ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤlΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Medoxem 750 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή εναιώρημα Medoxem 1500 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα για έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
750 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή εναιώρημα Κάθε φιαλίδιο περιέχει 750 mg κεφουροξίμης (ως νατριούχο κεφουροξίμη).
1500 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση Κάθε φιαλίδιο περιέχει 1500 mg κεφουροξίμης (ως νατριούχο κεφουροξίμη).
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Medoxem 750 mg: Κάθε φιαλίδιο περιέχει 42 mg νατρίου.
Medoxem 1500 mg: Κάθε φιαλίδιο περιέχει 84 mg νατρίου.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή εναιώρημα 750 mg/vial.
Κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση 1500 mg/vial.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Medoxem ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των λοιμώξεων που αναφέρονται παρακάτω σε ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση) (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).
• Πνευμονία της κοινότητας
• Οξείς παροξυσμοί χρόνιας βρογχίτιδας.
• Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις περιλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας.
• Λοιμώξεις μαλακών μορίων: κυτταρίτιδα, ερυσίπελας και λοιμώξεις τραυμάτων.
• Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (βλέπε παράγραφο 4.4)
• Προφύλαξη έναντι λοίμωξης σε γαστρεντερικές (περιλαμβανομένων οισοφαγικών), ορθοπεδικές, καρδιαγγειακές και γυναικολογικές επεμβάσεις (περιλαμβανομένης της καισαρικής τομής).
Στη θεραπεία και την πρόληψη λοιμώξεων στις οποίες είναι πολύ πιθανό ότι θα υπάρχουν αναερόβια παθογόνα, η κεφουροξίμη θα πρέπει να χορηγείται με επιπρόσθετα κατάλληλους αντιμικροβιακούς παράγοντες Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες αναφορικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Πίνακας 1. Ενήλικες και παιδιά 40 kg
| Ένδειξη | Δόση |
|---|---|
| Πνευμονία της κοινότητας και οξείς παροξυσμοί χρόνιας βρογχίτιδας | 750 mg κάθε 8 ώρες (ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά) |
| Λοιμώξεις μαλακών μορίων: κυτταρίτιδα, ερυσίπελας και λοιμώξεις τραύματος | |
| Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις | |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας | 1,5 g κάθε 8 ώρες (ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά) |
| Σοβαρές λοιμώξεις | 750 mg κάθε 6 ώρες (ενδοφλέβια) 1,5 g κάθε 8 ώρες (ενδοφλέβια) |
| Χειρουργική προφύλαξη γαστρεντερικού, γυναικολογική χειρουργική (συμπεριλαμβανομένης της καισαρικής τομής) και ορθοπεδικές επεμβάσεις | 1,5 g με την εισαγωγή της αναισθησίας. Αυτό μπορεί να συμπληρωθεί με δύο δόσεις των 750 mg (ενδομυϊκά ) μετά από 8 και 16 ώρες. |
| Χειρουργική προφύλαξη σε καρδιαγγειακές και οισοφαγικές επεμβάσεις | 1,5 g με την εισαγωγή της αναισθησίας, ακολουθούμενη από 750 mg (ενδομυϊκά) κάθε 8 ώρες για 24 ώρες ακόμα. |
Πίνακας 2. Παιδιά < 40 kg
| Βρέφη και νήπια >3 εβδομάδων και παιδιά < 40 kg | Βρέφη (από τη γέννηση έως 3 εβδομάδων) | |
|---|---|---|
| Πνευμονία της κοινότητας | 30 έως 100 mg/kg/ημέρα (ενδοφλέβια) χορηγούμενα ως 3 ή 4 διαιρεμένες δόσεις. μία δόση των 60 mg/kg/ημέρα είναι κατάλληλη για τις περισσότερες λοιμώξεις | 30 έως 100 mg/kg/ημέρα (ενδοφλέβια) χορηγούμενα ως 2 ή 3 διαιρεμένες δόσεις (βλέπε παράγραφο 5.2) |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας | ||
| Λοιμώξεις μαλακών μορίων: κυτταρίτιδα, ερυσίπελας και λοιμώξεις τραύματος | ||
| Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις |
Νεφρική δυσλειτουργία Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως µέσω των νεφρών. Ως εκ τούτου, όπως συμβαίνει και με τα λοιπά αντίστοιχα αντιβιοτικά, σε ασθενείς με εκσεσημασμένη νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται να μειώνεται η δοσολογία του Medoxem για να αντισταθμίζεται η βραδύτερη απέκκρισή της.
Πίνακας 3. Συνιστώμενες δόσεις Medoxem σε νεφρική δυσλειτουργία
| Κάθαρση κρεατινίνης | T (ώρες) 1/2 | Δόση (mg) |
|---|---|---|
| > 20 mL/λεπτό/1,73 m2 | 1,7 – 2,6 | Δεν είναι απαραίτητη η μείωση της τυπικής δόσης (750 mg έως 1,5 g τρις ημερησίως) |
| 10-20 mL/λεπτό/1,73 m2 | 4,3 – 6,5 | 750 mg δις ημερησίως |
| < 10 mL/λεπτό/1,73m2 | 14,8 – 22,3 | 750 mg μία φορά την ημέρα |
| Ασθενείς υπό αιμοκάθαρση | 3,75 | Μία επιπλέον δόση των 750 mg θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή |
ενδομυϊκώς κατά το πέρας κάθε συνεδρίας αιμοκάθαρσης˙ επιπλέον της παρεντερικής χρήσης, η νατριούχος κεφουροξίμη μπορεί να ενσωματωθεί στο υγρό περιτοναϊκής κάθαρσης (συνήθως 250 mg για κάθε 2 λίτρα υγρού κάθαρσης)
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια 7,9-12,6 750 mg δις ημερησίως. Για αιμοδιήθηση που υποβάλλονται σε συνεχή (CAVH) χαμηλής ροής ακολουθείστε τη αρτηριοφλεβική αιμοκάθαρση 1,6 (HF) δοσολογία που συνιστάται υπό νεφρική (CAVH) ή αιμοδιήθηση υψηλής δυσλειτουργία ροής (HF) σε μονάδες εντατικής θεραπείας Ηπατική δυσλειτουργία Η κεφουροξίμη αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία αυτή δεν αναμένεται να επιδράσει στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης.
Τρόπος χορήγησης Το Medoxem θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση σε μία περίοδο 3 έως 5 λεπτών άμεσα σε μία φλέβα ή μέσω σωλήνα στάγδην έγχυσης ή με έγχυση σε 30 έως 60 λεπτά ή με βαθιά ενδομυϊκή ένεση. Οι ενδομυϊκές ενέσεις θα πρέπει να ενίονται βαθιά μέσα σε ένα σχετικά μεγάλο μυ και δεν πρέπει να ενίονται περισσότερο από 750 mg σε μία θέση. Δόσεις μεγαλύτερες του 1,5 g θα πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην κεφουροξίμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε αντιβιοτικά με κεφαλοσπορίνες.
Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (πενικιλλίνες, μονομπακτάμες και καρβαπενέμες).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Όπως με όλους τους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας οι οποίες μπορεί να εξελιχθούν σε σύνδρομο Κούνη, (οξύς σπασμός των στεφανιαίων αρτηριών αλλεργικής αιτιολογίας που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η θεραπεία με κεφουροξίμη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει η λήψη κατάλληλων μέτρων έκτακτης ανάγκης.
Πριν την έναρξη της θεραπείας, θα πρέπει να καθοριστεί εάν ο ασθενής έχει ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στη κεφουροξίμη, σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού παράγοντα. Χρειάζεται προσοχή εάν η κεφουροξίμη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλους β-λακταμικούς παράγοντες.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARS)
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως: σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά
συμπτώματα (DRESS), που μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με κεφουροξίμη (βλ. παράγραφο 4.8).
Κατά τη στιγμή της συνταγογράφησης, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η κεφουροξίμη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια όπως SJS, TEN ή DRESS με τη χρήση κεφουροξίμης, η θεραπεία με κεφουροξίμη δεν πρέπει να ξαναρχίσει σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.
Ταυτόχρονη χορήγηση με ισχυρά διουρητικά ή αμινογλυκοσίδες Τα αντιβιοτικά κεφαλοσπορινών σε υψηλή δοσολογία θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρά διουρητικά όπως η φουροσεμίδη ή οι αμινογλυκοσίδες. Έχει αναφερθεί νεφρική δυσλειτουργία κατά τη χρήση αυτών των συνδυασμών. Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στους ηλικιωμένους και στα άτομα με γνωστή προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών Η χρήση της κεφουροξίμης ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη της Candida. Η παρατεταμένη χρήση ενδέχεται επίσης να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη άλλων μη ευαίσθητων μικροοργανισμών (π.χ. εντερόκοκκοι και Clostridioides difficile), η οποία μπορεί να επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).
Έχει αναφερθεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα σχετιζόμενη µε αντιβακτηριακούς παράγοντες µε τη χρήση της κεφουροξίμης και η βαρύτητα µπορεί να κυµαίνεται από ήπια µέχρι απειλητική για τη ζωή του ασθενούς. Αυτή η διάγνωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με διάρροια στη διάρκεια της χορήγησης ή ως επακόλουθο της χορήγησης κεφουροξίμης (βλέπε παράγραφο 4.8). Η διακοπή της θεραπείας με κεφουροξίμη και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για Clostridioides difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό.
Οφθαλμική χρήση εντός προσθίου θαλάμου και οφθαλμικές διαταραχές Το Medoxem δεν παρασκευάζεται για οφθαλμική χρήση εντός προσθίου θαλάμου. Μεμονωμένα περιστατικά και ομάδες σοβαρών οφθαλμικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων έχουν αναφερθεί μετά από τη μη ενδεδειγμένη οφθαλμική χρήση της νατριούχου κεφουροξίμης χρησιμοποιώντας φιαλίδια που είναι εγκεκριμένα για ενδοφλέβια/ενδομυική χορήγηση. Αυτές οι αντιδράσεις περιλαμβάνουν οίδημα της ωχράς κηλίδας, οίδημα του αμφιβληστροειδούς, αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, τοξικότητα του αμφιβληστροειδούς, οπτική βλάβη, μειωμένη οπτική οξύτητα, θολή όραση, θολερότητα του κερατοειδούς και οίδημα του κερατοειδούς.
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Λόγω του φάσματος δραστικότητας της κεφουροξίμης, δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από Gram-αρνητικά μη ζυμογόνα βακτήρια (βλέπε παράγραφο 5.1).
Επίδραση στις διαγνωστικές εξετάσεις Η ανάπτυξη θετικής εξέτασης Coombs που συσχετίζεται με τη χρήση κεφουροξίμης μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση αίματος (βλέπε παράγραφο 4.8).
Μπορεί να παρατηρηθεί ελαφρά παρεμβολή στις μεθόδους αναγωγής του χαλκού (Benedict, Fehling, Clinitest). Ωστόσο, αυτό δε θα πρέπει να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα, καθώς μπορεί να παρουσιαστεί και με μερικές άλλες κεφαλοσπορίνες.
Καθώς στην εξέταση σιδηροκυανιούχου μπορεί να συμβεί ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα, για τον προσδιορισμό των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα/πλάσμα σε ασθενείς που λαμβάνουν
νατριούχο κεφουροξίμη συνιστάται η χρήση είτε της μεθόδου της οξειδάσης της γλυκόζης είτε της μεθόδου της εξοκινάσης.
Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα Medoxem 750 mg/vial:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 42 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, ισοδύναμο με το 2,1% της μέγιστης προτεινόμενης από τον ΠΟΥ ημερήσιας πρόσληψης των 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.
Medoxem 1500 mg/vial:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 84 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, ισοδύναμο με το 4,2% της μέγιστης προτεινόμενης από τον ΠΟΥ ημερήσιας πρόσληψης των 2 g νατρίου για έναν ενήλικα.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Η κεφουροξίμη μπορεί να επηρεάσει την εντερική χλωρίδα, οδηγώντας σε μικρότερη επαναπορρόφηση των οιστρογόνων και μείωση της αποτελεσματικότητας των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών.
Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Η συγχορήγηση με προβενεσίδη δεν συνιστάται. Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης παρατείνει την απέκκριση του αντιβιοτικού και οδηγεί σε αύξηση των μέγιστων επιπέδων στον ορό.
Δυνητικά νεφροτοξικά φάρμακα και διουρητικά της αγκύλης Η χορήγηση υψηλών δόσεων κεφαλοσπορινών θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρώς δρώντα διουρητικά (όπως φουροσεμίδη) ή δυνητικά νεφροτοξικά παρασκευάσματα (όπως αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά), καθώς μέσω τέτοιων συνδυασμών δεν μπορεί να αποκλεισθεί η νεφρική δυσλειτουργία.
Άλλες αλληλεπιδράσεις Προσδιορισμός των επιπέδων γλυκόζης στο πλάσμα αίματος: Ανατρέξτε στην παράγραφο 4.4.
Η ταυτόχρονη χρήση από του στόματος αντιπηκτικών μπορεί να προκαλέσει αύξηση του INR (international normalised ratio).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Τα στοιχεία από τη χρήση της κεφουροξίμης σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα.
Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει τοξικότητα επί της αναπαραγωγής (βλέπε παράγραφο 5.3). Το Medoxem θα πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο.
Η κεφουροξίμη έχει δειχθεί ότι διαπερνά τον πλακούντα και επιτυγχάνει θεραπευτικά επίπεδα στο αμνιακό υγρό και στο αίμα του ομφάλιου λώρου μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση της δόσης στη μητέρα.
Θηλασμός Η κεφουροξίμη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες στις θεραπευτικές δόσεις, αν και ο κίνδυνος διάρροιας και μυκητιασικής λοίμωξης των βλεννογόνων υμένων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασισθεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με κεφουροξίμη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα
Γονιμότητα Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της νατριούχου κεφουροξίμης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιδράσεις στη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις της κεφουροξίμης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, με βάση τις γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες η κεφουροξίμη είναι απίθανο να έχει επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ουδετεροπενία, ηωσινοφιλία, παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων ή της χολερυθρίνης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία βλάβης στο ήπαρ και αντιδράσεις στη θέση ένεσης.
Οι κατηγορίες συχνοτήτων για τις ανεπιθύμητες ενέργειες παρακάτω είναι κατά προσέγγιση καθώς για τις περισσότερες ενέργειες δεν υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία για τον υπολογισμό της συχνότητας. Επιπλέον η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την νατριούχο κεφουροξίμη μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την ένδειξη.
Στοιχεία από κλινικές μελέτες χρησιμοποιήθηκαν για να υπολογισθεί η συχνότητα των πολύ συχνών έως σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι συχνότητες όλων των άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών (δηλαδή αυτών που εμφανίζονται <1/10.000) υπολογίσθηκαν κυρίως χρησιμοποιώντας στοιχεία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος και αναφέρονται σε συχνότητα αναφοράς παρά σε πραγματική συχνότητα.
Οι σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες, όλων των βαθμών, παρατίθενται παρακάτω κατά κατηγορία οργανικού συστήματος του MedDRA, συχνότητα και βαθμό βαρύτητας. Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για τον χαρακτηρισμό της συχνότητας:
πολύ συχνές ≥1/10, συχνές ≥1/100 και<1/10, όχι συχνές ≥1/1.000 και <1/100, σπάνιες ≥1/10.000 και <1/1000, πολύ σπάνιες <1/10.000 και άγνωστης συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν βάσει των διαθέσιμων δεδομένων).
| Κατηγορία συστήματος οργάνου | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | υπερανάπτυξη Candida, υπερανάπτυξη Clostridioides difficile | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | ουδετεροπενία, ηωσινοφιλία, μειωμένη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης | λευκοπενία, θετική εξέταση Coombs | θρομβοκυτταροπενία, αιμολυτική αναιμία |
| Καρδιακές διαταραχές, | Σύνδρομο Κούνη | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, | φαρμακευτικός πυρετός, διάμεση νεφρίτιδα, αναφυλαξία, δερματική αγγειίτιδα | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | γαστρεντερική ενόχληση | ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλέπε παράγραφο |
| 4.4) | |||
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | παροδική αύξηση ηπατικών ενζύμων | παροδική αύξηση χολερυθρίνης | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | δερματικό εξάνθημα, κνίδωση και κνησμός | πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση και σύνδρομο Stevens-Johnson, αγγειονευρωτικό οίδημα, Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | αυξήσεις κρεατινίνης ορού, αυξήσεις αζώτου ουρίας αίματος και μειωμένη κάθαρση κρεατινίνης (βλέπε παράγραφο 4.4) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | αντιδράσεις στη θέση ένεσης που μπορεί να περιλαμβάνουν άλγος και θρομβοφλεβίτιδα | ||
| Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι κεφαλοσπορίνες ως κατηγορία τείνουν να απορροφώνται στην επιφάνεια των μεμβρανών των ερυθροκυττάρων και αντιδρούν με αντισώματα που κατευθύνονται εναντίον του φαρμάκου για την πρόκληση θετικής αντίδρασης Coombs (που μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση αίματος) και πολύ σπάνια αιμολυτικής αναιμίας. Παροδικές αυξήσεις στα ηπατικά ένζυμα του ορού ή στη χολερυθρίνη έχουν παρατηρηθεί και είναι συνήθως αναστρέψιμες. Το άλγος στη θέση της ενδομυϊκής ένεσης είναι πιθανότερο να παρουσιαστεί σε υψηλότερες δόσεις. Ωστόσο, είναι απίθανο να αποτελέσει αιτία διακοπής της θεραπείας. |
Παιδιατρικός πληθυσμός Το προφίλ ασφάλειας της νατριούχου κεφουροξίμης στα παιδιά συνάδει με το προφίλ της στους ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, www.kitrinikarta.gr).
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε νευρολογικά επακόλουθα, όπως, μεταξύ άλλων, εγκεφαλοπάθεια, σπασμοί και κώμα. Συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να εκδηλωθούν εάν η δόση δεν μειώνεται καταλλήλως σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).
Οι συγκεντρώσεις κεφουροξίμης στον ορό μπορεί να μειωθούν από την αιμοκάθαρση ή την περιτοναϊκή διάλυση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβιοτικό για συστηματική χρήση της ομάδας των κεφαλοσπορινών 2ης γενιάς. Κωδικός ATC: J01D C02 Μηχανισμός δράσης Η κεφουροξίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.
Μηχανισμός ανθεκτικότητας Η βακτηριακή αντοχή στην κεφουροξίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
• υδρόλυση από β-λακταμάσες που περιλαμβάνουν (αλλά δεν περιορίζονται σε) ευρέως φάσματος β-λακταμάσες (ESBL) και AmpC ένζυμα που μπορεί να επάγονται ή να καταστέλλονται σταθερά σε ορισμένα αερόβια Gram-αρνητικά είδη βακτηρίων,
• μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών για την κεφουροξίμη,
• αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφουροξίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε Gram-αρνητικά βακτήρια,
• βακτηριακές αντλίες εκροής Οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή σε άλλες ενέσιμες κεφαλοσπορίνες αναμένεται να είναι ανθεκτικές στη κεφουροξίμη. Ανάλογα με το μηχανισμό αντίστασης, οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή στις πενικιλλίνες μπορεί να εμφανίσουν μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή στη κεφουροξίμη.
Οριακά σημεία νατριούχου κεφουροξίμης Τα οριακά σημεία ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST)
είναι τα εξής:
| Μικροοργανισμός | Οριακά σημεία (mg/L) | |
|---|---|---|
| Ευαίσθητος | Ανθεκτικός | |
| Enterobacteriaceae1 | ≤ 82 | > 8 |
| Staphylococcus spp | Σημείωση3 | Σημείωση3 |
| Streptococcus A,B,C και G | Σημείωση4 | Σημείωση4 |
| Streptococcus pneumoniae | 0,5 | >1 |
| Streptococcus (άλλο) | 0,5 | >0,5 |
| Haemophilus influenzae | 1 | >2 |
| Moraxella catarrhalis | 4 | >8 |
| Οριακά σημεία που δεν σχετίζονται με είδη1 | 45 | >85 |
| 1 Τα οριακά σημεία κεφαλοσπορίνης για τα Enterobacteriaceae ανιχνεύουν κάθε κλινικά σημαντικό μηχανισμό αντοχής (περιλαμβανομένων των ESBL και των διαμεσολαβούμενων από πλασμίδιο AmpC). Μερικά στελέχη που παράγουν β-λακταμάσες είναι ευαίσθητα ή ενδιάμεσα στις κεφαλοσπορίνες 3ης ή 4ης γενιάς με αυτά τα οριακά σημεία και θα πρέπει να |
αναφέρονται όπως ευρίσκονται, δηλαδή, η παρουσία ή απουσία μίας ESBL δεν επηρεάζει η ίδια την κατηγοριοποίηση της ευαισθησίας. Σε πολλές περιοχές, η ανίχνευση και ο χαρακτηρισμός της ESBL συνιστάται ή είναι απαραίτητος για σκοπούς ελέγχου της λοίμωξης.
2 Το οριακό σημείο σχετίζεται με μία δοσολογία των 1,5 g × 3 και με τα E. coli, P. mirabilis και Klebsiella spp. μόνο 3 Η ευαισθησία των σταφυλόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη μεθικιλλίνη εκτός της κεφταζιδίμης, της κεφιξίμης και της κεφτιβουτένης, οι οποίες δεν έχουν οριακά σημεία και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις.
4 Η ευαισθησία των στρεπτοκοκκικών ομάδων Α, Β, C και G στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη βενζυλοπενικιλίνη.
5 Τα οριακά σημεία εφαρμόζονται στην καθημερινή ενδοφλέβια δόση των 750 mg × 3 και σε μία υψηλή δόση τουλάχιστον 1,5 g × 3.
Μικροβιολογική ευαισθησία Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, συνεπώς είναι επιθυμητή η ύπαρξη πληροφοριών σχετικά με την ανθεκτικότητα σε τοπικό επίπεδο, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν είναι απαραίτητη, θα πρέπει να ζητηθεί συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασµός της ανθεκτικότητας είναι γνωστός και η χρησιμότητα του παράγοντα αμφισβητήσιμη, τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Η κεφουροξίμη είναι συνήθως δραστική έναντι των ακόλουθων μικροοργανισμών in vitro.
Συνήθως ευαίσθητα είδη Gram-θετικά αερόβια:
Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη) $ Streptococcus pyogenes Streptococcus agalactiae Gram-αρνητικά αερόβια:
Haemophilus parainfluenzae Moraxella catarrhalis Μικροοργανισμοί για τους οποίους η αποκτηθείσα ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα Gram-θετικά αερόβια:
Streptococcus pneumoniae Streptococcus mitis (ομάδα viridans)
Gram-αρνητικά αερόβια:
Citrobacter spp. δεν περιλαμβάνει το C. freundii Enterobacter spp. δεν περιλαμβάνει το E. aerogenes και το E. cloacae Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella pneumoniae Proteus mirabilis Proteus spp. δεν περιλαμβάνει το P. penneri και το P. vulgaris Providencia spp.
Salmonella spp.
Gram-θετικά αναερόβια:
Peptostreptococcus spp.
Propionibacterium spp.
Gram-αρνητικά αναερόβια:
Fusobacterium spp.
Bacteroides spp.
Ενδογενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί Gram-θετικά αερόβια:
Enterococcus faecalis Enterococcus faecium Gram-αρνητικά αερόβια:
Acinetobacter spp Burkholderia cepacia Campylobacter spp.
Citrobacter freundii Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Morganella morganii Proteus penneri Proteus vulgaris Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens Stenotrophomonas maltophilia Gram-θετικά αναερόβια:
Clostridioides difficile Gram-αρνητικά αναερόβια:
Bacteroides fragilis Άλλα:
Chlamydia spp Mycoplasma spp Legionella spp $ Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι ανθεκτικοί στη κεφουροξίμη.
In vitro οι δράσεις των αντιβιοτικών της νατριούχου κεφουροξίμης και της αμινογλυκοσίδης σε συνδυασμό έχει δειχθεί ότι είναι τουλάχιστον αθροιστικές με περιστασιακές ενδείξεις συνέργειας.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Μετά από ενδομυϊκή (IM) ένεση κεφουροξίμης σε φυσιολογικούς εθελοντές, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 27 έως 35 µg/mL για δόση των 750 mg και από 33 έως 40 µg/mL για δόση των 1000 mg και επιτεύχθηκαν εντός 30 έως 60 λεπτών μετά τη χορήγηση. Μετά από ενδοφλέβιες (IV) δόσεις των 750 και 1500 mg, οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν περίπου 50 και 100 µg/mL, αντίστοιχα, στα 15 λεπτά.
Η AUC και η C φαίνεται να αυξάνονται γραμμικά με την αύξηση της δόσης πάνω από το max εύρος της εφάπαξ δόσης των 250 έως 1000 mg μετά από IM και IV χορήγηση. Δεν υπήρξαν στοιχεία συσσώρευσης της κεφουροξίμης στον ορό από φυσιολογικούς εθελοντές μετά από επανειλημμένη ενδοφλέβια χορήγηση των δόσεων των 1500 mg κάθε 8 ώρες.
Κατανομή Η σύνδεση με πρωτεΐνες έχει δηλωθεί ως 33 έως 50%, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία. Ο μέσος όγκος κατανομής κυμαίνεται από 9,3 έως 15,8 L/1,73 m2 μετά από IM ή IV χορήγηση στο δοσολογικό φάσμα των 250 έως 1000 mg. Συγκεντρώσεις κεφουροξίμης που υπερβαίνουν τα επίπεδα ελάχιστης αναστολής για τα κοινά παθογόνα μπορούν να επιτευχθούν στην αμυγδαλή, στους παραρρίνιους ιστούς, στο βρογχικό βλεννογόνο, στο οστό, στο πλευριτικό υγρό, στο υγρό άρθρωσης, στο αρθρικό υγρό, στο διάμεσο υγρό, στη χολή, στα
πτύελα και στο υδατοειδές υγρό. Η κεφουροξίμη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν.
Βιομετασχηματισμός Η κεφουροξίμη δεν μεταβολίζεται.
Αποβολή Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Η ημίσεια ζωή στον ορό μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια ένεση είναι περίπου 70 λεπτά. Υπάρχει σχεδόν πλήρης ανάκτηση (85% έως 90%) της αμετάβλητης κεφουροξίμης στα ούρα εντός 24 ωρών από τη χορήγηση. Η μεγαλύτερη ποσότητα της κεφουροξίμης απεκκρίνεται εντός των πρώτων 6 ωρών. Ο μέσος όρος νεφρικής κάθαρσης κυμαίνεται από 114 έως 170 mL/min/1,73 m2 μετά από IM ή IV χορήγηση στο δοσολογικό φάσμα των 250 έως 1000 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών Φύλο Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης μεταξύ ανδρών και γυναικών μετά από εφάπαξ IV bolus ένεση 1000 mg κεφουροξίμης ως νατριούχου άλατος.
Ηλικιωμένοι Μετά από IM ή IV χορήγηση, η απορρόφηση, κατανομή και απέκκριση της κεφουροξίμης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι παρόμοια με των νεότερων ασθενών με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την επιλογή της δόσης της κεφουροξίμης και μπορεί να είναι χρήσιμο να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικοί ασθενείς Η ημίσεια ζωή της κεφουροξίμης στον ορό έχει δειχθεί ότι παρατείνεται σημαντικά στα νεογνά ανάλογα με την ηλικία κύησης. Ωστόσο, στα μεγαλύτερα βρέφη (ηλικίας >3 εβδομάδων) και στα παιδιά, η ημίσεια ζωή στον ορό των 60 έως 90 λεπτών είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται στους ενήλικες.
Νεφρική δυσλειτουργία Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως µέσω των νεφρών. Όπως συμβαίνει με όλα τα αντίστοιχα αντιβιοτικά, σε ασθενείς με εκσεσημασμένη νεφρική δυσλειτουργία (δηλαδή, C1 cr <20 mL/λεπτό) συνιστάται η δοσολογία της κεφουροξίμης να μειώνεται προς αντιστάθμιση της βραδύτερης απέκκρισής της (βλέπε παράγραφο 4.2). Η κεφουροξίμη απομακρύνεται αποτελεσματικά με την αιμοκάθαρση και την περιτοναϊκή κάθαρση.
Ηπατική δυσλειτουργία Καθώς η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης.
Σχέση PK/PD Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό του μεσοδιαστήματος των δόσεων (%Τ) κατά το οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφουροξίμης για κάθε είδος-στόχο (δηλαδή, %T> MIC).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη-κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονιδιοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και στην ανάπτυξη. Δεν
έχουν διενεργηθεί μελέτες καρκινογένεσης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν πιθανότητα καρκινογόνου δράσης.
Η δραστηριότητα γ-γλουταμυλοτρανσπεπτιδάσης στα ούρα αρουραίων αναστέλλεται από διάφορες κεφαλοσπορίνες, ωστόσο το επίπεδο της αναστολής είναι μικρότερο με την κεφουροξίμη. Αυτό μπορεί να έχει σημασία στην παρεμβολή σε κλινικές εργαστηριακές εξετάσεις σε ανθρώπους.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Δεν περιέχει έκδοχα.
6.2 Ασυμβατότητες
Η κεφουροξίμη δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6. Το pH διαλύματος διττανθρακικού νατρίου 2,74% επηρεάζει τη χρώση του διαλύματος και γι’ αυτό δεν συνιστάται σαν διαλυτικό του φαρμάκου.
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες Κατά την ανασύσταση για ένεση, μπορεί να αποθηκευτεί για 5 ώρες εάν φυλάσσεται σε θερμοκρασία κάτω των 25 °C ή για 48 ώρες εάν φυλάσσεται σε θερμοκρασία 2 έως 8 °C.
Κατά την ανασύσταση για έγχυση, μπορεί να αποθηκευτεί για 5 ώρες εάν φυλάσσεται σε θερμοκρασία κάτω των 25 °C ή για 48 ώρες εάν φυλάσσεται σε θερμοκρασία 2 έως 8 °C.
Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες αποθήκευσης κατά τη χρήση πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και φυσιολογικά δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τις 24 ώρες σε θερμοκρασία 2 έως 8°C, εκτός εάν η ανασύσταση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επιβεβαιωμένες άσηπτες συνθήκες.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσεται μακριά από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης του φαρμακευτικού προϊόντος μετά την ανασύσταση, βλ.
παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Medoxem 750mg/vial: Γυάλινο διαφανές φιαλίδιο Type I σφραγισμένο με ελαστικό πώμα και δακτύλιο από αλουμίνιο που συσκευάζεται μαζί με την οδηγία χρήσεως σε χάρτινο κουτί. Κάθε χάρτινο κουτί περιέχει ένα γυάλινο φιαλίδιο.
Medoxem 1500mg/vial: Γυάλινο διαφανές φιαλίδιο Type I σφραγισμένο με ελαστικό πώμα και δακτύλιο από αλουμίνιο που συσκευάζεται μαζί με την οδηγία χρήσεως σε χάρτινο κουτί. Κάθε χάρτινο κουτί περιέχει ένα γυάλινο φιαλίδιο.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Φυλάσσετε το φιαλίδιο στην εξωτερική χάρτινη συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες διατήρησης του φαρμακευτικού προϊόντος μετά την ανασύσταση, βλ.
παράγραφο 6.3.
Οδηγίες για την ανασύσταση Πίνακας. 4. Όγκοι προσθήκης και συγκεντρώσεις, που μπορεί να χρησιμεύσουν όταν απαιτούνται κλασματικές δόσεις.
| Όγκοι προσθήκης και συγκεντρώσεις, που μπορεί να χρησιμεύσουν όταν απαιτούνται κλασματικές δόσεις. | ||||
|---|---|---|---|---|
| Μέγεθος φιαλιδίου | Οδός χορήγησης | Φυσική κατάσταση | Ποσότητα ύδατος που πρέπει να προστίθεται (ml) | Κατάλληλη συγκέντρωση κεφουροξίμης (mg/mL)** |
| 750 mg | ενδομυϊκώς | Εναιώρημα | 3 mL | 216 |
| ενδοφλέβια ένεση bolus | Διάλυμα | τουλάχιστον 6 mL | 116 | |
| ενδοφλέβια έγχυση | Διάλυμα | τουλάχιστον 6 mL* | 116 | |
| 1500 mg | ενδομυϊκώς | Εναιώρημα | 6 mL | 216 |
| ενδοφλέβια ένεση bolus | Διάλυμα | τουλάχιστον 15 mL | 94 | |
| ενδοφλέβια έγχυση | Διάλυμα | τουλάχιστον 15 mL* | 94 | |
* Ανασυσταθέν διάλυμα που πρέπει να προστίθεται σε 50 ή 100 mL συμβατού υγρού έγχυσης (βλέπε πληροφορίες συμβατότητας παρακάτω)
** Ο προκύπτων όγκος του διαλύματος κεφουροξίμης στο ανασυσταθέν μέσο αυξάνεται λόγω του συντελεστή μετατόπισης της φαρμακευτικής ουσίας με αποτέλεσμα τις αναφερόμενες συγκεντρώσεις σε mg/ml.
Συμβατότητα 1,5 g νατριούχου κεφουροξίμης συσταθέντα σε 15 mL Ενέσιμου Ύδατος μπορούν να προστεθούν σε ενέσιμο διάλυμα μετρονιδαζόλης (500 mg/100 mL) και να διατηρήσουν αμφότερα τη δραστικότητά τους έως και για 24 ώρες σε θερμοκρασίες μικρότερες των 25°C.
1,5 g νατριούχου κεφουροξίμης είναι συμβατά με αζλοκιλλίνη 1 g (σε 15 mL) ή 5 g (σε 50 mL)
έως και για 24 ώρες σε θερμοκρασία 4°C ή 6 ώρες σε θερμοκρασίες μικρότερες των 25°C Μπορεί να χρησιμοποιηθεί νατριούχος κεφουροξίμη (5 mg/ml) σε ενέσιμο διάλυμα ξυλιτόλης 5% w/v ή 10% w/v.
Η νατριούχος κεφουροξίμη είναι συμβατή με υδατικά διαλύματα που περιέχουν έως 1% υδροχλωρική λιδοκαΐνη.
Η νατριούχος κεφουροξίμη είναι συμβατή με τα ακόλουθα υγρά έγχυσης:
Ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου BP 0,9% w/v Ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης BP 5% Ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,18% w/v συν δεξτρόζης 4% BP Ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% και χλωριούχου νατρίου 0,9% w/v BP Ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% και χλωριούχου νατρίου 0,45%
Ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 5% και χλωριούχου νατρίου 0,225% Ενέσιμο διάλυμα δεξτρόζης 10% Ενέσιμο διάλυμα Ringer Lactated USP Ενέσιμο διάλυμα γαλακτικού νατρίου M/6 Ενέσιμο σύνθετο διάλυμα γαλακτικού νατρίου BP (Διάλυμα Hartmann)
Η σταθερότητα της νατριούχου κεφουροξίμης σε Ενέσιμο Διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου 0,9% w/v BP και σε Ενέσιμο Διάλυμα Δεξτρόζης 5% δεν επηρεάζεται από την παρουσία φωσφορικής νατριούχου υδροκορτιζόνης.
Η νατριούχος κεφουροξίμη έχει βρεθεί επίσης συμβατή όταν αναμιγνύεται σε IV έγχυση με:
Ηπαρίνη (10 και 50 μονάδες/mL) σε Ενέσιμο Διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου 0,9% w/v BP, Χλωριούχο Κάλιο (10 και 40 mEqL) σε Ενέσιμο Διάλυμα Χλωριούχου Νατρίου 0,9% w/v BP.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
MEDOCHEMIE HELLAS A.E.
ΠΑΣΤΕΡ 6, 115 21, ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ, ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210 – 6413160
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
Medoxem 750mg/vial: 12557/21-02-2019 Medoxem1500mg/vial: 12566/21-02-2019
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Medoxem 750mg/vial: 26-11-1999/21-9-2009 Medoxem 1500mg/vial: 26-11-1999/21-9-2009