίλλει μεταξύ 3- 4 εβδομάδων.
Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις IgG θα πρέπει να μετρούνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με τη συχνότητα εμφάνισης της λοίμωξης. Για να μειωθεί το ποσοστό των βακτηριακών λοιμώξεων, μπορεί να είναι απαραίτητο να αυξηθεί η δοσολογία με στόχο υψηλότερες τιμές στις ελάχιστες συγκεντρώσεις (trough levels).
Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (ως ορίζονται στην παράγραφο 4.1)
Η συνιστώμενη δόση είναι 0,2-0,4 g/kg κάθε τρεις έως τέσσερις εβδομάδες.
Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις IgG θα πρέπει να μετριούνται και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με τη συχνότητα εμφάνισης μόλυνσης. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως είναι απαραίτητο για να επιτευχθεί η βέλτιστη προστασία από λοιμώξεις, μπορεί να είναι απαραίτητη μια αύξηση σε ασθενείς με μόνιμη λοίμωξη, μπορεί να ληφθεί υπόψη η μείωση της δόσης όταν ο ασθενής παραμένει ελεύθερος από μόλυνση.
Πρωτοπαθής άνοση θρομβοπενία Υπάρχουν δύο εναλλακτικά σχήματα θεραπείας:
• 0,8-1g/kg χορηγούμενα την πρώτη ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να επαναληφθεί μία φορά μέσα στις επόμενες τρεις μέρες.
• 0,4 g/kg χορηγούμενα ημερησίως επί δύο έως πέντε ημέρες.
Η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί εάν υπάρξει υποτροπή.
Σύνδρομο Guillain -Barré 0,4 g/kg/ημέρα μέσα σε 5 ημέρες (πιθανή επανάληψη της δοσολογίας σε περίπτωση υποτροπής).
Νόσος Kawasaki 2,0 g/kg θα πρέπει να χορηγείται ως μία εφάπαξ δόση. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική ΙΙολυριζονευροπάθεια (CIDP)
Δόση έναρξης: 2g/kg σε 2-5 διαδοχικές ημέρες.
Δόσεις συντήρησης: 1 g/kg σε 1-2 διαδοχικές ημέρες κάθε 3 εβδομάδες.
Το αποτέλεσμα της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο, εάν δεν παρατηρηθεί καμία επίδραση της θεραπείας μετά από 6 μήνες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των ιατρών, με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς και την ανταπόκριση στη συντήρηση. Η δοσολογία και τα διαστήματα ίσως πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα με την ατομική πορεία της νόσου.
Πολυεστιακή Κινητική Νευροπάθεια (MMN)
Δόση έναρξης: 2 g/kg μέσα σε 2-5 διαδοχικές ημέρες.
Δόση συντήρησης: 1 g/kg κάθε 2-4 εβδομάδες ή 2 g/kg κάθε 4-8 εβδομάδες.
Το αποτέλεσμα της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο, εάν δεν παρατηρηθεί καμία επίδραση της θεραπείας μετά από 6 μήνες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Εάν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, η μακροχρόνια θεραπεία θα πρέπει να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των ιατρών, με βάση την ανταπόκριση του ασθενή και την ανταπόκριση στη συντήρηση. Η δοσολογία και τα διαστήματα ίσως πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα με την ατομική πορεία της νόσου.
Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα αναφέρονται περιληπτικά στον παρακάτω πίνακα:
| Ένδειξη | Δοσολογία | Συχνότητα των εγχύσεων |
|---|---|---|
| Θεραπεία υποκατάστασης | ||
| Πρωτοπαθή σύνδρομα | Δόση έναρξης: | |
| ανοσοανεπάρκειας | 0,4 - 0,8 g/kg | |
| κάθε 3-4 εβδομάδες | ||
| Δόση συντήρησης: | ||
| 0,2 -0,8 g/kg | ||
| Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (ως | ||
| ορίζονται στην παράγραφο 4.1) | 0,2 - 0,4 g/kg | κάθε 3-4 εβδομάδες |
| Ανοσοτροποποιητική δράση: | ||
|---|---|---|
| 0,8 - 1 g/kg | την πρώτη ημέρα, με δυνατότητα επανάληψης μία | |
| Πρωτοπαθής άνοση θρομβοπενία | ||
| φορά μέσα σε 3 ημέρες | ||
| ή | ||
| 0,4 g/kg/ημέρα | για 2 - 5 ημέρες | |
| Σύνδρομο Guillain -Barré | 0,4 g/kg/ημέρα | για 5 ημέρες |
| Νόσος Kawasaki | ||
| 2 g/kg | σε μία δόση σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ | |
| Χρόνια Φλεγμονώδης | Δόση έναρξης: | σε διηρημένες δόσεις για 2-5 ημέρες |
| Απομυελινωτική | 2 g/kg | |
| Πολυριζονευροπάθεια | ||
| (CIDP) | Δόση συντήρησης: | |
| 1 g/kg | κάθε 3 εβδομάδες για 1-2 ημέρες | |
| Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια | Δόση έναρξης: | |
| (MMN) | 2 g/kg | μέσα σε 2-5 διαδοχικές ημέρες |
| Δόση συντήρησης: | ||
| 1 g/kg | κάθε 2-4 εβδομάδες | |
| ή | ή | |
| 2 g/kg | κάθε 4-8 εβδομάδες, μέσα σε 2-5 ημέρες | |
Η δοσολογία σε παιδιά και εφήβους (0-18 ετών) δε διαφέρει από εκείνη των ενηλίκων, καθώς η δοσολογία για κάθε ένδειξη χορηγείται με βάση το σωματικό βάρος και προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική έκβαση των παραπάνω αναφερθέντων συνθηκών.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να απαιτούν προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια Δεν υπάρχει προσαρμογή της δόσης εκτός εάν είναι κλινικά αιτιολογημένη, βλέπε παράγραφο 4.4.
Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχει προσαρμογή της δόσης εκτός εάν είναι κλινικά αιτιολογημένη, βλέπε τμήμα 4.4.
CIDP Εξαιτίας της σπανιότητας της νόσου και ως εκ τούτου του μικρού αριθμού ασθενών υπάρχει μόνο περιορισμένη εμπειρία για τη χρήση των ενδοφλέβιων ανοσοσφαιρινών σε παιδιά με CIDP και κατά συνέπεια μόνο στοιχεία από τη βιβλιογραφία είναι διαθέσιμα. ΙΙαρόλα αυτά, δημοσιευμένα στοιχεία δείχνουν ότι η θεραπεία με IVIg είναι το ίδιο αποτελεσματική σε παιδιά και ενήλικες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ήδη ενδεδειγμένων ενδείξεων για IVIg.
Τρόπος Χορήγησης Για ενδοφλέβια χρήση.
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη πρέπει να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση με αρχικό ρυθμό 0,46-0,92 ml/kg/ώρα (10-20 σταγόνες το λεπτό) επί 20-30 λεπτά (βλ. παράγραφο 4.4). Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών, πρέπει να μειωθεί είτε ο ρυθμός χορήγησης είτε να διακοπεί η έγχυση. Αν είναι καλά ανεκτή, ο ρυθμός χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι του ανώτατου ορίου 1,85 ml/kg/ώρα (40 σταγόνες/λεπτό).
Σε ασθενείς με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια (PID) οι οποίοι ανέχονται το ρυθμό έγχυσης των 0,92 ml/kg/ώρα, ο ρυθμός χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά στα 2 ml/kg/ώρα, 4 ml/kg/ώρα, μέχρι του ανώτατου ορίου των 6 ml/kg/ώρα, κάθε 20-30 λεπτά και μόνο εάν ο ασθενής ανεχθεί καλά την έγχυση.
Σε γενικές γραμμές, τα ποσοστά δοσολογίας και έγχυσης πρέπει να προσαρμόζονται ατομικά ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενή. Ανάλογα με το σωματικό βάρος, τη δοσολογία και την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, ο ασθενής μπορεί να μη φτάσει το μέγιστο ρυθμό έγχυσης. Σε περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, η έγχυση θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και θα πρέπει να συνεχιστεί με τον κατάλληλο ρυθμό χορήγησης για τον ασθενή.
Βλέπε επίσης παράγραφο 6.6.
Ειδικοί πληθυσμοί Σε παιδιατρικούς ασθενείς (0-18 ετών) και στους ηλικιωμένους (> 64 ετών), ο αρχικός ρυθμός χορήγησης θα πρέπει να είναι 0,46 - 0,92 ml/kg/ώρα (10-20 σταγόνες ανά λεπτό) για 20-30 λεπτά. Εάν είναι καλώς ανεκτό και λαμβάνοντας υπόψη την κλινική κατάσταση του ασθενή, ο ρυθμός χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι του ανώτατου ορίου 1,85 ml/kg/ώρα (40 σταγόνες/λεπτό).
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλέπε παραγράφους 4.4 και 6.1).
Ασθενείς με εκλεκτική ανεπάρκεια IgA που ανέπτυξαν αντισώματα έναντι της IgA, καθώς η χορήγηση ενός προϊόντος που περιέχει IgA μπορεί να οδηγήσει σε αναφυλαξία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 100 mg μαλτόζης ανά ml, ως έκδοχο. Η παρεμβολή της μαλτόζης σε δοκιμασίες προσδιορισμού γλυκόζης του αίματος μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς αυξημένες τιμές γλυκόζης και, κατά συνέπεια, στην ακατάλληλη χορήγηση ινσουλίνης, με αποτέλεσμα την απειλητική για τη ζωή υπογλυκαιμία και το θάνατο. Επίσης, περιπτώσεις πραγματικής υπογλυκαιμίας μπορεί να μην αντιμετωπιστούν αν η υπογλυκαιμική κατάσταση καλύπτεται με ψευδώς αυξημένες τιμές γλυκόζης. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε παράγραφο 4.5. Για την οξεία νεφρική ανεπάρκεια βλέπε παρακάτω.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει κατά προσέγγιση 3 mmol/liter (ή 69 mg) νατρίου. Να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα ελεγχόμενου νατρίου.
Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, πρέπει να καταγράφεται σαφώς το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση
Δυνητικές επιπλοκές μπορεί να αποφευχθούν εξασφαλίζοντας ότι οι ασθενείς:
• δεν παρουσιάζουν ευαισθησία στην ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη χορηγώντας το προϊόν αρχικά με αργό ρυθμό (ρυθμός χορήγησης 0,46-0,92ml/kg/ώρα).
• παρακολουθούνται στενά για τυχόν συμπτώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Ειδικότερα, οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη για πρώτη φορά ή που αλλάζουν ιδιοσκεύασμα ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης ή όταν το μεσοδιάστημα από την τελευταία έγχυση είναι μεγάλο, πρέπει να παρακολουθούνται στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και επί μία ώρα μετά την πρώτη έγχυση, ώστε να εντοπιστούν τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Οι υπόλοιποι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση.
Σε όλους τους ασθενείς, η χορήγηση IVIg απαιτεί:
• επαρκή ενυδάτωση του ασθενή πριν την έναρξη της έγχυσης της IVIg.
• παρακολούθηση της διούρησης.
• παρακολούθηση των επιπέδων κρεατινίνης του ορού.
• αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης διουρητικών της αγκύλης (βλέπε 4.5).
Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας, είτε ο ρυθμός της χορήγησης πρέπει να μειωθεί είτε η έγχυση να διακοπεί. Η απαιτούμενη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας.
Αντίδραση έγχυσης Ορισμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (π.χ. πονοκέφαλος, έξαψη, ρίγη, μυαλγία, συριγμός, ταχυκαρδία, οσφυαλγία, ναυτία και υπόταση) μπορεί να σχετίζονται με το ρυθμό έγχυσης. Ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης που δίδεται στην παράγραφο 4.2 πρέπει να παρακολουθείται στενά. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για τυχόν συμπτώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έγχυσης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν συχνότερα
• σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν αλλάζει το προϊόν ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης ή όταν έχει υπάρξει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση.
• σε ασθενείς με μη θεραπευμένη λοίμωξη ή υποκείμενη χρόνια φλεγμονή.
Υπερευαισθησία Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι σπάνιες.
Αναφυλαξία μπορεί να αναπτυχθεί σε ασθενείς:
• με μη ανιχνεύσιμο IgA που έχουν αντι-IgA αντισώματα.
• που είχαν ανοχή στην προηγούμενη θεραπεία με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη.
Σε περίπτωση καταπληξίας πρέπει να εφαρμόζονται οι ισχύουσες ειδικές οδηγίες αντιμετώπισης της καταπληξίας.
Θρομβοεμβολή Υπάρχουν κλινικές ενδείξεις συσχέτισης της χορήγησης IVIg και θρομβοεμβολικών επεισοδίων όπως
έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (συμπεριλαμβανομένου οξέος εγκεφαλικού επεισοδίου), πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, τα οποία θεωρείται ότι σχετίζονται με τη σχετική αύξηση της γλοιότητας του αίματος μέσω της υψηλής εισροής ανοσοσφαιρίνης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Συνιστάται προσοχή στη συνταγογράφηση και έγχυση IVIg σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως προχωρημένη ηλικία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και ιστορικό αγγειακής νόσου ή θρομβωτικών επεισοδίων, ασθενείς με επίκτητες ή κληρονομικές θρομβοφιλικές διαταραχές, ασθενείς με παρατεταμένη περίοδο ακινησίας, σοβαρά υποογκαιμικούς ασθενείς, ασθενείς με νόσους που αυξάνουν τη γλοιότητα του αίματος).
Σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης θρομβοεμβολικών ανεπιθύμητων ενεργειών, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και δόσης.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια Περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με IVIg. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εντοπίσθηκαν παράγοντες κινδύνου όπως προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης, υποογκαιμία, υπερβάλλον σωματικό βάρος, ταυτόχρονη χορήγηση νεφροτοξικών φαρμάκων ή ηλικία άνω των 65 ετών.
Οι νεφρικές παράμετροι πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έγχυση του IVIg, ιδιαίτερα σε ασθενείς που κρίνεται ότι έχουν πιθανό αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και πάλι σε κατάλληλα διαστήματα. Σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, τα προϊόντα IVIg πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και την εφικτή δόση. Σε περίπτωση νεφρικής βλάβης, θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της χορήγησης IVIg.
Ενώ οι αναφορές νεφρικής δυσλειτουργίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας έχουν συσχετιστεί με τη χρήση πολλών από τα διάφορα εγκεκριμένα προϊόντα ενδοφλεβίων ανοσοσφαιρινών (IVIg), που περιέχουν διάφορα έκδοχα όπως σακχαρόζη, γλυκόζη και μαλτόζη, αυτά που περιέχουν σακχαρόζη ως σταθεροποιητή ευθύνονταν για ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του συνόλου των περιστατικών. Σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, μπορεί να εξετάζεται η χρήση προϊόντων IVIg που δεν περιέχουν αυτά τα έκδοχα. Η Ig VENA περιέχει μαλτόζη. (Βλέπε τα έκδοχα παραπάνω).
Σύνδρομο Ασηπτικής μηνιγγίτιδας (AMS)
Έχει αναφερθεί ότι το σύνδρομο ασηπτικής μηνιγγίτιδας σχετίζεται με τη θεραπεία IVIg.
Το σύνδρομο ξεκινά συνήθως μέσα σε μερικές ώρες μέχρι 2 ημέρες μετά τη θεραπεία IVIg.
Μελέτες σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι συχνά θετικές με πλειοκυττάρωση έως και αρκετές χιλιάδες κύτταρα ανά mm3, κυρίως από την κοκκιοκυτταρική σειρά, και αυξημένα επίπεδα πρωτεϊνών έως αρκετές εκατοντάδες mg/dl.
Σε υψηλή δόση (2 g/kg) θεραπείας με IVIg, το AMS εμφανίζεται πιο συχνά.
Οι ασθενείς που εμφανίζουν τέτοια σημεία και συμπτώματα θα πρέπει να υποβληθούν σε εμπεριστατωμένη νευρολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένων των μελετών του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, για να αποκλείσουν άλλες αιτίες μηνιγγίτιδας.
Η διακοπή της θεραπείας με IVIg έχει οδηγήσει σε ύφεση της AMS μέσα σε μερικές μέρες χωρίς επακόλουθα.
Αιμολυτική αναιμία Τα προϊόντα IVIg μπορεί να περιέχουν αντισώματα ομάδων αίματος που μπορεί να λειτουργήσουν ως αιμολυσίνες και να προκαλέσουν in vivo επικάλυψη των ερυθρών αιμοσφαιρίων με ανοσοσφαιρίνη, προκαλώντας μια θετική άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) και, σπανιότερα, αιμόλυση. Αιμολυτική αναιμία μπορεί να αναπτυχθεί επακόλουθα της θεραπείας με IVIg λόγω της ενισχυμένης κατάσχεσης ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC). Όσοι λαμβάνουν IVIg θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης (βλ. παράγραφο 4.8).
Ουδετεροπενία/Λευκοπενία Έχουν αναφερθεί παροδική μείωση του αριθμού των ουδετερόφιλων και/ή επεισόδια ουδετεροπενίας, ορισμένες φορές σοβαρά, μετά τη θεραπεία με IVIgs. Αυτό συμβαίνει συνήθως εντός ωρών ή ημερών μετά τη χορήγηση IVIg και αποκαθίσταται αυθόρμητα εντός 7 έως 14 ημερών.
Οξεία πνευμονική βλάβη συνδεόμενη με τη μετάγγιση (TRALI)
Έχουν υπάρξει αναφορές οξέος μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος [Transfusion Related Acute Lung Injury (TRALI)] σε ασθενείς που έλαβαν IVIg. Το TRALI χαρακτηρίζεται από σοβαρή υποξία, δύσπνοια, ταχύπνοια, κυάνωση, πυρετό και υπόταση. Τα συμπτώματα του TRALI αναπτύσσονται τυπικά κατά τη διάρκεια ή μέσα σε 6 ώρες από τη μετάγγιση, συχνά μέσα σε 1-2 ώρες. Γι’ αυτό, όσοι λαμβάνουν IVIg πρέπει να παρακολουθούνται και η έγχυση IVIg πρέπει να διακόπτεται αμέσως σε περίπτωση πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Το TRALI είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή πάθηση η οποία απαιτεί άμεση διαχείριση σε μονάδα εντατικής θεραπείας.
Παρεμβολή στις ορολογικές δοκιμασίες Η παροδική αύξηση των διαφόρων παθητικά μεταφερόμενων αντισωμάτων στο αίμα των ασθενών, μετά την έγχυση ανοσοσφαιρίνης, μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα ορολογικών δοκιμασιών.
Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων έναντι των ερυθροκυτταρικών αντιγόνων όπως Α, Β ή D μπορεί να παρεμβαίνει σε κάποιες ουρολογικές δοκιμασίες για ερυθροκυτταρικά αντισώματα για παράδειγμα την άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (DAT, άμεση δοκιμασία Coombs).
Μεταδοτικοί παράγοντες Στα καθιερωμένα μέτρα πρόληψης των λοιμώξεων, οι οποίες προκύπτουν από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που έχουν παρασκευαστεί με βάση το ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνονται η επιλογή δοτών, ο έλεγχος των ατομικών προσφορών και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοίμωξης και η εφαρμογή αποτελεσματικών σταδίων κατά την παραγωγή για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση ιών.
ΙΙαρόλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται με βάση το ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς.
Το ίδιο επίσης ισχύει για άγνωστους ή νεομφανιζόμένους ιούς και άλλους παθογόνους παράγοντες.
Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για ελυτροφόρους ιούς όπως HIV, HBV, HCV και για το μη ελυτροφόρο ιό HAV.
Τα μέτρα που λαμβάνονται μπορεί να έχουν περιορισμένη αξία έναντι των μη ελυτροφόρων ιών όπως ο παρβοϊός Β19.
Υπάρχει καθυσηχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την απουσία μετάδοση ηπατίτιδας Α ή παρβοϊού Β19 με ανοσοσφαιρίνες και θεωρείται επίσης ότι τα περιεχόμενα αντισώματα έχουν σημαντική συμβολή στην ιολογική ασφάλεια.
Συνιστάται κάθε φορά που χορηγείται Ig VENA σε ασθενή, να καταγράφονται το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος, ώστε να διατηρηθεί ένας σύνδεσμος ανάμεσα στον ασθενή και την παρτίδα του προϊόντος.
Περιπτώσεις γλυκοζουρίας έχουν αναφερθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς μετά τη χορήγηση Ig VENA.
Τα γεγονότα αυτά είναι συνήθως ήπια και παροδικά χωρίς κλινικά συμπτώματα.
Το Ig VENA περιέχει 100 mg μαλτόζης ανά ml ως έκδοχο. Στα νεφρικά σωληνάρια, η μαλτόζη υδρολύεται προς γλυκόζη η οποία επαναρροφάται και γενικά πολύ μικρή ποσότητα εκκρίνεται στα ούρα.
Η επαναρρόφηση της γλυκόζης εξαρτάται από την ηλικία. Η παροδική αύξηση της μαλτόζης στο πλάσμα μπορεί να υπερβαίνει την ικανότητα των νεφρών να επαναρροφήσουν τη γλυκόζη και μπορεί να οδηγήσει σε θετική δοκιμασία γλυκόζης στα ούρα.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να μειώσει για περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων και μέχρι 3 μηνών την αποτελεσματικότητα των εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους ιούς, όπως τα εμβόλια κατά της ιλαράς, της ερυθράς, της παρωτίτιδας και της ανεμοβλογιάς. Μετά την χορήγηση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος, θα πρέπει να μεσολαβήσει διάστημα 3 μηνών πριν τη χορήγηση εμβολίου με ζώντες εξασθενημένους ιούς. Στην περίπτωση της ιλαράς, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου μπορεί να μειωθεί για διάστημα μέχρι και ενός χρόνου. Ως εκ τούτου, ασθενείς που λαμβάνουν το εμβόλιο της ιλαράς, θα πρέπει να ελέγχουν την κατάσταση των αντισωμάτων τους.
Διουρητικά βρόχου Αποφυγή της ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών του βρόχου.
Έλεγχος Γλυκόζης Αίματος Ορισμένοι τύποι συστημάτων ελέγχου της γλυκόζης αίματος (για παράδειγμα, εκείνα που βασίζονται στην αφυδρογονάση της γλυκόζης - πυρρολοκινολίνη κινόνη (GDH-PQQ) ή σε μεθόδους glucose-dye- oxidoreductase) ερμηνεύουν εσφαλμένα τη μαλτόζη (100 mg/ml) που περιέχεται στο Ig VENA, ως γλυκόζη. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα ψευδώς αυξημένες μετρήσεις γλυκόζης κατά τη διάρκεια μιας έγχυσης και για διάστημα περίπου 15 ωρών μετά από το τέλος της έγχυσης και, κατά συνέπεια, τη λανθασμένη χορήγηση ινσουλίνης, προκαλώντας απειλητική για τη ζωή ή ακόμη και θανατηφόρα υπογλυκαιμία. Επίσης, περιστατικά πραγματικής υπογλυκαιμίας πιθανόν να μην αντιμετωπιστούν καταλλήλως εφόσον η υπογλυκαιμική κατάσταση συγκαλύπτεται από ψευδώς αυξημένες μετρήσεις γλυκόζης. Κατά συνέπεια, όταν χορηγείται Ig VENA ή άλλα παρεντερικά προϊόντα που περιέχουν μαλτόζη, η μέτρηση της γλυκόζης αίματος πρέπει να διενεργείται με μέθοδο εξειδικευμένη για τη γλυκόζη.
Οι πληροφορίες του προϊόντος για το σύστημα ελέγχου της γλυκόζης αίματος, περιλαμβανομένων των ταινιών ελέγχου, πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά για να καθοριστεί κατά πόσο το σύστημα είναι κατάλληλο προς χρήση με παρεντερικά προϊόντα που περιέχουν μαλτόζη. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, επικοινωνήστε με τον κατασκευαστή του συστήματος ελέγχου για να καθοριστεί κατά πόσο το σύστημα είναι κατάλληλο προς χρήση με παρεντερικά προϊόντα που περιέχουν μαλτόζη.
Αν και δεν έχουν γίνει ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης στον παιδιατρικό πληθυσμό, δεν αναμένονται διαφορές μεταξύ ενηλίκων και παιδιών.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η ασφάλεια χρήσης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος κατά την κύηση του ανθρώπου δεν έχει αποδειχθεί με ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και κατά συνέπεια αυτό θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή στις εγκύους και στις θηλάζουσες μητέρες. Τα προϊόντα IVIg έχει αποδειχθεί ότι διαπερνούν τον πλακούντα, με αυξανόμενη τάση κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου.
Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες υποδηλώνει ότι δεν αναμένονται βλαβερές επιδράσεις κατά την κύηση ή στο έμβρυο και το νεογνό.
Θηλασμός Οι ανοσοσφαιρίνες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν αναμένονται αρνητικές επιπτώσεις στα νεογνά/βρέφη που θηλάζουν.
Γονιμότητα Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες δείχνει ότι δεν πρέπει να αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να επηρεαστεί από κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την Ig VΕΝΑ. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να περιμένουν πριν από την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων, ώσπου αυτές να υποχωρήσουν.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που προκαλούνται από ανθρώπινες φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες (σε μειούμενη συχνότητα) περιλαμβάνουν (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4):
• ρίγη, πονοκέφαλος, ζάλη, πυρετός, έμετος, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, αρθραλγία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και μέτρια οσφυαλγία.
• αναστρέψιμες αιμολυτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ομάδες αίματος Α, Β και ΑΒ και (σπανίως) αιμολυτική αναιμία που απαιτεί μετάγγιση.
• (σπάνια) απότομη πτώση της αρτηριακής πίεσης και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αναφυλακτικό σοκ, ακόμη και όταν ο ασθενής δεν έχει παρουσιάσει υπερευαισθησία στην προηγούμενη χορήγηση.
• (σπάνια) παροδικές δερματικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένου του δερματικού ερυθηματώδους λύκου - άγνωστη συχνότητα).
• (πολύ σπάνια) θρομβοεμβολικές αντιδράσεις όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονική εμβολή, θρομβώσεις βαθιάς φλέβας.
• περιπτώσεις αναστρέψιμης ασηπτικής μηνιγγίτιδας.
• περιπτώσεις αυξημένης κρεατινίνης ορού ή / και εμφάνισης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
• περιπτώσεις οξείας πνευμονικής βλάβης συνδεόμενη με τη μετάγγιση (TRALI).
Η ασφάλεια της Ig VENA αξιολογήθηκε σε τέσσερις κλινικές μελέτες στις οποίες χορηγήθηκαν συνολικά 1.189 εγχύσεις. Στη μελέτη CIDP συμμετείχαν 24 ασθενείς με χρόνια φλεγμονώδη απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP) και έλαβαν θεραπεία με Ig VENA, για ένα σύνολο 840 εγχύσεων. Στη μελέτη PID, συμμετείχαν 16 ασθενείς με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια (PID) και έλαβαν συνολικά 145 εγχύσεις. Στη μελέτη ITP συμμετείχαν 15 άτομα με πρωτοπαθή άνοση θρομβοπενία (ITP)
στους οποίους χορηγήθηκαν συνολικά 80 εγχύσεις. Στη μελέτη ID/ITP, συμμετείχαν 43 ασθενείς είτε με ανοσοανεπάρκεια (ID) ή με ITP και έλαβαν συνολικά 124 εγχύσεις.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι Πίνακες που παρουσιάζονται παρακάτω είναι σύμφωνοι με την κατάταξη κατά οργανικό σύστημα, κατά MEdDRA (SOC και Επίπεδο Προτιμώμενου Όρου).
Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και ο Πίνακας 2 παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του φαρμακευτικού προϊόντος στην αγορά.
Οι συχνότητες έχουν αξιολογηθεί με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να υπολογιστούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών από τις κλινικές δοκιμές βασίζονται σε ποσοστά ανά εγχύσεις (συνολικός αριθμός των εγχύσεων: 1.189).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμακευτικού προϊόντος στην αγορά αναφέρονται με συχνότητα μη γνωστή, καθώς η αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά είναι εθελοντική και προέρχεται από πληθυσμό αγνώστου μεγέθους και δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί αξιόπιστος υπολογισμός της συχνότητας αυτών των ενεργειών.
Πηγή της βάσης δεδομένων ασφαλείας (π.χ. από κλινικές δοκιμές, μελέτες ασφάλειας μετά την έγκριση και/ή αυθόρμητες αναφορές)
| Πίνακας 1 Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από τις κλινικές δοκιμές | |||
|---|---|---|---|
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος κατά MedDRA (SOC) | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα ανά ασθενή | Συχνότητα ανά έγχυση |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πονοκέφαλος, υπνηλία | Συχνή | Σπάνια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία | Συχνή | Σπάνια |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πόνος στην πλάτη | Συχνή | Όχι συχνή |
| Μυαλγία | Συχνή | Σπάνια | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αδυναμία, κούραση, πυρεξία | Συχνή | Σπάνια |
χ ορήγησης
| Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του φαρμακευτικού προϊόντος στην αγορά | |||
|---|---|---|---|
| MedDRA SOC | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα ανά ασθενή | Συχνότητα ανά έγχυση |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Ασηπτική μηνιγγίτιδα | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Aιμόλυση, αιμολυτική αναιμία | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτικό shock, υπερευαισθησία | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Ψυχικές διαταραχές | Συγχυτική κατάσταση | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κεφαλαλγία, ζάλη, τρόμος, παραισθησία | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Καρδιακές διαταραχές | Έμφραγμα του μυοκαρδίου, κυάνωση, ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, αίσθημα παλμών | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Αγγειακές διαταραχές | Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, εμβολή, υπόταση, υπέρταση, ωχρότητα | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Πνευμονική εμβολή, πνευμονικό οίδημα, βρογχοσπασμός, δύσπνοια, βήχας | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Έμετος, διάρροια, ναυτία, κοιλιακό άλγος | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αγγειοοίδημα, κνίδωση, ερύθημα, δερματίτιδα, εξάνθημα, κνησμός, έκζεμα, υπερίδρωση | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, πόνος στην πλάτη, μυαλγία, αυχενικό άλγος, μυοσκελετική δυσκαμψία | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Διαταραχές των νεφρών | Οξεία νεφρική βλάβη | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του φαρμακευτικού προϊόντος στην αγορά | |||
|---|---|---|---|
| MedDRA SOC | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Συχνότητα ανά ασθενή | Συχνότητα ανά έγχυση |
| και των ουροφόρων οδών | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Φλεβίτιδα στο σημείο εφαρμογής, πυρεξία, ρίγη, θωρακικό άλγος, οίδημα προσώπου, κακουχία | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Μείωση αρτηριακής πίεσης, αύξηση κρεατινίνης αίματος | Μη γνωστή | Μη γνωστή |
αύξηση κρεατινίνης αίματος Για την ασφάλεια σχετικά με τους μεταδιδόμενους παράγοντες, βλέπε παράγραφο 4.4.
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά αναμένεται να είναι ίδια με των ενηλίκων.
Παροδική γλυκοζουρία έχει παρατηρηθεί μετά τη χορήγηση Ig VENA σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Αυτό το γεγονός θα μπορούσε να οφείλεται στη μαλτόζη που περιέχεται στο Ig VENA και στη διαφορετική ικανότητα του νεφρικών σωληναρίων να επαναρροφήσουν τη γλυκόζη, το οποίο είναι ένας μηχανισμός εξαρτώμενος από την ηλικία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπέρβαση δόσης μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση του κυκλοφορικού και αυξημένη γλοιότητα του αίματος, ειδικά σε ασθενείς αυξημένου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων ασθενών ή των ασθενών με καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4).
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΈΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Aνοσοοροί και ανοσοσφαιρίνες: φυσιολογικές ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες, για ενδοαγγειακή χορήγηση. Κωδικός ATC: JO6BA02.
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με ευρύ φάσμα αντισωμάτων κατά διαφόρων λοιμογόνων παραγόντων.
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει αντισώματα IgG που συναντώνται στο φυσιολογικό
πληθυσμό. Παρασκευάζεται από δεξαμενές πλάσματος, προερχόμενο από 1.000 τουλάχιστον δότες. Η κατανομή των υποτάξεων της ανοσοσφαιρίνης G στην IVIg είναι ακριβώς ανάλογη με εκείνη του φυσιολογικού ανθρώπινου πλάσματος. Επαρκείς δόσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος μπορεί να αποκαταστήσουν μη φυσιολογικά χαμηλές τιμές ανοσοσφαιρίνης G στα φυσιολογικά επίπεδα.
Ο μηχανισμός δράσης σε ενδείξεις εκτός αυτής της θεραπείας υποκατάστασης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Τέσσερις κλινικές μελέτες πραγματοποιήθηκαν με Ig VENA: 3 μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας σε ασθενείς με πρωτοπαθή ανοσοανεπάρκεια (PID), πρωτοπαθή άνοση θρομβοπενία (ITP) και χρόνια φλεγμονώδη απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP), και 1 μελέτη ασφάλειας και ανεκτικότητας της Ig VENA σε υψηλό ρυθμό έγχυσης σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκεια (ID) ή ITP.
Μια προοπτική, ανοικτή μελέτη φάσης III, σε ασθενείς με σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (KB028) αξιολόγησε ως πρωταρχικό στόχο το φαρμακοκινητικό προφίλ της Ig VENA. Δευτερεύοντες στόχοι ήταν η θεραπευτική αποτελεσματικότητα από πλευράς προφύλαξης από επεισόδια λοίμωξης, και η μελέτη της ασφάλειας αναφορικά με τη βραχυπρόθεσμη ανεκτικότητα. Δεκαπέντε ασθενείς από τους 16 που συμμετείχαν, ηλικίας 28-60 ετών, αξιολογήθηκαν για την αποτελεσματικότητα και έλαβαν αγωγή με Ig VENA για 24 εβδομάδες (συνολικά 140 εγχύσεις).
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της Ig VENA έδειξε ένα τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αρκετά σύμφωνο με τα δεδομένα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, που είναι 26,4 ημέρες. Ένας ασθενής ανέπτυξε πνευμονία μετά από 18 εβδομάδες θεραπείας με Ig VENA αλλά αυτός ο ασθενής υπέφερε από σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις και στα προηγούμενα 10 χρόνια. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές λοιμώξεις για τους άλλους ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη.
Τα δεδομένα που προέκυψαν από τη μελέτη KB028 υποδεικνύουν ότι το Ig VENA είναι ασφαλές και αποτελεσματικό για τη θεραπεία των συνδρόμων πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας.
Η μελέτη ΙΤΡ (KB027) ήταν μια ανοικτή, προοπτική μελέτη φάσης ΙΙΙ για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ανεκτικότητας της Ig VENA σε ενήλικες ασθενείς με χρόνια ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα. Ο πρωταρχικός στόχος ήταν η αξιολόγηση της αύξησης του αριθμού των αιμοπεταλίων. Δευτερεύοντες στόχοι ήταν: η μείωση των αιμορραγικών επεισοδίων, η διάρκεια της ανταπόκρισης των αιμοπεταλίων, και η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών. 15 ασθενείς έλαβαν συνολική δόση 2 g/kg ο καθένας, που υποδιαιρέθηκε σε 5 εγχύσεις των 400 mg/kg που χορηγούνται κάθε ημέρα για 5 διαδοχικές ημέρες. Ένας δεύτερος κύκλος των 2 g/kg σωματικού βάρους χορηγήθηκε σε έναν ασθενή εντός των πρώτων 14 ημερών. Ο συνολικός αριθμός των εγχύσεων που χορηγήθηκαν ήταν 80.
Σε όλους τους ασθενείς που συμμετείχαν επιτεύχθηκε αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 50x109/L, εκτός από έναν ο οποίος έλαβε το δεύτερο κύκλο της θεραπείας, αλλά δεν πέτυχε το στόχο του αριθμού των αιμοπεταλίων (ποσοστό ανταπόκρισης 93,3%, 90% CI 68,1 έως 99,8). Δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες.
Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από τη μελέτη KB027 παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ανεκτικότητα και τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της Ig VENA σε ασθενείς με ITP.
Στη μελέτη φάσης ΙΙΙ KB057 για την αξιολόγηση της ανεκτικότητας και της ασφάλειας της Ig VENA σε αυξημένους ρυθμούς έγχυσης έλαβαν μέρος 43 ενήλικες ασθενείς: 38 ασθενείς με ID και 5 ασθενείς με ITP έλαβαν Ig VENA στις δόσεις που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις δύο ενδείξεις.
37 ασθενείς με ID παρακολουθήθηκαν για 3 εγχύσεις και 1 ασθενής με ID για 2 εγχύσεις. 4 ασθενείς με ITP έλαβαν την προγραμματισμένη δόση τους κατά τη διάρκεια 2 εγχύσεων ημερησίως, ενώ 1 ασθενής έλαβε τις εγχύσεις κατά τη διάρκεια 3 ημερών (συνολικά 124 εγχύσεις).
Κατά την έγχυση 2, 28 από τους 43 ασθενείς έλαβαν έγχυση με τη μέγιστη ταχύτητα 8 ml/kg/ώρα, σε 13 από τους 43 ασθενείς επιτεύχθηκε μόνο μία μέγιστη ταχύτητα έγχυσης των 6 ml/kg/ώρα, επειδή η έγχυσή τους τελείωσε πριν να επιτραπεί η επόμενη αύξηση στο ρυθμό έγχυσης. Κατά τη διάρκεια της κλινικής μελέτης, δύο ασθενείς δεν έφτασαν τα 8 ml/kg/ώρα, επειδή εμφάνισαν 3 ανεπιθύμητες ενέργειες κατά την έγχυση σε χαμηλότερους ρυθμούς έγχυσης.
Τα αποτελέσματα που ελήφθησαν από αυτή τη μελέτη δείχνουν ότι η Ig VENA που χορηγήθηκε με
αυξανόμενη ταχύτητα έγχυσης ήταν καλά ανεκτή σε ασθενείς τόσο με ID όσο και σε εκείνους με ΙΤΡ και ότι η ταχύτητα έγχυσης μπορεί να αυξάνεται έως ένα μέγιστο των 6 ml/kg/ώρα και, σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, έως τα 8 ml/kg/ώρα.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου αναφέρθηκαν σε λιγότερο από το 10% των ασθενών ID και ήταν οι αντιδράσεις που σχετίζονται γενικά με τη χορήγηση IVIg (π.χ. πυρετός, πόνος στην πλάτη, μυαλγία, αδυναμία, υπνηλία και κόπωση). Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, καθώς και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης.
Κλινική μελέτη που διενεργήθηκε με Ig VENA σε ασθενείς με Χρόνια Φλεγμονώδη Απομυελινωτική Πολυριζονευροπάθεια (CIDP):
Η διπλή τυφλή, ελεγχόμενη μελέτη φάσης III για την ανεκτικότητα και την αποτελεσματικότητα της μακροχρόνιας χορήγησης υψηλών δόσεων ενδοφλέβιων ανοσοσφαιρινών σε σύγκριση με τη χορήγηση υψηλών δόσεων ενδοφλέβιας μεθυλπρεδνιζόνης (IVMP) σε CIDP (ΚΒ034), διεξήχθη σε σύνολο 46 ενηλίκων ασθενών (CIDP) οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε Ig VENA (δοσολογία 2g/kg/μήνα, σε 4 διαδοχικές ημέρες για 6 μήνες) ή IVMP (δοσολογία: 2 g/μήνα, σε διαδοχικές ημέρες για 6 μήνες).
Οι 10 από τους 21 ασθενείς που έλαβαν IVMP, (47,6%) ολοκλήρωσαν τη - διάρκειας 6 μηνών - μελέτη, συγκριτικά με τους 21/24 ασθενείς που έλαβαν Ig VΕΝΑ (87,5%) (p = 0,0085). Η αθροιστική πιθανότητα διακοπής της θεραπείας ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα των ασθενών που έλαβε IVMP σε σύγκριση με την ομάδα που χορηγήθηκε Ig VENA στα διαστήματα των 15 ημερών, 2 μηνών και 6 μηνών. Σε σύνολο 11 ασθενών που διέκοψαν τη θεραπεία με IVMP, οι 8 εμφάνισαν είτε υποτροπή της νόσου μετά την έναρξη της θεραπείας (5 ασθενείς) είτε μη βελτίωση της κατάστασής τους μετά από δύο κύκλους θεραπειών (3 ασθενείς), ενώ ένας ασθενής εμφάνισε ανεπιθύμητες ενέργειες (γαστρίτιδα)
(9,1%) και δύο ασθενείς διέκοψαν τη θεραπεία οικειοθελώς (18,2%). Κατά τη θεραπεία με Ig VENA, 3 ασθενείς διέκοψαν τη θεραπεία είτε λόγω υποτροπής της νόσου μετά την έναρξη της θεραπείας (2 ασθενείς) είτε λόγω μη βελτίωσης μετά από δύο κύκλους θεραπείας (1 ασθενής). Στους ασθενείς που εμφάνισαν υποτροπή της νόσου ή δεν παρατηρήθηκε βελτίωση μετά τη θεραπεία τους με IVMP ή IVIg χορηγήθηκε το εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα ενώ οι τρεις ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία με IVMP λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ή λόγω οικειοθελούς αποχώρησης μετά τη θεραπεία με IVMP αρνήθηκαν να υποβληθούν σε άλλη θεραπεία.
Τα αποτελέσματα των δευτερευόντων κριτηρίων της μελέτης παρουσιάζονται στον παρακάτω Πίνακα (οι στατιστικά σημαντικές διαφορές παρουσιάζονται με έντονη επισήμανση)
| Πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας | Πληθυσμός που συμμορφώθηκε με το | |||||
| (ITT) | πρωτόκολλο (ΡΡ) | |||||
| Δευτερεύοντα κριτήρια | IgVENA 10 | p- | IgVENA 10 | p- | ||
| MPIV | MPIV | |||||
| αξιολόγησης | g/200 ml | value | g/200 ml | value | ||
| Συχνότητα υποτροπής* | 45,8% | 52,4% | 0,7683 | 38,1% | 0% | 0,0317 |
| (n 11/24) | (n 11/21) | (n 8/21) | (n 0/10) | |||
| Συνολική βαθμολογία | +4,7 | + 1,8 | 0,6148 | +4,0 | +2,0 | 0,5473 |
| δείκτη MRC [delta (p- | (0,0078) | (0,1250) | (0,0469) | (0,5000) | ||
| value)] | ||||||
| Βαθμίδα INCAT (p- value) | 0,0004 | 0,1877 | 0,3444 | 0,0057 | 0,2622 | 0,9065 |
| Πληθυσμός με πρόθεση θεραπείας | Πληθυσμός που συμμορφώθηκε με το | |||||
| (ITT) | πρωτόκολλο (ΡΡ) | |||||
| Δευτερεύοντα κριτήρια | IgVENA 10 | p- | IgVENA 10 | p- | ||
| MPIV | MPIV | |||||
| αξιολόγησης | g/200 ml | value | g/200 ml | value | ||
| Βαθμολογία περιστροφής- | <0,0001 | 0,6515 | 0,0380 | 0,0009 | 0,2160 | 0,4051 |
| Έσω σφύρα (p-value) | ||||||
| Δύναμη δεξιάς γροθιάς | + 19,4 | +5,4 | 0,0641 | +16,5 | + 14,7 | 0,5012 |
| [δέλτα (p-value)] | (0,0005) | (0,6169) | (0,0044) | (0,0156) | ||
| Δύναμη αριστερής γροθιάς | + 16,9 | +8,8 | 0,1358 | + 12,7 | + 10,5 | 0,3330 |
| [delta (p- value)] | (0,0011) | (0,1170) | (0,0014) | (0,0156) | ||
| Χρόνος διάνυσης 10 μέτρων | -3,2 | -0,5 | 0,0800 | -3,5 | -2,0 | 0,2899 |
| [delta (p-value)] | (0,0025) | (0,2051) | (0,0043) | (0,4453) | ||
| Κλίμακα ONLS (p-value) | 0,0006 | 0,0876 | 0,4030 | 0,0033 | 0,0661 | 0,8884 |
| Κλίμακα Rankin (p- value) | 0,0006 | 0,0220 | 0,3542 | 0,0132 | 0,2543 | 0,8360 |
| Κλίμακα Rotterdam [delta | + 1,4 | +1,3 | 0,6465 | +1,1 | + 1,1 | 0,4056 |
| (p-value)] | (0,0071) | (0,0342) | (0,0342) | (0,0859) | ||
| SF-36 QoL | + 14,2 | +16,7 | 0,3634 | + 11,1 | +16,0 | 0,6518 |
| (0,0011) | (0,0008) | (0,0091) | (0,1094) | |||
*ΙΤΤ: καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης (12 μήνες), ΡΡ: φάση παρακολούθησης (6 μήνες)
Δημοσιευμένα στοιχεία σχετικά με μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας δεν ανέφεραν σημαντικές διαφορές μεταξύ ενηλίκων και παιδιών που πάσχουν από την ίδια διαταραχή.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη είναι άμεσα και πλήρως βιοδιαθέσιμη στην κυκλοφορία του λήπτη. Κατανέμεται σχετικά γρήγορα μεταξύ του πλάσματος και του εξωαγγειακού υγρού, ενώ μετά από 3-5 ημέρες επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ των ενδο- και των εξωαγγειακών χώρων.
Ο χρόνος ημιζωής της ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης είναι περίπου 26 ημέρες, αλλά είναι δυνατόν να ποικίλλει από άτομο σε άτομο, ιδίως στην περίπτωση της πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας.
Η IgG και τα συμπλέγματά της IgG διασπώνται στα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος.
Δημοσιευμένα στοιχεία που σχετίζονται με μελέτες φαρμακοκινητικής δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ ενηλίκων και παιδιών που πάσχουν από την ίδια διαταραχή.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε παιδιατρικούς ασθενείς με CIDP.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι ανοσοσφαιρίνες είναι φυσιολογικά συστατικά του ανθρώπινου σώματος. Επιπλέον, τα προκλινικά δεδομένα ασφάλειας είναι περιορισμένα καθώς, η χορήγηση ανοσοσφαιρινών σε μελέτες με ζώα μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό αντισωμάτων. Παρόλα αυτά, περιορισμένες μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν ιδιαίτερους κινδύνους για τον άνθρωπο, βασισμένες σε μελέτες οξείας και υποξείας τοξικότητας.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Μαλτόζη Ενέσιμο Ύδωρ
6.2 Ασυμβατότητες
Λόγω της απουσίας μελετών συμβατότητας, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ούτε με άλλα IVIg προϊόντα.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια Όταν ανοιχτεί ο περιέκτης, το περιεχόμενο πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C - 8°C). Διατηρείτε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί.
Πριν από τη χρήση και εντός της διάρκειας ζωής, τα φιαλίδια 50, 100 και 200 ml μπορούν να φυλαχθούν σε θερμοκρασία δωματίου, που δεν υπερβαίνει τους 25°C, για μέγιστο διάστημα 6 συνεχόμενων μηνών.
Μετά την περίοδο αυτή, το προϊόν πρέπει να απορρίπτεται. Σε κάθε περίπτωση, το προϊόν δεν μπορεί πλέον να τοποθετηθεί ξανά στο ψυγείο εφόσον διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου.
Η ημερομηνία έναρξης της φύλαξης σε θερμοκρασία δωματίου πρέπει να αναφέρεται στο εξωτερικό κουτί.
Μην καταψύχετε το προϊόν.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
20 ml διαλύματος σε φιαλίδιο (γυαλί Τύπου I), με πώμα (ελαστικό αλοβουτύλιο): μέγεθος συσκευασίας ενός φιαλιδίου.
50 ml, 100 ml και 200 ml διαλύματος σε φιαλίδιο (γυαλί Τύπου I), με πώμα (ελαστικό αλοβουτύλιο):
μέγεθος συσκευασίας ενός φιαλιδίου + άγκιστρο.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Το προϊόν πρέπει να φέρεται σε θερμοκρασία δωματίου ή σώματος πριν τη χρήση.
Το διάλυμα θα πρέπει να είναι διαυγές ή ελαφρώς ιριδίζον, άχρωμο ή ανοιχτό κίτρινο.
Διαλύματα που είναι θολά ή παρουσιάζουν ίζημα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Το διάλυμα πρέπει να εξετάζεται οπτικά, προτού χορηγηθεί, για ύπαρξη σωματιδίων και χρωματική αλλοίωση.
Οδηγίες για τον χειρισμό του άγκιστρου
1. Αρχική κατάσταση του φιαλιδίου με την ετικέτα-άγκιστρο
2. Γυρίστε το φιαλίδιο ανάποδα
3. Ενεργοποιήστε το άγκιστρο ξεδιπλώνοντάς το από την ετικέτα
4. Κρεμάστε το φιαλίδιο στο στήριγμα έγχυσης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Kedrion S.p.A.-Loc. Ai. Conti, 55051 Castelvecchio Pascoli, Barga (Lucca), Italy.
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
14596/25-02-2011
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
1η έγκριση: 2-10-2007 Ανανέωση: 25-02-2011