Clinio Logo
Clinio
MIDAZOLAM-B-BRAUN › ΠΧΠ

MIDAZOLAM-B-BRAUN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 5 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Midazolam /B. Braun 1 mg/ml ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα για έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

1 ml διαλύματος περιέχει 1 mg μιδαζολάμης (ως υδροχλωρική μιδαζολάμη, 1,112 mg)

Κάθε φύσιγγα των 5 ml περιέχει 5 mg μιδαζολάμης (ως υδροχλωρική μιδαζολάμη, 5,56 mg)

Κάθε φιάλη των 50 ml περιέχει 50 mg μιδαζολάμης (ως υδροχλωρική μιδαζολάμη, 55,6 mg)

Κάθε φιάλη των 100 ml περιέχει 100 mg μιδαζολάμης (ως υδροχλωρική μιδαζολάμη, 111,2 mg)

Έκδοχo με γνωστή δράση: νάτριο 3,5 mg/ml Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα για έγχυση Διαυγές, άχρωμο, υδατικό διάλυμα pH: 2,9 έως 3,7

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Midazolam /B. Braun είναι ένα υπνωτικό φαρμακευτικό προϊόν βραχείας διάρκειας, το οποίο ενδείκνυται για:

Σε ενήλικες:

● Ενσυνείδητη καταστολή πριν και κατά τη διάρκεια διαγνωστικών ή θεραπευτικών διαδικασιών με ή χωρίς τοπική αναισθησία

● Γενική αναισθησία

– προνάρκωση πριν την εισαγωγή στη γενική αναισθησία

– εισαγωγή στη γενική αναισθησία

– ως κατασταλτικό συστατικό σε συνδυασμένη αναισθησία

σελίδα 2

● Καταστολή σε μονάδες εντατικής θεραπείας Σε παιδιά:

● Ενσυνείδητη καταστολή πριν και κατά τη διάρκεια διαγνωστικών και θεραπευτικών διαδικασιών με ή χωρίς τοπική αναισθησία

● Γενική αναισθησία

– για προνάρκωση πριν την εισαγωγή στη γενική αναισθησία

● Καταστολή σε μονάδες εντατικής θεραπείας

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Τυπική δοσολογία Η μιδαζολάμη είναι ένας ισχυρός κατασταλτικός παράγοντας που απαιτεί τιτλοδότηση και αργή χορήγηση. Η τιτλοδότηση συνιστάται επισταμένως για την επίτευξη του επιθυμητού επιπέδου καταστολής σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες, τη φυσική κατάσταση, την ηλικία και τη συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή. Σε ενήλικες άνω των 60 ετών, σε εξασθενημένους ή χρόνιους ασθενείς και σε παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση πρέπει να καθορίζεται με προσοχή, ενώ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικοί παράγοντες κινδύνου για κάθε ασθενή.

Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται οι τυπικές δοσολογίες. Πρόσθετες λεπτομέρειες παρέχονται στο κείμενο κάτω από τον πίνακα.

σελίδα 3 Πίνακας 1: Τυπικές δοσολογίες

ΈνδειξηΕνήλικες < 60 ετ.Ενήλικες ≥ 60 ετ. / εξασθενημένοι ή χρόνιοι ασθενείςΠαιδιά
Ενσυνείδητη καταστολήIV Αρχική δόση: 2 - 2,5 mg Δόσεις τιτλοδότησης: 1 mg Συνολική δόση: 3,5 - 7,5 mgIV Αρχική δόση: 0,5 - 1 mg Δόσεις τιτλοδότησης: 0,5 - mg Συνολική δόση: < 3,5 mgIV σε ασθενείς 6 μηνών – 5 ετών Αρχική δόση: 0,05 - 0,1 mg/kg Συνολική δόση: < 6 mg IV σε ασθενείς 6 - 12 ετών Αρχική δόση: 0,025 - 0,05 mg/kg Συνολική δόση: < 10 mg ορθικά σε ασθενείς > 6 μηνών 0,3 – 0,5 mg/kg IM σε ασθενείς 1 - 15 ετών 0,05 - 0,15 mg/kg
Προνάρκωση αναισθησίαςIV 1 - 2 mg επαναλαμβανόμενα IM 0,07 - 0,1 mg/kgIV Αρχική δόση: 0,5 mg Βραδεία προς τα πάνω τιτλοδότηση σύμφωνα με τις ανάγκες IM 0,025 - 0,05 mg/kgορθικά σε ασθενείς > 6 μηνών 0,3 - 0,5 mg/kg IM σε ασθενείς 1 - 15 ετών 0,08 - 0,2 mg/kg
Εισαγωγή στην αναισθησίαIV 0,15 - 0,2 mg/kg (0,3 - 0,35 mg/kg χωρίς προνάρκωση)IV 0,05 - 0,15 mg/kg (0,15 - 0,3 mg/kg χωρίς προνάρκωση)
Κατασταλτικό συστατικό σε συνδυασμένη αναισθησίαIV περιοδικές δόσεις των 0,03 - 0,1 mg/kg ή συνεχής έγχυση 0,03 - 0,1 mg/kg/hIV χαμηλότερες δόσεις από αυτές που συνιστούνται για τους ενήλικες < 60 ετών
Καταστολή σε ΜΕΘIV Δόση εφόδου: 0,03 - 0,3 mg/kg σε προσαυξήσεις του 1 - 2,5 mg Δόση συντήρησης: 0,03 - 0,2 mg/kg/hIV σε νεογέννητα βρέφη ≤ 32 εβδομάδων κύησης 0,03 mg/kg/h IV σε νεογέννητα βρέφη > 32 εβδομάδων και βρέφη έως 6 μηνών 0,06 mg/kg/h IV σε ασθενείς > 6 μηνών Δόση εφόδου: 0,05 - 0,2 mg/kg Δόση συντήρησης: 0,06 - 0,12 mg/kg/h

Δοσολογία ενσυνείδητης καταστολής Για την ενσυνείδητη καταστολή πριν από διαγνωστική ή χειρουργική επέμβαση, η μιδαζολάμη χορηγείται ενδοφλεβίως.

σελίδα 4 Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται και να τιτλοδοτείται, και δεν θα πρέπει να χορηγείται ως ταχεία ένεση ή ως εφάπαξ ένεση εφόδου (bolus).

Η έναρξη της καταστολής μπορεί να ποικίλει από ασθενή σε ασθενή, ανάλογα με την φυσική κατάσταση του ασθενούς και τις λεπτομερείς συνθήκες της δοσολόγησης (π.χ. ταχύτητα χορήγησης, ποσότητα δόσης).

Εάν είναι αναγκαίο, μπορούν να χορηγηθούν επιπλέον δόσεις σύμφωνα με τις εξατομικευμένες ανάγκες.

Η δράση ξεκινά περίπου 2 λεπτά μετά την ένεση. Το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται σε περίπου 5 έως 10 λεπτά.

Η ενδοφλέβια ένεση μιδαζολάμης πρέπει να γίνεται αργά με ρυθμό 1 mg ανά 30 δευτερόλεπτα περίπου.

Σε ενήλικες κάτω των 60 ετών, η αρχική δόση είναι 2 έως 2,5 mg χορηγούμενη 5 έως 10 λεπτά πριν την έναρξη της διαδικασίας. Επιπλέον δόσεις του 1 mg μπορούν να χορηγηθούν, σύμφωνα με τις ανάγκες.

Η μέση συνολική δόση έχει βρεθεί πως κυμαίνεται μεταξύ 3,5 και 7,5 mg. Συνήθως δεν απαιτείται συνολική δόση μεγαλύτερη από 5 mg.

Σε ενήλικες άνω των 60 ετών, εξασθενημένους ή χρόνιους ασθενείς ξεκινήστε χορηγώντας δόση 0,5 έως 1 mg 5 έως 10 λεπτά πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Επιπλέον δόσεις του 0,5 έως 1 mg μπορούν να χορηγηθούν, σύμφωνα με τις ανάγκες. Καθώς σε αυτούς τους ασθενείς η μέγιστη επίδραση μπορεί να επιτευχθεί λιγότερο γρήγορα, πρόσθετη μιδαζολάμη θα πρέπει να τιτλοδοτείται πολύ αργά και προσεκτικά. Συνήθως δεν απαιτείται συνολική δόση μεγαλύτερη από 3,5 mg.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ενδοφλέβια χορήγηση: Η μιδαζολάμη θα πρέπει να τιτλοδοτείται αργά έως το επιθυμητό κλινικό αποτέλεσμα. Η αρχική δόση μιδαζολάμης θα πρέπει να χορηγείται σε διάστημα 2 έως 3 λεπτών.

Θα πρέπει να περιμένετε για πρόσθετη χρονική περίοδο 2 έως 5 λεπτών για να αξιολογήσετε πλήρως το κατασταλτικό αποτέλεσμα προτού ξεκινήσετε μια διαδικασία ή επαναλάβετε μία δόση.

Εάν απαιτείται περαιτέρω καταστολή, συνεχίστε να τιτλοδοτείτε με μικρές προσαυξήσεις ώσπου να επιτευχθεί το ενδεδειγμένο επίπεδο καταστολής.

Βρέφη και παιδιά κάτω των 5 ετών ίσως χρειαστούν σημαντικά μεγαλύτερες δόσεις (mg/kg) απ’ ό,τι μεγαλύτερα παιδιά και έφηβοι.

● Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 μηνών: οι παιδιατρικοί ασθενείς κάτω των 6 μηνών είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην απόφραξη αεροφόρων οδών και την υπόπνοια. Για το λόγο αυτό δεν συνιστάται η χρήση στην ενσυνείδητη καταστολή για παιδιά ηλικίας κάτω των 6 μηνών.

● Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών: αρχική δόση 0,05 έως 0,1 mg/kg.

Ενδεχομένως να χρειαστεί συνολική δόση έως και 0,6 mg/kg για την επίτευξη του επιθυμητού τελικού σημείου. Η συνολική δόση δεν πρέπει ωστόσο να υπερβεί τα 6 mg. Η παρατεταμένη καταστολή και ο κίνδυνος υπόπνοιας μπορεί να σχετίζονται με τις υψηλότερες δόσεις.

● Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 έως 12 ετών: αρχική δόση 0,025 έως 0,05 mg/kg. Ίσως χρειαστεί συνολική δόση έως και 0,4 mg/kg με μέγιστο τα 10 mg. Η παρατεταμένη καταστολή και ο κίνδυνος υπόπνοιας μπορεί να σχετίζονται με τις υψηλότερες δόσεις.

σελίδα 5

● Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 12 έως 16 ετών: θα πρέπει να δοσολογούνται όπως οι ενήλικες.

Ορθική χορήγηση: Η συνολική δόση της μιδαζολάμης κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 0,3 και 0,5 mg/kg. Η ορθική χορήγηση του διαλύματος πραγματοποιείται με πλαστικό εξάρτημα χορήγησης που στερεώνεται στο άκρο της σύριγγας. Εάν ο προς χορήγηση όγκος είναι υπερβολικά μικρός, μπορεί να προστεθεί νερό έως το συνολικό όγκο των 10 ml. Η συνολική δόση θα πρέπει να χορηγείται εφάπαξ. Θα πρέπει να αποφεύγεται η επαναλαμβανόμενη ορθική χορήγηση. Δεν συνιστάται η χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 μηνών, διότι τα διαθέσιμα δεδομένα γι' αυτόν τον πληθυσμό είναι περιορισμένα.

Ενδομυική χορήγηση: Οι χρησιμοποιούμενες δόσεις κυμαίνονται μεταξύ 0,05 και 0,15 mg/kg.

Συνήθως δεν απαιτείται συνολική δόση μεγαλύτερη από 10,0 mg. Αυτή η οδός πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Θα πρέπει να προτιμάται η ορθική χορήγηση έναντι της ενδομυικής ένεσης καθώς αυτή η οδός χορήγησης είναι επώδυνη.

Σε παιδιά με σωματικό βάρος κάτω των 15 kg, δεν συνιστώνται διαλύματα μιδαζολάμης με συγκεντρώσεις άνω του 1 mg/ml. Υψηλότερες συγκεντρώσεις θα πρέπει να αραιώνονται σε 1 mg/ml.

Δοσολογία προνάρκωσης γενικής αναισθησίας Η προνάρκωση με μιδαζολάμη χορηγούμενη λίγο πριν από μία διαδικασία επιφέρει καταστολή (επαγωγή υπνηλίας και ανακούφιση από το άγχος), μυϊκή χάλαση και προδρομική αμνησία.

Η μιδαζολάμη μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε συνδυασμό με αντιχολινεργικά.

Για αυτήν την ένδειξη, η μιδαζολάμη θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς, βαθιά σε μεγάλη μυϊκή μάζα, 20 έως 60 λεπτά πριν από την εισαγωγή στην αναισθησία, ή κατά προτίμηση μέσω της ορθικής οδού σε παιδιά (βλ. παρακάτω).

Επιβάλλεται η ενδεδειγμένη παρακολούθηση του ασθενούς μετά τη χορήγηση προνάρκωσης, λόγω των διαφορών της ευαισθησίας από άτομο σε άτομο και του ενδεχομένου εμφάνισης συμπτωμάτων υπερδοσολογίας.

Για την προεγχειρητική καταστολή και την προώθηση αμνησίας των προεγχειρητικών συμβάντων, η συνιστώμενη δόση για ενήλικες με φυσική κατάσταση Ι και ΙΙ κατά ASA και ηλικία κάτω των 60 ετών, είναι 1 έως 2 mg ενδοφλεβίως επαναλαμβανόμενα σύμφωνα με τις ανάγκες, ή 0,07 έως 0,1 mg/kg χορηγούμενη ενδομυικώς.

Η δόση πρέπει να μειώνεται και να εξατομικεύεται όταν η μιδαζολάμη χορηγείται σε ενήλικες ηλικίας άνω των 60 ετών, εξασθενημένους ή χρόνιους ασθενείς. Η συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση είναι 0,5 mg και θα πρέπει να τιτλοδοτείται προς τα πάνω αργά σύμφωνα με τις ανάγκες. Η συνιστώμενη ενδομυική δόση είναι 0,025 έως 0,05 mg/kg, και η συνήθης δόση είναι 2 έως 3 mg. Σε περίπτωση συγχορήγησης αναισθητικών παραγόντων, η δόση της μιδαζολάμης θα πρέπει να μειωθεί.

σελίδα 6 Παιδιατρικός πληθυσμός Νεογνά και παιδιά ηλικίας έως 6 μηνών Η χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 μηνών δεν συνιστάται διότι τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα.

Παιδιά ηλικίας άνω των 6 μηνών Ορθική χορήγηση: Η συνολική δόση μιδαζολάμης, η οποία συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 0,3 και 0,5 mg/kg θα πρέπει να χορηγείται 15 έως 30 λεπτά πριν από την εισαγωγή στην αναισθησία.

Η ορθική χορήγηση του διαλύματος πραγματοποιείται με πλαστικό εξάρτημα χορήγησης που στερεώνεται στο άκρο της σύριγγας. Εάν ο προς χορήγηση όγκος είναι υπερβολικά μικρός, μπορεί να προστεθεί νερό έως το συνολικό όγκο των 10 ml.

Ενδομυική χορήγηση: Καθώς η ενδομυική ένεση είναι επώδυνη, η οδός αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Θα πρέπει να προτιμάται η ορθική χορήγηση.

Εντούτοις, δόση μιδαζολάμης σε εύρος μεταξύ 0,08 και 0,2 mg/kg, χορηγούμενη ενδομυικώς, έχει φανεί πως είναι αποτελεσματική και ασφαλής.

Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας μεταξύ 1 και 15 ετών απαιτούνται αναλογικά υψηλότερες δόσεις απ’ ό,τι σε ενήλικες σε σχέση με το σωματικό βάρος.

Σε παιδιατρικούς ασθενείς με σωματικό βάρος κάτω των 15 kg, δεν συνιστώνται διαλύματα μιδαζολάμης με συγκεντρώσεις άνω του 1 mg/ml. Υψηλότερες συγκεντρώσεις θα πρέπει να αραιώνονται σε 1 mg/ml.

Εισαγωγή στη γενική αναισθησία Εάν η μιδαζολάμη χρησιμοποιείται για την εισαγωγή στην αναισθησία πριν από τη χορήγηση άλλων αναισθητικών παραγόντων, η εξατομικευμένη απόκριση ποικίλλει. Η δόση θα πρέπει να τιτλοδοτείται έως το απαιτούμενο αποτέλεσμα σύμφωνα με την ηλικία και την κλινική κατάσταση του ασθενούς.

Όταν η μιδαζολάμη χρησιμοποιείται πριν ή σε συνδυασμό με άλλους ενδοφλέβιους ή εισπνεόμενους παράγοντες για την εισαγωγή στην αναισθησία, η αρχική δόση κάθε παράγοντα πρέπει να ελαττώνεται σημαντικά, ενίοτε σε ποσοστό έως και 25% της συνήθους αρχικής δόσης των επιμέρους παραγόντων.

Το επιθυμητό επίπεδο αναισθησίας επιτυγχάνεται με σταδιακή τιτλοδότηση. Η ενδοφλέβια δόση εισαγωγής της μιδαζολάμης θα πρέπει να χορηγείται αργά με προσαυξήσεις. Κάθε προσαύξηση που δεν υπερβαίνει τα 5 mg θα πρέπει να ενίεται σε διάστημα 20 έως 30 δευτερόλεπτων, με διαλείμματα 2 λεπτών ανάμεσα σε διαδοχικές προσαυξήσεις.

● Σε προναρκωμένους ενήλικες ηλικίας κάτω των 60 ετών, αρκεί συνήθως μία ενδοφλέβια δόση 0,15 έως 0,2 mg/kg.

● Σε μη προναρκωμένους ενήλικες κάτω των 60 ετών, η δόση μπορεί να είναι υψηλότερη (0,3 έως 0,35 mg/kg ενδοφλεβίως). Εάν απαιτείται για την ολοκλήρωση της εισαγωγής, μπορούν να χρησιμοποιηθούν προσαυξήσεις περίπου 25% της αρχικής δόσης του ασθενούς. Εναλλακτικά η εισαγωγή μπορεί να ολοκληρωθεί με εισπνεόμενα αναισθητικά. Σε ανθεκτικά περιστατικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνολική δόση εισαγωγής έως 0,6 mg/kg, αλλά οι μεγαλύτερες δόσεις μπορεί να παρατείνουν την ανάνηψη.

● Σε προναρκωμένους ενήλικες ηλικίας άνω των 60 ετών, εξασθενημένους ή χρόνιους ασθενείς, η δόση πρέπει να μειωθεί σημαντικά, π.χ. σε 0,05 έως 0,15 mg/kg χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα 20 έως 30 δευτερολέπτων αφήνοντας 2 λεπτά για να δράσει.

σελίδα 7

● Οι μη προναρκωμένοι ενήλικες ηλικίας άνω των 60 ετών χρειάζονται συνήθως περισσότερη μιδαζολάμη για την εισαγωγή. Συνιστάται αρχική δόση 0,15 έως 0,3 mg/kg. Οι μη προναρκωμένοι ασθενείς με βαριά συστηματική νόσο ή άλλη εξασθένιση χρειάζονται συνήθως λιγότερη μιδαζολάμη για την εισαγωγή. Συνήθως αρκεί μία αρχική δόση 0,15 έως 0,25 mg/kg.

Κατασταλτικό συστατικό σε συνδυασμένη αναισθησία Η μιδαζολάμη μπορεί να χορηγηθεί ως κατασταλτικό συστατικό σε συνδυασμένη αναισθησία είτε με επιπλέον περιοδικές, μικρές ενδοφλέβιες δόσεις (εύρος μεταξύ 0,03 και 0,1 mg/kg) είτε με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση μιδαζολάμης (εύρος μεταξύ 0,03 και 0,1 mg/kg/h) συνήθως σε συνδυασμό με αναλγητικά. Η δόση και τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων ποικίλλουν ανάλογα με την αντίδραση του εκάστοτε ασθενούς.

Σε ενήλικες 60 ετών και άνω, εξασθενημένους ή χρόνιους ασθενείς, απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης.

Καταστολή σε μονάδες εντατικής θεραπείας Το επιθυμητό επίπεδο καταστολής επιτυγχάνεται με σταδιακή τιτλοδότηση της μιδαζολάμης, ακολουθούμενης είτε από συνεχή έγχυση είτε από περιοδικές δόσεις εφόδου, σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες, τη φυσική κατάσταση, την ηλικία και τη συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή (βλ. παράγραφο 4.5).

Ενδοφλέβια δόση εφόδου: 0,03 έως 0,3 mg/kg θα πρέπει να χορηγούνται αργά σε προσαυξήσεις.

Κάθε προσαύξηση 1 έως 2,5 mg θα πρέπει να ενίεται σε διάστημα 20 έως 30 δευτερολέπτων, με διαλείμματα 2 λεπτών μεταξύ διαδοχικών προσαυξήσεων.

Σε ασθενείς με υπογκαιμία, αγγειοσύσπαση ή υποθερμία, η δόση εφόδου πρέπει να ελαττώνεται ή να παραλείπεται.

Όταν η μιδαζολάμη χορηγείται μαζί με ισχυρά αναλγητικά, τα αναλγητικά πρέπει να χορηγούνται πρώτα έτσι ώστε οι κατασταλτικές επιδράσεις της μιδαζολάμης να μπορούν να τιτλοδοτούνται με ασφάλεια επιπλέον της καταστολής που προκάλεσε το αναλγητικό.

Ενδοφλέβια δόση συντήρησης: Οι δόσεις μπορούν να κυμαίνονται μεταξύ 0,03 και 0,2 mg/kg/h.

Σε ασθενείς με υπογκαιμία, αγγειοσύσπαση ή υποθερμία, η δόση συντήρησης πρέπει να ελαττώνεται. Το επίπεδο καταστολής πρέπει να αξιολογείται τακτικά.

Στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης καταστολής, μπορεί να αναπτυχθεί ανοχή και η δόση ίσως χρειαστεί να αυξηθεί.

Παιδιά άνω των 6 μηνών Σε διασωληνωμένους και μηχανικά αεριζόμενους παιδιατρικούς ασθενείς, θα πρέπει να χορηγείται αργά ενδοφλεβίως δόση εφόδου 0,05 έως 0,2 mg/kg, σε διάστημα τουλάχιστον 2 έως 3 λεπτών για την επίτευξη του επιθυμητού κλινικού αποτελέσματος. Η μιδαζολάμη δεν πρέπει να χορηγείται ως ταχεία ενδοφλέβια δόση.

Η δόση εφόδου ακολουθείται από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση με ρυθμό 0,06 έως 0,12 mg/kg/h (1 έως 2 μικρογραμμάρια/kg/min). Ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να αυξηθεί ή να ελαττωθεί (γενικά κατά 25% του αρχικού ή ακόλουθου ρυθμού έγχυσης) όπως απαιτείται, ή μπορεί να χορηγηθούν συμπληρωματικές ενδοφλέβιες δόσεις μιδαζολάμης για την αύξηση ή διατήρηση του επιθυμητού αποτελέσματος.

σελίδα 8 Κατά την έναρξη έγχυσης με μιδαζολάμη σε αιμοδυναμικά κατεσταλμένους ασθενείς, η συνήθης δόση εφόδου θα πρέπει να τιτλοδοτείται σε μικρές προσαυξήσεις ενώ ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται ως προς αιμοδυναμική αστάθεια, π.χ. υπόταση. Οι συγκεκριμένοι ασθενείς είναι επίσης ευάλωτοι στις κατασταλτικές επιδράσεις της μιδαζολάμης στην αναπνοή και απαιτούν προσεκτική παρακολούθηση του ρυθμού αναπνοής και του κορεσμού οξυγόνου.

Νεογνά και παιδιά ηλικίας έως 6 μηνών Η μιδαζολάμη θα πρέπει να χορηγείται ως συνεχής ενδοφλέβια έγχυση, ξεκινώντας με 0,03 mg/kg/h (0,5 μικρογραμμάρια/kg/min) σε νεογνά με ηλικία κύησης ≤ 32 εβδομάδων ή 0,06 mg/kg/h (1 μικρογραμμάριο/kg/min) σε νεογνά με ηλικία κύησης > 32 εβδομάδων και παιδιά έως και 6 μηνών.

Οι ενδοφλέβιες δόσεις εφόδου δεν συνιστώνται σε πρόωρα βρέφη, νεογνά και παιδιά έως και 6 μηνών, αντίθετα η έγχυση μπορεί να ρέει ταχύτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών με σκοπό την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσμα.

Ο ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να επαναξιολογείται προσεκτικά και συχνά, ιδιαίτερα μετά τις πρώτες 24 ώρες, έτσι ώστε να χορηγείται η χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση και να μειώνεται η πιθανότητα συσσώρευσης του φαρμάκου.

Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση του ρυθμού αναπνοής και του κορεσμού οξυγόνου.

Σε πρόωρα βρέφη, νεογνά και παιδιά με σωματικό βάρος κάτω των 15 kg, δεν συνιστώνται διαλύματα μιδαζολάμης με συγκεντρώσεις άνω του 1 mg/ml. Υψηλότερες συγκεντρώσεις θα πρέπει να αραιώνονται στο 1 mg/ml.

Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς Ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας Σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, η μιδαζολάμη μπορεί να συνοδεύεται από πιο έντονη και παρατεταμένη καταστολή που ενδεχομένως περιλαμβάνει κλινικά σχετική αναπνευστική και καρδιαγγειακή καταστολή. Ως εκ τούτου, η μιδαζολάμη θα πρέπει να δοσολογείται προσεκτικά σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών και να τιτλοδοτείται για το επιθυμητό αποτέλεσμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Η έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας μειώνει την κάθαρση της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης με επακόλουθη αύξηση της τερματικής ημιζωής. Συνεπώς, οι κλινικές επιδράσεις ενδέχεται να είναι ισχυρότερες και παρατεταμένες. Η απαιτούμενη δόση μιδαζολάμης ενδέχεται να είναι μειωμένη και θα πρέπει να διασφαλίζεται η κατάλληλη παρακολούθηση των ζωτικών παραμέτρων (βλ.

παράγραφο 4.4).

4.3 Αντενδείξεις

– Υπερευαισθησία στη μιδαζολάμη, τις βενζοδιαζεπίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

– Ενσυνείδητη καταστολή σε ασθενείς με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια ή οξεία αναπνευστική καταστολή.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η μιδαζολάμη πρέπει να χορηγείται μόνο από έμπειρους γιατρούς σε περιβάλλον πλήρως εξοπλισμένο για την παρακολούθηση και την υποστήριξη της αναπνευστικής και καρδιαγγειακής λειτουργίας και από άτομα ειδικά εκπαιδευμένα στην αναγνώριση και διαχείριση των αναμενόμενων ανεπιθύμητων συμβάντων συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής και καρδιακής ανάνηψης.

σελίδα 9 Έχουν αναφερθεί σοβαρά καρδιοαναπνευστικά ανεπιθύμητα συμβάντα. Αυτά περιλάμβαναν αναπνευστική καταστολή, άπνοια, αναπνευστική ανακοπή και/ή καρδιακή ανακοπή. Τέτοια απειλητικά για τη ζωή συμβάντα είναι πιθανότερο να εμφανιστούν όταν η ένεση χορηγείται υπερβολικά γρήγορα ή όταν χορηγείται υψηλή δοσολογία (βλ. παράγραφο 4.8).

Οι βενζοδιαζεπίνες δεν συνιστώνται για την πρωτογενή θεραπεία ψυχωσικής νόσου.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για την ένδειξη της ενσυνείδητης καταστολής σε ασθενείς με μειωμένη αναπνευστική λειτουργία.

Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 μηνών είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε απόφραξη αεροφόρων οδών και υπόπνοια και επομένως επιβάλλεται η τιτλοδότηση με μικρές προσαυξήσεις έως το κλινικό αποτέλεσμα και προσεκτική παρακολούθηση του ρυθμού αναπνοής και του κορεσμού οξυγόνου.

Όταν η μιδαζολάμη χρησιμοποιείται για προνάρκωση, είναι υποχρεωτική η επαρκής παρακολούθηση του ασθενούς μετά τη χορήγηση, καθώς η ευαισθησία μεταξύ των ατόμων ποικίλλει και μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα υπερδοσολογίας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη χορήγηση μιδαζολάμης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου:

● ενήλικες άνω των 60 ετών

● χρόνιοι ασθενείς ή εξασθενημένοι ασθενείς, π.χ.

– ασθενείς με χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια,

– ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια,

– ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να επισπεύσουν ή να επιδεινώσουν την εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας),

– ασθενείς με έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας,

– παιδιατρικοί ασθενείς, ιδιαίτερα εκείνοι με καρδιαγγειακή αστάθεια.

Αυτοί οι ασθενείς υψηλού κινδύνου απαιτούν χαμηλότερες δοσολογίες (βλ. παράγραφο 4.2) και θα πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς για πρώιμα σημεία μεταβολής των ζωτικών λειτουργιών.

Όπως και με κάθε ουσία με ιδιότητες καταστολής του ΚΝΣ και/ή μυοχαλαρωτικές ιδιότητες, θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα κατά τη χορήγηση μιδαζολάμης σε ασθενή με βαριά μυασθένεια.

Ανοχή Έχει αναφερθεί μερική απώλεια της αποτελεσματικότητας όταν η μιδαζολάμη χρησιμοποιήθηκε για μακροπρόθεσμη καταστολή σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ).

Εξάρτηση Όταν η μιδαζολάμη χρησιμοποιείται για μακροπρόθεσμη καταστολή στη ΜΕΘ, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο ανάπτυξης φυσικής εξάρτησης από τη μιδαζολάμη. Ο κίνδυνος εξάρτησης αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας, είναι επίσης μεγαλύτερος σε ασθενείς με ιατρικό ιστορικό κατάχρησης οινοπνευματωδών και/ή ναρκωτικών ουσιών (βλ.

παράγραφο 4.8).

Συμπτώματα στέρησης Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης αγωγής με μιδαζολάμη στη ΜΕΘ, μπορεί να αναπτυχθεί φυσική εξάρτηση. Επομένως, ο απότομος τερματισμός της αγωγής θα συνοδευτεί από συμπτώματα στέρησης. Μπορούν να εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: κεφαλαλγίες, διάρροια, μυαλγίες, υπερβολικό άγχος, ένταση, ανησυχία, σύγχυση, ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου, μεταβολές της διάθεσης, παραισθήσεις και σπασμοί. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν τα ακόλουθα συμπτώματα: αποπροσωποποίηση, μούδιασμα και μυρμηκίαση των άκρων, υπερευαισθησία στο φως, τον θόρυβο και τη σωματική επαφή.

Καθώς ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων στέρησης είναι μεγαλύτερος μετά από απότομη διακοπή της αγωγής, συνιστάται η σταδιακή ελάττωση των δόσεων.

σελίδα 10 Αμνησία Προδρομική αμνησία μπορεί να εμφανιστεί με θεραπευτικές δόσεις (αυτή η επίδραση είναι συχνά ιδιαίτερα επιθυμητή σε καταστάσεις όπως πριν και κατά τη διάρκεια χειρουργικών και διαγνωστικών διαδικασιών), η διάρκεια της οποίας σχετίζεται άμεσα με τη χορηγηθείσα δόση, με τον κίνδυνο να αυξάνεται σε υψηλότερες δοσολογίες.

Η παρατεταμένη αμνησία μπορεί να επιφέρει προβλήματα σε εξωτερικούς ασθενείς, οι οποίοι έχουν προγραμματιστεί για έξοδο από το νοσοκομείο μετά την επέμβαση.

Μετά από παρεντερική χορήγηση μιδαζολάμης, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν εξιτήριο από το νοσοκομείο ή το ιατρείο μόνο εφόσον συνοδεύονται.

Παράδοξες αντιδράσεις Παράδοξες αντιδράσεις όπως ανησυχία, ταραχή, ευερεθιστότητα, ακούσιες κινήσεις (συμπεριλαμβανομένων τονικών/κλονικών σπασμών και μυϊκού τρόμου), υπερκινητικότητα, εχθρότητα, ψευδαίσθηση, θυμός, επιθετικότητα, άγχος, εφιάλτες, παραισθήσεις, ψυχώσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά και άλλες συμπεριφορικές ανεπιθύμητες ενέργειες, παροξυσμικός ενθουσιασμός και επίθεση έχουν αναφερθεί μαζί με τη μιδαζολάμη. Αυτές οι αντιδράσεις μπορούν να συμβούν με υψηλές δόσεις και/ή όταν η ένεση χορηγείται ταχέως. Η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης αυτών των αντιδράσεων έχει αναφερθεί σε παιδιά και ηλικιωμένους. Σε περίπτωση αυτών των αντιδράσεων, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του φαρμάκου.

Υπνική άπνοια Η μιδαζολάμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με σύνδρομο υπνικής άπνοιας και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.

Μεταβαλλόμενη αποβολή της μιδαζολάμης Η αποβολή της μιδαζολάμης μπορεί να μεταβληθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ουσίες που αναστέλλουν ή επάγουν το CYP3A4 και η δόση της μιδαζολάμης ενδέχεται να χρειάζεται να προσαρμοστεί ανάλογα (βλ. παράγραφο 4.5).

Η αποβολή της μιδαζολάμης μπορεί επίσης να είναι καθυστερημένη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, χαμηλή καρδιακή παροχή και σε νεογνά (βλ. παράγραφο 5.2).

Πρόωρα βρέφη και νεογνά Λόγω αυξημένου κινδύνου άπνοιας, συνιστάται εξαιρετική προσοχή κατά την καταστολή πρόωρων και πρώην πρόωρων μη διασωληνωμένων ασθενών. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση του ρυθμού αναπνοής και του κορεσμού οξυγόνου. Η ταχεία ένεση θα πρέπει να αποφεύγεται στον πληθυσμό των νεογνών. Τα νεογνά έχουν μειωμένη και/ή ανώριμη λειτουργία οργάνων και είναι επίσης ευάλωτα στις εκσεσημασμένες και/ή παρατεταμένες επιδράσεις της μιδαζολάμης στην αναπνοή. Έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητα αιμοδυναμικά συμβάντα σε παιδιατρικούς ασθενείς με καρδιαγγειακή αστάθεια, η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται σε αυτόν τον πληθυσμό.

Παιδιατρικοί ασθενείς κάτω των 6 μηνών Σε αυτόν τον πληθυσμό, η μιδαζολάμη ενδείκνυται για καταστολή μόνο στη ΜΕΘ. Οι παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 μηνών είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε απόφραξη των αεραγωγών και υποαερισμό, επομένως η δόση πρέπει να τιτλοδοτείται προς τα πάνω με μικρές προσαυξήσεις ανάλογα με το κλινικό αποτέλεσμα και απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση του αναπνευστικού ρυθμού και του κορεσμού οξυγόνου (βλ. επίσης παράγραφο «Πρόωρα βρέφη και νεογνά»

παραπάνω).

Ταυτόχρονη χρήση οινοπνευματωδών / κατασταλτικών του ΚΝΣ Η ταυτόχρονη χρήση της μιδαζολάμης με οινοπνευματώδη ή/και κατασταλτικά του ΚΝΣ θα πρέπει να αποφεύγεται. Μια τέτοια ταυτόχρονη χρήση έχει τη δυνατότητα να αυξήσει τις κλινικές επιδράσεις της μιδαζολάμης, συμπεριλαμβανομένης δυνητικά της σοβαρής καταστολής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κώμα ή θάνατο, ή της κλινικά σχετικής αναπνευστικής καταστολής (βλ.

παράγραφο 4.5).

σελίδα 11 Ιατρικό ιστορικό κατάχρησης οινοπνευματωδών ή ναρκωτικών Η μιδαζολάμη όπως και άλλες βενζοδιαζεπίνες θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με ιατρικό ιστορικό κατάχρησης οινοπνευματωδών ή ναρκωτικών.

Κριτήρια εξιτηρίου Μετά τη λήψη μιδαζολάμης, οι ασθενείς θα πρέπει να παίρνουν εξιτήριο από το νοσοκομείο ή το ιατρείο μόνο όταν συνιστάται από τον θεράποντα ιατρό και εφόσον συνοδεύονται από συνοδό.

Συνιστάται να συνοδεύεται ο ασθενής κατά την επιστροφή του στο σπίτι μετά το εξιτήριο.

Ειδικές προειδοποιήσεις/προφυλάξεις σχετικά με τα έκδοχα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 17,63 mg νατρίου ανά φύσιγγα των 5 ml, που ισοδυναμεί με 0,88% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 176,33 mg νατρίου ανά φιάλη των 50 ml, που ισοδυναμεί με 8,81% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 352,65 mg νατρίου ανά φιάλη των 100 ml, που ισοδυναμεί με 17,63% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Η μέγιστη ημερήσια δόση αυτού του προϊόντος ισοδυναμεί με 69% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης για το νάτριο.

Το Midazolam /B. Braun 1 mg/ml θεωρείται ότι έχει υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη για άτομα σε διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα νατρίου.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η μιδαζολάμη μεταβολίζεται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4 και CYP3A5).

Οι αναστολείς και οι επαγωγείς του CYP3A έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν και να μειώσουν αντίστοιχα τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα και, ακολούθως, τις επιδράσεις της μιδαζολάμης, απαιτώντας έτσι ανάλογες προσαρμογές της δόσης.

Οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με αναστολείς ή επαγωγείς του CYP3A4 είναι πιο έντονες για την από του στόματος σε σύγκριση με την ενδοφλέβια μιδαζολάμη, ιδίως επειδή το CYP3A4 υπάρχει επίσης στον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, για την από του στόματος οδό, τόσο η συστηματική κάθαρση όσο και η διαθεσιμότητα θα μεταβληθούν, ενώ για την παρεντερική οδό, μόνο η μεταβολή της συστηματικής κάθαρσης καθίσταται αποτελεσματική.

Μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλεβίως χορηγούμενης μιδαζολάμης, η συνέπεια στο μέγιστο κλινικό αποτέλεσμα λόγω της αναστολής του CYP3A4 θα είναι μικρή ενώ η διάρκεια του αποτελέσματος ενδέχεται να είναι παρατεταμένη. Ωστόσο, μετά από παρατεταμένη χορήγηση μιδαζολάμης, τόσο το μέγεθος όσο και η διάρκεια του αποτελέσματος θα είναι αυξημένα υπό την παρουσία αναστολής του CYP3A4.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες μελέτες σχετικά με την τροποποίηση του CYP3A4 στη φαρμακοκινητική της μιδαζολάμης μετά από ορθική και ενδομυική χορήγηση. Αναμένεται ότι αυτές οι αλληλεπιδράσεις θα είναι λιγότερο έντονες για την ορθική οδό από ό,τι για την από του στόματος οδό διότι το γαστρεντερικό σύστημα παρακάμπτεται ενώ, μετά από ενδομυική χορήγηση, οι επιδράσεις της τροποποίησης του CYP3A4 δεν αναμένεται να διαφέρουν σημαντικά από εκείνες που παρατηρούνται με την ενδοφλεβίως χορηγούμενη μιδαζολάμη.

Συνιστάται επομένως στενή παρακολούθηση των κλινικών επιδράσεων και των ζωτικών παραμέτρων κατά τη διάρκεια της χρήσης της μιδαζολάμης και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι μπορεί να είναι πιο έντονες και παρατεταμένες μετά τη συγχορήγηση ενός αναστολέα του CYP3A4, ακόμη και μετά από εφάπαξ δόση. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η χορήγηση υψηλών δόσεων ή μακροχρόνιων εγχύσεων μιδαζολάμης σε ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 μπορεί να οδηγήσει σε μακράς διάρκειας υπνωτικές επιδράσεις, καθυστερημένη ανάκαμψη και αναπνευστική καταστολή, απαιτώντας έτσι προσαρμογές της δόσης.

σελίδα 12 Όσον αφορά την εισαγωγή, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η διεργασία εισαγωγής χρειάζεται αρκετές ημέρες για να φθάσει στη μέγιστη επίδραση και επίσης αρκετές ημέρες για να εξαφανιστεί.

Σε αντίθεση με μια θεραπεία αρκετών ημερών με έναν επαγωγέα, μια βραχυπρόθεσμη θεραπεία αναμένεται να οδηγήσει σε λιγότερο εμφανείς αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων με τη μιδαζολάμη. Ωστόσο, για τους ισχυρούς επαγωγείς, δεν μπορεί να αποκλειστεί σχετική εισαγωγή ακόμη και μετά από βραχυπρόθεσμη θεραπεία.

Δεν είναι γνωστή αλλαγή της φαρμακοκινητικής άλλων φαρμάκων από τη μιδαζολάμη.

Πίνακας 2: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ μιδαζολάμης και φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν το CYP3A

Φαρμακευτικό προϊόνΑλληλεπίδραση με ενδοφλέβια μιδαζολάμηα
Αντιμυκητιασικά αζολώνβ
Κετοκοναζόλη, βορικοναζόληΗ κετοκοναζόλη και η βορικοναζόλη αύξησαν τις συγκεντρώσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 5 φορές και 3-4 φορές αντίστοιχα, ενώ η τερματική ημιζωή αυξήθηκε κατά περίπου 3 φορές. Εάν η παρεντερική μιδαζολάμη συγχορηγείται με αυτούς τους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A, θα πρέπει να γίνεται σε ΜΕΘ ή παρόμοιο περιβάλλον που εξασφαλίζει στενή κλινική παρακολούθηση και κατάλληλη ιατρική διαχείριση σε περίπτωση αναπνευστικής καταστολής ή/και παρατεταμένης καταστολής. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κλιμακωτής δοσολόγησης και προσαρμογής της δοσολογίας, ιδιαίτερα εάν χορηγούνται περισσότερες από μία ενδοφλέβιες δόσεις μιδαζολάμης. Η ίδια σύσταση μπορεί να ισχύει και για άλλα αντιμυκητιασικά αζολών, δεδομένου ότι έχουν αναφερθεί αυξημένες κατασταλτικές επιδράσεις της ενδοφλεβίως χορηγούμενης μιδαζολάμης, αν και μικρότερες.
Φλουκοναζόλη, ιτρακοναζόληΗ φλουκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη αύξησαν και οι δύο τις συγκεντρώσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 2-3 φορές, σε συσχέτιση με αύξηση της τερματικής ημιζωής κατά 2,4 φορές για την ιτρακοναζόλη και κατά 1,5 φορές για τη φλουκοναζόλη.
ΠοσακοναζόληΗ ποσακοναζόλη αύξησε τις συγκεντρώσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 2 φορές.
Μακρολιδικά αντιβιοτικά
ΕρυθρομυκίνηΗ ερυθρομυκίνη οδήγησε σε αύξηση των συγκεντρώσεων της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 1,6-2 φορές, σε συσχέτιση με αύξηση του τελικού χρόνου ημιζωής της μιδαζολάμης κατά 1,5-1,8 φορές.
ΚλαριθρομυκίνηΗ κλαριθρομυκίνη αύξησε τις συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης στο πλάσμα έως και 2,5 φορές σε συσχέτιση με αύξηση της τερματικής ημιζωής κατά 1,5-2 φορές.
Τελιθρομικίνη, Ροξιθρομυκίνη,Πληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η τελιθρομυκίνη αύξησε τα επίπεδα της από του στόματος χορηγούμενης μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 6 φορές. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη ροξιθρομυκίνη με ενδοφλεβίως χορηγούμενη μιδαζολάμη, η ήπια επίδραση στην τερματική ημιζωή του από του στόματος δισκίου μιδαζολάμης, που αυξάνεται κατά 30%, υποδηλώνει ότι οι επιδράσεις της ροξιθρομυκίνης στην ενδοφλέβια μιδαζολάμη μπορεί να είναι μικρές.

σελίδα 13

Ενδοφλέβια αναισθητικά
ΠροποφόληΗ ενδοφλέβια προποφόλη αύξησε το AUC και τον χρόνο ημιζωής της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης κατά 1,6 φορές.
Αναστολείς πρωτεάσηςγ
Σακουιναβίρη και άλλοι αναστολείς πρωτεάσης του HIV (ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας)Η συγχορήγηση με αναστολείς πρωτεάσης μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση της συγκέντρωσης της μιδαζολάμης. Κατά τη συγχορήγηση με λοπιναβίρη ενισχυμένη με ριτοναβίρη, οι συγκεντρώσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά 5,4 φορές, σε συσχέτιση με παρόμοια αύξηση της τερματικής ημιζωής. Εάν η παρεντερική μιδαζολάμη συγχορηγείται με αναστολείς της HIV πρωτεάσης, θα πρέπει να ακολουθούνται οι συμβουλές που δίνονται παραπάνω για τα αντιμυκητιασικά αζολών, την κετοκοναζόλη και τη βορικοναζόλη.
Αναστολείς πρωτεάσης του ιού της ηπατίτιδας C (HCV)Η μποσεπρεβίρη και η τελαπρεβίρη μειώνουν την κάθαρση της μιδαζολάμης. Η επίδραση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του AUC της μιδαζολάμης κατά 3,4 φορές μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και παρέτεινε τον χρόνο ημιζωής αποβολής της κατά 4 φορές.
Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου
ΔιλτιαζέμηΜία εφάπαξ δόση διλτιαζέμης που χορηγήθηκε σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε αορτοστεφανιαία παράκαμψη αύξησε τις συγκεντρώσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 25% και η τερματική ημιζωή παρατάθηκε κατά 43%. Αυτό ήταν μικρότερο από την 4-πλάσια αύξηση που παρατηρήθηκε μετά την από του στόματος χορήγηση μιδαζολάμης.
ΒεραπαμίληΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η βεραπαμίλη αύξησε τις συγκεντρώσεις της από του στόματος μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 3 φορές. Η τερματική ημιζωή της μιδαζολάμης αυξήθηκε κατά 41%.
Διάφορα φάρμακα/βότανα
ΑτορβαστατίνηΗ ατορβαστατίνη είχε ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 1,4 φορές στις συγκεντρώσεις της ενδοφλεβίως χορηγούμενης μιδαζολάμης στο πλάσμα σε σύγκριση με την ομάδα μαρτύρων.
ΦαιντανύληΗ ενδοφλέβια φαιντανύλη είναι ασθενής αναστολέας της αποβολής της μιδαζολάμης: Το AUC και ο χρόνος ημιζωής της ενδοφλεβίως χορηγούμενης μιδαζολάμης αυξήθηκαν κατά 1,5 φορές παρουσία φαιντανύλης.
ΝεφαζοδόνηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η νεφαζοδόνη αύξησε τις συγκεντρώσεις της από του στόματος μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά 4,6 φορές με αύξηση της τερματικής ημιζωής της κατά 1,6 φορές.
ΑπρεπιτάντηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η απρεπιτάντη σε δόσεις 80 mg/ημέρα και άνω αύξησε δοσοεξαρτώμενα τις συγκεντρώσεις της από του στόματος μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 3,3 φορές και αύξησε την τερματική ημιζωή κατά περίπου 2 φορές.
Αναστολείς της τυροσινικής κινάσηςΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης έχει δειχθεί ότι είναι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 in vitro (ιματινίμπη, λαπατινίμπη) ή in vivo (ιδελαλισίμπη). Μετά τη συγχορήγηση της ιδελαλισίμπης, η έκθεση της από του στόματος μιδαζολάμης αυξήθηκε κατά μέσο όρο 5,4 φορές.
Ανταγωνιστές των υποδοχέων NK1Πληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Οι ανταγωνιστές των υποδοχέων NK1 (απρεπιτάντη, νετουπιτάντη, κασοπρεπιτάντη) αύξησαν δοσοεξαρτώμενα τις συγκεντρώσεις της από του στόματος μιδαζολάμης στο πλάσμα έως και περίπου 2,5-3,5 φορές και αύξησαν την τερματική ημιζωή κατά περίπου 1,5-2 φορές.

σελίδα 14 Άλλα Πληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Για έναν αριθμό φαρμάκων ή φυτικών φαρμάκων, παρατηρήθηκε ασθενής αλληλεπίδραση με την αποβολή της μιδαζολάμης με ταυτόχρονες αλλαγές στην έκθεσή της (< 2 φορές αλλαγή στο AUC)

(εβερόλιμους, κυκλοσπορίνη, σιμεπρεβίρη, προπιβερίνη). Αυτές οι ασθενείς αλληλεπιδράσεις αναμένεται να αμβλυνθούν περαιτέρω μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.

α Για ορισμένες αλληλεπιδράσεις, παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες για τη χρήση της από του στόματος μιδαζολάμης. Οι αλληλεπιδράσεις με τους αναστολείς του CYP3A είναι πιο έντονες για την από του στόματος σε σύγκριση με την ενδοφλέβια μιδαζολάμη. Το Midazolam /B. Braun δεν ενδείκνυται για χορήγηση από το στόμα.

β Εάν η μιδαζολάμη χορηγείται από του στόματος μαζί με ένα αντιμυκητιασικό αζόλης (ιδίως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη ή βορικοναζόλη), η έκθεσή της θα είναι δραστικά υψηλότερη σε σύγκριση με την ενδοφλέβια χορήγηση.

γ Με βάση τα δεδομένα για άλλους αναστολείς του CYP3A4, οι συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης στο πλάσμα αναμένεται να είναι σημαντικά υψηλότερες όταν η μιδαζολάμη χορηγείται από του στόματος. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς πρωτεάσης δεν πρέπει να συγχορηγούνται με από του στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη.

Πίνακας 3: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ μιδαζολάμης και φαρμακευτικών προϊόντων που επάγουν το CYP3A

Φαρμακευτικό προϊόνΑλληλεπίδραση με ενδοφλέβια μιδαζολάμηα
ΡιφαμπικίνηΗ ριφαμπικίνη μείωσε τις συγκεντρώσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 60% μετά από 7 ημέρες ριφαμπικίνης 600 mg/ημέρα. Η τερματική ημιζωή μειώθηκε κατά περίπου 50-60%. Πληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η ριφαμπικίνη μείωσε τις συγκεντρώσεις της από του στόματος μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 96% σε υγιή άτομα και οι ψυχοκινητικές επιδράσεις της απωλέσθηκαν σχεδόν τελείως.
Καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Επαναλαμβανόμενες δόσεις καρβαμαζεπίνης ή φαινυτοΐνης είχαν ως αποτέλεσμα μείωση των συγκεντρώσεων της από του στόματος μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά έως και 90% και μείωση της τερματικής ημιζωής κατά 60%.
Μιτοτάνη ενζαλουταμίδηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η πολύ ισχυρή επαγωγή του CYP3A4 που παρατηρήθηκε μετά από μιτοτάνη ή ενζαλουταμίδη είχε ως αποτέλεσμα μια βαθιά και μακροχρόνια μείωση των επιπέδων της μιδαζολάμης σε ασθενείς με καρκίνο. Το AUC της από του στόματος χορηγούμενης μιδαζολάμης μειώθηκε στο 5% και 14% των φυσιολογικών τιμών αντίστοιχα.
ΤικαγρελόρηΗ τικαγρελόρη είναι ασθενής επαγωγέας του CYP3A και έχει μόνο μικρές επιδράσεις στις εκθέσεις της ενδοφλεβίως χορηγούμενης μιδαζολάμης (-12%) και της 4-υδροξυμιδαζολάμης (-23%).
Κλοβαζάμη, εφαβιρένζηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η κλοβαζάμη και η εφαβιρένζη είναι ασθενείς επαγωγείς του μεταβολισμού της μιδαζολάμης και μειώνουν το AUC της μητρικής ένωσης κατά περίπου 30%. Προκύπτει αύξηση κατά 4-5 φορές του λόγου του ενεργού μεταβολίτη (1'-υδροξυμιδαζολάμη) προς τη μητρική ένωση, αλλά η κλινική σημαντικότητα αυτού του ευρήματος είναι άγνωστη.

σελίδα 15

ΒεμουραφενίμπηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η βεμουραφενίμπη διαμορφώνει τα ισοένζυμα CYP και επάγει ήπια το CYP3A4: Η χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων είχε ως αποτέλεσμα μια μέση μείωση της έκθεσης της από του στόματος μιδαζολάμης κατά 39% (έως και 80% σε μεμονωμένα άτομα).
Βότανα και τροφή
ΒαλσαμόχορτοΤο βαλσαμόχορτο μείωσε τις συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης στο πλάσμα κατά περίπου 20-40% σε συνδυασμό με μείωση της τερματικής ημιζωής κατά περίπου 15-17%. Ανάλογα με το συγκεκριμένο εκχύλισμα βαλσαμόχορτου, η επαγωγική επίδραση στο CYP3A4 μπορεί να ποικίλλει.
ΚουερσετίνηΠληροφορίες από την από του στόματος μιδαζολάμη Η κουερσετίνη (που περιέχεται επίσης στο ginkgo biloba) και το panax ginseng έχουν και τα δύο ασθενείς ενζυμικές επαγωγικές επιδράσεις και μείωσαν την έκθεση στη μιδαζολάμη μετά την από του στόματος χορήγησή της κατά περίπου 20-30%.
Οξεία εκτόπιση από τις πρωτεΐνες σύνδεσης
Βαλπροϊκό οξύΔεν μπορεί να αποκλειστεί η αύξηση των συγκεντρώσεων ελεύθερης μιδαζολάμης λόγω εκτόπισης από τις θέσεις σύνδεσης με πρωτεΐνες του πλάσματος από το βαλπροϊκό οξύ. Η κλινική σχετικότητα μιας τέτοιας αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.

α Για ορισμένες αλληλεπιδράσεις, παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες για τη χρήση της από του στόματος μιδαζολάμης. Οι αλληλεπιδράσεις με τους επαγωγείς του CYP3A είναι πιο έντονες για την από του στόματος σε σύγκριση με την ενδοφλέβια μιδαζολάμη. Το Midazolam /B. Braun δεν ενδείκνυται για χορήγηση από το στόμα.

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων (DDI)

Η συγχορήγηση της μιδαζολάμης με άλλους ηρεμιστικούς/υπνωτικούς παράγοντες και κατασταλτικά του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευματωδών, είναι πιθανό να οδηγήσει σε ενισχυμένη καταστολή και καρδιοαναπνευστική καταστολή.

Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τα οπιοειδή παράγωγα (είτε χρησιμοποιούνται ως αναλγητικά, αντιβηχικά ή ως θεραπεία υποκατάστασης), τα αντιψυχωσικά, άλλες βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούμενες ως αγχολυτικά ή υπνωτικά, τα βαρβιτουρικά, την προποφόλη, την κεταμίνη, την ετομιδάτη, τα ηρεμιστικά αντικαταθλιπτικά, τα μη πρόσφατα H1-αντιισταμινικά και τα αντιυπερτασικά φάρμακα με κεντρική δράση.

Η αλκοόλη μπορεί να ενισχύσει έντονα το κατασταλτικό αποτέλεσμα της μιδαζολάμης. Η πρόσληψη αλκοόλης θα πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά σε περίπτωση χορήγησης μιδαζολάμης.

Η μιδαζολάμη μειώνει την ελάχιστη κυψελιδική συγκέντρωση (MAC) εισπνεόμενων αναισθητικών.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Είναι ανεπαρκή τα δεδομένα σχετικά με τη μιδαζολάμη για την αξιολόγηση της ασφάλειάς της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν τερατογόνο δράση, αλλά παρατηρήθηκε εμβρυοτοξικότητα όπως και με άλλες βενζοδιαζεπίνες.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από κυήσεις με έκθεση κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων τριμήνων. Θεωρείται ότι η χρήση βενζοδιαζεπινών κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών.

σελίδα 16 Η χορήγηση υψηλών δόσεων της μιδαζολάμης κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, κατά τον τοκετό ή όταν χρησιμοποιείται ως παράγοντας εισαγωγής στην αναισθησία για καισαρική τομή, έχει αναφερθεί πως προκαλεί ανεπιθύμητα συμβάντα στη μητέρα και στο έμβρυο (κίνδυνος εισρόφησης στη μητέρα, ανωμαλίες του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού, υποτονία, εξασθένιση της ικανότητας θηλασμού, υποθερμία και αναπνευστική καταστολή στο νεογνό).

Επιπλέον, βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που λάμβαναν χρόνια βενζοδιαζεπίνες κατά τα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης μπορούν να έχουν αναπτύξει φυσική εξάρτηση και ενδεχομένως διατρέχουν κάποιον κίνδυνο εκδήλωσης συμπτωμάτων στέρησης στη μεταγεννητική περίοδο.

Ως εκ τούτου, η μιδαζολάμη μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν είναι απολύτως απαραίτητο αλλά είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της για καισαρική.

Ο κίνδυνος για το νεογνό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση χορήγησης της μιδαζολάμης για οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση κοντά στην ημερομηνία τοκετού.

Θηλασμός Η μιδαζολάμη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Οι θηλάζουσες μητέρες θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να διακόπτουν το θηλασμό για 24 ώρες μετά από τη χορήγηση μιδαζολάμης.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η καταστολή, η αμνησία, η μειωμένη προσοχή και η μειωμένη μυϊκή λειτουργία μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.

Πριν από τη χορήγηση μιδαζολάμης, ο ασθενής θα πρέπει να προειδοποιείται να μην οδηγήσει όχημα και να μη χειριστεί μηχάνημα ώσπου να συνέλθει πλήρως. Ο ιατρός θα πρέπει να αποφασίσει πότε μπορούν να ξαναρχίσουν αυτές οι δραστηριότητες.

Συνιστάται η συνοδεία του ασθενούς για την επιστροφή του στην οικία μετά την έξοδο από το νοσοκομείο.

Σε περίπτωση ανεπαρκούς ύπνου ή κατανάλωσης οινοπνευματωδών, αυξάνεται η πιθανότητα μειωμένης εγρήγορσης.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητά τους με χρήση της ακόλουθης συνθήκης:

Πολύ συχνές (≥1/10)

Συχνές (≥1/100 έως (<1/10)

Όχι συχνές (≥1/1.000 έως (<1/100)

Σπάνιες (≥1/10.000 έως (<1/1.000)

Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

σελίδα 17 Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί (συχνότητα μη γνωστή, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) κατά την ένεση μιδαζολάμης:

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία, αγγειοοίδημα, αναφυλακτικό σοκ Ψυχιατρικές διαταραχές Κατάσταση σύγχυσης, αποπροσανατολισμός, συναισθηματικές διαταραχές και διαταραχές της διάθεσης, αλλαγές στη λίμπιντο Ανησυχία*, εχθρότητα*, οργή*, επιθετικότητα*, ενθουσιασμός* Φυσική εξάρτηση από το φάρμακο και στερητικό σύνδρομο, κατάχρηση Διαταραχές του νευρικού συστήματος Καταστολή (παρατεταμένη και μετεγχειρητική), εγρήγορση μειωμένη, υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, αταξία, προδρομική αμνησία, η διάρκεια της οποίας σχετίζεται άμεσα με τη χορηγημένη δόση. Η προδρομική αμνησία μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει αναφερθεί παρατεταμένη αμνησία (βλ. παράγραφο 4.4).

Σπασμοί έχουν αναφερθεί συχνότερα σε πρόωρα βρέφη και νεογνά.

Σπασμοί στέρησης φαρμάκου.

Ακούσιες κινήσεις (συμπεριλαμβανομένων τονικών/κλονικών κινήσεων και μυϊκού τρόμου)*, υπερκινητικότητα*.

Καρδιακές διαταραχές Καρδιακή ανακοπή, βραδυκαρδία, σύνδρομο Κούνη** Αγγειακές διαταραχές Υπόταση, αγγειοδιαστολή, θρομβοφλεβίτιδα, θρόμβωση Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Αναπνευστική καταστολή, άπνοια, αναπνευστική ανακοπή, δύσπνοια, λαρυγγόσπασμος, λόξυγκας Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση, ερύθημα και πόνος στη θέση της ένεσης

σελίδα 18 Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Πτώσεις, κατάγματα. Ο κίνδυνος πτώσεων και οστικών καταγμάτων είναι αυξημένος σε ασθενείς που παίρνουν κατασταλτικά ταυτόχρονα (συμπεριλαμβανομένων αλκοολούχων ποτών) και σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Κοινωνικές περιστάσεις Επίθεση* *Τέτοιες παράδοξες αντιδράσεις στο φάρμακο έχουν αναφερθεί ιδιαίτερα σε παιδιά και ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4).

**ιδιαίτερα μετά από παρεντερική χορήγηση Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας: Υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ.

παράγραφο 4.2).

Εξάρτηση: Η χρήση μιδαζολάμης – ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις – μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη φυσικής εξάρτησης. Μετά από παρατεταμένη ενδοφλέβια χορήγηση, η διακοπή, ιδιαίτερα η απότομη διακοπή του προϊόντος, μπορεί να συνοδευτεί από συμπτώματα στέρησης συμπεριλαμβανομένων των σπασμών στέρησης (βλ. παράγραφο 4.4). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις κατάχρησης.

Έχουν εμφανιστεί βαριά καρδιοαναπνευστικά ανεπιθύμητα συμβάντα. Απειλητικά για τη ζωή συμβάντα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να συμβούν σε ενήλικες άνω των 60 ετών και σε εκείνους με προϋπάρχουσα αναπνευστική ανεπάρκεια ή έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν η ένεση χορηγείται υπερβολικά γρήγορα ή όταν χορηγείται υψηλή δοσολογία (βλ. παράγραφο 4.4).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Όπως και άλλες βενζοδιαζεπίνες, η μιδαζολάμη συχνά προκαλεί υπνηλία, αταξία, δυσαρθρία και νυσταγμό. Η υπερδοσολογία της μιδαζολάμης είναι σπάνια απειλητική για τη ζωή εάν το φάρμακο λαμβάνεται μόνο του, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια αντανακλαστικών, υπόταση, καρδιοαναπνευστική καταστολή, άπνοια και σε σπάνιες περιπτώσεις σε κώμα.

Το κώμα, εάν συμβεί, συνήθως διαρκεί μερικές ώρες. Η επίδραση μπορεί να είναι παρατεταμένη και κλινικά σημαντική, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς. Οι επιδράσεις των βενζοδιαζεπινών στην αναπνευστική καταστολή είναι πολύ πιο σοβαρές σε ασθενείς με παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος.

Οι βενζοδιαζεπίνες αυξάνουν τις επιδράσεις άλλων κατασταλτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευματωδών.

σελίδα 19 Θεραπεία Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται μόνο παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών. Κατά την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις αναπνευστικές και καρδιαγγειακές λειτουργίες στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο ανταγωνιστής των βενζοδιαζεπινών φλουμαζενίλη ενδείκνυται σε περίπτωση βαριάς δηλητηρίασης συνοδευόμενης από κώμα ή αναπνευστική καταστολή. Έχει σύντομη ημιζωή, συνεπώς οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται φλουμαζενίλη θα χρειαστούν παρακολούθηση αφότου οι επιδράσεις της εξασθενίσουν.

Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση της φλουμαζενίλης σε περίπτωση μεικτής υπερδοσολογίας φαρμάκων και σε ασθενείς με επιληψία που έχει ήδη αντιμετωπιστεί με βενζοδιαζεπίνες.

Η φλουμαζενίλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που λαμβάνουν τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, επιληπτογόνα φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς και σε ασθενείς με ΗΚΓ ανωμαλίες (παράταση QRS ή QT).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:Υπνωτικά και κατασταλτικά – παράγωγα βενζοδιαζεπινών, κωδικός ATC: N05CD08. Η μιδαζολάμη έχει υπνωτικές και ηρεμιστικές δράσεις που χαρακτηρίζονται από ταχεία έναρξη και σύντομη διάρκεια. Χαρακτηρίζεται επίσης από αγχολυτικές, σπασμολυτικές και μυοχαλαρωτικές δράσεις. Η μιδαζολάμη μειώνει την ψυχοκινητική λειτουργία μετά από εφάπαξ ή/και πολλαπλές δόσεις, αλλά προκαλεί ελάχιστες αιμοδυναμικές μεταβολές.

Οι κεντρικές δράσεις των βενζοδιαζεπινών διαμεσολαβούνται μέσω ενίσχυσης της GABAεργικής νευροδιαβίβασης στις ανασταλτικές συνάψεις. Υπό την παρουσία βενζοδιαζεπινών, η συγγένεια του υποδοχέα GABA για τον νευροδιαβιβαστή ενισχύεται μέσω θετικής αλλοστερικής διαμόρφωσης με αποτέλεσμα την αυξημένη δράση του απελευθερούμενου GABA στη μετασυναπτική διαμεμβρανική ροή ιόντων χλωρίου.

Από χημική άποψη, η μιδαζολάμη είναι ένα παράγωγο της ομάδας των ιμιδαζοβενζοδιαζεπινών. Αν και η ελεύθερη βάση είναι μία λιπόφιλη ουσία με χαμηλή διαλυτότητα στο νερό, το βασικό άζωτο στη θέση 2 του συστήματος δακτυλίων των ιμιδαζοβενζοδιαζεπινών επιτρέπει στο δραστικό συστατικό της μιδαζολάμης να σχηματίζει υδατοδιαλυτά άλατα με οξέα, δημιουργώντας ένα σταθερό και καλά ανεκτό ενέσιμο διάλυμα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον ταχύ μεταβολικό μετασχηματισμό, είναι ο λόγος για την ταχεία έναρξη και τη σύντομη διάρκεια των επιδράσεων.

Λόγω της χαμηλής τοξικότητάς της, η μιδαζολάμη έχει ευρύ θεραπευτικό φάσμα.

Μετά την ενδομυική ή ενδοφλέβια χορήγηση, παρουσιάζεται προδρομική αμνησία μικρής διάρκειας (ο ασθενής δεν θυμάται γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της μέγιστης δραστικότητας της ουσίας).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση

– μετά από ενδομυική ένεση Η απορρόφηση της μιδαζολάμης από το μυϊκό ιστό είναι ταχεία και πλήρης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από ενδομυική ένεση υπερβαίνει το 90%.

– μετά από ορθική χορήγηση Η μιδαζολάμη απορροφάται ταχέως μετά από ορθική χορήγηση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 30 λεπτά περίπου. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50%.

σελίδα 20 Κατανομή Όταν η μιδαζολάμη ενίεται ενδοφλεβίως, η καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου δείχνει μία ή δύο σαφείς φάσεις κατανομής.

Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 0,7 έως 1,2 l/kg.

Το 96 έως 98% της μιδαζολάμης προσδένεται σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Το κύριο κλάσμα της πρόσδεσης σε πρωτεΐνες πλάσματος οφείλεται στη λευκωματίνη.

Η είσοδος μιδαζολάμης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι αργή και ασήμαντη.

Στους ανθρώπους έχει φανεί πως η μιδαζολάμη διαπερνά τον πλακούντα αργά και εισέρχεται στην κυκλοφορία του εμβρύου.

Μικρές ποσότητες μιδαζολάμης ανευρίσκονται στο ανθρώπινο γάλα.

Μεταβολισμός Η μιδαζολάμη αποβάλλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου με βιομετασχηματισμό.

Το κλάσμα της δόσης που εξάγεται από το ήπαρ εκτιμάται πως είναι 30 έως 60%.

Η μιδαζολάμη υδροξυλιώνεται από τα ισοένζυμα CYP3Α4 και CYP3A5 του κυτοχρώματος P450 και ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα και στο πλάσμα είναι η άλφα-υδροξυμιδαζολάμη. Οι συγκεντρώσεις της άλφα-υδροξυμιδαζολάμης στο πλάσμα είναι το 12% εκείνων της πρόδρομης ένωσης. Η άλφα-υδροξυμιδαζολάμη είναι φαρμακολογικά ενεργή αλλά συμβάλλει ελάχιστα μόνο (περίπου 10%) στις επιδράσεις της ενδοφλέβιας μιδαζολάμης.

Αποβολή Σε νεαρούς υγιείς εθελοντές, ο χρόνος ημιζωής αποβολής της μιδαζολάμης κυμαίνεται από 1,5 έως 2,5 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής του μεταβολίτη είναι μικρότερος της 1 ώρας· συνεπώς, μετά τη χορήγηση μιδαζολάμης, η συγκέντρωση της μητρικής ένωσης και του κύριου μεταβολίτη μειώνονται παράλληλα.

Η κάθαρση πλάσματος της μιδαζολάμης κυμαίνεται στο εύρος 300-500 ml/min.

Οι μεταβολίτες της μιδαζολάμης απεκκρίνονται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού: 60-80% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα ως συζευγμένη με γλυκουρονικό οξύ άλφα-υδροξυμιδαζολάμη.

Λιγότερο από 1% της δόσης ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.

Όταν η μιδαζολάμη χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες αποβολής της δεν διαφέρουν από αυτές που ακολουθούν την ένεση εφόδου. Οι επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις μιδαζολάμης δεν επάγουν ένζυμα που μεταβολίζουν φάρμακα.

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς Ηλικιωμένοι Σε ενήλικες ηλικίας άνω των 60 ετών, ο χρόνος ημιζωής αποβολής μπορεί να παραταθεί έως και τέσσερις φορές.

Παιδιά Ο ρυθμός ορθικής απορρόφησης στα παιδιά είναι παρόμοιος με αυτόν των ενηλίκων αλλά η βιοδιαθεσιμότητα είναι χαμηλότερη (5-18%). Ο χρόνος ημιζωής αποβολής μετά από ενδοφλέβια και ορθική χορήγηση είναι μικρότερος σε παιδιά ηλικίας 3-10 ετών (1-1,5 ώρες) σε σύγκριση με εκείνον των ενηλίκων. Η διαφορά είναι συμβατή με την αυξημένη μεταβολική κάθαρση σε παιδιά.

Νεογνά

σελίδα 21 Στα νεογνά ο χρόνος ημιζωής αποβολής είναι κατά μέσο όρο 12 ώρες, πιθανώς λόγω της ανωριμότητας του ήπατος και η κάθαρση είναι μειωμένη (βλ. παράγραφο 4.4). Τα νεογνά με σχετιζόμενη με ασφυξία έκπτωση της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας κινδυνεύουν να δημιουργήσουν απροσδόκητα υψηλή συγκέντρωση μιδαζολάμης στον ορό λόγω σημαντικά μειωμένης και μεταβλητής κάθαρσης.

Παχύσαρκοι Ο μέσος χρόνος ημιζωής είναι μεγαλύτερος σε παχύσαρκους απ’ ό,τι σε μη παχύσαρκους ασθενείς (5,9 έναντι 2,3 ωρών). Αυτό οφείλεται σε αύξηση περίπου 50% του όγκου κατανομής, διορθωμένου για το συνολικό βάρος σώματος. Η κάθαρση δεν διαφέρει σημαντικά σε παχύσαρκους και μη παχύσαρκους ασθενείς.

Ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας Η κάθαρση σε κιρρωτικούς ασθενείς μπορεί να είναι μειωμένη και η αποβολή μπορεί να είναι πιο παρατεταμένη απ’ ό,τι σε υγιείς εθελοντές (βλ. παράγραφο 4.4).

Ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας Η φαρμακοκινητική της αδέσμευτης μιδαζολάμης δεν μεταβάλλεται σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Ο φαρμακολογικά ήπια ενεργός κύριος μεταβολίτης της μιδαζολάμης, το γλυκουρονίδιο 1'-υδροξυμιδαζολάμης, το οποίο απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, συσσωρεύεται σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Αυτή η συσσώρευση μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένη καταστολή. Συνεπώς, η μιδαζολάμη θα πρέπει να χορηγείται προσεκτικά και να τιτλοδοτείται μέχρι το επιθυμητό αποτέλεσμα (βλ. παράγραφο 4.4).

Βαρέως πάσχοντες ασθενείς Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της μιδαζολάμης παρατείνεται έως και έξι φορές σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς.

Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Ο χρόνος ημιζωής αποβολής παρατείνεται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σε σύγκριση με αυτόν υγιών ατόμων (βλ. παράγραφο 4.4).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη.

Νεογνικές μελέτες σε ποντικούς υποδεικνύουν ότι η μιδαζολάμη μπορεί να πυροδοτεί αποπτωτική νευροεκφύλιση στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο των ποντικών ιδίως όταν συνδυάζεται με άλλα αναισθητικά. Ωστόσο, αυτές οι επιδράσεις δεν έχουν αναπαραχθεί στους ανθρώπους και η δόση που χρησιμοποιήθηκε στους ποντικούς ήταν υψηλότερη από τη συνιστώμενη δόση για τη μιδαζολάμη στον νεογνικό πληθυσμό.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο υδροχλωρικό οξύ 10% ενέσιμο ύδωρ

6.2 Ασυμβατότητες

Το Midazolam /B. Braun μπορεί να είναι ασύμβατο με αλκαλικά παρεντερικά παρασκευάσματα, συμπεριλαμβανομένων διαλυμάτων παρεντερικής σίτισης με αλκαλικό pH.

σελίδα 22 Η μιδαζολάμη δεν πρέπει να αναμειγνύεται με διαλύματα που περιέχουν διαλύματα διττανθρακικών ή άλλα αλκαλικά διαλύματα, αμινογλυκοσίδες, αμοξικιλλίνη, αμινοφυλλίνη, φωσφορικά άλατα ή φαινοθειαζίνες λόγω χημικής ασυμβατότητας και δημιουργίας ιζήματος.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αραιώνεται σε διαλύματα δεξτράνης.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

Ασυμβατότητα παρασκευασμάτων μιδαζολάμης με ενέσιμα παρασκευάσματα των ακόλουθων δραστικών ουσιών έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία:

ακικλοβίρη ιμιπενέμη λευκωματίνη νατριούχος μεζκλοκιλλίνη αλτεπλάση (ανθρώπινος ενεργοποιητής νατριούχος ομεπραζόλη πλασμινογόνου)

νατριούχος αμοξικιλλίνη νατριούχος φαινοβαρβιτόνη νατριούχος ακεταζολαμίδη νατριούχος φαινυτοΐνη βουμετανίδη ενανθική περφεναζίνη δισόξινη φωσφορική-21-δεξαμεθαζόνη κανρενοϊκό κάλιο διαζεπάμη υδροχλωρική ρανιτιδίνη διμενυδρινάτη νατριούχος υδροκορτιζόνη-21-μονόξινη σουκινική δινατριούχος μεθοτρεξάτη νατριούχος σουλμπακτάμη/νατριούχος αμπικιλλίνη ενοξιμόνη θεοφυλλίνη οξική φλεκαϊνίδη νατριούχος θειοπεντάλη φθοριοουρακίλη τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη φυλλικό οξύ τρομεταμόλη νατριούχος φοσκαρνέτη ουροκινάση νατριούχος φουροσεμίδη

6.3 Διάρκεια ζωής

– μη ανοιγμένο Φύσιγγες γυαλιού: 3 χρόνια Φύσιγγες πολυαιθυλενίου: 2 χρόνια Φιάλες πολυαιθυλενίου*: Κλιματική ζώνη 1, 2 και 4: 3 χρόνια Κλιματική ζώνη 3: 2 χρόνια * η διάρκεια ζωής ποικίλλει ανάλογα με τις συνθήκες φύλαξης του προϊόντος

– μετά το πρώτο άνοιγμα του περιέκτη Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως μετά το άνοιγμα.

– μετά την αραίωση Η χημική και φυσική σταθερότητα σε χρήση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και για 3 ημέρες στους 5°C.

Από μικροβιολογικής άποψης, οι αραιώσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως μετά την παρασκευή τους. Εάν δεν χρησιμοποιηθούν αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης σε χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2 έως 8°C, εκτός και αν η αραίωση πραγματοποιήθηκε σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες συνθήκες ασηψίας.

σελίδα 23

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

Φυλάσσετε τους περιέκτες στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύονται από το φως.

Για τις συνθήκες διατήρησης μετά το άνοιγμα και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ.

παράγραφο 6.3.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

● Φύσιγγες άχρωμου γυαλιού τύπου I, Περιεχόμενα: 5 ml, Μεγέθη συσκευασίας: συσκευασίες των 10 φυσίγγων

● Φύσιγγες διαφανούς πολυαιθυλενίου (χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο, LDPE), Περιεχόμενα: 5 ml, Μεγέθη συσκευασίας: συσκευασίες των 4, 10 ή 20 φυσίγγων

● Διάφανες φιάλες πολυαιθυλενίου (χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο, LDPE), Περιέχουν: 50 ml και 100 ml, Μεγέθη συσκευασίας: συσκευασίες των 10 φιαλών.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Το προϊόν παρέχεται σε περιέκτες μίας δόσης. Τα αχρησιμοποίητα περιεχόμενα ανοιγμένων περιεκτών πρέπει να απορρίπτονται αμέσως.

Το Midazolam /B. Braun μπορεί να αραιωθεί σε

● 9 mg/ml διάλυμα χλωριούχου νατρίου (0,9%),

● 50 mg/ml διάλυμα γλυκόζης (5%),

● Διάλυμα Ringer’s και

● Διάλυμα Hartmann’s, έως την επίτευξη συγκέντρωσης 15 mg μιδαζολάμης ανά 100 - 1.000 ml διαλύματος για έγχυση.

Η συμβατότητα με άλλα διαλύματα πρέπει να ελέγχεται πριν την ανάμειξη.

Να χρησιμοποιείται μόνο εάν το διάλυμα είναι διαυγές και άχρωμο και ο περιέκτης και το κλείσιμό του είναι άθικτα.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

B. Braun Melsungen AG Carl-Braun-Strasse 1 34212 Melsungen, Γερμανία Ταχυδρομική διεύθυνση:

34209 Melsungen, Γερμανία Τηλέφωνο: +49/5661/71-0 Φαξ: +49/5661/71-4567

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

56001/30.8.2007

σελίδα 24

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 30.8.2007 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 06.12.2012

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ημερομηνία εσωτερικής αναθεώρησης: 08/2023

Πηγή: eof:2735102_SPC_2735102_5.pdf