Clinio Logo
Clinio
MEROPENEM-KABI › ΠΧΠ

MEROPENEM-KABI — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Meropenem/Kabi 500 mg, κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση Meropenem/Kabi 1g, κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Meropenem/Kabi 500 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση Κάθε φιαλίδιο/φιάλη περιέχει τριυδρική μεροπενέμη ισοδύναμη με 500 mg άνυδρη μεροπενέμη.

Meropenem /Kabi 1 g κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση Κάθε φιαλίδιο/φιάλη περιέχει τριυδρική μεροπενέμη ισοδύναμη με 1 g άνυδρη μεροπενέμη.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε 500 mg φιαλίδιο/φιάλη περιέχει 1.96 mmol (ή 45.13 mg) νατρίου.

Κάθε 1 g φιαλίδιο/φιάλη περιέχει 3,92 mmol (ή 90,25 mg) νατρίου.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση.

Λευκή έως ελαφρώς κίτρινη κόνις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Meropenem/Kabi ενδείκνυται για την θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων σε ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερα των 3 μηνών (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1 ):

- Σοβαρή πνευμονία, συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας

- Βρογχο-πνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση

- Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος

- Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις

- Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό

- Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων

- Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα Θεραπεία ασθενών με βακτηριαιμία η οποία εμφανίζεται σε συνδυασμό με, ή υπάρχει η υποψία ότι συνδέεται με, οποιαδήποτε από τις λοιμώξεις που αναφέρονται παραπάνω.

Το Meropenem/Kabi είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί στη διαχείριση εμπύρετων ασθενών με ουδετεροπενία όταν υπάρχει υποψία ότι οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη.

Σελίδα 2 από 16

Προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις επίσημες οδηγίες για την σωστή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Οι πίνακες 1 και 2 παρακάτω παρέχουν τις γενικές οδηγίες για τη δοσολογία.

Η δόση της μεροπενέμης που χορηγείται και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να λαμβάνει υπ’όψιν την υπό θεραπεία λοίμωξη, την σοβαρότητά της και τη κλινική απόκριση.

Μια δόση έως 2g τρεις φορές την ημέρα σε ενήλικες και εφήβους και μια δόση έως 40mg/kg τρεις φορές την ημέρα σε παιδιά μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ.

Enterobacterales, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις.

Απαιτείται επιπλέον προσοχή στη δοσολογία κατά την θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παρακάτω).

Πίνακας 1 Ενήλικες και έφηβοι Λοίμωξη Δόση χορηγούμενη κάθε 8 ώρες Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της 500 mg ή 1g νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας.

Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση 2g Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος 500 mg ή 1 g Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις 500 mg ή 1 g Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό 500 mg ή 1 g Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών 500 mg ή 1 g μορίων Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα 2g Διαχείριση θεραπείας εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών 1g Η μεροπενέμη χορηγείται συνήθως με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας περίπου 15 έως 30 λεπτών (βλέπε παράγραφο 6.2, 6.3 και 6.6)

Εναλλακτικά, δόσεις μέχρι 1g μπορούν να χορηγηθούν με ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την χορήγηση της δόσης των 2 g σε ενήλικες ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.

Νεφρική δυσλειτουργία Η δοσολογία σε ενήλικες και εφήβους θα πρέπει να προσαρμόζεται όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι μικρότερη από 51 ml/min όπως φαίνεται παρακάτω. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την εφαρμογή αυτών των τροποποιημένων δόσεων για μια μοναδιαία δόση 2 g.

Πίνακας 2 Κάθαρση κρεατινίνης Δόση (βάσει μονάδων δόσεων των 500 mg, ή Συχνότητα Σελίδα 3 από 16

(ml/min) 1 g ή 2 g, βλέπε πίνακα 1 παραπάνω)

26 έως 50 μία μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες 10 έως 25 μισή μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες < 10 μισή μονάδα δόσης κάθε 24 ώρες Η μεροπενέμη απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση και την αιμοδιήθηση. Η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται μετά το τέλος του κύκλου της αιμοδιΰλισης.

Δεν υπάρχει αποδεδειγμένη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς υπό περιτοναιοδιύλιση.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία\ (βλέπε παράγραφο 4.4).

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους με κανονική νεφρική λειτουργία ή κάθαρση κρεατινίνης με τιμές άνω των 50 ml/min.

Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της μεροπενέμης σε παιδιά κάτω των 3 μηνών δεν έχει τεκμηριωθεί και το αποδεκτό δοσολογικό σχήμα δεν έχει βρεθεί. Ωστόσο, περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι τα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες είναι δυνατόν να είναι ένα αποδεκτό δοσολογικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 5.2)

Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών έως 11 χρονών και σωματικό βάρος έως 50kg Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα φαίνονται στον πίνακα 3 παρακάτω:

Πίνακας 3 Λοίμωξη Δοσολογία για να χορηγηθεί κάθε 8 ώρες Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής 10 ή 20mg/kg και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας.

Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση 40 mg/kg Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος 10 ή 20 mg/kg Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις 10 ή 20 mg/kg Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων 10 ή 20 mg/kg Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα 40 mg/kg Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών 20 mg/kg Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50kg Χορηγείται η δοσολογία ενηλίκων.

Δεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια.

Τρόπος Χορήγησης Η μεροπενέμη χορηγείται συνήθως με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 έως 30 λεπτών (βλέπε τις παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά οι δόσεις της μεροπενέμης έως 20 mg/kg μπορούν να χορηγηθούν ως ενδοφλέβια εφάπαξ δόση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα Σελίδα 4 από 16

διαθέσιμα στοιχεία ασφάλειας για να υποστηρίξουν την χορήγηση δόσης 40 mg/kg σε παιδιά ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.

Για τις οδηγίες που αφορούν την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα καρβαπενέμης.Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις) σε κάθε άλλου τύπου αντιβακτηριακό παράγοντα της β-λακτάμης (π.χ πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Στην επιλογή της μεροπενέμης για τη θεραπεία κάθε ασθενή θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η καταλληλότητα της χρήσης αντιβακτηριακού παράγοντα καρβαπενέμης.και να βασίζεται σε παράγοντες όπως η σοβαρότητα της λοίμωξης , ο επιπολασμός της ανθεκτικότητας σε άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και τον κίνδυνο επιλογής σε βακτήρια ανθεκτικά στην καρβαπενέμη.

Ανθεκτικότητα στα Enterobacterales, Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter spp.

Η ανθεκτικότητα στις πενέμες των Enterobacterales, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp. ποικίλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνιστάται οι συνταγογράφοι να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της ανθεκτικότητας αυτών των βακτηρίων στις πενέμες.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Όπως και με τα άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά, σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8).

Ασθενείς που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας στις καρβαπενέμες, πενικιλλίνες ή άλλα β- λακταμικά αντιβιοτικά μπορεί επίσης να εμφανίσουν υπερευαισθησία στην μεροπενέμη. Πριν ξεκινήσει η θεραπεία με μεροπενέμη πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική διερεύνηση τυχόν προηγούμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά β-λακτάμης.

Εάν συμβεί μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα. Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), όπως σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), αντίδραση στο φαρμάκο με ηωσινοφιλία και συστημικά συμπτώματα (DRESS), πολύμορφο ερύθημα (EM) και οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν μεροπενέμη (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις ενέργειες, η μεροπενέμη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και μια εναλλακτική θεραπεία θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’όψιν.

Με άλλα αντιβιοτικά β-λακτάμης έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας που εξελίχθησαν σε σύνδρομο Kounis (οξύς αλλεργικός σπασμός των στεφανιαίων αρτηριών που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, βλ. ενότητα 4.8).

Ραβδομυόλυση Έχει αναφερθεί ραβδομυόλυση με τη χρήση μεροπενέμης. Εάν παρατηρηθούν σημεία ή συμπτώματα ραβδομυόλυσης, η μεροπενέμη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η κατάλληλη Σελίδα 5 από 16

θεραπεία (βλ. ενότητα 4.8).

Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά Η κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά και η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχουν αναφερθεί με όλους σχεδόν τους αντιβακτηριακούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της μεροπενέμης και είναι δυνατόν να κυμαίνεται στην σοβαρότητά της από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Για αυτό το λόγο είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή τη διάγνωση σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά την χορήγηση της μεροπενέμης (βλέπε παράγραφο 4.8).

Διακοπή της θεραπείας με τη μεροπενέμη και χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’όψιν. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται.

Σπασμοί Σπασμοί έχουν αναφερθεί σπάνια κατά τη διάρκεια θεραπείας με καρβαπενέμες, συμπεριλαμβανομένης της μεροπενέμης (βλέπε παράγραφο 4.8).

Ηπατική βλάβη επαγόμενη από φάρμακο (DILI)

Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη λόγω του κινδύνου DILI (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν παρουσιαστεί βαριάς μορφής DILI, θα πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας ως κλινικώς σκόπιμη. Η επανέναρξη της μεροπενέμης θα πρέπει να γίνεται μόνον εφόσον αξιολογηθεί ως απαραίτητη για την θεραπεία.

Χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική νόσο: σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.2).

Ορομετατροπή άμεσης δοκιμασίας αντισφαιρίνης (Coombs test)

Μπορεί να αναπτυχθεί μια θετική άμεση ή έμμεση δοκιμασία Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεροπενέμη.

Ταυτόχρονη χρήση με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο /βαλπρομίδη H ταυτόχρονη χρήση της μεροπενέμης με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο/ βαλπρομίδη δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5).

Το Meropenem/Kabi περιέχει νάτριο.

Meropenem/Kabi 500 mg: Aυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει περίπου 45,13 mg νατρίου ανά φιαλίδιο/φιάλη, που ισοδυναμεί με 2,3 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Meropenem/Kabi 1 g: Aυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει περίπου 90,25 mg νατρίου ανά φιαλίδιο/φιάλη, που ισοδυναμεί με 4,5 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα παρά Σελίδα 6 από 16

μόνο με την προβενεσίδη.

H προβενεσίδη ανταγωνίζεται τη μεροπενέμη στην ενεργητική σωληναριακή έκκριση αναστέλλοντας έτσι την νεφρική απέκκριση, με αποτέλεσμα να αυξάνει το χρόνο ημίσειας ζωής της μεροπενέμης και τη συγκέντρωσή της στο πλάσμα. Απαιτείται προσοχή εάν η προβενεσίδη συγχορηγείται με τη μεροπενέμη.

H πιθανή επίδραση της μεροπενέμης στη σύνδεση με τις πρωτεΐνες ή στο μεταβολισμό άλλων φαρμάκων δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο η σύνδεση της μεροπενέμης με τις πρωτεΐνες είναι τόσο μικρή ώστε δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με άλλες ενώσεις βάσει αυτού του μηχανισμού.

Έχουν αναφερθεί μειώσεις στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος στο αίμα όταν συγχορηγείται με παράγοντες καρβαπενέμης με αποτέλεσμα την κατά 60-100 % μείωση στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος μέσα σε 2 μέρες περίπου. Λόγω της ταχείας έναρξης και του εύρους της μείωσης, η συγχορήγηση του βαλπροϊκού οξέως/βαλπροϊκού νατρίου/βαλπρομίδης με παράγοντες καρβαπενέμης δεν θεωρείται εύκολη στη διαχείριση και επομένως θα πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.4).

Από στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά Ταυτόχρονη χορήγηση αντιβιοτικών μαζί με βαρφαρίνη μπορεί να επαυξάνει την αντιπηκτική της δράση. Έχουν γίνει πολλές αναφορές αύξησης της αντιθρομβωτικής δράσης των από στόματος χορηγούμενων αντιθρομβωτικών, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιβακτηριδιακούς παράγοντες. Ο κίνδυνος μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την υποκείμενη λοίμωξη, την ηλικία και την γενική κατάσταση του ασθενούς έτσι ώστε η συμμετοχή του αντιβιοτικού στην αύξηση του INR (international normalized ratio) να είναι δύσκολο να καθοριστεί. Συνιστάται η συχνή παρακολούθηση του ΙNR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά την συγχορήγηση αντιβιοτικών και από στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών.

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχουν είτε υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από την χρήση της μεροπενέμης σε εγκύους.

Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιδράσεις όσον αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλέπε παράγραφο 5.3).

Ώς μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της μεροπενέμης κατά την διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός Έχουν αναφερθεί μικρές ποσότητες μεροπενέμης να απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η μεροπενέμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν, εκτός εάν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, όταν οδηγείτε ή χειρίζεστε μηχανήματα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι με τη χρήση μεροπενέμης έχουν αναφερθεί κεφαλαλγία, παραισθησία και σπασμοί.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σελίδα 7 από 16

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Σε μια ανασκόπηση 4,872 ασθενών με 5,026 εκθέσεις στην θεραπεία με μεροπενέμη, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν και σχετίζονταν με τη μεροπενέμη ήταν διάρροια (2,3 %), εξάνθημα (1,4 %), ναυτία/έμετος (1,4 %) και φλεγμονή στο σημείο της ένεσης (1,1 %). Οι πιο συχνά αναφερόμενες εργαστηριακές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με τη μεροπενέμη ήταν η θρομβοκυττάρωση (1,6 %) και η αύξηση των ηπατικών ενζύμων (1,5-4,3 %).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα Στον πίνακα 4 παρακάτω καταγράφονται όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10000 έως < 1/1000), πολύ σπάνιες (< 1/10000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Μέσα σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 4 Κατηγορία Οργανικό Συχνότητα Ανεπιθύμητη Ενέργεια σύστημα Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές στοματική και κολπική καντιδίαση Διαταραχές του αιμοποιητικού Συχνές θρομβοκυτταραιμία και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές Ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία, θρομβοπενία, ουδετεροπενία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, Διαταραχές του ανοσοποιητικού Όχι συχνές αναφυλαξία (βλέπε παραγράφους 4.3 συστήματος και 4.4), αγγειοοίδημα Ψυχιατρικές διαταραχές Σπάνιες παραλήρημα Διαταραχές του νευρικού Συχνές κεφαλαλγία συστήματος Όχι συχνές παραισθησία Σπάνιες σπασμοί (βλέπε παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές διάρροια, κοιλιακό άλγος, έμετος, ναυτία Όχι συχνές κολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικά (βλέπε παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του ήπατος και των Συχνές αύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση χοληφόρων της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμα Όχι συχνές αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος Όχι συχνές Ηπατική βλάβη επαγόμενη από φάρμακο* Διαταραχές του δέρματος και Συχνές εξάνθημα, κνησμός του υποδόριου ιστού Όχι συχνές τοξική επιδερμική νεκρόλυση, σύνδρομο Stevens-Johnson, πολύμορφο ερύθημα, (βλέπε παράγραφο 4.4), κνίδωση Μη γνωστές αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά Σελίδα 8 από 16

συμπτώματα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (βλέπε παράγραφο 4.4)

Διαταραχές του μυοσκελετικού Μη γνωστές ραβδομυόλυση και του συνδετικού ιστού Διαταραχές των νεφρών και των Όχι συχνές αύξηση της κρεατινίνης του αίματος, ουροφόρων οδών αύξηση της ουρίας του αίματος Μεταβολικές και διατροφικές Όχι συχνές Υποκαλιαιμία διαταραχές Γενικές διαταραχές και Συχνές φλεγμονή, πόνος καταστάσεις της οδού Όχι συχνές θρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο χορήγησης ένεσης * Η DILI περιλαμβάνει ηπατίτιδα και ηπατική ανεπάρκεια Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων αντιδράσεων Σύνδρομο Kounis Έχει αναφερθεί οξύ στεφανιαίο σύνδρομο που συνδέεται με αλλεργική αντίδραση (σύνδρομο Kounis) με άλλα αντιβιοτικά β-λακτάμης (βλ. ενότητα 4.4).

Το Meropenem/Kabi έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου τυχόν ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα . Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για την Ελλάδα στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοποι: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr Για την Κύπρο στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Τηλ:

+357 22608607, Φαξ: + 357 22608669, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.

4.9 Υπερδοσολογία

Είναι πιθανή η σχετική υπερδοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εάν η δόση δεν ρυθμιστεί όπως περιγράφεται στην ενότητα 4.2. Η περιορισμένη εμπειρία μετά την κυκλοφορία υποδεικνύει ότι εάν εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες ως συνέπεια της υπερδοσολογίας αυτές είναι σύμφωνες με το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών που περιγράφεται στην παράγραφο 4.8, είναι γενικά ήπιες και επιλύονται με διακοπή του φαρμάκου ή μείωση της δόσης. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμπτωματική θεραπεία.

Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, θα επιτευχθεί ταχεία νεφρική απέκκριση.

Η αιμοδιΰλιση θα απομακρύνει τη μεροπενέμη και τον μεταβολίτη της.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Σελίδα 9 από 16

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες κωδικός ATC: J01DH02 Μηχανισμός δράσης H μεροπενέμη ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος των Gram- θετικών και Gram- αρνητικών βακτηρίων μέσω της σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλίνη (PBPs).

Φαρμακοκινητική/ Φαρμακοδυναμική (PK/PD) σχέση Παρόμοια με τους άλλους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, ο χρόνος που οι συγκεντρώσεις της μεροπενέμης υπερβαίνουν τις ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής MIC (Τ>ΜΙC) έδειξε ότι συσχετίζεται με την αποτελεσματικότητα. Σε προκλινικά μοντέλα η μεροπενέμη έδειξε δράση όταν η συγκέντρωση στο πλάσμα υπερέβη το MIC του μολυσματικού μικροοργανισμού περίπου για 40 % του χρονικού μεσοδιαστήματος. Αυτός ο στόχος δεν έχει κλινικά εδραιωθεί.

Μηχανισμός αντοχής Η βακτηριακή αντίσταση στη μεροπενέμη ίσως οφείλεται: (1) στη μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram αρνητικών βακτηρίων (λόγω της μειωμένης παραγωγής πορίνων) (2) μειωμένη συγγένεια με τις στοχευμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλίνη PBPs (3) αυξημένη έκφραση των συστατικών εκροής της αντλίας, και (4) παραγωγή των β-λακταμασών οι οποίες είναι δυνατόν να υδρολύσουν τις καρβαπενέμες.

Τοπικές εστίες λοιμώξεων οφειλομένων σε βακτήρια που είναι ανθεκτικά στην καρβαπενέμη έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν παρατηρείται στοχευμένη διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της μεροπενέμης και των παραγόντων της κινολόνης , των αμινογλυκοσιδών, των μακρολίδων και των τετρακυκλινών.

Παρόλα αυτά τα βακτήρια μπορεί να αναπτύξουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων όταν ο εμπλεκόμενος μηχανισμός περιλαμβάνει αδιαπερατότητα και/ή μια αντλία εκροής.

Όρια ευαισθησίας για τις δοκιμές ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια MIC (ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση) για τις δοκιμές ευαισθησίας έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις Δοκιμές Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) για τη μεροπενέμη και αναφέρονται εδώ:

https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic breakpoints_en.xlsx Ο επιπολασμός επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η χρήση του παράγοντα τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση.

Ο ακόλουθος πίνακας παθογόνων μικροβίων προέρχεται από την κλινική εμπειρία και τις θεραπευτικές οδηγίες.

Σελίδα 10 από 16

Τα συνήθως ευαίσθητα είδη Gram-θετικά αερόβια Enterococcus faecalis$ Staphylococcus aureus (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη) £ Staphylococcus species (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη) συμπεριλαμβανομένου του Staphylococcus epidermidis Streptococcus agalactiae (Group B)

Streptococcus milleri group (S. anginosus, S. constellatus, and S. intermedius)

Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes (Group A)

Gram-αρνητικά αερόβια Citrobacter freudii Citrobacter koseri Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Neisseria meningitidis Proteus mirabilis Proteus vulgaris Serratia marcescens Gram-θετικά αναερόβια Clostridium perfringens Peptoniphilus asaccharolyticus Peptostreptococcus species (περιλαμβάνονται P. micros, P anaerobius, P. magnus)

Gram-αρνητικά αναερόβια Bacteroides caccae Bacteroides fragilis group Prevotella bivia Prevotella disiens Είδη στα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα ενδέχεται να είναι πρόβλημα Gram-θετικά αερόβια Enterococcus faecium$† Gram-αρνητικά αερόβια Acinetobacter species Burkholderia cepacia Pseudomonas aeruginosa Οργανισμοί με εγγενή αντοχή Gram-αρνητικά αερόβια Stenotrophomonas maltophilia Legionella species Σελίδα 11 από 16

Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Coxiella burnetii Mycoplasma pneumoniae $ Στελέχη που δείχνουν φυσική ενδιάμεση ευαισθησία.

£ Όλοι οι σταφυλόκοκκοι που είναι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη είναι ανθεκτικοί στη μεροπενέμη.

† Βαθμός ανθεκτικότητας ≥ 50 % σε μια ή περισσότερες χώρες της EΕ.

Μάλις και μελιοείδωση: Η χρήση της μεροπενέμης σε ανθρώπους βασίζεται σε in vitro δεδομένα ευαισθησίας των B.mallei and B. pseudomallei και σε περιορισμένα στοιχεία από ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα κοινής αποδοχής της μάλις και μελιοείδωσης.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα, ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 0,25 l/kg (11-27)l και η μέση κάθαρση είναι 287 ml/min στα 250 mg και μειώνεται στα 205 ml/min στα 2 g. Δόσεις των 500, 1000 και 2000 mg που εγχύθηκαν σε διάστημα πάνω από 30 λεπτά δίνουν μέση τιμή μέγιστης συγκέντρωσης C περίπου 23, 49 και max 115 μg/ml αντίστοιχα, και οι αντίστοιχες τιμές AUC τιμές ήταν 39,3, 62,3 και 153 μg.h/ml. Μετά από έγχυση άνω των 5 λεπτών οι τιμές C είναι 52 και 112 μg/ml σε δόσεις 500 και 1000 mg max αντίστοιχα. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις κάθε 8 ώρες σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, δεν παρατηρείται συσσώρευση της μεροπενέμης.

Σε μελέτη 12 ασθενών χορηγήθηκε μεροπενέμη 1000 mg κάθε 8 ώρες μετεγχειρητικά για ενδοκοιλιακή λοίμωξη. Η μελέτη έδειξε συγκρίσιμο C και ημίσεια ζωή με φυσιολογικά άτομα max αλλά μεγαλύτερο όγκο κατανομής 27 l.

Κατανομή H μέση σύνδεση της μεροπενέμης με την πρωτεΐνη του πλάσματος ήταν περίπου 2 % και ήταν ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Μετά τη ταχεία χορήγηση (5 λεπτά ή λιγότερο) η φαρμακοκινητική είναι δι-εκθετική αλλά αυτό είναι λιγότερο εμφανές μετά από 30 λεπτά έγχυσης. H μεροπενέμη έχει δείξει να διεισδύει καλά σε πολλά σωματικά υγρά και ιστούς:

συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, των βρογχικών εκκρίσεων, της χολής, του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, των γυναικολογικών ιστών, του δέρματος, της περιτονίας, των μυών και του περιτοναϊκού υγρού.

Βιομετασχηματισμός Η μεροπενέμη μεταβολίζεται με υδρόλυση του δακτυλίου της β-λακτάμης σε έναν μικροβιολογικά ανενεργό μεταβολίτη. Ιn vitro η μεροπενέμη έδειξε μειωμένη ευαισθησία στην υδρόλυση από ανθρώπινη dehydropeptidase (DHP-I) σε σύγκριση με την ιμιπενέμη και δεν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αναστολέα DHP-I.

Αποβολή Η μεροπενέμη κυρίως αποβάλλεται αναλλοίωτη πρωταρχικά από τους νεφρούς. Περίπου 70 % (50-75 %) της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτο μέσα σε 12 ώρες. Ένα επιπλέον 28 % ανακτάται ως μικροβιολογικά ανενεργός μεταβολίτης. Η αποβολή από τα κόπρανα αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 2 % της δόσης. Η μέτρηση της νεφρικής κάθαρσης και η επίδραση της προβενεσίδης Σελίδα 12 από 16

δείχνουν ότι η μεροπενέμη υφίσταται τόσο διήθηση όσο και σωληναριακή έκκριση.

Νεφρική ανεπάρκεια Η νεφρική δυσλειτουργία έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο AUC στο πλάσμα και μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής για τη μεροπενέμη. Η τιμή AUC αυξάνεται κατά 2,4 φορές σε ασθενείς με μέτρια δυσλειτουργία (CrCl 33-74 ml/min), 5 φορές σε σοβαρή δυσλειτουργία (CrCl 4-23 ml/min) και 10 φορές σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (CrCl < 2ml/min) όταν συγκρίνονται με υγιή άτομα (CrCl > 80 ml/min). Το AUC του μικροβιολογικά ανενεργού μεταβολίτη με ανοικτό δακτύλιο είναι σημαντικά αυξημένο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).

Η μεροπενέμη αποβάλλεται με την αιμοδιύλιση, με κάθαρση κατά την διάρκεια της αιμοδιύλισης περίπου 4 φορές μεγαλύτερη από ότι σε ασθενείς με ανουρία.

Ηπατική ανεπάρκεια Μια μελέτη σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση δεν έδειξε καμία επίδραση της ηπατικής νόσου στην φαρμακοκινητική της μεροπενέμης μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις.

Ενήλικες ασθενείς Φαρμακοκινητικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ασθενείς δεν έδειξαν σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σε σχέση με υγιή άτομα με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Ένα πληθυσμιακό μοντέλο που αναπτύχθηκε από στοιχεία 79 ασθενών με ενδο-κοιλιακή λοίμωξη ή πνευμονία, έδειξε μια εξάρτηση του κεντρικού όγκου από το βάρος και της κάθαρσης από την κάθαρση κρεατινίνης και την ηλικία.

Παιδιά Η φαρμακοκινητική στα βρέφη και στα παιδιά με λοίμωξη σε δόσεις των 10, 20 και 40 mg/kg έδειξε τιμές C περίπου ίδιες με τους ενήλικες στις δόσεις 500, 1000 και 2000 mg αντίστοιχα.

max Η σύγκριση έδειξε σταθερή φαρμακοκινητική μεταξύ των δόσεων και του χρόνου ημιζωής παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε στους ενήλικες σε όλα τα παιδιά εκτός από τα μικρότερα άτομα (< 6 μηνών t 1,6 ώρες). Η μέση τιμή κάθαρσης της μεροπενέμης ήταν 5,8 ml/min/kg (6- 12 ετών), 6,2 ml/min/kg (2-5 ετών), 5,3 ml/min/kg (6-23 μηνών) και 4,3 ml/min/kg (2-5 μηνών).

Περίπου 60 % της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σε 12 ώρες σαν μεροπενέμη με ένα επιπλέον 12 % ως μεταβολίτης. Οι συγκεντρώσεις της μεροπενέμης στο ΕΝΥ των παιδιών με μηνιγγίτιδα είναι περίπου 20 % των ταυτόχρονων επιπέδων στο πλάσμα παρόλο που υπάρχει σημαντική ατομική μεταβλητότητα.

Η φαρμακοκινητική της μεροπενέμης σε νεογνά που χρειάζονται αντιμικροβιακή θεραπεία έδειξε μεγαλύτερη κάθαρση στα νεογνά με μεγαλύτερη χρονολογική ηλικία ή διάρκεια κύησης με συνολική ημίσεια ζωή 2,9 ώρες. Εξομοίωση Monte Carlo βασιζόμενη στο πληθυσμιακό μοντέλο PK έδειξε ότι με το δοσολογικό σχήμα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες πέτυχε 60 %Τ>ΜΙC για την P.aeruginosa σε 95 % των πρόωρων και 91 % των τελειόμηνων νεογνών.

Ηλικιωμένοι Φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65-80 ετών) έδειξαν μια μείωση στη κάθαρση του πλάσματος η οποία συσχετίστηκε με την μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης λόγω της ηλικίας και μια μικρότερη μείωση της εξωνεφρικής κάθαρσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς, εκτός από τις περιπτώσεις με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2).

Σελίδα 13 από 16

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Mελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η μεροπενέμη είναι καλά ανεκτή από τους νεφρούς.

Ιστολογικές ενδείξεις βλάβης του νεφρικού σωληναρίου ήταν ορατές σε ποντίκια και σκυλιά μόνο σε δόσεις άνω των 2000 mg/kg σε εφάπαξ χορήγηση και σε πιθήκους σε δόσεις 500 mg/kg σε μια μελέτη 7 ημερών.

Η μεροπενέμη είναι γενικά καλά ανεκτή από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Επιδράσεις φάνηκαν σε οξείες τοξικολογικές μελέτες σε τρωκτικά που έλαβαν δόσεις που υπερέβαιναν τα 1000 mg/kg.

Για μια ενδοφλέβια δόση μεροπενέμης το LD στα τρωκτικά είναι μεγαλύτερο από 2000 mg/kg.

Σε μελέτη επαναλαμβανόμενων δόσεων διάρκειας 6 μηνών φάνηκαν μόνον ελαφριές επιδράσεις συμπεριλαμβανομένης μιας μείωσης των παραμέτρων των ερυθρών αιμοπεταλίων των σκύλων.

Δεν υπήρξαν στοιχεία που να δείχνουν μεταλλαξιογόνες ιδιότητες σε μια συμβατική σειρά δοκιμασιών, ούτε στοιχεία για τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή και για τερατογένεση σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρουραίους με δόση 750 mg/kg και σε πιθήκους με δόση έως 360 mg/kg.

Δεν υπήρξαν στοιχεία αυξημένης ευαισθησίας στη μεροπενέμησε νεαρά ζώα σε σύγκριση με ενήλικα ζώα. Η ενδοφλέβια μορφή ήταν καλά ανεκτή στις μελέτες σε πειραματόζωα.

Ο μοναδικός μεταβολίτης της μεροπενέμης εμφάνισε παρόμοιο προφίλ τοξικότητας στις μελέτες σε πειραματόζωα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Ανθρακικό νάτριο.

6.2 Ασυμβατότητες

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 Διάρκεια ζωής

Φιαλίδια 20 ml: 4 χρόνια Φιάλες 50 και 100 ml: 3 χρόνια Μετά την ανασύσταση:

Χορήγηση με ενδοφλέβια bolus ένεση Ένα διάλυμα για bolus ένεση παρασκευάζεται με διάλυση του φαρμακευτικού προϊόντος σε ενέσιμο ύδωρ σε τελική συγκέντρωση 50 mg/ml. Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του έτοιμου διαλύματος για bolus ένεση έχει καταδειχθεί για 3 ώρες σε έως 25 °C ή για 12 ώρες υπό συνθήκες ψύξης (2-8 °C).

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος/ανασύστασης/αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιολογικής μόλυνσης.

Σελίδα 14 από 16

Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης είναι ευθύνη του χρήστη.

Χορήγηση με ενδοφλέβια έγχυση Ένα διάλυμα για έγχυση παρασκευάζεται διαλύοντας το φαρμακευτικό προϊόν είτε σε 0,9 % διάλυμα χλωριούχου νατρίου για έγχυση ή σε 5 % διάλυμα δεξτρόζης για έγχυση σε μια τελική συγκέντρωση από 1 έως 20 mg/ml. Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση του έτοιμου διαλύματος για έγχυση με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9 % έχει καταδειχθεί για 6 ώρες σε θερμοκρασία έως 25 °C ή για 24 ώρες υπό συνθήκες ψύξης (2-8 °C).

Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση ενός παρασκευασμένου διαλύματος προς έγχυση με διάλυμα 5 % δεξτρόζης έχει καταδειχθεί για 1 ώρα στους 25 ° ή για 8 ώρες στους 2 έως 8 ° C.

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος/ανασύστασης/αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιολογικής μόλυνσης.

Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης είναι ευθύνη του χρήστη.

Τα ανασυσταθέντα διαλύματα δεν πρέπει να καταψύχονται.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.

Μην καταψύχετε.

Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ.

παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Meropenem/Kabi 500 mg, κόνις ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση

- 20 ml και 100 ml άχρωμα γυάλινα φιαλίδια και φιάλες, κλεισμένα με βρωμοβουτυλικό πώμα και σφραγισμένα με κυάθιο αλουμινίου .

Meropenem/Kabi 1 g, κόνις ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση

- 20 ml, 50 ml και 100 ml άχρωμα γυάλινα φιαλίδια και φιάλες, κλεισμένα με βρωμοβουτυλικό πώμα και σφραγισμένα με κυάθιο αλουμινίου Το φαρμακευτικό προϊόν διακινείται σε συσκευασίες του 1 ή των 10 φιαλιδίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Ένεση Η μεροπενέμη που θα χρησιμοποιηθεί για εφάπαξ ενδοφλέβια ένεση πρέπει να ανασυσταθεί με στείρο ένεσιμο ύδωρ.

Έγχυση Για ενδοφλέβια έγχυση τα φιαλίδια με τη μεροπενέμη πρέπει να ανασυσταθούν με 0,9 % χλωριούχο νάτριο ή με διαλύματα γλυκόζης για έγχυση 5 %.

Κάθε φιαλίδιο είναι για μία μόνο χρήση.

Οι συνήθεις άσηπτες τεχνικές πρέπει να ακολουθούνται κατά την προετοιμασία του διαλύματος και τη χορήγηση.

Το διάλυμα πρέπει να ανακινείται πριν τη χρήση.

Σελίδα 15 από 16

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Fresenius Kabi Hellas Μονοπρόσωπη A.E.

Ανδρομάχης 19 15125 Μαρούσι Αττικής, Ελλάδα Τηλέφωνο: +30 210 6542 909 Φαξ: +30 210 6548 909 E-mail: FKHinfo@fresenius-kabi.com

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Αριθμός Άδειας Κυκλοφορίας για Ελλάδα:

500 mg: 27802/20-3-2014 1 g: 27803/20-3-2014 Αριθμός Άδειας Κυκλοφορίας για Κύπρο:

500 mg: 20996 1 g: 20997

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ελλάδα Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 21-01-2011 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 20-03-2014 Κύπρος Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 27-06-2011 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 05-02-2014

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ελλάδα:

Κύπρος:

Σελίδα 16 από 16

Πηγή: eof:2892201_SPC_2892201_5.pdf