ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΏΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ
LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ, 5 mg/ml διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Τα 50 ml διαλύματος για έγχυση περιέχουν 250 mg λεβοφλοξασίνης ως ημιυδρική λεβοφλοξασίνη.
Τα 100 ml διαλύματος για έγχυση περιέχουν 500 mg λεβοφλοξασίνης ως ημιυδρική λεβοφλοξασίνη.
Έκδοχα με γνωστές δράσεις:
Κάθε ml διαλύματος για έγχυση περιέχει 0,15 mmol (3.54 mg) νατρίου (ως χλωρίδιο).
Τα 50 ml διαλύματος για έγχυση περιέχουν 7,70 mmol (177.10 mg) νατρίου (ως χλωρίδιο).
Tα 100 ml διαλύματος για έγχυση περιέχουν 15,40 mmol (354.20 mg) νατρίου (ως χλωρίδιο).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διάλυμα για έγχυση.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Tο LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ διάλυμα για έγχυση ενδείκνυται σε ενήλικες, για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1):
♦ Οξεία πυελονεφρίτιδα και επιπλεγμένες λοιμώξεις των ουροφόρων οδών (βλ. παράγραφο ♦ Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα ♦ Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα: προφύλαξη μετά την έκθεση και θεραπευτική αγωγή (βλ.
παράγραφο 4.4).
Στις παρακάτω αναφερόμενες λοιμώξεις το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν κρίνεται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αρχική θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.
♦ Πνευμονία της κοινότητας ♦ Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ διάλυμα για έγχυση χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση μια ή δύο φορές ημερησίως. Η δοσολογία εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την ευαισθησία του πιθανολογούμενου αιτιοπαθογόνου.
Η θεραπεία με LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ μετά την αρχική χρήση του παρασκευάσματος ενδοφλεβίως μπορεί να ολοκληρωθεί με το κατάλληλο παρασκεύασμα από το στόμα, σύμφωνα με την ΠΧΠ για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία και όταν κρίνεται σκόπιμο για τον κάθε ασθενή. Βάσει της βιοϊσοδυναμίας της από του στόματος και της παρεντερικής μορφής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ίδια δοσολογία.
Δοσολογία Μπορούν να δοθούν οι παρακάτω δοσολογικές συστάσεις για το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ:
Δοσολογία σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης >50 ml/min)
| Ένδειξη | Ημερήσιο δοσολογικό σχήμα (ανάλογα με τη σοβαρότητα) | Διάρκεια θεραπείας (ανάλογα με τη σοβαρότητα) |
|---|---|---|
| Πνευμονία τηςκοινότητας | 500mgμίαήδύοφορέςημερησίως | 7-14 ημέρες |
| Οξεία πυελονεφρίτιδα | 500mgμίαφοράημερησίως | 7-10 ημέρες |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις τωνουροφόρων οδών | 500mgμίαφοράημερησίως | 7-14 ημέρες |
| Χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα | 500mgμίαφοράημερησίως | 28 ημέρες |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις τουδέρματος και των μαλακών μορίων | 500mgμίαήδύοφορέςημερησίως | 7-14 ημέρες |
| Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα | 500mgμίαφοράημερησίως | 8 εβδομάδες |
1 Η διάρκεια της θεραπείας περιλαμβάνει ενδοφλέβια και από του στόματος αγωγή. Ο χρόνος μετάταξης από την ενδοφλέβια στην από του στόματος αγωγή εξαρτάται από την κλινική κατάσταση και είναι συνήθως 2 έως 4 ημέρες.
Ειδικοί πληθυσμοί Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατίνινης ≤ 50 ml/min)
| Δοσολογικό σχήμα | 250 mg/24ωρο | 500mg/24ωρο | 500mg/12ωρο |
|---|---|---|---|
| Κάθαρση κρεατινίνης | Πρώτη δόση: 250 mg | Πρώτη δόση: 500 mg | Πρώτη δόση: 500 mg |
| 50 - 20 ml/min | μετά: 125 mg/24ωρο | μετά: 250 mg/24ωρο | μετά: 250 mg/12ωρο |
| 19- 10 ml/min | μετά: 125 mg/48ωρο | μετά: 125 mg/24ωρο | μετά: 125 mg/12ωρο |
| < 10 ml/min (συμπεριλαμβαν όμενης της αιμοκάθαρσης και της CAPD)1 | μετά: 125 mg/48ωρο | μετά: 125 mg/24ωρο | μετά: 125 mg/24ωρο |
1Δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση επιπρόσθετων δόσεων μετά από αιμοκάθαρση ή συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD).
Επηρεασμένη ηπατική λειτουργία: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης καθώς η λεβοφλοξασίνη δεν μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ και αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς.
Πληθυσμός ηλικιωμένων Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς εκτός από αυτή που επιβάλλεται με βάση την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας (δείτε παράγραφο 4.4 “Tενοντίτιδα και ρήξη τένοντα” και “Παράταση του διαστήματος QT”).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους (βλέπε παράγραφο 4.3).
Τρόπος χορήγησης Το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ διάλυμα για έγχυση χορηγείται με αργή ενδοφλέβια έγχυση μια ή δύο φορές ημερησίως. Ο χρόνος έγχυσης για το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ διάλυμα για έγχυση πρέπει να είναι το λιγότερο 30 λεπτά για τα 250 mg ή 60 λεπτά για τα 500 mg (βλ.
παράγραφο 4.4 ). Για ασυμβατότητες βλ. παράγραφο 6.2 και συμβατότητα με άλλα διαλύματα έγχυσης βλ. παράγραφο 6.6.
4.3 Αντενδείξεις
Η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται:
♦ σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη λεβοφλοξασίνη, ή σε κάποια άλλη κινολόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα, που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
♦ σε επιληπτικούς ασθενείς, ♦ σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχών των τενόντων που σχετίζονται με τη χορήγηση φθοριοκινολονών, ♦ σε παιδιά ή εφήβους στην ανάπτυξη, ♦ κατά τη διάρκεια της κύησης, ♦ σε θηλάζουσες γυναίκες.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η χρήση της λεβοφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι στο παρελθόν έχουν εμφανίσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο επί απουσίας εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Κίνδυνος ανθεκτικότητας Ο ανθεκτικός στη μεθικιλίνη S. aureus (MRSA) είναι πιθανό να διαθέτει από κοινού ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης. Επομένως η λεβοφλοξασίνη δεν συστήνεται για τη θεραπεία γνωστών ή λοιμώξεων ύποπτων για MRSA εκτός εάν τα εργαστηριακά αποτελέσματα επιβεβαιώσουν την ευαισθησία του οργανισμού στη λεβοφλοξασίνη και οι αντιβακτηριακοί παράγοντες που συνήθως συστήνονται για τη θεραπεία των λοιμώξεων από MRSA κρίνονται ακατάλληλοι.
Η ανθεκτικότητα του E. coli (το πιο συχνό παθογόνο που εμπλέκεται στις λοιμώξεις του ουροποιητικού) στις φθοριοκινολόνες, ποικίλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συστήνεται στους επαγγελματίες της υγείας που συνταγογραφούν να λαμβάνουν υπόψη τους την τοπική συχνότητα εμφάνισης της ανθεκτικότητας του E. coli στις φθοριοκινολόνες.
Εισπνοή βακτηριακού άνθρακα Η χρήση του στους ανθρώπους βασίζεται στα στοιχεία ευαισθησίας του Bacillus anthracis in vitro και σε δεδομένα από μελέτες σε ζώα μαζί με περιορισμένα στοιχεία σε ανθρώπους. Οι γιατροί που συνταγογραφούν θα πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά έγγραφα ή/και στις διεθνείς συμφωνίες ειδικών σχετικά με τη θεραπεία του βακτηριακού άνθρακα.
Παρατεταμένες και δυνητικά μη αναστρέψιμες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν
αναπηρία Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (διάρκειας μηνών ή ετών), δυνητικά μη αναστρέψιμων σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία, οι οποίες προσβάλλουν διαφορετικά και ενίοτε πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικές, νευρολογικές, ψυχιατρικές και αισθητικές) σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία τους και τους προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου.
Η λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως κατά την εμφάνιση των πρώτων σημείων ή συμπτωμάτων οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να συμβουλεύονται τον συνταγογράφοντα ιατρό τους.
Χρόνος έγχυσης Πρέπει να τηρείται ο συνιστώμενος χρόνος έγχυσης που είναι τουλάχιστον 30 λεπτά για το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ διάλυμα για έγχυση 250 mg ή 60 λεπτά για τα 500 mg. Είναι γνωστό για την οφλοξασίνη ότι κατά τη διάρκεια της έγχυσης μπορεί να αναπτυχθεί ταχυκαρδία και παροδική μείωση της πίεσης του αίματος. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανισθεί κυκλοφοριακή ανεπάρκεια σαν συνέπεια μεγάλης πτώσης της πίεσης του αίματος. Η έγχυση πρέπει να διακόπτεται αμέσως αν παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της έγχυσης της λεβοφλοξασίνης (l-ισομερές της οφλοξασίνης) εμφανής πτώση της πίεσης του αίματος.
Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ιδιαίτερα, αλλά όχι αποκλειστικά, του Αχίλλειου τένοντα), μερικές φορές αμφοτερόπλευρες, μπορεί να εμφανιστούν ήδη εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι εμφανίζονται ακόμα και για αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής. Ο κίνδυνος εμφάνισης τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος σε ηλικιωμένους ασθενείς, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου, σε ασθενείς που λαμβάνουν ημερήσιες δόσεις των 1.000 mg καθώς και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Ως εκ τούτου, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.
Με την πρώτη ένδειξη τενοντίτιδας (π.χ., επώδυνο οίδημα, φλεγμονή) η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά και να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής αγωγής. Το προσβεβλημένο άκρο(α) θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κατάλληλα (π.χ.
ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή σε περίπτωση εμφάνισης σημείων τενοντοπάθειας.
Μυόκλονος Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυόκλονου σε ασθενείς που λαμβάνουν λεβοφλοξασίνη (βλ.
παράγραφο 4.8). Ο κίνδυνος εμφάνισης μυόκλονου αυξάνεται στους ηλικιωμένους ασθενείς και στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εάν η δόση της λεβοφλοξασίνης δεν προσαρμοστεί σύμφωνα με την κάθαρση της κρεατινίνης. Η χορήγηση της λεβοφλοξασίνης θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως κατά την πρώτη εμφάνιση μυόκλονου και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία.
Νόσος που σχετίζεται με το Clostridioides difficile H διάρροια, ιδιαίτερα αν είναι σοβαρή, εμμένουσα ή/και αιμορραγική, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με λεβοφλοξασίνη (συμπεριλαμβανομένων μερικών εβδομάδων μετά την αγωγή), μπορεί να είναι σύμπτωμα της νόσου που σχετίζεται με το Clostridioides difficile (CDAD). Η σοβαρότητα της CDAD κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή η σοβαρότερη μορφή της
οποίας είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8). Είναι, συνεπώς, σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά την αγωγή με λεβοφλοξασίνη. Εάν υπάρχει υποψία CDAD ή εάν επιβεβαιωθεί, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η χορήγηση λεβοφλοξασίνης και να ξεκινάει η κατάλληλη θεραπεία χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτές τις κλινικές καταστάσεις αντενδείκνυνται τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.
Ασθενείς με προδιάθεση για επιληπτικούς σπασμούς Οι κινολόνες μπορεί να μειώσουν τον ουδό των επιληπτικών σπασμών και μπορεί να προκαλέσουν επιληπτικούς σπασμούς. Η λεβοφλοξασίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό επιληψίας (βλ. παράγραφο 4.3) και όπως με άλλες κινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερα μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με προδιάθεση για επιληπτικούς σπασμούς ή ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται δραστικές ουσίες που μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών σπασμών (όπως η θεοφυλλίνη) (βλ. 4.5 "Αλληλεπιδράσεις"). Σε περίπτωση εμφάνισης επιληπτικών σπασμών (βλ. παράγραφο 4.8), η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται.
Ασθενείς με έλλειψη αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης Οι ασθενείς με λανθάνουσα ή υφιστάμενη έλλειψη της δράσης της αφυδρογονάσης της 6- φωσφορικής γλυκόζης (G-6-PD) μπορεί να είναι επιρρεπείς σε αιμολυτικές αντιδράσεις όταν λαμβάνουν θεραπεία με αντιβακτηριδιακούς παράγοντες της ομάδας των κινολονών.
Επομένως εάν η λεβοφλοξασίνη πρέπει να χορηγηθεί σε αυτούς τους ασθενείς, πιθανό συμβάν αιμόλυσης πρέπει να ελέγχεται.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Καθώς η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, χρειάζεται ρύθμιση της δόσης του LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ.
παράγραφο 4.2).
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, δυνητικά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. αγγειοοίδημα έως και αναφυλακτική καταπληξία), μερικές φορές ακόμη και μετά την πρώτη δόση (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να διακόπτουν αμέσως τη θεραπεία αμέσως και να επικοινωνούν με το γιατρό τους ή ένα γιατρό στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, ο οποίος θα ξεκινήσει τη χορήγηση των κατάλληλων μέτρων επείγουσας αντιμετώπισης.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), συμπεριλαμβανομένων της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN: επίσης γνωστή ως σύνδρομο Lyell), του συνδρόμου Stevens Johnson (SJS) και του συνδρόμου αντίδρασης στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή, έχουν αναφερθεί με τη λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Κατά τη συνταγογράφηση, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να παρακολουθούνται στενά. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες, η λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής θεραπείας. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σοβαρή αντίδραση, όπως SJS, TEN ή DRESS, με τη χρήση λεβοφλοξασίνης, δεν πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.
Δυσγλυκαιμία
Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας, που εμφανίζονται συχνότερα στους ηλικιωμένους, συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λάμβαναν συγχορηγούμενη θεραπεία με έναν από του στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή ινσουλίνη.
Περιστατικά υπογλυκαιμικού κώματος έχουν αναφερθεί. Στους διαβητικούς ασθενείς συστήνεται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης αίματος (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν ο ασθενής αναφέρει διαταραχές στη γλυκόζη αίματος, το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας, εκτός φθοροκινολόνης.
Πρόληψη φωτοευαισθησίας Έχει αναφερθεί φωτοευαισθησία με τη λεβοφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8). Συστήνεται οι ασθενείς να μην εκτίθενται χωρίς λόγο σε έντονο ηλιακό φως ή σε τεχνητές υπεριώδεις ακτίνες (π.χ. λάμπα ηλιακής ακτινοβολίας, σολάριουμ) κατά τη διάρκεια της αγωγής και για 48 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας για την πρόληψη φωτοευαισθησίας.
Ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ Λόγω πιθανής αύξησης των τιμών του ελέγχου για την αξιολόγηση της πήξης του αίματος (PT/ΙNR) ή/και της αιμορραγίας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη), πρέπει να παρακολουθείται η πηκτικότητα του αίματος όταν υπάρχει συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων (βλ. Παράγραφο 4.5).
Ψυχωσικές αντιδράσεις Ψυχωσικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κινολόνες συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις αυτές εξελίχθηκαν σε αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά - ορισμένες φορές μετά από μία και μόνη δόση λεβοφλοξασίνης (βλ. Παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής εμφανίσει τέτοιες αντιδράσεις πρέπει να διακόπτεται αμέσως η θεραπεία με λεβοφλοξασίνη με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα αυτών των αντιδράσεων και οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνούν με τον θεράποντα ιατρό τους για συμβουλές. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας, εκτός φθοροκινολόνης. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή εάν πρόκειται να χορηγηθεί λεβοφλοξασίνη σε ψυχωσικούς ασθενείς ή σε ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικής νόσου.
Παράταση του διαστήματος QT Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT, όπως, για παράδειγμα:
- συγγενές σύνδρομο παράτασης QT
- συγχορήγηση φαρμάκων που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.
αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ και III, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωσικά).
- μη ρυθμισμένο ισοζύγιο ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία)
- καρδιακή νόσος (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, βραδυκαρδία)
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητοι σε φάρμακα που παρατείνουν το QTc. Επομένως χρειάζεται προσοχή η χρήση φθοριοκινολονών, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, σε αυτούς τους πληθυσμούς (βλ. παράγραφο 4.2
Ηλικιωμένοι, 4.5, 4.8, και 4.9).
Περιφερική νευροπάθεια Περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που οδηγεί σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν κινολόνες και φθοριοκινολόνες. Οι ασθενείς υπό θεραπεία με λεβοφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώσουν τον ιατρό τους πριν από τη συνέχιση της θεραπείας σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων νευροπάθειας, όπως άλγος, αίσθημα καύσου, μυρμηκίαση, μούδιασμα ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η ανάπτυξη μίας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ.
παράγραφο 4.8).
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων οδών Περιπτώσεις ηπατικής νέκρωσης έως και θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί με τη λεβοφλοξασίνη, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες νόσους, π.χ. σήψη (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να διακόπτουν τη θεραπεία και να επικοινωνούν με τον γιατρό τους εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα ηπατικής νόσου, όπως ανορεξία, ίκτερος, σκουρόχρωμα ούρα, κνησμός ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα.
Αιματολογικές διαταραχές Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λεβοφλοξασίνη μπορεί να εμφανισθεί ανεπάρκεια του μυελού των οστών, που περιλαμβάνει λευκοπενία, ουδετεροπενία, πανκυτταροπενία, αιμολυτική αναιμία, θρομβοπενία, απλαστική αναιμία ή ακοκκιοκυτταραιμία (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία για οποιαδήποτε από αυτές τις αιματολογικές διαταραχές, θα πρέπει να παρακολουθούνται οι τιμές των κυττάρων του αίματος. Σε περίπτωση μη φυσιολογικών αποτελεσμάτων, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με λεβοφλοξασίνη.
Παρόξυνση μυασθένειας gravis Οι φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης, μπορούν να προκαλέσουν νευρομυικό αποκλεισμό και μπορεί να επιδεινώσουν τη μυική αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις μετά την κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων θανάτων και της ανάγκης για αναπνευστική υποστήριξη, έχουν συσχετισθεί με τη χρήση φθοριοκινολονών σε ασθενείς με μυασθένεια gravis. Η λεβοφλοξασίνη δεν συστήνεται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό μυασθένειας gravis.
Διαταραχές όρασης Εάν η όραση επηρεαστεί ή παρουσιάζονται κάποιες επιδράσεις στους οφθαλμούς, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ενός οφθαλμίατρου αμέσως (βλ. παραγράφους 4.7 και 4.8).
Επαναλοίμωξη Η χρήση λεβοφλοξασίνης,ειδικά εάν είναι παρατεταμένη, μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη ανάπτυξη μη- ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας εμφανισθεί νέα λοίμωξη, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
Παρεμβολή σε εργαστηριακή εξέταση
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβοφλοξασίνη, ο προσδιορισμός οπιούχων στα ούρα μπορεί να δώσει ψευδώς-θετικά αποτελέσματα. Μπορεί να είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση των θετικών αποτελεσμάτων σε ελέγχους ανίχνευσης οπιούχων μέσω μίας περισσότερο ειδικής μεθόδου.
Η λεβοφλοξασίνη μπορεί να αναστείλει την ανάπτυξη του Mycobacterium tuberculosis και επομένως, μπορεί να δώσει ψευδώς-αρνητικά αποτελέσματα στη βακτηριολογική διάγνωση της φυματίωσης.
Αορτικό ανεύρισμα και διαχωρισμός της αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).
Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης.
• Τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσος του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως
• για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjφgren)
ή επιπροσθέτως
• για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).
Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.
Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.
Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.
Οξεία Παγκρεατίτιδα Η οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λεβοφλοξασίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας παγκρεατίτιδας. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν ναυτία, κακουχία, κοιλιακή δυσφορία, οξύ κοιλιακό άλγος ή έμετο θα πρέπει να υποβληθούν σε άμεση ιατρική αξιολόγηση. Εάν υπάρχει υποψία οξείας παγκρεατίτιδας, η λεβοφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται. Εάν επιβεβαιωθεί, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να επαναχορηγείται. Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8).
Το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ περιέχει νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 7,70 mmol (177.10 mg) νάτριο ανά 50 ml δόσης και 15,40 mmol (354.20 mg) νάτριο ανά 100 ml δόσης. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενη σε νάτριο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη λεβοφλοξασίνη Θεοφυλλίνη, φενμπουφένη ή παρόμοια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα Σε μια κλινική μελέτη δεν βρέθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις της λεβοφλοξασίνης με τη θεοφυλλίνη. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί έντονη μείωση στον ουδό επιληπτικών σπασμών όταν οι κινολόνες συγχορηγούνται με θεοφυλλίνη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή άλλους παράγοντες που μειώνουν τον ουδό των σπασμών.
Οι συγκεντρώσεις της λεβοφλοξασίνης ήταν περίπου 13% υψηλότερες όταν συγχορηγήθηκε φενμπουφένη σε σχέση με τη μονοθεραπεία.
Προβενεσίδη και σιμετιδίνη Η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη είχαν μια στατιστικά σημαντική επίδραση στην απέκκριση της λεβοφλοξασίνης. Η νεφρική κάθαρση της λεβοφλοξασίνης μειώθηκε από τη σιμετιδίνη (24%) και τη προβενεσίδη (34%). Αυτό συμβαίνει γιατί και τα δύο φάρμακα μπορούν να εμποδίσουν τη σωληναριακή έκκριση της λεβοφλοξασίνης. Ωστόσο, στις δόσεις που δοκιμάστηκαν στη μελέτη, οι στατιστικά σημαντικές κινητικές διαφορές είναι απίθανο να έχουν κλινική σημασία. Θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν η λεβοφλοξασίνη συγχορηγείται με φάρμακα που επιδρούν στη σωληναριακή έκκριση όπως η προβενεσίδη και η σιμετιδίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
Άλλες σχετικές πληροφορίες Κλινικές φαρμακολογικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι η φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης δεν επηρεάστηκε σε κλινικά σημαντικό βαθμό όταν η λεβοφλοξασίνη συγχορηγήθηκε με τα ακόλουθα φάρμακα: ανθρακικό ασβέστιο, διγοξίνη, γλιβενκλαμίδη, ρανιτιδίνη.
Επίδραση της λεβοφλοξασίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Κυκλοσπορίνη Ο χρόνος ημίσειας ζωής της κυκλοσπορίνης αυξάνεται κατά 33% όταν συγχορηγείται με λεβοφλοξασίνη.
Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ Αυξημένες τιμές των ελέγχων για την αξιολόγηση της πήξης του αίματος (PT/ΙNR) ή/και της αιμορραγίας η οποία μπορεί να είναι σοβαρή, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται θεραπεία με λεβοφλοξασίνη σε συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη). Συνεπώς θα πρέπει στους ασθενείς αυτούς να παρακολουθείται η πήξη του αίματος σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (δείτε παράγραφο 4.4).
Φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT Η λεβοφλοξασίνη, όπως και οι άλλες φθοριοκινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (π.χ.
αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΑ και III, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μακρολίδες, αντιψυχωσικά).
(Βλ. παράγραφο 4.4 «Παράταση διαστήματος QT»).
Άλλες σχετικές πληροφορίες Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης, η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της θεοφυλλίνης (που είναι αντιπροσωπευτικό υπόστρωμα του CYP1A2), υποδεικνύοντας ότι η λεβοφλοξασίνη δεν είναι αναστολέας του CYP1A2.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη Υπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της λεβοφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις όσον αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Ωστόσο, λόγω της απουσίας στοιχείων σε ανθρώπους και λόγω των πειραματικών στοιχείων που υποδηλώνουν κίνδυνο βλάβης του συζευκτικού χόνδρου του αναπτυσσόμενου οργανισμού από τις φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).
Θηλασμός Η λεβοφλοξασίνη αντενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της λεβοφλοξασίνης στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, άλλες φθοριοκινολόνες απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Λόγω της απουσίας στοιχείων σε ανθρώπους και λόγω των πειραματικών στοιχείων που υποδηλώνουν κίνδυνο βλάβης του συζευκτικού χόνδρου του αναπτυσσόμενου οργανισμού από τις φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες (δείτε παραγράφους 4.3 και 5.3).
Γονιμότητα Η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα στους αρουραίους.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
Το LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. ζάλη/ ίλιγγος, νωθρότητα, διαταραχές της όρασης) δυνατόν να επηρεάσουν την ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης του ασθενούς, και συνεπώς μπορεί να είναι επικίνδυνες σε καταστάσεις όπου οι ικανότητες αυτές είναι ιδιαίτερης σημασίας (π.χ. οδήγηση αυτοκινήτου ή χειρισμό μηχανημάτων).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πληροφορίες που ακολουθούν βασίζονται σε στοιχεία από κλινικές μελέτες σε περισσότερους από 8.300 ασθενείς και σε εκτεταμένη εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Οι συχνότητες στον παρακάτω πίνακα ορίζονται με τη χρήση των ακόλουθων ορισμών: Πολύ συχνές (≥1/10)
Συχνές (≥1/100, <1/10)
Όχι συχνές (≥1/1 000, <1/100)
Σπάνιες (≥1/10 000, <1/1 000)
Πολύ σπάνιες (<1/10 000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
| Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Συχνές (≥1/100 έως <1/10 ) | Όχι συχνές (≥1/1 000 έως <1/100) | Σπάνιες (≥1/10 000 έως <1/1 000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μυκητίαση συμπεριλαμβα νομένης της λοίμωξης από Candida Αντίσταση των παθογόνων | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία Ηωσινοφιλία | Θρομβοπενία Ουδετεροπενία | Ανεπάρκεια του μυελού των οστών, συμπεριλαμβανομένης απλαστικής αναιμίας, πανκυτταροπενίας, ακοκκιοκυτταραιμίας και αιμολυτική αναιμίας | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αγγειοοίδημα Υπερευαισθησία (βλ. παράγραφο 4.4) | Αναφυλακτικήα καταπληξία Αναφυλακτοειδήςα καταπληξία (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
| Ενδοκρινικές διαταραχές | Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμο ύ και της θρέψης | Ανορεξία | Υπογλυκαιμία, ιδιαίτερα σε διαβητικούς ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4) | Υπεργλυκαιμία Υπογλυκαιμικό κώμα (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές * | Αϋπνία | Άγχος Συγχυτική κατάσταση Νευρικότητα | Ψυχωσικές αντιδράσεις (π.χ. με ψευδαισθήσεις, παράνοια) Κατάθλιψη Διέγερση Ανώμαλα όνειρα Εφιάλτες Παραλήρημα | Ψυχωσική διαταραχή με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένο υ του αυτοκτονικού ιδεασμού ή της απόπειρας αυτοκτονίας (βλ. παράγραφο 4.4), Μανία | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος * | Κεφαλαλγία Ζάλη | Υπνηλία Τρόμος Δυσγευσία | Σπασμοί, (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4) Παραισθησία Επηρεασμένη μνήμη | Περιφερική αισθητική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Περιφερική αισθητικοκινητική νευροπάθεια (βλ. παράγραφο 4.4) Παροσμία συμπεριλαμβανομένη ς της ανοσμίας Δυσκινησία Εξωπυραμιδική διαταραχή Αγευσία Συγκοπή Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση Μυόκλονος | ||||
| Οφθαλμικές διαταραχές * | Οπτικές διαταραχές όπως όραση θαμπή (βλ. παράγραφο 4.4) | Παροδική απώλεια όρασης (βλ. παράγραφο 4.4) Ραγοειδίτιδα | ||||||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου * | Ίλιγγος | Εμβοές | Απώλεια ακοής Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας | |||||
| Καρδιακές διαταραχές ** | Ταχυκαρδία Αίσθημα παλμών | Κοιλιακή ταχυκαρδίαπου μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανακοπή Κοιλιακή αρρυθμία και κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (έχει αναφερθεί κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για παράταση του QT), παράταση QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.9) | ||||||
| Αγγειακές διαταραχές ** | Μόνο για την ενέσιμη μορφή: Φλεβίτιδα | Υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια | Βρογχόσπασμος Αλλεργική πνευμονίτιδα | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροι α Έμετος Ναυτία | Κοιλιακό άλγος Δυσπεψία Μετεωρισμός Δυσκοιλιότητα | Αιμορραγική διάρροια, η οποία σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ενδεικτική εντεροκολίτιδας, συμπεριλαμβανόμενης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.4) Παγκρεατίτιδα | |||||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων (ALT / AST, αλκαλική φωσφατάση, γGT) | Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος | Ίκτερος και σοβαρή ηπατική βλάβη, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών με οξεία ηπατική ανεπάρκεια, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρές υποκείμενες νόσους (βλ. παράγραφο 4.4) Ηπατίτιδα | |||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού β | Εξάνθημα Κνησμός Κνίδωση Υπερίδρωση | Αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. παράγραφο 4.4), Εντοπισμένο φαρμακευτικό εξάνθημα | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση Σύνδρομο Stevens- Johnson Πολύμορφο ερύθημα Αντίδραση φωτοευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.4) Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα Στοματίτιδα, Υπέρχρωση δέρματος |
| Διαταραχές του μυοσκελετικο ύ συστήματος και του συνδετικού ιστού * | Αρθραλγία Μυαλγία | Διαταραχές των τενόντων (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4), συμπεριλαμβανομένη ς της τενοντίτιδας (π.χ. του Αχίλλειου τένοντα) Μυϊκή αδυναμία, η οποία μπορεί να είναι ιδιαίτερης σημασίας σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. παράγραφο 4.4) | Ραβδομυόλυση Ρήξη τένοντα (π.χ. του Αχίλλειου τένοντα) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4) Ρήξη συνδέσμου Ρήξη μυός Αρθρίτιδα | |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Αύξηση κρεατινίνης αίματος | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (π.χ. οφειλόμενη σε διάμεση νεφρίτιδα) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης * | Μόνο για την ενέσιμη μορφή: Αντίδραση της θέσης έγχυσης (πόνος, κοκκίνισμα) | Εξασθένιση | Πυρεξία | Πόνος (συμπεριλαμβανομένων των πόνων στο στήθος, την πλάτη και τα άκρα) |
α Αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μπορεί ορισμένες φορές να εμφανιστούν ακόμη και μετά την πρώτη δόση.
β Βλεννογονοδερματικές αντιδράσεις μπορεί ορισμένες φορές να εμφανιστούν ακόμη και μετά την πρώτη δόση.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες έχουν συσχετισθεί με τη χορήγηση φθοροκινολόνης περιλαμβάνουν:
• επεισόδια πορφυρίας σε ασθενείς με πορφυρία.
* Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (διάρκειας μηνών ή ετών) και δυνητικά μη αναστρέψιμων σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία, οι οποίες προσβάλλουν αρκετές και ενίοτε πολλαπλές κατηγορίες οργανικών συστημάτων και αισθήσεις (συμπεριλαμβάνουν αντιδράσεις όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, άλγος στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες που σχετίζονται με παραισθησία και νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένων διαταραχών ύπνου, άγχους, κρίσεων πανικού, κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού), έκπτωση της μνήμης και της συγκέντρωσης και έκπτωση της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών, σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οποιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr, www.kitrinikarta.gr.
4.9. Υπερδοσολογία
Σύμφωνα με μελέτες τοξικότητας σε πειραματόζωα ή μελέτες κλινικής φαρμακολογίας που διεξήχθησαν με δόσεις μεγαλύτερες των θεραπευτικών δόσεων, τα πλέον σημαντικά σημεία που αναμένεται να εκδηλωθούν μετά από οξεία υπερδοσολογία με λεβοφλοξασίνη διάλυμα για έγχυση είναι τα συμπτώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως σύγχυση, ζάλη, διαταραχή της συνείδησης και επιληπτικοί σπασμοί, παράταση του διαστήματος QT.
Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στο ΚΝΣ, όπως συγχυτική κατάσταση, σπασμοί, μυόκλονος, ψευδαισθήσεις και τρόμος Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να χορηγείται θεραπεία για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Εξαιτίας της πιθανότητας παράτασης του διαστήματος QT θα πρέπει να πραγματοποιείται ηλεκτροκαρδιογραφική (ΗΚΓ) παρακολούθηση. Η αιμοκάθαρση, συμπεριλαμβανόμενης της περιτοναϊκής κάθαρσης και της CAPD, δεν είναι αποτελεσματική στην απομάκρυνση της λεβοφλοξασίνης από τον οργανισμό.
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακές κινολόνες, φθοριοκινολόνες, Κωδικός ATC: J01MA12 Η λεβοφλοξασίνη είναι ένας συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας της κατηγορίας των φθοριοκινολονών και είναι το S(-) εναντιομερές της ρακεμικής δραστικής ουσίας οφλοξασίνη.
Μηχανισμός δράσης Ως αντιβακτηριακός παράγοντας της κατηγορίας των φθοριοκινολονών, η λεβοφλοξασίνη δρα στο σύμπλεγμα DNA- DNA-γυράση και στην τοποϊσομεράση IV.ΦΚ/ΦΔ σχέση Ο βαθμός της βακτηριδιακής δραστηριότητας της λεβοφλοξασίνης εξαρτάται από την αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (C ) ή την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) και την max ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC).
Μηχανισμός ανάπτυξης αντοχής
Η ανάπτυξη αντοχής οφείλεται σε μία σταδιακή διαδικασία μεταλλάξεων των περιοχών-στόχων των τοποϊσομερασών τύπου ΙΙ, της DNA γυράσης και της τοποϊσομεράσης IV. Άλλοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής όπως το φράγμα διαπερατότητας (συχνό στη Pseudomonas aeruginosa) και οι μηχανισμοί εκροής μπορεί επίσης να επηρεάσουν την ευαισθησία στη λεβοφλοξασίνη. Έχει παρατηρηθεί διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ της λεβοφλοξασίνης και άλλων φθοριοκινολονών. Λόγω του μηχανισμού δράσης, δεν υπάρχει γενικά καμία διασταυρούμενη αντίσταση μεταξύ της λεβοφλοξασίνης και άλλων κατηγοριών αντιβακτηριδιακών παραγόντων.
Όρια δοκιμής της ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για τη λεβοφλοξασίνη και παρατίθενται εδώ:
https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic- breakpoints_en.xlsx 01):
Ο επιπολασμός της αντοχής μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά για συγκεκριμένα είδη, ενώ είναι επιθυμητές τοπικές πληροφορίες για την αντοχή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς, ιδιαίτερα αν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω η χρησιμότητα του παράγοντα, σε ορισμένες λοιμώξεις.
Συνήθως ευαίσθητα είδη Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Bacillus anthracis Staphylococcus aureus methicillin susceptible Staphylococcus saprophyticus Streptococci, group C and G Streptococcus agalactiae Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Eikenella corrodens Haemophilus influenzae Haemophilus para-influenzae Klebsiella oxytoca Moraxella catarrhalis Pasteurella multocida Proteus vulgaris Providencia rettgeri Αναερόβια βακτήρια Peptostreptococcus Άλλα Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Chlamydia trachomatis Legionella pneumophila
Mycoplasma pneumoniae Mycoplasma hominis Ureaplasma urealyticum Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Enterococcus faecalis Staphylococcus aureus methicillin-resistant# Coagulase negative Staphylococcus spp Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Acinetobacter baumannii Citrobacter freundii Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Proteus mirabilis Providencia stuartii Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens Αναερόβια βακτήρια Bacteroides fragilis Ενδογενώς ανθεκτικά Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Enterococcus faecium # Ο ανθεκτικός στη μεθικιλίνη S. aureus (MRSA) είναι πολύ πιθανό να διαθέτει από κοινού ανθεκτικότητα στις φθοριοκινολόνες συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η χορηγούμενη από στόματος λεβοφλοξασίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται μέσα σε 1 έως 2 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 99 – 100 %. Η τροφή έχει μικρή επίδραση στην απορρόφηση της λεβοφλοξασίνης. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 48 ωρών, με ένα δοσολογικό σχήμα 500 mg μία ή δύο φορές ημερησίως.
Κατανομή Περίπου το 30 - 40 % της λεβοφλοξασίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του ορού. Ο μέσος όγκος κατανομής της λεβοφλοξασίνης είναι περίπου 100 l μετά από εφάπαξ ή μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις των 500 mg, υποδηλώνοντας ευρεία κατανομή στους ιστούς του σώματος.
Διείσδυση στους ιστούς και στα υγρά του σώματος
Η λεβοφλοξασίνη έχει αποδειχθεί ότι διεισδύει στον βρογχικό βλεννογόνο, στο υγρό επένδυσης του βλεννογόνου των βρόγχων, στα κυψελιδικά μακροφάγα, τον πνευμονικό ιστό, στο δέρμα (υγρό φυσαλίδων), στον προστατικό ιστό και στα ούρα. Ωστόσο, η λεβοφλοξασίνη παρουσιάζει μικρή διείσδυση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Βιομετασχηματισμός Η λεβοφλοξασίνη μεταβολίζεται σε πολύ μικρή έκταση, οι μεταβολίτες είναι η δισμεθυλ- λεβοφλοξασίνη και το N-οξείδιο λεβοφλοξασίνης. Αυτοί οι μεταβολίτες αναλογούν στο <5% της δόσης και απεκκρίνονται στα ούρα. Η λεβοφλοξασίνη είναι στερεοχημικά σταθερή και δεν υπόκειται σε αναστροφή των χειρόμορφων μορίων.
Αποβολή Μετά την από του στόματος και την ενδοφλέβια χορήγηση, η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται σχετικά βραδέως από το πλάσμα ( t : 6 - 8 ώρες). Η απέκκριση πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο μέσω της νεφρικής οδού (>85% της χορηγούμενης δόσης).
Η μέση ολική σωματική απέκκριση της λεβοφλοξασίνης μετά από μία δόση των 500 mg ήταν 175 ± 29,2 mL/min.
Δεν υπάρχουν μείζονες διαφορές στη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, υποδηλώνοντας ότι η από του στόματος και η ενδοφλέβια οδός είναι εναλλάξιμες.
Γραμμικότητα Η λεβοφλοξασίνη υπακούει στη γραμμική φαρμακοκινητική σε ένα εύρος από 50 έως 1000 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης επηρεάζεται από τη νεφρική βλάβη. Με ελαττούμενη νεφρική λειτουργία, η νεφρική απέκκριση και κάθαρση μειώνονται, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης αυξάνεται, όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί:
Φαρμακοκινητική επί νεφρικής ανεπάρκειας μετά από μία από του στόματος δόση των 500 mg
| Cl [ml/min] cr | < 20 | 20-49 | 50-80 |
|---|---|---|---|
| CI [ml/min] R | 13 | 26 | 57 |
| t [h] 1/2 | 35 | 27 | 9 |
Ηλικιωμένοι ασθενείς Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης ανάμεσα σε νεαρούς και ηλικιωμένους ασθενείς εκτός από αυτές που σχετίζονται με τις διαφορές στην κάθαρση κρεατινίνης.
Διαφορές ως προς το φύλο Μία ξεχωριστή ανάλυση των ανδρών και των γυναικών ασθενών έδειξε μικρές έως οριακές διαφορές ως προς το φύλο στη φαρμακοκινητική της λεβοφλοξασίνης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις
ότι αυτές οι διαφορές ως προς το φύλο έχουν κλινική σημασία.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μη κλινικά δεδομένα δεν αποκάλυψαν κάποιο ειδικό κίνδυνο για τους ανθρώπους με βάσει συμβατικές μελέτες τοξικότητας μιας δόσης, τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης, δυναμικού καρκινογένεσης και τοξικότητας στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη.
Η λεβοφλοξασίνη δεν επηρέασε τη γονιμότητα ή την αναπαραγωγική επίδοση των επιμύων ενώ η μόνη επίδρασή της στα έμβρυα ήταν η καθυστερημένη ωρίμανση, ως αποτέλεσμα τοξικότητας στη μητέρα.
Η λεβοφλοξασίνη δεν προκάλεσε γονιδιακές μεταλλάξεις σε κύτταρα βακτηρίων ή θηλαστικών, αλλά προκάλεσε in vitro χρωμοσωμικές παρεκκλίσεις σε κύτταρα πνευμόνων κινεζικών hamster.
Αυτές οι δράσεις μπορούν να αποδοθούν στην αναστολή της τοποϊσομεράσης ΙΙ. Δοκιμασίες in vivo (μικροπύρηνα, ανταλλαγή αδελφών χρωματίδων, μη προγραμματισμένη σύνθεση DNA, κύριες θανατηφόρες δοκιμασίες) δεν κατέδειξαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο γονοτοξικότητας.
Μελέτες σε μύες έδειξαν ότι η λεβοφλοξασίνη έχει φωτοτοξική δράση μόνο σε πολύ υψηλές δόσεις. Η λεβοφλοξασίνη δεν έδειξε κανένα δυναμικό γονοτοξικότητας σε μία ανάλυση φωτομεταλλαξιογένεσης και μείωσε την ανάπτυξη του όγκου σε μία ανάλυση φωτοκαρκινογένεσης.
Όπως και οι άλλες φθοριοκινολόνες, η λεβοφλοξασίνη έδειξε επιδράσεις στους χόνδρους (φλυκταίνωση και κοιλάνσεις) σε επίμυες και σκύλους. Αυτά τα ευρήματα ήταν περισσότερο έντονα σε νεαρά ζώα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Χλωριούχο Νάτριο Υδροχλωρικό οξύ 5N (για διόρθωση του pH)
Ενέσιμο ύδωρ
6.2 Ασυμβατότητες
Το ενέσιμο διάλυμα LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ δεν πρέπει να αναμειγνύεται με ηπαρίνη και αλκαλικά διαλύματα (π.χ. διτανθρακικό νάτριο). Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια Χρόνος ζωής μετά τη διάτρηση του ελαστικού πώματος: άμεση χρήση (βλ. παράγραφο 6.6).
Από μικροβιολογικής πλευράς, το διάλυμα έγχυσης πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες διατήρησης του διαλύματος πριν από τη χρήση, είναι ευθύνη του χειριστή.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Να διατηρείται σε ξηρό και δροσερό μέρος, και σε χώρο που δεν προσεγγίζουν τα παιδιά.
Φυλάξτε το φιαλίδιο στον εξωτερικό περιέκτη για την προστασία από το φως. Ελέγξτε οπτικά το διάλυμα πριν από τη χρήση. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο τα διαυγή διαλύματα, χωρίς σωματίδια.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Χάρτινο κουτί το οποίο περιέχει 1, 5 ή 20 διάφανα φιαλίδια των 50 ml ή 100 ml, τύπου Ι, με ελαστικό πώμα και κυάθιο αλουμινίου μαζί με ΦΟΧ Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Το ενέσιμο διάλυμα LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως (εντός 3 ωρών) μετά τη διάτρηση του ελαστικού πώματος εισχώρησης προς αποφυγή βακτηριακής επιμόλυνσης. Κατά τη διάρκεια της έγχυσης δεν είναι απαραίτητο να προφυλάσσεται από το φως.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Ανάμειξη με άλλα διαλύματα για έγχυση:
Το ενέσιμο διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση LEVOFLOXACIN/ΦΑΡΜΑΤΕΝ είναι συμβατό με τα ακόλουθα διαλύματα για έγχυση:
0,9 % διάλυμα χλωριούχου νατρίου 5 % γλυκόζη (injection)
2,5 % γλυκόζη σε διάλυμα Ringer Συνδυασμός διαλυμάτων για παρεντερική διατροφή (αμινοξέα, γλυκόζη, ηλεκτρολύτες). Βλ.
παράγραφο 6.2 για ασυμβατότητες.
Ελέγξτε τη φιάλη πριν από τη χρήση. Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον το διάλυμα είναι διαυγές, κιτρινο-πράσινο και δεν περιέχει σωματίδια.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
PHARMATHEN INVESTMENTS GROUP LIMITED, CYPRUS ΚΡΗΤΗΣ 32, PAPACHRISTOFOROU BUILDING, 4ος όροφος, 3087, ΛΕΜΕΣΟΣ, ΚΥΠΡΟΣ Τηλ: 210- 6604 300 Fax: 210-6666749 e-mail: info@pharmathen.com Τοπικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα:
INNOVIS PHARMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Δ.Τ. «INNOVIS PHARMA Α.Ε.Β.Ε.»
ΕΔΡΑ: Λ. ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ ΑΡ. 144 – Τ.Κ.: 15351 ΠΑΛΛΗΝΗ
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
20853/15/02-03-2017
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9-9-2010