ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ (S P C)
1. ΟNOMAΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
IREMOFAR 25 mg Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία IREMOFAR 10 mg/5 ml Πόσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 25 mg Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 25 mg υδροχλωρική υδροξυζίνη.
Έκδοχα με γνωστή δράση: λακτόζη.
Πόσιμο διάλυμα 10 mg/5ml Κάθε ml πόσιμου διαλύματος περιέχει 2 mg υδροχλωρική υδροξυζίνη.
Έκδοχα με γνωστή δράση: προπυλενογλυκόλη, σορβιτόλη, βενζοϊκό νάτριο και αιθανόλη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Πόσιμο διάλυμα.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις
Το IREMOFAR ενδείκνυται:
• Για βραχυχρόνια συμπτωματική αντιμετώπιση αγχωδών εκδηλώσεων, σε ενήλικες.
• Για τη συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού.
• Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Το IREMOFAR θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό διάστημα.
Ενήλικες
- Για τη βραχυχρόνια συμπτωματική αντιμετώπιση αγχωδών εκδηλώσεων:
50 mg (25 ml) ημερησίως διηρημένα σε τρεις μεμονωμένες χορηγήσεις των 12,5-12,5-25 mg (6,25 ml– 6,25 ml – 12,5 ml).
- Για συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού:
Δόση έναρξης 25 mg (12,5 ml) πριν από την ανάπαυση. Εάν κριθεί απαραίτητο μπορούν να δοθούν στη συνέχεια δόσεις μέχρι το ανώτερο 25 mg (12,5 ml), 3-4 φορές ημερησίως.
- Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή:
50-100 mg (25-50 ml) ημερησίως σε 1 έως 2 χορηγήσεις:
Εφάπαξ χορήγηση 1 ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί μία χορήγηση το βράδυ πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
Σε ενήλικες και παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 100 mg (50 ml).
Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά (από 12 μηνών)
Για τη συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού:
1 mg (0,5 ml)/kg σ.β. ημερησίως, αυξανόμενο αν είναι απαραίτητο μέχρι το ανώτερο 2 mg (1 ml)/kg σ.β. ημερησίως, σε διηρημένες δόσεις.
Παιδιά (από 30 μηνών)
Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή:
Εφάπαξ χορήγηση 1 mg (0,5 ml)/kg σ.β. μία ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί χορήγηση 1 mg (0,5 ml)/kg σ.β. τη νύχτα πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
Σε παιδιά σωματικού βάρους έως και 40 kg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2 mg (1 ml)/kg σ.β.
Σε παιδιά σωματικού βάρους άνω των 40 kg, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 100 mg (50 ml).
Ειδικός πληθυσμός Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται μέσα στα συνιστώμενα όρια δόσεων, ανάλογα με την απάντηση του ασθενούς στη θεραπεία.
• Ηλικιωμένοι Στους ηλικιωμένους συνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης.
Στους ηλικιωμένους, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 50 mg (25 ml) (βλ.
παράγραφο 4.4).
• Νεφρική δυσλειτουργία Η δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά ανεπάρκεια, λόγω μειωμένης αποβολής του μεταβολίτου σετιριζίνη.
• Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με δυσλειτουργία του ήπατος συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης κατά 33%.
Τρόπος χορήγησης Η ποσότητα του πόσιμου διαλύματος θα υπολογίζεται με μια σύριγγα των 10 ml, βαθμονομημένη ανά 0,25 ml, για από του στόματος
χορήγηση. Κάθε ml πόσιμου διαλύματος περιέχει 2 mg υδροχλωρικής υδροξυζίνης.
4.3. Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, στη σετιριζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης, στην αμινοφυλλίνη ή την αιθυλενοδιαμίνη.
- Ασθενείς που πάσχουν από πορφυρία.
- Ασθενείς με γνωστή επίκτητη ή συγγενή παράταση του διαστήματος QT. Ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, περιλαμβανομένης γνωστής καρδιαγγειακής νόσου, σημαντικής διαταραχής του ισοζυγίου ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), οικογενειακού ιστορικού αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, σημαντικής βραδυκαρδίας και ταυτόχρονης χρήσης φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes)
(βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
- Κύηση και θηλασμός (βλ. παράγραφο 4.6).
4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένη πιθανότητα για σπασμούς.
Τα παιδιά είναι πιθανότερο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) (βλ. παράγραφο 4.8). Σπασμοί έχουν αναφερθεί συχνότερα σε παιδιά παρά σε ενηλίκους.
Λόγω αντιχολινεργικών ιδιοτήτων, η υδροξυζίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη, απόφραξη εκροής ουροδόχου κύστης, μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, βαριά μυασθένεια ή άνοια.
Απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε σύγχρονη χορήγηση της υδροξυζίνης με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ ή αντιχολινεργικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4.5).
Η σύγχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος και υδροξυζίνης πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Παράταση του διαστήματος QT Η υδροξυζίνη έχει συσχετιστεί με παράταση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα. Κατά τη μετεγκριτική παρακολούθηση, έχουν υπάρξει περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) σε ασθενείς που λάμβαναν υδροξυζίνη. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς είχαν άλλους παράγοντες κινδύνου, διαταραχές των ηλεκτρολυτών και λάμβαναν ταυτόχρονα θεραπεία η οποία ενδέχεται να έχει συνεισφέρει (βλ. παράγραφο 4.8).
Η υδροξυζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό διάστημα.
Η θεραπεία με υδροξυζίνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα που ενδέχεται να συσχετίζονται με καρδιακή αρρυθμία και οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν αμέσως ιατρική φροντίδα.
Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η οδηγία να αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε καρδιακά συμπτώματα.
Ηλικιωμένοι Η υδροξυζίνη δεν συνιστάται σε ηλικιωμένους ασθενείς λόγω της μειωμένης αποβολής της υδροξυζίνης σε αυτόν τον πληθυσμό σε σύγκριση με τους ενήλικες και του μεγαλύτερου κινδύνου εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες)
(βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με δυσλειτουργία του ήπατος ή με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια συνιστάται ελάττωση της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2).
Το IREMOFAR Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχει λακτόζη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το IREMOFAR Πόσιμο διάλυμα περιέχει προπυλενογλυκόλη, σορβιτόλη, βενζοϊκό νάτριο, αιθανόλη και νάτριο Προπυλενογλυκόλη: Αυτό το φάρμακο περιέχει 100 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε ml.
Σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών απαιτείται προσοχή καθώς μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα εάν χορηγούνται κι άλλα φάρμακα που περιέχουν προπυλενογλυκόλη ή αλκοόλη.
Ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι η προπυλενογλυκόλη προκαλεί τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα ή στην ανάπτυξη, σε ζώα ή σε ανθρώπους, μπορεί να περάσει στο έμβρυο και έχει βρεθεί στο γάλα.
Συνεπώς η χορήγηση προπυλενογλυκόλης στις έγκυες ή σε ασθενείς που θηλάζουν, πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση.
Ιατρική παρακολούθηση απαιτείται στους ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία διότι διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αποδίδονται στην προπυλενογλυκόλη έχουν αναφερθεί, όπως νεφρική δυσλειτουργία (οξεία σωληναριακή νέκρωση), οξεία νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία.
Σορβιτόλη: Αυτό το φάρμακο περιέχει 400 mg σορβιτόλης σε κάθε ml.
Ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν πρέπει να πάρουν/ή να τους χορηγηθεί αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Η σορβιτόλη μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική δυσφορία και ήπια ηπακτική δράση. Η αθροιστική επίδραση της ταυτόχρονης χορήγησης προϊόντων που περιέχουν σορβιτόλη (ή φρουκτόζη) και με την διατροφή λήψη σορβιτόλης (ή φρουκτόζης) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Η ποσότητα της σορβιτόλης στα από στόματος φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα άλλων από στόματος φαρμακευτικών προϊόντων, που χορηγούνται ταυτόχρονα.
Λόγω παρουσίας της σορβιτόλης, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο Βενζοϊκό νάτριο: Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,3 mg βενζοϊκού οξέος/βενζοϊκού νατρίου σε κάθε ml.
To βενζοϊκό οξύ/βενζοϊκό νάτριο μπορεί να αυξήσει τον ίκτερου (κίτρινη χρώση του δέρματος και των ματιών) σε νεογέννητα βρέφη (μέχρι 4 εβδομάδων).
Αιθανόλη: Αυτό το φάρμακο περιέχει 1 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε ml. Η ποσότητα ανά 50 ml αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με λιγότερο ανά 1,25 ml μπύρας ή 0,5 ml κρασιού.
Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
Νάτριο: Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης Η σύγχρονη χορήγηση της υδροξυζίνης με κατασταλτικά του ΚΝΣ και αντιχολινεργικά ενισχύει τη δράση των φαρμάκων αυτών και επιβάλλει την εξατομίκευση και προσαρμογή της δοσολογίας.
Το οινόπνευμα ενισχύει τη δράση της υδροξυζίνης.
Η υδροξυζίνη ανταγωνίζεται τη δράση της β-ιστίνης και των αναστολέων της χολινεστεράσης.
Επιβάλλεται η διακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και την πρόκληση βρογχόσπασμου με μεταχολίνη, για να αποφευχθεί ο επηρεασμός των αποτελεσμάτων αυτών των δοκιμασιών.
Η χορήγηση της υδροξυζίνης σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης πρέπει να αποφεύγεται.
Η υδροξυζίνη εμποδίζει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης η οποία προκαλείται από την αδρεναλίνη. Στους αρουραίους ανταγωνίζεται την αντισπασμωδική δράση της φαινυτοΐνης.
Η σιμετιδίνη σε δόση 600 mg x 2 ημερησίως αυξάνει τις συγκεντρώσεις της υδροξυζίνης στον ορό του αίματος κατά 36%, ενώ ελαττώνει κατά 20% τις μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτου σετιριζίνη.
Η υδροξυζίνη είναι αναστολέας του κυτοχρώματος CYP2D6 και μπορεί σε μεγάλες δόσεις να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις με τα υποστρώματα του CYP2D6.
Η υδροξυζίνη σε συγκέντρωση 100 μΜ δεν αναστέλλει τις ισομορφές 1Α1 και 1Α6 της UDP-γλυκουρονυλτρανσφεράσης στα μικροσώματα του
ανθρώπινου ήπατος. Αναστέλλει όμως τις ισομορφές 2C9, 2C19 και 34A του κυτοχρώματος P450 σε συγκεντρώσεις (IC 50) από 103 μέχρι 140 μΜ, που αντιστοιχούν σε 46 μέχρι 52 μg/ml. Οι τιμές αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Επομένως είναι απίθανο να επηρεάζει η υδροξυζίνη τον μεταβολισμό φαρμάκων, τα οποία αποτελούν υπόστρωμα για αυτά τα ένζυμα.
Η σετιριζίνη, μεταβολίτης της υδροξυζίνης, σε συγκέντρωση 100 μΜ, δεν αναστέλλει το κυτόχρωμα P450 (1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3Α4) του ανθρώπινου ήπατος ή τις ισομορφές της UDP- γλυκουρονυλτρανσφεράσης.
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται Η συγχορήγηση της υδροξυζίνης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT και/ή επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Torsade de Pointes) π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας IA (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) και III (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη), με ορισμένα αντιισταμινικά, με ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ.
αλοπεριδόλη), με ορισμένα αντικαταθλιπτικά (π.χ. σιταλοπράμη, εσιταλοπράμη), με ορισμένα ανθελονοσιακά (π.χ. μεφλοκίνη και υδροξυχλωροκίνη), με ορισμένα αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη), με ορισμένους αντιμυκητιασικούς παράγοντες (π.χ. πενταμιδίνη), με ορισμένα φάρμακα για το γαστρεντερικό (π.χ. προυκαλοπρίδη), με ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον καρκίνο (π.χ. τορεμιφαίνη, βανδετανίμπη) ή με μεθαδόνη, αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακής αρρυθμίας. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή στη χρήση Απαιτείται προσοχή με τα φάρμακα που επάγουν βραδυκαρδία και υποκαλιαιμία.
Καθώς η υδροξυζίνη μεταβολίζεται από την αλκοολική αφυδρογονάση και το CYP3A4/5, μπορεί να αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεων της
υδροξυζίνης στο αίμα όταν συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι ισχυροί αναστολείς αυτών των ενζύμων.
Επειδή η υδροξυζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, μπορεί να αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεών της στο αίμα, όταν συγχορηγηθεί με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι ισχυροί αναστολείς την ηπατικών ενζύμων. Εντούτοις, όταν αναστέλλεται μία μόνο μεταβολική οδός, αυτή μπορεί να αντισταθμίζεται εν μέρει από την άλλη μεταβολική οδό.
4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άντρες και γυναίκες Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να πάρουν επαρκή αντισυλληπτικά μέτρα για να αποκλείσουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υδροξυζίνη.
Κύηση Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική λειτουργία.
Η υδροξυζίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα προκαλώντας υψηλότερες συγκεντρώσεις στο έμβρυο από ότι στη μητέρα.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση στο φάρμακο κατά τη διάρκεια της κύησης.
Τοκετός Σε νεογνά των οποίων οι μητέρες έλαβαν υδροξυζίνη κατά το τέλος της κύησης ή/και κατά τον τοκετό, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα συμπτώματα αμέσως ή λίγες μόνο ώρες μετά τη γέννηση: υποτονία, κινητικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών διαταραχών, κλονικούς σπασμούς, καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, νεογνική υποξία ή επίσχεση ούρων.
Δια τούτο η υδροξυζίνη δεν πρέπει να χορηγείται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και κατά τον τοκετό.
Θηλασμός Η σετιριζίνη, ο κύριος μεταβολίτης της υδροξυζίνης, απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Αν και δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες μελέτες όσον αφορά την απέκκριση της υδροξυζίνης στο ανθρώπινο γάλα, παρατηρήθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα θηλάζοντα νεογέννητα / βρέφη μητέρων, που ελάμβαναν θεραπεία με υδροξυζίνη.
Επομένως, η υδροξυζίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Ο θηλασμός πρέπει να σταματήσει εάν η χορήγηση της υδροξυζίνης κρίνεται απαραίτητη.
Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα στον άνθρωπο.
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της υδροχλωρικής υδροξυζίνης στη γονιμότητα.
4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Η υδροξυζίνη μπορεί να προκαλέσει κόπωση, ζάλη, καταστολή, οπτικές διαταραχές και συνεπώς μπορεί να έχει μέτρια έως σημαντική επίδραση στην ικανότητα αντίδρασης και συγκέντρωσης, ιδίως σε υψηλότερες δόσεις ή/και εάν λαμβάνεται ταυτόχρονα με οινόπνευμα ή με κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται για αυτήν την πιθανότητα και να είναι ενήμεροι ότι απαιτείται προσοχή στην οδήγηση ή στον χειρισμό μηχανημάτων.
Σύγχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος ή άλλων κατασταλτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος με την υδροξυζίνη πρέπει να αποφεύγεται, επειδή επιδεινώνει αυτές τις καταστάσεις.
4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες
A. Κλινικές δοκιμές
• Σύνοψη
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται κυρίως με την κατασταλτική δράση της υδροξυζίνης επί του ΚΝΣ ή την παράδοξη διέγερση του ΚΝ, με την αντιχολινεργική δράση ή με αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
• Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά Κατηγορία/Οργανικό σύστημα και ανά εκτιμώμενη συχνότητα. Εκτιμώμενη συχνότητά: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000) έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης: Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται οι ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρονται σε ποσοστό τουλάχιστον 1% των ασθενών που έλαβαν υδροξυζίνη, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές, στις οποίες εισήχθησαν 735 ασθενείς, που είχαν εκτεθεί στην υδροξυζίνη και έλαβαν έως και 50 mg ημερησίως και 630 ασθενείς, που είχαν εκτεθεί σε εικονικό φάρμακο.
| Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα (% των AE ) Υδροξυζίνη | Συχνότητα (% των AE) Εικονικό Φάρμακο |
|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||
| Υπνηλία | Πολύ συχνή (13,74) | Συχνή (2,70) |
| Κεφαλαλγία | Συχνή (1,63) | Συχνή (1,90) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | ||
| Κόπωση | Συχνή (1,36) | Όχι συχνή (0,63) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | ||
| Ξηροστομία | Συχνή (1,22) | Όχι συχνή (0,63) |
Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με τη σετιριζίνη, τον κύριο μεταβολίτη της υδροξυζίνης: θρομβοπενία, επιθετικότητα, κατάθλιψη, τικ, δυστονία, παραισθησία, κρίση
περιστροφής οφθαλμικών βολβών, διάρροια, δυσουρία, ενούρηση, εξασθένιση, οίδημα, σωματικό βάρος αυξημένο και μπορούσαν εν δυνάμει να παρατηρηθούν με την υδροξυζίνη.
B. Εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά Επιπλέον των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών και οι οποίες παρατίθενται πιο πάνω, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Δεν είναι πάντα δυνατόν να εκτιμηθεί αξιόπιστα η συχνότητα εμφάνισής τους στον πληθυσμό υπό θεραπεία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία, αναφυλακτικό σόκ Ψυχιατρικές διαταραχές Διέγερση, σύγχυση, αποπροσανατολισμός, παραισθήσεις Διαταραχές του νευρικού συστήματος Καταστολή, ζάλη, αϋπνία, τρόμος, σπασμός, δυσκινησία, απώλεια συνείδησης (συγκοπή)
Οφθαλμικές διαταραχές Διαταραχές προσαρμογής, θάμβος οράσεως Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία, κοιλιακές αρρυθμίες (π.χ. κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου), παράταση του διαστήματος QT (βλ. παράγραφο 4.4).
Αγγειακές διαταραχές Υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Βρογχόσπασμος.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Ναυτία, Δυσκοιλιότητα, έμετος Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες, ηπατίτιδα Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός, ερυθηματώδες εξάνθημα ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημα, κνίδωση, δερματίτιδα, φυσαλιδώδεις καταστάσεις (για παράδειγμα σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πεμφιγοειδές, πολύμορφο ερύθημα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση), αγγειονευρωτικό οίδημα, τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα, αυξημένη εφίδρωση.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Κατακράτηση ούρων Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κακουχία, πυρεξία Παρακλινικές εξετάσεις Αύξηση βάρους (μη γνωστή συχνότητα)
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους
επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:
http://www.eof.gr
4.9. Υπερδοσολογία
Τα συμπτώματα που παρατηρούνται μετά από μια σημαντική υπερδοσολογία υδροξυζίνης σχετίζονται κυρίως με υπερβολική αντιχολινεργική δράση, καταστολή του ΚΝΣ ή παράδοξη διέγερση του ΚΝΣ. Περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, ταχυκαρδία, πυρεξία, υπνηλία, διαταραχή του αντανακλαστικού της κόρης του οφθαλμού, τρόμο, σύγχυση ή παραισθήσεις.
Ενδέχεται να ακολουθήσουν ελάττωση του επιπέδου συνείδησης, καταστολή της αναπνοής, σπασμοί, υπόταση ή καρδιακή αρρυθμία συμπεριλαμβανομένης βραδυκαρδίας. Ακολούθως μπορεί να επέλθουν βαθύτερο κώμα και καρδιοαναπνευστική κατέρειψη.
Επιβάλλεται ο προσεκτικός έλεγχος των αεραγωγών, της αναπνοής και της κυκλοφορίας με συνεχή ΗΚΓ καταγραφή και θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη παροχή οξυγόνου. Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας και της αρτηριακής πίεσης συνεχίζεται μέχρις ότου ο ασθενής παραμείνει ελεύθερος συμπτωμάτων για 24 ώρες.
Ασθενείς με διαταραχή της νοητικής λειτουργίας πρέπει να ελέγχονται για ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων ή οινοπνεύματος και πρέπει να τους χορηγείται οξυγόνο, ναλοξόνη, γλυκόζη και θειαμίνη εάν κρίνεται αναγκαίο.
Εάν χρειάζεται αγγειοκινητικό φάρμακο, χρησιμοποιείται νορεπινεφρίνη ή μεταραμινόλη. Δεν πρέπει να γίνει χρήση επινεφρίνης.
Δεν πρέπει να χορηγείται σιρόπι ιπεκακουάνας σε ασθενείς με συμπτώματα ή σε εκείνους που ενδέχεται να εμφανίσουν λήθαργο, κώμα ή σπασμούς, επειδή υπάρχει κίνδυνος πνευμονίας από αναρρόφηση.
Συνιστάται πλύση στομάχου έπειτα από ενδοτραχειακή διασωλήνωση, εφόσον έχει λάβει από το στόμα κλινικώς σημαντική ποσότητα φαρμάκου. Ενεργοποιημένος άνθρακας μπορεί να εισαχθεί στο στομάχι, αν και η αποτελεσματικότητά του δεν υποστηρίζεται από επαρκή δεδομένα.
Η χρησιμότητα της αιμοδιύλισης αμφισβητείται.
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.
Βιβλιογραφικά δεδομένα δείχνουν ότι σε περίπτωση σοβαρών απειλητικών για τη ζωή και παρατεταμένων αντιχολινεργικών εκδηλώσεων που δεν ανταποκρίνονται σε άλλα φάρμακα, μια δοκιμαστική θεραπευτική δόση φυσοστιγμίνης μπορεί να είναι χρήσιμη.
Η φυσοστιγμίνη δεν πρέπει να χορηγηθεί μόνο για να κρατηθεί ο ασθενής σε εγρήγορση. Εάν ο ασθενής έχει λάβει ταυτόχρονα κυκλικά αντικαταθλιπτικά, η χρήση φυσοστιγμίνης μπορεί να επιφέρει σπασμούς και μη ανατάξιμη καρδιακή παύση. Επίσης, αποφύγετε τη φυσοστιγμίνη σε ασθενείς με διαταραχή της καρδιακής αγωγιμότητας.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγωγα διφαινυλομεθανίου, κωδικός ATC: N05BB01 Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας.
Το δραστικό συστατικό του, η υδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη ρεσερπίνη, τη μεπροβαμάτη ή τις βενζοδιαζεπίνες.
Μηχανισμός δράσης Η υδροχλωρική υδροξυζίνη δεν καταστέλλει τον εγκεφαλικό φλοιό, η δράση της οφείλεται σε καταστολή της δραστηριότητας ορισμένων σημαντικών κέντρων στην υποφλοϊική περιοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Υπάρχουν πειραματικές αποδείξεις και κλινική επιβεβαίωση της αντιισταμινικής και βρογχοδιασταλτικής δράσης της υδροξυζίνης. Έχει επίσης αποδειχθεί η αντιεμετική δράση της, τόσο με τη δοκιμασία της απομορφίνης όσο και με το τεστ του veriloid. Φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η υδροξυζίνη σε θεραπευτική δόση δεν αυξάνει τη γαστρική έκκριση ή την οξύτητα, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ήπια αντιεκκριτική δραστηριότητα. Έχει αποδειχθεί τόσο σε υγιείς ενηλίκους όσο και σε παιδιά ελάττωση των αντιδράσεων πομφού και ερυθήματος, που προκαλούνται από ενδοδερμική ένεση ισταμίνης ή αντιγόνων. Η υδροξυζίνη έχει επίσης δείξει την αποτελεσματικότητά της στην ανακούφιση από τον κνησμό, που οφείλεται σε διάφορες μορφές κνίδωσης, εκζέματος και δερματίτιδας.
Σε περίπτωση διαταραχής των ηπατικών λειτουργιών, η αντιισταμινική δράση εφάπαξ δόσης υδροξυζίνης μπορεί να παραταθεί μέχρι 96 ώρες από τη λήψη.
Ηλεκτροεγκεφαλικές καταγραφές σε υγιείς εθελοντές τεκμηριώνουν την αγχολυτική-πραϋντική εικόνα της υδροξυζίνης. Η αγχολυτική δράση επιβεβαιώθηκε σε ασθενείς με τη χρήση διάφορων κλασικών ψυχομετρικών δοκιμασιών. Πολλαπλές καταγραφές στο κατ’ άλλους υπνογράφημα ασθενών με άγχος και αϋπνία απέδειξαν αύξηση του ολικού χρόνου ύπνου, ελάττωση του ολικού χρόνου των νυχτερινών αφυπνίσεων και ελάττωση του λανθάνοντος χρόνου επέλευσης του ύπνου, τόσο έπειτα από εφάπαξ δόση όσο και έπειτα από επαναλαμβανόμενες δόσεις 50mg.
Ελάττωση της μυϊκής τάσης διαπιστώθηκε σε αγχώδεις ασθενείς με ημερήσια δόση 3 χ 50 mg. Δεν διαπιστώθηκε έκπτωση της μνήμης. Δεν εμφανίστηκαν συμπτώματα και σημεία απόσυρσης σε αγχώδεις ασθενείς έπειτα από θεραπεία 4 εβδομάδων.
Έναρξη δράσης
Η αντιισταμινική δράση αρχίζει περίπου έπειτα από 1 ώρα με τις από του στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές. Το κατασταλτικό αποτέλεσμα αρχίζει έπειτα από 5-10 λεπτά με τις από του στόματος υγρές μορφές και έπειτα από 30-45 λεπτά με τα δισκία.
Η υδροξυζίνη εμφανίζει επίσης σπασμολυτική και συμπαθολυτική δράση. Εμφανίζει μικρού βαθμού συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς και ήπια αναλγητική δραστηριότητα.
5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση από το στόμα 25 και 50 mg σε ενηλίκους επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70 ng/ml, αντιστοίχως. Ο ρυθμός και η έκταση της έκθεσης στην υδροξυζίνη είναι παρόμοια, όταν χορηγείται σε μορφή δισκίου ή πόσιμου διαλύματος. Σε επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά την ημέρα οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά 30%. Η βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης σε χορήγηση από το στόμα σε σύγκριση με την ενδομυϊκή χορήγηση είναι περίπου 80%. Έπειτα από εφάπαξ ενδομυϊκή χορήγηση 50 mg η Cmax είναι 65 ng/ml.
Κατανομή Η υδροξυζίνη εμφανίζει ευρεία κατανομή στο σώμα και μεγαλύτερες ακόμα γενικά συγκεντρώσεις στους ιστούς από ότι στο πλάσμα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής στους ενηλίκους είναι 7 μέχρι 16 L/kg.
Η υδροξυζίνη εισχωρεί και στο δέρμα έπειτα από χορήγηση από το στόμα, οι δε δερματικές συγκεντρώσεις της είναι ανώτερες εκείνων του πλάσματος, τόσο σε εφάπαξ χορήγηση όσο και σε επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Η υδροξυζίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό καθώς και τον πλακούντα, προκαλώντας μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο κύημα από ότι στη μητέρα.
Βιομετασχηματισμός Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Η κύρια μεταβολική οδός παράγει σετιριζίνη, ένα καρβοξυλικό μεταβολίτη (45% της από του στόματος δόσης). Ο μεταβολίτης αυτός διαθέτει σημαντικές περιφερικές Η ανταγωνιστικές ιδιότητες. Έχουν ταυτοποιηθεί πολλοί άλλοι μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων ένας Ν-dealkylated μεταβολίτης και ένας 0-dealkylated με ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα 59 ώρες.
Αποβολή Ο χρόνος υποδιπλασιασμού της υδροξυζίνης στους ενηλίκους είναι περίπου 14 ώρες (όρια: 7 μέχρι 20 ώρες). Η φαινομενική ολική κάθαρση, υπολογιζόμενη από τα αποτελέσματα πολλών μελετών, είναι 13 ml/min/kg. Μόνο το 0,8% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο μείζων μεταβολίτης σετιριζίνη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητος στα ούρα (25 % και 16 % της δόσης της υδροξυζίνης από το στόμα ή ενδομυϊκώς, αντιστοίχως).
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε 9 υγιείς ηλικιωμένους (69,5 3,7 έτη) έπειτα από εφάπαξ δόση 0,7 mg/kg από το στόμα. Η ημιπερίοδος αποβολής της υδροξυζίνης παρατάθηκε σε 29 ώρες και ο όγκος κατανομής αυξήθηκε σε 22,5 L/kg. Επομένως συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης της υδροξυζίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης εκτιμήθηκε σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6,1 4,6 ετών, με σωματικό βάρος 22,0 12,0 kg, έπειτα από εφάπαξ δόση 0,7 mg/kg από το στόμα. Η φαινομενική
πλασματική κάθαρση ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη των ενηλίκων. Η ημιπερίοδος ζωής είναι βραχύτερη από ότι στους ενηλίκους: περίπου 4 ώρες σε ασθενείς 1 έτους και περίπου 11 ώρες σε ασθενείς 14 ετών. Γι’ αυτό επιβάλλεται ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.2).
Νεφρική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε 8 ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 24 7 ml/min). Η έκταση της έκθεσης (AUC) στην υδροξυζίνη δεν εμφάνισε ουσιώδη μεταβολή, ενώ εκείνη στον καρβοξυλικό μεταβολίτη σετιριζίνη αυξήθηκε. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκώς αυτόν το μεταβολίτη. Για την αποφυγή σημαντικής συσσώρευσης του μεταβολίτου σετιριζίνη έπειτα από χορήγηση πολλαπλών δόσεων υδροξυζίνης, η ημερήσια δόση της υδροξυζίνης επιβάλλεται να ελαττώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δευτεροπαθώς λόγω πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης, η ολική κάθαρση υδροξυζίνης ήταν περίπου 66% εκείνης των υγιών ατόμων.
Η ημιπερίοδος ζωής ήταν αυξημένη σε 37 ώρες και τα επίπεδα του καρβοξυλικού μεταβολίτη σετιριζίνη στον ορό του αίματος ήταν υψηλότερα από εκείνα υγιών ασθενών, με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η ημερήσια δόση ή η συχνότητα λήψης της υδροξυζίνης πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ.
παράγραφο 4.2).
5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι μελέτες οξείας, υποξείας και χρόνιας τοξικότητας δεν αποκάλυψαν ανησυχητικά αποτελέσματα σε τρωκτικά, σκύλους και πιθήκους. Στους αρουραίους και τα ποντίκια η LD είναι αντιστοίχως 690 και 550 mg/kg από το στόμα και 81 και 56 mg/kg με ενδοφλέβια χορήγηση.
Εφάπαξ δόσεις 80 mg/kg και άνω σε σκύλους από το στόμα προκάλεσαν σημεία καταστολής, αταξία, σπασμούς και τρόμους. Στους πιθήκους, δόσεις που υπερβαίνουν τα 50 mg/kg από το στόμα προκάλεσαν έμετο χωρίς κανένα άλλο σημείο μέχρι τα 400 mg/kg ενώ ενδοφλέβιες δόσεις 15 mg/kg προκάλεσαν παροδική αταξία και σπασμούς με πλήρη υποχώρηση του συμπλέγματος εντός 5 λεπτών μετά τη χορήγηση της δόσης. Ενδαρτηριακή ένεση προκαλεί σημαντικές ιστικές βλάβες στα κουνέλια.
Σε απομονωμένες ίνες Purkinje σκυλου, η υδροξυζίνη σε δόση 3 μΜ αύξησε τη διάρκεια δυναμικού δράσης, κάτι που δείχνει ότι υπήρχε αλληλεπίδραση με τους διαύλους καλίου, που εμπλέκονται στη φάση επαναπόλωσης. Σε υψηλότερη συγκέντρωση των 30 μΜ, παρατηρήθηκε έντονη μείωση της διάρκειας δυναμικού δράσης, κάτι που δείχνει πιθανή αλληλεπίδραση με τα ρεύματα ασβεστίου και/ή νατρίου. Η υδροξυζίνη προκάλεσε αναστολή του ρεύματος καλίου (IKr) στους διαύλους του ανθρώπινου γονιδίου hERG, που εκφράζονται στα κύτταρα θηλαστικών, με IC50 62 μM, δηλ. συγκέντρωση μεταξύ 10 και 60 φορές υψηλότερη από τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Επίσης, οι συγκεντρώσεις υδροξυζίνης, που απαιτούνται για την επίτευξη επιδράσεων στην ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς είναι 10 έως 100 φορές υψηλότερες από εκείνες, που απαιτούνται για τον αποκλεισμό των Η1 και 5-ΗΤ2 υποδοχέων. Σε σκύλους οι οποίοι είχαν τις αισθήσεις τους και είχαν ελευθερία κίνησης και οι οποίοι παρακολουθούνταν με τηλεμετρία, η υδροξυζίνη και τα εναντιομερή της προκάλεσαν παρόμοια καρδιαγγειακά προφίλ αν και υπήρχαν κάποιες μικρές διαφορές. Σε πρώτη μελέτη τηλεμετρίας σε σκύλο, η υδροξυζίνη (21 mg/kg po)
αύξησε ελαφρώς την καρδιακή συχνότητα και μείωσε τα διαστήματα PR και QT. Δεν επηρεάσθηκαν τα διαστήματα QRS και QTc και, επομένως, σε κανονικές θεραπευτικές δόσεις, οι ελαφρές αυτές αλλαγές δεν είναι πιθανόν να προκαλούν προβληματισμό από κλινική άποψη.
Παρατηρήθηκαν παρόμοιες επιδράσεις στην καρδιακή συχνότητα και
στο διάστημα PR σε δεύτερη μελέτη τηλεμετρίας σε σκύλους, όπου η απουσία των δράσεων της υδροξυζίνης στο διάστημα QTc επιβεβαιώθηκε από τη χορήγηση εφάπαξ από του στόματος δόσεων, μέχρι 36 mg/kg.
Σε αρουραίους, η χορηγούμενη επί 30 ημέρες υδροξυζίνη, ήταν ικανοποιητικά ανεκτή σε δόση 20 mg/kg/ημέρα, υποδορίως, αλλά στα 200 mg/kg/ημέρα από το στόμα συνέβησαν κάποιοι θάνατοι.
Η χρόνια τοξικότητα της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε αρουραίους σε δόση 50 mg/kg ημερησίως από το στόμα με κατανάλωση 100 g τροφής επί 24 εβδομάδες, χωρίς να προκληθούν κλινικά σημεία ή ιστοπαθολογικές ανωμαλίες. Δόσεις 10 mg/kg/ημέρα επί 70 ημέρες ελάττωσαν τη συγκέντρωση και τη βιωσιμότητα των σπερματοζωαρίων. Σε σκύλους, δόσεις από το στόμα μέχρι 20 mg/kg/ημέρα επί 6 μήνες δεν συνοδεύτηκαν από συμπτώματα ή κάποιες βιολογικές ή ιστοπαθολογικές ανωμαλίες.
Μελέτες τερατογένεσης έγιναν σε έγκυα τρωκτικά: δόσεις μεγαλύτερες από 50 mg/kg συνδυάστηκαν με αποβολές ή διαμαρτίες στη διάπλαση των κυημάτων, οι οποίες οφείλονταν στη συσσώρευση του μεταβολίτη νορχλωρκυκλιζίνη. Οι τερατογόνες δόσεις της υδροξυζίνης είναι πολύ υψηλότερες από τις θεραπευτικές δόσεις για τον άνθρωπο. Η δοκιμασία Ames δεν έδειξε μεταλλαξιογόνο δράση της υδροξυζίνης. Το κυτταροτοξικό δυναμικό της υδροξυζίνης θεωρείται ασθενές, ενώ δεν έχει δειχθεί καρκινογόνος επίδραση.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΦΟΡΙΕΣ
6.1. Κατάλογος εκδόχων
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 25 mg Πυρήνα: Lactose monohydrate, Cellulose microcrystalline, Silicon dioxide colloidal, Magnesium stearate.
Επικάλυψη: Methacrylic acid copolymer L Y-1-7000, Water purified.
Πόσιμο διάλυμα 10 mg/5 ml Sorbitol Solution 70%, Glycerol, Propylene glycol, Sodium saccharinate, Sodium benzoate, Caramel (solution 50%) E150, Essence triple sec, Ethanol, Water purified.
6.2. Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3. Διάρκεια ζωής
3 (τρία) χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα φυλάσσονται κλειστά, στην αρχική τους συσκευασία σύμφωνα με τις οδηγίες διατήρησης.
6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25oC.
6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 25mg Χάρτινο κουτί συσκευασίας το οποίο περιέχει 30 επικαλυμμένα με υμένιο δισκία συσκευασμένα ανά 10 σε 3 blisters από PVC και Aluminium foil και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
Πόσιμο διάλυμα 10mg/5ml Χάρτινο κουτί συσκευασίας με γυάλινο καραμελόχρωμο φιαλίδιο που περιέχει 150 ml καστανόχρωμου διαυγούς διαλύματος και είναι εφοδιασμένο με πώμα από αλουμίνιο και ένα Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
UNI-PHARMA ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Α.Β.Ε.Ε.
14º Χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας 1 145 64 Κηφισιά Τηλ.: 210 8072512 Fax: 210 8078907
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Επικαλυμμένο με υμένιο δισκίο 25mg/tab 25178/97/23.03.1998.
Πόσιμο διάλυμα 10mg/5ml 34341/31.12.1993.
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 21.01.86.
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 06.02.2007.