Clinio Logo
Clinio

METOPROLOL-TARTRATE-FLEXMED — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED 1 mg/ml Ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε ml διαλύματος περιέχει 1 mg τρυγικής μετοπρολόλης.

Μία φύσιγγα των 5 ml περιέχει 5 mg τρυγικής μετοπρολόλης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα.

Άχρωμο, διαφανές διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Για τον έλεγχο της ταχυαρρυθμίας, ιδιαίτερα της υπερκοιλιακής ταχυαρρυθμίας. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Πρώιμη παρέμβαση με METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου μειώνει το μέγεθος του εμφράγματος και την επίπτωση της κοιλιακής μαρμαρυγής. Η ανακούφιση από τον πόνο μπορεί επίσης να μειώσει την ανάγκη για οπιοειδή αναλγητικά. Το φαρμακευτικό προϊόν έχει δείξει μείωση της θνησιμότητας όταν έχει χορηγηθεί σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται ξεχωριστά για τις ανάγκες του κάθε ασθενή. Οι ακόλουθες οδηγίες δοσολογίας είναι εφαρμόσιμες:

Καρδιακές αρρυθμίες Αρχικά χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση μέχρι 5 mg με ρυθμό 1-2 mg το λεπτό. Η ένεση μπορεί να επαναληφθεί ανά διαστήματα των 5 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί μι ικανοποιητική ανταπόκριση. Συνήθως μια συνολική δόση των 10 με 15 mg αρκεί.

Λόγω του κινδύνου έντονης πτώσης της αρτηριακής πίεσης, η ενδοφλέβια χορήγησή του σε ασθενείς με συστολική αρτηριακή πίεση κάτω από 100 mmHg πρέπει να δίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.

Κατά τη διάρκεια της αναισθησίας Μια αργή ενδοφλέβια έγχυση 2-4 mg κατά την επαγωγή είναι συνήθως αρκετή για να αποτρέψει την ανάπτυξη αρρυθμιών κατά την αναισθησία. Η ίδια δόση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο αρρυθμιών που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της αναισθησίας. Περαιτέρω ενέσεις των 2 mg μπορούν να δοθούν ανάλογα με τις απαιτήσεις μέχρι τη μέγιστη συνολική δόση των 10 mg.

Έμφραγμα του μυοκαρδίου Πρώιμη παρέμβαση. Για την επίτευξη του βέλτιστου οφέλους από το METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED, οι κατάλληλοι ασθενείς θα πρέπει να παρουσιαστούν μέσα σε 12 ώρες από την έναρξη του πόνου στο στήθος.

Η ενδοφλέβια ένεση του Metoprolol πρέπει να ξεκινάει σε μονάδα στεφανιαίας περίθαλψης ή σε κάποια παρόμοια μονάδα όταν έχει σταθεροποιηθεί η αιμοδυναμική κατάσταση του ασθενή.

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με 5 mg ενδοφλεβίως ανά 2 λεπτά μέχρι μια μέγιστη συνολική δόση των 15 mg όπως καθορίζεται από την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό. Η δεύτερη ή η τρίτη δόση δε θα πρέπει να δίνεται αν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι < 90 mmHg, αν ο καρδιακός ρυθμός είναι <40 παλμούς/λεπτό και το διάστημα P-Q είναι >0.26 δευτερόλεπτα, ή αν υπάρχει κάποια επιδείνωση δύσπνοιας ή κρύου ιδρώτα.

Η εκ του στόματος θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει 15 λεπτά μετά την τελευταία ένεση με 50 mg κάθε 6 ώρες για 48 ώρες. Σε ασθενείς που δεν ανέχονται την πλήρη ενδοφλέβια δόση πρέπει να δοθεί η μισή δόση εκ του στόματος.

Νεφρική ανεπάρκεια Η προσαρμογή δόσης δεν είναι γενικά αναγκαία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Ηπατική ανεπάρκεια Υπό φυσιολογικές συνθήκες η προσαρμογή της δόσης δεν είναι αναγκαία σε ασθενείς που πάσχουν από κίρρωση του ήπατος γιατί η μετοπρολόλη έχει χαμηλή πρόσδεση με πρωτεΐνες (5-10%). Ωστόσο, σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να είναι απαραίτητη μια μείωση της δόσης.

Ηλικιωμένοι Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι οι φυσιολογικές αλλαγές που σχετίζονται με την ηλικία έχουν αμελητέες επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της μετοπρολόλης. Η προσαρμογή δόσης δεν είναι αναγκαία σε ηλικιωμένους ασθενείς, αλλά η προσεκτική τιτλοδότηση της δόσης είναι σημαντική σε όλους τους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED στα παιδιά δεν έχει εδραιωθεί.

4.3 Αντενδείξεις

Το METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED, όπως και οι άλλοι β-αναστολείς, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με:

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Υπόταση

• Κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου ή τρίτου βαθμού

• Ασταθής αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια (πνευμονικό οίδημα, υποαιμάτωση ή υπόταση)

• Συνεχής ή διαλείπουσα ινοτροπική θεραπεία που δρα μέσω αγωνιστή βήτα-υποδοχέα

• Βραδυκαρδία (< 45 παλμοί ανά λεπτό)

• Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (εκτός αν έχει τοποθετηθεί μόνιμος βηματοδότης)

• Καρδιογενές σοκ

• Βαριές περιφερικές αρτηριακές κυκλοφορικές διαταραχές

• Αθεράπευτο φαιοχρωμοκύτωμα

• Μεταβολική οξέωση Γνωστή υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του Metoprolol ή σε άλλους β- αναστολείς.

Το METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED αντενδείκνυται επίσης όταν υποπτευόμενο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου περιπλέκεται από βραδυκαρδία (< 45 παλμοί ανά λεπτό), πρώτου βαθμού καρδιακό αποκλεισμό (το διάστημα P-Q είναι >0.24 δευτερόλεπτα) ή συστολική αρτηριακή πίεση με < 100 mmHg και/ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κατά τη θεραπεία ασθενών με υποπτευόμενο ή καθορισμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου πρέπει να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση της αιμοδυναμικής κατάστασης του ασθενή μετά από καθεμία από τις τρεις δόσεις των 5 mg . Η δεύτερη ή η τρίτη δόση δεν πρέπει να δίνεται αν ο καρδιακός ρυθμός είναι < 40 παλμούς/λεπτό, η συστολική αρτηριακή πίεση είναι < 90 mmHg και το διάστημα P-Q είναι > 0.26 δευτερόλεπτα, ή αν υπάρχει κάποια επιδείνωση της δύσπνοιας ή της κρύας εφίδρωσης.

Το METOPROLOL TARTRATE/FLEXMED, όπως και οι άλλοι β-αναστολείς:

• Δεν πρέπει να αποσύρεται απότομα κατά τη διάρκεια θεραπείας εκ του στόματος. Όποτε είναι δυνατόν, πρέπει να αποσύρεται σταδιακά μέσα σε περίοδο 10-14 ημερών, σε μειωμένες δόσεις των 25 mg ημερησίως για τις τελευταίες 6 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της απόσυρσης οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση, ειδικά αυτοί με γνωστή ισχαιμική καρδιακή νόσο. Ο κίνδυνος στεφανιαίων επεισοδίων, συμπεριλαμβανομένου ξαφνικού καρδιακού θανάτου, μπορεί να αυξηθεί μετά από απόσυρση του β-αναστολέα.

• Πρέπει να αναφέρεται στον αναισθησιολόγο πριν από γενική αναισθησία. Δεν συνίσταται γενικά να διακόπτεται η ενδοφλέβια θεραπεία σε ασθενείς που υποβάλλονται σε επέμβαση. Αν θεωρείται επιθυμητή η απόσυρση από την μετοπρολόλη, αυτή θα πρέπει, αν είναι δυνατόν, να έχει ολοκληρωθεί τουλάχιστον 48 ώρες πριν τη γενική αναισθησία.

Η συνηθισμένη έναρξη υψηλής δόσης μετοπρολόλης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μη καρδιακές επεμβάσεις, καθώς έχει συσχετιστεί με βραδυκαρδία, υπόταση, εγκεφαλικό και αυξημένη θνησιμότητα σε ασθενείς με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι επιθυμητή η χρήση ενός β-αναστολέα ως προφαρμακευτική αγωγή. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να επιλέγεται αναισθητικό με μικρή αρνητική ινοτροπική δραστηριότητα για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο μυοκαρδιακής καταστολής.

• Παρόλο που αντενδείκνυται σε σοβαρές περιφερειακές αρτηριακές διαταραχές (βλ.

παράγραφο 4.3), μπορεί επίσης να επιδεινώσει πιο ελαφριές περιφερειακές αρτηριακές διαταραχές.

• Μπορεί να χορηγηθεί όταν η καρδιακή ανεπάρκεια είναι υπό έλεγχο. Θα πρέπει επίσης να εξετάζεται και η διουρητική θεραπεία για ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, ή ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν κακή καρδιακή λειτουργία. Το Metoprolol πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς των οποίων η καρδιακή λειτουργία είναι κακή.

• Μπορεί να προκαλέσει αύξηση της βραδυκαρδίας στους ασθενείς, σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να μειωθεί η δόση του Metoprolol ή να αποσυρθεί σταδιακά.

• Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο διάστημα αγωγιμότητας, θα πρέπει να δίνεται μόνο με προσοχή σε ασθενείς με πρώτου βαθμού καρδιακό αποκλεισμό.

• Μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και τη διάρκεια των κρίσεων στηθάγχης σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, λόγω ανεπιθύμητης αγγειοσυστολής στεφανιαίας αρτηρίας που προκαλείται από άλφα-υποδοχέα. Το Metoprolol είναι ένας βήτα1 εκλεκτικός β- αναστολέας, συνεπώς μπορεί να εξετασθεί η χρήση του αν και πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή.

• Μπορεί να καλύψει τα πρώτα συμπτώματα της οξείας υπογλυκαιμίας και ιδιαίτερα την ταχυκαρδία. Κατά τη θεραπεία με Metoprolol, ο κίνδυνος παρεμβολής στο μεταβολισμό των υδατανθράκων ή κάλυψης της υπογλυκαιμίας είναι μικρότερος απ’ ότι με μη εκλεκτικούς β-αναστολείς.

• Μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα της θυρεοτοξίκωσης.

• Μπορεί να ενισχύσει την ευαισθησία στα αλλεργιογόνα και να αυξήσει τη σοβαρότητα των αναφυλακτικών αντιδράσεων.

• Παρόλο που οι καρδιοεκλεκτικοί β-αναστολείς μπορεί να έχουν μικρότερη επίδραση στη λειτουργία των πνευμόνων σε σχέση με τους μη εκλεκτικούς β-αναστολείς, όπως όλοι οι β-αναστολείς κι αυτοί θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με αναστρέψιμη αποφρακτική νόσο των αεραγωγών εκτός κι αν υπάρχουν επιτακτικοί κλινικοί λόγοι για τη χρήση τους. Όταν η χορήγηση είναι απαραίτητη, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από στενή παρακολούθηση. Η χρήση βήτα2-βρογχοδιασταλτικού (π.χ.

τερβουταλίνη) μπορεί να συνιστάται σε μερικούς ασθενείς. Η δόση του βήτα2-αγωνιστή μπορεί να χρειαστεί αύξηση όταν ξεκινήσει η θεραπεία με μετοπρολόλη.

• Στην ετικέτα θα αναγράφεται: «Χρησιμοποιήστε με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ιστορικό συριγμού, άσθματος ή άλλων δυσκολιών στην αναπνοή, βλέπε το φύλλο οδηγιών χρήσης που εσωκλείεται.»

• Όπως με όλους τους β-αναστολείς, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς με ψωρίαση πριν από τη χορήγηση μετοπρολόλης.

• Σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα, θα πρέπει να δίνεται ταυτόχρονα ένας α-αναστολέας.

• Σε ασταθή και εξαρτώμενο από την ινσουλίνη διαβήτη μπορεί να είναι απαραίτητη η προσαρμογή της υπογλυκαιμικής θεραπείας.

• Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με β-αναστολείς δεν θα πρέπει να δίνεται ενδοφλέβια χορήγηση αναστολέων διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης.

• Η αρχική θεραπεία για σοβαρή κακοήθη υπέρταση θα πρέπει να σχεδιάζεται ώστε να αποφεύγεται η απότομη μείωση στη διαστολική αρτηριακή πίεση με βλάβη των αυτορρυθμιστικών μηχανισμών.

Το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νάτριο (23 mg) ανά φύσιγγα, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Η μετοπρολόλη λειτουργεί ως υπόστρωμα για το κυτόχρωμα P450 και το ισοένζυμο CYP2D6. Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ουσίες που είναι είτε επαγωγείς είτε αναστολείς των ενζύμων μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της μετοπρολόλης στο πλάσμα.

Παράγοντες επαγωγής των ενζύμων (π.χ. ριφαμπικίνη) μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις του της μετοπρολόλης στο πλάσμα, ενώ οι αναστολείς των ενζύμων (π.χ.

σιμετιδίνη, αλκοόλ και υδραλαζίνη) μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με παράγοντες αποκλεισμού συμπαθητικών γαγγλίων, άλλους β-αναστολείς (π.χ. οφθαλμικές σταγόνες), ή αναστολείς μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟ) θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από στενή παρακολούθηση.

Αν πρόκειται να διακοπεί η ταυτόχρονη χορήγηση θεραπείας με κλονιδίνη, η μετοπρολόλη θα πρέπει να αποσυρθεί αρκετές μέρες πριν την κλονιδίνη.

Όταν η μετοπρολόλη δίνεται ταυτόχρονα με αναστολείς διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης και διλτιαζέμης μπορεί να προκαλέσει αύξηση των αρνητικών ινότροπων και χρονότροπων επιδράσεων. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με β-αναστολείς δεν θα πρέπει να δίνεται ενδοφλέβια χορήγηση αναστολέων διαύλων ασβεστίου τύπου βεραπαμίλης.

Οι β-αναστολείς μπορούν να ενισχύσουν την αρνητική ινότροπη και την αρνητική δρομότροπη επίδραση των αντιαρρυθμικών παραγόντων (του τύπου κινιδίνης και της αμιωδαρόνης).

Οι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας, σε συνδυασμό με τους β-αναστολείς, μπορούν να αυξήσουν το κολποκοιλιακό διάστημα αγωγιμότητας και μπορούν να προκαλέσουν βραδυκαρδία.

Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με β-αναστολείς, τα αναισθητικά εισπνοής ενισχύουν την καρδιοκατασταλτική επίδραση.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με ινδομετακίνη και άλλους αναστολείς της συνθετάσης των προσταγλανδινών μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση των β-αναστολέων.

Η χορήγηση αδρεναλίνης (επινεφρίνη) σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με β- αναστολείς μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της βραδυκαρδίας, αν και αυτό είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί με βήτα1 εκλεκτικά φάρμακα.

Η μετοπρολόλη ανταγωνίζεται τις β-1 επιδράσεις των συμπαθομιμητικών παραγόντων αλλά έχει μικρή επίδραση στις βρογχοδιασταλτικές επιδράσεις των β2-αγωνιστών σε κανονικές θεραπευτικές δόσεις.

Η μετοπρολόλη μπορεί να επηρεάσει την αποβολή της λιδοκαΐνης.

Όπως και με άλλους β-αναστολείς, ταυτόχρονη θεραπεία με διυδροπυριδίνες π.χ. νιφεδιπίνη, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης και μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια.

Οι δοσολογίες των από του στόματος αντιδιαβητικών παραγόντων και επίσης της ινσουλίνης μπορεί να πρέπει να αναπροσαρμοστούν σε ασθενείς που λαμβάνουν β-αναστολείς.

Καθώς οι β-αναστολείς μπορούν να επηρεάσουν την περιφερειακή κυκλοφορία, θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν φάρμακα με παρόμοια δραστηριότητα π.χ. εργοταμίνη χορηγούνται ταυτόχρονα.

Οι επιδράσεις της μετοπρολόλης και άλλων φαρμάκων με αντιυπερτασική επίδραση στην αρτηριακή πίεση είναι συνήθως πρόσθετες. Πρέπει να δίνεται προσοχή όταν συνδυάζεται με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα ή φάρμακα που ενδέχεται να μειώσουν την αρτηριακή πίεση, όπως τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, βαρβιτουρικά και φαινοθειαζίνες. Ωστόσο, οι συνδυασμοί αντιυπερτασικών φαρμάκων μπορούν συχνά να χρησιμοποιηθούν προς όφελος μας για τη βελτίωση του ελέγχου της υπέρτασης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση H μετοπρολόλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης ή σε θηλάζουσες μητέρες εκτός κι αν ο γιατρός θεωρεί ότι το όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο/μωρό. Σε γενικές γραμμές, οι β-αναστολείς μειώνουν την αιμάτωση του πλακούντα, η οποία έχει συσχετιστεί με καθυστέρηση στην ανάπτυξη, ενδομήτριο θάνατο, άμβλωση και πρόωρο τοκετό. Προτείνεται επομένως η κατάλληλη παρακολούθηση της μητέρας και του εμβρύου σε έγκυες γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία με μετοπρολόλη.

Όπως συμβαίνει με όλους τους β-αναστολείς, η μετοπρολόλη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως βραδυκαρδία και υπογλυκαιμία στο έμβρυο και στο νεογέννητο και θηλάζον βρέφος. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καρδιακών και πνευμονικών επιπλοκών στο νεογνό.

Η μετοπρολόλη ωστόσο, έχει χρησιμοποιηθεί σε υπέρταση που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη υπό στενή παρακολούθηση, μετά τις 20 εβδομάδες κύησης. Παρόλο που η μετοπρολόλη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και ανευρίσκεται στο αίμα του ομφάλιου λώρου, μέχρι τώρα δεν έχουν αναφερθεί ενδείξεις εμβρυικών ανωμαλιών.

Θηλασμός Ο θηλασμός δεν συνιστάται. Η ποσότητα της μετοπρολόλης που λαμβάνεται μέσω του μητρικού γάλακτος δεν πρέπει να παράγει σημαντικά αποτελέσματα β-αποκλεισμού στο νεογνό εάν η μητέρα λαμβάνει φυσιολογικές θεραπευτικές δόσεις.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η μετοπρολόλη έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι περιστασιακά μπορεί να εμφανιστεί ζάλη ή κόπωση.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η μετοπρολόλη είναι καλά ανεκτή και οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γενικά ήπιες και αναστρέψιμες.

Τα ακόλουθα συμβάντα έχουν αναφερθεί ως ανεπιθύμητα συμβάντα σε κλινικές δοκιμές ή έχουν αναφερθεί από τη συνήθη χρήση.

Οι παρακάτω ορισμοί συχνοτήτων χρησιμοποιούνται:

Πολύ συχνές (≥1/10)

Συχνές (≥1/100 έως <1/10)

Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)

Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)

Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με τα διαθέσιμα δεδομένα)

Κατηγορία Οργανικού ΣυστήματοςΣυχνότηταΑνεπιθύμητη Ενέργεια
Λοιμώξεις και προσβολέςΠολύ σπάνιεςΓάγγραινα σε ασθενείς με προϋπάρχουσες σοβαρές περιφερικές κυκλοφορικές διαταραχές
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματοςΠολύ σπάνιεςΘρομβοπενία
Ψυχιατρικές διαταραχέςΌχι συχνέςΚατάθλιψη, Αϋπνία, Εφιάλτες
ΣπάνιεςΝευρικότητα, άγχος
Πολύ σπάνιεςΣύγχυση, ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνέςΖάλη, κεφαλαλγία
Όχι συχνέςΔυσκολία στη συγκέντρωση, υπνηλία, παραισθησία
Πολύ σπάνιεςΑμνησία/εξασθένηση της μνήμης, διαταραχές στη γεύση
Οφθαλμικές διαταραχέςΣπάνιεςΔιαταραχές στην όραση, ξερά και/ή ερεθισμένα μάτια, επιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του αυτιού και του λαβύρινθουΠολύ σπάνιεςΕμβοές
Καρδιακές διαταραχέςΣυχνέςΑίσθημα παλμών, βραδυκαρδία
Όχι συχνέςΕπιδείνωση των συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας, καρδιογενές σοκ σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου*, πρώτου βαθμού καρδιακός αποκλεισμός
ΣπάνιεςΔιαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας, καρδιακές αρρυθμίες, αύξηση υπάρχοντος κολποκοιλιακού μπλοκ
Αγγειακές διαταραχέςΣυχνέςΟρθοστατικές διαταραχές (πού σπάνια με συγκοπή)
ΣπάνιεςΦαινόμενο Raynaud
Πολύ σπάνιεςΑύξηση προϋπάρχουσας διαλείπουσας χωλότητας
Αναπνευστικές, θωρακικές και μεσοθωρακικές διαταραχέςΣυχνέςΔύσπνοια στην κόπωση
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμος
ΣπάνιεςΡινίτιδα
Γαστρεντερικές διαταραχέςΣυχνέςΝαυτία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια
Όχι συχνέςΕμετός
ΣπάνιεςΞηροστομία
Ηπατοχειριακές διαταραχέςΠολύ σπάνιεςΗπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδερμικού ιστούΌχι συχνέςΕξάνθημα (με τη μορφή ψωριασικής κνίδωσης και δυστροφικών βλαβών του δέρματος), αυξημένη εφίδρωση
ΣπάνιεςΤριχόπτωση
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση της ψωρίασης, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
Μυοσκελετικές διαταραχές και διαταραχές του συνδετικού ιστούΌχι συχνέςΚράμπες στους μύες
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του στήθουςΣπάνιεςΑνικανότητα / σεξουαλική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και διαταραχές στο σημείο χορήγησηςΠολύ συχνέςΚούραση
ΣυχνέςΚρύα χέρια και πόδια
Όχι συχνέςΠροκάρδιος πόνος, οίδημα
ΈρευνεςΌχι συχνέςΑύξηση του βάρους
ΣπάνιεςΔιαταραχές στα τεστ της ηπατικής λειτουργίας, θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα (δεν σχετίζονται με SLE)

* Αυξημένη συχνότητα κατά 0,4% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε μια μελέτη 46.000 ασθενών με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, όπου η συχνότητα του καρδιογενούς σοκ ήταν 2,3% στην ομάδα μετοπρολόλης και 1,9% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου στο υποσύνολο ασθενών με χαμηλό δείκτη κινδύνου σοκ. Η αντίστοιχη διαφορά συχνότητας για ασθενείς στην κατηγορία I του Killip ήταν 0,7% (μετοπρολόλη 3,5% και εικονικό φάρμακο 2,8%). Ο δείκτης κινδύνου σοκ βασίστηκε στον απόλυτο κίνδυνο σοκ σε κάθε μεμονωμένο ασθενή που προήλθε από την ηλικία, το φύλο, τη χρονική καθυστέρηση, τη τάξη Killip, την αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό ρυθμό, την ανωμαλία του ΗΚΓ και το προηγούμενο ιστορικό υπέρτασης. Η ομάδα ασθενών με χαμηλό δείκτη κινδύνου σοκ αντιστοιχεί στους ασθενείς στους οποίους η μετοπρολόλη συνιστάται για χρήση σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν υπόταση, καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυκαρδία και βραδυαρρυθμία, διαταραχές στην καρδιακή αγωγιμότητα και βρογχόσπασμο.

Αντιμετώπιση Σε περίπτωση υπερδοσολογίας πρέπει να παρέχεται βοήθεια σε κάποια μονάδα που μπορεί να παράσχει τα κατάλληλα μέτρα υποστήριξης, παρακολούθησης και ελέγχου.

Η θεραπεία της βραδυκαρδίας και των διαταραχών αγωγιμότητας μπορεί να γίνει με ατροπίνη, αδρενεργικούς διεγέρτες ή βηματοδότη.

Η υπόταση, η οξεία καρδιακή ανεπάρκεια και το σοκ αντιμετωπίζονται με κατάλληλη διαστολή όγκου, ένεση γλυκαγόνης (αν είναι απαραίτητο, ακολουθείται από ενδοφλέβια έγχυση γλυκαγόνης), ενδοφλέβια χορήγηση αδρενεργικών διεγερτών όπως η δοβουταμίνη, με προσθήκη αγωνιστών του α1 υποδοχέα παρουσία αγγειοδιαστολής. Μπορεί να εξετασθεί και η πιθανή χρήση ενδοφλέβιου Ca2+.

Ο βρογχόσπασμος μπορεί συνήθως να ανατραπεί με βρογχοδιασταλτικά.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Β-αναστολείς, εκλεκτικός Κωδικός ATC: C07AB02 Μηχανισμός δράσης H μετοπρολόλη είναι ένας ανταγωνιστής β-αδρενοϋποδοχέα. Αναστέλλει κατά προτίμηση τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς (προσδίδοντας κάποια καρδιοεκλεκτικότητα), στερείται ενδογενούς συμπαθομιμητικής δράσης (μερική αγωνιστική δράση) και διαθέτει δράση αναστολής των β-αδρενεργικών υποδοχέων με ισχύ που μπορεί να συγκριθεί με αυτή της προπρανολόλης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Ένα σταθερό χαρακτηριστικό της χορήγησης μετοπρολόλης είναι η αρνητική χρονότροπη δράση στην καρδιά. Επομένως, με οξεία χορήγηση η καρδιακή παροχή και η συστολική αρτηριακή πίεση μειώνονται γρήγορα.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η πρόθεση προς θεραπεία μελέτη COMMIT περιλάμβανε 45.852 ασθενείς που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο μέσα σε 24 ώρες από την εμφάνιση συμπτωμάτων πιθανολογούμενου οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου με ανωμαλίες στο ΗΚΓ που υποστήριζαν τη διάγνωση (δηλ. ανύψωση ST, καταστολή ST ή αριστερός σκελικός αποκλεισμός). Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαία σε αυτούς που τους χορηγήθηκε μετοπρολόλη (μέχρι 15 mg ενδοφλέβια και μετά 200 mg από το στόμα) και σε αυτούς που τους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο και υποβλήθηκαν σε θεραπεία μέχρι την έξοδο τους ή μέχρι 4 εβδομάδες μέσα στο νοσοκομείο. Τα δύο πρωτογενή αποτελέσματα ήταν: (1) θάνατος, δεύτερο έμφραγμα ή καρδιακή ανακοπή, και (2) θάνατος από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια της περιόδου της προγραμματισμένης θεραπείας. Κανένα από τα δύο πρωτογενή αποτελέσματα δεν μειώθηκε σημαντικά με τη μετοπρολόλη. Ωστόσο, η θεραπεία με μετοπρολόλη συσχετίστηκε με δεύτερο έμφραγμα και κοιλιακή μαρμαρυγή σε λιγότερα άτομα αλλά και με ένα αυξημένο ρυθμό καρδιογενούς σοκ την πρώτη μέρα μετά την εισαγωγή. Υπήρχε ένας σημαντικός καθαρός κίνδυνος σε αιμοδυναμικά ασταθείς ασθενείς.

Υπήρχε ένα μέτριο καθαρό όφελος σε αυτούς που είχαν σταθεροποιηθεί, ιδιαίτερα μετά τις μέρες 0-1.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η απορρόφηση ολοκληρώνεται μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.

Κατανομή Η δέσμευση πρωτεϊνών του πλάσματος από τη μετοπρολόλη είναι μικρή, περίπου 5-10%. Η

μετοπρολόλη διασχίζει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και έχει ίσες συγκεντρώσεις στον πλακούντα, στη μητέρα και στο έμβρυο.

Βιομετασχηματισμός Η μετοπρολόλη υφίσταται οξειδωτικό μεταβολισμό στο ήπαρ κυρίως από το ισοένζυμο CYP2D6.

Αποβολή Η μετοπρολόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω του ηπατικού μεταβολισμού. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 3.5 ώρες (κυμαίνεται από 1-9 ώρες). Ο μεταβολικός ρυθμός ποικίλλει από άτομο σε άτομο, με τους κακούς μεταβολιστές (περίπου 10%) να εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και πιο αργή αποβολή από τους καλούς μεταβολιστές. Ανάμεσα στα άτομα, ωστόσο, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι σταθερές και αναπαραγώγιμες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Τα επίπεδα στο πλάσμα αυξάνονται γραμμικά σε σχέση με τη δόση.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν έχουν συμπεριληφθεί προκλινικές πληροφορίες γιατί το προφίλ ασφαλείας της τρυγικής μετοπρολόλης έχει καθιερωθεί μετά από πολλά χρόνια κλινικής χρήσης. Ανατρέξτε στην ενότητα 4.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο και Nερό για ενέσιμο διάλυμα

6.2 Ασυμβατότητες

Καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες συμβατότητας, το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3 Διάρκεια ζωής

Πριν το άνοιγμα: 2 χρόνια Το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το άνοιγμα.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Τύπος Ι, γυάλινη φύσιγγα των 5 ml Συσκευασία με 5 φύσιγγες.

6.5 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Μόνο για μία χρήση.

Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

FLEXMED TECHNOLOGIES & INNOVATIONS ΙΚΕ Σεμιτέλου 6, 11528 Αθήνα Τηλ: 2102203333

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3286801_SPC_3286801_1.pdf