1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Intratect 100 g/l, διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
2.1 Γενική περιγραφή
Ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη (IVIg)
2.2 Ποιοτική και ποσοτική σύνθεση
Ένα ml περιέχει:
Ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη 100 mg (καθαρότητα τουλάχιστον 96% IgG)
Κάθε φιαλίδιο των 10 ml περιέχει : 1g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 25 ml περιέχει : 2,5g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 50 ml περιέχει : 5g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 100 ml περιέχει : 10g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κάθε φιαλίδιο των 200 ml περιέχει : 20g ανθρώπινης φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης Κατανομή των υποομάδων της IgG (προσεγγιστικές τιμές):
IgG1 57% IgG2 37% IgG3 3% IgG4 3% Η μέγιστη συγκέντρωση IgA ανέρχεται σε 1.800 μικρογραμμάρια/ml.
Παράγεται από το πλάσμα ανθρώπων δοτών.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διάλυμα για έγχυση.
Το διάλυμα είναι διαυγές έως ελαφρώς οπαλίζον και άχρωμο προς ωχρό.
Το Intratect 100 g/l έχει pH 5,0– 5,6 και ωσμωμοριακότητα 280–380 mOsmol/kg.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0–18 ετών) σε:
- Σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας (PID) με μειωμένη παραγωγή αντισωμάτων.
- Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (SID) σε ασθενείς που πάσχουν από βαριές ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, υποβάλλονται σε αναποτελεσματική αντιμικροβιακή θεραπεία και έχουν είτε αποδεδειγμένη αποτυχία ειδικού αντισώματος (PSAF)* είτε επίπεδο IgG ορού < 4 g/l * PSAF= αποτυχία έγερσης τουλάχιστον διπλάσιας αύξησης του τίτλου αντισωμάτων IgG έναντι του πνευμονιοκοκκικού πολυσακχαριδικού εμβολίου και του πολυπεπτιδικού αντιγονικού εμβολίου Ανοσοτροποποίηση σε ενήλικες, παιδιά και εφήβους (0–18 ετών) σε:
- Πρωτοπαθή άνοση θρομβοπενία (ITP), σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας ή πριν από χειρουργική επέμβαση, για τη διόρθωση του αριθμού των αιμοπεταλίων
- Σύνδρομο Guillain Barré
- Σύνδρομο Kawasaki (σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, βλ.
παράγραφο 4.2)
- Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP)
- Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN)
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η θεραπεία IVIg θα πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται υπό την επιτήρηση ιατρού με εμπειρία στην αντιμετώπιση διαταραχών του ανοσοποιητικού συστήματος.
Δοσολογία Η δόση και το δοσολογικό σχήμα εξαρτώνται από την ένδειξη.
H δόση μπορεί να χρειαστεί να εξατομικευτεί για κάθε ασθενή ανάλογα με την κλινική απόκριση. Η δόση που βασίζεται στο σωματικό βάρος μπορεί να απαιτεί προσαρμογή σε λιποβαρείς ή υπέρβαρους ασθενείς.
Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα δίδονται σαν καθοδήγηση.
Θεραπεία υποκατάστασης σε σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας Το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να επιτυγχάνει κατώτατο επίπεδο της IgG (μετρούμενο πριν την επόμενη έγχυση) τουλάχιστον 6 g/l ή εντός του φυσιολογικού εύρους αναφοράς για την ηλικία του πληθυσμού. 3–6 μήνες απαιτούνται μετά την έναρξη της θεραπείας προκειμένου να επέλθει ισορροπία (επίπεδα IgG σταθεροποιημένης κατάστασης). Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 0,4–0,8 g/kg χορηγούμενη εφάπαξ, ακολουθούμενη από τουλάχιστον 0,2 g/kg χορηγούμενα κάθε 3–4 εβδομάδες.
Η δόση που απαιτείται για να επιτευχθεί το ελάχιστο επίπεδο IgG των 6 g/l είναι της τάξης των 0,2–0,8 g/kg/μήνα. Το διάλειμμα μεταξύ των δόσεων όταν έχει επιτευχθεί σταθεροποιημένη κατάσταση ποικίλλει από 3–4 εβδομάδες.
Τα κατώτερα επίπεδα IgG θα πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται σε συνάρτηση με την επίπτωση της λοίμωξης. Για τη μείωση του ποσοστού των βακτηριακών λοιμώξεων, ίσως χρειαστεί αύξηση της δοσολογίας και προσανατολισμός σε υψηλότερο ελάχιστο επίπεδο.
Θεραπεία υποκατάστασης σε δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (όπως ορίζονται στην παράγραφο 4.1)
Η συνιστώμενη δόση είναι 0,2–0,4 g/kg κάθε τρεις ως τέσσερις εβδομάδες.
Τα κατώτερα επίπεδα της IgG θα πρέπει να μετρώνται και να αξιολογούνται σε συνάρτηση με την επίπτωση της λοίμωξης. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται όπως απαιτείται για την επίτευξη βέλτιστης προστασίας έναντι των λοιμώξεων. Μια αύξηση ενδέχεται να είναι απαραίτητη σε ασθενείς με εμμένουσα λοίμωξη. Μπορεί να μελετηθεί το ενδεχόμενο ελάττωσης της δόσης όταν ο ασθενής παραμένει ελεύθερος λοίμωξης.
Ανοσοτροποποίηση σε:
Πρωτοπαθή άνοση θρομβοπενία Υπάρχουν δύο εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα:
- 0,8–1 g/kg χορηγούμενα την ημέρα 1, αυτή η δόση μπορεί να επαναληφθεί μέσα σε 3 ημέρες
- 0,4 g/kg χορηγούμενα καθημερινά για 2–5 ημέρες.
Η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί αν υπάρξει υποτροπή.
Σύνδρομο Guillain Barré 0,4 g/kg/ημέρα για διάστημα 5 ημερών (πιθανή επανάληψη χορήγησης δόσης σε περίπτωση υποτροπής).
Σύνδρομο Kawasaki 2,0 g/kg θα πρέπει να χορηγούνται ως εφάπαξ δόση. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια (CIDP)
Δόση έναρξης: 2 g/kg διηρημένη εντός 2–5 διαδοχικών ημερών Δόσεις συντήρησης: 1 g/kg διηρημένες εντός 1–2 διαδοχικών ημερών κάθε 3 εβδομάδες.
Η θεραπευτική επίδραση θα πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο. Αν δεν παρατηρηθεί καμία θεραπευτική επίδραση μετά από 6 μήνες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Αν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, το ενδεχόμενο μακροπρόθεσμης θεραπείας θα πρέπει να εναπόκειται στην κρίση του ιατρού με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς και την ανταπόκριση στη θεραπεία συντήρησης. Η δοσολογία και τα διαστήματα χορήγησης μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστούν ανάλογα με την εξατομικευμένη πορεία της νόσου.
Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN)
Δόση έναρξης: 2 g/kg διηρημένη εντός 2–5 διαδοχικών ημερών.
Δόση συντήρησης: 1 g/kg κάθε 2 έως 4 εβδομάδες ή 2 g/kg κάθε 4 με 8 εβδομάδες.
Η θεραπευτική επίδραση θα πρέπει να αξιολογείται μετά από κάθε κύκλο. Αν δεν παρατηρηθεί καμία θεραπευτική επίδραση μετά από 6 μήνες, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Αν η θεραπεία είναι αποτελεσματική, το ενδεχόμενο μακροπρόθεσμης θεραπείας θα πρέπει να εναπόκειται στην κρίση του ιατρού με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς και την ανταπόκριση στη θεραπεία συντήρησης. Η δοσολογία και τα διαστήματα χορήγησης μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστούν ανάλογα με την εξατομικευμένη πορεία της νόσου.
Στον πίνακα που ακολουθεί αναφέρονται περιληπτικά οι συστάσεις για τη δοσολογία:
Ένδειξη Δόση Συχνότητα εγχύσεων
| Θεραπεία υποκατάστασης: | ||
| Σύνδρομα πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας | Αρχική δόση: 0,4–0,8 g/kg Δόση συντήρησης: 0,2–0,8 g/kg | κάθε 3–4 εβδομάδες |
| Δευτεροπαθείς ανοσοανεπάρκειες (όπως ορίζονται στην παράγραφο 4.1) | 0,2–0,4 g/kg | κάθε 3–4 εβδομάδες |
| Ανοσοτροποποίηση: | ||
| Πρωτοπαθής άνοση θρομβοπενία | 0,8–1 g/kg ή 0,4 g/kg/d | την ημέρα 1, με πιθανή επανάληψη μία φορά εντός 3 ημερών για 2–5 ημέρες |
| Σύνδρομο Guillain Barré | 0,4 g/kg/d | για 5 ημέρες |
| Νόσος Kawasaki | 2 g/kg | σε μία δόση σε συνδυασμό με ακετυλοσαλικυλικό οξύ |
| Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια (CIDP) | Αρχική δόση: 2 g/kg Δόση συντήρησης: 1 g/kg | σε διηρημένες δόσεις εντός 2–5 ημερών κάθε 3 εβδομάδες σε διηρημένες δόσεις εντός 1–2 ημερών |
| Πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (MMN) | Αρχική δόση: 2 g/kg Δόση συντήρησης: 1 g/kg ή 2 g/kg | σε διηρημένες δόσεις εντός 2–5 διαδοχικών ημερών κάθε 2–4 εβδομάδες ή κάθε 4–8 εβδομάδες σε διηρημένες δόσεις εντός 2–5 ημερών |
Η δοσολογία σε παιδιά και εφήβους (0–18 ετών) δεν διαφέρει από εκείνη των ενηλίκων, διότι η δοσολογία για κάθε ένδειξη καθορίζεται από το σωματικό βάρος και πρέπει να προσαρμόζεται στην κλινική έκβαση των προαναφερθεισών συνθηκών.
Ηπατική ανεπάρκεια Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να απαιτούν προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης εκτός και αν απαιτείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης εκτός και αν απαιτείται κλινικά, βλ. παράγραφο 4.4.
Τρόπος χορήγησης Ενδοφλέβια χρήση.
Το Intratect 100 g/l θα πρέπει να εγχέεται ενδοφλέβια με έναν αρχικό ρυθμό όχι μεγαλύτερο από 0,3 ml/kg/ώρα για 30 λεπτά. Βλέπε παράγραφο 4.4. Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών, είτε ο ρυθμός της χορήγησης θα πρέπει να μειώνεται είτε η έγχυση να διακόπτεται.
Αν γίνεται καλά ανεκτός, ο ρυθμός της χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι το μέγιστο των 1,9 ml/kg/ώρα.
Θεραπεία υποκατάστασης:
Σε ασθενείς που έχουν ανεχθεί καλά το ρυθμό έγχυσης των 1,9 ml/kg/ώρα, ο ρυθμός μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 6 ml/kg/ώρα και, εάν εξακολουθεί να είναι καλά ανεκτός, μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω σταδιακά μέχρι το μέγιστο των 8 ml/kg/ώρα.
Γενικά, η δοσολογία και οι ρυθμοί έγχυσης πρέπει να προσαρμόζονται εξατομικευμένα σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενούς (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλέπε παράγραφο 4.4 και 6.1).
Ασθενείς με επιλεκτική ανεπάρκεια IgA οι οποίοι ανέπτυξαν αντισώματα στην IgA, καθώς η χορήγηση προϊόντος που περιέχει IgA μπορεί να οδηγήσει σε αναφυλαξία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση Εν δυνάμει επιπλοκές μπορεί να αποφευχθούν αν εξασφαλίσουμε ότι οι ασθενείς:
- δεν παρουσιάζουν ευαισθησία στην ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, χορηγώντας αρχικά το προϊόν με αργό ρυθμό (0,3 ml/kg/h που αντιστοιχεί σε 0,005 ml/kg/min),
- παρακολουθούνται προσεκτικά για κάθε σύμπτωμα κατά τη διάρκεια της έγχυσης. Συγκεκριμένα, ασθενείς πρωτοθεραπευόμενοι με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη, ασθενείς που άλλαξαν τη θεραπεία από άλλο εναλλακτικό προϊόν με IVIg ή όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για την πρώτη ώρα μετά το πέρας της πρώτης έγχυσης σε ελεγχόμενο περιβάλλον υγειονομικής περίθαλψης, προκειμένου να εντοπιστούν πιθανά ανεπιθύμητα σημεία και για να διασφαλιστεί ότι μπορεί να χορηγηθεί αμέσως επείγουσα θεραπεία σε περίπτωση που ανακύψουν προβλήματα. Όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση.
Σε όλους τους ασθενείς, η χορήγηση IVIg απαιτεί:
• επαρκή ενυδάτωση πριν την έναρξη της έγχυσης της IVIg
• παρακολούθηση της αποβολής ούρων
• παρακολούθηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό
• αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών αγκύλης (βλ. παράγραφο 4.5).
Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών, είτε ο ρυθμός της έγχυσης θα πρέπει να μειώνεται είτε η έγχυση να διακόπτεται. Η απαιτούμενη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας.
Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κεφαλαλγία, έξαψη, ρίγη, μυαλγία, αναπνευστικός συριγμός, ταχυκαρδία, οσφυαλγία, ναυτία και υπόταση) μπορεί να σχετίζονται με τον ρυθμό έγχυσης. Πρέπει να ακολουθείται πιστά ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης που παρέχεται στην παράγραφο 4.2. Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται στενά και να παρακολουθούνται προσεκτικά για την εμφάνιση τυχόν συμπτωμάτων καθόλη τη διάρκεια της έγχυσης.
Ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν συχνότερα
• σε ασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη για πρώτη φορά ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν το προϊόν με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη υποκαθίσταται ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση
• σε ασθενείς με ενεργή λοίμωξη ή υποκείμενη χρόνια φλεγμονή Υπερευαισθησία Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι σπάνιες.
Μπορεί να αναπτυχθεί αναφυλαξία σε ασθενείς
• με μη ανιχνεύσιμη IgA, οι οποίοι έχουν αντισώματα αντι-IgA
• στους οποίους είχε γίνει ανεκτή η προηγούμενη θεραπεία με ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη Σε περίπτωση καταπληξίας, θα πρέπει να εφαρμόζεται η συνήθης ιατρική φροντίδα για την καταπληξία.
Θρομβοεμβολή Υπάρχει κλινική τεκμηρίωση για τη συσχέτιση μεταξύ της χορήγησης IVIg και θρομβοεμβολικών επεισοδίων όπως είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακή εγκεφαλική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου), πνευμονική εμβολή και εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση η οποία θεωρείται ότι σχετίζεται με τη σχετική αύξηση ιξώδους του αίματος μέσω της υψηλής εισροής ανοσοσφαιρίνης σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο. Προσοχή θα πρέπει να δίδεται στη συνταγογράφηση και έγχυση της IVIg σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως προχωρημένη ηλικία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης και ιστορικό αγγειακών νόσων ή θρομβωτικών επεισοδίων, ασθενείς με επίκτητες ή συγγενείς θρομβοφιλικές διαταραχές, ασθενείς σε παρατεταμένη περίοδο ακινησίας, σοβαρά υποογκαιμικούς ασθενείς και ασθενείς με νόσους που αυξάνουν το ιξώδες του αίματος).
Σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών ανεπιθύμητων ενεργειών, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη δόση που είναι πρακτικά δυνατό.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με IVIg. Στις περισσότερες περιπτώσεις αναγνωρίστηκαν παράγοντες κινδύνου, όπως προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδης
διαβήτης, υποογκαιμία, αυξημένο σωματικό βάρος, ταυτόχρονη χρήση άλλων νεφροτοξικών φαρμάκων ή ηλικία άνω των 65.
Οι νεφρικές παράμετροι θα πρέπει να αξιολογούνται πριν από την έγχυση IVIg, ιδιαίτερα σε ασθενείς που κρίνεται ότι διατρέχουν δυνητικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και η αξιολόγηση να επαναλαμβάνεται ξανά σε κατάλληλα διαστήματα. Σε ασθενείς με κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο πρακτικά δυνατό ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη πρακτικά δυνατή δόση.
Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης IVIg.
Παρά το γεγονός ότι αναφορές νεφρικής δυσλειτουργίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σχετίστηκαν με τη χρήση πολλών από τα εγκεκριμένα IVΙg προϊόντων που περιείχαν διάφορα έκδοχα όπως σακχαρόζη, γλυκόζη και μαλτόζη, αυτά που περιείχαν σακχαρόζη ως σταθεροποιητή θεωρήθηκαν υπεύθυνα για ένα δυσανάλογο μερίδιο του συνολικού αριθμού. Σε ασθενείς με κίνδυνο, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης προϊόντων IVIg που δεν περιέχουν αυτά τα έκδοχα. Το Intratect 100 g/l δεν περιέχει σακχαρόζη, μαλτόζη ή γλυκόζη.
Σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας (ΑΜS)
Έχουν υπάρξει αναφορές εμφάνισης ΑΜS σε συνδυασμό με τη θεραπεία IVIg.
Το σύνδρομο ξεκινά συνήθως μέσα σε διάστημα λίγων ωρών έως και 2 ημερών μετά τη θεραπεία IVIg. Μελέτες σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) είναι συχνά θετικές με πλειοκυττάρωση που φθάνει έως και αρκετές χιλιάδες κύτταρα ανά mm3, κυρίως από την κοκκιοκυτταρική σειρά και αυξημένα επίπεδα πρωτεΐνης έως και αρκετές εκατοντάδες mg/dl.
Το σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας μπορεί να συμβεί συχνότερα μαζί με θεραπεία IVIg υψηλής δόσης (2 g/kg).
Οι ασθενείς που παρουσιάζουν τέτοια σημεία και συμπτώματα θα πρέπει να υποβάλλονται σε ενδελεχή νευρολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένων μελετών ΕΝΥ, προκειμένου να αποκλείονται άλλα αίτια πρόκλησης μηνιγγίτιδας.
Η διακοπή της θεραπείας IVIg οδήγησε σε υποχώρηση του AMS εντός λίγων ημερών χωρίς επακόλουθα.
Αιμολυτική αναιμία Τα προϊόντα IVIg μπορεί να περιέχουν αντισώματα ομάδων αίματος, τα οποία ενδέχεται να δράσουν ως αιμολυσίνες και να επιφέρουν in vivo επίστρωση των ερυθροκυττάρων (RBC) με ανοσοσφαιρίνη, προκαλώντας έτσι μία θετική, άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) και, σπάνια, αιμόλυση. Η αιμολυτική αναιμία μπορεί να αναπτυχθεί επακόλουθα της θεραπείας με IVIg λόγω αυξημένης απολυματοποίησης των RBC. Οι λήπτες IVIg θα πρέπει να παρακολουθούνται ως προς κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης (βλ. παράγραφο 4.8).
Ουδετεροπενία/Λευκοπενία Παροδική μείωση του αριθμού ουδετερόφιλων και/ή επεισόδια ουδετεροπενίας, ορισμένες φορές βαριά, έχουν αναφερθεί μετά τη θεραπεία με IVIg. Αυτό συνήθως συμβαίνει εντός μερικών ωρών ή ημερών από τη χορήγηση της IVIg και υποχωρεί αυτόματα εντός 7 έως 14 ημερών.
Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)
Σε ασθενείς που λαμβάνουν IVIg, έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές οξέος μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος [Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)]. Η TRALI χαρακτηρίζεται από βαριά υποξία, δύσπνοια, ταχύπνοια, κυάνωση, πυρετό και υπόταση. Τα συμπτώματα της TRALI αναπτύσσονται συνήθως κατά τη διάρκεια μιας μετάγγισης ή εντός 6 ωρών μετά από την μετάγγιση, συχνά εντός 1-2 ωρών. Ως εκ τούτου, οι λήπτες IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών και, σε αντίστοιχη περίπτωση, η έγχυση της IVIg θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Η TRALI είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση που απαιτεί άμεση διαχείριση στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες Μετά τη χορήγηση ανοσοσφαιρίνης, η παροδική αύξηση των διαφόρων, παθητικά μεταφερθέντων αντισωμάτων στο αίμα του ασθενούς μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων σε ορολογικές δοκιμασίες.
Η παθητική μετάδοση αντισωμάτων στα αντιγόνα ερυθροκυττάρων, π.χ. A, B, D μπορεί να προκαλέσει παρεμβολή σε κάποιες ορολογικές δοκιμασίες για ερυθροκυτταρικά αντισώματα, όπως για παράδειγμα στην άμεση εξέταση αντισφαιρίνης (DAT, άμεση δοκιμασία Coombs).
Μεταδιδόμενοι παράγοντες Συγκεκριμένα μέτρα για την πρόληψη μολύνσεων που οφείλονται στη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των ατομικών προσφορών και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοίμωξης και την εφαρμογή αποτελεσματικών σταδίων κατά την παραγωγή για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση των ιών. Παρόλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα της μετάδοσης μολυσματικών παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως. Αυτό επίσης ισχύει και για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς ή άλλους παθογόνους παράγοντες.
Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται επαρκή για ελυτροφόρους ιούς, όπως o ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HBV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV). Τα μέτρα που λαμβάνονται μπορεί να είναι περιορισμένης αποτελεσματικότητας για μη-ελυτροφόρους ιούς, όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α (HΑV)
και ο παρβοϊός Β19.
Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με τη μη μετάδοση του HΑV ή του παρβοϊού Β19 με ανοσοσφαιρίνες και θεωρείται επίσης ότι τα περιεχόμενα αντισώματα συνεισφέρουν σημαντικά στην ασφάλεια κατά των ιών.
Οι ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση που αναφέρονται για τους ενήλικες πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη για τον παιδιατρικό πληθυσμό.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης Εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών Η χορήγηση ανοσοσφαιρίνης μπορεί να επηρεάσει για μια περίοδο τουλάχιστον 6 εβδομάδων και μέχρι 3 μήνες τη δραστικότητα των εμβολίων από ζώντες εξασθενημένους ιούς, όπως της ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας και της ανεμευλογιάς.
Μετά τη χορήγηση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα 3 μηνών πριν τον εμβολιασμό με εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών. Στην περίπτωση της ιλαράς, αυτή η επίδραση μπορεί να επιμείνει για μέχρι και 1
χρόνο. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς που λαμβάνουν εμβόλιο για την ιλαρά θα πρέπει να ελέγχουν την κατάσταση των αντισωμάτων τους.
Διουρητικά της αγκύλης Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης διουρητικών της αγκύλης.
Αναμένεται ότι η ίδια αλληλεπίδραση που αναφέρεται για τους ενήλικες μπορεί επίσης να εμφανιστεί στον παιδιατρικό πληθυσμό.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η ασφάλεια της χρήσης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στον άνθρωπο κατά την κύηση δεν έχει αποδειχθεί με ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και κατά συνέπεια θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε έγκυες γυναίκες. Έχει καταδειχθεί ότι τα προϊόντα IVIg διαπερνούν τον πλακούντα, ιδιαίτερα κατά το τρίτο τρίμηνο. Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες, υποδεικνύει ότι δεν αναμένονται βλαβερές επιπτώσεις για την πορεία της εγκυμοσύνης, ή για το έμβρυο και το νεογνό.
Θηλασμός Η ασφάλεια της χρήσης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στον άνθρωπο κατά την κύηση δεν έχει τεκμηριωθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και κατά συνέπεια θα πρέπει να δίνεται με προσοχή σε θηλάζουσες μητέρες. Οι ανοσοσφαιρίνες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν αναμένονται αρνητικές επιδράσεις σε θηλάζοντα νεογνά/βρέφη.
Γονιμότητα Η κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδεικνύει ότι δεν πρέπει να αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Intratect 100 g/l έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπιθύμητες αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιμένουν ώσπου αυτές να υποχωρήσουν πλήρως προτού οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες (με φθίνουσα συχνότητα) περιλαμβάνουν (βλ. επίσης παράγραφο 4.4):
• ρίγη, κεφαλαλγία, ζάλη, πυρετός, έμετος, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, αρθραλγία, χαμηλή αρτηριακή πίεση και μέτριου βαθμού οσφυαλγία
• αναστρέψιμες αιμολυτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ομάδες αίματος Α, Β και ΑΒ και (σπανίως) αιμολυτική αναιμία που απαιτεί μετάγγιση
• (σπανίως) ξαφνική πτώση της αρτηριακής πίεσης και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αναφυλακτική καταπληξία, ακόμη και εάν ο ασθενής δεν έχει εμφανίσει υπερευαισθησία σε προηγούμενη χορήγηση
• (σπανίως) παροδικές δερματικές αντιδράσεις (μεταξύ άλλων δερματικός ερυθηματώδης λύκος - συχνότητα μη γνωστή)
• (πολύ σπάνια) θρομβοεμβολικές αντιδράσεις, όπως έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
• περιπτώσεις αναστρέψιμης άσηπτης μηνιγγίτιδας
• περιπτώσεις αυξημένων επιπέδων κρεατινίνης ορού και/ή εμφάνιση οξείας νεφρικής ανεπάρκειας
• περιπτώσεις οξείας πνευμονικής βλάβης σχετιζόμενης με μετάγγιση (TRALI)
Για πληροφορίες ασφάλειας σχετικά με τους μεταδιδόμενους παράγοντες, βλ.
παράγραφο 4.4.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Πιθανολογούμενες Ανεπιθύμητες Ενέργειες στο Φάρμακο που αναφέρθηκαν σε ολοκληρωμένες κλινικές δοκιμές:
Έχουν πραγματοποιηθεί τρεις κλινικές μελέτες με το Intratect (50 g/l): δύο σε ασθενείς με πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες (ΠΑΑ) και μία σε ασθενείς με άνοση θρομβοπενική πορφύρα (ΑΘΠ). Στις δυο μελέτες ασθενών με ΠΑΑ, χορηγήθηκε θεραπευτική αγωγή με το Intratect (50 g/l) σε συνολικά 68 ασθενείς και έγινε αξιολόγηση ασφαλείας. Η περίοδος θεραπείας ήταν 6 και 12 μήνες αντιστοίχως. Στη μελέτη σε ασθενείς με ΑΘΠ συμμετείχαν 24 ασθενείς.
Αυτοί οι 92 ασθενείς έλαβαν συνολικά 830 εγχύσεις του Intratect (50 g/l), από τις οποίες αναφέρθηκαν συνολικά 51 ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (ΑΕΦ).
Μία κλινική μελέτη έχει πραγματοποιηθεί με το Intratect 100 g/l σε ασθενείς με ΠΑΑ.
30 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Intratect 100 g/l για διάστημα 3 έως 6 μηνών και αξιολογήθηκαν ως προς την ασφάλεια. Αυτοί οι 30 ασθενείς έλαβαν συνολικά 165 εγχύσεις του Intratect 100 g/l, από τις οποίες συνολικά 19 εγχύσεις (11,5%) σχετίστηκαν με ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (ΑΕΦ).
Η πλειοψηφία αυτών των ΑΕΦ ήταν ήπιας έως μέτριας μορφής και αυτοπεριοριζόμενες.
Κατά τη διάρκεια των μελετών δεν παρατηρήθηκε σοβαρή ΑΕΦ.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζεται σύμφωνα με την ταξινόμηση οργάνου συστήματος MedDRA (SOC και Προτιμώμενο Επίπεδο Όρου).
Οι συχνότητες έχουν αξιολογηθεί σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Συχνότητα εμφάνισης Ανεπιθύμητων Ενεργειών στο Φάρμακο (ΑΕΦ) σε κλινικές μελέτες με το Intratect (50 g/l), ενδείξεις ΠΑΑ και ΑΘΠ (Οι συχνότητες υπολογίζονται ανά εγχύσεις που χορηγήθηκαν (n = 830) και ασθενείς που έλαβαν θεραπεία (n = 92) αντίστοιχα.)
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA (SOC) | Ανεπιθύμητη ενέργεια (Προτιμώμενος όρος κατά MedDRA (PT)) | Συχνότητα με βάση τις εγχύσεις που χορηγήθηκαν (n = 830) | Συχνότητα με βάση τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία (n = 92) |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Αιμόλυση (ήπια) | Όχι συχνές | Συχνές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Δυσγευσία | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση, επιφανειακή θρομβοφλεβίτιδα | Όχι συχνές | Συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, έμετος, γαστρεντερικό άλγος | Όχι συχνές | Συχνές |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Βλατιδώδες εξάνθημα | Όχι συχνές | Συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία | Συχνές | Πολύ συχνές |
| Ρίγος, αίσθημα θερμότητας | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση της θερμοκρασίας σώματος, θετικός έλεγχος Coombs (άμεσος και έμμεσος) | Όχι συχνές | Συχνές |
Συχνότητα εμφάνισης Ανεπιθύμητων Ενεργειών στο Φάρμακο (ΑΕΦ) σε μία κλινική μελέτη με το Intratect 100 g/l, ένδειξη ΠΑΑ (Οι συχνότητες υπολογίζονται ανά εγχύσεις που χορηγήθηκαν (n = 165) και ασθενείς που έλαβαν θεραπεία (n = 30) αντίστοιχα.)
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA (SOC) | Ανεπιθύμητη ενέργεια (Προτιμώμενος όρος κατά MedDRA (PT)) | Συχνότητα με βάση τις εγχύσεις που χορηγήθηκαν (n = 165) | Συχνότητα με βάση τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία (n = 30) |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση | Συχνές | Συχνές |
| Υπερευαισθησία | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Συχνές | Συχνές |
| Αισθητηριακή διαταραχή | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Καρδιακές διαταραχές | Αίσθημα παλμών | Συχνές | Συχνές |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπεραιμία, υπέρταση | Όχι συχνές | Συχνές |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια, κοιλιακό άλγος | Όχι συχνές | Συχνές |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματικό άλγος, εξάνθημα | Όχι συχνές | Συχνές |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, ραχιαλγία, άλγος οστών | Συχνές | Συχνές |
| Μυαλγία | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Δυσφορία | Συχνές | Πολύ Συχνές |
| Κόπωση, ρίγη, υποθερμία | Όχι Συχνές | Όχι συχνές |
Λεπτομέρειες για επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες από αυθόρμητες αναφορές:
Συχνότητα: μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Καρδιακές διαταραχές: Στηθάγχη Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: Ρίγη Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αναφυλακτικό σοκ, αλλεργική αντίδραση Παρακλινικές εξετάσεις: Μείωση της αρτηριακής πίεσης Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Οσφυαλγία Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου: Δύσπνοια NOS (μη προσδιοριζόμενη αλλιώς)
Αγγειακές διαταραχές: Καταπληξία Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Λευκοπενία Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Οι αναφερθείσες ανεπιθύμητες αντιδράσεις για το Intratect βρίσκονται στο αναμενόμενο προφίλ για ανθρώπινες φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες.
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό αναμένονται να είναι παρόμοιες με εκείνες των ενηλίκων.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 032040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
H λήψη υπερβολικής δόσης μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση υγρών (fluid overload) και αύξηση του ιξώδους, ιδιαίτερα σε ασθενείς με κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων βρεφών, ηλικιωμένων ασθενών ή ασθενών με καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοοροί και ανοσοσφαιρίνες: ανοσοσφαιρίνη, φυσιολογική ανθρώπινη για ενδοαγγειακή χορήγηση, κωδικός ATC: J06BA02 H ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει κυρίως ανοσοσφαιρίνη G (IgG) με ένα ευρύ φάσμα αντισωμάτων έναντι λοιμογόνων παραγόντων.
Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη περιέχει αντισώματα IgG που υπάρχουν στον κανονικό πληθυσμό. Παρασκευάζεται συνήθως από δεξαμενές πλάσματος προερχόμενο από όχι λιγότερο από 1.000 αιμοδότες. Η κατανομή του σε υποομάδες ανοσοσφαιρίνης G είναι σχεδόν αναλογική με αυτή του φυσικού ανθρώπινου πλάσματος. Ενδεδειγμένες δόσεις αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος μπορούν να αποκαταστήσουν ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα ανοσοσφαιρίνης G στο φυσιολογικό εύρος.
Ο μηχανισμός δράσης σε ενδείξεις άλλες από την θεραπεία υποκατάστασης δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως αλλά περιλαμβάνει ανοσοτροποποιητικές δράσεις.
Οι φαρμακοδυναμικές ιδιότητες στον παιδιατρικό πληθυσμό αναμένονται να είναι οι ίδιες όπως και στους ενήλικες
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η ανθρώπινη φυσιολογική ανοσοσφαιρίνη είναι άμεσα και πλήρως βιοδιαθέσιμη στην κυκλοφορία αίματος του λήπτη μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Κατανομή Κατανέμεται σχετικά γρήγορα μεταξύ του πλάσματος και του εξωαγγειακού υγρού, το ισοζύγιο μεταξύ του ενδο- και εξωαγγειακού χώρου επιτυγχάνεται μετά από 3-5 ημέρες περίπου.
Αποβολή Το Intratect 100 g/l έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 34 ημέρες. O χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή, ιδίως σε πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες.
Η IgG και τα σύμπλοκα της IgG διασπώνται στα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι ανοσοσφαιρίνες αποτελούν φυσιολογικά συστατικά του ανθρωπίνου σώματος. Οι έλεγχοι τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης και οι μελέτες εμβρυοτοξικότητας είναι ανέφικτες λόγω της επαγωγής αντισωμάτων και της παρέμβασης στη δράση τους.
Η επίδραση του προϊόντος στο ανοσοποιητικό σύστημα του νεογνού δεν έχει μελετηθεί.
Δεδομένου ότι η κλινική εμπειρία δεν παρέχει καμιά ένδειξη ογκογόνου και μεταλλαξιογόνου δράσης των ανοσοσφαιρινών, οι πειραματικές μελέτες, ιδίως σε ετερόλογα είδη, δεν θεωρούνται απαραίτητες.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Γλυκίνη, ύδωρ για ενέσιμα.
6.2 Ασυμβατότητες
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, ή με οποιοδήποτε άλλο προϊόν IVIg.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια.
Μετά το πρώτο άνοιγμα του περιέκτη συνιστάται η άμεση χρήση του.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 ºC. Μην καταψύχετε.
Φυλάσσετε το φιαλίδιο στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
10 ml, ή 25 ml, ή 50 ml, ή 100 ml, ή 200 ml διαλύματος σε φιαλίδιο (Τύπου ΙΙ γυάλινο)
με πώμα (βρωμοβουτυλίου) και καπάκι (αλουμινίου).
Συσκευασία 1 φιαλιδίου με 10 ml, 25 ml, 50 ml, 100 ml ή 200 ml διαλύματος.
Συσκευασία 3 φιαλιδίων με 100 ml ή 200 ml διαλύματος.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
To προϊόν θα πρέπει να φέρεται σε θερμοκρασία δωματίου ή σώματος πριν από τη χρήση.
Το διάλυμα θα πρέπει να είναι διαυγές ή ελαφρώς οπαλίζον και άχρωμο έως υποκίτρινο. Διαλύματα που είναι θολά ή παρουσιάζουν ιζήματα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται.
Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Biotest Pharma GmbH Landsteinerstrasse 5 63303 Dreieich Γερμανία Τηλ.: +49 6103 801-0 Φαξ: +49 6103 801-150 Email: mail@biotest.com
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
116590/03-11-2022
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
17-05-2013/22-03-2017