Clinio Logo
Clinio
LEUPROL › ΠΧΠ

LEUPROL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 14 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

LEUPROL 11,25 mg / vial κόνις και διαλύτης για ενέσιμο εναιώρημα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 11,25 mg οξικής λευπρορελίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο εναιώρημα (για τριμηνιαία χορήγηση)

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το LEUPROL 11,25 mg ενδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:

● Μεταστατικός καρκίνος του προστάτη.

● Τοπικά προχωρημένος καρκίνος του προστάτη, ως εναλλακτική του χειρουργικού ευνουχισμού.

● Ως συμπληρωματική θεραπεία ακτινοθεραπείας σε ασθενείς με υψηλού κινδύνου εντοπισμένο ή τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη.

● Ως συμπληρωματική θεραπεία της ριζικής προστατεκτομής σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο καρκίνο του προστάτη με υψηλό κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.

Στις κλινικές μελέτες, η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της οξικής λευπρορελίνης 11,25 mg είναι συγκρίσιμη με αυτές που παρέχει η ημερήσια υποδόρια χορήγηση.

ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ Το LEUPROL 11,25 mg ενδείκνυται στην θεραπεία των λειομυωμάτων της μήτρας προεμμηνοπαυσιακών ασθενών για θεραπεία διαρκείας μέχρι 6 μηνών, εφόσον στους 3 μήνες η επανεξέταση δικαιολογεί τη συνέχιση της θεραπείας.

Η θεραπεία μπορεί είτε να προηγηθεί μιας ινομυωματεκτομής ή υστερεκτομής, είτε να δοθεί για ανακούφιση των συμπτωμάτων κατά την περιεμμηνοπαυσιακή περίοδο σε γυναίκες που δεν επιθυμούν να χειρουργηθούν.

ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ Το LEUPROL 11,25 mg ενδείκνυται στην θεραπεία της ενδομητρίωσης και για περίοδο διαρκείας μέχρι έξι μηνών, εφόσον στους 3 μήνες η επανεξέταση δικαιολογεί τη συνέχιση της θεραπείας.

Η θεραπεία μπορεί να δοθεί ως μονοθεραπεία ή συμπληρωματικά με την χειρουργική αντιμετώπιση.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ To LEUPROL 11,25 mg ενδείκνυται στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού σε προ- και περι- εμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις οποίες ενδείκνυται η χορήγηση λευπρορελίνης.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Το LEUPROL 11,25 mg χορηγείται υπό ιατρική παρακολούθηση. Η συνιστώμενη δόση (οξική λευπρορελίνη για εναιώρημα depot) είναι 11,25 mg κάθε 3 μήνες.

Λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών απελευθέρωσης, μια κλασματική δόση που είναι μέρος αυτής της τριμηνιαίας περιεκτικότητας δεν ισοδυναμεί με μια δόση της μηνιαίας περιεκτικότητας. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να χορηγείται τμηματικά.

Τρόπος χορήγησης Το LEUPROL 11,25 mg πρέπει να προετοιμάζεται, να ανασυστάται και να χορηγείται μόνο από επαγγελματίες υγείας οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις διαδικασίες.

Τα λυοφιλοποιημένα μικροσφαίρια της περιεκτικότητας αυτής, αφού ανασυσταθούν θα πρέπει να χορηγούνται με εφάπαξ υποδόρια ή ενδομυϊκή ένεση κάθε τρεις μήνες, σύμφωνα με τις ακόλουθες οδηγίες:

1. Χρησιμοποιήσατε σύριγγα με βελόνα 23 gauge, ανασύρατε 2,0 ml διαλύτη από την φύσιγγα.

Εγχύσατε τον διαλύτη στο φιαλίδιο, με άσηπτη τεχνική. (Έχει προβλεφθεί μεγαλύτερη ποσότητα διαλύτη. Η ποσότητα που περισσεύει απορρίπτεται).

2. Ανακινήστε καλά το περιεχόμενο του φιαλιδίου μέχρι να σχηματιστεί ένα ομοιογενές

εναιώρημα γαλακτώδους χροιάς.

3. Αναρροφήσατε αμέσως ολόκληρο το περιεχόμενο του φιαλιδίου στην σύριγγα και ενέσατέ το αμέσως. Σχηματίζεται ίζημα ταχέως μετά την ανασύσταση. Γι’ αυτό, είναι προτιμότερο το Depot οξικής λευπρορελίνης 11,25 mg για τριμηνιαία χορήγηση, να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την ανασύσταση.

Παρ’ όλο που το διάλυμα παραμένει σταθερό επί ένα 24ωρο μετά την ανασύσταση, θα πρέπει να αχρηστεύεται εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως μετά την ανασύσταση επειδή δεν περιέχει συντηρητικά.

Για την ανασύσταση του Leuprol Depot 11,25 mg για τριμηνιαία χορήγηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται άλλος διαλύτης απ’ αυτόν που διατίθεται στην συσκευασία.

4.3 Αντενδείξεις

Το LEUPROL 11,25 mg αντενδείκνυται:

- σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην οξική λευπρορελίνη, σε παρεμφερή εννεαπεπτίδια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις αναφυλαξίας.

- κατά την κύηση ή όταν υφίσταται πιθανότητα εγκυμοσύνης,

- σε ασθενείς με αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Προειδοποιήσεις Μεμονωμένες περιπτώσεις επιδείνωσης των συμπτωμάτων κατά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας έχουν αναφερθεί με τα ανάλογα της ορμόνης LH-RH. Μικρός αριθμός ασθενών μπορεί να παρουσιάσει παροδική αύξηση των οστικών πόνων, που μπορεί να αντιμετωπισθούν συμπτωματικά. Η επιδείνωση των συμπτωμάτων σε ασθενείς με μεταστάσεις στη σπονδυλική στήλη ενδέχεται να προκαλέσει μέχρι και παράλυση με ή χωρίς θανατηφόρες επιπλοκές. Στους ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο, ο γιατρός μπορεί να προτιμήσει την ημερήσια έγχυση οξικής λευπρορελίνης στις δύο πρώτες εβδομάδες της θεραπείας, προκειμένου να διευκολυνθεί η διακοπή της θεραπείας, αν κρίνεται απαραίτητο.

Έχουν αναφερθεί υπεργλυκαιμία και αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη σε άνδρες που λαμβάνουν αγωνιστές GnRH. Η υπεργλυκαιμία ενδέχεται να υποκρύπτει ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη ή επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη. Tα επίπεδα της γλυκόζης αίματος και / ή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωνιστές GnRH πρέπει να παρακολουθούνται περιοδικά και να αντιμετωπίζονται βάσει της τρέχουσας πρακτικής για τη θεραπεία της υπεργλυκαιμίας ή του διαβήτη.

Έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου, αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και εγκεφαλικού επεισοδίου σε σχέση με τη χρήση των αγωνιστών GnRH στους άνδρες. Ο κίνδυνος φαίνεται μικρός βάσει του αναφερομένου σχετικού λόγου πιθανοτήτων (odds ratios) και θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά μαζί με τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου όταν καθορίζεται θεραπεία για ασθενείς με καρκίνο του προστάτη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αγωνιστές GnRH θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου και να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα κλινική πρακτική.

Επίδραση στο Διάστημα QT / QTc Η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μπορεί να επιμηκύνει το διάστημα QT.

Σε ασθενείς με ιστορικό ή παράγοντες κινδύνου για επιμήκυνση του διαστήματος QT και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορούν να επιμηκύνουν το διάστημα QT (βλ. παράγραφο 4.5), οι γιατροί θα πρέπει να εκτιμήσουν τη σχέση οφέλους-κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας για κοιλιακή ταχυκαρδία (Torsades de pointes) πριν από την έναρξη του LEUPROL.

ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ Κατά την πρώιμη φάση της θεραπείας, οι ορμόνες του φύλου εμφανίζουν μία παροδική αύξηση λόγω του τρόπου δράσεως του φαρμάκου. Κατά συνέπεια, μπορεί να παρατηρηθεί κατά τις πρώτες μέρες θεραπείας παροδική επιδείνωση των κλινικών συμπτωμάτων που υποχωρούν με τη συνέχιση της θεραπείας και χορήγηση κατάλληλων δόσεων. Ωστόσο, μετά από συνεχή θεραπεία για την αντιμετώπιση υποβλεννογονικών ινομυωμάτων της μήτρας με το LEUPROL 3,75 mg υπήρξαν αναφορές σοβαρής κολπικής αιμορραγίας για τις οποίες απαιτήθηκε ιατρική ή χειρουργική παρέμβαση.

Η ασφαλής χρήση της οξικής λευπρορελίνης κατά τη διάρκεια της κύησης δεν έχει τεκμηριωθεί κλινικά. Ως εκ τούτου, πριν την έναρξη της θεραπείας με οξική λευπρορελίνη, θα πρέπει να αποκλεισθεί η πιθανότητα κύησης. Η οξική λευπρορελίνη δεν είναι αντισυλληπτικό. Εάν απαιτούνται μέτρα αντισύλληψης, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μία μη ορμονική μέθοδος.

Προφυλάξεις Οστική Πυκνότητα Κατά τη διάρκεια της υποοιστρογονικής αγωγής, μπορεί να παρατηρηθούν αλλοιώσεις στην οστική πυκνότητα. Η μείωση της οστικής πυκνότητας είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.

Ασθενείς με μεταστατικές αλλοιώσεις στη σπονδυλική στήλη ή/και με απόφραξη των ουροφόρων οδών πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

Εργαστηριακές δοκιμασίες:

Η ανταπόκριση στην οξική λευπρορελίνη αξιολογείται με τη μέτρηση των επιπέδων της τεστοστερόνης, όξινης προστατικής φωσφατάσης και ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA). Στους περισσότερους ασθενείς τα επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνονται κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας και στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας μειώνονται προς τα φυσιολογικά επίπεδα ή ακόμα πιο κάτω. Τα επίπεδα ευνουχισμού επιτυγχάνονται 2 έως 4 εβδομάδες μετά την έναρξη θεραπείας και διατηρούνται σε αυτά όσο ο ασθενής λαμβάνει μια ενέσιμη δόση. Παροδική αύξηση της όξινης προστατικής φωσφατάσης ή του PSA προκύπτει μερικές φορές στην αρχή της θεραπείας. Όμως, ως την 4η εβδομάδα, τα επίπεδα επανέρχονται συνήθως στις φυσιολογικές τιμές ή γύρω σε αυτές, σε ασθενείς με ορμονοεξαρτώμενο νεόπλασμα.

ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΧΡΗΣΗ Επειδή η μείωση της πυκνότητας των οστών αναμένεται ως επακόλουθο φυσικής εμμηνόπαυσης, είναι δυνατόν επίσης να προκύψει κατά την φαρμακευτική πρόκληση υποοιστρογονικής καταστάσεως. Κατά τις παρατηρήσεις, η μείωση της πυκνότητας των οστών υπήρξε αναστρέψιμη μετά το τέλος μιας εξάμηνης θεραπείας με οξική λευπρορελίνη. Η μέγιστη διάρκεια θεραπείας για την αντιμετώπιση καλοήθων γυναικολογικών παθήσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες, εφόσον στους 3 μήνες η επανεξέταση δικαιολογεί τη συνέχιση της θεραπείας, διότι επί του παρόντος δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα για μεγαλύτερο διάστημα.

Σπασμοί Μετά την κυκλοφορία υπάρχουν αναφορές σπασμών σε ασθενείς υπό θεραπεία οξικής λευπρορελίνης.

Αυτές περιελάμβαναν ασθενείς σε γυναικείους και παιδιατρικούς πληθυσμούς, ασθενείς με ιστορικό σπασμών, επιληψίας, αγγειοεγκεφαλικών διαταραχών, ανωμαλιών ή όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος και ασθενείς υπό αγωγή με συγχορηγούμενα φάρμακα που έχουν σχετισθεί με σπασμούς όπως βουπροπριόνη και SSRIs. Έχουν επίσης αναφερθεί σπασμοί σε ασθενείς απουσία οποιασδήποτε πάθησης από αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Επειδή η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μπορεί να επιμηκύνει το διάστημα QT, η ταυτόχρονη χρήση του LEUPROL με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QT ή φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να προκαλέσουν κοιλιακή ταχυκαρδία (Torsades de pointes) όπως αντιαρρυθμικά φάρμακα κατηγορίας ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) ή κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ.

αμιοδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), μεθαδόνη, μοξιφλοξασίνη, αντιψυχωσικά, κ.λπ., θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά (βλ. παράγραφο 4.4).

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης με το Depot οξικής λευπρορελίνης 11,25 mg για χορήγηση κάθε τρεις μήνες. Οπωσδήποτε όμως, επειδή η οξική λευπρορελίνη είναι ένα πεπτίδιο που κυρίως διασπάται από την πεπτιδάση και όχι από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ-450 όπως έχει αναφερθεί σε ειδικές μελέτες, και επειδή το φάρμακο συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό της τάξεως του 46% μόνο, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις.

Φάρμακο / Εργαστηριακές δοκιμασίες αλληλεπίδρασης Η χορήγηση της οξικής λευπρορελίνης σε γυναίκες έχει ως αποτέλεσμα την καταστολή της λειτουργίας του άξονα υπόφυσης-γονάδων. Η φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός τριών μηνών από τη διακοπή της θεραπείας με LEUPROL. Ως εκ τούτου, διαγνωστικές εξετάσεις των λειτουργιών του ως άνω άξονα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή σε διάστημα μέχρι τριών μηνών από τη διακοπή της, μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένα συμπεράσματα.

4.6 Κύηση και γαλουχία

Κύηση:

Αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

Είναι πιθανό να προκύψει αποβολή όταν το φάρμακο χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Kατά συνέπεια, στη θεραπεία της ενδομητρίωσης και των ινομυωμάτων πρέπει να λαμβάνονται αποτελεσματικά μηχανικά μέτρα αντισύλληψης.

Θηλασμός:

Δεν είναι γνωστό εάν η οξική λευπρορελίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Κατά συνέπεια, το LEUPROL 11,25 mg δεν πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσα μητέρα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το LEUPROL 11,25 mg δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται συχνά με τις φαρμακολογικές δράσεις της οξικής λευπρορελίνης στη στεροειδογένεση:

Άνδρες:

Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες):

αναζωπύρωση όγκου προστάτη, επιδείνωση καρκίνου προστάτη Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: αύξηση βάρους, απώλεια βάρους Ψυχιατρικές διαταραχές: απώλεια ή μείωση της γενετήσιας ορμής, γενετήσια ορμή αυξημένη Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία, μυϊκή αδυναμία

Αγγειακές διαταραχές: αγγειοδιαστολή, εξάψεις, υπόταση, ορθοστατική υπόταση Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: ξηροδερμία, υπεριδρωσία, εξάνθημα, κνίδωση, ανώμαλη τριχοφυΐα, διαταραχή τριχοφυΐας, νυκτερινοί ιδρώτες, υποτρίχωση, διαταραχές μελάγχρωσης, κρύος ιδρώτας, υπερτρίχωση Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: γυναικομαστία, ευαισθησία μαστού, στυτική δυσλειτουργία, άλγος όρχεων, διόγκωση μαστού, μαστωδυνία, άλγος προστάτη, οίδημα πέους, διαταραχή πέους, ατροφία όρχεως Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: ξηρότητα βλεννογόνου Παρακλινικές εξετάσεις: αυξημένο PSA, μειωμένη οστική πυκνότητα Μακροχρόνια έκθεση (6 έως 12 μήνες): Σακχαρώδης διαβήτης, διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης, αύξηση ολικής χοληστερόλης, αύξηση LDL, αυξημένα τριγλυκερίδια, οστεοπόρωση.

Γυναίκες:

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: αύξηση βάρους, απώλεια βάρους Ψυχιατρικές διαταραχές: απώλεια ή μείωση της γενετήσιας ορμής, γενετήσια ορμή αυξημένη, συναισθηματική αστάθεια Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία Αγγειακές διαταραχές: εξάψεις, αγγειοδιαστολή, υπόταση Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: ακμή, σμηγματόρροια, ξηροδερμία, κνίδωση, οσμή δέρματος μη φυσιολογική, υπεριδρωσία, ανώμαλη τριχοφυΐα, υπερτρίχωση, διαταραχή τριχοφυΐας, έκζεμα, διαταραχή όνυχα, νυκτερινοί ιδρώτες Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: κολπική αιμορραγία, δυσμηνόρροια, διαταραχές εμμήνου ρύσης, διόγκωση μαστού, συμφορητική διόγκωση μαστού, ατροφία μαστού, έκκριση γεννητικών οργάνων, κολπικό έκκριμα, γαλακτόρροια, μαστοδυνία, μητρορραγία, συμπτώματα εμμηνόπαυσης, δυσπαρεύνια, διαταραχή μήτρας, κολπίτιδα, μηνορραγία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: αίσθηση θερμού, ευερεθιστότητα Παρακλινικές εξετάσεις: μειωμένη οστική πυκνότητα Μακροχρόνια έκθεση (6 έως 12 μήνες): Σακχαρώδης διαβήτης, διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης,αύξηση ολικής χοληστερόλης, αύξηση LDL, αύξηση τριγλυκεριδίων, οστεοπόρωση.

Παιδιά:

Ψυχιατρικές διαταραχές: συναισθηματική αστάθεια Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία Αγγειακές διαταραχές: αγγειοδιαστολή Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: ακμή /σμηγματόρροια, εξάνθημα συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: κολπική αιμορραγία, κολπικό έκκριμα, κολπίτιδα Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: άλγος, αντίδραση της θέσης ένεσης συμπεριλαμβανομένου αποστήματος Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή:

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τη χορήγηση λευπρορελίνης σχετίζονται με την αυξημένη παραγωγή οιστρογόνων η οποία είναι συνήθως μικρής διάρκειας μετά από θεραπεία για την πρόκληση ωορρηξίας:

Ψυχιατρικές διαταραχές: συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία

Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία Αγγειακές διαταραχές: έξαψη Διαταραχές του συστήματος αναπαραγωγής και του μαστού: αιμορραγία μήτρας, μηνορραγία, ωοθηκική κύστη Τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη θεραπείας με λευπρορελίνη, οι ωοθήκες μπορεί να υπερδιεγερθούν λόγω αύξησης των ενδογενών γοναδοτροπινών. Σε 20-30% των κύκλων οι κύστεις των ωοθηκών εμφανίζονται μετά από 1-3 εβδομάδες θεραπείας. Αυτές μπορεί να κατασταλούν με τη συνέχιση της θεραπείας με λευπρορελίνη ή σε περίπτωση αποτυχίας με διακολπική παρακέντηση με τη βοήθεια υπερηχογραφικής παρατήρησης.

Κλινικές Μελέτες και Μετά την Κυκλοφορία:

Οι ακόλουθες ενότητες παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες ή κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Ταξινομούνται ανά πληθυσμό ασθενών: Άνδρες, Γυναίκες, Παιδιά.

Άνδρες Καρκίνος Προστάτη Στην πλειοψηφία των ασθενών τα επίπεδα τεστοστερόνης αυξήθηκαν πάνω από την τιμή αναφοράς κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας, ενώ μειώθηκαν κατόπιν στα επίπεδα της τιμής αναφοράς ή χαμηλότερα προς το τέλος της δεύτερης εβδομάδας θεραπείας. Η πιθανή παρόξυνση των σημείων και συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας είναι λόγος ανησυχίας σε ασθενείς με σπονδυλικές μεταστάσεις και /ή απόφραξη των ουροφόρων οδών ή αιματουρία γιατί ενδεχόμενη επιδείνωση μπορεί να οδηγήσει σε νευρολογικά προβλήματα όπως προσωρινή αδυναμία και /ή παραισθησία των κάτω άκρων ή επιδείνωση των συμπτωμάτων του ουρολογικού (βλέπε Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις).

Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει όλες τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τη συχνότητα εμφάνισης (πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), άγνωστες (δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η συχνότητα βάση των διαθέσιμων δεδομένων) από κλινικές μελέτες για τον καρκίνο του προστάτη και από εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Το κενό δείχνει ότι η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν παρατηρήθηκε από αυτή την συγκεκριμένη πηγή.

Εφόσον η οξική λευπρορελίνη έχει πολλαπλές ενδείξεις και, ως εκ τούτου, διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών, κάποιες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία δεν μπορεί να ισχύουν για κάθε ασθενή. Για την πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών αυτών δεν έχει τεκμηριωθεί η σχέση αίτιου / αιτιατού.

Πίνακας 1: Καρκίνος του προστάτη

Κατηγορία Οργάνου ΣυστήματοςΑνεπιθύμητη ΕνέργειαΣυχνότητα EC001, EC 002 n=181Συχνότητα Μετά την κυκλοφορία
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΛοίμωξηΆγνωστες
ΒρογχίτιδαΣυχνές
ΟυρολοίμωξηΣυχνέςΆγνωστες
Επιμολυνθείσα κύστηΌχι συχνές
Ιογενής λοίμωξηΌχι συχνές
ΚαντιντίασηΌχι συχνές
ΣηψαιμίαΌχι συχνές
ΦαρυγγίτιδαΆγνωστες
ΠνευμονίαΆγνωστες
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)ΨευδολύμφωμαΌχι συχνές
Καρκίνος δέρματοςΆγνωστες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΑναιμίαΣυχνέςΆγνωστες
ΗωσινοφιλίαΌχι συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΥπερευαισθησίαΌχι συχνές
Αναφυλακτική αντίδρασηΆγνωστες
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΒρογχοκήληΆγνωστες
Αποπληξία υπόφυσηςΆγνωστες
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΑνορεξίαΣυχνές
Σακχαρώδης διαβήτηςΆγνωστες
Όρεξη αυξημένηΆγνωστες
ΥπεργλυκαιμίαΌχι συχνές
ΥπογλυκαιμίαΌχι συχνέςΆγνωστες
ΑφυδάτωσηΌχι συχνέςΆγνωστες
ΥπερλιπιδαιμίαΆγνωστες
ΥπερφωσφαταιμίαΆγνωστες
ΥποπρωτεϊναιμίαΆγνωστες
Μη φυσιολογική αύξηση βάρουςΠολύ συχνές
Μη φυσιολογική μείωση βάρουςΣυχνές
Ψυχιατρικές διαταραχέςΔιακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσηςΆγνωστες
ΝευρικότηταΆγνωστες
Γενετήσια ορμή μειωμένηΠολύ συχνές
Γενετήσια ορμή αυξημένηΆγνωστες
ΑϋπνίαΣυχνέςΆγνωστες
Διαταραχή ύπνουΆγνωστες
ΚατάθλιψηΣυχνέςΆγνωστες
ΆγχοςΆγνωστες
Παραληρητική ιδέαΆγνωστες
Ιδεασμός αυτοκτονίαςΆγνωστες
Απόπειρα αυτοκτονίαςΆγνωστες
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάληΌχι συχνέςΆγνωστες
ΚεφαλαλγίαΣυχνέςΆγνωστες
ΠαραισθησίαΣυχνέςΆγνωστες
ΛήθαργοςΆγνωστες
ΥπνηλίαΌχι συχνές
Επηρεασμένη μνήμηΆγνωστες
ΔυσγευσίαΆγνωστες
ΥπαισθησίαΆγνωστες
ΣυγκοπήΆγνωστες
ΤρόμοςΌχι συχνές
Απλές εστιακές επιληπτικές κρίσειςΌχι συχνές
Περιφερική νευροπάθειαΆγνωστες
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΆγνωστες
Απώλεια συνείδησηςΆγνωστες
Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΆγνωστες
ΠαράλυσηΆγνωστες
ΝευρομυοπάθειαΆγνωστες
ΣπασμόςΆγνωστες
Οφθαλμικές διαταραχέςΌραση θαμπήΆγνωστες
Οφθαλμικές διαταραχέςΆγνωστες
Οπτική δυσλειτουργίαΆγνωστες
ΑμβλυωπίαΆγνωστες
ΞηροφθαλμίαΆγνωστες
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΕμβοέςΆγνωστες
Έκπτωση της ακουστικής οξύτηταςΆγνωστες
Καρδιακές διαταραχέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΆγνωστες
ΑρρυθμίαΆγνωστες
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΆγνωστες
Ασταθής στηθάγχηΌχι συχνέςΆγνωστες
ΤαχυκαρδίαΆγνωστες
Καρδιακή ανεπάρκειαΌχι συχνές
ΒραδυκαρδίαΌχι συχνέςΆγνωστες
Κολποκοιλιακός αποκλεισμόςΌχι συχνές
Επιμήκυνση του διαστήματος QT (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5)Άγνωστες
Αγγειακές διαταραχέςΕξάψειςΠολύ συχνές
ΛεμφοοίδημαΣυχνέςΆγνωστες
ΥπέρτασηΣυχνέςΆγνωστες
ΘρομβοφλεβίτιδαΣυχνές
ΦλεβίτιδαΆγνωστες
ΘρόμβωσηΆγνωστες
ΑνεύρυσμαΌχι συχνές
Κυκλοφορική κατέρρειψηΌχι συχνές
ΈξαψηΌχι συχνές
ΑιμάτωμαΌχι συχνές
ΥπότασηΆγνωστες
ΚιρσόςΆγνωστες
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίουΥπεζωκοτική τριβήΆγνωστες
Πνευμονική ίνωσηΆγνωστες
ΕπίσταξηΆγνωστες
ΔύσπνοιαΣυχνέςΆγνωστες
ΑιμόπτυσηΆγνωστες
ΒήχαςΌχι συχνέςΆγνωστες
ΆσθμαΣυχνές
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαΌχι συχνές
Υπεζωκοτική συλλογήΆγνωστες
Διήθηση πνεύμοναΆγνωστες
Διαταραχή αναπνευστικού συστήματοςΆγνωστες
Συμφόρηση κόλπων του προσώπουΆγνωστες
Πνευμονική εμβολήΆγνωστες
Διάμεση πνευμονοπάθειαΆγνωστες
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΔυσκοιλιότηταΣυχνέςΆγνωστες
ΝαυτίαΣυχνέςΆγνωστες
ΈμετοςΆγνωστες
ΓαστρίτιδαΌχι συχνές
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήναΆγνωστες
Διάταση της κοιλίαςΆγνωστες
ΔιάρροιαΆγνωστες
Δυσφαγία συστήματοςΆγνωστες
ΞηροστομίαΆγνωστες
Δωδεκαδακτυλικό έλκοςΆγνωστες
Διαταραχές του γαστρεντερικούΆγνωστες
Πεπτικό έλκοςΆγνωστες
Πολύποδας του ορθούΆγνωστες
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΗπατική λειτουργία μη φυσιολογικήΆγνωστες
Ηπατίτιδα χολοστατικήΌχι συχνές
Ηπατοκυτταρική κάκωσηΌχι συχνές
ΊκτεροςΆγνωστες
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΑλωπεκίαΌχι συχνέςΆγνωστες
ΕκχύμωσηΆγνωστες
ΕξάνθημαΌχι συχνέςΆγνωστες
ΞηροδερμίαΌχι συχνέςΆγνωστες
Αντίδραση από φωτοευαισθησίαΆγνωστες
ΚνίδωσηΆγνωστες
ΥπεριδρωσίαΠολύ συχνές
ΔερματίτιδαΆγνωστες
Ανώμαλη ανάπτυξη τριχώματοςΆγνωστες
ΚνησμόςΣυχνέςΆγνωστες
Διαταραχές μελάγχρωσηςΆγνωστες
Βλάβη δέρματοςΆγνωστες
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΆλγος οστούΠολύ συχνές
ΜυαλγίαΌχι συχνέςΆγνωστες
Οίδημα του οστούΆγνωστες
ΑρθροπάθειαΆγνωστες
ΑρθραλγίαΣυχνέςΆγνωστες
ΟσφυαλγίαΣυχνές
Μυϊκή αδυναμίαΣυχνές
Πόνος στα άκραΣυχνές
Μυϊκοί σπασμοίΌχι συχνές
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΆγνωστες
ΤενοντοθηκίτιδαΆγνωστες
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΑκράτεια ούρωνΌχι συχνέςΆγνωστες
ΔυσουρίαΣυχνές
Συχνή επιτακτική ούρησηΌχι συχνέςΆγνωστες
Επιτακτική ούρησηΆγνωστες
ΑιματουρίαΣυχνέςΆγνωστες
ΝυκτουρίαΠολύ συχνές
Κατακράτηση ούρωνΌχι συχνές
Διαταραχή ούρησηςΌχι συχνές
Σπασμός ουροδόχου κύστηςΆγνωστες
Διαταραχή των ουροφόρων οδώνΆγνωστες
Απόφραξη ουροφόρων οδώνΆγνωστες
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΓυναικομαστίαΣυχνέςΆγνωστες
Ευαισθησία μαστούΆγνωστες
Στυτική δυσλειτουργίαΠολύ συχνές
Ατροφία όρχεωνΆγνωστες
Άλγος όρχεωνΆγνωστες
ΜαστωδυνίαΆγνωστες
Διαταραχή όρχεωνΠολύ συχνέςΆγνωστες
Οίδημα πέουςΆγνωστες
Διαταραχή πέουςΆγνωστες
Άλγος προστάτηΆγνωστες
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΆλγοςΣυχνέςΆγνωστες
Θωρακικό άλγοςΌχι συχνές
ΟίδημαΆγνωστες
Περιφερικό οίδημαΣυχνές
Οίδημα λόγω βαρύτηταςΌχι συχνές
Οίδημα της θέσης ένεσηςΣυχνές
Ξηρότητα βλεννογόνουΌχι συχνές
ΕξασθένισηΣυχνέςΆγνωστες
ΚόπωσηΠολύ συχνές
ΠυρεξίαΆγνωστες
Αντίδραση της θέσης ένεσηςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Φλεγμονή της θέσης ένεσηςΆγνωστες
Μάζα της θέσης ένεσηςΣυχνές
Άλγος της θέσης ένεσηςΣυχνέςΆγνωστες
Σκλήρυνση της θέσης ένεσηςΆγνωστες
Απόστημα της θέσης ένεσης άσηπτοΆγνωστες
Αιμάτωμα της θέσης ένεσηςΆγνωστες
ΡίγηΆγνωστες
ΌζοςΆγνωστες
ΔίψαΆγνωστες
Αίσθημα κακουχίαςΌχι συχνές
Γριππώδης συνδρομήΣυχνές
Διαταραχή βαδίσματοςΌχι συχνές
ΦλεγμονήΆγνωστες
Πυελική ίνωσηΆγνωστες
Παρακλινικές εξετάσειςΟυρία αίματος αυξημένηΆγνωστες
Ουρικό οξύ αίματος αυξημένοΆγνωστες
Κρεατινίνη αίματος αυξημένηΆγνωστες
Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων αυξημένηΌχι συχνές
Ασβέστιο αίματος αυξημένοΆγνωστες
Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένηΣυχνές
Γαλακτική υδρογονάση αίματος αυξημένηΣυχνές
Ειδικό προστατικό αντιγόνο αυξημένοΣυχνές
Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένηΣυχνές
Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένηΣυχνές
γ-Γλουταμυλοτρανσφεράση αυξημένηΣυχνές
Ηλεκτροκαρδιογράφημα μη φυσιολογικόΣυχνέςΆγνωστες
Ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα ισχαιμίας μυοκαρδίουΆγνωστες
Τεστοστερόνη αίματος αυξημένηΌχι συχνές
Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικέςΆγνωστες
Αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένοςΆγνωστες
Κάλιο αίματος μειωμένοΆγνωστες
Αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένοςΆγνωστες
Αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένοςΆγνωστες
Χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένοςΆγνωστες
Χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένοςΆγνωστες
Καρδιακό φύσημαΆγνωστες
Χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη αυξημένηΆγνωστες
Τριγλυκερίδια αίματος αυξημέναΆγνωστες
Χολερυθρίνη αίματος αυξημένηΆγνωστες
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμώνΚάταγμαΌχι συχνές
Κάταγμα σπονδυλικής στήληΆγνωστες
Κάκωση της κεφαλήςΌχι συχνές
ΠτώσηΌχι συχνές
Απόφραξη συσκευήςΌχι συχνές
Χειρουργικοί και άλλοι ιατρικοί χειρισμοίΕξαίρεση όγκουΌχι συχνές
Διουρηθρική εξαίρεση ουροδόχου κύστηςΌχι συχνές
ΛιθοτριψίαΌχι συχνές

Γυναίκες:

Ο Πίνακας 2 παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τη συχνότητά τους (πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), άγνωστες (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα) από κλινικές μελέτες για την ενδομητρίωση, ινομυώματα της μήτρας και καρκίνο του μαστού και από εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Το κενό δείχνει ότι η ανεπιθύμητη ενέργεια δεν παρατηρήθηκε από αυτή τη συγκεκριμένη πηγή.

Εφόσον η οξική λευπρορελίνη έχει πολλαπλές ενδείξεις και, ως εκ τούτου, διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών κάποιες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία δεν μπορεί να ισχύουν για κάθε ασθενή. Για την πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών αυτών δεν έχει τεκμηριωθεί η σχέση αίτιου / αιτιατού Έχουν αναφερθεί σοβαρά φλεβικά και αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια συμπεριλαμβανομένων της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, πνευμονικής εμβολής, εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου. Παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκε μία προσωρινή συσχέτιση σε κάποιες περιπτώσεις, οι περισσότερες εξ αυτών ήταν ασαφείς λόγω συνυπαρχόντων παραγόντων κινδύνου ή ταυτόχρονης χρήσης άλλων φαρμάκων. Είναι άγνωστο εάν υπάρχει σχέση αιτίου / αιτιατού μεταξύ της χρήσης των αγωνιστών GnRH και των περιστατικών αυτών.

Μεταβολές στην οστική πυκνότητα Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, ασθενείς με ενδομητρίωση (έξι μήνες θεραπείας) ή ινομυώματα (τρεις μήνες θεραπείας) υποβλήθηκαν σε θεραπεία με depot λευπρορελίνης 3,75 mg. Στους ασθενείς με ενδομητρίωση η οστική πυκνότητα σπονδυλικής στήλης όπως μετρήθηκε με τη μέθοδο της απορρόφησης διπλής ενέργειας ακτίνων Χ (DEXA) μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 3,9% σε έξι μήνες συγκριτικά με την τιμή προ θεραπείας. Για τους ασθενείς αυτούς που ελέγχθηκαν σε έξι ή δώδεκα μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας, η μέση οστική πυκνότητα επανήλθε στο 2% της τιμής προ θεραπείας.

Όταν το depot λευπρορελίνης 3,75 mg χορηγήθηκε για τρεις μήνες σε ασθενείς με ινομυώματα η οστική πυκνότητα στη σπονδυλική στήλη όπως μετρήθηκε με τη μέθοδο της ποσοτικής ψηφιακής ακτινογραφίας (QDR) μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 2,7% συγκριτικά με την αρχική της τιμή. Έξι μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκε μια τάση προς ανάκαμψη.

Πίνακας 2: Γυναικολογικές Ενδείξεις

Ενδομητρίωση (M86-031, M86-039, n = 166)Ινομυώματ α M86-034, M86049, M86-062, M94-411, n = 167Καρκίνος Μαστού CPH-101, B02/EC 008, n = 365Μετά την Κυκλοφορία
Κατηγορία Οργάνου ΣυστήματοςΑνεπιθύμητη ΕνέργειαΣυχνότηταΣυχνότηταΣυχνότητα
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΛοίμωξηΌχι συχνέςΆγνωστες
ΡινίτιδαΌχι συχνές
Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΌχι συχνές
ΠυελονεφρίτιδαΌχι συχνές
ΔοθιήναςΌχι συχνές
ΟυρολοίμωξηΆγνωστες
Αιδοιοκολπική καντιντίασηΌχι συχνές
ΓρίπηΌχι συχνές
ΦαρυγγίτιδαΆγνωστες
ΠνευμονίαΆγνωστες
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)Καρκίνος δέρματοςΆγνωστες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΛευκοπενίαΌχι συχνές
ΑναιμίαΆγνωστες
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑναφυλακτική αντίδρασηΆγνωστες
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΒρογχοκήληΆγνωστες
Αποπληξία υπόφυσηςΆγνωστες
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΑνορεξίαΌχι συχνέςΌχι συχνές
Σακχαρώδης διαβήτηςΆγνωστες
Όρεξη αυξημένηΌχι συχνέςΌχι συχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Όρεξη μειωμένηΣυχνές
ΥπογλυκαιμίαΆγνωστες
ΑφυδάτωσηΆγνωστες
ΥπερλιπιδαιμίαΆγνωστες
ΥπερχοληστερολαιμίαΣυχνές
ΥπερφωσφαταιμίαΆγνωστες
ΥποπρωτεϊναιμίαΆγνωστες
Μη φυσιολογική αύξηση βάρουςΠολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ συχνές
Μη φυσιολογική απώλεια βάρουςΣυχνέςΣυχνέςΠολύ συχνές
Ψυχιατρικές διαταραχέςΑσταθές συναίσθημαΠολύ συχνέςΣυχνές
Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσηςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Διαταραχή προσωπικότηταςΌχι συχνές
ΝευρικότηταΠολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Γενετήσια ορμή μειωμένηΠολύ συχνέςΣυχνές
Γενετήσια ορμή αυξημένηΆγνωστες
ΑϋπνίαΠολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Διαταραχή ύπνουΣυχνέςΆγνωστες
ΚατάθλιψηΠολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Μείζων κατάθλιψηΣυχνές
ΆγχοςΣυχνέςΌχι συχνέςΆγνωστες
Παραληρητική ιδέαΌχι συχνέςΆγνωστες
Σκέψη μη φυσιολογικήΌχι συχνές
Συγχυτική κατάστασηΣυχνές
Διάθεση ευφορίαςΌχι συχνές
ΕχθρότηταΣυχνές
ΑπάθειαΌχι συχνές
Νευρικότητα /άγχοςΠολύ συχνές
Ιδεασμός αυτοκτονίαςΆγνωστες
Απόπειρα αυτοκτονίαςΆγνωστες
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάληΠολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Ζάλη θέσηςΣυχνές
ΚεφαλαλγίαΠολύ συχνέςΠολύ συχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
ΠαραισθησίαΣυχνέςΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΛήθαργοςΆγνωστες
ΥπνηλίαΌχι συχνέςΣυχνές
Επηρεασμένη μνήμηΣυχνέςΆγνωστες
ΑμνησίαΌχι συχνές
ΔυσγευσίαΌχι συχνέςΆγνωστες
ΥπαισθησίαΣυχνέςΆγνωστες
ΣυγκοπήΌχι συχνέςΆγνωστες
ΗμικρανίαΣυχνέςΌχι συχνές
ΥπερτονίαΣυχνέςΣυχνές
ΑταξίαΌχι συχνές
ΤρόμοςΣυχνές
Περιφερική νευροπάθειαΆγνωστες
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΆγνωστες
Απώλεια συνείδησηςΆγνωστες
Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΆγνωστες
ΠαράλυσηΆγνωστες
ΝευρομυοπάθειαΆγνωστες
ΣπασμόςΆγνωστες
Οφθαλμικές διαταραχέςΌραση θαμπήΆγνωστες
Οφθαλμικές διαταραχέςΌχι συχνέςΆγνωστες
Οπτική δυσλειτουργίαΣυχνέςΆγνωστες
ΑμβλυωπίαΣυχνέςΆγνωστες
Πόνος του οφθαλμούΌχι συχνές
ΕπιπεφυκίτιδαΌχι συχνέςΣυχνές
ΞηροφθαλμίαΆγνωστες
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΊλιγγοςΣυχνές
ΚώφωσηΣυχνές
Νόσος από μετακινήσειςΣυχνές
Οίδημα του πτερυγίου του ωτόςΣυχνές
ΕμβοέςΆγνωστες
Έκπτωση της ακουστικής οξύτηταςΆγνωστες
Καρδιακές διαταραχέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΆγνωστες
ΑρρυθμίαΆγνωστες
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΆγνωστες
Ασταθής στηθάγχηΆγνωστες
ΤαχυκαρδίαΌχι συχνέςΌχι συχνέςΆγνωστες
Αίσθημα παλμώνΣυχνέςΣυχνές
ΒραδυκαρδίαΆγνωστες
Επιμήκυνση του διαστήματος QT (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5)Άγνωστες
Αγγειακές διαταραχέςΕξάψειςΠολύ συχνές
ΑγγειοδιαστολήΠολύ συχνέςΠολύ συχνές
ΛεμφοοίδημαΆγνωστες
ΥπέρτασηΆγνωστες
ΦλεβίτιδαΆγνωστες
ΘρόμβωσηΆγνωστες
ΥπότασηΆγνωστες
ΚιρσόςΆγνωστες
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίουΥπεζωκοτική τριβήΆγνωστες
Πνευμονική ίνωσηΆγνωστες
ΕπίσταξηΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΔύσπνοιαΣυχνέςΆγνωστες
ΑιμόπτυσηΆγνωστες
ΔυσφωνίαΌχι συχνές
Παραγωγή πτυέλων αυξημένηΣυχνές
ΒήχαςΣυχνέςΆγνωστες
Υπεζωκοτική συλλογήΆγνωστες
Διήθηση πνεύμοναΆγνωστες
Διαταραχή αναπνευστικού συστήματοςΆγνωστες
Συμφόρηση κόλπων του προσώπουΆγνωστες
Πνευμονική εμβολήΆγνωστες
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΔυσκοιλιότηταΣυχνέςΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΝαυτίαΠολύ συχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
ΈμετοςΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Ναυτία και έμετοςΣυχνέςΌχι συχνές
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήναΆγνωστες
Διάταση της κοιλίαςΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΔιάρροιαΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΔυσφαγίαΆγνωστες
ΟυλίτιδαΣυχνές
ΔυσπεψίαΌχι συχνές
ΜετεωρισμόςΌχι συχνέςΣυχνές
ΓαστρίτιδαΌχι συχνέςΣυχνές
ΟυλορραγίαΌχι συχνές
ΞηροστομίαΣυχνέςΌχι συχνέςΆγνωστες
Κοιλιακό άλγοςΣυχνέςΣυχνές
Άλγος άνω κοιλιακής χώραςΣυχνές
Άλγος κάτω κοιλιακής χώραςΣυχνές
ΣτοματίτιδαΣυχνές
Ακούσια προσπάθεια για έμετοΣυχνές
Δωδεκαδακτυλικό έλκοςΆγνωστες
Διαταραχή του γαστρεντερικούΆγνωστες
Πεπτικό έλκοςΆγνωστες
Πολύποδας του ορθούΆγνωστες
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΗπατική ευαισθησίαΌχι συχνές
Ηπατική λειτουργία μη φυσιολογικήΣυχνέςΆγνωστες
Ηπατική στεάτωσηΣυχνές
ΊκτεροςΆγνωστες
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕρύθημαΣυχνές
ΑλωπεκίαΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΕκχύμωσηΣυχνέςΆγνωστες
ΑκμήΠολύ συχνέςΣυχνές
ΣμηγματόρροιαΣυχνές
ΕξάνθημαΣυχνέςΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδεςΌχι συχνές
ΞηροδερμίαΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Αντίδραση από φωτοευαισθησίαΌχι συχνέςΆγνωστες
ΚνίδωσηΆγνωστες
Οσμή δέρματος μη φυσιολογικήΌχι συχνές
ΥπεριδρωσίαΣυχνέςΣυχνέςΠολύ συχνές
ΔερματίτιδαΆγνωστες
Ανώμαλη ανάπτυξη τριχώματοςΆγνωστες
ΥπερτρίχωσηΣυχνέςΌχι συχνές
Διαταραχή τριχώματοςΌχι συχνές
ΈκζεμαΣυχνές
ΚνησμόςΆγνωστες
Διαταραχή όνυχαΌχι συχνές
Δυσχρωματισμός δέρματοςΌχι συχνές
Δερματίτιδα πομφολυγώδηςΌχι συχνές
Διαταραχές μελάγχρωσηςΆγνωστες
Βλάβη δέρματοςΆγνωστες
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΆλγος οστούΣυχνές
ΜυαλγίαΌχι συχνέςΌχι συχνέςΆγνωστες
Οίδημα του οστούΆγνωστες
ΑρθροπάθειαΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΑρθραλγίαΣυχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
ΟσφυαλγίαΣυχνέςΣυχνέςΠολύ συχνές
ΟστεοαρθρίτιδαΣυχνές
ΑρθρίτιδαΌχι συχνές
Αυχενική ακαμψίαΣυχνές
ΑυχεναλγίαΣυχνέςΣυχνές
Mυϊκή αδυναμίαΣυχνές
Μυοσκελετική δυσκαμψίαΣυχνές
Μυϊκές δεσμιδώσειςΣυχνές
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΆγνωστες
ΤενοντοθηκίτιδαΆγνωστες
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΑκράτεια ούρωνΌχι συχνέςΆγνωστες
ΔυσουρίαΣυχνές
Συχνή επιτακτική ούρησηΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Επιτακτική ούρησηΆγνωστες
ΑιματουρίαΆγνωστες
Σπασμός ουροδόχου κύστηςΆγνωστες
Διαταραχή των ουροφόρων οδώνΆγνωστες
Απόφραξη ουροφόρων οδώνΆγνωστες
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΓυναικομαστίαΆγνωστες
Ευαισθησία μαστούΆγνωστες
Κολπική αιμορραγίαΆγνωστες
Διαταραχές εμμήνου ρύσηςΌχι συχνέςΆγνωστες
Διόγκωση μαστούΌχι συχνές
Συμφορητική διόγκωση μαστούΌχι συχνές
Ατροφία μαστούΣυχνές
Έκκριση γεννητικών οργάνωνΣυχνές
Κολπικό έκκριμαΣυχνές
ΓαλακτόρροιαΌχι συχνές
ΜαστωδυνίαΣυχνέςΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Άλγος πυέλουΣυχνέςΌχι συχνές
ΜητρορραγίαΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Συμπτώματα εμμηνόπαυσηςΣυχνές
ΚολπίτιδαΠολύ συχνέςΠολύ συχνέςΣυχνές
ΜηνορραγίαΌχι συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΆλγοςΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Θωρακικό άλγοςΣυχνέςΌχι συχνέςΣυχνές
ΟίδημαΣυχνέςΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Περιφερικό οίδημαΣυχνέςΣυχνέςΣυχνές
Οίδημα προσώπουΌχι συχνές
Γενικευμένο οίδημαΌχι συχνές
ΕξασθένισηΣυχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
ΚόπωσηΣυχνές
ΠυρεξίαΣυχνέςΆγνωστες
Αντίδραση της θέσης ένεσηςΌχι συχνέςΣυχνέςΆγνωστες
Φλεγμονή της θέσης ένεσηςΆγνωστες
Μάζα της θέσης ένεσηςΌχι συχνέςΌχι συχνές
Άλγος της θέσης ένεσηςΣυχνέςΣυχνέςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Σκλήρυνση της θέσης ένεσηςΠολύ συχνέςΆγνωστες
Κνησμός της θέσης ένεσηςΣυχνές
Ερύθημα της θέσης ένεσηςΣυχνές
Απόστημα της θέσης ένεσης άσηπτοΆγνωστες
Αιμάτωμα της θέσης ένεσηςΆγνωστες
ΡίγηΣυχνέςΣυχνέςΆγνωστες
ΌζοςΆγνωστες
Υπερευαισθησία της θέσης ένεσηςΌχι συχνές
ΔίψαΣυχνέςΆγνωστες
Επιδείνωση της γενικής φυσικής κατάστασηςΠολύ συχνές
Αίσθηση θερμούΠολύ συχνές
ΕυερεθιστότηταΣυχνές
Αίσθημα κακουχίαςΣυχνές
Κατάσταση επιδεινωθείσαΌχι συχνές
ΦλεγμονήΆγνωστες
Πυελική ίνωσηΆγνωστες
Παρακλινικές εξετάσειςΟυρία αίματος αυξημένηΆγνωστες
Ουρικό οξύ αίματος αυξημένοΆγνωστες
Κρεατινίνη αίματος αυξημένηΆγνωστες
Ασβέστιο αίματος αυξημένοΆγνωστες
Θερμοκρασία σώματος αυξημένηΌχι συχνές
Μικροσκοπική λανθάνουσα αιμορραγία παρούσαΣυχνές
Ηλεκτροκαρδιογράφημα μη φυσιολογικόΆγνωστες
Ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα ισχαιμίας μυοκαρδίουΆγνωστες
Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικέςΣυχνέςΆγνωστες
Αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένοςΆγνωστες
Κάλιο αίματος μειωμένοΆγνωστες
Αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένοςΆγνωστες
Αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένοςΆγνωστες
Χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένοςΆγνωστες
Χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένοςΆγνωστες
Εργαστηριακή εξέταση μη φυσιολογικήΌχι συχνές
Καρδιακό φύσημαΆγνωστες
Χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη αυξημένηΆγνωστες
Τριγλυκερίδια αίματος αυξημέναΆγνωστες
Χολερυθρίνη αίματος αυξημένηΆγνωστες
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμώνΆλγος από ιατρική πράξηΣυχνές
Κάταγμα σπονδυλικήςΆγνωστες

στήλη Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, www.eof.gr).

4.9 Υπερδοσολογία

Στους επίμυες η υποδόρια χορήγηση δόσεων, μεγαλυτέρων κατά 200-500 φορές από τις συνιστώμενες στον άνθρωπο, βάσει του σωματικού βάρους, οδήγησε σε δύσπνοια, ελάττωση της δραστηριότητας και τοπικό ερεθισμό στη σημείο της ένεσης. Δεν υπάρχει προς το παρόν, ένδειξη ότι τα φαινόμενα αυτά μπορεί να έχουν κάποια σημασία στην κλινική πράξη. Σε αρχικές κλινικές δοκιμασίες σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτου με ημερήσιες δόσεις οξικής λευπρορελίνης της τάξεως των 20 mg για θεραπεία 2 ετών και άνω, δεν παρατηρήθηκαν διαφορετικές παρενέργειες συγκριτικά με αυτές με 1 mg ημερησίως.

Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να αντιμετωπίζονται με υποστηρικτικά και συμπτωματικά μέτρα.

Σε περίπτωση τυχαίας ή εκούσιας λήψης μεγάλης ποσότητας του φαρμάκου, λεπτομερείς οδηγίες δίνει το "Κέντρο Δηλητηριάσεων" Αρ. Τηλεφώνου 210 7793777, Αθήνα.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικά και ανοσορρυθμιστικά φάρμακα, ορμονική θεραπεία, ορμόνες και συναφείς παράγοντες, ανάλογα εκλυτικής ορμόνης γοναδοτροπινών, λευπρορελίνη, κωδικός ATC: L02AE02 Η οξική λευπρορελίνη, αγωνιστής της GnRH, είναι ένα συνθετικό εννεαπεπτίδιο ανάλογο της φυσικής εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH ή LH-RH). Το ανάλογο αυτό εκδηλώνει μεγαλύτερη δραστικότητα από εκείνη της φυσικής ορμόνης. Χημικώς ορίζεται ως Ο-οξο-L-προπυλ-L-ιστιδυλ-L- τρυπτοφυλ-L-σερυλ-L-τυροσυλ-D-λευκυλ-L-λευκυλ-L-αργινυλ-N-αιθυλ-L-οξικό προλιναμίδιο (άλας).

Μηχανισμός δράσης Η οξική λευπρορελίνη, δρα ως ισχυρός αναστολέας της έκκρισης γοναδοτροπινών όταν χορηγείται συνέχεια και σε θεραπευτικές δόσεις. Οι μελέτες σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους δείχνουν ότι μετά από αρχική διέγερση, η χρόνια χορήγηση οξικής λευπρορελίνης έχει ως αποτέλεσμα την καταστολή της παραγωγής στεροειδών από τις ωοθήκες και τους όρχεις. Η δράση αυτή είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η χορήγηση οξικής λευπρορελίνης αναστέλλει την ανάπτυξη ορισμένων ορμονοεξαρτώμενων όγκων (προστατικών όγκων σε αρσενικούς επίμυες Noble και Dunning καθώς και όγκων του μαστού

προκαλούμενων με DMBA σε θηλυκούς επίμυες), προκαλεί επίσης και ατροφία των οργάνων αναπαραγωγής.

Στους επίμυες, η οξική λευπρορελίνη είναι αρχικά κατά 70 έως 80 φορές πιο ισχυρή από τη φυσική GnRH. Όμως, κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση, αναστέλλει την έκκριση τεστοστερόνης και οιστραδιόλης και οδηγεί στην ατροφία των οργάνων του αναπαραγωγικού συστήματος που εξαρτώνται από τη δράση αυτών των στεροειδών (προστάτης, κλπ). Οι όγκοι του προστάτη επηρεάζονται από τη δράση των ανδρογόνων. Στον άνθρωπο, η επαναλαμβανόμενη χορήγηση οξικής λευπρορελίνης οδηγεί στην ελάττωση των επιπέδων των ανδρογόνων και αποτελεί εναλλακτική επιλογή για την αντιμετώπιση του ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του προστάτη.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Στον άνθρωπο, η χορήγηση οξικής λευπρορελίνης οδηγεί σε αρχική αύξηση των επιπέδων των γοναδοτροπινών (FSH και LH) στην κυκλοφορία, με αποτέλεσμα την παροδική αύξηση επιπέδων των φυλετικών στεροειδών (τεστοστερόνης και διυδροτεστοστερόνης) στους άνδρες, οιστρόνης και οιστραδιόλης στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία).

Η συνεχής, όμως, χορήγηση οξικής λευπρορελίνης οδηγεί στη συνέχεια στη μείωση των επιπέδων της LΗ, της FSH και στεροειδών ορμονών του φύλου. Στους άνδρες, η τεστοστερόνη μειώνεται σε επίπεδα προ-εφηβικά ή ευνουχισμού. Στις γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση, τα οιστρογόνα μειώνονται σε μετεμμηνοπαυσιακά επίπεδα. Αυτές οι ορμονικές επιπτώσεις προκύπτουν στις 30 ημέρες που ακολουθούν την έναρξη της θεραπείας με τις συνιστώμενες δόσεις.

Mετά από μία ένεση εναιωρήματος οξικής λευπρορελίνης 11,25 mg για τρίμηνη χορήγηση σε γυναίκες ασθενείς, παρατηρήθηκε μία μέση συγκέντρωση λευπρορελίνης της τάξης των 36,3 ng/mL στο πλάσμα σε 4 ώρες. Διαπιστώθηκε ότι η λευπρορελίνη αποδεσμεύεται με σταθερό ρυθμό μετά από τα αρχικά επίπεδα σε σταθερή κατάσταση μέχρι και τη τρίτη εβδομάδα μετά τη χορήγηση. Εν συνεχεία, τα μέσα επίπεδα μειώνονταν σταδιακά προς το χαμηλότερο όριο που ανιχνεύτηκε στις 12 εβδομάδες. Η μέση συγκέντρωση λευπρορελίνης (± σταθερή απόκλιση) μεταξύ της 3ης και της 12ης εβδομάδας ήταν 0,23±0,09 ng/mL. Εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να διαχωριστούν η ακέραιη (intact) λευπρορελίνη και ο κυριότερος μη δραστικός μεταβολίτης της με τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη. Η αρχική αύξηση και κατόπιν η γρήγορη μείωση σε επίπεδα σταθερής κατάστασης ήταν παρόμοια με το μοντέλο απελευθέρωσης που παρατηρήθηκε στη μηνιαία χορήγηση.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η οξική λευπρορελίνη δεν είναι δραστική όταν χορηγείται από του στόματος.

Κατά την υποδόρια χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου είναι συγκρίσιμη με εκείνη της ενδομυϊκής.

Απορρόφηση Μετά από εφάπαξ χορήγηση του LEUPROL 11,25 mg για τριμηνιαία χορήγηση, έχει παρατηρηθεί άμεση αύξηση της συγκέντρωσης της οξικής λευπρολίδης. Τρεις ώρες μετά τη χορήγηση παρατηρήθηκε μια μέση συγκέντρωση της λευπρολίδης στο πλάσμα της τάξεως των 21,82 (± 11,24) ng/ml. Οι συγκεντρώσεις της οξικής λευπρολίδης έφτασαν σε σταθερά επίπεδα μέσα σε 7 έως 14 ημέρες μετά την χορήγηση. Την τέταρτη εβδομάδα, η μέση συγκέντρωση της λευπρολίδης στο πλάσμα ήταν της τάξεως του 0,26 (± 10) ng/ml. Μετά μειώθηκε σε μέση συγκέντρωση της τάξεως του 0,17 (± 0,08) ng/ml στις 12 εβδομάδες.

Κατανομή

Ο μέσος όγκος κατανομής της οξικής λευπρορελίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές άνδρες ήταν 27 L. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro στον άνθρωπο κυμαίνεται από 43% έως 49%.

Βιομετασχηματισμός Σε άρρενες υγιείς εθελοντές, μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση 1 mg οξικής λευπρορελίνης, η μέση γενική κάθαρση ήταν 6,7 L/h με μια τελική ημιπερίοδο κάθαρσης της τάξης των τριών ωρών σε δι-διαμερισματικό μοντέλο.

Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η 14C-επισημασμένη λευπρολίδη μεταβολίστηκε σε μικρότερα αδρανή πεπτίδια, ένα πενταπεπτίδιο (Μεταβολίτης Ι), τριπεπτίδια (Μεταβολίτες ΙΙ και ΙΙΙ) και ένα διπεπτίδιο (Μεταβολίτης IV). Αυτά τα πεπτίδια μπορούν να μεταβολίζονται περαιτέρω.

Οι συγκεντρώσεις του κύριου μεταβολίτη (Μ-Ι) στο πλάσμα μετρήθηκαν σε πέντε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη που έλαβαν λευπρορελίνη σε μορφή depot. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις παρατηρήθηκαν δύο έως έξι ώρες μετά τη χορήγηση και ήταν της τάξης του 6% της μητρικής ουσίας. Μια εβδομάδα μετά από τη χορήγηση, οι μέσες συγκεντρώσεις του Μ-Ι ήταν της τάξης του 20% της μητρικής ουσίας.

Αποβολή Μετά από χορήγηση οξικής λευπρορελίνης υπό μορφή depot 3,75 mg σε τρεις ασθενείς, λιγότερο του 5% της χορηγούμενης δόσης ανιχνεύθηκε στα ούρα ως μητρική ουσία και μεταβολίτης Μ-Ι, μετά από 27 ημέρες.

Ειδικοί πληθυσμοί Η φαρμακοκινητική συμπεριφορά του φαρμάκου σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει μελετηθεί.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Καρκινογένεση Μελέτη διάρκειας 2 ετών έγινε σε επίμυες και μύες. Παρατηρήθηκε μια δοσοεξαρτώμενη αύξηση καλοήθους υπερπλασίας και καλοηθών αδενωμάτων στην υπόφυση των επίμυων μετά από 24 μήνες και για υψηλές ημερήσιες δόσεις (0,6 mg έως 4 mg/kg). Υπήρξε σημαντική αλλά μη δοσοεξαρτώμενη αύξηση αδενωμάτων για τα μεν θηλυκά στα παγκρεατικά νησίδια και για τα δε αρσενικά στον ενδιάμεσο ιστό των όρχεων. Μετά από δύο χρόνια θεραπείας ακόμα και για πολύ υψηλές δόσεις της τάξεως των 60 mg/kg, δεν παρατηρήθηκαν αυτά τα φαινόμενα στους μύες. Ασθενείς που έχουν λάβει επί τρία χρόνια δόσεις των 10 mg την ημέρα ή επί 2 χρόνια δόσεις των 20 mg την ημέρα, δεν παρουσίασαν εμφανείς ανωμαλίες της υποφύσεως.

Μεταλλαξογένεση Πραγματοποιήθηκαν μελέτες μεταλλαξογένεσης με την οξική λευπρορελίνη, χρησιμοποιώντας συστήματα βακτηριδίων ή θηλαστικών. Οι μελέτες απέδειξαν την απουσία δυνητικής μεταλλαξογόνου δραστηριότητας.

Διαταραχή της Γονιμότητας Οι κλινικές και φαρμακολογικές μελέτες σε ενήλικες με την οξική λευπρορελίνη ή με παρόμοια ανάλογα, έδειξαν πλήρη επανάκτηση της γονιμότητας μετά από διακοπή 24 εβδομάδων συνεχούς χορήγησης του φαρμάκου.

Τερατογένεση

Μελετήθηκε η τερατογόνος ικανότητα της οξικής λευπρορελίνης σε επίμυες και κουνέλια. Θηλυκά επίμυων έλαβαν κατά την 6η έως 15η ημέρα της κυήσεως καθημερινές υποδόριες ενέσεις είτε φυσιολογικού ορρού είτε δόσεων οξικής λευπρορελίνης των 1,3 ή 10 mcg/kg. Στην ομάδα υψηλότερων δόσεων, παρατηρήθηκε μεγαλύτερη κατά τέσσερις φορές συχνότητα εμβρυικών απορροφήσεων ενώ η συχνότητα αυτή ήταν συγκρίσιμη ανάμεσα στην ομάδα χαμηλότερων δόσεων και στην ομάδα ελέγχου.

Όλοι οι επιζώντες απόγονοι υπήρξαν φυσιολογικοί. Θηλυκά κουνέλια έλαβαν κατά την 6η έως 18η ημέρα της κύησης, καθημερινές υποδόριες ενέσεις είτε φυσιολογικού ορρού είτε δόσεων οξικής λευπρορελίνης των 0,1, 0,3 ή 1 mcg/kg. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα εμβρυϊκών απορροφήσεων στις ομάδες θεραπείας σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, αλλά όλοι οι επιζώντες απόγονοι ήταν φυσιολογικοί. Έτσι, η οξική λευπρορελίνη αξιολογήθηκε ως εμβρυοτοξική αλλά όχι τερατογόνος.

Σε μια μελέτη όπου χορηγήθηκε σε κουνέλια κατά την 6η ημέρα της κυήσεως και σε δόσεις των 0,00024, 0,0024 και 0,024 mg/kg (1/600 έως 1/6 της δόσεως του ανθρώπου), η οξική λευπρορελίνη προκάλεσε μια ανάλογη με τη δόση αύξηση μειζόνων εμβρυϊκών διαμαρτιών. Διαπιστώθηκε αύξηση της θνησιμότητας και μείωση του βάρους, των εμβρύων στα κουνέλια με τις δύο μεγαλύτερες δόσεις του φαρμάκου και στους επίμυες με τη μεγαλύτερη δόση (0.024 mg/kg). Η επίπτωση στην εμβρυϊκή θνησιμότητα αποτελεί λογική συνέπεια της τροποποίησης των ορμονικών επιπέδων από το φάρμακο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος των εκδόχων

Πολυγαλακτικό οξύ (PLA), Μαννιτόλη.

Διαλύτης: (per Ampoule 2 ml)

Νατριούχος καρμελλόζη, Μαννιτόλη, Πολυσορβικό 80, Ύδωρ για ενέσιμα.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

36 μήνες σε θερμοκρασία ≤ 25οC, προστατευμένο από το φώς. Μετά την ανασύσταση διατηρείται 24 ώρες. Συνιστάται όμως η άμεση χρήση.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Παρ’ όλο που το διάλυμα παραμένει σταθερό επί ένα 24ωρο μετά την ανασύσταση, επειδή δεν περιέχει συντηρητικά θα πρέπει να αχρηστεύεται εάν δεν χρησιμοποιείται αμέσως μετά την ανασύσταση.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδιο με τη δραστική ουσία: άχρωμο γυάλινο φιαλίδιο Τύπου 1, (χωρητικότητας 9 ml) με σιλικοναρισμένο ελαστικό πώμα, και πώμα ασφαλείας από αλουμίνιο και κάλυμμα από πολυπροπυλένιο.

Διαλύτης: άχρωμη γυάλινη φύσιγγα 2 ml τύπου 1.

Το προϊόν διατίθεται σε ΚΙΤ το οποίο περιέχει:

1. Το φιαλίδιο με τη δραστική ουσία

2. Τη φύσιγγα με τον διαλύτη

3. Μια σύριγγα

4. 2 βελόνες 23 gauge

5. Μια γάζα εμποτισμένη με ισοπροπυλική αλκοόλη.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Επιπρόσθετες πληροφορίες ○ Χρησιμοποιείστε το φάρμακο αμέσως μετά την παρασκευή του.

○ Δεν υπάρχουν ειδικές υποχρεώσεις χρήσης και χειρισμού του προϊόντος.

○ Πετάξτε τη σύριγγα σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και διαδικασίες.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΖΑΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ δ.τ. PHARMAZAC Α.Ε., Ναούσης 31 Βοτανικός, 104 47 Αθήνα τηλ.210-34 18 890, φαξ 210-34 18 887.

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

83974/02-08-2019

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 19-12-2006 Ημερομηνία ανανέωσης: 21-05-2012

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

09/2020

Πηγή: eof:2704402_SPC_2704402_6.pdf