Clinio Logo
Clinio
MECOLZUP › ΠΧΠ

MECOLZUP — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Mecolzup 500mg υπόθετα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε υπόθετο περιέχει 500 mg μεσαλαζίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Υπόθετο Υπόθετο σε σχήμα τορπίλης με γκρι-λευκό έως ελαφρώς ιώδες-κόκκινο χρώμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Mecolzup ενδείκνυται για τη χρήση σε περιφερική Ελκώδη Κολίτιδα (πρωκτίτιδα) για τη:

- Θεραπεία ήπιων ή μέτριων οξέων παροξύνσεων∙

- Διατήρηση της ύφεσης.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εξατομικευμένες προσαρμογές των δόσεων σύμφωνα με τα κριτήρια του γιατρού, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και την ένταση των συμπτωμάτων του ασθενή.

Η συνιστώμενη δόση στους ενήλικες είναι:

- Θεραπεία ήπιων ή μέτριων οξέων παροξύνσεων: ένα υπόθετο δύο ή τρεις φορές ημερησίως (1000 - 1500 mg)∙

- Διατήρηση της ύφεσης: ένα υπόθετο άπαξ ή δύο φορές ημερησίως (500 - 1000 mg).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της μεσαλαζίνης σε παιδιά και εφήβους δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Η μεσαλαζίνη δεν συνιστάται να χορηγείται σε παιδιά και εφήβους. Να μη χορηγείται σε παιδιά ηλικίας 5 ετών ή μικρότερα.

Τρόπος χορήγησης:

Η θεραπεία των οξέων παροξύνσεων διαρκεί συνήθως 8 εβδομάδες. Η διάρκεια της χρήσης καθορίζεται από τον γιατρό.

Το Mecolzup θα πρέπει να χρησιμοποιείται τακτικά και με συνέπεια, είτε κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης είτε κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας της φάσης συντήρησης, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Συνιστάται η κένωση του εντέρου πριν από τη χορήγηση του υπόθετου.

Τα υπόθετα πρέπει να εισάγονται με τον ασθενή ξαπλωμένο στην αριστερή πλευρά, και συνιστάται να παραμείνει σε αυτή τη θέση για περίπου 1 ώρα.

Τα υπόθετα πρέπει να εισάγονται βαθιά στον πρωκτό και να παραμένουν στο ορθό για 1-3 ώρες ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα.

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στα σαλικυλικά (περιλαμβανομένης της μεσαλαζίνης) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min/1,73 m2)

- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Εξετάσεις αίματος (γενική αίματος, παράμετροι ηπατικής λειτουργίας όπως ALT ή AST∙ και κρεατινίνη ορού) και έλεγχος των ούρων [στικ εμβύθισης (dip-stick)] θα πρέπει να πραγματοποιούνται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, κατά την κρίση του θεράποντος γιατρού.

Έχουν αναφερθεί αυξήσεις των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων σε ασθενείς που λαμβάνουν σκευάσματα με μεσαλαζίνη. Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να αξιολογείται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας σύμφωνα με ιατρικά κριτήρια. Συνιστάται προσοχή εάν η μεσαλαζίνη χορηγείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε 4.3 Αντενδείξεις).

Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια. Καθώς η μεσαλαζίνη, επίσης γνωστή ως 5-αμινοσαλικυλικό οξύ (5-ASA), αποβάλλεται κυρίως μέσω ακετυλίωσης και επακόλουθης απέκκρισης στα ούρα, οι ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία ή νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, οπότε συνιστάται η διενέργεια εξετάσεων ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας πριν από την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκειά της. Η θεραπεία με μεσαλαζίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής επιδείνωσης. Σε ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν νεφρική δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να υπάρχει υποψία νεφροτοξικότητας που προκαλείται από μεσαλαζίνη.

Με τη χρήση μεσαλαζίνης έχουν αναφερθεί περιστατικά νεφρολιθίασης, περιλαμβανομένων λίθων 100% μεσαλαζίνης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται να διασφαλίζεται η επαρκής πρόσληψη υγρών.

Οι ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στη σουλφασαλαζίνη θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Εάν εμφανιστούν οξείες ενδείξεις δυσανεξίας, όπως κοιλιακές κράμπες, οξύ κοιλιακό άλγος, πυρετός, κεφαλαλγία και σοβαρό δερματικό εξάνθημα, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως.

Σε ασθενείς με πνευμονική νόσο, ιδιαίτερα με άσθμα, συστήνεται στενή ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεσαλαζίνη.

Σπάνια έχουν αναφερθεί αντιδράσεις καρδιακής υπερευαισθησίας (μυοκαρδίτιδα και περικαρδίτιδα) που προκαλούνται από μεσαλαζίνη. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών, με παθήσεις που τους προδιαθέτουν σε μυοκαρδίτιδα ή περικαρδίτιδα, με μεσαλαζίνη. Εάν υπάρχει υποψία αντίδρασης καρδιακής υπερευαισθησίας, δεν θα πρέπει να χορηγούνται εκ νέου προϊόντα που περιέχουν μεσαλαζίνη.

Σοβαρές δυσκρασίες του αίματος έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια με μεσαλαζίνη. Η μεσαλαζίνη μπορεί να προκαλέσει ερυθρό-καφέ αποχρωματισμό των ούρων μετά από επαφή με υποχλωριώδες νάτριο (π.χ., σε τουαλέτες που καθαρίζονται με υποχλωριώδες νάτριο που περιέχεται σε ορισμένα λευκαντικά).

Η μεσαλαζίνη δεν συνιστάται σε ασθενείς με αιμορραγική διάθεση (αυξημένη προδιάθεση για αιμορραγία)

Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με ενεργό γαστρικό ή δωδεκαδακτυλικό έλκος.

Κατά τη θεραπεία με μεσαλαζίνη έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR) όπως, σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN). Η μεσαλαζίνη θα πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση ενδείξεων και συμπτωμάτων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων, όπως δερματικό εξάνθημα, αλλοιώσεις των βλεννογόνων, ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη υπερευαισθησίας.

Η μεσαλαζίνη μπορεί να προκαλέσει ερυθρό-καφέ αποχρωματισμό των ούρων μετά από επαφή με υποχλωριώδες νάτριο (π.χ., σε τουαλέτες που καθαρίζονται με υποχλωριώδες νάτριο που περιέχεται σε ορισμένα λευκαντικά).

Έχει αναφερθεί ιδιοπαθής ενδοκράνια υπέρταση (ψευδοόγκος εγκεφάλου) σε ασθενείς που λάμβαναν μεσαλαζίνη. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται για σημεία και συμπτώματα της ιδιοπαθούς ενδοκράνιας υπέρτασης, συμπεριλαμβανομένων της έντονης ή υποτροπιάζουσας κεφαλαλγίας, των οπτικών διαταραχών ή των εμβοών. Εάν εμφανιστεί ιδιοπαθής ενδοκράνια υπέρταση, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της μεσαλαζίνης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Όπως και με άλλα σαλικυλικά, η μεσαλαζίνη μπορεί να:

- Μειώσει την αντιπηκτική δράση αντιπηκτικών που παράγονται από κουμαρίνη, όπως η βαρφαρίνη.

- Ενισχύσει την υπογλυκαιμική δράση των σουλφονυλουριών.

- Λειτουργήσει ανταγωνιστικά στις ουρικοζουρικές επιδράσεις της προβενεσίδης και της σουλφινοπυραζόνης

- Εκμφανίσει την τοξικότητα των σαλικυλικών σε χαμηλότερες δόσεις από το συνηθισμένο όταν χορηγείται με φουροσεμίδη εξαιτίας ανταγωνισμού για σημεία νεφρικής απέκκρισης.

- Αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων νεφρικών αντιδράσεων με την ταυτόχρονη χρήση γνωστών νεφροτοξικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) και αζαθειοπρίνης.

- Αυξήσει τις μυελοκατασταλτικές επιδράσεις της αζαθειοπρίνης, της 6-μερκαπτοπουρίνης ή της θειογουανίνης. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αζαθειοπρίνη, 6- μερκαπτοπουρίνη ή θειογουανίνη και μεσαλαζίνη, καθώς μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα δυσκρασιών του αίματος. Οι αιματολογικές παράμετροι (ιδιαίτερα λευκοκύτταρα και θρομβοκύτταρα) θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά, ιδιαίτερα στην αρχή ενός τέτοιου θεραπευτικού συνδυασμού.

- Μειώσει την νατριουρητική δράση της σπιρονολακτόνης.

Η μεσαλαζίνη μπορεί να καθυστερήσει την απέκκριση της μεθοτρεξάτης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Η μεσαλαζίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης και του θηλασμού, εκτός εάν τα πιθανά οφέλη της θεραπείας υπερτερούν των πιθανών κινδύνων κατά την άποψη του γιατρού. Από μόνη της η υποκείμενη πάθηση (Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (IBD))

μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους για την έκβαση της κύησης.

Κύηση:

Είναι γνωστό ότι η μεσαλαζίνη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και η συγκέντρωσή της στο πλάσμα του ομφάλιου λώρου είναι μικρότερη από τη συγκέντρωση στο πλάσμα της μητέρας. Ο μεταβολίτης ακετυλο-μεσαλαζίνη βρίσκεται σε παρόμοιες συγκεντρώσεις στον ομφάλιο λώρο και στο πλάσμα της μητέρας. Μελέτες σε ζώα σχετικά με τη χρήση από του στόματος μεσαλαζίνης δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος, τον τοκετό, ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για τη χρήση της μεσαλαζίνης σε έγκυες γυναίκες.

Περιορισμένα δημοσιευμένα ανθρώπινα δεδομένα για τη μεσαλαζίνη δεν παρουσιάζουν αύξηση του συνολικού ποσοστού συγγενών δυσπλασιών. Ορισμένα δεδομένα δείχνουν αυξημένη συχνότητα πρόωρου τοκετού, θνησιγένεια, και χαμηλό βάρος γέννησης∙ ωστόσο, αυτές οι ανεπιθύμητες εκβάσεις της κύησης σχετίζονται επίσης με ενεργό φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

Διαταραχές του αίματος (λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία, αναιμία) έχουν αναφερθεί σε νεογέννητα μητέρων που λαμβάνουν θεραπεία με μεσαλαζίνη.

Σε μία περίπτωση μετά από μακροχρόνια χρήση υψηλής δόσης μεσαλαζίνης (2-4 g, από του στόματος) κατά τη διάρκεια της κύησης, αναφέρθηκε νεφρική ανεπάρκεια σε νεογνό.

Θηλασμός:

Η μεσαλαζίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η συγκέντρωση μεσαλαζίνης στο μητρικό γάλα είναι μικρότερη σε σύγκριση με το μητρικό αίμα, ενώ ο μεταβολίτης - ακετυλο-μεσαλαζίνη - εμφανίζεται σε παρόμοιες ή αυξημένες συγκεντρώσεις. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες μελέτες με μεσαλαζίνη κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Υπάρχουν περιορισμένα μόνο διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μεσαλαζίνης από το στόμα σε γυναίκες κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν μπορεί να αποκλειστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως η διάρροια. Εάν το βρέφος εμφανίσει διάρροια, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται.

Γονιμότητα:

Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επιδράσεις της μεσαλαζίνης στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών (ανατρέξτε στην παράγραφο 5.3). Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία σχετικά με την επίδραση της μεσαλαζίνης στη γονιμότητα των ανθρώπων.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν υποβληθεί σε μελέτη οι επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα ανά κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: Πολύ συχνές (≥ 1/10)∙ Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10)∙ Μη συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)∙ Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)∙ Πολύ σπάνιες:

(<1/10.000)∙ Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία Οργάνου ΣυστήματοςΣυχνότητα Σύμφωνα με τη Συνθήκη MedDRA
Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10)Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)Πολύ σπάνιες (<1/10.000)Μη γνωστές (Δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματοςΜεταβολές στις εξετάσεις αίματος (ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία, απλαστική αναιμία).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως αλλεργικό εξάνθημα, πυρετός εξαιτίας φαρμάκων, σύνδρομο ερυθηματώδη λύκου, πανκολίτιδα.
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγίαΖάληΠεριφερική νευροπάθεια.Ιδιοπαθής ενδοκράνια υπέρταση (βλ. παράγραφο 4.4)
Καρδιακές διαταραχέςΜυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίουΑλλεργικές αντιδράσεις των πνευμόνων (δύσπνοια, βήχας, αλλεργική κυψελίτιδα, ηωσινοφιλική πνευμονία, πνευμονική διήθηση, πνευμονίτιδα).
Γαστρεντερικές διαταραχέςΔυσφορία και κοιλιακό άλγος, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία, έμετος.Οξεία παγκρεατίτιδα. Επιδείνωση των συμπτωμάτων της κολίτιδας.
Ηπατοχολικές διαταραχέςΜεταβολές των παραμέτρων της ηπατικής λειτουργίας (αύξηση των τρανσαμινασών και των παραμέτρων χολόστασης), ηπατίτιδα, χολοστατική ηπατίτιδα.
Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστούΦωτοευαισθησία*Αλωπεκία. Πολύμορφο ερύθημαΑντίδραση του φαρμάκου με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS),
σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)**
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΜυαλγία, αρθραλγία.
Διαταραχές των νεφρών και του ουροποιητικού συστήματοςΔιάμεση νεφρίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρωσικό σύνδρομο.Νεφρολιθίαση
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστώνΟλιγοσπερμία (αναστρέψιμη).

* Φωτοευαισθησία Έχουν αναφερθεί πιο σοβαρές αντιδράσεις σε ασθενείς με προϋπάρχουσες δερματικές παθήσεις, όπως ατοπική δερματίτιδα και ατοπικό έκζεμα.

** Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), συμπεριλαμβανομένης αντίδρασης στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικών συμπτωμάτων (DRESS), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), σε συνδυασμό με τη θεραπεία με μεσαλαζίνη (ανατρέξτε στην παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562, Χολαργός, Αθήνα, Τηλ.: 213-2040337, Ιστότοπος: http//www.eof.gr, http//www.kitrinikarta.gr).

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά τοξικότητας εξαιτίας υπερδοσολογίας. Υπάρχουν σπάνια δεδομένα σχετικά με υπερδοσολογία (π.χ., σκοπούμενη αυτοκτονία με υψηλές δόσεις μεσαλαζίνης από το στόμα), τα οποία δεν υποδεικνύουν νεφρική ή ηπατική τοξικότητα.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η απορρόφηση μεσαλαζίνης από το παχύ έντερο είναι περιορισμένη.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο, σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εντερικοί Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Αμινοσαλικυλικό οξύ και παρόμοιοι παράγοντες.

Κωδικός ATC: A07EC02.

Μηχανισμός δράσης To Mecolzup περιέχει μεσαλαζίνη, επίσης γνωστή ως 5-αμινοσαλικυλικό οξύ, η οποία έχει αντιφλεγμονώδη δράση μέσω ενός μηχανισμού ο οποίος δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί πλήρως.

Η μεσαλαζίνη έχει καταδειχθεί ότι αναστέλλει τη μετανάστευση των εντερικών μακροφάγων που διεγείρεται από τα LTB4 και ως εκ τούτου μπορεί να μειώσει την εντερική φλεγμονή περιορίζοντας τη μετανάστευση των μακροφάγων σε φλεγμονώδεις περιοχές. Αναστέλλεται η παραγωγή προφλεγμονωδών λευκοτριενίων (LTB4 και 5-HETE) στα μακροφάγα του εντερικού τοιχώματος. Η μεσαλαζίνη έχει καταδειχθεί ότι ενεργοποιεί τους υποδοχείς PPAR-γ, οι οποίοι εξουδετερώνουν την πυρηνική ενεργοποίηση των εντερικών φλεγμονωδών αποκρίσεων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Υπό συνθήκες μελέτης, η μεσαλαζίνη ανέστειλε την κυκλοοξυγενάση και, επομένως, την απελευθέρωση θρομβοξάνης Β2 και προσταγλανδίνης Ε2, αλλά η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης παραμένει ακόμη ασαφής. Η μεσαλαζίνη αναστέλλει το σχηματισμό του παράγοντα ενεργοποίησης αιμοπεταλίων (PAF). Η μεσαλαζίνη είναι επίσης αντιοξειδωτικό∙ έχει καταδειχθεί ότι μειώνει το σχηματισμό δραστικών προϊόντων οξυγόνου και δεσμεύει τις ελεύθερες ρίζες.

Σε κλινικές μελέτες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με ενεργό περιφερική ελκώδη κολίτιδα (πρωκτίτιδα / πρωκτοσιγμοειδίτιδα) η θεραπεία με υπόθετα μεσαλαζίνης 500 mg και 1 g υπόθετα σε διαφορετικά δοσολογικά σχήματα (άπαξ/δις ημερησίως/τρις ημερησίως) ήταν αποτελεσματική για την πρόκληση κλινικής, ενδοσκοπικής και ιστολογικής ύφεσης της νόσου.

Η μακροχρόνια θεραπεία με υπόθετα μεσαλαζίνης ήταν αποτελεσματική και ασφαλής για τη διατήρηση της ύφεσης σε ασθενείς με περιφερική ελκώδη κολίτιδα.

Παιδιατρικός πληθυσμός:

Σε μια κλινική μελέτη σε 49 παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας 5-17 ετών) με ήπια έως μέτρια ελκώδη πρωκτίτιδα η θεραπεία με υπόθετα μεσαλαζίνης 500 mg άπαξ πέτυχε σημαντική μείωση του δείκτη ενεργότητας της νόσου μετά από 3 και 6 εβδομάδες.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Γενικά χαρακτηριστικά της δραστικής ουσίας Φαρμακοκινητική και τοπική διαθεσιμότητα: Η θεραπευτική δράση της μεσαλαζίνης εξαρτάται από την τοπική επαφή του φαρμάκου με την προσβεβλημένη περιοχή του εντερικού βλεννογόνου.

Τα υπόθετα Mecolzup έχουν σχεδιαστεί ώστε να επιτυγχάνουν υψηλές συγκεντρώσεις μεσαλαζίνης στο περιφερικό τμήμα του εντερικού σωλήνα με μειωμένη συστηματική απορρόφηση.

Η δράση των υπόθετων καλύπτει το ορθό.

Απορρόφηση: Η απορρόφηση μετά από ορθική χορήγηση είναι μικρή, αλλά εξαρτάται από τη δόση, την περιεκτικότητα, και την έκταση της διασποράς. Με βάση το μέγεθος των ποσοτικών δεδομένων που ανακτώνται στα ούρα από υγιείς εθελοντές, σε σταθερή κατάσταση, που λαμβάνουν ημερήσια δόση 2 g (1 g x 2), διαπιστώθηκε ότι περίπου 10% της δόσης απορροφάται μετά τη χορήγηση υπόθετου.

Κατανομή: Η δέσμευση των πρωτεϊνών πλάσματος της μεσαλαζίνης και της ακετυλο- μεσαλαζίνης είναι περίπου 50% και 80%, αντίστοιχα.

Βιομετασχηματισμός: Η μεσαλαζίνη μεταβολίζεται προσυστηματικά από τον εντερικό βλεννογόνο και συστηματικά στο ήπαρ σε Ν-ακετυλο-μεσαλαζίνη (ακετυλο-μεσαλαζίνη).

Τα βακτήρια του παχέος εντέρου είναι επίσης υπεύθυνα για ορισμένη ακετυλίωση. Η ακετυλίωση φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από τον φαινότυπο του ακετυλιωτή.

Θεωρείται ότι η ακετυλο-μεσαλαζίνη είναι κλινικά ανενεργή, αλλά αυτό θα πρέπει ακόμη να επιβεβαιωθεί.

Αποβολή: Μετά από ορθική χορήγηση, το 5-ASA απεκκρίνεται αμετάβλητο, κυρίως στα κόπρανα Χαρακτηριστικά των ασθενών:

Σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία, ο ρυθμός αποβολής (κάθαρσης) του 5-ASA μειώνεται, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη συγκέντρωση μεσαλαζίνης, η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων νεφροτοξικών ενεργειών.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οι τοξικές νεφρικές επιδράσεις έχουν καταδειχθεί σε όλα τα είδη που εξετάστηκαν. Οι δόσεις και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ποντικών και πιθήκων στα Επίπεδα Μη Παρατηρούμενων Ανεπιθύμητων Ενεργειών (NOAEL) υπερβαίνουν εκείνες που χρησιμοποιούνται στον άνθρωπο κατά 2-7,2 φορές.

Δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική τοξικότητα η οποία να σχετίζεται με το γαστρεντερικό σύστημα, το ήπαρ, ή το αιμοποιητικό σύστημα στα ζώα.

Τα συστήματα εξετάσεων in vitro και οι μελέτες in vivo δεν παρουσίασαν ενδείξεις μεταλλαξιογόνων επιδράσεων. Μελέτες σχετικά με το καρκινογόνο δυναμικό οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς δεν παρουσίασαν κάποια ένδειξη αύξησης της επίπτωσης όγκων που σχετίζεται με την ουσία.

Μελέτες σε ζώα για την από του στόματος χορηγούμενη μεσαλαζίνη δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με τη γονιμότητα, την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό, ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Σκληρό λίπος.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

4 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Να μην φυλάσσεται σε θερμοκρασία άνω των 30°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Τα υπόθετα συσκευάζονται σε ταινίες PVC/PE.

Κάθε συσκευασία περιέχει 30 ή 60 υπόθετα.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

INNOVIS PHARMA A.E.B.E.

Λεωφ. Μαραθώνος 144 15351 Παλλήνη, Αττική Τηλ.: +30 216 200 5600 E-mail: info@innovispharma.gr

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

49228/25-04-2024

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 25 Απριλίου 2024 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

29 Ιανουαρίου 2025

Πηγή: eof:3317201_SPC_3317201_2.pdf