Clinio Logo
Clinio
IMATINIB-AENORASIS › ΠΧΠ

IMATINIB-AENORASIS — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 12 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Imatinib / Aenorasis 100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Imatinib / Aenorasis 400 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 100 mg ιματινίμπη (ως μεσυλική).

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 400 mg ιματινίμπη (ως μεσυλική).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Σκούρα κίτρινα έως καστανωπά-πορτοκαλί, στρογγυλά, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία διαμέτρου 10,1 mm (±5%) με εγκοπή στη μία πλευρά και το ‘100’ στην άλλη πλευρά.

Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.

Σκούρα κίτρινα έως καστανωπά-πορτοκαλί, ωοειδή, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία μήκους 21,6 mm & πλάτους 10,6 mm (±5%) με εγκοπή στη μία πλευρά και το ‘400’ στην άλλη πλευρά. Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Η ιματινίμπη ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση

• ενήλικων και παιδιατρικών ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα χρόνια μυελογενή λευχαιμία (ΧΜΛ)

θετική (Ph+) για χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (bcr-abl), για τους οποίους η μεταμόσχευση μυελού των οστών δε θεωρείται θεραπεία πρώτης γραμμής.

• ενήλικων και παιδιατρικών ασθενών με ΧΜΛ (Ph+) σε χρόνια φάση έπειτα από αποτυχία σε θεραπεία με ιντερφερόνη-άλφα ή σε επιταχυνόμενη φάση ή σε βλαστική κρίση.

• ενήλικων και παιδιατρικών ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία θετική για το χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+ΟΛΛ) μαζί με χημειοθεραπεία.

• ενήλικων ασθενών με υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική Ph+ΟΛΛ ως μονοθεραπεία.

• ενήλικων ασθενών με μυελοδυσπλαστικές/μυελοϋπερπλαστικές νόσους (MDS/MPD) που σχετίζονται με γονιδιακές αναδιατάξεις του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα που παράγεται από τα αιμοπετάλια (PDGFR).

• ενήλικων ασθενών με προχωρημένο υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο (HES) και/ή χρόνια ηωσινοφιλική λευχαιμία (CEL) με FIP1L1-PDGFR αναδιάταξη.

Η επίδραση της ιματινίμπης στην έκβαση της μεταμόσχευσης του μυελού των οστών δεν έχει διευκρινιστεί.

Η ιματινίμπη ενδείκνυται για:

• την θεραπεία ενήλικων ασθενών με Kit (CD 117) θετικό ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό κακοήθες γαστρεντερικό στρωματικό όγκο (GIST).

• την επικουρική θεραπεία ενήλικων ασθενών σε μετά από εκτομή Kit (CD 117) θετικό GIST οι οποίοι έχουν σοβαρό κίνδυνο υποτροπής. Ασθενείς που έχουν χαμηλό ή πολύ χαμηλό κίνδυνο υποτροπής δεν πρέπει να λαμβάνουν επικουρική θεραπεία.

• την θεραπεία ενήλικων ασθενών με ανεγχείρητο, δερματοϊνοσάρκωμα protuberans (DFSP) και ενήλικων ασθενών με υποτροπιάζον και/ή μεταστατικό DFSP, που δεν είναι κατάλληλοι για εγχείρηση.

Στους ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς η αποτελεσματικότητα της ιματινίμπης βασίζεται στα συνολικά αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης και στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ΧΜΛ, στα αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης σε Ph+ ΟΛΛ, MDS/MPD, στα αιματολογικά ποσοστά ανταπόκρισης σε HES/CEL και στα αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης σε ενήλικες ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST και DFSP και στην επιβίωση χωρίς υποτροπή σε επικουρικό GIST. Η εμπειρία με ιματινίμπη σε ασθενείς με MDS/MPD που σχετίζονται με γονιδιακές αναδιατάξεις του PDGFR είναι πολύ περιορισμένη (βλ. παράγραφο 5.1). Εκτός από τη νεοδιαγνωσθείσα χρόνια φάση της ΧΜΛ, δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες που να καταδεικνύουν κλινικό όφελος ή αυξημένη επιβίωση για αυτές τις νόσους.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά από πεπειραμένο ιατρό στη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με αιματολογικές κακοήθειες και κακοήθη σαρκώματα, όπως ενδείκνυται.

Τρόπος χορήγησης Για δόσεις 400 mg και άνω (βλ. παρακάτω, δοσολογικές συστάσεις) είναι διαθέσιμο ένα διαιρούμενο δισκίο των 400 mg.

Για δόσεις εκτός από 400 mg και 800 mg (βλέπε παρακάτω, δοσολογικές συστάσεις) είναι διαθέσιμο ένα διαιρούμενο δισκίο των 100 mg.

Η συνταγογραφούμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται από του στόματος με γεύμα και ένα μεγάλο ποτήρι νερό, για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος γαστρεντερικών ερεθισμών. Οι δόσεις των 400 mg ή των 600 mg θα πρέπει να χορηγούνται μια φορά την ημέρα, ενώ η ημερήσια δόση των 800 mg θα πρέπει να χορηγείται ως 400 mg δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το βράδυ.

Για ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, τα δισκία μπορούν να διαλυθούν σ’ ένα ποτήρι είτε με μεταλλικό νερό είτε με χυμό μήλου. Ο απαιτούμενος αριθμός δισκίων θα πρέπει να τοποθετηθεί σε κατάλληλο όγκο υγρού (περίπου 50 ml για ένα δισκίο των 100 mg και 200 ml για ένα δισκίο των 400 mg) και να ανακατευτούν με ένα κουτάλι. Το εναιώρημα θα πρέπει να χορηγηθεί αμέσως μετά την πλήρη διάλυση του(ων) δισκίου(ων).

Δοσολογία για ΧΜΛ σε ενήλικους ασθενείς Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 400 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς σε χρόνια φάση ΧΜΛ.

Ως χρόνια φάση της ΧΜΛ ορίζεται η παρουσίας ενός εκ των κάτωθι κριτηρίων: βλάστες < 15% στο αίμα και στο μυελό των οστών, βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα < 20%, αιμοπετάλια > 100 x 109/l.

Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 600 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς σε επιταχυνόμενη φάση.

Ως επιταχυνόμενη φάση ορίζεται η παρουσία οποιουδήποτε από τα ακόλουθα: βλάστες ≥ 15% αλλά < 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών, βλάστες και προμυελοκύτταρα ≥ 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών (με την προϋπόθεση ότι οι βλάστες είναι < 30%), βασεόφιλα στο περιφερικό αίμα ≥ 20%, αιμοπετάλια < 100 x 109/l με σχετιζόμενα με την θεραπεία.

Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 600 mg/ημέρα για ενήλικους ασθενείς σε βλαστική κρίση. Ως βλαστική κρίση ορίζεται η παρουσία βλαστών ≥ 30% στο αίμα ή στο μυελό των οστών ή η παρουσία εξωμυελικής νόσου άλλης από την ηπατοσπληνομεγαλία.

Διάρκεια αγωγής: Σε κλινικές μελέτες, η θεραπευτική αγωγή με ιματινίμπη συνεχίστηκε μέχρι την εξέλιξη της νόσου. Το αποτέλεσμα της διακοπής της αγωγής μετά την επίτευξη πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης δεν έχει διερευνηθεί.

Αυξήσεις της δόσης από 400 mg σε 600 mg ή σε 800 mg μπορεί να ληφθούν υπ’ όψιν σε ασθενείς σε χρόνια φάση ή από 600 mg σε 800 mg το μέγιστο (400 mg χορηγούμενα δύο φορές ημερησίως)

μπορεί να εξεταστούν σε ασθενείς με επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο και σοβαρής, που δε σχετίζεται με λευχαιμία, ουδετεροπενίας ή θρομβοκυττοπενίας στις ακόλουθες περιπτώσεις: εξέλιξη της νόσου (σε οποιοδήποτε στάδιο), αποτυχία να επιτευχθεί ικανοποιητική αιματολογική ανταπόκριση έπειτα από τουλάχιστον 3 μήνες

θεραπευτικής αγωγής, αποτυχία να επιτευχθεί κυτταρογενετική ανταπόκριση έπειτα από 12 μήνες θεραπευτικής αγωγής ή απώλεια προηγούμενης επίτευξης αιματολογικής και/ή κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά την κλιμάκωση της δόσης, δεδομένης της πιθανότητας για αυξημένη εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων στις υψηλότερες δοσολογίες.

Δοσολογία για ΧΜΛ σε παιδιά Η δοσολογία σε παιδιά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m2). Σε παιδιά με ΧΜΛ σε χρόνια φάση και σε επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛ συνιστάται δόση των 340 mg/m2 την ημέρα (χωρίς να υπερβαίνεται η συνολική δόση των 800 mg). Η αγωγή μπορεί να χορηγηθεί ως μια εφάπαξ ημερήσια δόση ή εναλλακτικά η ημερήσια δόση μπορεί να διαιρεθεί σε δύο χορηγήσεις - μια το πρωί και μια το βράδυ. Η συνιστώμενη δοσολογία, προς το παρόν, βασίζεται σε μικρό αριθμό παιδιατρικών ασθενών (βλ. παραγράφους 5.1 και 5.2). Δεν υπάρχει εμπειρία για τη θεραπευτική αντιμετώπιση παιδιών ηλικίας κάτω των 2 ετών.

Αυξήσεις της δόσης από 340 mg/m2 ημερησίως σε 570 mg/m2 ημερησίως (χωρίς να υπερβαίνεται η συνολική δόση των 800 mg) μπορεί να εξεταστούν σε παιδιά χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο και σοβαρής, ουδετεροπενίας ή θρομβοκυττοπενίας που δεν σχετίζεται με λευχαιμία στις ακόλουθες περιπτώσεις: εξέλιξη της νόσου (οποιαδήποτε χρονική στιγμή), αποτυχία να επιτευχθεί ικανοποιητική αιματολογική ανταπόκριση έπειτα από τουλάχιστον 3 μήνες θεραπευτικής αγωγής, αποτυχία να επιτευχθεί κυτταρογενετική ανταπόκριση έπειτα από 12 μήνες θεραπευτικής αγωγής ή απώλεια προηγούμενης επίτευξης αιματολογικής και/ή κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά μετά την κλιμάκωση της δόσης, δεδομένης της πιθανότητας για αυξημένη εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων στις υψηλότερες δοσολογίες.

Δοσολογία για Ph+ΟΛΛ σε ενήλικους ασθενείς Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 600 mg/ημέρα για ενήλικους ασθενείς με Ph+ΟΛΛ.

Αιματολόγοι ειδικοί στη διαχείριση αυτής της νόσου θα πρέπει να επιβλέπουν την αγωγή κατά τη διάρκεια όλων των φάσεων της αγωγής.

Θεραπευτικό σχήμα: Με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, η ιματινίμπη έχει αποδειχθεί πως είναι αποτελεσματική και ασφαλής, όταν χορηγείται σε δόση 600 mg/ημέρα σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία κατά τη φάση εφόδου, στις φάσεις εδραίωσης και συντήρησης της χημειοθεραπείας (βλ. παράγραφο 5.1) σε ενήλικους ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ΟΛΛ. Η διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το επιλεχθέν θεραπευτικό πρόγραμμα, αλλά γενικά οι μεγαλύτερες σε χρόνο εκθέσεις στην ιματινίμπη έχουν αποδώσει καλύτερα αποτελέσματα.

Σε ενήλικους ασθενείς με υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική Ph+ΟΛΛ, η μονοθεραπεία με ιματινίμπη στα 600 mg/ημέρα είναι ασφαλής, αποτελεσματική και μπορεί να χορηγείται, μέχρι να εμφανιστεί εξέλιξη της νόσου.

Δοσολογία για Ph+ΟΛΛ σε παιδιά Η δοσολογία σε παιδιά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την επιφάνεια του σώματος (mg/m2). Σε παιδιά με Ph+ΟΛΛ συνιστάται δόση των 340 mg/m2 την ημέρα (χωρίς να υπερβαίνεται η συνολική δόση των 600 mg).

Δοσολογία για MDS/MPD Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 400 mg/ημέρα για ενήλικους ασθενείς με MDS/MPD.

Διάρκεια αγωγής: Στη μοναδική κλινική μελέτη που διεξήχθη έως τώρα, η αγωγή με ιματινίμπη συνεχίστηκε έως την εξέλιξη της νόσου (βλ. παράγραφο 5.1). Τη χρονική στιγμή της ανάλυσης, η διάμεση διάρκεια αγωγής ήταν 47 μήνες (24 ημέρες-60 μήνες).

Δοσολογία για HES/CEL Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 100 mg/ημέρα για ενήλικους ασθενείς με HES/CEL.

Αύξηση της δόσης από 100 mg σε 400 mg μπορεί να εξεταστεί σε απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών στο φάρμακο, εάν οι εξετάσεις καταδεικνύουν ανεπαρκή ανταπόκριση στη θεραπεία.

Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο ο ασθενής εξακολουθεί να έχει όφελος.

Δοσολογία για GIST Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 400 mg/ημέρα για ενήλικες ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό κακοήθες GIST.

Περιορισμένος αριθμός δεδομένων υπάρχει για το αποτέλεσμα της αύξησης της δόσης από 400 mg σε 600 mg ή σε 800 mg σε ασθενείς που παρουσιάζουν πρόοδο στη χαμηλότερη δόση (βλ. παράγραφο 5.1).

Διάρκεια αγωγής: Σε κλινικές μελέτες με ασθενείς με GIST, η θεραπεία με ιματινίμπη συνεχίστηκε μέχρι η νόσος να παρουσιάσει εξέλιξη. Μέχρι τη στιγμή της ανάλυσης, η διάρκεια της θεραπείας ήταν κατά μέσο όρο 7 μήνες (7 ημέρες έως 13 μήνες). Δεν έχει διερευνηθεί το αποτέλεσμα της διακοπής της θεραπείας μετά την επίτευξη της ανταπόκρισης.

Η συνιστώμενη δόση της ιματινίμπης είναι 400 mg/ημέρα για την επικουρική θεραπεία ενήλικων ασθενών μετά από εγχείρηση GIST. Η διάρκεια της ιδανικής θεραπείας δεν έχει καθιερωθεί. Η διάρκεια της θεραπείας κατά την κλινική μελέτη που υποστηρίζει αυτή την ένδειξη ήταν 36 μήνες (βλ.

παράγραφο 5.1).

Δοσολογία για DFSP Η συνιστώμενη δόση ιματινίμπης είναι 800 mg/ημέρα για ενήλικους ασθενείς με DFSP.

Ρύθμιση της δόσης για ανεπιθύμητες ενέργειες Μη αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες Εάν εμφανιστεί μια σοβαρή μη αιματολογική ανεπιθύμητη ενέργεια με τη χρήση ιματινίμπης, η αγωγή θα πρέπει να αποσυρθεί, έως ότου επιλυθεί το συμβάν. Κατόπιν, η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί καταλλήλως, ανάλογα με την αρχική σοβαρότητα του συμβάντος.

Εάν εμφανιστούν αυξήσεις της χολερυθρίνης μεγαλύτερες από το τριπλάσιο του ανώτερου ορίου της φυσιολογικής τιμής (IULN) ή των ηπατικών τρανσαμινασών μεγαλύτερες από το πενταπλάσιο του ανώτερου ορίου της φυσιολογικής τιμής (IULN), η ιματινίμπη θα πρέπει να αποσυρθεί, έως ότου τα επίπεδα χολερυθρίνης επανέλθουν σε λιγότερο από 1,5 φορά του ανωτέρου ορίου της φυσιολογικής τιμής (IULN) και τα επίπεδα των τρανσαμινασών σε λιγότερο από 2,5 φορές του ανώτερου ορίου της φυσιολογικής τιμής (IULN). Η αγωγή με ιματινίμπη μπορεί τότε να συνεχιστεί σε μειωμένη ημερήσια δόση. Στους ενήλικες η δόση θα πρέπει να μειωθεί από 400 mg σε 300 mg ή από 600 mg σε 400 mg ή από 800 mg σε 600 mg και στα παιδιά από 340 σε 260 mg/m2/ημέρα.

Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες Συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της αγωγής για σοβαρή ουδετεροπενία και θρομβοκυττοπενία, όπως ενδείκνυται στον παρακάτω πίνακα.

Προσαρμογές της δόσης για ουδετεροπενία και θρομβοκυττοπενία:

HES/CELANC <1,0x109/l1. Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥1,5x109/l και
(δόση έναρξης 100 mg)και/ήαιμοπετάλια ≥75x109/l.
αιμοπετάλια <50x109/l2. Επανάληψη αγωγής με ιματινίμπη στην προηγούμενη
δόση (δηλ. πριν από σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση).
Χρόνια φάση ΧΜΛ,ANC <1,0x109/l1. Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥1,5x109/l και
MDS/MDP και GISTαιμοπετάλια ≥75x109/l.
(δόση έναρξης 400 mg)και/ή2. Επανάληψη αγωγής με ιματινίμπη στην προηγούμενη
δόση (δηλ. πριν από σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση).
HES/CELαιμοπετάλια <50x109/l3. Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC <1.0x109/l και/ή
(στη δόση των 400 mg)αιμοπετάλια <50x109/l, επανάληψη βήματος 1 και
επανέναρξη ιματινίμπης στη μειωμένη δόση των 300 mg.
Χρόνια φάση ΧΜΛ σεANC <1,0 x109/l1. Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥1,5x109/l και
παιδιατρικούς ασθενείςκαι/ήαιμοπετάλια ≥75x109/l.
(στη δόση 340 mg/m2)αιμοπετάλια <50x109/l2. Επανάληψη αγωγής με ιματινίμπη στην προηγούμενη
δόση (δηλ. πριν από σοβαρή ανεπιθύμητη αντίδραση).
3. Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC <1,0x109/l και/ή
αιμοπετάλια <50x109/l, επανάληψη βήματος 1 και
επανέναρξη ιματινίμπης στη μειωμένη δόση των 260 mg/m2.
Επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛaANC <0,5x109/l1. Έλεγχος εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με λευχαιμία (με
και βλαστική κρίση καικαι/ήαναρρόφηση μυελού ή βιοψία).
Ph+ΟΛΛαιμοπετάλια <10x109/l2. Εάν η κυτταροπενία δε σχετίζεται με λευχαιμία, μείωση
(δόση έναρξης 600 mg)δόσης της ιματινίμπης στα 400 mg.
3. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 2 εβδομάδες, επιπλέον
μείωση στα 300 mg.
4. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 4 εβδομάδες και
εξακολουθεί να μη σχετίζεται με λευχαιμία, διακοπή της
ιματινίμπης μέχρι ANC ≥1x109/l και αιμοπετάλια ≥20x109/l,
στη συνέχεια επανέναρξη της αγωγής στα 300 mg.
Επιταχυνόμενη φάση ΧΜΛaANC <0,5x109/l1. Έλεγχος εάν η κυτταροπενία σχετίζεται με λευχαιμία (με
και βλαστική κρίση σεκαι/ήαναρρόφηση μυελού ή βιοψία).
παιδιατρικούς ασθενείςαιμοπετάλια <10x109/l2. Εάν η κυτταροπενία δε σχετίζεται με λευχαιμία, μείωση
(δόση έναρξης 340 mg/m2)δόσης ιματινίμπης στα 260 mg/m2.
3. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 2 εβδομάδες, επιπλέον
μείωση στα 200 mg/m2.
4. Εάν η κυτταροπενία εμμένει για 4 εβδομάδες και
εξακολουθεί να μη σχετίζεται με λευχαιμία, διακοπή της
ιματινίμπης μέχρι ANC ≥1x109/l και αιμοπετάλια ≥20x109/l,
στη συνέχεια επανέναρξη της αγωγής στα 200 mg/m2.
DFSPANC <1,0x109/l1. Διακοπή της ιματινίμπης μέχρι ANC ≥1,5x109/l και
(στη δόση των 800 mg)και/ήαιμοπετάλια ≥75x109/l.
αιμοπετάλια <50x109/l2. Επανάληψη της αγωγής με ιματινίμπη στα 600 mg.
3. Σε περίπτωση επανεμφάνισης ANC <1.0x109/l και/ή
αιμοπετάλια <50x109/l, επανάληψη βήματος 1 και
επανέναρξη ιματινίμπης στη μειωμένη δόση των 400 mg.
ANC = απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων
a που εμφανίζεται έπειτα από τουλάχιστον 1 μήνα θεραπείας

Ειδικοί πληθυσμοί Παιδιατρική χρήση: Δεν υπάρχει εμπειρία στα παιδιά με ΧΜΛ ηλικίας κάτω των 2 ετών και με Ph+ΟΛΛ ηλικίας κάτω του 1 έτους (βλ. παράγραφο 5.1). Η εμπειρία σε παιδιά με MDS/MPD, DFSP, GIST και HES/CEL είναι πολύ περιορισμένη.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ιματινίμπης σε παιδιά με MDS/MPD, DFSP, GIST και HES/CEL ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί σε κλινικές δοκιμές. Τα τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί περιγράφονται στην παράγραφο 5.1, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

Ηπατική ανεπάρκεια: Η ιματινίμπη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του ήπατος. Σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγείται ημερησίως η ελάχιστη συνιστώμενη δόση των 400 mg. Η δόση μπορεί να μειωθεί, εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8 και 5.2).

Κατάταξη της ηπατικής δυσλειτουργίας:

Ηπατική δυσλειτουργίαΕξετάσεις ηπατικής λειτουργίας
ΉπιαΟλική χολερυθρίνη: = 1,5 ULN
AST: > ULN (μπορεί να είναι φυσιολογική ή < ULN εάν η ολική
χολερυθρίνη είναι > ULN)
ΜέτριαΟλική χολερυθρίνη: > 1,5 - 3,0 ULN
AST: οποιαδήποτε τιμή
ΣοβαρήΟλική χολερυθρίνη: > 3 - 10 ULN
AST: οποιαδήποτε τιμή

ULN = ανώτατο όριο της φυσιολογικής τιμής για το εργαστήριο AST = ασπαρτική αμινοτρανσφεράση Νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε αιμοκάθαρση θα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη συνιστώμενη δόση των 400 mg την ημέρα ως εναρκτήρια δόση. Ωστόσο, σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται προσοχή. Η δόση μπορεί να ελαττωθεί, εάν δεν είναι ανεκτή. Εάν είναι ανεκτή, η δόση μπορεί να αυξηθεί λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).

Ηλικιωμένοι: Η φαρμακοκινητική της ιματινίμπης δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Δεν έχουν παρατηρηθεί σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σχετιζόμενες με την ηλικία σε ενήλικους ασθενείς σε κλινικές μελέτες, στις οποίες πάνω από το 20% των ασθενών που συμπεριελήφθησαν ήταν ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν είναι απαραίτητη ιδιαίτερη δοσολογική σύσταση στους ηλικιωμένους ασθενείς.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Όταν η ιματινίμπη συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, υπάρχει πιθανότητα για φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις. Απαιτείται προσοχή, όταν η ιματινίμπη λαμβάνεται με αναστολείς προτεάσης, αζολικά αντιμυκητιασικά, συγκεκριμένα μακρολίδια (βλ. παράγραφο 4.5), CYP3A4 υποστρώματα με περιορισμένο θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. κυκλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, ντοσεταξέλη, κινιδίνη) ή βαρφαρίνη και άλλα παράγωγα κουμαρίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

Η ταυτόχρονη χρήση ιματινίμπης με φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3A4 (π.χ.

δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη ή Hypericum perforatum, γνωστό επίσης ως St. John’s Wort) μπορεί να μειώσει σημαντικά την έκθεση στην ιματινίμπη και πιθανώς να αυξηθεί ο κίνδυνος θεραπευτικής αποτυχίας. Γι’ αυτό το λόγο, θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και ιματινίμπης (βλ. παράγραφο 4.5).

Υποθυρεοειδισμός Κλινικά περιστατικά υποθυρεοειδισμού έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με θυρεοειδεκτομή σε θεραπεία υποκατάστασης με λεβοθυροξίνη κατά τη διάρκεια αγωγής με ιματινίμπη (βλ. παράγραφο 4.5). Τα επίπεδα της θυρεοτρόπου ορμόνης (TSH) θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε αυτούς τους ασθενείς.

Ηπατοτοξικότητα Ο μεταβολισμός της ιματινίμπης είναι κυρίως ηπατικός και μόνο το 13% της απέκκρισης γίνεται μέσω των νεφρών. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια ή σοβαρή) θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά οι μετρήσεις του περιφερικού αίματος και των ηπατικών ενζύμων (βλ.

παραγράφους 4.2, 4.8 και 5.2). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ασθενείς με GIST μπορεί να έχουν ηπατικές μεταστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ηπατική βλάβη.

Περιστατικά ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας και της ηπατικής νέκρωσης, έχουν παρατηρηθεί με ιματινίμπη. Όταν η ιματινίμπη συνδυάζεται με σχήματα χημειοθεραπείας υψηλής δόσης, έχει διαπιστωθεί αύξηση στις σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις. Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά σε περιπτώσεις που η ιματινίμπη συνδυάζεται με χημειοθεραπευτικά σχήματα, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργία (βλ.

παράγραφο 4.5 και 4.8).

Κατακράτηση υγρών Περιστατικά σοβαρής κατακράτησης υγρών (πλευριτικό εξίδρωμα, οίδημα, πνευμονικό οίδημα, ασκίτης, επιφανειακό οίδημα) έχουν αναφερθεί σε περίπου 2,5% των νεοδιαγνωσθέντων με ΧΜΛ ασθενών που λαμβάνουν ιματινίμπη. Γι’ αυτό το λόγο, συνιστάται ιδιαίτερα οι ασθενείς να ζυγίζονται τακτικά. Μια μη αναμενόμενη ραγδαία αύξηση του σωματικού βάρους θα πρέπει να διερευνάται προσεκτικά και εάν είναι απαραίτητο να λαμβάνονται τα απαραίτητα θεραπευτικά μέτρα και υποστηρικτική φροντίδα. Σε κλινικές μελέτες υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυτών των συμβαμάτων σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε εκείνους με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσου.

Γι’ αυτό το λόγο, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή δυσλειτουργία.

Ασθενείς με καρδιακή νόσο Οι ασθενείς με καρδιακή νόσο, με παράγοντες κινδύνου καρδιακής ανεπάρκειας ή ιστορικό νεφρικής ανεπάρκειας, θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και κάθε ασθενής με σημεία ή συμπτώματα που συνάδουν με καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να αξιολογείται και να υποβάλλεται σε θεραπεία.

Σε ασθενείς με υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο (HES) με λανθάνουσα διήθηση HES κυττάρων εντός του μυοκαρδίου, μεμονωμένες περιπτώσεις καρδιογενούς καταπληξίας/δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας έχουν συσχετιστεί με αποκοκκίωση των HES κυττάρων κατά την έναρξη της θεραπείας με ιματινίμπη. Αναφέρθηκε ότι η κατάσταση κατέστη αναστρέψιμη με τη χορήγηση συστηματικών στεροειδών, τη λήψη μέτρων υποστήριξης του κυκλοφορικού και την προσωρινή διακοπή της ιματινίμπης. Αν και καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί όχι συχνά με την ιματινίμπη, μια προσεκτική αξιολόγηση της ωφέλειας/κινδύνου της θεραπείας με ιματινίμπη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πληθυσμό με HES/CEL πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Οι μυελοδυσπλαστικές/μυελοϋπερπλαστικές νόσοι με γονιδιακές αναδιατάξεις του PDGFR ενδέχεται να σχετίζονται με υψηλά επίπεδα ηωσινόφιλων. Η αξιολόγηση από ειδικό καρδιολόγο, η διενέργεια υπερηχοκαρδιογραφήματος και ο καθορισμός της τροπονίνης στον ορό θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε ασθενείς με HES/CEL και σε ασθενείς με MDS/MPD που συνδέονται με υψηλά επίπεδα ηωσινόφιλων πριν από τη χορήγηση ιματινίμπης. Εάν κάτι είναι μη φυσιολογικό, η παρακολούθηση από ειδικό καρδιολόγο και η προφυλακτική χρήση συστηματικών στεροειδών (1-2 mg/kg) για μια έως δύο εβδομάδες ταυτόχρονα με ιματινίμπη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την έναρξη της θεραπείας.

Γαστρεντερικές αιμορραγίες Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST αναφέρθηκαν γαστρεντερικές και ενδο-ογκικές αιμορραγίες (βλ. παράγραφο 4.8). Με βάσει τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν έχουν προσδιορισθεί παράγοντες προδιαθεσιών (π.χ. μέγεθος όγκου, εντόπιση όγκου, διαταραχές πήξης) που να θέτουν τους ασθενείς με GIST σε υψηλότερο κίνδυνο για κάποιο από τους δύο τύπους αιμορραγίας. Επειδή η αυξημένη αγγείωση και η τάση για αιμορραγία είναι μέρος της φύσης και της κλινικής πορείας των GIST, οι καθιερωμένες πρακτικές και διαδικασίες πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους ασθενείς για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της αιμορραγίας.

Επιπλέον, κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά σε ασθενείς με ΧΜΛ,ΟΛΛ και άλλες νόσους, έχει αναφερθεί αγγειακή εκτασία γαστρικού άντρου (GAVE), μια σπάνια αιτία γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.8). Εφόσον χρειάζεται, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με ιματινίμπη.

Σύνδρομο λύσης όγκου

Λόγω της πιθανής εμφάνισης του συνδρόμου λύσης όγκου (TLS), συνιστάται η αποκατάσταση της κλινικά σημαντικής αφυδάτωσης και η θεραπεία των υψηλών επιπέδων ουρικού οξέος πριν από την έναρξη χορήγησης της ιματινίμπης (βλ. παράγραφο 4.8).

Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β σε ασθενείς που είναι χρόνιοι φορείς αυτού του ιού έχει εμφανιστεί μετά τη χορήγηση αναστολέων της τυροσινικής κινάσης (TKI) BCR-ABL. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση.

Οι ασθενείς πρέπει να εξεταστούν για λοίμωξη από τον ιό HBV πριν από την έναρξη της θεραπείας με Imatinib/Aenorasis. Πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που αντιδρούν θετικά στην ορολογική ανίχνευση της ηπατίτιδας Β (συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ενεργό νόσο) και σε ασθενείς θετικούς στη λοίμωξη από τον HBV κατά την διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ζητηθεί η συμβουλή ειδικών στην ηπατική νόσο και τη θεραπεία της ηπατίτιδας Β. Οι φορείς του HBV οι οποίοι χρήζουν θεραπείας με Imatinib/Aenorasis πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από τον HBV κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).

Φωτοτοξικότητα Η έκθεση στο άμεσο ηλιακό φως πρέπει να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται λόγω του κινδύνου φωτοτοξικότητας που σχετίζεται με τη θεραπεία με ιματινίμπη. Θα πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς ώστε να χρησιμοποιούν μέτρα όπως προστατευτικό ρουχισμό και αντιηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας από τον ήλιο (SPF).

Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια Οι αναστολείς κινάσης τυροσίνης BCR-ABL (TKIs) έχουν συσχετιστεί με θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (TMA), συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων περιστατικών για την ιματινίμπη (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν εμφανιστούν εργαστηριακά ή κλινικά ευρήματα που σχετίζονται με TMA σε ασθενή που λαμβάνει ιματινίμπη, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται και να γίνεται διεξοδική αξιολόγηση για TMA, συμπεριλαμβανομένης της δραστικότητας ADAMTS13 και του προσδιορισμού του αντισώματος αντι-ADAMTS13. Εάν το αντίσωμα αντι-ADAMTS13 είναι αυξημένο σε συνδυασμό με χαμηλή δραστικότητα ADAMTS13, η θεραπεία με ιματινίμπη δεν πρέπει να επαναληφθεί.

Εργαστηριακές εξετάσεις Πλήρεις αιματολογικοί έλεγχοι θα πρέπει να διεξάγονται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ιματινίμπη. Η θεραπευτική αγωγή με ιματινίμπη των ασθενών με ΧΜΛ έχει συσχετιστεί με ουδετεροπενία ή θρομβοκυττοπενία. Ωστόσο, η εμφάνιση αυτών των κυτταροπενιών πιθανόν να σχετίζεται με το στάδιο της νόσου που αντιμετωπίζεται θεραπευτικά και ήταν πιο συχνές σε ασθενείς με ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση σε σύγκριση με ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση. Η αγωγή με ιματινίμπη μπορεί να διακοπεί ή να μειωθεί η δόση, όπως συνιστάται στην παράγραφο 4.2.

Η ηπατική λειτουργία (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση) θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά σε ασθενείς που λαμβάνουν ιματινίμπη.

Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, η έκθεση της ιματινίμπης στο πλάσμα φαίνεται να είναι υψηλότερη από αυτή σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, πιθανόν λόγω του αυξημένου στο πλάσμα επιπέδου της άλφα όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AGP), μιας πρωτεΐνης που δεσμεύει την ιματινίμπη, σε αυτούς τους ασθενείς. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγείται η ελάχιστη δόση έναρξης. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Η δόση μπορεί να μειωθεί, εάν δεν είναι ανεκτή (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).

Η μακροχρόνια αγωγή με ιματινίμπη μπορεί να συσχετίζεται με μια κλινικά σημαντική μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Θα πρέπει, επομένως, η νεφρική λειτουργία να αξιολογείται πριν από την

έναρξη της θεραπείας με ιματινίμπη και να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Εάν παρατηρηθεί νεφρική δυσλειτουργία, η κατάλληλη διαχείριση και αγωγή θα πρέπει να συνταγογραφείται σύμφωνα με τις πρότυπες κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας.

Παιδιατρικός πληθυσμός Έχουν αναφερθεί περιστατικά καθυστέρησης της ανάπτυξης σε παιδιά και προ-έφηβους που λάμβαναν ιματινίμπη. Σε μία μελέτη παρατήρησης σε παιδιατρικό πληθυσμό με ΧΜΛ, έχει αναφερθεί μια στατιστικά σημαντική (αλλά με αδιευκρίνιστη κλινική συσχέτιση) μείωση στις διάμεσες βαθμολογίες τυπικής απόκλισης ύψους μετά από 12 και 24 μήνες αγωγής σε δυο μικρά υποσύνολα ανεξάρτητα από την εφηβική κατάσταση ή το φύλο. Συνιστάται η στενή παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών που υπόκεινται σε αγωγή με ιματινίμπη (βλ. παράγραφο 4.8).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δραστικές ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ιματινίμπης στο πλάσμα:

Ουσίες που αναστέλλουν τη δράση του ισοενζύμου CYP3A4 του κυτοχρώματος Ρ450 (π.χ.

αναστολείς προτεάσης όπως ινδιναβίρη, λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ριτοναβίρη, σακιναβίρη, τελαπρεβίρη, νελφιναβίρη, βοσεπρεβίρη, αζολικά αντιμυκητιασικά συμπεριλαμβανομένης της κετοκοναζόλης, ιτρακοναζόλης, ποσακοναζόλης, βορικοναζόλης, συγκεκριμένα μακρολίδια, όπως ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη και τελιθρομυκίνη) μπορεί να μειώσουν το μεταβολισμό και να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ιματινίμπης. Υπήρξε μια σημαντική αύξηση στην έκθεση στην ιματινίμπη (η μέση C και η AUC της ιματινίμπης ανήλθε σε 26% και 40%, αντίστοιχα) σε υγιή max άτομα, όταν συγχορηγήθηκε με μία εφάπαξ δόση κετοκοναζόλης (ενός αναστολέα του CYP3A4).

Συνιστάται προσοχή, όταν η ιματινίμπη χορηγείται με αναστολείς της οικογένειας CYP3A4.

Δραστικές ουσίες που μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της ιματινίμπης στο πλάσμα:

Ουσίες που είναι επαγωγείς της δράσης του CYP3A4 (π.χ. δεξαμεθαζόνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, φωσφαινυτοΐνη, πριμιδόνη ή Hypericum perforatum, γνωστό επίσης ως St. John’s Wort) μπορεί να μειώσουν σημαντικά την έκθεση στην ιματινίμπη, αυξάνοντας πιθανώς τον κίνδυνο θεραπευτικής αποτυχίας. Προηγηθείσα θεραπεία με πολλαπλές δόσεις ριφαμπικίνης, 600 mg ημερησίως, ακολουθούμενη από μια εφάπαξ δόση 400 mg ιματινίμπης είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της C και AUC κατά τουλάχιστον 54% και 74% των max (0-∞)

αντιστοίχων τιμών χωρίς θεραπεία με ριφαμπικίνη. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με κακοήθη γλοιώματα που έλαβαν θεραπεία με ιματινίμπη, όσο λάμβαναν αντιεπιληπτικά φάρμακα επαγωγής ενζύμων (EIAED), όπως καρβαμαζεπίνη, οξυκαρβαζεπίνη και φαινυτοΐνη. Η AUC στο πλάσμα για την ιματινίμπη μειώθηκε κατά 73% σε σύγκριση με τους ασθενείς που δε λάμβαναν EIAED. Η ταυτόχρονη χρήση της ριφαμπικίνης ή άλλων ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 και της ιματινίμπης θα πρέπει να αποφεύγεται.

Δραστικές ουσίες που η συγκέντρωσή τους στο πλάσμα μπορεί να μεταβάλλεται από την ιματινίμπη Η ιματινίμπη αυξάνει τη μέση C και την AUC της σιμβαστατίνης (υπόστρωμα του CYP3A4) κατά max 2 και 3,5 φορές, αντίστοιχα, δεικνύοντας αναστολή του CΥP3A4 από την ιματινίμπη. Γι’ αυτό το λόγο, συνιστάται προσοχή, όταν η ιματινίμπη χορηγείται με υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό παράθυρο (π.χ. κυκλοσπορίνη, πιμοζίδη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εργοταμίνη, διεργοταμίνη, φεντανύλη, αλφεντανίλη, τερφεναδίνη, βορτεζομίμπη, ντοσεταξέλη και κινιδίνη). Η ιματινίμπη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα άλλων φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (π.χ. τριαζολο-βενζοδιαζεπίνες, αποκλειστές των διαύλων του διϋδροπυριδινικού ασβεστίου, ορισμένοι αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA, π.χ. στατίνες κλπ.).

Λόγω του γνωστού αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας σε σχέση με τη χρήση ιματινίμπης, οι ασθενείς που χρειάζονται αντιπηκτικά θα πρέπει να λαμβάνουν χαμηλού μοριακού βάρους ή κλασική ηπαρίνη, αντί των παραγώγων της κουμαρίνης, όπως βαρφαρίνη.

In vitro η ιματινίμπη αναστέλλει τη δράση του ισοενζύμου CYP2D6 του κυτοχρώματος Ρ450 σε συγκεντρώσεις παρόμοιες με αυτές που επηρεάζουν τη δράση του CYP3A4. Η ιματινίμπη στα 400 mg

δύο φορές ημερησίως παρουσίασε ανασταλτική δράση στο μεταβολισμό της μετοπρολόλης μέσω του CYP2D6 με τη C και AUC να αυξάνονται κατά περίπου 23% (90%CI [1,16-1,30]). Δε φαίνεται να max είναι απαραίτητες ρυθμίσεις της δόσης, όταν η ιματινίμπη συγχορηγείται με υποστρώματα του CYP2D6, ωστόσο συνιστάται προσοχή με τα υποστρώματα του CYP2D6 με στενό θεραπευτικό παράθυρο, όπως η μετοπρολόλη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κλινική παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν μετοπρολόλη.

In vitro η ιματινίμπη αναστέλλει την Ο-γλυκορουδινίαση της παρακεταμόλης με τιμή K ίση με 58,5 i micromol/l. Η αναστολή αυτή δεν έχει παρατηρηθεί in vivo μετά τη χορήγηση ιματινίμπης 400 mg και παρακεταμόλης 1.000 mg. Δεν έχουν μελετηθεί υψηλότερες δόσεις ιματινίμπης και παρακεταμόλης.

Συνιστάται, επομένως, προσοχή όταν χρησιμοποιούνται υψηλές δόσεις ιματινίμπης και παρακεταμόλης ταυτόχρονα.

Σε ασθενείς με θυρεοειδεκτομή που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη, η έκθεση του πλάσματος στη λεβοθυροξίνη μπορεί να μειωθεί, όταν συγχορηγείται ιματινίμπη (βλ. παράγραφο 4.4). Γι’ αυτό το λόγο, συνιστάται προσοχή. Ωστόσο, ο μηχανισμός της παρατηρηθείσας αλληλεπίδρασης είναι προς το παρόν άγνωστος.

Σε ασθενείς με Ph+ΟΛΛ υπάρχει κλινική εμπειρία συγχορήγησης ιματινίμπης με χημειοθεραπεία (βλ.

παράγραφο 5.1), αλλά οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκου με φάρμακο μεταξύ ιματινίμπης και χημειοθεραπευτικών σχημάτων δεν έχουν καλά χαρακτηριστεί. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της ιματινίμπης, όπως ηπατοτοξικότητα, μυελοκαταστολή ή άλλες μπορεί να αυξηθούν και έχει αναφερθεί ότι η ταυτόχρονη χρήση με L-ασπαραγινάση θα μπορεί πιθανόν να συσχετιστεί με αυξημένη ηπατοτοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.8). Γι’ αυτό το λόγο, η χρήση ιματινίμπης σε συνδυασμό απαιτεί ιδιαίτερη προφύλαξη.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 15 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ιματινίμπη.

Κύηση Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για τη χρήση της ιματινίμπης σε εγκύους. Υπήρξαν αναφορές μετά την κυκλοφορία για αυτόματες αποβολές και συγγενείς ανωμαλίες σε νεογνά από γυναίκες που έχουν λάβει ιματινίμπη. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3) και ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το έμβρυο είναι άγνωστος. Η ιματινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός Υπάρχει περιορισμένος αριθμός πληροφοριών για την κατανομή της ιματινίμπης στο ανθρώπινο γάλα.

Μελέτες σε δύο γυναίκες που θήλαζαν αποκάλυψαν ότι τόσο η ιματινίμπη όσο και ο δραστικός της μεταβολίτης μπορεί να κατανέμονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο βαθμός γάλακτος στο πλάσμα που μελετήθηκε σε μία μόνο ασθενή καθορίστηκε στο 0,5 για την ιματινίμπη και 0,9 για το μεταβολίτη, υποδηλώνοντας μεγαλύτερη κατανομή του μεταβολίτη στο γάλα. Λαμβάνοντας υπόψη τη συνδυαζόμενη συγκέντρωση της ιματινίμπης και του μεταβολίτη και τη μέγιστη ημερήσια πρόσληψη γάλακτος από τα βρέφη, η συνολική έκθεση θα αναμενόταν να είναι χαμηλή (~10% της θεραπευτικής δόσης). Παρ’ όλα αυτά, αφού τα αποτελέσματα της έκθεσης του βρέφους σε χαμηλή δόση ιματινίμπης είναι άγνωστα, οι γυναίκες που λαμβάνουν ιματινίμπη δε θα πρέπει να θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 15 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ιματινίμπη.

Γονιμότητα

Σε μη κλινικές μελέτες, δεν επηρεάστηκε η γονιμότητα των θηλυκών και αρσενικών αρουραίων, παρόλο που παρατηρήθηκαν επιδράσεις σε αναπαραγωγικές παραμέτρους (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς που λάμβαναν ιματινίμπη, όσον αφορά την επίδρασή της στη γονιμότητα και τη γαμετογένεση. Οι ασθενείς, που ανησυχούν για τη γονιμότητά τους, ενώ είναι σε θεραπεία με ιματινίμπη, θα πρέπει να συμβουλευτούν τον ιατρό τους.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι μπορεί να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, θολή όραση ή υπνηλία κατά τη διάρκεια της αγωγής με ιματινίμπη. Γι’ αυτό το λόγο, συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ασθενείς με κακοήθειες σε προχωρημένα στάδια μπορεί να έχουν πολυάριθμες, παρεμβαλλόμενες ιατρικές καταστάσεις, που είναι η αιτία ανεπιθύμητων αντιδράσεων, οι οποίες είναι δύσκολο να αξιολογηθούν λόγω της ποικιλίας των συμπτωμάτων που σχετίζονται με την υποκείμενη νόσο, την εξέλιξή της και τη συγχορήγηση πολυάριθμων φαρμακευτικών προϊόντων.

Σε κλινικές μελέτες με ΧΜΛ, η διακοπή του φαρμάκου, λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζομένων με το φάρμακο, παρατηρήθηκε στο 2,4% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών, στο 4% των ασθενών με όψιμη χρόνια φάση έπειτα από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη, στο 4% των ασθενών με επιταχυνόμενη φάση έπειτα από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη και στο 5% των ασθενών με βλαστική κρίση έπειτα από αποτυχία της θεραπείας με ιντερφερόνη. Σε GIST το φάρμακο της μελέτης διακόπηκε στο 4% των ασθενών λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζόμενων με το φάρμακο.

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν παρόμοιες σε όλες τις ενδείξεις, με δύο εξαιρέσεις. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μυελοκαταστολή σε ασθενείς με ΧΜΛ απ’ ότι σε ασθενείς με GIST. Αυτό πιθανόν σχετίζεται με την υποκείμενη νόσο. Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST, 7 (5%) ασθενείς παρουσίασαν CTC βαθμού 3/4 αιμορραγίες από το γαστρεντερικό (3 ασθενείς), αιμορραγίες εντός του όγκου (3 ασθενείς) ή και τις δύο (1 ασθενής). Η εντόπιση των όγκων στο γαστρεντερικό μπορεί να είναι η πηγή των αιμορραγιών του γαστρεντερικού (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι αιμορραγίες από το γαστρεντερικό και οι αιμορραγίες εντός του όγκου μπορεί να είναι σοβαρές και μερικές φορές θανατηφόρες. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις (> 10%)

σχετιζόμενες με το φάρμακο και στις δύο ομάδες ήταν ήπια ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος, κόπωση, μυαλγία, μυϊκές κράμπες και εξάνθημα. Τα επιπολής οιδήματα ήταν ένα συχνό εύρημα σε όλες τις κλινικές μελέτες και κύρια περιγράφηκαν ως περικογχικά οιδήματα ή οιδήματα των κάτω άκρων. Παρ’ όλα αυτά, αυτά τα οιδήματα ήταν σπανίως σοβαρά και μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με διουρητικά, άλλα υποστηρικτικά μέτρα ή μειώνοντας τη δόση της ιματινίμπης.

Όταν η ιματινίμπη συνδυάστηκε με χημειοθεραπεία υψηλής δόσης σε ασθενείς με Ph+ΟΛΛ, παρατηρήθηκε παροδική ηπατοτοξικότητα με τη μορφή της αύξησης των τρανσαμινασών και της υπερχολερυθριναιμίας. Λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη βάση δεδομένων ασφαλείας, τα ανεπιθύμητα συμβάντα που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα σε παιδιά είναι συμβατά με τα γνωστά χαρακτηριστικά ασφαλείας σε ενήλικους ασθενείς με Ph+ΟΛΛ. Τα δεδομένα ασφαλείας για παιδιά με Ph+ΟΛΛ είναι πολύ περιορισμένα, παρ’ όλο που δεν έχουν εξακριβωθεί νέες ανησυχίες για την ασφάλεια.

Διάφορες ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως πλευριτική εξιδρωματική συλλογή, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα και ραγδαία αύξηση του σωματικού βάρους με ή χωρίς επιπολής οίδημα μπορεί συγκεντρωτικά να περιγραφούν ως «κατακράτηση υγρών». Αυτές οι αντιδράσεις μπορεί συνήθως να αντιμετωπιστούν με προσωρινή διακοπή της ιματινίμπης και με διουρητικά και με άλλα κατάλληλα μέτρα υποστηρικτικής φροντίδας. Ωστόσο κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις μπορεί να είναι σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή και κάποιοι ασθενείς με βλαστική κρίση πέθαναν με πολύπλοκο κλινικό ιστορικό πλευριτικής εξιδρωματικής συλλογής, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και νεφρικής

ανεπάρκειας. Δεν υπήρξαν ιδιαίτερα ευρήματα σχετικά με την ασφάλεια σε παιδιατρικές κλινικές μελέτες.

Ανεπιθύμητες ενέργειες Οι ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρονται ως περισσότερες από μία μεμονωμένη περίπτωση, αναφέρονται παρακάτω ανάλογα με την κατηγορία του συστήματος οργάνου και τη συχνότητα. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται με βάση την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά συχνότητας, με την πιο συχνή να αναφέρεται πρώτη.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες και οι συχνότητές τους παρατίθενται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1 Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Όχι συχνές:Έρπητας ζωστήρας, απλός έρπητας, ρινοφαρυγγίτιδα, πνευμονία1, παραρρινοκολπίτιδα, κυτταρίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, γρίπη, ουρολοίμωξη, γαστρεντερίτιδα, σήψη
Σπάνιες:Μυκητίαση
Μη γνωστές:Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β*
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
Σπάνιες:Σύνδρομο λύσης όγκου
Μη γνωστές:Αιμορραγία όγκου/νέκρωση όγκου*
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Μη γνωστές:Αναφυλακτική καταπληξία*
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ συχνές:Ουδετεροπενία, θρομβοκυττοπενία, αναιμία
Συχνές:Πανκυτταροπενία, εμπύρετη ουδετεροπενία
Όχι συχνές:Θρομβοκυττάρωση, λεμφοπενία, καταστολή του μυελού των οστών, ηωσινοφιλία, λεμφαδενοπάθεια
Σπάνιες:Αιμολυτική αναιμία, θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές:Ανορεξία
Όχι συχνές:Υποκαλιαιμία, αύξηση της όρεξης, υποφωσφαταιμία, μείωση της όρεξης, αφυδάτωση, ουρική αρθρίτιδα, υπερουριχαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία, υπονατριαιμία
Σπάνιες:Υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές:Αϋπνία
Όχι συχνές:Κατάθλιψη, μειωμένη γενετήσια ορμή, άγχος
Σπάνιες:Συγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές:Κεφαλαλγία2
Συχνές:Ζάλη, παραισθησία, διαταραχή της γεύσης, υπαισθησία
Όχι συχνές:Ημικρανία, υπνηλία, συγκοπή, περιφερική νευροπάθεια, επηρεασμένη μνήμη, ισχιαλγία, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, τρόμος, εγκεφαλική αιμορραγία
Σπάνιες:Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, σπασμοί, οπτική νευρίτιδα
Μη γνωστές:Εγκεφαλικό οίδημα*
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές:Οίδημα βλεφάρου, αυξημένη δακρύρροια, αιμορραγία του επιπεφυκότα, επιπεφυκίτιδα, ξηροφθαλμία, θολή όραση
Όχι συχνές:Ερεθισμός οφθαλμού, πόνος του οφθαλμού, οίδημα του κόγχου, αιμορραγία του σκληρού, αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς, βλεφαρίτιδα, οίδημα της ωχράς κηλίδας
Σπάνιες:Καταρράκτης, γλαύκωμα, οίδημα της οπτικής θηλής
Μη γνωστέςΑιμορραγία του υαλοειδούς σώματος*
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Όχι συχνές:Ίλιγγος, εμβοές, απώλεια ακοής
Καρδιακές διαταραχές
Όχι συχνές:Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια3, πνευμονικό οίδημα
Σπάνιες:Αρρυθμία, κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανακοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, περικαρδιακή συλλογή
Μη γνωστές:Περικαρδίτιδα*, καρδιακός επιπωματισμός*
Αγγειακές διαταραχές4
Συχνές:Έξαψη, αιμορραγία
Όχι συχνές:Υπέρταση, αιμάτωμα, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, περιφερική ψυχρότητα, υπόταση, φαινόμενο Raynaud
Μη γνωστές:Θρόμβωση/εμβολή*
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Συχνές:Δύσπνοια, επίσταξη, βήχας
Όχι συχνές:Υπεζωκοτική συλλογή5, φαρυγγολαρυγγικό άλγος, φαρυγγίτιδα
Σπάνιες:Πλευριτικός πόνος, πνευμονική ίνωση, πνευμονική υπέρταση, πνευμονική
αιμορραγία
Μη γνωστές:Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια11*, διάμεση πνευμονοπάθεια*
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Πολύ συχνές:Ναυτία, διάρροια, έμετος, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος6
Συχνές:Μετεωρισμός, διάταση της κοιλίας, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση,
δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, γαστρίτιδα
Όχι συχνές:Στοματίτιδα, εξέλκωση του στόματος, αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα7,
ερυγή, μέλαινα, οισοφαγίτιδα, ασκίτης, γαστρικό έλκος, αιματέμεση, χειλίτιδα,
δυσφαγία, παγκρεατίτιδα
Σπάνιες:Κολίτιδα, ειλεός, φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
Μη γνωστές:Ειλεός/εντερική απόφραξη*, διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα*,
εκκολπωματίτιδα*, γαστρικού άντρου αγγειακή εκτασία (GAVE)*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές:Αύξηση ηπατικών ενζύμων
Όχι συχνές:Υπερχολερυθριναιμία, ηπατίτιδα, ίκτερος
Σπάνιες:Ηπατική ανεπάρκεια8, ηπατική νέκρωση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές:Περικογχικό οίδημα, δερματίτιδα/έκζεμα/εξάνθημα
Συχνές:Κνησμός, οίδημα προσώπου, ξηροδερμία, ερύθημα, αλωπεκία, νυκτερινοί
ιδρώτες, αντίδραση από φωτοευαισθησία
Όχι συχνές:Φλυκταινώδες εξάνθημα, μώλωπας, αυξημένη εφίδρωση, κνίδωση, εκχύμωση,
αυξημένη τάση εκχυμώσεων, υποτρίχωση, υποχρωματισμός δέρματος,
αποφολιδωτική δερματίτιδα, ρήξη όνυχα, θυλακίτιδα, πετέχειες, ψωρίαση,
πορφύρα, υπέρχρωση δέρματος, πομφολυγώδη εξανθήματα, υποδερματίτιδα12
Σπάνιες:Οξεία εμπύρετος ουδετεροφιλική δερμάτωση (σύνδρομο Sweet), δυσχρωματισμός
όνυχα, αγγειονευρωτικό οίδημα, φλυκταινώδες εξάνθημα, πολύμορφο ερύθημα,
λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, σύνδρομο Stevens- Johnson, οξεία
γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP), πέμφιγα*
Μη γνωστές:Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας*, λειχενοειδή
υπερκεράτωση*, ομαλός λειχήνας*, τοξική επιδερμική νεκρόλυση*, φαρμακευτικό
εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)*,
ψευδοπορφυρία*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ συχνές:Μυϊκοί σπασμοί και κράμπες, μυοσκελετικός πόνος συμπεριλαμβανομένης
μυαλγίας9, αρθραλγίας και οστικός πόνος10
Συχνές:Οίδημα αρθρώσεων
Όχι συχνές:Δυσκαμψία μυών και αρθρώσεων, οστεονέκρωση*
Σπάνιες:Μυϊκή αδυναμία, αρθρίτιδα, ραβδομυόλυση/μυοπάθεια
Μη γνωστές:Καθυστέρηση της ανάπτυξης σε παιδιά*
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές:Άλγος νεφρού, αιματουρία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένη συχνότητα
ούρησης
Μη γνωστές:Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Όχι συχνές:Γυναικομαστία, στυτική δυσλειτουργία, μηνορραγία, ακανόνιστη έμμηνος ρύση,
σεξουαλική δυσλειτουργία, άλγος θηλής μαστού, διόγκωση μαστού, οίδημα
οσχέου
Σπάνιες:Αιμορραγικό ωχρό σωμάτιο/αιμορραγική κύστη ωοθήκης
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές:Κατακράτηση υγρών και οίδημα, κόπωση
Συχνές:Αδυναμία, πυρεξία, ανά σάρκα οίδημα, ρίγη
Όχι συχνές:Θωρακικό άλγος, αίσθημα κακουχίας
Παρακλινικές εξετάσεις
Πολύ συχνές:Αύξηση βάρους
Συχνές:Μείωση βάρους
Όχι συχνές:Αύξηση κρεατινίνης αίματος, αύξηση κρεατινικής φωσφοκινάσης αίματος,
αύξηση γαλακτικής δεϋδρογονάσης αίματος, αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
αίματος
Σπάνιες:Αύξηση αμυλάσης αίματος

* Αυτού του τύπου οι αντιδράσεις έχουν αναφερθεί κυρίως κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία της ιματινίμπης στην αγορά. Σε αυτές περιλαμβάνονται αυθόρμητες αναφορές περιστατικών καθώς και σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα από μελέτες σε εξέλιξη, προγράμματα ευρείας πρόσβασης, κλινικές φαρμακολογικές μελέτες και διερευνητικές μελέτες πάνω σε μη εγκεκριμένες ενδείξεις. Καθώς αυτές οι αντιδράσεις έχουν αναφερθεί από πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι πάντα δυνατός ο αξιόπιστος υπολογισμός της συχνότητάς τους ή η απόδειξη αιτιολογικής σχέσης με την έκθεση στην ιματινίμπη.

1 Πνευμονία αναφέρθηκε πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΜΛ σε μετατροπή και σε ασθενείς με GIST.

2 Η κεφαλαλγία ήταν συχνότερη στους ασθενείς με GIST.

3 Σε βάση ασθενούς-έτους, τα καρδιακά συμβάντα, συμπεριλαμβανομένης της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΜΛ σε μετατροπή απ’ ό,τι σε ασθενείς με χρόνια ΧΜΛ.

4 Η έξαψη ήταν πιο συχνή σε ασθενείς με GIST και η αιμορραγία (αιμάτωμα) ήταν πιο συχνή σε ασθενείς με GIST και με ΧΜΛ σε μετατροπή (ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση και ΧΜΛ σε βλαστική κρίση).

5 Η υπεζωκοτική συλλογή αναφέρθηκε πιο συχνά σε ασθενείς με GIST και σε ασθενείς με ΧΜΛ σε μετατροπή (ΧΜΛ σε επιταχυνόμενη φάση και ΧΜΛ σε βλαστική κρίση) απ’ ό,τι σε ασθενείς με χρόνια ΧΜΛ.

6+7 Το κοιλιακό άλγος και η αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με GIST.

8 Έχουν αναφερθεί θανατηφόρες καταλήξεις ηπατικής ανεπάρκειας ή ηπατικής νέκρωσης.

9 Μυοσκελετικός πόνος κατά τη διάρκεια θεραπείας με ιματινίμπη ή μετά τη διακοπή παρατηρήθηκε μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

10 Μυοσκελετικός πόνος και σχετικά συμβάντα παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς με ΧΜΛ απ’ ότι σε ασθενείς με GIST.

11 Έχουν αναφερθεί θανατηφόρες καταλήξεις σε ασθενείς με νόσο προχωρημένου σταδίου, σοβαρές λοιμώξεις, σοβαρή ουδετεροπενία και άλλες σοβαρές συνυπάρχουσες καταστάσεις.

12 Συμπεριλαμβανομένου του οζώδους ερυθήματος

Ανωμαλίες εργαστηριακών δοκιμών Αιματολογικές διαταραχές Σε ΧΜΛ, κυτταροπενίες, ειδικά ουδετεροπενία και θρομβοκυττοπενία, είναι ένα σταθερό εύρημα σε όλες τις μελέτες με ένδειξη για μεγαλύτερη συχνότητα στις μεγαλύτερες δόσεις ≥ 750 mg (μελέτη φάσης Ι). Ωστόσο, η εμφάνιση των κυτταροπενιών που ήταν σαφώς εξαρτημένη από το στάδιο της νόσου, τη συχνότητα της βαθμίδας 3 ή 4 των ουδετεροπενιών (ANC <1,0x109/l) και των θρομβοκυττοπενιών (αριθμός αιμοπεταλίων < 50x109/l), ήταν 4 με 6 φορές υψηλότερη σε βλαστική κρίση και επιταχυνόμενη φάση (59-64% και 44-63% για ουδετεροπενία και θρομβοκυττοπενία, αντίστοιχα) σε σύγκριση με τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς σε χρόνια φάση ΧΜΛ (16,7% ουδετεροπενία και 8,9% θρομβοκυττοπενία). Σε νεοδιαγνωσθέντες σε χρόνια φάση ΧΜΛ, βαθμού 4 ουδετεροπενία (ANC <0,5x109/l) και θρομβοκυττοπενία (αριθμός αιμοπεταλίων <10x109/l), παρατηρήθηκε στο 3,6% και σε ποσοστό < 1% των ασθενών, αντίστοιχα. Η μέση διάρκεια των ουδετεροπενικών και θρομβοκυττοπενικών επεισοδίων κυμάνθηκε συνήθως από 2 έως 3 εβδομάδες και από 3 έως 4 εβδομάδες, αντίστοιχα. Αυτά τα συμβάντα μπορούν να αντιμετωπιστούν είτε με μείωση της δόσης είτε με διακοπή της αγωγής με ιματινίμπη, αλλά μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε οριστική διακοπή της αγωγής. Σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ οι πιο συχνές

τοξικότητες που παρατηρήθηκαν ήταν βαθμού 3 ή 4 κυτταροπενίες που συμπεριλάμβαναν ουδετεροπενία, θρομβοκυττοπενία και αναιμία. Αυτές γενικά εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών θεραπείας.

Στην μελέτη με ασθενείς με ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST, αναιμία βαθμού 3 και 4 αναφέρθηκε στο 5,4% και 0,7% των ασθενών αντίστοιχα και μπορεί να σχετίζεται με γαστρεντερική ή αιμορραγία εντός του όγκου σε τουλάχιστον μερικούς από τους ασθενείς. Ουδετεροπενία βαθμού 3 και 4 παρατηρήθηκε στο 7,5% και 2,7% των ασθενών αντίστοιχα και βαθμού 3 θρομβοπενία στο 0,7% των ασθενών. Κανένας ασθενής δεν ανέπτυξε βαθμού 4 θρομβοπενία. Μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων και του αριθμού των ουδετερόφιλων παρουσιάσθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι εβδομάδων θεραπείας, με τιμές που παρέμειναν σχετικά σταθερές μετά απ’ αυτό το διάστημα.

Βιοχημικές διαταραχές Σοβαρή αύξηση των τρανσαμινασών (< 5%) ή της χολερυθρίνης (< 1%) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ΧΜΛ και αντιμετωπίστηκε συνήθως με μείωση της δόσης ή διακοπή (η διάμεση διάρκεια αυτών των επεισοδίων ήταν περίπου μια εβδομάδα). Η αγωγή διεκόπη οριστικά λόγω ηπατικών εργαστηριακών διαταραχών σε λιγότερο από 1% των ασθενών με ΧΜΛ. Σε ασθενείς με GIST (μελέτη Β2222), παρατηρήθηκαν στο 6,8% αυξήσεις ALT (αλανινική αμινοτρασφεράση) βαθμού 3 ή 4 και στο 4,8% αυξήσεις AST (ασπαρτική αμινοτρασφεράση) βαθμού 3 ή 4. Η αύξηση της χολερυθρίνης ήταν κάτω του 3%.

Υπήρξαν περιπτώσεις κυτταρολυτικής ή χολεστατικής ηπατίτιδας και ηπατικής ανεπάρκειας. Κάποιοι από αυτούς τους ασθενείς κατέληξαν, συμπεριλαμβανομένου ενός ασθενούς με υψηλή δόση παρακεταμόλης.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών:

Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β έχει αναφερθεί σε συνδυασμό με BCR-ABL TKI. Ορισμένα περιστατικά είχαν ως αποτέλεσμα οξεία ηπατική ανεπάρκεια ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα οδηγώντας σε μεταμόσχευση ήπατος ή θανατηφόρο έκβαση (βλέπε παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR- 15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: +30 213 2040380/337, Φαξ: +30 210 6549585, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η εμπειρία με δόσεις υψηλότερες από τη συνιστώμενη θεραπευτική δόση είναι περιορισμένη. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις υπερδοσολογίας με ιματινίμπη αυθόρμητα και στη βιβλιογραφία. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται και να δοθεί η κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία. Γενικά, η έκβαση των περιπτώσεων αυτών ήταν «βελτίωση» ή «ανάρρωση». Περιστατικά τα οποία αναφέρθηκαν σε διαφορετικές δοσολογίες έχουν ως ακολούθως:

Ενήλικος πληθυσμός 1.200 με 1.600 mg (κυμαινόμενη διάρκεια μεταξύ 1 έως 10 ημέρες): Ναυτία, έμετος, διάρροια, εξάνθημα, ερύθημα, οίδημα, διόγκωση, κόπωση, μυϊκοί σπασμοί, θρομβοκυττοπενία, πανκυτταροπενία, κοιλιακό άλγος, κεφαλαλγία, μειωμένη όρεξη.

1.800 με 3.200 mg (έως και 3.200 mg ημερησίως για 6 ημέρες): Αδυναμία, μυαλγία, φωσφωκινάση κρεατινίνης αυξημένη, χολερυθρίνη αυξημένη, γαστρεντερικό άλγος.

6.400 mg (εφάπαξ δόση): Έγινε αναφορά στη βιβλιογραφία περιστατικού ενός ασθενούς, ο οποίος παρουσίασε ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος, πυρεξία, διόγκωση προσώπου, μειωμένο αριθμό ουδετερόφιλων, αυξημένες τρανσαμινάσες.

8 με 10 g (εφάπαξ δόση): Έχουν αναφερθεί έμετος και γαστρεντερικό άλγος.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ένας άρρεν 3 ετών, ο οποίος εκτέθηκε σε εφάπαξ δόση των 400 mg παρουσίασε έμετο, διάρροια και ανορεξία και ένας άλλος άρρεν 3 ετών, ο οποίος εκτέθηκε σε εφάπαξ δόση των 980 mg παρουσίασε μειωμένο αριθμό λευκοκυττάρων και διάρροια.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται και θα πρέπει να χορηγείται η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς της τυροσινικής κινάσης Bcr-Abl, κωδικός ATC: L01EA01 Μηχανισμός δράσης Η ιματινίμπη είναι ένα μικρό μόριο αναστολέα της πρωτεΐνης κινάση της τυροσίνης, το οποίο αναστέλλει δυναμικά τη δράση της Bcr-Abl κινάση της τυροσίνης (ΤΚ), καθώς επίσης και διαφόρων υποδοχέων ΤΚ:Kit, τον υποδοχέα για τον προγονικό κυτταρικό παράγοντα (SCF) που κωδικοποιείται από το c-Κit πρωτο-ογκογονίδιο, τους υποδοχείς της περιοχής της δισκοϊδίνης (DDR1 και DDR2), τον υποδοχέα του παράγοντα διέγερσης αποικιών (CSF-1R) και τον υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα των αιμοπεταλίων άλφα και βήτα (PDGFR-alpha και PDGFR-beta). Η ιματινίμπη, επιπλέον, μπορεί να αναστείλει κυτταρικές ενέργειες ενδιάμεσες της ενεργοποίησης τέτοιων υποδοχέων κινασών.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η ιματινίμπη είναι ένας αναστολέας της πρωτεΐνης κινάση της τυροσίνης, ο οποίος αναστέλλει ισχυρά τη Bcr-Abl κινάση της τυροσίνης σε κυτταρικά επίπεδα in vitro και in vivo. Η χημική ένωση επιλεκτικά αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και επάγει την απόπτωση στις θετικές κυτταρικές γραμμές Bcr-Abl, όπως επίσης σε φρέσκα λευχαιμικά κύτταρα ασθενών με ΧΜΛ θετική στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας και ασθενών με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία (ΟΛΛ).

In vivo η χημική ένωση εμφανίζει αντινεοπλασματική δράση ως μονοθεραπεία σε ζωικά μοντέλα χρησιμοποιώντας Bcr-Abl θετικά κύτταρα όγκου.

Η ιματινίμπη είναι ένας επίσης αναστολέας του υποδοχέα των τυροσινικών κινασών για τον αυξητικό παράγοντα που παράγεται από τα αιμοπετάλια (PDGF), PDGF-R, τον προγονικό κυτταρικό παράγοντα (SCF), το c-Kit και αναστέλλει τις διαμεσολαβούμενες από τον PDGF και SCF κυτταρικές διαδικασίες. In vitro, η ιματινίμπη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και επάγει την απόπτωση σε κύτταρα γαστρεντερικών στρωματικών όγκων (GIST), που εκφράζει μετάλλαξη ενεργοποιημένη από το kit. Στην παθογένεση της MDS/MPD, HES/CEL και DFSP έχει εμπλακεί η συνεχής ενεργοποίηση του υποδοχέα PDGF ή των πρωτεϊνικών κινασών της τυροσίνης του Abl ως αποτέλεσμα της σύντηξης με διαφορετικές συνεργατικές πρωτεΐνες ή της συνεχούς παραγωγής PDGF. Η ιματινίμπη αναστέλλει τη διαδικασία μεταγωγής σήματος και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων που προκαλείται από την απορυθμισμένη δράση της κινάσης των PDGFR και Abl.

Κλινικές μελέτες σε χρόνια μυελογενή λευχαιμία Η αποτελεσματικότητα της ιματινίμπης βασίζεται στα συνολικά αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης και στην επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης. Εκτός από τη νεοδιαγνωσθείσα χρόνια φάση της ΧΜΛ, δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες που να καταδεικνύουν κλινικό όφελος, όπως βελτίωση στα συμπτώματα τα σχετιζόμενα με τη νόσο ή αυξημένη επιβίωση.

Τρεις μεγάλες, διεθνείς, ανοιχτού σχεδιασμού, μη ελεγχόμενες, φάσης ΙΙ μελέτες διεξήχθησαν σε ασθενείς με ΧΜΛ θετική στο χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph+) σε προχωρημένο στάδιο, σε βλαστική ή επιταχυνόμενη νόσο, σε ασθενείς με άλλες Ph+ λευχαιμίες ή σε ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση, στους οποίους προηγούμενα είχε αποτύχει η θεραπεία με ιντερφερόνη-α (IFN-α). Μία μεγάλη, ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη φάσης ΙΙΙ μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ΧΜΛ. Επιπλέον, παιδιατρικοί ασθενείς έλαβαν αγωγή σε δύο μελέτες φάσης Ι και σε μια μελέτη φάσης ΙΙ.

Σε όλες τις κλινικές μελέτες το 38-40% των ασθενών ήταν ηλικίας > 60 χρόνων και το 10-12% των ασθενών ήταν ηλικίας > 70 χρόνων.

Χρόνια φάση, νεοδιαγνωσθείσα φάση Αυτή η μελέτη φάσης ΙΙΙ σε ενήλικες ασθενείς συνέκρινε την αγωγή με ιματινίμπη με την συνδυασμένη αγωγή ιντερφερόνης-άλφα (IFN) και κυταραβίνη (Ara-C). Στους ασθενείς με απουσία ανταπόκρισης (απουσία πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης (CHR) στους 6 μήνες, αύξηση λευκών αιμοσφαιρίων (WBC), απουσία μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (MCyR) στους 24 μήνες), απώλεια ανταπόκρισης (απώλεια CHR ή MCyR) ή σοβαρή δυσανεξία στη θεραπεία επετράπη η μετάβασή τους στο εναλλακτικό θεραπευτικό σκέλος. Στο σκέλος της ιματινίμπης, οι ασθενείς έλαβαν 400 mg ημερησίως. Στο σκέλος IFN, χορηγήθηκε στους ασθενείς μια δόση στόχος IFN των 5 MIU/m2/ημέρα υποδορίως σε συνδυασμό με υποδόρια Ara-C 20 mg/m2/ημέρα για 10 ημέρες/μήνα.

Συνολικά, 1.106 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν, 553 σε κάθε σκέλος. Τα βασικά χαρακτηριστικά εξισορροπήθηκαν καλά ανάμεσα στα δύο σκέλη. Η διάμεση ηλικία ήταν τα 51 έτη (εύρος 18-70 έτη)

με 21,9% των ασθενών ≥ 60 χρόνων. Υπήρχαν 59% άρρενες και 49% θήλεις ασθενείς. Το 89,9% των ασθενών ήταν καυκάσιας φυλής και το 4,7% ήταν μαύρης φυλής. Επτά έτη μετά τη στρατολόγηση του τελευταίου ασθενούς, η διάμεση διάρκεια της πρώτης γραμμής θεραπείας ήταν 82 και 8 μήνες στις ομάδες ιματινίμπης και IFN αντίστοιχα. Η διάμεση διάρκεια της δεύτερης γραμμής θεραπείας με την ιματινίμπη ήταν 64 μήνες. Συνολικά, σε ασθενείς που έλαβαν πρώτης γραμμής θεραπεία η κατά μέσο όρο ημερήσια δόση που δόθηκε ήταν 406 ± 76 mg. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης είναι η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου. Ως εξέλιξη καθορίζεται ως οποιοδήποτε από τα ακόλουθα συμβάματα: εξέλιξη σε επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση, θάνατος, απώλεια CHR ή MCyR ή σε ασθενείς στους οποίους επιτυγχάνεται CHR, αυξανόμενος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, παρά την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση. Τα βασικά δευτερογενή καταληκτικά σημεία είναι η μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση, η αιματολογική ανταπόκριση, η μοριακή ανταπόκριση (αξιολόγηση της ελάχιστης υπολειπόμενης νόσου) ο χρόνος έως την επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση και η επιβίωση. Τα δεδομένα ανταπόκρισης παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2 Ανταπόκριση στη μελέτη νεοδιαγνωσθείσας ΧΜΛ (δεδομένα 84 μηνών)

Imatinib IFN+Ara-C (Καλύτερα ποσοστά ανταπόκρισης) n=553 n=553 Αιματολογική ανταπόκριση CHR ποσοστό n (%) 534 (96,6%)* 313 (56,6%)* [95% CI] [94,7%, 97,9%] [52,4%, 60,8%] Κυτταρογενετική ανταπόκριση Μέγιστη ανταπόκριση n (%) 490 (88,6%)* 129 (23,3%)* [95% CI] [85,7%, 91,1%] [19,9%, 27,1%] Πλήρης CyR n (%) 456 (82,5%)* 64 (11,6%)* Μερική CyR n (%) 34 (6,1%) 65 (11,8%)

Μοριακή ανταπόκριση** Μέγιστη ανταπόκριση στους 12 μήνες (%) 153/305=50,2% 8/83=9,6% Μέγιστη ανταπόκριση στους 24 μήνες (%) 73/104=70,2% 3/12=25% Μέγιστη ανταπόκριση στους 84 μήνες (%) 102/116=87,9% 3/4=75% * p<0.001, Fischer’s exact test

** ποσοστά μοριακής ανταπόκρισης βάση των διαθέσιμων δειγμάτων Κριτήρια αιματολογικής ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώνονταν μετά από διάστημα ≥ 4 εβδομάδων):

WBC < 10 x 109/l, αιμοπετάλια < 450 x 109/l, μυελοκύτταρα+μεταμυελοκύτταρα <5% στο αίμα, όχι βλάστες και προμυελοκύτταρα στο αίμα, βασεόφιλα < 20%, όχι εξωμυελική συμμετοχή Κριτήρια κυτταρογενετικής ανταπόκρισης: πλήρης (0% Ph+ μετάφαση), μερική (1-35%), μικρή (36-65%) ή ελάχιστη (66-95%). Μία μέγιστη ανταπόκριση (0-35% συνδυάζει και την πλήρη και την μερική ανταπόκριση.

Κριτήρια μέγιστης μοριακής ανταπόκρισης: στο περιφερικό αίμα, μείωση κατά ≥3 λογαρίθμων στη ποσότητα των Bcr-Abl μεταγραφών (μέτρηση της ανάστροφης μεταγραφάσης με δοκιμασία σε πραγματικό χρόνο ποσοτική PCR) αναφορικά με καθορισμένη βασική τιμή αναφοράς.

Τα ποσοστά της πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης, της μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης και της πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης σε θεραπεία πρώτης γραμμής εκτιμήθηκαν χρησιμοποιώντας τη προσέγγιση Kaplan-Meier για την οποία αυτοί που δεν ανταποκρίθηκαν δεν υπολογίστηκαν την ημέρα της τελευταίας εξέτασης. Χρησιμοποιώντας αυτήν την προσέγγιση τα εκτιμώμενα αθροιστικά ποσοστά ανταπόκρισης για τη θεραπεία πρώτης γραμμής με ιματινίμπη βελτιώνονται από τους 12 μήνες θεραπείας στους 84 μήνες θεραπείας όπως παρακάτω: CHR από 96,4% σε 98,4% και CCyR από 69,5% σε 87,2% αντίστοιχα.

Κατά την παρακολούθηση 7 ετών, υπήρξαν 93 (16,8%) συμβάματα εξέλιξης στην ομάδα της ιματινίμπης: σε 37 (6,7%) εμπλεκόταν εξέλιξη σε επιταχυνόμενη φάση/βλαστική κρίση, 31 (5,6%)

απώλεια της MCyR, 15 (2,7%) απώλεια της CHR ή αύξηση των λευκοκυττάρων και 10 (1,8%) μη σχετιζόμενοι με ΧΜΛ θάνατοι. Αντίθετα υπήρξαν 165 (29,8%) συμβάματα στην ομάδα IFN+Ara-C από τα οποία 130 εμφανίσθηκαν κατά την διάρκεια της πρώτης γραμμής θεραπείας με IFN+Ara-C.

Το εκτιμώμενο ποσοστό ασθενών χωρίς εξέλιξη της νόσου σε επιταχυνόμενη φάση ή σε βλαστική κρίση στους 84 μήνες ήταν σημαντικά υψηλότερο στο σκέλος της ιματινίμπης σε σύγκριση με το σκέλος IFΝ (92,5% έναντι 85,1%, p<0,001). Το ετήσιο ποσοστό της εξέλιξης στην επιταχυνόμενη φάση ή βλαστική κρίση μειώθηκε με το χρόνο στη θεραπεία: και ήταν μικρότερο από 1% ετησίως τον τέταρτο και πέμπτο χρόνο. Η εκτιμώμενη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου στους 84 μήνες ήταν 81,2% στο σκέλος της ιματινίμπης και 60,6% στο σκέλος ελέγχου (p<0,001). Τα ετήσια ποσοστά της εξέλιξης σε οποιοδήποτε τύπο για την ιματινίμπη επίσης μειώθηκαν με το χρόνο.

Ένα σύνολο 71 (12,8%) και 85 (15,4%) ασθενών κατέληξαν στις ομάδες ιματινίμπης και IFN+Ara- C, αντίστοιχα. Στους 84 μήνες η εκτιμώμενη συνολική επιβίωση είναι 86,4% (83,90) έναντι 83,3% (80,87) στις τυχαιοποιημένες ομάδες ιματινίμπης και IFN+Ara-C, αντίστοιχα (p=0,073, log-rank test). Αυτό το καταληκτικό σημείο χρόνος – σύμβαμα επηρεάζεται ισχυρά από το υψηλό κλάσμα χιασμού από IFN+Ara-C στην ιματινίμπη. Το αποτέλεσμα της θεραπείας με ιματινίμπη στην επιβίωση σε χρόνια φάση, σε νεοδιαγνωσθείσα ΧΜΛ εξετάσθηκε περαιτέρω σε αναδρομική ανάλυση των παραπάνω αναφερόμενων δεδομένων με ιματινίμπη με τα πρωταρχικά δεδομένα από μια μελέτη Φάσης ΙΙΙ που χρησιμοποιήθηκε IFN+Ara-C (n=325) με πανομοιότυπο θεραπευτικό σχήμα. Σε αυτή την αναδρομική ανάλυση, η υπεροχή της ιματινίμπης έναντι του IFN+Ara-C στη συνολική επιβίωση καταδείχθηκε (p<0,001); μέσα σε χρονικό διάστημα 42 μηνών κατέληξαν 47 (8,5%) ασθενείς σε ιματινίμπη και 63 (19,4%) σε IFN+Ara-C.

Ο βαθμός της κυτταρογενετικής και μοριακής ανταπόκρισης είχε φανερή επίδραση στα μακροχρόνια αποτελέσματα σε ασθενείς με ιματινίμπη. Ενώ ένα υπολογιζόμενο ποσοστό 96% (93%) των ασθενών με CCyR (PCyR) στους 12 μήνες ήταν χωρίς εξέλιξη σε επιταχυνόμενη φάση/βλαστική κρίση στους 84 μήνες, μόνο το 81% των ασθενών χωρίς MCyR στους 12 μήνες ήταν ελεύθερο εξέλιξης σε επιταχυνόμενη ΧΜΛ στους 84 μήνες (p<0,001 συνολικά, p=0,25 μεταξύ CCyR και PCyR). Σε ασθενείς με μείωση σε Bcr-Abl μεταγραφές τουλάχιστον 3 λογαρίθμων στους 12 μήνες, η πιθανότητα να παραμείνουν ελεύθεροι εξέλιξης από σε επιταχυνόμενη φάση/βλαστική κρίση ήταν 99% στους 84 μήνες. Παρόμοια ευρήματα βρέθηκαν με βάση μια 18 μηνών ανάλυση.

Σε αυτήν την μελέτη, οι δοσολογικές διαβαθμίσεις ήταν επιτρεπτές από 400 mg ημερησίως σε 600 mg ημερησίως, και στη συνέχεια από 600 mg ημερησίως σε 800 mg ημερησίως. Μετά από 42 μήνες

παρακολούθησης, 11 ασθενείς παρουσίασαν επιβεβαιωμένη απώλεια (μέσα σε χρονικό διάστημα 4 εβδομάδων) της κυτταρογενετικής τους ανταπόκρισης. Από τους 11 αυτούς ασθενείς, σε 4 ασθενείς αυξήθηκε η δοσολογία στα 800 mg ημερησίως, οπότε 2 από αυτούς ξαναπόκτησαν την κυτταρογενετική τους ανταπόκριση (1 μερικώς και 1 πλήρως, ο τελευταίος επίσης επέτυχε μοριακή ανταπόκριση) ενώ από τους 7 στους οποίους δεν αυξήθηκε η δόση μόνον ένας ξαναπόκτησε πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση. Το ποσοστό κάποιων ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν υψηλότερο στους 40 ασθενείς στους οποίους η δόση αυξήθηκε στα 800 mg ημερησίως σε σύγκριση με τον πληθυσμό των ασθενών πριν την αύξηση της δόσης (n=551). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις ήταν οι αιμορραγίες από το γαστρεντερικό, επιπεφυκίτιδα και αύξηση των τρανσαμινασών ή της χολερυθρίνης. Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν σε χαμηλότερη ή ίδια συχνότητα.

Χρόνια φάση, αποτυχία στην ιντερφερόνη Αντιμετωπίσθηκαν 532 ενήλικες ασθενείς με δόση έναρξης τα 400 mg. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε τρεις βασικές κατηγορίες: αιματολογική αποτυχία (29%), κυτταρογενετική αποτυχία (35%), ή δυσανεξία στην ιντερφερόνη (36%). Οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως για 14 μήνες, κατά μέσο όρο, θεραπεία με IFN σε δόσεις ≥ 25 x 106 IU/εβδομάδα και ήταν όλοι σε προχωρημένη χρόνια φάση, με μέσο όρο διάγνωσης 32 μήνες. Η πρωταρχική παράμετρος αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν το ποσοστό της μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (πλήρης συν μερική ανταπόκριση, 0 έως 35% Ph+ μεταφάσεων στο μυελό των οστών).

Σε αυτήν την μελέτη το 65% των ασθενών επέτυχε μια μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση, η οποία ήταν πλήρης στο 53% (επιβεβαιωμένη στο 43%) των ασθενών (Πίνακας 3). Μία πλήρης αιματολογική ανταπόκριση επετεύχθη στο 95% των ασθενών.

Επιταχυνόμενη φάση Στην μελέτη εισήχθησαν 235 ενήλικες ασθενείς σε φάση επιταχυνόμενης νόσου. Οι πρώτοι 77 ξεκίνησαν με 400 mg, το πρωτόκολλο κατόπιν τροποποιήθηκε για να επιτρέψει μεγαλύτερη δοσολογία και οι υπόλοιποι 158 ασθενείς ξεκίνησαν με 600 mg.

Η πρωταρχική παράμετρος αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό της αιματολογικής ανταπόκρισης, αναφερόμενο είτε ως πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, καμία ένδειξη για λευχαιμία (π.χ. κάθαρση από τους βλάστες από το μυελό και το αίμα αλλά χωρίς πλήρη περιφερική αιματολογική αποκατάσταση, όπως στις πλήρεις ανταποκρίσεις), είτε ως επαναφορά σε χρόνια φάση ΧΜΛ. Επιβεβαιωμένη αιματολογική ανταπόκριση επετεύχθη στο 71,5% των ασθενών (Πίνακας 3).

Σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στο 27,7% των ασθενών επετεύχθη μια μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση, η οποία ήταν πλήρης στο 20,4% (επιβεβαιωμένη στο 16%) των ασθενών. Για τους ασθενείς που τους χορηγήθηκαν 600 mg, οι τρέχουσες εκτιμήσεις για τη διάμεση εξέλιξη-ελεύθερης νόσου-επιβίωση και της συνολικής επιβίωσης ήταν 22,9 και 42,5 μήνες αντίστοιχα.

Μυελοειδής βλαστική κρίση: εισήχθησαν 260 ασθενείς με μυελοειδή βλαστική κρίση. 95 (37 %) είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για αγωγή της είτε επιταχυνόμενης φάσης ή της βλαστικής κρίσης («προαντιμετωπισθέντες ασθενείς»), ενώ 165 (63%) δεν είχαν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία («μη αντιμετωπισθέντες ασθενείς»). Οι πρώτοι 37 ασθενείς ξεκίνησαν με δόση των 400 mg, το πρωτόκολλο στη συνέχεια τροποποιήθηκε, για να επιτρέψει μεγαλύτερη δοσολογία και οι υπόλοιποι 223 ασθενείς ξεκίνησαν με δόση των 600 mg.

Η πρωταρχική μεταβλητή αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό της αιματολογικής ανταπόκρισης, αναφερόμενο είτε ως πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, καμία ένδειξη για λευχαιμία, είτε ως επιστροφή στη χρόνια φάση της ΧΜΛ χρησιμοποιώντας τα ίδια κριτήρια με αυτά της μελέτης σε επιταχυνόμενη φάση. Σε αυτή τη μελέτη, το 31% των ασθενών κατάφερε αιματολογική ανταπόκριση (36% των ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αγωγή και 22% των ασθενών που είχαν ήδη λάβει κάποια αγωγή). Το ποσοστό της ανταπόκρισης ήταν επίσης υψηλότερο στους ασθενείς που έλαβαν 600 mg (33%) συγκρινόμενο με τους ασθενείς που έλαβαν 400 mg (16%, p=0,0220). Η ισχύουσα εκτίμηση της μέσης επιβίωσης των ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αγωγή και των ασθενών που είχαν ήδη λάβει κάποια αγωγή ήταν 7,7 και 4,7 μήνες, αντίστοιχα.

Λεμφοειδής βλαστική κρίση: περιορισμένος αριθμός ασθενών εισήχθησαν σε μελέτες φάσης Ι (n=10).

Το ποσοστό της αιματολογικής ανταπόκρισης ήταν 70% με διάρκεια 2-3 μήνες.

Πίνακας 3 Ανταπόκριση σε κλινικές μελέτες με ΧΜΛ σε ενήλικους ασθενείς

Μελέτη 0110 δεδομένα 37 μηνών Χρόνια φάση, αποτυχία της FIN (n = 532)Μελέτη 0109 δεδομένα 40,5 μηνών Επιταχυνόμενη φάση (n = 235)Μελέτη 0102 δεδομένα 38 μηνών Μυελοειδής βλαστική κρίση
% των ασθενών (CI ) 95%
Αιματολογική ανταπόκριση195% (92,3 – 96,3)71% (65,3 – 77,2)31% (25,2 – 36,8)
Πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR)95%42%8%
Καμία ένδειξη για λευχαιμία (NEL)Δεν ισχύει12%5%
Μετατροπή σε χρόνια φάση (RTC)Δεν ισχύει17%18%
Μέγιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση 265% (61,2 – 69,5)28% (22,0 – 33,9)15% (11,2-20,4)
Πλήρης53%20%7%
(Επιβεβαιωμένη3) [95% CI](43%) [38,6-47,2](16%) [11,3-21,0](2%) [0,6-4,4]
Μερική12%7%8%
1Αιματολογικά κριτήρια ανταπόκρισης (όλες οι ανταποκρίσεις επιβεβαιώνονταν έπειτα από διάστημα >4 εβδομάδων): CHR: Μελέτη 0110 [WBC < 10 x 109/l, αιμοπετάλια < 450 x 109/l, μυελοκύτταρα+μεταμυελοκύτταρα < 5% στο αίμα, όχι βλάστες και προμυελοκύτταρα στο αίμα, βασεόφιλα < 20%, όχι εξωμυελική συμμετοχή] και στις μελέτες 0102 και 0109 [ANC >1,5×109/l, αιμοπετάλια >100×109/l, όχι βλάστες, βλάστες στο μυελό <5% και όχι εξωμυελική νόσος] NEL Ίδια κριτήρια όπως CHR αλλά ANC >1×109/l και αιμοπετάλια >20×109/l (0102 και 0109 μόνο) RTC <15% βλάστες σε BM και PB, <30% βλάστες+προμυελοκύτταρα σε BM και PB, <20% βασεόφιλα σε PB, όχι εξωμυελική νόσος άλλη από σπλήνα και ήπαρ (μόνο για 0102 και 0109) BM = μυελός των οστών PB = περιφερικό αίμα 2 Κυτταρογενετικά κριτήρια ανταπόκρισης: Μια μέγιστη ανταπόκριση συνδυάζει και την πλήρη και τη μερική ανταπόκριση: πλήρης (0% Ph+ μεταφάσεις), μερική (1-35%) 3 Πλήρης κυτταρογενετική ανταπόκριση επιβεβαιωμένη από μια δεύτερη κυτταρογενετική αξιολόγηση μυελού των οστών που πραγματοποιείται τουλάχιστον ένα μήνα μετά την αρχική μελέτη μυελού των οστών.

Παιδιατρικοί ασθενείς: Συνολικά 26 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας < 18 ετών είτε σε χρόνια φάση ΧΜΛ (n=11) ή με ΧΜΛ σε βλαστική κρίση ή με Ph+οξεία λευχαιμία (n=15) εισήχθησαν σε μια μελέτη φάσης Ι διαβάθμισης της δόσης. Αυτός ήταν ένας πληθυσμός ασθενών που είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε έντονη αγωγή, αφού το 46% είχε λάβει προηγουμένως BMT και το 73% είχε λάβει χημειοθεραπεία με πολλά φάρμακα. Οι ασθενείς έλαβαν αγωγή με δόσεις ιματινίμπης των 260 mg/m2/ημέρα (n=5), 340 mg/m2/ημέρα (n=9), 440 mg/m2/ημέρα (n=7) και 570 mg/m2/ημέρα (n=5). Από τους 9 ασθενείς με ΧΜΛ σε χρόνια φάση και τα διαθέσιμα κυτταρογενετικά δεδομένα, 4 (44%) και 3 (33%) κατάφεραν πλήρη και μερική κυτταρογενετική ανταπόκριση, αντίστοιχα, για ποσοστό MCyR 77%.

Ένα σύνολο 51 παιδιατρικών ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα και μη αντιμετωπισθείσα ΧΜΛ σε χρόνια φάση εισήχθη σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, μονού βραχίονα φάσης ΙΙ μελέτη. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με ιματινίμπη 340 mg/m2/ημέρα, χωρίς διακοπές λόγω απουσίας ορίου τοξικότητας δόσης. Η αγωγή με ιματινίμπη επάγει μια γρήγορη ανταπόκριση σε νεοδιαγνωσθέντες

παιδιατρικούς ασθενείς με ΧΜΛ με CHR σε ποσοστό 78% έπειτα από 8 εβδομάδες θεραπείας. Το υψηλό ποσοστό CHR συνοδεύεται από τη δημιουργία πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (CCyR) σε ποσοστό 65% που είναι συγκρίσιμο με τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες.

Επιπρόσθετα, μερική κυτταρογενετική ανταπόκριση (PCyR) παρατηρήθηκε στο 16% για MCyR 81%.

H πλειονότητα των ασθενών, στους οποίους επετεύχθη πλήρης κυτταρογενετική ανταπόκριση (CCyR), την ανέπτυξαν μεταξύ του μήνα 3 και 10 με διάμεσo χρόνο στην ανταπόκριση κατά την Kaplan-Meier εκτίμηση 5,6 μήνες.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει ιματινίμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη χρόνια μυελογενή λευχαιμία (ΧΜΛ) θετική (Ph+) για χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (bcr-abl) (βλ. παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Κλινικές μελέτες σε Ph+ΟΛΛ Νεοδιαγνωσθείσα Ph+ΟΛΛ: Σε μια ελεγχόμενη μελέτη (ADE10) της ιματινίμπης έναντι χημειοθεραπείας εφόδου σε 55 ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα νόσο, ηλικίας 55 ετών και άνω, η ιματινίμπη χρησιμοποιούμενη ως μονοθεραπεία οδήγησε σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης σε σχέση με τη χημειοθεραπεία (96,3% έναντι 50%, p=0,0001). Όταν χορηγήθηκε θεραπεία διάσωσης με ιματινίμπη σε ασθενείς που δεν είχαν καμία ανταπόκριση ή είχαν μικρή ανταπόκριση στη χημειοθεραπεία, 9 (81,8%) από τους 11 ασθενείς πέτυχαν πλήρη αιματολογική ανταπόκριση. Το συγκεκριμένο κλινικό αποτέλεσμα συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μείωση των bcr-abl μεταγραφών στους ασθενείς που έλαβαν ιματινίμπη σε σύγκριση με το σκέλος χημειοθεραπείας έπειτα από 2 εβδομάδες θεραπείας (p=0,02). Όλοι οι ασθενείς έλαβαν ιματινίμπη και χημειοθεραπεία σταθεροποίησης (βλ. Πίνακα 4) μετά τη χημειοθεραπεία εφόδου και τα επίπεδα των bcr-abl μεταγραφών ήταν ίδια στα δύο σκέλη θεραπείας στις 8 εβδομάδες. Όπως ήταν αναμενόμενο βάσει του σχεδιασμού της μελέτης, δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά στη διάρκεια της ύφεσης, την ελεύθερη νόσου επιβίωση ή τη συνολική επιβίωση, αν και οι ασθενείς με πλήρη μοριακή ανταπόκριση και οι οποίοι εξακολουθούσαν να έχουν ελάχιστη υπολειπόμενη νόσο είχαν καλύτερη έκβαση όσον αφορά τόσο τη διάρκεια της ύφεσης (p=0,01) όσο και την ελεύθερη νόσου επιβίωση (p=0,02).

Τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν σε έναν πληθυσμό 211 ασθενών με νεοδιαγνωσθείσα Ph+ΟΛΛ σε τέσσερις μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες (AAU02, ADE04, AJP01 και AUS01)

συμφωνούν με τα αποτελέσματα που περιγράφηκαν παραπάνω. Η ιματινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία εφόδου (βλ. Πίνακα 4) οδήγησε σε ποσοστό πλήρους αιματολογικής ανταπόκρισης 93% (147 από τους 158 αξιολογήσιμους ασθενείς) και σε ποσοστό μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης 90% (19 από τους 21 αξιολογήσιμους ασθενείς). Το ποσοστό πλήρους μοριακής ανταπόκρισης ήταν 48% (49 από τους 102 αξιολογήσιμους ασθενείς). Η ελεύθερη νόσου επιβίωση (DFS) και η συνολική επιβίωση (OS) σταθερά υπερέβησαν το 1 έτος και ήταν ανώτερες του ιστορικού ελέγχου (DFS p<0,001, OS p<0,0001) σε δύο μελέτες (AJP01 και AUS01).

Πίνακας 4 Χημειοθεραπευτικό σχήμα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ιματινίμπη Μελέτη ADE10 Θεραπεία εισαγωγής Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5 για επίτευξη ύφεσης CP 200 mg/m2 i.v., ημέρες 3, 4, 5 MTX 12 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 Επίτευξη ύφεσης Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 6-7, 13-16 VCR 1 mg i.v., ημέρες 7, 14 IDA 8 mg/m2 i.v. (0,5 h), ημέρες 7, 8, 14, 15 CP 500 mg/m2 i.v.(1 h) ημέρα 1 Ara-C 60 mg/m2 i.v., ημέρες 22-25, 29-32 Θεραπεία MTX 500 mg/m2i.v. (24 h), ημέρες 1, 15 σταθεροποίησης I, III, V Από στόματος 6-MP 25 mg/m2, ημέρες 1-20

Θεραπεία Ara-C 75 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 1-5 σταθεροποίησης II, IV VM26 60 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 1-5 Μελέτη AAU02 Θεραπεία εφόδου Δαουνορουβικίνη 30 mg/m2 i.v., ημέρες 1-3, 15-16 (de novo Ph+ ALL) VCR 2 mg συνολική δόση i.v., ημέρες 1, 8, 15, 22 CP 750 mg/m2 i.v., ημέρες 1, 8 Από στόματος πρεδνιζόνη 60 mg/m2, ημέρες 1-7, 15-21 Από στόματος IDA 9 mg/m2, ημέρες 1-28 MTX 15 mg ενδορραχιαία, ημέρες 1, 8, 15, 22 Ara-C 40 mg ενδορραχιαία, ημέρες 1, 8, 15, 22 Μεθυλπρεδνιζολόνη 40 mg ενδορραχιαία, ημέρες 1, 8, 15, 22 Σταθεροποίηση Ara-C 1.000 mg/m2/12 h i.v.(3 h), ημέρες 1-4 (de novo Ph+ ALL) Μιτοξαντρόνη 10 mg/m2 i.v. ημέρες 3-5 MTX 15 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 Μεθυλπρεδνιζολόνη 40 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 Μελέτη ADE04 Θεραπεία εισαγωγής Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5 για επίτευξη ύφεσης CP 200 mg/m2 i.v., ημέρες 3-5 MTX 15 mg ενδορραχιαία, ημέρα 1 Θεραπεία εφόδου I Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5 VCR 2 mg i.v., ημέρες 6, 13, 20 Δαουνορουβικίνη 45 mg/m2 i.v., ημέρες 6-7, 13-14 Θεραπεία εφόδου II CP 1 g/m2 i.v. (1 h), ημέρες 26, 46 Ara-C 75 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 28-31, 35-38, 42-45 Από στόματος 6-MP60 mg/m2, ημέρες26-46 Θεραπεία Από στόματος DEX 10 mg/m2, ημέρες 1-5 σταθεροποίησης Βινδεσίνη 3 mg/m2 i.v., ημέρα 1 MTX 1,5 g/m2 i.v. (24 h), ημέρα 1 Ετοποσίδη 250 mg/m2 i.v. (1 h) ημέρες 4-5 Ara-C 2 × 2 g/m2 i.v. (3 h, q 12 h), ημέρα 5 Μελέτη AJP01 Θεραπεία εφόδου CP 1,2 g/m2 i.v. (3 h), ημέρα 1 Δαουνορουβικίνη 60 mg/m2 i.v. (1 h), ημέρες 1-3 Βινκριστίνη 1,3 mg/m2 i.v., ημέρες 1, 8, 15, 21 Από στόματος πρεδνιζολόνη60 mg/m2/day Θεραπεία Εναλλακτικό χημειοθεραπευτικό σχήμα: υψηλής δόσης χημειοθεραπεία με σταθεροποίησης MTX 1 g/m2 i.v. (24 h), ημέρα 1 και Ara-C 2 g/m2 i.v. (q 12 h), ημέρες 2-3, για 4 κύκλους Συντήρηση VCR 1,3 g/m2 i.v., ημέρα 1 Πρεδνιζολόνη 60 mg/m2 από στόματος, ημέρες 1-5 Μελέτη AUS01 Θεραπεία εισαγωγής- Hyper-CVAD σχήμα: CP 300 mg/m2 i.v. (3 h, q 12 h), ημέρες 1-3, σταθεροποίησης βινκριστίνη 2 mg i.v., ημέρες 4, 11 Δοξορουβικίνη 50 mg/m2 i.v. (24 h), ημέρα 4 DEX 40 mg/ημέρα τις ημέρες 1-4 και 11-14, εναλλάσσοντας με MTX 1 g/m2 i.v. (24 h), ημέρα 1, Ara-C 1 g/m2 i.v. (2 h, q 12 h), ημέρες 2-3 (συνολικά από 8 κύκλους)

Συντήρηση VCR 2 mg i.v. μηνιαίως για 13 μήνες Από στόματος πρεδνιζολόνη 200 mg, 5 ημέρες μηνιαίως για 13 μήνες

Όλα τα θεραπευτικά σχήματα περιλαμβάνουν χορήγηση στεροειδών για προφύλαξη του ΚΝΣ.

Ara-C: cytosine arabinoside, CP: κυκλοφωσφαμίδη, DEX: δεξαμεθαζόνη, MTX: μεθοτρεξάτη, 6-MP:

6-μερκαπτοπουρίνη, VM26: τενιποσίδη, VCR: βινκριστίνη, IDA: ιδαρουβικίνη, i.v.: ενδοφλέβια Παιδιατρικοί ασθενείς: Στη μελέτη Ι2301, ένας συνολικός αριθμός 93 παιδιατρικών, εφήβων και νεαρών ενήλικων ασθενών (ηλικίας από 1 έως 22 ετών) με Ph+ΟΛΛ έλαβε μέρος σε μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, διαδοχικών ομάδων, μη τυχαιοποιημένη φάσης III δοκιμή, και έλαβαν θεραπεία με ιματινίμπη (340 mg/m2/ημέρα) σε συνδυασμό με εντατική χημειοθεραπεία μετά τη θεραπεία εφόδου. Η ιματινίμπη λαμβανόταν περιοδικά στις ομάδες 1-5, με αυξάνουσα διάρκεια και πρώιμη έναρξη της ιματινίμπης από ομάδα σε ομάδα, η ομάδα 1 λάμβανε τη χαμηλότερη σε ένταση και η ομάδα 5 την υψηλότερη σε ένταση αγωγή με ιματινίμπη (μεγαλύτερη διάρκεια σε ημέρες με συνεχή ημερήσια δοσολογία ιματινίμπης κατά τις πρώτες αγωγές χημειοθεραπείας). Η συνεχής ημερήσια έκθεση στην ιματινίμπη νωρίς κατά τον κύκλο αγωγής σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία στους ασθενείς της ομάδας 5 (n=50) βελτίωσε την 4-ετών επιβίωση ελεύθερη συμβαμάτων (EFS) σε σύγκριση με το ιστορικό ελέγχου (n=120), που λάμβαναν συνήθη χημειοθεραπεία χωρίς ιματινίμπη (69,6% έναντι 31,6% αντίστοιχα). Η εκτιμημένη 4-ετών OS στους ασθενείς της ομάδας 5 ήταν 83,6% σε σύγκριση με 44,8% στο ιστορικό ελέγχου. Είκοσι από τους πενήντα (40%) των ασθενών της ομάδας 5 έλαβαν μόσχευμα αιματοποιητικών προγονικών κυττάρων.

Πίνακας 5 Χημειοθεραπευτικό σχήμα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ιματινίμπη κατά τη μελέτη I2301

Σταθεροποίηση ομάδα 1 (3 εβδομάδες)VP-16 (100 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1-5 Ιφωσφαμίδη (1,8 g/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1-5 MESNA (360 mg/m2/δόση q3h, x 8 δόσεις/ημέρα, IV): ημέρες 1-5 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 6-15 ή μέχρι ANC >1.500 μετά ναδίρ IT μεθοτρεξάτη (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρα 1 ΜΟΝΟ Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 8, 15
Σταθεροποίηση ομάδα 2 (3 εβδομάδες)Μεθοτρεξάτη (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρα 1 Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV, 15 mg/m2 IV ή PO q6h x6 δόσεις) iii: ημέρες 2 και 3 Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρα 1 ARA-C (3 g/m2/δόση q 12 h x 4, IV): ημέρες 2 και 3 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 4-13 ή μέχρι ANC >1.500 μετά ναδίρ
Επανέφοδος ομάδα 1 (3 εβδομάδες)VCR (1,5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 8 και 15 DAUN (45 mg/m2/ημέρα bolus, IV): ημέρες 1 και 2 CPM (250 mg/m2/δόση q12h x 4 δόσεις, IV): ημέρες 3 και 4 PEG-ASP (2.500 IUnits/m2, IM): ημέρα 4 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 5-14 ή μέχρι ANC >1.500 μετά ναδίρ Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 15 DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-7 και 15-21
Εντατικοποίηση ομάδα 1 (9 εβδομάδες)Μεθοτρεξάτη (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρες 1 και 15 Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV, 15 mg/m2 IV ή PO q6h x6 δόσεις) iii: ημέρες 2, 3, 16 και 17 Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 22 VP-16 (100 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26 CPM (300 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26 MESNA (150 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 27-36 ή μέχρι ANC >1.500 μετά ναδίρ ARA-C (3 g/m2, q12h, IV): ημέρες 43, 44 L-ASP (6.000 IUnits/m2, IM): ημέρα 44
Επανέφοδος ομάδα 2 (3 εβδομάδες)VCR (1,5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 8 και 15 DAUN (45 mg/m2/ημέρα bolus, IV): ημέρες 1 και 2 CPM (250 mg/m2/δόση q12h x 4 δόσεις, IV): ημέρες 3 και 4 PEG-ASP (2.500 IUnits/m2, IM): ημέρα 4 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 5-14 ή μέχρι ANC >1.500 μετά ναδίρ Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 15 DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-7 και 15-21
Εντατικοποίηση ομάδα 2 (9 εβδομάδες)Μεθοτρεξάτη (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρες 1 και 15 Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV, 15 mg/m2 IV ή PO q6h x6
δόσεις) iii: ημέρες 2, 3, 16 και 17 Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1 και 22 VP-16 (100 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26 CPM (300 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26 MESNA (150 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 22-26 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 27-36 ή μέχρι ANC >1.500 μετά ναδίρ ARA-C (3 g/m2, q12h, IV): ημέρες 43, 44 L-ASP (6.000 IUnits/m2, IM): ημέρα 44
Συντήρηση (κύκλοι 8 εβδομάδων) Κύκλοι 1-4MTX (5 g/m2 για 24 ώρες, IV): ημέρα 1 Λευκοβορίνη (75 mg/m2 κατά την ώρα 36, IV, 15 mg/m2 IV ή PO q6h x6 δόσεις) iii: ημέρες 2 και 3 Τριπλή ΙΤ θεραπεία (προσαρμογή με βάση την ηλικία): ημέρες 1, 29 VCR (1,5 mg/m2, IV): ημέρες 1, 29 DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-5, 29-33 6-MP (75 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 8-28 Μεθοτρεξάτη (20 mg/m2/εβδομάδα, PO): ημέρες 8, 15, 22 VP-16 (100 mg/m2, IV): ημέρες 29-33 CPM (300 mg/m2, IV): ημέρες 29-33 MESNA IV ημέρες 29-33 G-CSF (5 μg/kg, SC): ημέρες 34-43
Συντήρηση (κύκλοι 8 εβδομάδων) Κύκλος 5Κρανιακή ακτινοβόληση (ομάδα 5 μόνο) 12 Gy σε 8 μέρη για όλους τους ασθενείς που ήταν κατά τη διάγνωση CNS1 και CNS2 18 Gy σε 10 μέρη για όλους τους ασθενείς που ήταν κατά τη διάγνωση CNS3 VCR (1,5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 29 DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-5, 29-33 6-MP (75 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 11-56 (Παρακράτηση 6-MP κατά τις ημέρες 6-10 της κρανιακής ακτινοβόλησης που ξεκινά την ημέρα 1 του Κύκλου 5. Έναρξη 6-MP κατά την 1η ημέρα μετά την ολοκλήρωση της κρανιακής ακτινοβόλησης). Μεθοτρεξάτη (20 mg/m2/εβδομάδα, PO): ημέρες 8, 15, 22, 29, 36, 43, 50
Συντήρηση (κύκλοι 8 εβδομάδων) Κύκλοι 6-12VCR (1,5 mg/m2/ημέρα, IV): ημέρες 1, 29 DEX (6 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-5, 29-33 6-MP (75 mg/m2/ημέρα, PO): ημέρες 1-56 Μεθοτρεξάτη (20 mg/m2/εβδομάδα, PO): ημέρες 1, 8, 15, 22, 29, 36, 43, 50

G-CSF = παράγοντας διέγερσης αποικιών κοκκιοκυττάρων, VP-16 = ετοποσίδη, MTX = μεθοτρεξάτη, IV = ενδοφλέβια, SC = υποδόρια, ΙΤ = ενδορραχιαία, ΡΟ = από στόματος, ΙΜ = ενδομυϊκά, ARA-C = κυταραβίνη, CPM = κυκλοφωσφαμίδη, VCR = βινκριστίνη, DEX = δεξαμεθαζόνη, DAUN = δαουνορουβικίνη, 6-MP: 6- μερκαπτοπουρίνη, E. Coli L-ASP = L-ασπαραγινάση, PEG-ASP = PEG-ασπαραγινάση, MESN = 2- μερκαπτοαιθανο σουλφονικό νάτριο, iii = ή μέχρι το επίπεδο ΜΤΧ είναι < 0,1 μΜ, q6h = κάθε 6 ώρες, Gy = Gray Η μελέτη ΑΙΤ07 ήταν μια πολυκεντρική, ανοιχτού σχεδιασμού, τυχαιοποιημένη, φάσης ΙΙ/ΙΙΙ μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 128 ασθενείς (ηλικίας 1 έως < 18 ετών) που έλαβαν ιματινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Τα δεδομένα ασφαλείας από αυτή τη μελέτη φαίνεται να είναι σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά ασφαλείας της ιματινίμπης στους ασθενείς με Ph+ΟΛΛ.

Υποτροπιάζουσα/ανθεκτική Ph+ΟΛΛ: Όταν η ιματινίμπη χρησιμοποιήθηκε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα/ανθεκτική Ph+ΟΛΛ, οδήγησε 53 αξιολογήσιμους ως προς την ανταπόκριση ασθενείς από τους 411 σε ποσοστό αιματολογικής ανταπόκρισης 30% (9% πλήρης) και ποσοστό μέγιστης κυτταρογενετικής ανταπόκρισης 23%. (Σημειώνεται ότι από τους 411 ασθενείς, οι 353 έλαβαν θεραπεία στα πλαίσια ενός προγράμματος εκτεταμένης πρόσβασης χωρίς συλλογή δεδομένων αρχικής ανταπόκρισης). Ο διάμεσος χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου στο συνολικό πληθυσμό των 411 ασθενών με υποτροπιάζουσα/ανθεκτική Ph+ΟΛΛ κυμαινόταν από 2,6 έως 3,1 μήνες και η διάμεση συνολική επιβίωση στους 401 αξιολογήσιμους ασθενείς κυμαινόταν από 4,9 έως 9 μήνες. Τα δεδομένα ήταν παρόμοια, όταν επαναξιολογήθηκαν, για να συμπεριληφθούν μόνο εκείνοι οι ασθενείς ηλικίας 55 ετών και μεγαλύτεροι.

Κλινικές μελέτες σε MDS/MPD Η εμπειρία με ιματινίμπη σε αυτή την ένδειξη είναι πολύ περιορισμένη και βασίζεται στα αιματολογικά και κυτταρογενετικά ποσοστά ανταπόκρισης. Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες που να καταδεικνύουν κλινικό όφελος ή αυξημένη επιβίωση. Μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, φάσης ΙΙ κλινική μελέτη (μελέτη B2225) διεξήχθη ελέγχοντας την ιματινίμπη σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών που έπασχαν από απειλητικές για τη ζωή νόσους σχετιζόμενες με Abl, Κit ή PDGFR της πρωτεΐνης κινάσης της τυροσίνης. Αυτή η μελέτη συμπεριέλαβε 7 ασθενείς με MDS/MPD που έλαβαν αγωγή με ιματινίμπη 400 mg ημερησίως. Τρεις ασθενείς παρουσίασαν πλήρη αιματολογική ανταπόκριση (CHR) και ένας ασθενής παρουσίασε μερική αιματολογική ανταπόκριση (PHR). Τη χρονική στιγμή της αρχικής ανάλυσης, τρεις από τους τέσσερις ασθενείς με ανιχνεύσιμες PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις ανέπτυξαν αιματολογική ανταπόκριση (2 CHR και 1 PHR). Η ηλικία αυτών των ασθενών κυμάνθηκε από 20 έως 72 έτη.

Ένα μητρώο παρακολούθησης (μελέτη L2401) διεξήχθη για να συλλέξει δεδομένα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που πάσχουν από μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα με PDGFR-β αναδιάταξη και οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ιματινίμπη. Οι 23 ασθενείς που συμμετείχαν σε αυτό το μητρώο έλαβαν ιματινίμπη σε μία μέση ημερήσια δόση των 264 mg (εύρος: 100 έως 400mg) με μέση διάρκεια 7,2 έτη (εύρος από 0,1 έως 12,7 έτη). Λόγω της φύσης αυτού του μητρώου, τα δεδομένα αιματολογικής, κυτταρογενετικής και μοριακής αξιολόγησης ήταν διαθέσιμα για 22, 9 και 17 από τους 23 εγγεγραμμένους ασθενείς, αντίστοιχα. Υποθέτοντας συντηρητικά ότι οι ασθενείς με ελλιπή δεδομένα δεν ανταποκρίθηκαν, η CHR παρατηρήθηκε σε 20/23 (87%) ασθενείς, η CCyR σε 9/23 (39,1%) ασθενείς και η MR σε 11/23 (47,8%) ασθενείς, αντίστοιχα. Όταν το ποσοστό ανταπόκρισης υπολογίζεται από ασθενείς με τουλάχιστον μία έγκυρη αξιολόγηση, το ποσοστό ανταπόκρισης για τη CHR, CCyR και MR ήταν 20/22 (90,9%), 9/9 (100%) και 11/17 (64,7%), αντίστοιχα.

Επιπρόσθετα, άλλοι 24 ασθενείς με MDS/MPD αναφέρθηκαν σε 13 αναφορές. 21 ασθενείς έλαβαν ιματινίμπη 400 mg ημερησίως, ενώ οι άλλοι 3 ασθενείς έλαβαν χαμηλότερες δόσεις. Σε έντεκα ασθενείς που ανιχνεύθηκαν PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις, στους 9 επετεύχθη CHR και σε 1 PHR.

Η ηλικία αυτών των ασθενών κυμάνθηκε από 2 έως 79 ετών. Μία πρόσφατη δημοσίευση με αναθεωρημένες πληροφορίες από 6 από τους 11 ασθενείς αποκάλυψε ότι όλοι αυτοί οι ασθενείς παρέμειναν σε κυτταρογενετική ύφεση (εύρος 32-38 μήνες). Η ίδια δημοσίευση ανέφερε μακροχρόνια δεδομένα παρακολούθησης από 12 ασθενείς με MDS/MPD με PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις (5 ασθενείς από τη μελέτη Β2225). Αυτοί οι ασθενείς έλαβαν ιματινίμπη για διάμεσο χρονικό διάστημα 47 μηνών (εύρος 24 ημέρες-60 μήνες). Σε 6 από αυτούς τους ασθενείς η παρακολούθηση υπερβαίνει τώρα τα 4 έτη. Έντεκα ασθενείς ανέπτυξαν ταχεία CHR, δέκα είχαν πλήρη επίλυση των κυτταρογενετικών ανωμαλιών και μείωση ή εξάλειψη των αντιγράφων σύντηξης με βάση την εξέταση RT-PCR. Οι αιματολογικές και κυτταρογενετικές ανταποκρίσεις έχουν διατηρηθεί για ένα διάμεσο χρονικό διάστημα 49 μηνών (εύρος 19-60) και 47 μηνών (εύρος 16-59), αντίστοιχα. Η συνολική επιβίωση είναι 65 μήνες από τη διάγνωση (εύρος 25-234). Η χορήγηση ιματινίμπης σε ασθενείς χωρίς γενετική μετάταξη γενικά έχει αποτέλεσμα τη μη βελτίωση.

Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με MDS/MPD. Σε 4 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν πέντε (5) ασθενείς με MDS/MPD που σχετίζονταν με PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις.

Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από 3 μηνών έως 4 ετών και τους χορηγήθηκε ιματινίμπη σε δοσολογία 50 mg ημερησίως ή οι δόσεις κυμαίνονταν από 92,5 έως 340 mg/m2 ημερησίως. Σε όλους τους ασθενείς είχε επιτευχθεί πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, κυτταρογενετική ανταπόκριση και/ή κλινική ανταπόκριση.

Κλινικές μελέτες σε HES/CEL Μια ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική, φάσης ΙΙ κλινική μελέτη (μελέτη Β2225) διεξήχθη ελέγχοντας την ιματινίμπη σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών που έπασχαν από απειλητικές για τη ζωή νόσους σχετιζόμενες με Abl, Κit ή PDGFR της πρωτεΐνης κινάση της τυροσίνης. Σε αυτή τη μελέτη, 14 ασθενείς με HES/CEL έλαβαν αγωγή με 100 mg έως 1.000 mg ιματινίμπης ημερησίως.

Επιπλέον 162 ασθενείς με HES/CEL που αναφέρθηκαν σε 35 δημοσιευμένες αναφορές και σειρές περιστατικών έλαβαν ιματινίμπη σε δόσεις από 75 mg έως 800 mg ημερησίως. Οι κυτταρογενετικές ανωμαλίες αξιολογήθηκαν σε 117 από το συνολικό πληθυσμό των 176 ασθενών. Στους 61 από αυτούς

τους 117 ασθενείς αναγνωρίστηκε FIP1L1-PDGFRα σύντηξη της κινάσης. Επιπρόσθετα τέσσερις HES ασθενείς βρέθηκαν να είναι FIP1L1-PDGFRα-θετικοί σε άλλες 3 δημοσιευμένες αναφορές. Όλοι οι 65 FIP1L1-PDGFRα-θετικοί στη σύντηξη της κινάσης πέτυχαν μια CHR σταθερή για μήνες (εύρος από 1+ έως 44+ μήνες ευαισθητοποιημένο τη χρονική στιγμή της αναφοράς). Όπως αναφέρθηκε σε μια πρόσφατη δημοσίευση 21 από αυτούς τους 65 ασθενείς πέτυχαν επίσης πλήρη μοριακή ύφεση με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 28 μήνες (εύρος 13-67 μήνες). Η ηλικία αυτών των ασθενών κυμάνθηκε από 25 έως 72 έτη. Επιπρόσθετα, βελτιώσεις στη συμπτωματολογία και σε άλλες οργανικές ανωμαλίες δυσλειτουργίας αναφέρθηκαν από τους ερευνητές στις αναφορές περιστατικών.

Βελτιώσεις αναφέρθηκαν στο καρδιακό, νευρικό, δέρματος/υποδορίου ιστού, αναπνευστικό/θωρακικό/μεσοθωράκιο, μυοσκελετικό/συνδετικού ιστού/αγγειακό και γαστρεντερικό συστήματος όργανο.

Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με HES/CEL. Σε 3 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν τρεις (3) ασθενείς με HES και CEL που σχετίζονταν με PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις. Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από 2 έως 16 ετών και τους χορηγήθηκε ιματινίμπη σε δοσολογία 300 mg/m2 ημερησίως ή οι δόσεις κυμαίνονταν από 200 έως 400 mg ημερησίως. Σε όλους τους ασθενείς είχε επιτευχθεί πλήρης αιματολογική ανταπόκριση, πλήρης κυτταρογενετική ανταπόκριση και/ή πλήρης μοριακή ανταπόκριση.

Κλινικές μελέτες σε ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό GIST Μια φάσης II, ανοιχτού σχεδιασμού, τυχαιοποιημένη, μη ελεγχόμενη, πολυκεντρική μελέτη διεξήχθη σε ασθενείς με ανεγχείρητο ή μεταστατικό κακοήθες γαστρεντερικό στρωματικό όγκο (GIST). Σε αυτήν την μελέτη, 147 ασθενείς εισήχθησαν και τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν δόση είτε 400 mg ή 600 mg μια φορά ημερησίως από του στόματος για διάστημα έως 36 μήνες. Αυτοί οι ασθενείς είχαν εύρος ηλικίας από 18 έως 83 έτη και είχαν παθολογική διάγνωση κακοήθους Κit-θετικού GIST που ήταν ανεγχείρητο και/ή μεταστατικό. Διεξήχθη τακτική ανοσοϊστοχημική εξέταση με αντίσωμα Kit (A-4502, πολυκλωνικός αντιορρός κονίκλου, 1:100, DAKO Corporation, Carpinteria, CA) σύμφωνα με ανάλυση με μια μέθοδο συμπλόκου, αβιδίνης-βιοτίνης-υπεροξειδάσης, μετά την ανάδειξη του αντιγόνου.

Η πρωταρχική ένδειξη αποτελεσματικότητας βασίστηκε στα αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης. Οι όγκοι έπρεπε να είναι μετρήσιμοι σε μια τουλάχιστον περιοχή της νόσου και ο χαρακτηρισμός της ανταπόκρισης βασίστηκε στα κριτήρια της Νοτιοδυτικής Ογκολογικής Ομάδας (SWOG). Τα αποτελέσματα παρέχονται στον Πίνακα 6.

Πίνακας 6 Καλύτερη ανταπόκριση του όγκου στη μελέτη STIB2222 (GIST)

Καλύτερη ανταπόκρισηΌλες οι δόσεις (n=147) 400 mg (n=73) 600 mg (n=74) n (%)
Πλήρης ανταπόκριση1 (0,7)
Μερική ανταπόκριση98 (66,7)
Σταθεροποιημένη νόσος23 (15,6)
Εξελισσόμενη νόσος18 (12,2)
Μη αξιολογήσιμη5 (3,4)
Άγνωστη2 (1,4)

Δεν υπήρξαν διαφορές στα ποσοστά ανταπόκρισης μεταξύ των δύο δοσολογικών ομάδων. Ένας σημαντικός αριθμός ασθενών σε σταθεροποιημένη νόσο τη χρονική στιγμή της ενδιάμεσης ανάλυσης πέτυχε μερική ανταπόκριση με μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία (διάμεση παρακολούθηση 31 μήνες).

Ο διάμεσος χρόνος ανταπόκρισης ήταν 13 εβδομάδες (95% C.I. 12–23). Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την αποτυχία της θεραπείας στους ανταποκρινόμενους ήταν 122 εβδομάδες (95% CI 106–147), ενώ στο συνολικό πληθυσμό της μελέτης ήταν 84 εβδομάδες (95% C.I. 71-109). Η διάμεση τιμή της συνολικής επιβίωσης δεν επετεύχθη. Η εκτίμηση κατά Kaplan-Meier για την επιβίωση έπειτα από 36 μήνες παρακολούθησης ήταν 68%.

Σε δύο κλινικές μελέτες (μελέτη Β2222 και μελέτη ενδιάμεσης ομάδας S0033) η ημερήσια δόση της ιματινίμπης κλιμακώθηκε στα 800 mg σε ασθενείς που παρουσίαζαν επιδείνωση στις χαμηλότερες ημερήσιες δόσεις των 400 mg ή των 600 mg. Η ημερήσια δόση κλιμακώθηκε στα 800 mg ημερησίως σε ένα σύνολο 103 ασθενών, σε 6 ασθενείς επετεύχθη μερική ανταπόκριση και σε 21 σταθεροποίηση της νόσου τους μετά την κλιμάκωση της δοσολογίας για ένα συνολικό κλινικό όφελος του 26%. Από τα διαθέσιμα δεδομένα ασφαλείας, η κλιμάκωση της δόσης στα 800 mg ημερησίως σε ασθενείς που παρουσίαζαν επιδείνωση σε χαμηλότερες δόσεις των 400 mg ή 600 mg ημερησίως δε φαίνεται να επηρέασε τα χαρακτηριστικά ασφαλείας της ιματινίμπης.

Κλινικές μελέτες σε επικουρικό GIST Στην επικουρική κατάσταση, η ιματινίμπη διερευνήθηκε σε μια πολυκεντρική, διπλή-τυφλή, μακράς διάρκειας, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης ΙΙΙ (Ζ9001) που περιελάμβανε 773 ασθενείς. Οι ηλικίες των ασθενών αυτών κυμαίνονταν από 18 έως 91 ετών. Συμπεριλήφθησαν ασθενείς με ιστολογική διάγνωση πρωτεύοντος GIST εκφράζοντας πρωτεΐνη Kit με ανοσοπροσδιορισμό και μέγεθος όγκου ≥3 cm σε μέγιστη διάσταση, με πλήρη εκτομή του πρωτεύοντος GIST εντός 14-70 ημέρες προ της εγγραφής. Μετά την εκτομή του πρωτεύοντος GIST, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε ένα από τα δύο σκέλη: ιματινίμπη στα 400 mg/ημέρα ή εικονικό φάρμακο για ένα χρόνο.

Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η επιβίωση ελεύθερη υποτροπής (RFS), η οποία καθορίζεται ως ο χρόνος από την ημέρα της τυχαιοποίησης έως την ημέρα της υποτροπής ή του θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.

Η ιματινίμπη αύξησε σημαντικά τη RFS, με 75% των ασθενών να βρίσκονται ελεύθεροι υποτροπής στους 38 μήνες στην ομάδα της ιματινίμπης έναντι 20 μηνών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (95% CIs, [30-μη-προσδιορίσιμοι], [14-μη-προσδιορίσιμοι] αντίστοιχα), (ποσοστό κινδύνου = 0,398 [0,259-0,610], p<0,0001). Στον ένα χρόνο η συνολική RFS ήταν σημαντικά καλύτερη για την ιματινίμπη (97,7%) έναντι του εικονικού φαρμάκου (82,3%), (p<0,00001). Ο κίνδυνος υποτροπής ήταν επομένως μειωμένος κατά περίπου 89% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (ποσοστό κινδύνου = 0,113 [0,049-0,264]).

Ο κίνδυνος υποτροπής σε ασθενείς έπειτα από εγχείρηση του πρωτεύοντός τους GIST αξιολογήθηκε αναδρομικά, με βάση τους ακόλουθους προγνωστικούς παράγοντες: μέγεθος όγκου, μιτωτικός δείκτης, τοποθεσία όγκου. Δεδομένα για το μιτωτικό δείκτη υπήρχαν διαθέσιμα για 556 από τους 713 του πληθυσμού με πρόθεση για θεραπεία (ΙΤΤ). Τα αποτελέσματα της ανάλυσης της υποομάδας με βάση την ταξινόμηση κινδύνου από το United States National Institutes of Health (NIH) και το Armed Forces Institute of Pathology (AFIP) φαίνονται στον Πίνακα 7. Κανένα όφελος δεν παρουσιάστηκε στις ομάδες χαμηλού και πολύ χαμηλού κινδύνου. Δεν παρατηρήθηκε κανένα γενικό όφελος επιβίωσης.

Πίνακας 7 Περίληψη της ανάλυσης RFS της μελέτης Z9001 από τις ταξινομήσεις κινδύνου NIH και AFIP

Κριτήρια κινδύνουΕπίπεδα κινδύνου% των ασθενώνΑρ. περιστατικών/ Αρ. ασθενώνΣυνολικός βαθμός κινδύνου (95%CI)*Βαθμός RFS (%)
Ιματινίμπη έναντι εικονικού φαρμάκου12 μήνες24 μήνες
Ιματινίμπη έναντι εικονικού φαρμάκουΙματινίμπη έναντι εικονικού φαρμάκου
NIHΧαμηλό Μέτριο Υψηλό29,5 25,7 44,80/86 έναντι 2/90 4/75 έναντι 6/78 21/140 έναντι 51/127Δ.Υ. 0,59 (0,17, 2,10) 0,29 (0,18, 0,49)100 έναντι 98,7 100 έναντι 94,8 94,8 έναντι 64,0100 έναντι 95,5 97,8 έναντι 89,5 80,7 έναντι 46,6
AFIPΠολύ χαμηλό Χαμηλό Μέτριο Υψηλό20,7 25,0 24,6 29,70/52 έναντι 2/63 2/70 έναντι 0/69 2/70 έναντι 11/67 16/84 έναντι 39/81Δ.Υ. Δ.Υ. 0,16 (0,03, 0,70) 0,27 (0,15, 0,48)100 έναντι 98,1 100 έναντι 100 97,9 έναντι 90,8 98,7 έναντι 56,1100 έναντι 93,0 97,8 έναντι 100 97,9 έναντι 73,3 79,9 έναντι 41,5

* Περίοδος πλήρους παρακολούθησης, Δ.Υ. – Δεν υπολογίζεται Μια δεύτερη κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ, ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική (SSG XVIII/AIO)

συνέκρινε την θεραπεία με 400 mg/ημέρα ιματινίμπης για 12 μήνες έναντι της θεραπείας για 36 μήνες σε ασθενείς έπειτα από χειρουργική εκτομή με GIST και ένα από τα ακόλουθα: διάμετρος όγκου >5 cm και μιτοτικός δείκτης >5/50 πεδία υψηλής ισχύος (HPF) ή διάμετρος όγκου >10 cm και οποιοσδήποτε μιτοτικός δείκτης ή όγκος οποιουδήποτε μεγέθους με μιτοτικό δείκτη >10/50 HPF ή όγκος στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Συνολικά συναίνεσαν 397 ασθενείς, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν στη μελέτη (199 ασθενείς στο σκέλος των 12 μηνών και 198 ασθενείς στο σκέλος των 36 μηνών) με μέση ηλικία τα 61 έτη (εύρος από 22 μέχρι 84 έτη). Ο διάμεσος χρόνος παρακολούθησης ήταν 54 μήνες (από την ημερομηνία τυχαιοποίησης μέχρι το σημείο τερματισμού), με σύνολο 83 μηνών ανάμεσα στον πρώτο ασθενή που τυχαιοποιήθηκε και την ημερομηνία τερματισμού.

Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η επιβίωση ελεύθερη υποτροπής (RFS), η οποία καθορίζεται ως ο χρόνος από την ημέρα της τυχαιοποίησης έως την ημέρα της υποτροπής ή του θανάτου από οποιαδήποτε αιτία.

Τριάντα έξι (36) μήνες θεραπείας με ιματινίμπη αύξησαν σημαντικά τη RFS σε σχέση με θεραπεία 12 μηνών με ιματινίμπη (με συνολική σχέση κινδύνου (HR) = 0,46 [0,32, 0,65], p<0,0001) (Πίνακας 8, Εικόνα 1).

Επιπρόσθετα, θεραπεία τριάντα έξι (36) μηνών με ιματινίμπη παράτεινε σημαντικά τη συνολική επιβίωση (OS) σε σχέση με θεραπεία 12 μηνών με ιματινίμπη (HR = 0,45 [0,22, 0,89], p=0,0187)

(Πίνακας 8, Εικόνα 2).

Η μεγαλύτερη διάρκεια της θεραπείας (>36 μήνες) μπορεί να καθυστερήσει την έναρξη της περαιτέρω υποτροπής, ωστόσο ο αντίκτυπος αυτού του ευρήματος στη συνολική επιβίωση παραμένει άγνωστος.

Ο συνολικός αριθμός θανάτων ήταν 25 για το σκέλος της θεραπείας των 12 μηνών και 12 για το σκέλος της θεραπείας των 36 μηνών.

Η θεραπεία 36 μηνών με ιματινίμπη υπερείχε από τη θεραπεία 12 μηνών κατά την ανάλυση ΙΤΤ, δηλ.

συμπεριλαμβανομένου ολόκληρου του πληθυσμού της μελέτης. Σε μια σχεδιασμένη ανάλυση υποομάδας με βάση τον τύπο μετάλλαξης, η HR της RFS κατά τη θεραπεία 36 μηνών στους ασθενείς με μεταλλάξεις στο εξόνιο 11 ήταν 0,35 [95% CI: 0,22, 0,56]. Δεν μπορούν να διεξαχθούν συμπεράσματα για άλλες λιγότερο συχνές υποομάδες μετάλλαξης λόγω του μικρού αριθμού των συμβαμάτων που παρατηρήθηκαν.

Πίνακας 8 12-μηνη και 36-μηνη θεραπεία με ιματινίμπη (Μελέτη SSGXVIII/AIO)

Σκέλος 12-μηνης θεραπείαςΣκέλος 36-μηνης θεραπείας
RFS%(CI)%(CI)
12 μήνες93,7 (89,2-96,4)95,9 (91,9-97,9)
24 μήνες75,4 (68,6-81,0)90,7 (85,6-94,0)
36 μήνες60,1 (52,5-66,9)86,6 (80,8-90,8)
48 μήνες52,3 (44,0-59,8)78,3 (70,8-84,1)
60 μήνες47,9 (39,0-56,3)65,6 (56,1-73,4)
Επιβίωση
36 μήνες94,0 (89,5-96,7)96,3 (92,4-98,2)
48 μήνες87,9 (81,1-92,3)95,6 (91,2-97,8)
60 μήνες81,7 (73,0-87,8)92,0 (85,3-95,7)

Εικόνα 1 Υπολογισμοί Kaplan-Meier για πρωταρχικό καταληκτικό σημείο επιβίωσης ελεύθερης υποτροπής (πληθυσμός ITT)

Σε κίνδυνο : Περιστατικά (1) 199:0 182:8 177:12 163:25 137:46 105:65 88:72 61:77 49:81 36:83 27:84 14:84 10:84 2:84 0:84 (2) 198:0 189:5 184:8 181:11 173:18 152:22 133:25 102:29 82:35 54:46 39:47 21:49 8:50 0:50 Εικόνα 2 Υπολογισμοί Kaplan-Meier για συνολική επιβίωση (πληθυσμός ITT)

ςηρεθύελε ςησωίβιπε ατητόναθιΠ ςήπορτοπυ P <0,0001 Σχέση κινδύνου 0,46 (95% Cl, 0,32-0,65)

Αρ Περ Λογ (1) Ιματινίμπη 12 ΜΗ: 199 84 115 (2) Ιματινίμπη 36 ΜΗ: 198 50 148 Λογοκριμένες παρατηρήσεις Χρόνος επιβίωσης σε μήνες ςησωίβιπε ςήκιλονυσ ατητόναθιΠ P = 0,019 Σχέση κινδύνου 0,45 (95% Cl, 0,22-0,89)

Αρ Περ Λογ (1) Ιματινίμπη 12 ΜΗ: 199 25 174 (2) Ιματινίμπη 36 ΜΗ: 198 12 186 Λογοκριμένες παρατηρήσεις

Χρόνος επιβίωσης σε μήνες Σε κίνδυνο : Περιστατικά (1) 199:0 190:2 188:2 183:6 176:8 156:1 140:11 105:14 87:18 64:22 46:23 27:25 20:25 2:25 0 (2) 198:0 196:0 192:0 187:4 184:5 164:7 152:7 119:8 100:8 76:10 56:11 31:11 13:12 0:12 Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με GIST θετικό σε c-Kit. Σε 7 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν δεκαεπτά (17) ασθενείς με GIST (με ή χωρίς Kit και PDGFR μεταλλάξεις). Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από 8 έως 18 ετών και τους χορηγήθηκε ιματινίμπη σε επικουρική και μεταστατική κατάσταση σε δόσεις που κυμαίνονταν από 300 έως 800 mg ημερησίως.

Για την πλειονότητα των παιδιατρικών ασθενών που έκαναν θεραπεία για GIST δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν c-Kit ή PDGFR μεταλλάξεις που πιθανό να οδήγησαν σε ανάμεικτα κλινικά αποτελέσματα.

Κλινικές μελέτες σε DFSP Μια κλινική μελέτη φάσης ΙΙ, ανοιχτού σχεδιασμού, πολυκεντρική (μελέτη B2225) διεξήχθη περιλαμβάνοντας 12 ασθενείς με DFSP που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ιματινίμπη 800 mg ημερησίως. Η ηλικία των DFSP ασθενών κυμαινόταν από 23 έως 75 έτη. Το DFSP ήταν μεταστατικό, τοπικά υποτροπιάζον μετά την αρχική χειρουργική εκτομή και θεωρήθηκε ότι περαιτέρω χειρουργική εκτομή δε θα επέφερε βελτίωση κατά το χρόνο εισαγωγής στη μελέτη. Η κύρια ένδειξη αποτελεσματικότητας βασίζεται στα αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης. Από τους 12 ασθενείς που έλαβαν μέρος στη μελέτη οι 9 ανταποκρίθηκαν, ο ένας πλήρως και οι 8 μερικώς. Τρεις από τους μερικά ανταποκρινόμενους θεωρήθηκαν μεταγενέστερα ελεύθεροι νόσου λόγω της χειρουργικής επέμβασης. Η διάμεση διάρκεια θεραπείας για τη μελέτη B2225 ήταν 6,2 μήνες με μέγιστη διάρκεια 24,3 μήνες. Επιπλέον 6 ασθενείς με DFSP, των οποίων οι ηλικίες κυμάνθηκαν από 18 μήνες έως 49 έτη, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ιματινίμπη, αναφέρθηκαν σε 5 δημοσιευμένες μεμονωμένες αναφορές. Οι ενήλικοι ασθενείς που αναφέρθηκαν στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία έλαβαν ιματινίμπη είτε 400 mg ημερησίως (4 περιπτώσεις) είτε 800 mg ημερησίως (1 περίπτωση). Πέντε (5)

ασθενείς ανταποκρίθηκαν, 3 πλήρως και 2 μερικώς. Ο διάμεσος χρόνος διάρκειας θεραπείας στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία κυμάνθηκε από 4 εβδομάδες έως και περισσότερο από 20 μήνες. Η μετατόπιση t(17:22)[(q22:q13)] ή το γονιδιακό προϊόν της ήταν παρόν σχεδόν σε όλους όσους ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία με ιματινίμπη.

Δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς με DFSP. Σε 3 δημοσιεύσεις αναφέρθηκαν πέντε (5) ασθενείς με DFSP και PDGFR γονιδιακές αναδιατάξεις. Οι ασθενείς αυτοί ήταν ηλικίας από νεογέννητα έως 14 ετών και τους χορηγήθηκε ιματινίμπη σε δόση των 50 mg ημερησίως ή δόση που κυμαινόταν από 400 έως 520 mg/m2 ημερησίως. Σε όλους τους ασθενείς είχε επιτευχθεί μερική και/ή πλήρης ανταπόκριση.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Φαρμακοκινητική της ιματινίμπης H φαρμακοκινητική της ιματινίμπης έχει εκτιμηθεί σε ένα εύρος δόσεων από 25 έως 1.000 mg. Τα χαρακτηριστικά της φαρμακοκινητικής της στο πλάσμα αναλύθηκαν είτε την 1η ημέρα είτε την 7η ημέρα είτε την 28η ημέρα, όπου μέχρι τότε στις συγκεντρώσεις του πλάσματος είχε επιτευχθεί σταθερή κατάσταση.

Απορρόφηση Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ιματινίμπης είναι 98%. Η διακύμανση της AUC της ιματινίμπης στο πλάσμα ήταν υψηλή μεταξύ των ασθενών έπειτα από μία από του στόματος δόση.

Όταν χορηγήθηκε με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος, το ποσοστό της απορρόφησης της ιματινίμπης ήταν ελάχιστα μειωμένο (11% μείωση στη C και επιμήκυνση του t κατά 1,5 ώρα) με max max

μια μικρή μείωση στην AUC (7,4%) σε σύγκριση με καταστάσεις νηστείας. Δεν έχει διερευνηθεί το αποτέλεσμα προηγούμενης επέμβασης στο γαστρεντερικό σύστημα στην απορρόφηση του φαρμάκου.

Κατανομή Σε κλινικά σχετιζόμενες συγκεντρώσεις της ιματινίμπης, η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 95% στο επίπεδο των in vitro πειραμάτων, κυρίως με τη λευκωματίνη και την άλφα- οξυ-γλυκοπρωτεΐνη και με μικρή σύνδεση με τη λιποπρωτεΐνη.

Βιομετασχηματισμός Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης στον άνθρωπο είναι το παράγωγο Ν-διμεθυλιωμένη πιπεραζίνη, το οποίο δείχνει την ίδια αποτελεσματικότητα in vitro με το γονικό φάρμακο. Η AUC του πλάσματος γι’ αυτόν το μεταβολίτη βρέθηκε να είναι μόνο το 16% της AUC για την ιματινίμπη. Η πρωτεΐνη του πλάσματος που δεσμεύεται από το Ν-διμεθυλιωμένο μεταβολίτη είναι παρόμοια με αυτή του γονικού φαρμάκου.

Η ιματινίμπη και ο Ν-διμεθυλιωμένος μεταβολίτης μαζί, αντιπροσώπευαν περίπου το 65% της κυκλοφορούσας ραδιενέργειας (AUC ). Η υπόλοιπη κυκλοφορούσα ραδιενέργεια αποτελούνταν (0-48h)

από έναν αριθμό δευτερευόντων μεταβολιτών.

Τα αποτελέσματα in vitro έδειξαν ότι το CYP3A4 ήταν το πιο σημαντικό ένζυμο του ανθρωπίνου P450, που καταλύει το βιομετασχηματισμό της ιματινίμπης. Από μια ομάδα πιθανών συγχορηγούμενων θεραπευτικών αγωγών (ακεταμινοφαίνη, ασυκλοβίρη, αλλοπουρινόλη, αμφοτερικίνη, κυταραβίνη, ερυθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, υδροξυουρία, νορφλοξασίνη, πενικιλίνη V) μόνο η ερυθρομυκίνη (IC 50 μΜ) και η φλουκοναζόλη (IC 118 μΜ) έδειξαν αναστολή του 50 50 μεταβολισμού της ιματινίμπης που μπορεί να έχει κλινική σχέση.

Η ιματινίμπη εμφανίστηκε in vitro να είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας των υποστρωμάτων δεικτών για το CYP2C9, CYP2D6 και CYP3A4/5. Οι τιμές Κ στα ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα i ήταν 27, 7,5 και 7,9 μmol/l, αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ιματινίμπης στο πλάσμα σε ασθενείς ήταν 2-4 μmol/l, επομένως μια αναστολή του μεταβολισμού του CYP2D6 και/ή του ενδιάμεσου- CYP3A4/5 των συγχορηγούμενων φαρμάκων είναι πιθανή. Η ιματινίμπη δεν παρεμβαίνει στο βιομετασχηματισμό της 5-φθοροουρακίλης, αλλά αναστέλλει το μεταβολισμό της πακλιταξέλης ως αποτέλεσμα της ανταγωνιστικής αναστολής του CYP2C8 (K=34,7 μM). Αυτή η i τιμή K είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα αναμενόμενα επίπεδα της ιματινίμπης στο πλάσμα στους i ασθενείς, επομένως δεν αναμένεται αλληλεπίδραση με τη συγχορήγηση είτε της 5-φθοροουρακίλης ή της πακλιταξέλης με την ιματινίμπη.

Αποβολή Βάσει της ανεύρεσης του(ων) συστατικού(ων) έπειτα από μια από του στόματος δόση σεσημασμένου με 14C-ιματινίμπης, 81% περίπου της δόσης ανιχνεύτηκε εντός 7 ημερών στα κόπρανα (68% της δόσης) και στα ούρα (13% της δόσης). Η αμετάβλητη ιματινίμπη υπολογίστηκε στο 25% της δόσης (5% στα ούρα, 20% στα κόπρανα), ενώ το υπόλοιπο ήταν μεταβολίτες.

Φαρμακοκινητική στο πλάσμα Έπειτα από του στόματος χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, ο t ήταν περίπου 18 ώρες, υποδηλώνοντας ότι η μια φορά την ημέρα δοσολογία είναι η κατάλληλη. Η αύξηση στη μέση AUC με αυξανόμενη δόση ήταν γραμμική και δοσοαναλογική στο φάσμα δόσεων από 25-1.000 mg ιματινίμπης έπειτα από του στόματος χορήγηση. Δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην κινητική της ιματινίμπης σε επαναλαμβανόμενη δοσολογία και η συσσώρευση ήταν 1,5–2,5 φορές σε σταθερή κατάσταση, όταν η δοσολόγηση ήταν μία φορά την ημέρα.

Φαρμακοκινητική σε ασθενείς με GIST Σε ασθενείς με GIST η έκθεση σε σταθερή κατάσταση ήταν 1,5 φορές υψηλότερη από αυτήν που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ΧΜΛ για την ίδια δοσολογία (400 mg ημερησίως). Με βάση τις προκαταρτικές φαρμακοκινητικές αναλύσεις σε πληθυσμό ασθενών με GIST, ανευρέθηκαν τρεις μεταβλητές (λευκωματίνη, λευκοκύτταρα και χολερυθρίνη) να έχουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τη φαρμακοκινητική της ιματινίμπης. Οι μειωμένες τιμές της λευκωματίνης προκάλεσαν

μειωμένη κάθαρση (CL/f) και τα υψηλότερα επίπεδα των λευκοκυττάρων οδήγησαν σε μείωση του κλάσματος CL/f. Εντούτοις, αυτές οι συσχετίσεις δεν είναι επαρκώς καταφανείς, για να δικαιολογήσουν ρύθμιση της δόσης. Σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, η παρουσία ηπατικών μεταστάσεων μπορεί πιθανόν να οδηγήσει σε ηπατική ανεπάρκεια και μειωμένο μεταβολισμό.

Φαρμακοκινητική στον πληθυσμό Βάσει φαρμακοκινητικών αναλύσεων στον πληθυσμό ασθενών με ΧΜΛ, υπήρξε μια μικρή επίδραση της ηλικίας στον όγκο κατανομής (12% αύξηση σε ασθενείς ηλικίας > 65 ετών). Αυτή η αλλαγή δε θεωρείται ότι είναι κλινικά σημαντική. Η επίδραση του σωματικού βάρους στην κάθαρση της ιματινίμπης είναι τέτοια, ώστε για έναν ασθενή που ζυγίζει 50 kg, η μέση κάθαρση αναμένεται να είναι 8,5 l/h, ενώ για έναν ασθενή που ζυγίζει 100 kg η κάθαρση θα αυξηθεί στα 11,8 l/h. Αυτές οι αλλαγές δε θεωρούνται αρκετές, ώστε να δικαιολογούν την προσαρμογή της δόσης με βάση τα kg του σωματικού βάρους. Το γένος δεν επηρεάζει τη κινητική της ιματινίμπης.

Φαρμακοκινητική στα παιδιά Όπως και σε ενήλικους ασθενείς η ιματινίμπη απορροφήθηκε ταχέως έπειτα από του στόματος χορήγηση σε παιδιατρικούς ασθενείς τόσο σε μελέτες φάσης Ι όσο και σε μελέτες φάσης ΙΙ. Με τη χορήγηση δόσης 260 και 340 mg/m2/ημέρα στα παιδιά επετεύχθη όμοια έκθεση, όπως με τις δόσεις 400 mg και 600 mg αντίστοιχα, σε ενήλικους ασθενείς. Η σύγκριση της AUC( ) την ημέρα 8 και 0-24 την ημέρα 1 σε δόση 340 mg/m2/ημέρα αποκάλυψε συγκέντρωση κατά 1,7 φορές του φαρμάκου έπειτα από επαναλαμβανόμενες δόσεις μια φορά την ημέρα.

Βάσει φαρμακοκινητικών αναλύσεων στο συμμετέχοντα πληθυσμό παιδιατρικών ασθενών με αιματολογικές διαταραχές (ΧΜΛ, Ph+ΟΛΛ ή άλλες αιματολογικές διαταραχές που αντιμετωπίζονται με ιματινίμπη) η κάθαρση της ιματινίμπης αυξάνεται με την αύξηση της επιφάνειας σώματος (BSA).

Μετά τη διόρθωση της επίδρασης του BSA, άλλα δημογραφικά στοιχεία όπως ηλικία, σωματικό βάρος και δείκτης μάζας σώματος δεν είχαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην έκθεση στην ιματινίμπη. Η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι η έκθεση στην ιματινίμπη σε παιδιατρικούς ασθενείς που λάμβαναν 260 mg/m2 μια φορά ημερησίως (δεν υπερβαίνει τα 400 mg μια φορά ημερησίως) ή 340 mg/m2 μια φορά ημερησίως (δεν υπερβαίνει τα 600 mg μια φορά ημερησίως) ήταν παρόμοια με αυτή των ενήλικων ασθενών που λάμβαναν 400 mg ή 600 mg μια φορά ημερησίως.

Οργανική λειτουργική ανεπάρκεια Η ιματινίμπη και οι μεταβολίτες της δεν απεκκρίνονται σε σημαντικό βαθμό μέσω των νεφρών.

Ασθενείς με ήπια έως μέτρια έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας εμφανίζονται να παρουσιάζουν μεγαλύτερη έκθεση στο πλάσμα απ’ ό,τι οι ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η αύξηση είναι περίπου 1,5 έως 2 φορές που αντιστοιχεί σε 1,5 φορά αύξηση στο πλάσμα της AGP, με την οποία η ιματινίμπη δεσμεύεται ισχυρά. Η κάθαρση του ελεύθερου φαρμάκου της ιματινίμπης είναι πιθανόν παρόμοια μεταξύ ασθενών με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και εκείνων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, επειδή η νεφρική απέκκριση αντιπροσωπεύει μόνο μια ήσσονος σημασίας οδό αποβολής της ιματινίμπης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).

Αν και τα αποτελέσματα της φαρμακοκινητικής ανάλυσης έδειξαν ότι υπάρχει μια σημαντική μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων, η διάμεση έκθεση στην ιματινίμπη δεν αυξήθηκε σε ασθενείς με ποικίλους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2, 4.4 και 4.8).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα προκλινικά χαρακτηριστικά ασφαλείας της ιματινίμπης εκτιμήθηκαν σε αρουραίους, σκύλους, πιθήκους και κουνέλια.

Τοξικολογικές μελέτες πολλαπλής δοσολογίας αποκάλυψαν ήπιες έως μέτριες αιματολογικές αλλαγές σε αρουραίους, σκύλους και πιθήκους, συνοδευόμενες από αλλαγές στο μυελό των οστών στους αρουραίους και τους σκύλους.

Το ήπαρ ήταν το όργανο-στόχος στους αρουραίους και τους σκύλους. Ήπιες έως μέτριες αυξήσεις

των τρανσαμινασών και ελαφρές μειώσεις της χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, της ολικής πρωτεΐνης και των επιπέδων της λευκωματίνης παρατηρήθηκαν και στα δύο είδη. Δεν παρατηρήθηκαν ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις στο ήπαρ των ποντικών. Παρατηρήθηκε σοβαρή ηπατοτοξικότητα στους σκύλους που έλαβαν το φάρμακο επί 2 εβδομάδες, με αύξηση των ηπατικών ενζύμων, ηπατοκυτταρική νέκρωση, νέκρωση του χοληδόχου πόρου και υπερπλασία του χοληδόχου πόρου.

Σε πιθήκους που έλαβαν το φάρμακο επί 2 εβδομάδες παρατηρήθηκε νεφροτοξικότητα με εστιακή μεταλλοποίηση και διάταση των νεφρικών σωληναρίων και σωληναριακή νέφρωση. Σε πολλά από αυτά τα ζώα παρατηρήθηκε αυξημένο άζωτο ουρίας (BUN) και κρεατινίνη στο αίμα. Στους αρουραίους, σε δόσεις >6 mg/kg σε μελέτη διαρκείας 13 εβδομάδων παρατηρήθηκε υπερπλασία του μεταβατικού επιθηλίου των νεφρικών θηλών και της ουροδόχου κύστης, χωρίς διαταραχές εργαστηριακών παραμέτρων στον ορό ή τα ούρα. Παρουσιάστηκε αυξημένο ποσοστό ευκαιριακών λοιμώξεων σε χρόνια θεραπεία με ιματινίμπη.

Σε μελέτη διαρκείας 39 εβδομάδων σε πιθήκους δεν καθορίστηκε το NOAEL (όριο δόσης χωρίς παρατηρηθήσες ανεπιθύμητες ενέργειες) στην κατώτερη δόση των 15 mg/kg, περίπου το 1/3 της μέγιστης δόσης των 800 mg για τον άνθρωπο βάσει της επιφάνειας του σώματος. Η αγωγή είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των φυσιολογικών κατεσταλμένων λοιμώξεων από ελονοσία σε αυτά τα ζώα.

Η ιματινίμπη δε θεωρήθηκε γονοτοξική, όταν δοκιμάστηκε σε μία in vitro δοκιμασία βακτηριολογικών κυττάρων (Ames test), σε μία in vitro δοκιμασία κυττάρων θηλαστικών (λέμφωμα ποντικιών) και σε in vivo δοκιμασία μικροπυρήνα αρουραίων. Θετικά γονοτοξικά αποτελέσματα ελήφθησαν για την ιματινίμπη σε μία in vitro δοκιμασία κυττάρων θηλαστικών (ωοθήκη κινεζικού κρικητού) για διάσπαση των γονιδίων (διάσπαση των χρωμοσωμάτων) παρουσία μεταβολικής ενεργοποίησης.

Σε μία μελέτη γονιμότητας, σε αρσενικά ποντίκια που έλαβαν αγωγή για 70 ημέρες πριν από το ζευγάρωμα, το βάρος των όρχεων και της επιδιδυμίδας και το ποσοστό κινητικότητας των σπερματοζωαρίων στο σπέρμα μειώθηκαν στη δόση των 60 mg/kg, δόση περίπου ανάλογη με εκείνη των 800 mg ημερησίως, βάσει της επιφάνειας του σώματος. Αυτό δεν παρατηρήθηκε σε δόσεις ≤20 mg/kg. Σε σκύλους σε από του στόματος δόσεις >30 mg/kg παρατηρήθηκε, επίσης, ελαφριά έως μέτρια μείωση στη σπερματογένεση. Όταν τα θηλυκά ποντίκια έλαβαν αγωγή 14 ημέρες πριν από το ζευγάρωμα και έως την 6η ημέρα της κυοφορίας, δεν υπήρξε καμία επίδραση στο ζευγάρωμα ή στον αριθμό των εγκύων. Στη δόση των 60 mg/kg τα θηλυκά ποντίκια είχαν σημαντικές απώλειες εμβρύων μετά την εμφύτευση και μειωμένο αριθμό ζωντανών νεογνών. Αυτό δεν παρατηρήθηκε σε δόσεις ≤20 mg/kg.

Σε μια μελέτη προ και μετα-γεννητικής ανάπτυξης σε αρουραίους, με από του στόματος δόση, παρατηρήθηκαν ερυθρές εκκρίσεις από τον κόλπο της μητέρας στην ομάδα των 45 mg/kg/ημέρα την ημέρα 14 ή την ημέρα 15 της κύησης. Στην ίδια δόση ο αριθμός των θνησιγενών νεογέννητων και αυτών επίσης που πέθαναν τις ημέρες 0 έως 4 μετά τον τοκετό ήταν αυξημένος. Στη γενιά F , στο ίδιο επίπεδο δόσης, το μέσο σωματικό βάρος παρουσίασε ελάττωση από τη γέννηση μέχρι την τελική θανάτωση και ο αριθμός των νεογνών που πέτυχαν τα κριτήρια για διαχωρισμό της ακροποσθίας μειώθηκε ελαφρά. Η γονιμότητα της γενιάς F δεν επηρεάστηκε, ενώ στα 45 mg/kg/ημέρα παρατηρήθηκε αυξημένος αριθμός επαναρροφήσεων και μειωμένος αριθμός βιώσιμων εμβρύων. Το όριο δόσης χωρίς παρατηρηθέν αποτέλεσμα (NOEL) τόσο για τη μητρική γενιά όσο και για τη γενιά F ήταν 15 mg/kg/ημέρα (ένα τέταρτο της μέγιστης δόσης για τον άνθρωπο που είναι 800 mg).

Η ιματινίμπη ήταν τερατογόνος στους αρουραίους, χορηγούμενη κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης σε δόσεις >100 mg/kg, περίπου ανάλογης της μέγιστης κλινικής δόσης των 800 mg/ημέρα βάσει της επιφάνειας του σώματος. Οι τερατογόνες επιδράσεις περιελάμβαναν εξωεγκέφαλο ή εγκεφαλοκήλη, απόν/εσμικρυσμένο μετωπιαίο οστούν και απόντα βρεγματικά οστά. Αυτές οι επιδράσεις δεν παρατηρήθηκαν σε δόσεις ≤30 mg/kg.

Δεν ταυτοποιήθηκαν νέα όργανα-στόχοι στην τοξικολογική μελέτη ανάπτυξης σε νεαρούς

αρουραίους (ημέρα 10 έως 70 μετά τον τοκετό) σε σχέση με τα γνωστά όργανα-στόχους σε ενήλικους αρουραίους. Στην τοξικολογική μελέτη σε νεαρούς αρουραίους παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην ανάπτυξη, καθυστέρηση κολπικού ανοίγματος και διαχωρισμός της ακροποσθίας σε έκθεση περίπου 0,3 έως 2 φορές της μέσης παιδιατρικής έκθεσης κατά την υψηλότερη συνιστώμενη δόση των 340 mg/m2. Επιπλέον, παρατηρήθηκε θνησιμότητα σε νεαρά ζώα (γύρω στη φάση του απογαλακτισμού)

σε έκθεση περίπου 2 φορές της μέσης παιδιατρικής έκθεσης κατά την υψηλότερη συνιστώμενη δόση των 340 mg/m2.

Σε μια μελέτη καρκινογένεσης σε αρουραίους, διάρκειας 2 ετών, η χορήγηση ιματινίμπης σε δόσεις 15, 30 και 60 mg/kg/ημέρα είχε ως αποτέλεσμα μια στατιστικά σημαντική μείωση της μακροβιότητας των αρρένων στα 60 mg/kg/ημέρα και των θηλέων σε δόσεις ≥30 mg/kg/ημέρα. Η ιστοπαθολογική εξέταση των απογόνων αποκάλυψε, ως πρωταρχικές αιτίες θανάτου ή λόγους για θανάτωση, μυοκαρδιοπάθεια (και στα δύο φύλλα), χρόνια προοδευτική νεφροπάθεια (στα θήλεα) και θήλωμα του αδένα της ακροποσθίας. Τα όργανα-στόχοι για τις νεοπλαστικές μεταβολές ήταν τα νεφρά, η ουροδόχος κύστη, η ουρήθρα, ο αδένας της ακροποσθίας και της κλειτορίδας, το λεπτό έντερο, οι παραθυρεοειδείς αδένες, τα επινεφρίδια και ο μη αδενώδης στόμαχος.

Το θήλωμα/καρκίνωμα του αδένα της ακροποσθίας/κλειτορίδας παρατηρήθηκε σε δόσεις από 30 mg/kg/ημέρα και άνω, που αντιπροσωπεύουν περίπου 0,5 ή 0,3 φορές την ανθρώπινη ημερήσια έκθεση (με βάση την AUC) στα 400 mg/ημέρα ή στα 800 mg/ημέρα, αντίστοιχα, και 0,4 φορές την ανθρώπινη ημερήσια έκθεση στα παιδιά (με βάση την AUC) στα 340 mg/m2/ημέρα. Το όριο δόσης χωρίς παρατηρηθέν αποτέλεσμα (NOEL) ήταν 15 mg/kg/ημέρα. Το νεφρικό αδένωμα/καρκίνωμα, η ουροδόχος κύστη και το θήλωμα της ουρήθρας, τα αδενοκαρκινώματα του λεπτού εντέρου, τα αδενώματα των παραθυρεοειδών αδένων, οι καλοήθεις και κακοήθεις μυελώδεις όγκοι των επινεφριδίων και τα θηλώματα/καρκινώματα του μη αδενώδους στομάχου παρατηρήθηκαν στα 60 mg/kg/ημέρα, που αντιπροσωπεύουν περίπου 1,7 ή 1 φορά την ανθρώπινη ημερήσια έκθεση (με βάση την AUC) στα 400 mg/ημέρα ή στα 800 mg/ημέρα, αντίστοιχα, και 1,2 φορές την ανθρώπινη ημερήσια έκθεση στα παιδιά (με βάση την AUC) στα 340 mg/m2/ημέρα. Το όριο δόσης χωρίς παρατηρηθέν αποτέλεσμα (NOEL) ήταν 30 mg/kg/ημέρα.

Δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί για τον άνθρωπο ο μηχανισμός και η συσχέτιση αυτών των ευρημάτων στη μελέτη καρκινογένεσης σε αρουραίους.

Μη νεοπλαστικές αλλοιώσεις που δεν ταυτοποιήθηκαν σε προηγούμενες προκλινικές μελέτες αφορούσαν το καρδιαγγειακό σύστημα, το πάγκρεας, τα ενδοκρινή όργανα και τα δόντια. Οι πιο σημαντικές αλλαγές περιελάμβαναν καρδιακή υπερτροφία και διάταση, που οδήγησε σε σημεία καρδιακής ανεπάρκειας σε κάποια ζώα.

Η δραστική ουσία ιματινίμπη εμφανίζει περιβαλλοντικό κίνδυνο στους οργανισμούς ιζημάτων.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

Microcrystalline cellulose (E460)

Low substituted hydroxypropyl cellulose (E463)

Povidone (E1201)

Crospovidone (Type A) (E1201)

Silica colloidal anhydrous (E551)

Magnesium stearate (E572)

Επικάλυψη δισκίου:

Hypromellose (E464)

Macrogol 400 Talc (E553b)

Red Iron oxide (E172)

Yellow Iron oxide (E172)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες για την φύλαξή του.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες (blisters) PVC/PE/PVDC/Alu Συσκευασίες που περιέχουν 10, 20, 30, 60, 90, 120 και 180 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΕΝΟΡΑΣΙΣ Α.Ε.

Τραπεζούντος 17 & Α. Παπανδρέου Τ.Κ. 151 27, Μελίσσια, Αθήνα Ελλάδα

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Imatinib/Aenorasis 100mg: 13846/15 Imatinib/Aenorasis 400mg: 13847/15

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 05 Σεπτεμβρίου 2016 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 31 Μαρτίου 2021

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3106301_SPC_3106301_8.pdf