1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Ladinin, 750 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ladinin 750 mg:
Ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 873 mg σιπροφλοξασίνης υδροχλωρικής μονοϋδρικής ισοδύναμης με 750 mg σιπροφλοξασίνης Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Ladinin 750 mg:
Λευκά ή κιτρινωπά, 22,25 x 8,2 χιλιοστών, επιμήκη, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία που φέρουν την ένδειξη "6" στη μία πλευρά.
Η γραμμή στη μέση του δισκίου είναι μόνο για τη διευκόλυνση στη θραύση για ευκολότερη κατάποση και όχι για τον διαχωρισμό σε ίσες δόσεις.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Ladinin ενδείκνυνται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις διαθέσιμες πληροφορίες αντοχής στη ciprofloxacin πριν την έναρξη της θεραπείας.
Ενήλικες
• Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων:
- εξάρσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας,
- βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση ή στη βρογχεκτασία
- πνευμονία Στην οξεία έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας το Ladinin θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.
• Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα
• Οξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας, ειδικά εάν προκαλείται από Gram αρνητικά βακτήρια
• Μη επιπεπλεγμένη οξεία κυστίτιδα
Στην μη επιπεπλεγμένη οξεία κυστίτιδα το Ladinin θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη
• Οξεία πυελονεφρίτιδα
• Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού
• Βακτηριακή προστατίτιδα
• Λοιμώξεις των γεννητικών οδών
- γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα, λόγω ευαίσθητου Neisseria gonorrhoeae
- επιδιδυμοορχίτιδα συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων λόγω ευαίσθητου Neisseria gonorrhoeae
- φλεγμονώδης νόσος της πυέλου συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων λόγω ευαίσθητου Neisseria gonorrhoeae
• Λοιμώξεις του γαστρεντερικού (π. χ. διάρροια των ταξιδιωτών)
• Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
• Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων προκαλούμενων από Gram αρνητικά βακτήρια
• Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα
• Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
• Προφύλαξη από διηθητικές λοιμώξεις λόγω Neisseria meningitidis
• Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)
Η ciprofloxacin μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διαχείριση ουδετεροπενικών ασθενών με πυρετό που πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη.
• Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις λόγω Pseudomonas aeruginosa σε ασθενείς με κυστική ίνωση
• Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού και οξεία πυελονεφρίτιδα
• Πνευμονικός άνθραξ (προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή)
Η ciprofloxacin μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων σε παιδιά και εφήβους όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο από ιατρούς οι οποίοι είναι έμπειροι στην αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης και/ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Η δόση καθορίζεται από την ένδειξη, τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης, την ευαισθησία στη ciprofloxacin των οργανισμών που προκαλούν τη λοίμωξη, τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς και το σωματικό βάρος στα παιδιά και στους εφήβους.
Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου και την κλινική και βακτηριολογική πορεία.
Η θεραπεία των λοιμώξεων λόγω συγκεκριμένων βακτηρίων (π.χ. Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter, ή Staphylococci) μπορεί να απαιτεί υψηλότερες δόσεις ciprofloxacin και συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.
Η θεραπεία κάποιων λοιμώξεων (π.χ. φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς και λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων) μπορεί να χρειάζεται συγχορήγηση με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες ανάλογα με τα εμπλεκόμενα παθογόνα.
Eνήλικες
| Ενδείξεις | Ημερήσια δόση σε mg | Συνολική διάρκεια της θεραπείας (ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με ciprofloxacin) | |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού | Οξεία έξαρση χρόνιας ιγμορίτιδας | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες |
| Χρόνια πυώδης μέση ωτίτιδα | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες | |
| Κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα | 750 mg δυο φορές ημερησίως | 28 ημέρες έως 3 μήνες | |
| Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών (βλ. παράγραφο 4.4) | Μη επιπεπλεγμένη κυστίτιδα | 250 mg δυο φορές ημερησίως έως 500 mg δυο φορές ημερησίως | 3 ημέρες |
| Σε γυναίκες προ- εμμηνόπαυσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί δόση 500 mg εφάπαξ ημερησίως | |||
| Επιπεπλεγμένη κυστίτιδα, Μη επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα | 500 mg δυο φορές ημερησίως | 7 ημέρες | |
| Επιπεπλεγμένη πυελονεφρίτιδα | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | τουλάχιστον για10 ημέρες, ενώ μπορεί να συνεχιστεί για περισσότερο από 21 ημέρες σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (όπως αποστήματα) | |
| Προστατίτιδα | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | 2 έως 4 εβδομάδες (οξεία) έως 4 έως 6 εβδομάδες (χρόνια) | |
| Λοιμώξεις των γεννητικών οδών | Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα | 500 mg εφάπαξ | 1 ημέρα (εφάπαξ δόση) |
| Επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | τουλάχιστον 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις του γαστρεντερικού | Διάρροια προκαλούμενη από | 500 mg δυο φορές | 1 ημέρα |
| και ενδοκοιλιακές λοιμώξεις | βακτηριακά παθογόνα συμπεριλαμβανομένου του Shigella spp. εκτός από Shigella dysenteria τύπου 1 και εμπειρική θεραπεία της σοβαρής διάρροιας των ταξιδιωτών | ημερησίως | |
|---|---|---|---|
| Διάρροια προκαλούμενη από Shigella dysenteriae τύπου 1 | 500 mg δυο φορές ημερησίως | 5 ημέρες | |
| Διάρροια προκαλούμενη από Vibrio cholerae | 500 mg δυο φορές ημερησίως | 3 ημέρες | |
| Τυφοειδής πυρετός | 500 mg δυο φορές ημερησίως | 7 ημέρες | |
| Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις λόγω Gram αρνητικών βακτηρίων | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | 5 έως 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | 7 έως 14 ημέρες | |
| Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | μέγ. 3 μήνες | |
| Ουδετεροπενικοί ασθενείς με πυρετό που πιθανολογείται ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη Η ciprofloxacin πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα(ες) σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες. | 500 mg δυο φορές ημερησίως έως 750 mg δυο φορές ημερησίως | Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια της ουδετεροπενίας | |
| Προφύλαξη διηθητικών λοιμώξεων λόγω Neisseria meningitidis | 500 mg εφάπαξ | 1 ημέρα (εφάπαξ δόση) | |
| Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που είναι ικανά να λάβουν θεραπεία από του στόματος όταν ενδείκνυται κλινικά. Η χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης. | 500 mg δυο φορές ημερησίως | 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis |
Ενδείξεις Ημερήσια δόση σε Συνολική διάρκεια της mg θεραπείας (ενδεχομένως
| συμπεριλαμβανομένης παρεντερικής έναρξης της θεραπείας με ciprofloxacin) | ||
|---|---|---|
| Κυστική ίνωση | 20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση. | 10 έως 14 ημέρες |
| Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα | 10 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως έως 20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανά δόση. | 10 έως 21 ημέρες |
| Προφύλαξη μετά από έκθεση και θεραπευτική αγωγή για πνευμονικό άνθρακα σε άτομα που είναι ικανά να λάβουν θεραπεία από του στόματος όταν ενδείκνυται κλινικά. Η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό μετά την υποψία ή επιβεβαίωση της έκθεσης. | 10 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές ημερησίως έως 15 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 500 mg ανά δόση. | 60 ημέρες από την επιβεβαιωμένη έκθεση σε Bacillus anthracis |
| Άλλες σοβαρές λοιμώξεις | 20 mg/kg βάρους σώματος δυο φορές ημερησίως με μέγιστο τα 750 mg ανα δόση | Σύμφωνα με τον τύπο των λοιμώξεων |
Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν μια δόση επιλεγμένη ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενή.
Ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια Συνιστώμενες δόσεις έναρξης και διατήρησης για ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία:
Κάθαρση κρεατινίνης [ml/min/ Κρεατινίνη ορού Από στόματος δόση 1,73m2] [μmol/l] [mg] > 60 < 124 Βλ. Συνήθης δόση.
30 - 60 124 έως 168 250 - 500 mg κάθε 12 h < 30 > 169 250 - 500 mg κάθε 24 h Ασθενείς υπό αιμοδιάλυση > 169 250 - 500 mg κάθε 24 h (μετά την αιμοδιάλυση)
Ασθενείς υπό περιτοναϊκή κάθαρση > 169 250 - 500 mg κάθε 24 h Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Η δοσολογία σε παιδιά με μειωμένη νεφρική ή/και ηπατική λειτουργία δεν έχει μελετηθεί.
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με υγρό. Μπορούν να λαμβάνονται ανεξάρτητα απο τα γεύματα. Εάν λαμβάνονται με άδειο στομάχι, η δραστική ουσία απορροφάται ταχύτερα. Τα δισκία ciprofloxacin δεν πρέπει να λαμβάνονται μαζί με γαλακτοκομικά προϊόντα (π.χ. γάλα, γιαούρτι) ή χυμό φρούτων ενισχυμένο με μέταλλα (π.χ.
χυμό πορτοκάλι ενισχυμένο με ασβέστιο) (βλ. παράγραφο 4.5).
Σε σοβαρές περιπτώσεις ή εάν ο ασθενής δεν είναι δυνατό να λάβει τα δισκία (π.χ. ασθενείς σε εντερική σίτιση), συνιστάται η έναρξη θεραπείας με ενδοφλέβια ciprofloxacin μέχρι να είναι εφικτή η μετάβαση σε από του στόματος χορήγηση.
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλες κινολόνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1).
• Συγχορήγηση ciprofloxacin και τιζανιδίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η χρήση σιπροφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με σιπροφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Σοβαρές λοιμώξεις και μικτές λοιμώξεις με Gram θετικά και αναερόβια παθογόνα H ciprofloxacin ως μονοθεραπεία δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων και λοιμώξεων οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε Gram θετικά ή αναερόβια παθογόνα. Σε τέτοιες λοιμώξεις, το Ciprofloxacin πρέπει να συγχορηγείται με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.
Λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο (συμπεριλαμβανομένου Streptococcus pneumoniae)
H ciprofloxacin δεν συνιστάται για τη θεραπεία λοιμώξεων από στρεπτόκοκκο, λόγω της μη επαρκούς αποτελεσματικότητάς της.
Λοιμώξεις των γεννητικών οδών Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα, τραχηλίτιδα, επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσοι της πυέλου μπορεί να προκαλούνται από απομονωθέντα ανθεκτικά στις φθοροκινολόνες στελέχη Neisseria gonorrhoeae.
Επομένως, η ciprofloxacin θα πρέπει να χορηγείται για τη θεραπεία γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας ή τραχηλίτιδας μόνο εάν μπορεί να αποκλειστεί ανθεκτικό στη ciprofloxacin Neisseria gonorrhoeae.
Για επιδιδυμοορχίτιδα και φλεγμονώδεις νόσους της πυέλου, η εμπειρική ciprofloxacin θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε συνδυασμό με άλλο κατάλληλο αντιβακτηριακό παράγοντα (π.χ. μια κεφαλοσπορίνη), εκτός εάν η ανθεκτικότητα του Neisseria gonorrhoeae στη ciprofloxacin μπορεί να αποκλειστεί. Εάν δεν επιτευχθεί κλινική βελτίωση εντός 3 ημερών θεραπείας, η θεραπεία πρέπει να επανεξεταστεί.
Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών Η αντίσταση στις φθοροκινολόνες του Escherichia coli – το πιο συχνό παθογόνο που εμπλέκεται στις λοιμώξεις των ουροφόρων οδών – ποικίλλει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή
Ένωση. Συνιστάται στους συνταγογραφούντες ιατρούς να λαμβάνουν υπόψη τους την τοπική συχνότητα εμφάνισης αντοχής του Escherichia coli στις φθοροκινολόνες.
Η εφάπαξ δόση ciprofloxacin που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μη επιπλεγμένη κυστίτιδα σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αναμένεται να συνδέεται με χαμηλότερη αποτελεσματικότητα από τη μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας. Αυτό πρέπει όλο και περισσότερο να λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το αυξημένο επίπεδο αντοχής του Escherichia coli στις φθοροκινολόνες.
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα της ciprofloxacin σε θεραπεία μετεγχειρητικών ενδοκοιλιακών λοιμώξεων.
Διάρροια των ταξιδιωτών Στην επιλογή της ciprofloxacin θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πληροφορίες ανθεκτικότητας στην ciprofloxacin στα ανάλογα παθογόνα των χωρών που έχει γίνει επίσκεψη.
Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων Η ciprofloxacin θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες ανάλογα με τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.
Εισπνοή ενεργού άνθρακα Η χρήση σε ανθρώπους βασίζεται σε in-vitro δεδομένα ευαισθησίας και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα για ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να αναφέρονται σε εθνικά και / ή διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του ενεργού άνθρακα.
H χρήση της ciprofloxacin στα παιδιά και στους εφήβους πρέπει να ακολουθεί τις διαθέσιμες επίσημες οδηγίες. Η θεραπεία με ciprofloxacin θα πρέπει να ξεκινάει μόνο από ιατρούς που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της κυστικής ίνωσης και /ή στις σοβαρές λοιμώξεις σε παιδιά και εφήβους.
Η ciprofloxacin έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αρθροπάθεια στις φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις ανώριμων ζώων. Τα δεδομένα ασφάλειας από μία τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή μελέτη για τη χρήση της ciprofloxacin σε παιδιά (ciprofloxacin: n=335, μέση ηλικία = 6,3 έτη, συγκριτές: n=349, μέση ηλικία = 6,2 έτη, ηλικιακό εύρος = 1 έως 17 έτη)
αποκάλυψαν επίπτωση υποπτευόμενης αρθροπάθειας σχετιζόμενης με το φάρμακο (διακρινόμενη από σχετιζόμενα με τις αρθρώσεις κλινικά σημεία και συμπτώματα) από την Ημέρα +42 της τάξης του 7,2% και 4,6%. Αντίστοιχα, η επίπτωση της σχετιζόμενης με το φάρμακο αρθροπάθειας κατά την παρακολούθηση στο 1 έτος ήταν 9,0% και 5,7%. Η αύξηση των υποπτευόμενων σχετιζόμενων με το φάρμακο περιπτώσεων αρθροπάθειας με τον χρόνο δεν ήταν στατιστικά σημαντική μεταξύ των ομάδων. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω των ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τις αρθρώσεις ή/και τον περιβάλλοντα ιστό (βλ. παράγραφο 4.8).
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 5-17 ετών. Η εμπειρία από τη θεραπεία παιδιών ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών είναι πιο περιορισμένη.
Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών και πυελονεφρίτιδα
Η θεραπεία λοιμώξεων των ουροφόρων οδών με ciprofloxacin πρέπει να εξετάζεται όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, και πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα της μικροβιολογικής τεκμηρίωσης.
Οι κλινικές δοκιμές συμπεριέλαβαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 1-17 ετών.
Άλλες ειδικές σοβαρές λοιμώξεις Άλλες σοβαρές λοιμώξεις σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, ή μετά από προσεκτική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου όταν δεν είναι δυνατή η χρήση άλλων θεραπειών, ή μετά από αποτυχία της συμβατικής θεραπείας και όταν η μικροβιολογική τεκμηρίωση μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση του ciprofloxacin.
Η χρήση της ciprofloxacin για ειδικές σοβαρές λοιμώξεις εκτός από αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές και η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με τις συγκεκριμένες λοιμώξεις.
Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες., οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Το [INN] πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.
Υπερευαισθησία Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων της αναφυλαξίας και αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να εμφανιστούν μετά από εφάπαξ δόση (βλ.
παράγραφο 4.8) και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιας αντίδρασης, η ciprofloxacin θα πρέπει να διακόπτεται και μια επαρκής ιατρική θεραπεία απαιτείται.
Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (δείτε παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.
Μυοσκελετικό σύστημα H ciprofloxacin δεν πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ιστορικό νόσου/διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενης με θεραπεία με κινολόνη. Εντούτοις, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μετά από μικροβιολογική τεκμηρίωση των υπεύθυνων οργανισμών και αξιολόγηση της ισορροπίας οφέλους-κινδύνου, η ciprofloxacin μπορεί να συνταγογραφηθεί στους συγκεκριμένους ασθενείς για τη θεραπεία ορισμένων σοβαρών λοιμώξεων, ειδικά σε περίπτωση αποτυχίας της τυπικής θεραπείας ή βακτηριακής αντίστασης, όταν τα μικροβιολογικά δεδομένα δικαιολογούν τη χρήση ciprofloxacin.
Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντων (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του Αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από
την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή μει κορτικοστεροειδή . Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.
Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με ciprofloxacin πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α)
πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση).
Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.
Η ciprofloxacin πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis, διότι μπορεί να επιδεινωθούν τα συμπτώματα (βλ. παράγραφο 4.8).
Διαταραχές της όρασης Εάν επηρεασθεί η όραση ή παρουσιαστούν άλλες επιδράσεις στα μάτια, θα πρέπει αμέσως να συμβουλευτείτε έναν οφθαλμίατρο.
Φωτοευαισθησία Η ciprofloxacin έχει καταδειχθεί ότι προκαλεί αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Ασθενείς που λαμβάνουν ciprofloxacin πρέπει να αποφεύγουν την άμεση έκθεση σε παρατεταμένη ηλιακή ή υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).
Κεντρικό νευρικό σύστημα Η ciprofloxacin όπως και άλλες κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς ή ελαττώνουν την ουδό σπασμών. Έχουν αναφερθεί περιστατικά επιληπτικής κατάστασης (status epilepticus). Η ciprofloxacin πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, οι οποίοι μπορεί να έχουν προδιάθεση σε σπασμούς. Σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών, η ciprofloxacin πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.8). Ψυχιατρικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση της ciprofloxacin.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατάθλιψη ή ψύχωση μπορεί να εξελιχθούν σε αυτοκτονικούς ιδεασμούς/σκέψεις με κορύφωση την απόπειρα αυτοκτονίας ή την τέλεση αυτοκτονίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ciprofloxacin πρέπει να διακοπεί.
Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία.. Ασθενείς σε θεραπεία με ciprofloxacin θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα νευροπάθειας, όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).
Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ.
παράγραφο 4.8).
Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου -και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές- σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα ή/και διαχωρισμό αορτής ή βαλβιδοπάθεια, ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης
- τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, , νόσος του Behçet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως
- για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως
- για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).
Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.
Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.
Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.
Καρδιακές διαταραχές Προσοχή θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τη χρήση φθοροκινολόνης, συμπεριλαμβανομένων της ciprofloxacin, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για επιμήκυνση του διαστήματος QT όπως, για παράδειγμα:
- συγγενούς συνδρόμου μακρού QT
- ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι γνωστά ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κλάσης ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά).
- μη διορθωμένες ηλεκτρολυτικές διαταραχές (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)
- καρδιακή νόσος (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι σε φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT. Ως εκ τούτου, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της σιπροφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς.
(Βλέπε παράγραφο 4.2 Ηλικιωμένοι ασθενείς, παράγραφο 4.5, παράγραφο 4.8, παράγραφο 4.9)
Υπογλυκαιμία Όπως και με άλλες κινολόνες, υπογλυκαιμία έχει αναφερθεί πιο συχνά σε διαβητικούς ασθενείς, κυρίως στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Σε όλους τους διαβητικούς ασθενείς, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος (βλέπε παράγραφο 4.8).
Γαστρεντερικό σύστημα Η εμφάνιση σοβαρής και επίμονης διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι ενδεικτικό
κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά (απειλητική για τη ζωή με ενδεχόμενη θανατηφόρα έκβαση), η οποία απαιτεί άμεση θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ciprofloxacin πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία. Αντιπερισταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα αντενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση.
Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα Έχει αναφερθεί κρυσταλλουρία σχετιζόμενη με τη χρήση της ciprofloxacin (βλ. παράγραφο 4.8). Ασθενείς που λαμβάνουν ciprofloxacin πρέπει να ενυδατώνονται καλά και να αποφεύγεται η υπερβολική αλκαλικότητα των ούρων.
Μειωμένη νεφρική λειτουργία Επειδή η ciprofloxacin αποβάλλεται σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη μέσω της νεφρικής οδού, απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4.2 για την αποφυγή της αύξησης των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου λόγω συσσώρευσης ciprofloxacin.
Ηπατοχολικό σύστημα Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης και απειλητικής για τη ζωή ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με τη ciprofloxacin (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση οποιωνδήποτε σημείων και συμπτωμάτων ηπατικής νόσου (όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα), η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Έλλειψη γλυκόζης-6-φωσφορικής δεϋδρογενάσης Έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις με τη ciprofloxacin σε ασθενείς με έλλειψη γλυκόζη -6-φωσφορικής δεϋδρογενάσης. H ciprofloxacin πρέπει να αποφεύγεται σε αυτούς τους ασθενείς εκτός εάν το πιθανό όφελος εκτιμάται να υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να παρακολουθείται το ενδεχόμενο εμφάνισης αιμόλυσης.
Αντίσταση Κατά τη διάρκεια ή σε συνέχεια μιας θεραπείας με ciprofloxacin τα βακτήρια που παρουσιάζουν αντίσταση στη ciprofloxacin μπορεί να απομονωθούν, με ή χωρίς μια κλινικά εμφανή υπερλοίμωξη. Μπορεί να υπάρξει ιδιαίτερος κίνδυνος στην επιλογή βακτηρίων με αντοχή στη ciprofloxacin κατά τη διάρκεια παρατεταμένης διάρκειας θεραπείας και όταν θεραπεύονται νοσοκομειακές λοιμώξεις και /ή λοιμώξεις προκαλούμενες από είδη Staphylococcus και Pseudomonas.
Κυτόχρωμα P450 Η ciprofloxacin αναστέλλει το CYP1A2 και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συγκέντρωση ορού των συγχορηγούμενων ουσιών που μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο (π.χ. θεοφυλλίνη, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη, ροπινιρόλη, τιζανιδίνη και ντουλοξετίνη).
Συνεπώς, ασθενείς που λαμβάνουν αυτές τις ουσίες ταυτόχρονα με τη ciprofloxacin πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία υπερδοσολογίας, και μπορεί να απαιτείται προσδιορισμός των συγκεντρώσεων ορού (π.χ. της θεοφυλλίνης), βλ. παράγραφο 4.5. Η συγχορήγηση της ciprofloxacin και της τιζανιδίνης αντενδείκνυται.
Μεθοτρεξάτη Η ταυτόχρονη χρήση της ciprofloxacin με μεθοτρεξάτη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
Αλληλεπίδραση με δοκιμές Η in-vitro δράση της ciprofloxacin έναντι του Mycobacterium tuberculosis μπορεί να δώσει λανθασμένα αρνητικά αποτελέσματα βακτηριολογικών δοκιμών σε δείγματα απο ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως ciprofloxacin
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης
Επιδράσεις άλλων προϊόντων στη ciprofloxacin Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT Η ciprofloxacin, όπως και άλλες φθοροκινολόνες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ. κλάσης ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδια, αντιψυχωσικά), βλ. παράγραφο 4.4.
Δημιουργία χηλικής ένωσης Η συγχορήγηση της ciprofloxacin (από του στόματος) με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν πολυσθενή κατιόντα και συμπληρώματα μετάλλων (π. χ. ασβέστιο, μαγνήσιο, αργίλιο, σίδηρο), πολυμερείς φωσφορικούς δεσμευτές (π.χ. σεβελαμέρη ή ανθρακικό λανθάνιο), σουκραλφάτη ή αντιόξινα και υψηλού βαθμού βραδείας απελευθέρωσης φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. δισκία διδανοσίνης) που περιέχουν μαγνήσιο, αργίλιο ή ασβέστιο, μειώνει την απορρόφηση της ciprofloxacin. Συνεπώς, η ciprofloxacin πρέπει να χορηγείται είτε 1 - 2 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά από αυτά τα σκευάσματα. Ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται σε αντιόξινα που ανήκουν στην τάξη των αποκλειστών H2 υποδοχέων.
Τροφές και γαλακτοκομικά προϊόντα Το διατροφικό ασβέστιο ως μέρος ενός γεύματος δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση.
Ωστόσο, η ταυτόχρονη λήψη μόνο γαλακτοκομικών προϊόντων ή ποτών ενισχυμένων με μέταλλα (π.χ. γάλα, γιαούρτι, χυμός πορτοκάλι ενισχυμένος με ασβέστιο) με τη ciprofloxacin πρέπει να αποφεύγεται διότι η απορρόφηση της ciprofloxacin μπορεί να μειωθεί.
Προμπενεσίδη Η προμπενεσίδη παρεμβάλλεται στη νεφρική απέκκριση της ciprofloxacin. Η συγχορήγηση της προμπενεσίδης και της ciprofloxacin αυξάνει τις συγκεντρώσεις ορού της ciprofloxacin.
Μετοκλοπραμίδη Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την απορρόφηση της ciprofloxacin (από του στόματος) με αποτέλεσμα να φτάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της ciprofloxacin.
Ομεπραζόλη Η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ciprofloxacin και ομεπραζόλη οδηγεί σε ελαφρά μείωση της C και AUC της ciprofloxacin.
max Δράσεις της ciprofloxacin σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα:
Τιζανιδίνη H τιζανιδίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με ciprofloxacin (βλ. παράγραφο 4.3). Σε μια κλινική μελέτη με υγιή άτομα, παρατηρήθηκε αύξηση στη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης (αύξηση της C : 7-πλάσια, εύρος: 4 έως 21-πλάσια, αύξηση της AUC: 10-πλάσια, εύρος: 6 max έως 24-πλάσια) όταν συγχορηγείται με τη ciprofloxacin. Η αυξημένη συγκέντρωση ορού της τιζανιδίνης συσχετίζεται με μια συνεργική υποτασική και ηρεμιστική δράση.
Μεθοτρεξάτη Η νεφρική σωληναριακή μεταφορά της μεθοτρεξάτης μπορεί να ανασταλεί από τη συγχορήγηση της ciprofloxacin, ενδεχομένως οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα και στην αύξηση κινδύνου τοξικών αντιδράσεων συσχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
Θεοφυλλίνη
Η συγχορήγηση της ciprofloxacin και της θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητη αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη που σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη διάρκεια του συνδυασμού, πρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο (βλ.
Άλλα παράγωγα ξανθίνης Με τη συγχορήγηση της ciprofloxacin και καφεΐνης ή πεντοξιφυλλίνης (οξπεντιφυλλίνης), αναφέρθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις ορού αυτών των παραγώγων ξανθίνης.
Φαινυτοΐνη Η συγχορήγηση της ciprofloxacin και φαινυτοΐνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα ορού της φαινυτοΐνης, τέτοια ώστε να συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της δραστικής ουσίας.
Κυκλοσπορίνη Μια παροδική αύξηση της συγκέντρωσης της κρεατινίνης του ορού παρατηρήθηκε όταν χορηγήθηκαν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ciprofloxacin και κυκλοσπορίνη. Επομένως, είναι συχνά (δύο φορές την εβδομάδα) απαραίτητο να ελέγχονται οι συγκεντρώσεις κρεατινίνης ορού σε αυτούς τους ασθενείς.
Ανταγωνιστές βιταμίνης K Η ταυτόχρονη χορήγηση της ciprofloxacin με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ μπορεί να αυξήσει τις αντιπηκτικές ιδιότητες. Ο κίνδυνος μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την υποκείμενη νόσο, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς ώστε η συμβολή της ciprofloxacin στην αύξηση του INR (international normalized ratio) να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Το INR θα πρέπει να παρακολουθείται συχνά κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της ciprofloxacin με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, φαινπροκουμόνη ή φλουινδιόνη).
Ντουλοξετίνη Σε κλινικές μελέτες, κατεδείχθη ότι η ταυτόχρονη χρήση ντουλοξετίνης με ισχυρούς αναστολείς του ισοενζύμου CYP450 1A2, όπως τη φλουβοξαμίνη, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της AUC και της C της ντουλοξετίνης. Παρόλο που δεν είναι διαθέσιμα κλινικά max δεδομένα για μια δυνητική αλληλεπίδραση με τη ciprofloxacin, παρόμοιες επιδράσεις μπορούν να αναμένονται με την ταυτόχρονη χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.4).
Ροπινιρόλη Σε μια κλινική μελέτη καταδείχθηκε ότι η συγχορήγηση της ροπινιρόλης με ciprofloxacin, η οποία είναι ένας μέτριος αναστολέας του ισοενζύμου CYP450 1A2, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της C και AUC της ροπινιρόλης κατά 60% και 84%, αντίστοιχα. Συνιστάται η max παρακολούθηση της ροπινιρόλης σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες και η κατάλληλη προσαρμογή της δόσης, κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση με ciprofloxacin (βλ. παράγραφο 4.4).
Λιδοκαΐνη Κατεδείχθη σε υγιή άτομα ότι η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν λιδοκαΐνη με ciprofloxacin, έναν μέτριο αναστολέα του ισοενζύμου CYP450 1A2, μειώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας λιδοκαΐνης κατά 22%. Αν και η θεραπεία με λιδοκαΐνη ήταν καλά ανεκτή, μια δυνητική αλληλεπίδραση με τη ciprofloxacin σχετιζόμενη με ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να συμβεί με την ταυτόχρονη χορήγηση.
Κλοζαπίνη
Μετά από τη συγχορήγηση 250 mg ciprofloxacin με κλοζαπίνη για 7 ημέρες, οι συγκεντρώσεις ορού της κλοζαπίνης και της N-δεσμεθυλκλοζαπίνης αυξήθηκαν κατά 29% και 31%, αντίστοιχα. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ρύθμιση της δοσολογίας της κλοζαπίνης κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της θεραπείας με ciprofloxacin (βλ. παράγραφο 4.4).
Σιλδεναφίλη Η C και η AUC της σιλδεναφίλης αυξήθηκαν περίπου κατά 2 φορές σε υγιή άτομα μετά max από την ταυτόχρονη χορήγηση μιας από στόματος δόσης 50 mg με 500 mg ciprofloxacin. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση ciprofloxacin ταυτόχρονα με σιλδεναφίλη, εξετάζοντας τους κινδύνους και τα οφέλη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Τα διαθέσιμα δεδομένα από τη χορήγηση της ciprofloxacin στις έγκυες γυναίκες δεν δείχνουν δυσπλασική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα από την ciprofloxacin. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Σε νεαρά και προ του τοκετού ζώα που εκτέθηκαν σε κινολόνες, παρατηρήθηκαν επιδράσεις στον ανώριμο χόνδρο συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το φαρμακευτικό προϊόν θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον αρθρικό χόνδρο στον ανώριμο ανθρώπινο οργανισμό / έμβρυο (βλέπε παράγραφο 5.3).
Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της ciprofloxacin κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός Η ciprofloxacin απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, η ciprofloxacin δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Λόγω της νευρολογικής δράσης της, η ciprofloxacin μπορεί να επηρεάσει τον χρόνο αντίδρασης. Συνεπώς, η ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων μπορεί να μειωθεί.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) είναι ναυτία και διάρροια.
Παρακάτω παρατίθενται ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες και από την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία της ciprofloxacin (από του στόματος, ενδοφλέβια, και διαδοχική θεραπεία) ταξινομημένες ανά κατηγορίες συχνότητας. Η ανάλυση συχνότητας έχει γίνει λαμβάνοντας υπόψη από κοινού τόσο την από του στόματος όσο και την ενδοφλέβια χορήγηση της ciprofloxacin.
| Κατηγορία Οργανικό σύστημα | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1.000 | Πολύ σπάνιες < 1/10.000 | Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και | Μυκητιασικές |
| παρασιτώσεις | επιλοιμώξεις | ||||
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ηωσινοφιλία | Λευκοπενία Αναιμία Ουδετεροπενία Λευκοκυττάρωση Θρομβοπενία Θρομβοκυτταραιμία | Αιμολυτική αναιμία Ακοκκιοκυττάρωση Πανκυτταροπενία (απειλητική για τη ζωή) Καταστολή του μυελού των οστών (απειλητική για τη ζωή) | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργική αντίδραση Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημα | Αναφυλακτική αντίδραση Αναφυλακτικό σοκ (απειλητικό για τη ζωή) (βλ. παράγραφο 4.4) Αντίδραση τύπου ορονοσίας | |||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος’ | Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH). | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη | Υπεργλυκαιμία Υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4) | Υπογλυκαιμι κό κώμα (δείτε παράγραφο 4.4). | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Ψυχοκινητική υπερδιέγερση / ταραχή | Σύγχυση και αποπροσανατολισμός Αγχωτικές αντιδράσεις Αφύσικα Όνειρα Κατάθλιψη (με δυνητική κορύφωση σε αυτοκτονικούς ιδεασμούς/σκέψεις ή απόπειρα αυτοκτονίας και τέλεση αυτοκτονίας (βλ. παράγραφο 4.4). Ψευδαισθήσεις | Ψυχωτικές αντιδράσεις (με δυνητική κορύφωση σε αυτοκτονικούς ιδεασμούς/σκέψεις ή απόπειρα αυτοκτονίας και τέλεση αυτοκτονίας) (βλ. παράγραφο 4.4) | Μανία, συμπεριλαμβ ανομένης υπομανίας | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία Ζάλη Διαταραχές ύπνου Διαταραχές γεύσης | Παραισθησία και δυσαισθησία Υπαισθησία Τρόμος Σπασμοί (συμπεριλαμβανομένη ς επιληπτικής κατάστασης, βλ. παράγραφο 4.4 | Ημικρανία Διαταραγμένος συντονισμός Διαταραχές βάδισης Διαταραχές του νεύρου όσφρησης Ενδοκρανιακή υπέρταση και εγκεφαλικός | Περιφερική νευροπάθεια και πολυνευροπά θεια (βλ. παράγραφο 4.4 ) |
| Ίλιγγος | ψευδοόγκος (pseudotumor cerebri) | ||||
|---|---|---|---|---|---|
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτικές διαταραχές (π.χ. διπλωπία) | Οπτική χρωματική στρέβλωση | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Εμβοές Απώλεια ακοής / Μείωση ακοής | ||||
| Καρδιακές διαταραχές** | Ταχυκαρδία | Κοιλιακή Αρρυθμία και torsades de pointes (που έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την επιμήκυνση του διαστήματος QT), παράταση του διαστήματος QT στο ΗΚΓ (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.9) | |||
| Αγγειακές διαταραχές** | Αγγειοδιαστολή Υπόταση Συγκοπή | Αγγειίτιδα | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια συμπεριλαμβανομένης ασθματικής κατάστασης | ||||
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Συχνές ≥1/100 έως <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000 έως < 1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000 έως < 1/1.000 | Πολύ σπάνιες < 1/10.000 | Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
Διαταραχές του Ναυτία Έμετος Κολίτιδα σχετιζόμενη Παγκρεατίτιδα γαστρεντερικού Διάρροια Γαστρεντερικοί με αντιβιοτικά (πολύ και κοιλιακοί σπάνια με δυνητική πόνοι θανατηφόρο έκβαση)
| Δυσπεψία Μετεωρισμός | (βλ. παράγραφο 4.4 ) | ||||
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση στις τρανσαμινάσες Αυξημένη χολερυθρίνη | Μείωση της ηπατικής λειτουργίας Χολοστατικός ίκτερος Ηπατίτιδα | Νέκρωση του ήπατος (πολύ σπάνια εξελισσόμενη σε απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια) (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση | Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4) | Πετέχεια Πολύμορφο ερύθημα Οζώδες ερύθημα Σύνδρομο Stevens- Johnson (δυνάμει απειλητικό για τη ζωή) Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (δυνάμει απειλητική για τη ζωή) | Οξεία γενικευμένη εξανθηματικ ή φλυκταίνωση (AGEP) Φαρμακευτικ ή αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) |
Διαταραχές του Μυοσκελετικός Μυαλγία Μυϊκή αδυναμία μυοσκελετικού πόνος (π.χ. Αρθρίτιδα Τενοντίτιδα Ρήξη συστήματος, του πόνος των Αυξημένος μυϊκός τόνος τενόντων (κυρίως συνδετικού ιστού άκρων, και κράμπες του Αχίλλειου και των οστών ραχιαλγία, τένοντα) (βλ.
θωρακικός παράγραφο 4.4)
πόνος) Επιδείνωση των Αρθραλγία συμπτωμάτων της μυασθένειας gravis (βλ. παράγραφο 4.4)
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Μειωμένη νεφρική λειτουργία | Νεφρική ανεπάρκεια Αιματουρία Κρυσταλλουρία (βλ. παράγραφο 4.4) Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα | |||
|---|---|---|---|---|---|
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αδυναμία Πυρετός | Οίδημα Εφίδρωση (υπεριδρωσία) | |||
| Παρακλινικές | Αύξηση στην | Αυξημένο |
εξετάσεις αλκαλική Αυξημένη Διεθνές φωσφατάση αμυλάση κανονικοποι αίματος ημένο πηλίκο (σε ασθενείς υπό θεραπεία με ανταγωνιστέ ς της βιταμίνης Κ)
*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία και νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένων διαταραχών ύπνου, άγχους, κρίσεων πανικού, κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού), διαταραχή της μνήμης και της συγκέντρωσης, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ.
Η προαναφερόμενη επίπτωση αρθροπάθειας (αρθραλγίας, αρθρίτιδας) αφορά δεδομένα που συλλέχθηκαν σε μελέτες με ενηλίκους. Στα παιδιά, αρθροπάθεια αναφέρεται ότι εμφανίζεται συχνά (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων.
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Υπερδοσολογία των 12 g αναφέρθηκε ότι οδήγησε σε ήπια συμπτώματα τοξικότητας. Οξεία υπερδοσολογία των 16 g αναφέρθηκε ότι προκάλεσε οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Στα συμπτώματα υπερδοσολογίας συμπεριλαμβάνονται ζάλη, τρόμος, κεφαλαλγία, κόπωση, σπασμοί, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, κοιλιακή δυσφορία, μειωμένη νεφρική και ηπατική
λειτουργία, καθώς και κρυσταλλουρία και αιματουρία. Αναφέρθηκε αναστρέψιμη νεφρική τοξικότητα.
Πέρα από τα συνήθη μέτρα έκτακτης ανάγκης, όπως κένωση κοιλιών ακολουθούμενη από ιατρικό άνθρακα, συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου pH και οξύτητας των ούρων, εάν απαιτείται, για την αποφυγή κρυσταλλουρίας. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται καλά. Αντιόξινα που περιέχουν ασβέστιο ή μαγνήσιο μπορεί θεωρητικά να μειώσουν την απορρόφηση της ciprofloxacin σε υπερδοσολογίες.
Μόνο μια μικρή ποσότητα ciprofloxacin (<10%) απεκκρίνεται μέσω αιμοδιάλυσης ή περιτοναϊκής κάθαρσης.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εφαρμοστεί συμπτωματική θεραπεία. ΗΚΓ παρακολούθηση θα πρέπει να αναληφθεί, λόγω της δυνατότητας επιμήκυνσης του διαστήματος QT.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φθοροκινολόνη, κωδικός ATC: J01MA02.
Μηχανισμός δράσης Ως αντιβακτηριακός παράγοντας φθοροκινολόνης, η βακτηριοκτόνος δράση της ciprofloxacin προκύπτει από την αναστολή τόσο της τοποϊσομεράσης τύπου II (DNA- γυράση) όσο και της τοποϊσομεράσης IV, που απαιτούνται για τη βακτηριακή αντιγραφή DNA, μεταγραφή, επιδιόρθωση και ανασυνδυασμό.
Σχέση ΦΚ/ΦΔ Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται κυρίως από τη σχέση μεταξύ της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (C ) και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της ciprofloxacin για max ένα βακτηριδιακό παθογόνο και τη σχέση μεταξύ της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC) και της MIC.
Μηχανισμός αντίστασης In-vitro αντίσταση στη ciprofloxacin μπορεί να αποκτηθεί μέσω βηματικής διεργασίας από μεταλλάξεις του τόπου-στόχου τόσο στην DNA-γυράση, όσο και στην τοποϊσομεράση IV. Ο βαθμός διασταυρούμενης αντοχής μεταξύ της ciprofloxacin και άλλων φθοροκινολονών που προκύπτει είναι ποικίλος. Μονήρεις μεταλλάξεις μπορεί να μην προκαλούν κλινική αντίσταση, αλλά πολλαπλές μεταλλάξεις γενικά προκαλούν κλινική αντίσταση σε πολλές ή όλες τις δραστικές ουσίες εντός της τάξης.
Μηχανισμοί αντίστασης υπό μορφή αδιαπερατότητας ή/και αντλίας εξαγωγής της δραστικής ουσίας μπορεί να έχουν μεταβλητή δράση στην ευαισθησία στις φθοροκινολόνες, η οποία εξαρτάται από τις φυσιοχημικές ιδιότητες των διαφόρων δραστικών ουσιών εντός της τάξης και από τη συγγένεια των συστημάτων μεταφοράς για κάθε δραστική ουσία. Όλοι οι in-vitro μηχανισμοί αντίστασης παρατηρούνται συχνά στα κλινικά στελέχη. Οι μηχανισμοί αντίστασης που αδρανοποιούν άλλα αντιβιοτικά, όπως φραγμοί διαπερατότητας (συχνά στο Pseudomonas aeruginosa) και μηχανισμοί εξαγωγής μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στην ciprofloxacin. Έχει αναφερθεί ότι η μεσολαβούμενη αντίσταση πλασμιδίου κωδικοποιείται από qnr γονίδια.
Φάσμα της αντιβακτηριακής δράσης
Οριακές τιμές διαχωρίζουν τα ευαίσθητα στελέχη από τα μετρίως ευαίσθητα στελέχη και τα τελευταία από τα ανθεκτικά στελέχη:
Συστάσεις EUCAST
| Μικροοργανισμοί | Ευαίσθητοι | Ανθεκτικοί |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae | S ≤ 0,5 mg/L | R > 1 mg/L |
| Pseudomonas spp. | S ≤ 0,5 mg/L | R > 1 mg/L |
| Acinetobacter spp. | S ≤ 1 mg/L | R > 1 mg/L |
| Staphylococcus spp.1 | S ≤ 1 mg/L | R > 1 mg/L |
| Haemophilus influenzae και Moraxella catarrhalis | S ≤ 0,5 mg/L | R > 0,5 mg/L |
| Neisseria gonorrhoeae | S ≤ 0,03 mg/L | R > 0,06 mg/L |
| Neisseria meningitidis | S ≤ 0,03 mg/L | R > 0,06 mg/L |
| Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδη* | S ≤ 0,5 mg/L | R > 1 mg/L |
1 Staphylococcus spp. - οι οριακές τιμές για την ciprofloxacin σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης.
* Οριακές τιμές μη σχετιζόμενες με είδη καθορίστηκαν κυρίως με βάση τα δεδομένα ΦΚ/ΦΔ και είναι ανεξάρτητες από τις κατανομές MIC συγκεκριμένων ειδών.
Προορίζονται για χρήση μόνο για είδη στα οποία δεν έχει αποδοθεί ειδική για το είδος οριακή τιμή και όχι για εκείνα τα είδη όπου δεν συνιστώνται δοκιμές ευαισθησίας.
Ο επιπολασμός επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τον χρόνο για επιλεγμένα είδη, και είναι επιθυμητή η διάθεση πληροφοριών τοπικά σχετικά με την ανθεκτικότητα, ειδικά όταν πρόκειται για θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις ανάγκες, πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικών όταν ο τοπικός επιπολασμός ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου σε τουλάχιστον ορισμένους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση.
Ομαδοποιήσεις σχετικών ειδών σύμφωνα με την ευαισθησία στη ciprofloxacin (για τα είδη Streptococcus βλ. παράγραφο 4.4)
ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Bacillus anthracis (1)
Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Aeromonas spp.
Brucella spp.
Citrobacter koseri Francisella tularensis Haemophilus ducreyi Haemophilus influenzae* Legionella spp.
Moraxella catarrhalis* Neisseria meningitidis Pasteurella spp.
Salmonella spp.* Shigella spp.* Vibrio spp.
Yersinia pestis
Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Mobiluncus Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydia trachomatis ($)
Chlamydia pneumoniae ($)
Mycoplasma hominis ($)
Mycoplasma pneumoniae ($)
ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis ($)
Staphylococcus spp. *(2)
Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί + Acinetobacter baumannii + Burkholderia cepacia * + Campylobacter spp. * Citrobacter freundii* Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae* Escherichia coli* Klebsiella pneumoniae* Morganella morganii* Neisseria gonorrhoeae* Proteus mirabilis* Proteus vulgaris* Providencia spp.
Pseudomonas aeruginosa* Pseudomonas fluorescens Serratia marcescens* Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Peptostreptococcus spp.
Propionibacterium acnes ΕΝΔΟΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ __________________________________ Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί Actinomyces Enteroccus faecium Listeria monocytogenes Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Εξαιρούνται όπως αναγράφονται παραπάνω Άλλοι μικροοργανισμοί Mycoplasma genitalium Ureaplasma urealitycum
* Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί για ευαίσθητα απομονωθέντα στελέχη σε εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις + Ποσοστό αντίστασης ≥ 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ ($): Φυσική μέτρια ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης (1): Μελέτες έχουν διενεργηθεί σε πειραματικές λοιμώξεις ζώων λόγω εισπνοής σπόρων Bacillus anthracis, οι οποίες αποκαλύπτουν ότι η έναρξη αντιβιοτικών νωρίς μετά την έκθεση αποτρέπει την εμφάνιση της νόσου, εάν η θεραπεία γίνεται μέχρι τη μείωση του αριθμού των σπόρων στον οργανισμό υπό τη δόση για τη λοίμωξη. Η συνιστώμενη χρήση σε ανθρώπους βασίζεται αρχικά στην in-vitro ευαισθησία και σε δεδομένα δοκιμών σε ζώα μαζί με περιορισμένα δεδομένα ανθρώπων. Διάρκεια θεραπείας δύο μηνών σε ενηλίκους με από του στόματος ciprofloxacin χορηγούμενη στην ακόλουθη δόση, 500 mg δύο φορές ημερησίως, θεωρείται αποτελεσματική για την πρόληψη της λοίμωξης με άνθρακα στους ανθρώπους. Ο θεράπων ιατρός πρέπει να ανατρέξει στα εθνικά ή/και διεθνή έγγραφα σχετικά με τη θεραπεία του άνθρακα.
(2): Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus πολύ συχνά εκφράζουν συνδυασμένη αντίσταση στις φθοροκινολόνες. Το ποσοστό αντίστασης στη μεθικιλλίνη είναι γύρω στο 20 έως 50% μεταξύ όλων των ειδών των σταφυλοκόκκων, και είναι συνήθως υψηλότερο σε νοσοκομειακά στελέχη.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων 250 mg, 500 mg και 750 mg δισκίων ciprofloxacin, η ciprofloxacin απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα, κυρίως από το λεπτό έντερο, φθάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 1 - 2 ώρες αργότερα.
Εφάπαξ δόσεις 100-750 mg έδωσαν δοσοεξαρτώμενες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού (C )
max μεταξύ 0,56 και 3,7 mg/l. Οι συγκεντρώσεις ορού αυξάνονται αναλογικά με δόσεις μέχρι 1.000 mg.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 70 - 80%.
Από του στόματος δόση 500 mg χορηγούμενη κάθε 12 ώρες καταδείχθηκε ότι παράγει μια περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) χρόνου συγκέντρωσης ορού ισοδύναμη με εκείνη που παράγεται από ενδοφλέβια έγχυση 400 mg ciprofloxacin χορηγούμενη σε χρονική περίοδο 60 λεπτών κάθε 12 ώρες.
Κατανομή Η δέσμευση της ciprofloxacin με πρωτεΐνες είναι χαμηλή (20-30%), και η ουσία είναι παρούσα στο πλάσμα κυρίως σε μη ιονισμένη μορφή και έχει μεγάλο όγκο κατανομής σταθεροποιημένης κατάστασης 2 - 3 l/kg βάρους σώματος. Η ciprofloxacin φθάνει σε υψηλές συγκεντρώσεις σε μια ποικιλία ιστών όπως o πνεύμονας (επιθηλιακό υγρό, κυψελιδικά μακροφάγα, ιστός βιοψίας), oι παραρρινικές κοιλότητες, σε φλεγμονώδεις βλάβες (υγρό φυσαλίδων από κανθαριδίνες), και η ουρογεννητική οδός (ούρα, προστάτης, ενδομήτριο)
όπου επιτυγχάνονται συνολικές συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν εκείνες των συγκεντρώσεων του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Αναφέρθηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις τεσσάρων μεταβολιτών που αναγνωρίστηκαν ως:
δεσαιθυλενοσιπροφλοξασίνη (M 1), σουλφοσιπροφλοξασίνη (M 2), οξοσιπροφλοξασίνη (M 3) και φορμυλσιπροφλοξασίνη (M 4). Οι μεταβολίτες εμφανίζουν in-vitro αντιμικροβιακή δράση, αλλά σε χαμηλότερο βαθμό από ό,τι η μητρική ουσία.
Είναι γνωστό ότι η ciprofloxacin είναι μέτριος αναστολέας των ισοενζύμων CYP 450 1A2.
Αποβολή Η ciprofloxacin απεκκρίνεται αμετάβλητη σε μεγάλο βαθμό μέσω της νεφρικής οδού και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω των κοπράνων. Η ημίσεια ζωή απέκκρισης ορού σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι περίπου 4-7 ώρες.
| Απέκκριση της ciprofloxacin (% της δόσης) | ||
|---|---|---|
| Από στόματος χορήγηση | ||
| Ούρα | Κόπρανα | |
| Ciprofloxacin | 44,7 | 25,0 |
| Μεταβολίτες (M -M ) 1 4 | 11,3 | 7,5 |
Η νεφρική κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 180-300 ml/kg/h και η ολική κάθαρση από το σώμα κυμαίνεται μεταξύ 480-600 ml/kg/h. Η ciprofloxacin υπόκειται σε σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση. Σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία οδηγεί σε αυξημένη ημίσεια ζωή της ciprofloxacin έως και 12 ώρες.
Η μη νεφρική κάθαρση της ciprofloxacin οφείλεται κυρίως στην ενεργό διεντερική απέκκριση, και στον μεταβολισμό. 1% της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού. Η ciprofloxacin είναι παρούσα στη χολή σε υψηλές συγκεντρώσεις.
Παιδιατρικοί ασθενείς Τα διαθέσιμα δεδομένα για την τεκμηρίωση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι περιορισμένα.
Σε μια μελέτη σε παιδιά, οι C και AUC δεν ήταν εξαρτώμενες από την ηλικία (άνω του max ενός έτους). Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική αύξηση στις C και AUC με πολλαπλές max δόσεις (10 mg/kg τρεις φορές την ημέρα).
Σε 10 παιδιά με σοβαρή σηψαιμία, η C ήταν 6,1 mg/l (εύρος 4,6 - 8,3 mg/l) μετά από max ενδοφλέβια έγχυση 1 ώρας σε 10 mg/kg για παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους συγκριτικά με 7,2 mg/l (εύρος 4,7 - 11,8 mg/l) για παιδιά ηλικίας μεταξύ 1 και 5 ετών. Οι τιμές AUC ήταν 17,4 mg*h/l (εύρος 11,8 - 32,0 mg*h/l) και 16,5 mg*h/l (εύρος 11,0 - 23,8 mg*h/l) στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες.
Αυτές οι τιμές εμπίπτουν στο αναφερόμενο εύρος για ενηλίκους στις θεραπευτικές δόσεις.
Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιατρικό πληθυσμό ασθενών με διάφορες λοιμώξεις, η προβλεπόμενη μέση ημίσεια ζωή στα παιδιά είναι περίπου 4 - 5 ώρες και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου εναιωρήματος κυμαίνεται από 50 έως 80%.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες τοξικότητας εφάπαξ δόσης, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης ή τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.
Όπως και άλλες κινολόνες, η ciprofloxacin είναι φωτοτοξική στα ζώα σε κλινικά σχετικά επίπεδα έκθεσης. Δεδομένα για την ενδεχόμενη φωτομεταλλαξιογόνο / φωτοκαρκινογόνο δράση δείχνουν χαμηλή φωτομεταλλαξιογόνο η φωτοογκογόνο δράση της ciprofloxacin σε
in-vitro πειράματα και σε ζώα. Αυτή η δράση ήταν συγκρίσιμη με εκείνη άλλων αναστολέων της γυράσης.
Ανοχή από τις αρθρώσεις Όπως αναφέρθηκε για άλλους αναστολείς της γυράσης, η ciprofloxacin προκαλεί βλάβη στις μεγάλες φέρουσες το βάρος αρθρώσεις σε ανώριμα ζώα. Η έκταση της βλάβης στους χόνδρους ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το είδος και τη δόση και μπορεί να μειωθεί εάν αφαιρεθεί το βάρος από τις αρθρώσεις. Μελέτες σε ώριμα ζώα (αρουραίος, σκύλος) δεν αποκάλυψαν σημεία βλαβών στους χόνδρους. Σε μια μελέτη σε νεαρούς σκύλους beagle, η ciprofloxacin προκάλεσε σοβαρές μεταβολές στις αρθρώσεις σε θεραπευτικές δόσεις μετά από δύο εβδομάδες θεραπείας, οι οποίες μπορούσαν να παρατηρηθούν και μετά από 5 μήνες.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Έκδοχα:
Άμυλο αραβοσίτου, Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, Κροσποβιδόνη, Κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου άνυδρο, Στεατικό μαγνήσιο Έκδοχα επικάλυψης:
Υπρομελλόζη, Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000, Διοξείδιο του τιτανίου (E 171).
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Χάρτινο κουτί με διαφανείς κυψέλες από PVC / αλουμίνιο Ladinin 750 mg: 10, 20 και 100 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
PHARMATHEN INVESTMENTS GROUP LIMITED, CYPRUS ΚΡΗΤΗΣ 32, PAPACHRISTOFOROU BUILDING, 4ος όροφος, 3087, ΛΕΜΕΣΟΣ, ΚΥΠΡΟΣ Τηλ: 210- 6604 300 Fax: 210-6666749 e-mail: info@pharmathen.com Τοπικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα:
INNOVIS PHARMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Δ.Τ. «INNOVIS PHARMA Α.Ε.Β.Ε.»
ΕΔΡΑ: Λ. ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ ΑΡ. 144 – Τ.Κ.: 15351 ΠΑΛΛΗΝΗ
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
19069/24-02-2016
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 24-02-2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 24-02-2016