1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
METHOFILL 50 mg/mL ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
1 ml διαλύματος περιέχει 50 mg μεθοτρεξάτης (ως δινατριούχο μεθοτρεξάτη).
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,15 ml περιέχει 7,5 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,20 ml περιέχει 10 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισένη σύριγγα των 0,25 ml περιέχει 12,5 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,30 ml περιέχει 15 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,35 ml περιέχει 17,5 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,40 ml περιέχει 20 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,45 ml περιέχει 22,5 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,50 ml περιέχει 25 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,55 ml περιέχει 27,5 mg μεθοτρεξάτης.
1 προγεμισμένη σύριγγα των 0,60 ml περιέχει 30 mg μεθοτρεξάτης.
Έκδοχο με γνωστή δράση:
Κάθε προγεμισμένη σύριγγα περιέχει <1 mmol νατρίου.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα.
Διαυγές, κίτρινο έως καφέ διάλυμα.
pH: Μεταξύ 7,0 έως 9,0
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η μεθοτρεξάτη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενεργής ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς, πολυαρθρικών μορφών ενεργής, νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας, βαριάς μορφής, όταν η ανταπόκριση στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) είναι ανεπαρκής, επίμονης ψωρίασης βαριάς μορφής που προκαλεί αναπηρία, η οποία δεν παρουσιάζει επαρκή ανταπόκριση σε άλλες μορφές θεραπείας, όπως φωτοθεραπεία, PUVA και ρετινοειδή, καθώς και ψωριασικής αρθρίτιδας βαριάς μορφής σε ενήλικες ασθενείς.
ήπιας έως μέτριας νόσου Crohn, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή σε ενήλικες ασθενείς που είναι ανθεκτικοί στη θεραπεία με θειοπουρίνες ή παρουσιάζουν δυσανεξία σε αυτές.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ιατρούς με εξειδίκευση στη χρήση μεθοτρεξάτης, οι οποίοι κατανοούν πλήρως τους κινδύνους από τη θεραπεία με μεθοτρεξάτη.
Η χορήγηση πρέπει να γίνεται τακτικά από επαγγελματίες υγείας. Εάν η κλινική περίσταση το επιτρέπει, ο θεράπων ιατρός μπορεί, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, να δώσει οδηγίες για υποδόρια χορήγηση από τον ασθενή. Οι ασθενείς πρέπει να μορφώνονται και να εκπαιδεύονται στη σωστή τεχνική της ένεσης όταν χορηγούν μόνοι τους μεθοτρεξάτη.
Η πρώτη ένεση του METHOFILL θα πρέπει να γίνεται υπό άμεση ιατρική επίβλεψη.Η μεθοτρεξάτη ενίεται μία φορά εβδομαδιαίως.
Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται ρητά σχετικά με το ασυνήθιστο γεγονός ότι η χορήγηση γίνεται μία φορά εβδομαδιαίως. Συνιστάται να καθοριστεί μια σταθερή μέρα της εβδομάδας ως ημέρα πραγματοποίησης της ένεσης.
Η αποβολή της μεθοτρεξάτης μειώνεται σε ασθενείς με τρίτο χώρο κατανομής (ασκίτης, υπεζωκοτικές συλλογές).
Αυτοί οι ασθενείς απαιτούν ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα και μείωση της δόσης ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, διακοπή της χορήγησης μεθοτρεξάτης (βλέπε παραγράφους 5.2 και 4.4).
Σημαντική προειδοποίηση σχετικά με τη δοσολογία του METHOFILL (μεθοτρεξάτη)
Το METHOFILL (μεθοτρεξάτη) πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μία φορά την εβδομάδα για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της νεανικής αρθρίτιδας, της ψωριασικής αρθρίτιδας, της ψωρίασης, της νόσου του Crohn. Δοσολογικά σφάλματα στη χρήση του METHOFILL (μεθοτρεξάτη) μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου. Παρακαλώ όπως διαβάσετε πολύ προσεκτικά αυτή την παράγραφο της περίληψης των χαρακτηριστικών του προϊόντος.
Δοσολογία Δοσολογία σε ενήλικες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 7,5 mg μεθοτρεξάτης μία φορά εβδομαδιαίως, η οποία χορηγείται υποδορίως.
Ανάλογα με τη μεμονωμένη δραστηριότητα της νόσου και την ανεκτικότητα του ασθενούς, η αρχική δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά κατά 2,5 mg ανά εβδομάδα. Γενικά, η εβδομαδιαία δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mg.
Ωστόσο, δόσεις που υπερβαίνουν τα 20 mg/εβδομάδα σχετίζονται με σημαντική αύξηση της τοξικότητας, ιδιαίτερα με καταστολή του μυελού των οστών. Μπορείτε να αναμένετε ανταπόκριση στη θεραπεία μετά από περίπου 4 – 8 εβδομάδες. Με την επίτευξη του θεραπευτικά επιθυμητού αποτελέσματος, η δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση συντήρησης.
Δοσολογία σε παιδιά και εφήβους κάτω των 16 ετών με πολυαρθρικές μορφές νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας Τα παιδιά με εμβαδόν επιφάνειας σώματος μικρότερο από 0,75 m2 δεν μπορούν να λάβουν θεραπεία με αυτό το προϊόν. Αν απαιτούνται δόσεις μικρότερες από 7,5 mg, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί κάποιο άλλο φαρμακευτικό προϊόν.
Η συνιστώμενη δόση είναι 10-15 mg/m² εμβαδόν επιφάνειας σώματος (BSA)/μία φορά εβδομαδιαίως. Σε περιπτώσεις που είναι ανθεκτικές στη θεραπεία, η εβδομαδιαία δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σε έως και 20 mg/m2 εμβαδόν επιφάνειας σώματος/μία φορά εβδομαδιαίως. Ωστόσο, ενδείκνυται αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης εάν η δόση αυξηθεί.
Οι ασθενείς με νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα (ΝΙΑ) θα πρέπει να παραπέμπονται πάντοτε σε ρευματολόγο που είναι ειδικός στη θεραπεία παιδιών/εφήβων.
Η χρήση σε παιδιά ηλικίας < 3 ετών δεν συνιστάται, καθώς δεν είναι διαθέσιμα επαρκή δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε αυτό τον πληθυσμό. (βλέπε παράγραφο 4.4)
Δοσολογία σε ασθενείς με κοινή ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα Συνιστάται η χορήγηση μιας δοκιμαστικής δόσης 5 – 10 mg παρεντερικά, μία εβδομάδα πριν από τη θεραπεία, για τον εντοπισμό τυχόν ιδιοσυγκρασιακών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 7,5 mg μεθοτρεξάτης μία φορά εβδομαδιαίως, η οποία χορηγείται υποδόρια. Η δόση πρέπει να αυξάνεται βαθμιαία αλλά
δεν θα πρέπει, γενικά, να υπερβαίνει την εβδομαδιαία δόση των 25 mg μεθοτρεξάτης. Δόσεις που υπερβαίνουν τα 20 mg ανά εβδομάδα μπορούν να συσχετιστούν με σημαντική αύξηση της τοξικότητας, ιδιαίτερα με καταστολή του μυελού των οστών. Γενικά, μπορείτε να αναμένετε ανταπόκριση στη θεραπεία μετά από περίπου 2 – 6 εβδομάδες.
Με την επίτευξη του θεραπευτικά επιθυμητού αποτελέσματος, η δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά στη χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση συντήρησης.
Μέγιστη εβδομαδιαία δόση Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται, όπως είναι απαραίτητο, αλλά δεν θα πρέπει να υπερβαίνει, γενικά, τη μέγιστη συνιστώμενη εβδομαδιαία δόση των 25 mg. Σε λίγες, εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να δικαιολογείται κλινικά μια υψηλότερη δόση, αλλά δεν θα πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης εβδομαδιαίας δόσης των 30 mg μεθοτρεξάτης, καθώς η τοξικότητα θα αυξηθεί σημαντικά.
Δοσολογία σε ασθενείς με νόσο Crohn
• Θεραπεία επαγωγής:
25 mg/εβδομάδα, χορηγούμενα υποδόρια.
Μπορείτε να αναμένετε ανταπόκριση στη θεραπεία μετά από περίπου 8 έως 12 εβδομάδες.
• Θεραπεία συντήρησης:
15 mg/εβδομάδα, χορηγούμενα υποδόρια.
Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία στον παιδιατρικό πληθυσμό για τη σύσταση της μεθοτρεξάτης για τη θεραπεία της νόσου Crohn σε αυτό τον πληθυσμό.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία:
Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ως εξής:
Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) Δόση > 60 100 % 30 – 59 50 % < 30 Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μεθοτρεξάτη Βλέπε παράγραφο 4.3 Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χορηγείται με μεγάλη προσοχή, εάν χορηγηθεί, σε ασθενείς με σημαντική ηπατική νόσο επί του παρόντος ή κατά το παρελθόν, ιδιαίτερα όταν έχει προκληθεί από την κατανάλωση οινοπνεύματος. Εάν η χολερυθρίνη είναι 5 mg/dl (85,5 µmol/l), αντενδείκνυται η χρήση μεθοτρεξάτης.
Για τον πλήρη κατάλογο των αντενδείξεων, βλέπε παράγραφο 4.3.
Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς λόγω της μειωμένης ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, καθώς και των χαμηλότερων αποθεμάτων φυλλικού οξέος που παρατηρούνται στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Χρήση σε ασθενείς με τρίτο χώρο κατανομής (υπεζωκοτικές συλλογές, ασκίτης)
Καθώς ο χρόνος ημίσειας ζωής της μεθοτρεξάτης μπορεί να παραταθεί κατά 4 φορές σε σχέση με τον φυσιολογικό χρόνο σε ασθενείς που διαθέτουν τρίτο χώρο κατανομής, μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, διακοπή της χορήγησης μεθοτρεξάτης (βλέπε παράγραφο 5.2 και 4.4).
Διάρκεια και τρόπος χορήγησης Η προγεμισμένη σύριγγα προορίζεται για μία μόνο χρήση.
Παρακαλώ λάβετε υπόψη ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί όλο το περιεχόμενο.
Το ενέσιμο διάλυμα μεθοτρεξάτης χορηγείται μέσω της υποδόριας οδού.
Η συνολική διάρκεια της θεραπείας αποφασίζεται από τον ιατρό.
Οδηγίες για την υποδόρια χρήση (βλέπε παράγραφο 6.6)
Σημείωση:
Κατά τη μετάβαση από εφαρμογή από στόματος σε παρεντερική χορήγηση, μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης λόγω της κυμαινόμενης βιοδιαθεσιμότητας της μεθοτρεξάτης μετά την από στόματος χορήγηση.
Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος, σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας.
4.3 Αντενδείξεις
Η μεθοτρεξάτη αντενδείκνυται σε περίπτωση υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2), κατάχρησης οινοπνεύματος, σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης χαμηλότερη από 30 ml/min, βλέπε παράγραφο 4.2 και παράγραφο 4.4), προϋπαρχουσών δυσκρασιών αίματος, όπως υποπλασία μυελού των οστών, λευκοπενία, θρομβοπενία ή σημαντική αναιμία, σοβαρών, οξέων ή χρόνιων λοιμώξεων όπως φυματίωση, HIV ή άλλα σύνδρομα ανοσοανεπάρκειας, ελκών της στοματικής κοιλότητας και γνωστού ενεργού έλκους του γαστρεντερικού σωλήνα, κύησης και θηλασμού (βλέπε παράγραφο 4.6), ταυτόχρονου εμβολιασμού με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σαφώς ότι η θεραπεία πρέπει να χορηγείται μία φορά εβδομαδιαίως, όχι καθημερινά.
Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλη επίβλεψη, ώστε να μπορούν να εντοπιστούν και να αξιολογηθούν τα σημεία πιθανών τοξικών ενεργειών ή ανεπιθύμητων ενεργειών με ελάχιστη καθυστέρηση. Συνεπώς, η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να χορηγείται μόνο από ιατρούς με γνώση και εμπειρία στη χρήση θεραπείας με αντιμεταβολίτες ή υπό την επίβλεψή τους. Λόγω της πιθανότητας τοξικών αντιδράσεων βαριάς μορφής ή ακόμη και μοιραίων αντιδράσεων, ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως από τον ιατρό σχετικά με τους κινδύνους που ενέχονται και τα συνιστώμενα μέτρα ασφάλειας.
Συνιστώμενες εξετάσεις και μέτρα ασφάλειας Πριν από την έναρξη ή την επανάληψη της θεραπείας με μεθοτρεξάτη μετά από περίοδο αναμονής:
Γενική εξέταση αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο και αιμοπετάλια, ηπατικά ένζυμα, χολερυθρίνη, αλβουμίνη ορού, ακτινογραφία θώρακα και δοκιμασίες νεφρικής λειτουργίας. Εάν ενδείκνυται κλινικά, αποκλείστε τη φυματίωση και την ηπατίτιδα.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας Οι παρακάτω εξετάσεις πρέπει να πραγματοποιούνται κάθε εβδομάδα κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων, κατόπιν κάθε δύο εβδομάδες για τον επόμενο μήνα. Στη συνέχεια, ανάλογα με τον αριθμό των λευκοκυττάρων και τη σταθερότητα του ασθενή, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα για τους επόμενους έξι μήνες και τουλάχιστον κάθε τρεις μήνες από αυτό το σημείο και έπειτα.
Θα πρέπει επίσης να εξετάζεται το ενδεχόμενο αυξημένης συχνότητας παρακολούθησης όταν αυξάνεται η δόση.
Ειδικότερα οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται για πρώιμα σημεία τοξικότητας σε σύντομα διαστήματα.
1. Εξέταση του στόματος και του φάρυγγα για αλλαγές στον βλεννογόνο
2. Γενική εξέταση αίματος με λευκοκυτταρικό τύπο και αιμοπετάλια. Μπορεί να παρουσιαστεί αιφνίδια καταστολή της αιμοποίησης που προκαλείται από τη μεθοτρεξάτη ακόμη και με φαινομενικά ασφαλείς δόσεις.
Τυχόν σημαντική πτώση της τιμής των λευκών αιμοσφαιρίων ή των αιμοπεταλίων επιβάλλει την άμεση διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος και την έναρξη κατάλληλης υποστηρικτικής θεραπείας. Θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να αναφέρουν όλα τα σημεία και τα συμπτώματα που υποδεικνύουν την παρουσία λοίμωξης.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αιματοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. λεφλουνομίδη) θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά με γενικές εξετάσεις αίματος και αιμοπεταλίων.
Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας:
Η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινήσει ή θα πρέπει να διακοπεί εάν υπάρχουν επίμονες ή σημαντικές παθολογικές τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, σε άλλες μη επεμβατικές εξετάσεις ηπατικής ίνωσης ή σε βιοψίες ήπατος.
Παροδικές αυξήσεις των τρανσαμινασών διπλάσιες ή τριπλάσιες σε σχέση με το ανώτατο όριο των φυσιολογικών τιμών αναφέρθηκαν από τους ασθενείς με συχνότητα 13 – 20%. Η επίμονη αύξηση των ηπατικών ενζύμων ή/και η μείωση της αλβουμίνης ορού μπορεί να είναι ενδεικτική βαριάς ηπατοτοξικότητας. Σε περίπτωση επίμονης αύξησης των ηπατικών ενζύμων, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της θεραπείας.
Πριν από ιστολογικές αλλαγές, ίνωση και σπανιότερα κίρρωση του ήπατος ενδέχεται να μην προηγούνται παθολογικές τιμές στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας. Υπάρχουν περιπτώσεις κίρρωσης όπου οι τρανσαμινάσες είναι φυσιολογικές. Κατά συνέπεια, εκτός από τις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, θα πρέπει να εξετάζονται μη επεμβατικές διαγνωστικές μέθοδοι για την παρακολούθηση της κατάστασης του ήπατος. Η βιοψία ήπατος θα πρέπει να εξετάζεται ανά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις συννοσηρότητες του ασθενούς, το ιατρικό ιστορικό και τους κινδύνους που σχετίζονται με τη βιοψία. Οι παράγοντες κινδύνου για ηπατοτοξικότητα περιλαμβάνουν προηγούμενη υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, επίμονη αύξηση των ηπατικών ενζύμων, ιστορικό ηπατικής νόσου, οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών ηπατικών διαταραχών, σακχαρώδη διαβήτη, παχυσαρκία και προηγούμενη επαφή με ηπατοτοξικά φάρμακα ή χημικές ουσίες και παρατεταμένη θεραπεία με μεθοτρεξάτη.
Δεν πρέπει να χορηγούνται πρόσθετα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Θα πρέπει να αποφεύγεται η κατανάλωση αλκοόλ (βλ.
παραγράφους 4.3 και 4.5). Θα πρέπει να διενεργείται στενότερη παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Θα πρέπει να επιδεικνύεται αυξημένη προσοχή σε ασθενείς με ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, καθώς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη, αναπτύχθηκε σε μεμονωμένες περιπτώσεις κίρρωση του ήπατος, χωρίς αύξηση των τρανσαμινασών.
3. Θα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία με δοκιμασίες της νεφρικής λειτουργίας και εξέταση ούρων (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.3).
Καθώς η μεθοτρεξάτη αποβάλλεται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού, αναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις στον ορό σε περίπτωση νεφρικής δυσλειτουργίας, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανεπιθύμητες επιδράσεις.
Σε περιπτώσεις στις οποίες η νεφρική λειτουργία μπορεί να είναι μειωμένη (π.χ. στους ηλικιωμένους), θα πρέπει να πραγματοποιείται συχνότερη παρακολούθηση. Αυτό ισχύει συγκεκριμένα όταν χορηγούνται ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία επηρεάζουν την αποβολή της μεθοτρεξάτης, προκαλούν νεφρική κάκωση (π.χ. μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα) ή προϊόντα που μπορεί δυνητικά να προκαλέσουν δυσλειτουργία του σχηματισμού αίματος. Η αφυδάτωση μπορεί, επίσης, να ενισχύσει την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης.
4. Αξιολόγηση του αναπνευστικού συστήματος: Εγρήγορση για συμπτώματα δυσλειτουργίας των πνευμόνων και, εάν είναι απαραίτητο, δοκιμασία της πνευμονικής λειτουργίας. Η προσβολή των πνευμόνων απαιτεί ταχεία διάγνωση και διακοπή της μεθοτρεξάτης. Πνευμονικά συμπτώματα (ειδικά ξηρός, μη παραγωγικός βήχας) ή μη ειδική πνευμονίτιδα που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη μπορεί να είναι ενδεικτικά δυνητικά επικίνδυνης βλάβης και να απαιτήσουν τη διακοπή της θεραπείας και προσεκτική διερεύνηση. Μπορεί να παρουσιαστεί οξεία ή χρόνια διάμεση πνευμονίτιδα, η οποία συχνά σχετίζεται με ηωσινοφιλία του αίματος, ενώ έχουν αναφερθεί και θάνατοι. Παρόλη την κλινική μεταβλητότητα, ο τυπικός ασθενής με πνευμονοπάθεια που επάγεται από τη μεθοτρεξάτη παρουσιάζει πυρετό, βήχα, δύσπνοια, υποξαιμία και διήθημα στην ακτινογραφία θώρακα. Θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο λοίμωξης. Οι επαγόμενες από τη λήψη μεθοτρεξάτης πνευμονοπάθειες δεν ήταν πάντα πλήρως αναστρέψιμες. Αυτή η βλάβη μπορεί να παρουσιαστεί σε όλες τις δόσεις.
5. Επιπλέον, έχει αναφερθεί πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία κατά τη χρήση μεθοτρεξάτης σε ρευματολογικές και σχετικές ενδείξεις. Αυτό το συμβάν μπορεί επίσης να σχετίζεται με αγγειίτιδα και άλλες συννοσηρότητες.
Σε περίπτωση υποψίας πνευμονικής κυψελιδικής αιμορραγίας θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο άμεσης διερεύνησης προκειμένου να επιβεβαιωθεί η διάγνωση.
6. Η μεθοτρεξάτη μπορεί, λόγω της επίδρασής της στο ανοσοποιητικό σύστημα, να επηρεάσει αρνητικά την ανταπόκριση στα αποτελέσματα των εμβολιασμών και να επηρεάσει το αποτέλεσμα των ανοσολογικών δοκιμασιών. Απαιτείται επίσης ιδιαίτερη προσοχή εάν υπάρχουν μη ενεργές, χρόνιες λοιμώξεις (π.χ. έρπης ζωστήρας, φυματίωση, ηπατίτιδα B ή C) λόγω ενδεχόμενης ενεργοποίησης. Δεν πρέπει να πραγματοποιείται εμβολιασμός με εμβόλια με ζώντες μικροοργανισμούς κατά τη χορήγηση θεραπείας με μεθοτρεξάτη.
Κακοήθη λεμφώματα μπορεί να παρουσιαστούν σε ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης. Στην περίπτωση αυτή, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Η μη εμφάνιση σημείων αυτόματης υποχώρησης του λεμφώματος απαιτεί την έναρξη κυτταροτοξικής θεραπείας.
Η ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών του φυλλικού οξέος, όπως τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη, έχει αναφερθεί ότι προκαλεί οξεία μεγαλοβλαστική πανκυτταροπενία σε σπάνιες περιπτώσεις.
Φωτοευαισθησία Φωτοευαισθησία που εκδηλώνεται με υπερβολική αντίδραση ηλιακού εγκαύματος έχει παρατηρηθεί σε ορισμένα άτομα που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη (βλ. παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση σε έντονη ηλιακή ακτινοβολία ή υπεριώδης ακτινοβολία, εκτός εάν ενδείκνυται ιατρικά. Οι ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή αντηλιακή προστασία για να προστατεύονται από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία.
Δερματίτιδα που επάγεται από ακτινοβολία και ηλιακό έγκαυμα μπορεί να επανεμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (αντίδραση «μνήμης»). Οι ψωριασικές βλάβες μπορεί να επιδεινωθούν κατά την ακτινοβόληση με υπεριώδη ακτινοβολία (UV) και συγχορήγηση μεθοτρεξάτης.
Η αποβολή της μεθοτρεξάτης μειώνεται σε ασθενείς με τρίτο χώρο κατανομής (ασκίτης, υπεζωκοτικές συλλογές).
Αυτοί οι ασθενείς απαιτούν ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα και απαιτούν μείωση της δόσης ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, διακοπή της χορήγησης μεθοτρεξάτης. Οι πλευριτικές συλλογές και ο ασκίτης θα πρέπει να παροχετεύονται πριν από την έναρξη της θεραπείας με μεθοτρεξάτη (βλ. παράγραφο 5.2).
Η διάρροια και η ελκώδης στοματίτιδα μπορεί να αποτελέσουν τοξικές επιδράσεις και απαιτούν διακοπή της θεραπείας, διαφορετικά μπορεί να παρουσιαστούν αιμορραγική εντερίτιδα και θάνατος από διάτρηση του εντέρου.
Τα σκευάσματα βιταμινών ή άλλα προϊόντα που περιέχουν φυλλικό οξύ, φυλλινικό οξύ ή τα παράγωγά τους ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της μεθοτρεξάτης.
Για τη θεραπεία της ψωρίασης, η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να περιορίζεται σε επίμονη ψωρίαση βαριάς μορφής που προκαλεί αναπηρία, η οποία δεν παρουσιάζει επαρκή ανταπόκριση σε άλλες μορφές θεραπείας, αλλά μόνο όταν η διάγνωση έχει τεκμηριωθεί με βιοψία ή/και μετά από δερματολογική εξέταση.
Έχουν αναφερθεί εγκεφαλοπάθεια/λευκοεγκεφαλοπάθεια σε ογκολογικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μεθοτρεξάτη και δεν μπορεί να αποκλειστεί για τη θεραπεία με μεθοτρεξάτη σε μη ογκολογικές ενδείξεις.
Προοδευτική πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)
Περιπτώσεις προοδευτικής πολυεστιακής λευκοεγκεφαλοπάθειας (PML) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη, κυρίως σε συνδυασμό με άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Η PML μπορεί να είναι θανατηφόρα και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς με νέα έναρξη ή επιδείνωση νευρολογικών συμπτωμάτων.
Γονιμότητα και αναπαραγωγή Γονιμότητα Έχει αναφερθεί ότι η μεθοτρεξάτη στον άνθρωπο προκαλεί ολιγοσπερμία, εμμηνορρυσιακή δυσλειτουργία και αμηνόρροια κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για σύντομη περίοδο μετά τη διακοπή της θεραπείας, καθώς και υπογονιμότητα, επηρεάζοντας τη σπερματογένεση και την ωογένεση κατά την περίοδο χορήγησής της. Τα ως άνω αποτελέσματα φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμα με τη διακοπή της θεραπείας.
Τερατογένεση -Κίνδυνος στην αναπαραγωγική ικανότητα Η μεθοτρεξάτη προκαλεί εμβρυοτοξικότητα, αποβολή και εμβρυϊκές ανωμαλίες στον άνθρωπο. Ως εκ τούτου, οι πιθανοί κίνδυνοι επίδρασης στην αναπαραγωγή, στην απώλεια κύησης και στις συγγενείς ανωμαλίες πρέπει να συζητούνται με τις γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία (βλέπε παράγραφο 4.6). Πριν από τη χρήση του METHOFILL πρέπει να επιβεβαιώνεται η απουσία κύησης. Εάν η θεραπεία προορίζεται για γυναίκες σε σεξουαλικά ενεργή ηλικία, πρέπει να εφαρμόζεται αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον έξι μήνες μετά το τέλος της.
Σχετικά με συμβουλές αντισύλληψης σε άνδρες, βλέπε παράγραφο 4.6.
Νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δόση, δηλαδή ουσιαστικά είναι «ελεύθερο νατρίου».
Παιδιατρικός πληθυσμός Η χρήση σε παιδιά ηλικίας <3 ετών δεν συνιστάται καθώς δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παράγραφο 4.2).
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Οινόπνευμα, ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, αιματοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα Η πιθανότητα να παρουσιαστεί μια ηπατοτοξική επίδραση με τη μεθοτρεξάτη αυξάνεται με την τακτική κατανάλωση οινοπνεύματος και όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα άλλα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα ηπατοτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ.
λεφλουνομίδη) θα πρέπει να παρακολουθούνται με ιδιαίτερη φροντίδα. Τα ίδια πράγματα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αιματοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ λεφλουνομίδη, αζαθειοπρίνη, ρετινοειδή, σουλφασαλαζίνη). Η επίπτωση της πανκυτταροπενίας και της ηπατοτοξικότητας μπορεί να αυξηθεί όταν η λεφλουνομίδη συνδυάζεται με μεθοτρεξάτη. Η χορήγηση πρόσθετων αιματοτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων αυξάνει την πιθανότητα βαριάς μορφής αιματοτοξικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στη μεθοτρεξάτη. Η ταυτόχρονη χορήγηση μεταμιζόλης και μεθοτρεξάτης μπορεί να αυξήσει την αιματοτοξική επίδραση της μεθοτρεξάτης, ιδιαίτερα στους ηλικωμένους ασθενείς. Συνεπώς, η συγχορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται.
Υποξείδιο του αζώτου
Η χρήση υποξειδίου του αζώτου επαυξάνει την επίδραση της μεθοτρεξάτης στο φυλλικό οξύ με αποτέλεσμα αυξημένη τοξικότητα, όπως σοβαρή μη προβλέψιμη μυελοκαταστολή και στοματίτιδα. Παρόλο που η εν λόγω επίδραση μπορεί να μειωθεί μέσω της χορήγησης φυλλινικού ασβεστίου, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση των δύο παραγόντων.
Η συνδυασμένη θεραπεία με μεθοτρεξάτη και ρετινοειδή, όπως ασιτρετίνη ή ετρετινάτη, αυξάνει τον κίνδυνο ηπατοτοξικότητας.
Από στόματος αντιβιοτικά Τα από στόματος αντιβιοτικά, όπως οι τετρακυκλίνες, η χλωραμφαινικόλη και τα μη απορροφήσιμα αντιβιοτικά ευρέους φάσματος μπορούν να παρεμβληθούν στην εντεροηπατική κυκλοφορία, με την αναστολή της χλωρίδας του γαστρεντερικού ή την καταστολή του μεταβολισμού των βακτηρίων.
Αντιβιοτικά Αντιβιοτικά, όπως οι πενικιλίνες, τα γλυκοπεπτίδια, οι σουλφοναμίδες, η σιπροφλοξασίνη και η κεφαλοτίνη μπορούν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, να μειώσουν τη νεφρική κάθαρση της μεθοτρεξάτης, οπότε μπορεί να παρουσιαστούν αυξημένες συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στον ορό, με ταυτόχρονη αιματολογική και γαστρεντερική τοξικότητα.
Φαρμακευτικά προϊόντα με υψηλή δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος Η μεθοτρεξάτη δεσμεύεται σε πρωτεΐνες στο πλάσμα και μπορεί να παρεκτοπιστεί από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δεσμεύονται σε πρωτεΐνες όπως σαλικυλικά, υπογλυκαιμικά, διουρητικά, σουλφοναμίδες, διφαινυλυδαντοΐνες, τετρακυκλίνες, χλωραμφαινικόλη και π-αμινοβενζοϊκό οξύ, καθώς και τους όξινους αντιφλεγμονώδεις παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να προκαλέσουν αυξημένη τοξικότητα όταν χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα.
Προβενεσίδη, ασθενή οργανικά οξέα, πυραζόλες και μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες Η προβενεσίδη, τα ασθενή οργανικά οξέα, όπως διουρητικά της αγκύλης, και οι πυραζόλες (φαινυλοβουταζόνη)
μπορεί να μειώσουν την αποβολή της μεθοτρεξάτης και πρέπει να θεωρηθεί ότι οι συγκεντρώσεις στον ορό είναι υψηλότερες, επάγοντας υψηλότερη αιματολογική τοξικότητα. Υπάρχει επίσης πιθανότητα αυξημένης τοξικότητας όταν συνδυάζονται χαμηλές δόσεις μεθοτρεξάτης με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα ή σαλικυλικά.
Φαρμακευτικά προϊόντα με ανεπιθύμητες ενέργειες στον μυελό των οστών Σε περίπτωση φαρμακευτικής αγωγής με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες στον μυελό των οστών (π.χ. σουλφοναμίδες, τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη, χλωραμφαινικόλη, πυριμεθαμίνη), θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην πιθανότητα σημαντικής διαταραχής του σχηματισμού αίματος.
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν ανεπάρκεια φυλλικού οξέος Η ταυτόχρονη χορήγηση προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν ανεπάρκεια του φυλλικού οξέος (π.χ.
σουλφοναμίδες, τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα στη μεθοτρεξάτη.
Συνεπώς, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στην παρουσία υπάρχουσας ανεπάρκειας του φυλλικού οξέος.
Προϊόντα που περιέχουν φυλλικό ή φυλλινικό οξύ Τα σκευάσματα βιταμινών ή άλλα προϊόντα που περιέχουν φυλλικό οξύ, φυλλινικό οξύ ή τα παράγωγά τους ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της μεθοτρεξάτης.
Άλλα αντιρευματικά φαρμακευτικά προϊόντα Δεν πρέπει να αναμένεται, γενικά, αύξηση στις τοξικές επιδράσεις της μεθοτρεξάτης, όταν η μεθοτρεξάτη χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα αντιρευματικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. σύμπλοκα χρυσού, πενικιλαμίνη, υδροξυχλωροκίνη, σουλφασαλαζίνη, αζαθειοπρίνη).
Κυκλοσπορίνη Η κυκλοσπορίνη ενδέχεται να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα και την τοξικότητα της μεθοτρεξάτης. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας. Επιπλέον, υπάρχει βιολογική ευλογοφάνεια για υπερβολική ανοσοκαταστολή και των σχετικών επιπλοκών.
Σουλφασαλαζίνη Παρόλο που ο συνδυασμός μεθοτρεξάτης και σουλφασαλαζίνης μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αποτελεσματικότητας της μεθοτρεξάτης και ως αποτέλεσμα περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω της αναστολής της σύνθεσης φυλλικού οξέος μέσω της σουλφασαλαζίνης, τέτοιου είδους ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί μόνο σε σπάνιες μεμονωμένες περιπτώσεις στην πορεία διαφόρων μελετών.
Μερκαπτοπουρίνη Η μεθοτρεξάτη αυξάνει τα επίπεδα της μερκαπτοπουρίνης στο πλάσμα. Συνεπώς, ο συνδυασμός μεθοτρεξάτης και μερκαπτοπουρίνης μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης.
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων αντλίας πρωτονίων όπως η ομεπραζόλη και η παντοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε αλληλεπιδράσεις: Η ταυτόχρονη χορήγηση μεθοτρεξάτης και ομεπραζόλης έχει οδηγήσει σε καθυστερημένη νεφρική κάθαρση της μεθοτρεξάτης. Σε συνδυασμό με την παντοπραζόλη, αναφέρθηκε αναστολή της νεφρικής κάθαρσης του μεταβολίτη 7-υδροξυμεθοτρεξάτη με μυαλγία και ρίγος σε ένα περιστατικό.
Θεοφυλλίνη Η μεθοτρεξάτη μπορεί να μειώσει την κάθαρση της θεοφυλλίνης. Τα επίπεδα της θεοφυλλίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη μεθοτρεξάτη.
Ποτά που περιέχουν καφεΐνη ή θεοφυλλίνη Η αυξημένη κατανάλωση ποτών που περιέχουν καφεΐνη ή θεοφυλλίνη (καφές, αναψυκτικά που περιέχουν καφεΐνη, μαύρο τσάι) θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Γυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγής/Αντισύλληψη σε γυναίκες Οι γυναίκες δεν πρέπει να μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια θεραπείας με μεθοτρεξάτη. Πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη και για τουλάχιστον 6 μήνες στη συνέχεια (βλέπε παράγραφο 4.4). Πριν από την έναρξη της θεραπείας, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να ενημερώνονται αναφορικά με τον κίνδυνο ανωμαλιών σχετιζόμενων με τη μεθοτρεξάτη, το δε ενδεχόμενο κύησης πρέπει να αποκλείεται με βεβαιότητα μέσω της λήψης κατάλληλων μέτρων, π.χ. τεστ κύησης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να διενεργούνται επανειλημμένως τεστ κύησης στη συχνότητα που επιβάλλει η κλινική πρακτική (π.χ. μετά από κενό αντισύλληψης). Οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την πρόληψη και τον προγραμματισμό κύησης.
Αντισύλληψη σε άνδρες Δεν είναι γνωστό εάν η μεθοτρεξάτη ανιχνεύεται στο σπέρμα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι η μεθοτρεξάτη είναι γονοτοξική σε βαθμό που ο κίνδυνος της γονοτοξικής δράσης στα σπερματικά κύτταρα να μην μπορεί να αποκλειστεί απόλυτα. Οι περιορισμένες διαθέσιμες κλινικές αποδείξεις δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο ανωμαλιών ή αποβολής μετά από έκθεση του πατέρα σε χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης (κάτω από 30 mg/εβδομάδα).
Για υψηλότερες δόσεις, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την εκτίμηση των κινδύνων ανωμαλιών ή αποβολής μετά από έκθεση του πατέρα.
Για προληπτικούς λόγους, οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες ασθενείς ή οι γυναίκες σύντροφοι αυτών συνιστάται να χρησιμοποιούν αξιόπιστη αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας του άνδρα ασθενή και για τουλάχιστον 3
μήνες μετά τη διακοπή της λήψης μεθοτρεξάτης. Οι άνδρες δεν πρέπει να δίνουν σπέρμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για 3 μήνες μετά τη διακοπή της μεθοτρεξάτης.
Κύηση Η μεθοτρεξάτη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης σε μη ογκολογικές ενδείξεις (βλέπε παράγραφο 4.3).
Εάν, ωστόσο, προκύψει κύηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθοτρεξάτη και έως και έξι μήνες αργότερα, θα πρέπει να δίδεται ιατρική συμβουλή σχετικά με τον κίνδυνο που διατρέχει το παιδί για επιβλαβείς επιδράσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία, ενώ θα πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογραφικός έλεγχος για την επιβεβαίωση της φυσιολογικής ανάπτυξης του εμβρύου.
Σε μελέτες σε ζώα, η μεθοτρεξάτη κατέδειξε αναπαραγωγική τοξικότητα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου (βλέπε παράγραφο 5.3). Η μεθοτρεξάτη έχει καταδειχθεί ότι έχει τερατογόνο επίδραση στον άνθρωπο.
Έχει αναφερθεί ότι προκαλεί θάνατο στο έμβρυο, αποβολές ή/και συγγενείς ανωμαλίες (π.χ. κρανιοπροσωπικές, καρδιαγγειακές, σχετιζόμενες με το κεντρικό νευρικό σύστημα και με τα άκρα).
Η μεθοτρεξάτη έχει ισχυρή τερατογόνο δράση στον άνθρωπο, με αυξημένο κίνδυνο αυτόματων αποβολών, περιορισμού της ενδομήτριας ανάπτυξης και συγγενών ανωμαλιών σε περίπτωση έκθεσης κατά την κύηση .
• Αυτόματες αποβολές έχουν αναφερθεί σε ποσοστό 42,5% των εγκύων γυναικών που εκτέθηκαν σε θεραπεία με χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης (κάτω από 30 mg/εβδομάδα), έναντι 22,5% που αναφέρθηκε για ασθενείς με αντίστοιχες νόσους που έλαβαν θεραπεία με άλλα φάρμακα διαφορετικά της μεθοτρεξάτης.
• Μείζονες συγγενείς ανωμαλίες διαπιστώθηκαν σε ποσοστό 6,6% των γεννήσεων ζώντων σε γυναίκες που εκτέθηκαν σε θεραπεία με χαμηλή δόση μεθοτρεξάτης (κάτω από 30 mg/εβδομάδα) κατά τη διάρκεια της κύησης , έναντι περίπου 4% των γεννήσεων ζώντων σε ασθενείς με αντίστοιχες νόσους που έλαβαν θεραπεία με άλλα φάρμακα διαφορετικά της μεθοτρεξάτης.
Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με την έκθεση στη μεθοτρεξάτη κατά την κύηση σε δόσεις άνω των 30 mg/εβδομάδα, αναμένονται ωστόσο υψηλότερα ποσοστά αυτόματων αποβολών και συγγενών ανωμαλιών.
Όταν η μεθοτρεξάτη είχε διακοπεί πριν από τη σύλληψη, οι κυήσεις που αναφέρθηκαν ήταν φυσιολογικές.
Θηλασμός Η μεθοτρεξάτη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω του κινδύνου εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε βρέφη που θηλάζουν, το METHOFILL (μεθοτρεξάτη) αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλέπε παράγραφο 4.3). Επομένως, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται πριν και καθ' όλη τη διάρκεια της χορήγησης Γονιμότητα Η μεθοτρεξάτη επηρεάζει την σπερματογένεση και την ωογένεση και ενδέχεται να μειώσει τη γονιμότητα. Στον άνθρωπο, έχει αναφερθεί ότι η μεθοτρεξάτη προκαλεί ολιγοσπερμία, εμμηνορρυσιακή δυσλειτουργία και αμηνόρροια. Η επίδραση αυτή φαίνεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της θεραπείας.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας μπορεί να παρουσιαστούν συμπτώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως κόπωση και ζάλη. Η μεθοτρεξάτη έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες της μεθοτρεξάτης περιλαμβάνουν καταστολή του μυελού των οστών, τοξικότητα των πνευμόνων, ηπατοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα, νευροτοξικότητα, θρομβοεμβολικά συμβάντα, αναφυλακτική καταπληξία και σύνδρομο Stevens-Johnson.
Οι πιο συχνά παρατηρούμενες (πολύ συχνές) ανεπιθύμητες ενέργειες της μεθοτρεξάτης περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές, π.χ. στοματίτιδα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, ναυτία, απώλεια της όρεξης και παθολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, π.χ. αυξημένη ALAT, ASAT, χολερυθρίνη, αλκαλική φωσφατάση.
Άλλες συχνά παρατηρούμενες (συχνές) ανεπιθύμητες ενέργειες είναι λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία, κεφαλαλγία, κόπωση, υπνηλία, πνευμονία, διάμεση κυψελίτιδα/πνευμονίτιδα συχνά σε συνδυασμό με ηωσινοφιλία, έλκη του στόματος, διάρροια, εξάνθημα, ερύθημα και κνησμός.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι πιο σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η καταστολή του αιμοποιητικού συστήματος και οι γαστρεντερικές διαταραχές.
Οι παρακάτω επικεφαλίδες χρησιμοποιούνται για την οργάνωση των ανεπιθύμητων ενεργειών κατά σειρά συχνότητας:
Πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Όχι συχνές: Φαρυγγίτιδα.
Σπάνιες: Λοίμωξη (περιλαμβανομένης της επανενεργοποίησης ανενεργού χρόνιας λοίμωξης), σήψη, επιπεφυκίτιδα.
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
Πολύ σπάνιες: Έχουν υπάρξει αναφορές μεμονωμένων περιστατικών λεμφώματος, τα οποία υποχώρησαν, σε διάφορες περιπτώσεις, μετά τη διακοπή της θεραπείας με μεθοτρεξάτη. Σε μια πρόσφατη μελέτη, δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί ότι η θεραπεία με μεθοτρεξάτη αυξάνει την επίπτωση των λεμφωμάτων.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές: Λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία.
Όχι συχνές: Πανκυτταροπενία.
Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία, κύκλοι καταστολής του μυελού των οστών βαριάς μορφής, λεμφοπολλαπλασιαστικές διαταραχές (βλ. «περιγραφή» παρακάτω).
Μη γνωστές: Ηωσινοφιλία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: Αλλεργικές αντιδράσεις, αναφυλακτική καταπληξία, υπογαμμασφαιριναιμία.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές: Επιδείνωση σακχαρώδους διαβήτη.
Ψυχιατρικές διαταραχές Όχι συχνές: Κατάθλιψη, σύγχυση.
Σπάνιες: Εναλλαγές της διάθεσης.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: Κεφαλαλγία, κόπωση, υπνηλία.
Όχι συχνές: Ζάλη.
Πολύ σπάνιες: Άλγος, μυασθένεια ή Παραισθησία/υποαισθησία, αλλαγές στην αίσθηση της γεύσης (μεταλλική γεύση), σπασμοί, μηνιγγισμός, οξεία άσηπτη μηνιγγίτιδα, παράλυση.
Μη γνωστές: Εγκεφαλοπάθεια / λευκοεγκεφαλοπάθεια.
Οφθαλμικές διαταραχές Σπάνιες: Οπτικές διαταραχές.
Πολύ σπάνιες: Μείωση της όρασης, αμφιβληστροειδοπάθεια.
Καρδιακές διαταραχές Σπάνιες: Περικαρδίτιδα, περικαρδιακή συλλογή, περικαρδιακός επιπωματισμός.
Αγγειακές διαταραχές Σπάνιες: Υπόταση, θρομβοεμβολικά συμβάντα.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές: Πνευμονία, διάμεση κυψελιδίτιδα/πνευμονίτιδα που σχετίζεται συχνά με ηωσινοφιλία. Τα συμπτώματα που υποδεικνύουν δυνητικά βαριάς μορφής κάκωση του πνεύμονα (διάμεση πνευμονίτιδα) είναι: ξηρός, μη παραγωγικός βήχας, δύσπνοια και πυρετός.
Σπάνιες: Πνευμονική ίνωση, πνευμονία από Pneumocystis jirovecii, δύσπνοια και βρογχικό άσθμα, υπεζωκοτική συλλογή.
Μη γνωστές: Επίσταξη, πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές: Στοματίτιδα, δυσπεψία, ναυτία, απώλεια της όρεξης, κοιλιακό άλγος.
Συχνές: Στοματικά έλκη, διάρροια.
Όχι συχνές: Έλκη και αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, εντερίτιδα, έμετος, παγκρεατίτιδα.
Σπάνιες: Ουλίτιδα.
Πολύ σπάνιες: Αιματέμεση, έντονη αιμορραγία, τοξικό μεγάκολο.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων (βλέπε παράγραφο 4.4).
Πολύ συχνές: Παθολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (αυξημένη ALAT, ASAT, αλκαλική φωσφατάση και χολερυθρίνη).
Όχι συχνές: Κίρρωση, ίνωση και λιπώδης εκφύλιση του ήπατος, μείωση της αλβουμίνης στον ορό.
Σπάνιες: Οξεία ηπατίτιδα.
Πολύ σπάνιες: Ηπατική ανεπάρκεια.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Εξάνθημα, ερύθημα, κνησμός.
Όχι συχνές:Τριχόπτωση, αύξηση των ρευματοειδών οζιδίων, δερματικά έλκη, έρπης ζωστήρας, αγγειίτιδα, ερπητοειδή δερματικά εξανθήματα, κνίδωση, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας.
Σπάνιες: Αυξημένη μελάγχρωση, ακμή, πετέχειες, εκχύμωση, αλλεργική αγγειίτιδα.
Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), υπέρχρωση των νυχιών, οξεία παρονυχία, δοθιήνωση, τηλαγγειεκτασία.
Μη γνωστές: Αποφολίδωση του δέρματος / αποφολιδωτική δερματίτιδα Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Όχι συχνές: Αρθραλγία, μυαλγία, οστεοπόρωση.
Σπάνιες: Κάταγμα κόπωσης.
Μη γνωστές: Οστεονέκρωση γνάθου (δευτεροπαθής στις λεμφοπολλαπλασιαστικές διαταραχές)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Όχι συχνές: Φλεγμονή και εξέλκωση της ουροδόχου κύστης, νεφρική δυσλειτουργία, διαταραχή της ούρησης.
Σπάνιες: Νεφρική ανεπάρκεια, ολιγουρία, ανουρία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Μη γνωστές: Πρωτεϊνουρία.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Όχι συχνές: Φλεγμονή και εξέλκωση του κόλπου.
Πολύ σπάνιες: Απώλεια της γενετήσιας ορμής, ανικανότητα, γυναικομαστία, ολιγοσπερμία, διαταραχή της έμμηνου ρύσης, κολπικό έκκριμα.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Σπάνιες: Πυρετός, διαταραχή της επούλωσης τραυμάτων.
Πολύ σπάνιες: Τοπική βλάβη (σχηματισμός στείρου αποστήματος, λιποδυστροφία) του σημείου της ένεσης μετά στη θέση ένεσης μετά από ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση.
Μη γνωστές: Εξασθένιση, Νέκρωση στο σημείο της ένεσης, οίδημα.
Η εμφάνιση και ο βαθμός βαρύτητας των ανεπιθύμητων ενεργειών εξαρτάται από το επίπεδο δοσολογίας και τη συχνότητα χορήγησης. Ωστόσο, καθώς μπορούν να παρουσιαστούν ανεπιθύμητες ενέργειες βαριάς μορφής ακόμη και σε χαμηλότερες δόσεις, είναι απολύτως απαραίτητο να παρακολουθούνται τακτικά οι ασθενείς από τον ιατρό σε σύντομα μεσοδιαστήματα.
Η υποδόρια εφαρμογή μεθοτρεξάτης είναι τοπικά καλά ανεκτή. Παρατηρήθηκαν μόνον ήπιες, τοπικές, δερματικές αντιδράσεις (όπως αισθήματα καύσου, ερύθημα, διόγκωση, δυσχρωματισμός, κνησμός, έντονη φαγούρα, άλγος), οι οποίες μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Λέμφωμα/Λεμφοπολλαπλασιαστικές διαταραχές: υπάρχουν αναφορές μεμονωμένων περιστατικών λεμφώματος και άλλων λεμφοπολλαπλασιαστικών διαταραχών οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχώρησαν μόλις διακόπηκε η θεραπεία με μεθοτρεξάτη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
4.9 Υπερδοσολογία
α) Συμπτώματα υπερδοσολογίας Η τοξικότητα της μεθοτρεξάτης επηρεάζει κυρίως το αιμοποιητικό σύστημα.
β) Μέτρα θεραπείας σε περίπτωση υπερδοσολογίας Το φυλλινικό ασβέστιο είναι το ειδικό αντίδοτο για την εξουδετέρωση των τοξικών, ανεπιθύμητων επιδράσεων της μεθοτρεξάτης.
Σε περίπτωση τυχαίας υπερδοσολογίας, θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς, εντός μίας ώρας, μια δόση φυλλινικού ασβεστίου ίση ή υψηλότερη από τη δόση της μεθοτρεξάτης που λήφθηκε και η χορήγηση της δόσης θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στον ορό να πέσουν κάτω από τα 10-7 mol/l.
Σε περιπτώσεις μείζονος υπερδοσολογίας, μπορεί να απαιτείται ενυδάτωση και αλκαλοποίηση των ούρων για την αποτροπή της δημιουργίας ιζήματος μεθοτρεξάτης ή/και των μεταβολιτών της στα νεφρικά σωληνάρια. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η αιμοκάθαρση ή η περιτοναϊκή κάθαρση βελτιώνουν την αποβολή της μεθοτρεξάτης. Έχει αναφερθεί
αποτελεσματική κάθαρση της μεθοτρεξάτης με οξεία, διαλείπουσα αιμοκάθαρση χρησιμοποιώντας συσκευή αιμοκάθαρσης υψηλής διαβατότητας.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα ανοσοκατασταλτικά Κωδικός ATC: L04AX03 Αντιρευματικό φαρμακευτικό προϊόν για τη θεραπεία χρόνιων, φλεγμονωδών ρευματικών παθήσεων και πολυαρθρικών μορφών νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας. Ανοσοτροποποιητικός και αντιφλεγμονώδης παράγοντας για τη θεραπεία της νόσου Crohn.
Μηχανισμός δράσης Η μεθοτρεξάτη είναι ένας ανταγωνιστής του φυλλικού οξέος που ανήκει στην κατηγορία των κυτταροτοξικών παραγόντων που είναι γνωστοί ως αντιμεταβολίτες. Δρα μέσω της ανταγωνιστικής αναστολής του ενζύμου αναγωγάση του διϋδροφυλλικού και συνεπώς αναστέλλει τη σύνθεση του DNA. Δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί εάν η αποτελεσματικότητα της μεθοτρεξάτης στη διαχείριση της ψωρίασης, της ψωριασικής αρθρίτιδας, της χρόνιας πολυαρθρίτιδας και της νόσου Crohn, οφείλεται σε μια αντιφλεγμονώδη ή ανοσοκατασταλτική επίδραση, καθώς και σε ποιο βαθμό η αύξηση που επάγεται από τη μεθοτρεξάτη στην εξωκυτταρική συγκέντρωση της αδενοσίνης στα σημεία που έχουν υποστεί φλεγμονή συμβάλλει σε αυτές τις επιδράσεις.
Οι διεθνείς κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες αντικατοπτρίζουν τη χρήση της μεθοτρεξάτης ως δεύτερη επιλογή για τους ασθενείς που πάσχουν από νόσο Crohn οι οποίοι δεν ανέχονται ή δεν έχουν παρουσιάσει ανταπόκριση σε ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες πρώτης γραμμής, όπως η αζαθειοπρίνη (AZA) ή η 6-μερκαπτοπουρίνη (6-MP).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με τη μεθοτρεξάτη για τη νόσο Crohn σε αθροιστικές δόσεις δεν έχουν καταδείξει διαφορετικό προφίλ ασφάλειας της μεθοτρεξάτης από το προφίλ που είναι ήδη γνωστό. Συνεπώς, πρέπει να ληφθούν παρόμοιες προφυλάξεις κατά τη χρήση της μεθοτρεξάτης για τη θεραπεία της νόσου Crohn όπως και για τις άλλες τις ρευματικές και μη ρευματικές ενδείξεις της μεθοτρεξάτης (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.6).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από στόματος, η μεθοτρεξάτη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Σε περίπτωση χορήγησης χαμηλής δόσης (δοσολογίες μεταξύ 7,5 mg/m2 και 80 mg/m2 εμβαδού επιφανείας σώματος), η μέση βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 70%, αλλά είναι δυνατόν να υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των ατόμων αλλά και εντός του ίδιου ατόμου (25-100%). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται μετά από 1-2 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα της υποδόριας, ενδοφλέβιας και ενδομυϊκής ένεσης είναι συγκρίσιμες και σχεδόν 100 %.
Κατανομή Περίπου το 50 % της μεθοτρεξάτης δεσμεύεται σε πρωτεΐνες στον ορό. Κατά την κατανομή στους σωματικούς ιστούς, υψηλές συγκεντρώσεις με τη μορφή πολυγλουταμικών βρίσκονται στο ήπαρ, στους νεφρούς και στον σπλήνα συγκεκριμένα, οι οποίες μπορεί να διατηρηθούν για εβδομάδες ή μήνες. Κατά τη χορήγηση σε μικρές δόσεις, η μεθοτρεξάτη διέρχεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε μικρές ποσότητες.
Βιομετασχηματισμός Περίπου το 10% της χορηγούμενης δόσης μεθοτρεξάτης μεταβολίζεται ενδοηπατικά. Ο αρχικός μεταβολίτης είναι η 7-υδροξυμεθοτρεξάτη.
Αποβολή Η αποβολή πραγματοποιείται, κυρίως στην αμετάβλητη μορφή, κατά κύριο λόγο από τους νεφρούς, μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργής έκκρισης στα εγγύς σωληνάρια.
Περίπου το 5 – 20% της μεθοτρεξάτης και το 1 – 5% της 7-υδροξυμεθοτρεξάτης αποβάλλονται από τα χοληφόρα.
Υπάρχει σημαντική εντεροηπατική ροή αίματος.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο 6 – 7 ώρες και καταδεικνύει σημαντική διακύμανση (3 – 17 ώρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να παραταθεί κατά 4 φορές σε σχέση με τον φυσιολογικό χρόνο σε ασθενείς που διαθέτουν τρίτο χώρο κατανομής (υπεζωκοτική συλλογή, ασκίτης).
Στην περίπτωση της νεφρικής δυσλειτουργίας, η αποβολή καθυστερεί σημαντικά. Δεν είναι γνωστή διαταραχή της αποβολής όσον αφορά την ηπατική δυσλειτουργία.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η μεθοτρεξάτη μειώνει τη γονιμότητα, καθώς και ότι είναι εμβρυοτοξική και έχει τερατογόνες δράσεις. Η μεθοτρεξάτη είναι μεταλλαξιγόνος in vivo και in vitro. Καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί συμβατικές μελέτες καρκινογένεσης και τα δεδομένα από μελέτες χρόνιας τοξικότητας σε τρωκτικά είναι ανακόλουθα, η μεθοτρεξάτη θεωρείται μη ταξινομήσιμη ως προς την καρκινογόνο δράση στους ανθρώπους.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Χλωριούχο νάτριο Υδροξείδιο νατρίου (για ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30 °C. Διατηρείτε τις προγεμισμένες σύριγγες στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύονται από το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Φύση του περιέκτη:
Προγεμισμένες σύριγγες από άχρωμο γυαλί (τύπου I) χωρητικότητας 1 ml, με σταθερή βελόνα, καλυμμένη με άκαμπτο προστατευτικό βελόνας. Περαιτέρω προγεμισμένες σύριγγες στις οποίες έχει προτοποθετηθεί προστατευτικό ασφαλείας βελόνας. Το έμβολο της σύριγγας αποτελείται από ράβδο εμβόλου με πώμα εισχώρησης από ελαστικό χλωροβουτυλίου.
Μεγέθη συσκευασίας:
• Για 0,15 ml, 0,20 ml, 0,30 ml και 0,40 ml: συσκευασίες που περιέχουν 1, 2, 4, 5, 6, 8, 10, 12 και 24 προγεμισμένη(ες) σύριγγα(ες) με σταθερή βελόνα, καλυμμένη με άκαμπτο προστατευτικό βελόνας.
Περαιτέρω προγεμισμένες σύριγγες στις οποίες έχει προτοποθετηθεί προστατευτικό ασφαλείας βελόνας.
• Για 0,25 ml, 0,35 ml, 0,45 ml, 0,55 ml και 0,60 ml: συσκευασίες που περιέχουν 1, 4, 5, 6, 8 και 12 προγεμισμένη(ες) σύριγγα(ες) με σταθερή βελόνα, καλυμμένη με άκαμπτο προστατευτικό βελόνας.
Περαιτέρω προγεμισμένες σύριγγες στις οποίες έχει προτοποθετηθεί προστατευτικό ασφαλείας βελόνας.
• Για 0,50 ml: συσκευασίες που περιέχουν 1, 2, 4, 5, 6, 8, 10 και 12 προγεμισμένη(ες) σύριγγα(ες) με σταθερή βελόνα, καλυμμένη με άκαμπτο προστατευτικό βελόνας. Περαιτέρω προγεμισμένες σύριγγες στις οποίες έχει προτοποθετηθεί προστατευτικό ασφαλείας βελόνας.
Όλα τα μεγέθη διατίθενται χωρίς σημάνσεις διαβάθμισης περιέχοντας προγεμισμένη(ες) σύριγγα(ες) με συσκευασίες κυψέλης και τολύπια αλκοόλης. Οι συσκευασίες κυψέλης προορίζονται για μεμονωμένες σύριγγες με προτοποθετημένο προστατευτικό ασφαλείας βελόνας.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Ο τρόπος χειρισμού και απόρριψης πρέπει να είναι σύμφωνος με αυτά που ισχύουν για άλλα κυτταροτοξικά σκευάσματα, σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις. Οι έγκυες γυναίκες του υγειονομικού προσωπικού δεν θα πρέπει να χειρίζονται ή/και να χορηγούν μεθοτρεξάτη.
Η μεθοτρεξάτη δεν θα πρέπει να έρχεται σε επαφή με το δέρμα ή τους βλεννογόνους. Σε περίπτωση μόλυνσης, η επηρεαζόμενη περιοχή πρέπει να υποβάλλεται σε έκπλυση αμέσως με άφθονη ποσότητα νερού.
Για μία μόνο χρήση και παρακαλώ λάβετε υπόψη ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί όλο το περιεχόμενο.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Οδηγίες για υποδόρια χρήση.
Τα καλύτερα σημεία για την ένεση είναι τα εξής:
- άνω τμήμα του μηρού,
- κοιλιά, εκτός από την περιοχή γύρω από τον ομφαλό.
1. Καθαρίστε την περιοχή γύρω από την επιλεγμένη θέση ένεσης (π.χ. χρησιμοποιώντας τολύπιο αλκοόλης).
2. Τραβήξτε το προστατευτικό πώμα κατακόρυφα προς τα έξω.
3. Δημιουργήστε μια δερματική πτυχή πιέζοντας με ήπιες κινήσεις την περιοχή στη θέση ένεσης.
4. Η πτυχή πρέπει να διατηρείται συμπιεσμένη μέχρι να αφαιρείται η σύριγγα από το δέρμα, μετά την ένεση.
5. Ωθήστε τη βελόνα πλήρως μέσα στο δέρμα, υπό γωνία 90-μοιρών.
6. Πιέστε το έμβολο αργά και ομοιόμορφα έως ότου χορηγηθεί ολόκληρη η δόση και το έμβολο δεν μπορεί να πιεστεί περαιτέρω. Ενώ διατηρείτε την πίεση στο έμβολο, αφαιρέστε τη σύριγγα από το δέρμα υπό την ίδια γωνία 90 μοιρών. Το προστατευτικό ασφαλείας της βελόνας θα καλύψει τη βελόνα όταν απελευθερωθεί το έμβολο. Το προστατευτικό ασφαλείας της βελόνας καλύπτει τη βελόνα μετά την ένεση, ώστε να αποτραπεί τυχόν τραυματισμός από τρύπημα από βελόνα. Αυτό δεν επηρεάζει την κανονική λειτουργία της σύριγγας.
Σημειώστε ότι όλο το περιεχόμενο της σύριγγας θα πρέπει να έχει χρησιμοποιηθεί. Αυτό το προϊόν δεν προορίζεται για τη χορήγηση τμηματικής δόσης.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Accord Healthcare S.L.U.
World Trade Center, Moll de Barcelona, s/n, Edifici Est 6ª planta, 08039 Barcelona, Ισπανία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης