1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
MINIRIN® Melt 60 μικρογραμμάρια δισκία λυοφιλοποιημένα από του στόματος MINIRIN® Melt 120 μικρογραμμάρια δισκία λυοφιλοποιημένα από του στόματος
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
MINIRIN® Melt 60 μg:
Κάθε λυοφιλοποιημένο από του στόματος δισκίο MINIRIN® Melt 60 μg περιέχει 60 μg δεσμοπρεσσίνης (ελεύθερης βάσης), που έχει προστεθεί ως οξική δεσμοπρεσσίνη.
MINIRIN® Melt 120 μg:
Κάθε λυοφιλοποιημένο από του στόματος δισκίο MINIRIN® Melt 120 μg περιέχει 120 μg δεσμοπρεσσίνης (ελεύθερης βάσης), που έχει προστεθεί ως οξική δεσμοπρεσσίνη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο λυοφιλοποιημένο από του στόματος MINIRIN® Melt 60 μg:
Λευκό, στρογγυλό λυοφιλοποιημένο από του στόματος δισκίο με χαραγμένη στη μία πλευρά μία σταγόνα.
MINIRIN® Melt 120 μg:
Λευκό, στρογγυλό λυοφιλοποιημένο από του στόματος δισκίο με χαραγμένες στη μία πλευρά δύο σταγόνες.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
• Θεραπεία του κεντρικού αποίου διαβήτη ευαίσθητου στην αντιδιουρητική ορμόνη.
• Πρωτοπαθής Νυκτερινή Ενούρηση σε παιδιά ηλικίας άνω των 5 ετών τα οποία έχουν φυσιολογική ικανότητα να συμπυκνώνουν τα ούρα τους: βραχυχρόνια (3 μήνες) συμπτωματική θεραπεία μετά τον αποκλεισμό οποιασδήποτε οργανικής ή παθολογικής αιτιολογίας.
• Συμπτωματική θεραπεία της νυκτουρίας που συνδέεται με νυκτερινή πολυουρία σε άτομα κάτω των 65 ετών, δηλαδή όταν παράγονται ούρα τις νυκτερινές ώρες που υπερβαίνουν τη χωρητικότητα της κύστης.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Γενικά Τρόπος χορήγησης: Το MINIRIN® Melt τοποθετείται κάτω από τη γλώσσα, όπου και διαλύεται χωρίς να απαιτείται λήψη νερού.
Επίδραση τροφής: Η πρόσληψη τροφής μπορεί να μειώσει την ένταση και τη διάρκεια της αντιδιουρητικής δράσης χαμηλών δόσεων δεσμοπρεσσίνης (βλ. παράγραφο 4.5).
Σε περίπτωση σημείων ή συμπτωμάτων κατακράτησης ύδατος και/ή υπονατριαιμίας (κεφαλαλγία, ναυτία/έμετος, αύξηση σωματικού βάρους, και, σε σοβαρές περιπτώσεις, σπασμοί) η θεραπεία πρέπει
να διακόπτεται μέχρι ο ασθενής να αναρρώσει πλήρως. Κατά την επανέναρξη της θεραπείας πρέπει να επιβάλλεται αυστηρός περιορισμός στην πρόσληψη υγρών (βλ. παράγραφο 4.4).
Εάν δεν επιτυγχάνεται επαρκές κλινικό αποτέλεσμα εντός 4 εβδομάδων μετά την κατάλληλη τιτλοποίηση της δόσης, η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να διακόπτεται.
Ειδικές συστάσεις ανά ένδειξη Κεντρικός (υποφυσιογενής) άποιος διαβήτης:
Στον κεντρικό (υποφυσιογενή) άποιο διαβήτη η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται, αλλά η συνολική ημερήσια υπογλώσσια δόση φυσιολογικά κυμαίνεται μεταξύ 120 και 720 μg. Η κατάλληλη αρχική δόση σε ενήλικες και παιδιά είναι 60 μg τρεις φορές την ημέρα, χορηγούμενα υπογλωσσίως.
Αυτό το δοσολογικό σχήμα, πρέπει κατόπιν να προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή. Για την πλειοψηφία των ασθενών η δόση συντήρησης είναι 60 - 120 μg υπογλωσσίως τρεις φορές την ημέρα.
Πρωτοπαθής Νυκτερινή Ενούρηση:
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 120 μg προ του ύπνου, χορηγούμενα υπογλωσσίως.
Σε περίπτωση μη ικανοποιητικού αποτελέσματος, η δόση είναι δυνατόν να αυξηθεί μέχρι 240 μg.
Πρέπει να ελέγχεται η περιορισμένη κατανάλωση υγρών.
Τα δισκία MINIRIN® Melt πρέπει να χρησιμοποιούνται το πολύ για τρίμηνη θεραπεία. Η ανάγκη για εξακολούθηση της θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται μετά από μία περίοδο τουλάχιστον μίας εβδομάδας χωρίς τη χορήγηση MINIRIN ® Melt.
Νυκτουρία:
Σε ασθενείς με νυκτουρία, πρέπει να τηρείται ημερολόγιο συχνότητας/όγκου ούρησης για να διαγνωσθεί νυκτερινή πολυουρία για 2 ημέρες τουλάχιστον πριν την έναρξη της θεραπείας.
Παραγωγή ούρων τη νύκτα που υπερβαίνει τη λειτουργική χωρητικότητα της κύστης ή που ξεπερνά το 1/3 της 24ωρης παραγωγής ούρων θεωρείται νυκτερινή πολυουρία.
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 60 μg προ του ύπνου χορηγούμενα υπογλωσσίως.
Σε περίπτωση μη ικανοποιητικού αποτελέσματος μετά από μια εβδομάδα, η δόση είναι δυνατόν να αυξηθεί μέχρι 120 μg υπογλωσσίως και ακολούθως μέχρι 240 μg υπογλωσσίως με εβδομαδιαία αύξηση της δόσης. Πρέπει να ελέγχεται η περιορισμένη κατανάλωση υγρών.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι:
Η έναρξη της θεραπείας σε άτομα άνω των 65 ετών δε συνιστάται. Εάν ο γιατρός αποφασίσει να ξεκινήσει θεραπεία με δεσμοπρεσσίνη σε αυτούς τους ασθενείς, τότε πρέπει να μετράται το νάτριο στον ορό πριν την έναρξη της θεραπείας και 3 μέρες μετά την έναρξη ή την αύξηση της δοσολογίας και σε άλλες περιόδους κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως κρίνεται απαραίτητο από το θεράποντα γιατρό.
Νεφρική δυσλειτουργία: βλέπε παράγραφο 4.3.
Ηπατική δυσλειτουργία: βλέπε παράγραφο 4.4.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Το MINIRIN® Melt ενδείκνυται στον Κεντρικό Άποιο Διαβήτη και στην Πρωτοπαθή Νυκτερινή Ενούρηση (βλ. παράγραφο 5.1 και πληροφορίες στην παράγραφο 4.2 Ειδικές συστάσεις ανά ένδειξη). Οι δοσολογικές συστάσεις είναι οι ίδιες, όπως και στους ενήλικες.
4.3 Αντενδείξεις
Το MINIRIN® Melt αντενδείκνυται σε περιπτώσεις:
• Υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
• Τακτικής ή ψυχογενούς πολυδιψίας (που έχει ως αποτέλεσμα παραγωγή ούρων που υπερβαίνει τα 40 ml/kg/24ωρο) και πολυδιψίας εξαιτίας καταχρήσεως οινοπνεύματος (ποτομανίας).
• Ιστορικού γνωστής ή πιθανής καρδιακής ανεπάρκειας και άλλων παθήσεων που απαιτούν θεραπεία με διουρητικά.
• Μέτριας και σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 50 ml/min).
• Υπονατριαιμίας ή προδιάθεσης για υπονατριαιμία.
• Περιπτώσεων που δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί η λήψη υγρών.
• Νόσου Von Willebrand Τύπου ΙΙb.
• Συνδρόμου απρόσφορης εκκρίσεως αντιδιουρητικής ορμόνης επειδή το σύνδρομο αυτό σχετίζεται με την υπονατριαιμία εξ αραιώσεως.
• Σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών για την αγωγή της πρωτοπαθούς νυκτερινής ενούρησης.
• Σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών για τη συμπτωματική θεραπεία της νυκτουρίας.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ειδικές προειδοποιήσεις Όταν χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της Πρωτοπαθούς Νυκτερινής Ενούρησης και της Νυκτουρίας, η πρόσληψη υγρών πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο και μόνο για να ικανοποιήσει το αίσθημα της δίψας, από 1 ώρα προ και 8 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου. Η θεραπεία χωρίς ταυτόχρονη ελάττωση της πρόσληψης υγρών μπορεί να οδηγήσει σε κατακράτηση ύδατος και/ή υπονατριαιμία με ή χωρίς συνοδά προειδοποιητικά σημεία και συμπτώματα (κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, αύξηση βάρους και σε σπάνιες περιπτώσεις σπασμοί).
Σε όλους τους ασθενείς και, όπου εφαρμόζεται, στα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να δίδεται με ιδιαίτερη προσοχή η συμβουλή να εφαρμόζουν τον περιορισμό πρόσληψης υγρών.
Προφυλάξεις Πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερες προφυλάξεις για την αποφυγή υπερφόρτισης με υγρά.
• Προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος «δηλητηριάσεως με νερό», μέσω υπονατριαιμίας, η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται με προσοχή, ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά και ηλικιωμένους.
• Σε καταστάσεις και σε σοβαρές συνοδές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από έλλειψη ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών (όπως συστηματικές λοιμώξεις, πυρετός, γαστρεντερίτιδα), η θεραπεία με δεσμοπρεσσίνη πρέπει να διακόπτεται.
• Σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ενδοκρανιακής πίεσης πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις.
• Πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η περίπτωση δυσλειτουργίας της κύστης και η απόφραξη των ουροφόρων πόρων πριν την έναρξη της θεραπείας.
• Να χρησιμοποιείται με προσοχή σε άτομα που πάσχουν από κυστική ίνωση.
• Η δεσμοπρεσσίνη σε υψηλές δόσεις μπορεί μερικές φορές να προκαλέσει ελαφρά αύξηση της αρτηριακής πίεσης, η οποία εξαφανίζεται με τη μείωση της δοσολογίας. Σε ασθενείς με στεφανιαία ανεπάρκεια και/ή αρτηριακή υπέρταση, η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ή να μειώνεται, εάν είναι αναγκαίο, παρά το γεγονός ότι η δεσμοπρεσσίνη έχει απλώς ελαφρά αγγειοσυσπαστική δράση.
• Σε περίπτωση ανεπάρκειας παραγωγής κορτιζόλης, αυτή πρέπει να διορθώνεται προ της έναρξης της θεραπείας και κατά τη διάρκειά της ώστε να προληφθεί ο όποιος κίνδυνος υπονατριαιμίας.
• Οι ηλικιωμένοι ασθενείς και οι ασθενείς με επίπεδα νατρίου σε τιμές στο χαμηλότερο όριο των φυσιολογικών τιμών μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υπονατριαιμίας.
Σε περίπτωση συγχορήγησης με φάρμακα που είναι γνωστό ότι επάγουν το σύνδρομο της απρόσφορης εκκρίσεως της αντιδιουρητικής ορμόνης (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, χλωροπρομαζίνη και καρβαμαζεπίνη, συγχορήγηση με ΜΣΑΦ), πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις προκειμένου να αποφευχθεί η υπονατριαιμία, περιλαμβανομένων της προσεκτικής μείωσης της κατανάλωσης υγρών και του συχνότερου ελέγχου του νατρίου του ορού.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Ουσίες που είναι γνωστό ότι επάγουν το σύνδρομο της απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, χλωροπρομαζίνη και καρβαμαζεπίνη, καθώς και αντιδιαβητικά της ομάδας των σουλφονυλουριών, ιδιαίτερα η χλωροπροπαμίδη), μπορεί να προκαλέσουν πρόσθετη αντιδιουρητική δράση με συνέπεια αυξημένο κίνδυνο κατακράτησης ύδατος/υπονατριαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση ύδατος/υπονατριαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).
Συγχορήγηση με λοπεραμίδη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση της συγκέντρωσης της δεσμοπρεσσίνης στον ορό κατά 3 φορές με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο κατακράτησης ύδατος/υπονατριαιμίας. Παρότι δεν έχει διερευνηθεί, άλλα φάρμακα που επιβραδύνουν την εντερική μεταφορά μπορεί να προκαλούν το αυτό αποτέλεσμα.
Δεν είναι πιθανόν η δεσμοπρεσσίνη να αλληλεπιδράσει με φάρμακα που επηρεάζουν τον ηπατικό μεταβολισμό, επειδή έχει αποδειχθεί ότι η δεσμοπρεσσίνη δεν υφίσταται σημαντικού βαθμού ηπατικό μεταβολισμό σε in vitro μελέτες με ανθρώπινα μικροσώματα. Εντούτοις, επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων in vivo δεν έχουν διεξαχθεί.
Ένα τυποποιημένο γεύμα με 27% λιπαρά μειώνει σημαντικά την απορρόφηση (όσον αφορά στην ταχύτητα και το ποσοστό) της από του στόματος χορηγούμενης δεσμοπρεσσίνης. Δεν παρατηρήθηκε αξιόλογη επίδραση στην φαρμακοδυναμική (παραγωγή ούρων ή ωσμωτικότητα).
Η πρόσληψη τροφής μπορεί να μειώσει την ένταση και τη διάρκεια της αντιδιουρητικής δράσης σε χαμηλές από του στόματος δόσεις δεσμοπρεσσίνης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση:
Δεδομένα σε μικρό αριθμό (n=53) κυήσεων γυναικών με άποιο διαβήτη καθώς και δεδομένα σε περιορισμένο αριθμό (n=54) κυήσεων γυναικών με νόσο von Willebrand, που εκτέθηκαν σε δεσμοπρεσσίνη δεν αποδεικνύουν αρνητικές επιπτώσεις της δεσμοπρεσσίνης στην έγκυο ή στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις όσον αφορά στην κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη.
Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν συνταγογραφείται η δεσμοπρεσσίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Γονιμότητα:
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας. Μία in-vitro ανάλυση σε μοντέλα ανθρώπινων κοτυληδόνων έδειξε ότι δεν υπάρχει διαπλακουντιακή μεταφορά της δεσμοπρεσσίνης όταν χορηγείται σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις που αντιστοιχούν στις συνιστώμενες δόσεις.
Θηλασμός:
Αποτελέσματα από αναλύσεις γάλακτος από θηλάζουσες μητέρες που λάμβαναν υψηλές δόσεις δεσμοπρεσσίνης (300 μg ενδορρινικά), δείχνουν ότι οι ποσότητες της δεσμοπρεσσίνης που πιθανόν να μεταφερθούν στο παιδί είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις ποσότητες που απαιτούνται για να επηρεάσουν τη διούρηση.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το MINIRIN® Melt δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια με τη δεσμοπρεσσίνη είναι η υπονατριαιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, αύξηση σωματικού βάρους, ζάλη, σύγχυση, αίσθημα κακουχίας, δυσλειτουργία της μνήμης, ίλιγγο, πτώσεις και σε σοβαρές περιπτώσεις σπασμούς και κώμα. Η πλειονότητα των ενηλίκων που λαμβάνουν θεραπεία για τη νυκτουρία και οι οποίοι αναπτύσσουν υπονατριαιμία είχαν εμφανίσει χαμηλά επίπεδα νατρίου στον ορό τρεις ημέρες μετά τη λήψη δόσης. Στους ενήλικες ο κίνδυνος για υπονατριαιμία αυξάνει με την αυξανόμενη δόση δεσμοπρεσσίνης και έχει βρεθεί ότι ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες.
Στους ενήλικες η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν η κεφαλαλγία (12%). Άλλες συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η υπονατριαιμία (6%), ζάλη (3%), υπέρταση (2%) και γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία (4%), έμετος (1%), κοιλιακό άλγος (3%), διάρροια (2%) και δυσκοιλιότητα (1%). Λιγότερο συχνές είναι μία επίδραση στο ρυθμό του ύπνου/επίπεδα συνείδησης που παρουσιάζονται ως π.χ. αϋπνία (0,96%), υπνηλία (0,4%) ή εξασθένιση (0,06%). Δεν έχουν αναφερθεί αναφυλακτικές αντιδράσεις σε κλινικές μελέτες, ωστόσο υπήρξαν σε αυθόρμητες αναφορές.
Στα παιδιά η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας ήταν η κεφαλαλγία (1%), λιγότερο συχνές ήταν οι ψυχιατρικές διαταραχές (συναισθηματική αστάθεια (0,1%), επιθετικότητα (0,1%), άγχος (0,05%), διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης (0,05%), εφιάλτες (0,05%)), οι οποίες γενικά μετριάζονται μετά τη διακοπή της θεραπείας και γαστρεντερικές διαταραχές (κοιλιακό άλγος (0,65%), ναυτία (0,35%), έμετος (0,2%) και διάρροια (0,15%). Δεν έχουν αναφερθεί αναφυλακτικές αντιδράσεις σε κλινικές μελέτες, ωστόσο υπήρξαν σε αυθόρμητες αναφορές.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Ενήλικες:
Με βάση τη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ενήλικες για τη θεραπεία της Νυκτουρίας με από του στόματος χορηγούμενη δεσμοπρεσσίνη (Ν=1.557) και σε συνδυασμό με την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου από όλες τις ενδείξεις για ενήλικες (συμπεριλαμβανομένου του Κεντρικού Άποιου Διαβήτη). Αντιδράσεις που έχουν αναφερθεί μόνο μετά την κυκλοφορία έχουν προστεθεί στη στήλη – συχνότητα «Μη γνωστές».
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές (1/10) | Συχνές (1/100 έως <1/10) | Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | - | - | - | - | Αναφυλακτικές αντιδράσεις |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | - | Υπονατριαιμία* | - | - | Αφυδάτωση**, Υπερνατριαιμία** |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | - | - | Αϋπνία | Συγχυτική κατάσταση* | - |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία* | Ζάλη* | Υπνηλία, Παραισθησία | - | Σπασμοί*, Εξασθένιση**, Κώμα* |
| Οφθαλμικές διαταραχές | - | - | Οπτική διαταραχή | - | - |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | - | - | Ίλιγγος* | - | - |
| Καρδιακές | - | - | Αίσθημα | - | - |
| διαταραχές | παλμών | ||||
|---|---|---|---|---|---|
| Αγγειακές διαταραχές | - | Υπέρταση | Ορθοστατική υπόταση | - | - |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | - | - | Δύσπνοια | - | - |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | - | Ναυτία*, Κοιλιακό άλγος*, Διάρροια, Δυσκοιλιότητα, Έμετος* | Δυσπεψία, Μετεωρισμός, Τυμπανισμός και διάταση της κοιλίας | - | - |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | - | - | Εφίδρωση, Κνησμός, Εξάνθημα, Κνίδωση | Αλλεργική δερματίτιδα | - |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | - | - | Μυϊκοί σπασμοί, Μυαλγία | - | - |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | - | Συμπτώματα της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας | - | - | - |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | - | Οίδημα, Κόπωση | Αίσθημα κακουχίας*, Θωρακικό άλγος, Γριππώδης συνδρομή | - | - |
| Παρακλινικές εξετάσεις | - | - | Σωματικό βάρος αυξημένο*, Ηπατικά ένζυμα αυξημένα, Υποκαλιαιμία | - | - |
*Η υπονατριαιμία μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, αύξηση σωματικού βάρους, ζάλη, σύγχυση, αίσθημα κακουχίας, επηρεασμένη μνήμη, ίλιγγο, πτώσεις και σε σοβαρές περιπτώσεις σπασμούς και κώμα **Παρατηρήθηκε μόνο στην ένδειξη του Κεντρικού Άποιου Διαβήτη Παιδιά και έφηβοι:
Με βάση τη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε παιδιά και εφήβους για τη θεραπεία της Πρωτοπαθούς Νυκτερινής Ενούρησης με από του στόματος χορηγούμενη δεσμοπρεσσίνη (Ν=1923). Αντιδράσεις που έχουν αναφερθεί μόνο μετά την κυκλοφορία έχουν προστεθεί στη στήλη – συχνότητα «Μη γνωστές».
| Κατηγορία/Οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές (1/100 έως <1/10) | Όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000) | Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| (1/10) | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού | - | - | - | - | Αναφυλακτικές αντιδράσεις |
| συστήματος | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | - | - | - | - | Υπονατριαιμία* |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | - | - | Συναισθηματική αστάθεια** Επιθετικότητα* ** | Συμπτώματα άγχους, Εφιάλτες*, Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης**** | Μη φυσιολογική συμπεριφορά, Συναισθηματική διαταραχή, Κατάθλιψη, Ψευδαισθήσεις, Αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | - | Κεφαλαλγία * | - | Υπνηλία | Διαταραχή στην προσοχή, Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα |
| Αγγειακές διαταραχές | - | - | - | Υπέρταση | - |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | - | - | - | - | Επίσταξη |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | - | - | Κοιλιακό άλγος*, Ναυτία*, Έμετος*, Διάρροια, | - | - |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | - | - | - | Αλλεργική δερματίτιδα, Εξάνθημα, Εφίδρωση, Κνίδωση | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | - | - | Συμπτώματα της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας | - | - |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | - | Περιφερικό οίδημα, Κόπωση | Ευερεθιστότητα | - |
*Η υπονατριαιμία μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, αύξηση σωματικού βάρους, ζάλη, σύγχυση, αίσθημα κακουχίας, επηρεασμένη μνήμη, ίλιγγο, πτώσεις και σε σοβαρές περιπτώσεις σπασμούς και κώμα **Ίσος αριθμός αναφορών μετά την κυκλοφορία σε παιδιά και εφήβους (<18 ετών)
***Μετά την κυκλοφορία αναφέρθηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε παιδιά και εφήβους (<18 ετών)
****Οι αναφορές μετά την κυκλοφορία αφορούν κυρίως σε παιδιά (<12 ετών)
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών:
Η πιο σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια με τη δεσμοπρεσσίνη είναι η υπονατριαιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, αύξηση σωματικού βάρους, ζάλη, σύγχυση, αίσθημα κακουχίας, επηρεασμένη μνήμη, ίλιγγο, πτώσεις και σε σοβαρές περιπτώσεις σπασμούς και κώμα. Η αιτία της πιθανής υπονατριαιμίας είναι η προβλεπόμενη αντιδιουρητική δράση. Η υπονατριαιμία είναι αναστρέψιμη και σε παιδιά συχνά φαίνεται να παρουσιάζεται σε σχέση με αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες που επηρεάζουν την πρόσληψη υγρών και/ή την εφίδρωση. Σε μελέτη ενήλικων ατόμων που έλαβαν θεραπεία για τη νυκτουρία, η πλειοψηφία αυτών που εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα νατρίου στον ορό, το εμφανίζουν αυτό κατά τις πρώτες μέρες της θεραπείας ή σε σχέση με αύξηση της δόσης. Και στους ενήλικες και στα παιδιά πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις προφυλάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4.4.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί:
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με επίπεδα νατρίου στον ορό στα χαμηλότερα φυσιολογικά όρια μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν υπονατριαιμία (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.
Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 357 226086649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπέρβαση της δοσολογίας παρατείνει τη διάρκεια της δράσης του φαρμάκου και αυξάνει τον κίνδυνο κατακρατήσεως ύδατος και υπονατριαιμίας.
Θεραπεία Παρότι η αντιμετώπιση της υπονατριαιμίας πρέπει να εξατομικεύεται, πρέπει να ακολουθούνται οι εξής γενικές οδηγίες:
Η ασυμπτωματική υπονατριαιμία αντιμετωπίζεται με διακοπή της χορηγήσεως και έλεγχο της καταναλώσεως υγρών. Έγχυση υπερτονικού ή ισοτονικού διαλύματος NaCl χρειάζεται να γίνει όταν υπάρχουν συμπτώματα. Όταν η κατακράτηση ύδατος είναι σοβαρή (σπασμοί και απώλεια συνειδήσεως) πρέπει να προστίθεται θεραπεία με ένα αλατοδιουρητικό, όπως η φουροσεμίδη.
Υπερβολική δόση παρατείνει το αντιδιουρητικό αποτέλεσμα και επομένως αυξάνει τον κίνδυνο υπερ- ενυδατώσεως. Επομένως είναι δυνατόν να προκύψουν συμπτώματα όπως η αύξηση σωματικού βάρους, η κεφαλαλγία, ναυτία, γαστρεντερικά άλγη και σε σοβαρές περιπτώσεις εγκεφαλικό οίδημα, γενικευμένοι σπασμοί και κώμα.
Όλες οι περιπτώσεις ενδεχόμενου εγκεφαλικού οιδήματος απαιτούν άμεση εφαρμογή μέτρων εντατικής θεραπείας.
Δεν υπάρχει γνωστό αντίδοτο.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: βαζοπρεσσίνη και ανάλογα, κωδικός ATC: H01B A02
Τα λυοφιλοποιημένα από του στόματος δισκία MINIRIN Melt περιέχουν δεσμοπρεσσίνη, ένα δομικό ανάλογο της φυσιολογικής αντιδιουρητικής ορμόνης της υπόφυσης αργινίνης-βαζοπρεσσίνης. Η αλλαγή έγκειται στην απαμίνωση της κυστεΐνης και υποκατάσταση της L-αργινίνης από D-αργινίνη.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια της αντιδιουρητικής δράσης με πλήρη εξαφάνιση της αγγειοσυσπαστικής δράσεως στις δόσεις που χρησιμοποιούνται κλινικά.
Οι κλινικές μελέτες με δισκία δεσμοπρεσσίνης στη θεραπεία της νυκτουρίας έδειξαν τα κάτωθι:
• Ελάττωση τουλάχιστον κατά 50% του μέσου αριθμού κενώσεων της ουροδόχου κύστης επιτεύχθηκε στο 39% των ασθενών που ελάμβαναν δεσμοπρεσσίνη σε σύγκριση με το 5% των ασθενών που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (p<0,0001).
• Ο μέσος όρος των κενώσεων της ουροδόχου κύστης ανά νύκτα, ελαττώθηκε κατά 44% σε ασθενείς που ελάμβαναν δεσμοπρεσσίνη σε σύγκριση με 15% σε ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (p<0,0001).
• Η διάμεση διάρκεια της αρχικής, χωρίς διακοπές, περιόδου ύπνου αυξήθηκε κατά 64% σε ασθενείς που ελάμβαναν δεσμοπρεσσίνη συγκρινόμενος με 20% για τους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (p<0,0001).
• Η μέση διάρκεια της αρχικής, χωρίς διακοπές, περιόδου ύπνου αυξήθηκε κατά 2 ώρες σε ασθενείς που ελάμβαναν δεσμοπρεσσίνη συγκρινόμενος με 31 λεπτά για τους ασθενείς που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο (p<0,0001).
Επίδραση της αγωγής με εξατομικευμένη από του στόματος δόση δεσμοπρεσσίνης μεταξύ 0,1 και 0,4 mg επί 3 εβδομάδες, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο (συγκεντρωτικά δεδομένα).
| Δεσμοπρεσσίνη | Εικονικό φάρμακο | Στατιστική σημαντικότητα έναντι εικονικού φαρμάκου | |||
|---|---|---|---|---|---|
| Μεταβλητή | Μέση αρχική τιμή | Μέση τιμή κατά τη διάρκεια 3 εβδομάδων θεραπείας | Μέση αρχική τιμή | Μέση τιμή κατά τη διάρκεια 3 εβδομάδων θεραπείας | |
| Αριθμός κενώσεων της κύστης τη νύκτα | 2,97 (0,84) | 1,68 (0,86) | 3,03 (1,10) | 2,54 (1,05) | p<0,0001 |
| Ρυθμός νυκτερινής ούρησης (ml/min) | 1,51 (0,55) | 0,87 (0,34) | 1,55 (0,57) | 1,44 (0,57) | p<0,0001 |
| Διάρκεια της αρχικής, χωρίς διακοπές περιόδου ύπνου (λεπτά) | 152 (51) | 270 (95) | 147 (54) | 178 (70) | p<0,0001 |
8% των ασθενών διέκοψαν στη φάση της εξατομίκευσης της δοσολογίας εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών και 2% ακολούθως, κατά τη διάρκεια της διπλής τυφλής φάσης (0,63% με δεσμοπρεσσίνη και 1,45% με εικονικό φάρμακο).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η μέση συνολική απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υπογλωσσίως χορηγούμενης δεσμοπρεσσίνης υπό την μορφή MINIRIN® Melt σε δόσεις 200, 400 και 800 μg είναι 0,25% με διάστημα εμπιστοσύνης CI
95% 0,21-0,31%. Η μέγιστη συγκέντρωση (C ) ήταν 14, 30 & 65 pg/mL μετά τη χορήγηση 200, 400 max και 800 μg αντιστοίχως. Ο χρόνος επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης (t ) στο πλάσμα max επιτυγχάνεται σε 0,5-2,0 ώρες μετά τη λήψη. Ο γεωμετρικός τελικός χρόνος ημιζωής είναι 2,8 ώρες (CV=24%).
Πίνακας συσχέτισης MINIRIN® δισκίων και λυοφιλοποιημένων από του στόματος δισκίων MINIRIN® Melt
| MINIRIN® Δισκία | MINIRIN® Δισκία | MINIRIN® Melt | MINIRIN® Melt |
|---|---|---|---|
| Οξική δεσμοπρεσσίνη | Δεσμοπρεσσίνη ελεύθερη βάση | Δεσμοπρεσσίνη ελεύθερη βάση | Οξική δεσμοπρεσσίνη |
| 0,1 mg | 89 μg | 60 μg | Περίπου 67 μg* |
| 0,2 mg | 178 μg | 120 μg | Περίπου 135 μg* |
| 0,4 mg | 356 μg | 240 μg | Περίπου 270 μg* |
*) υπολογισμένη για λόγους σύγκρισης Κατανομή Η κατανομή της δεσμοπρεσσίνης περιγράφεται καλύτερα από μοντέλο κατανομής δύο διαμερισμάτων με όγκο κατανομής κατά τη φάση της απομάκρυνσης 0,3-0,5 L/kg.
Βιομετασχηματισμός Ο in-vivo μεταβολισμός της δεσμοπρεσσίνης δεν έχει μελετηθεί. Σε in vitro μελέτες μεταβολισμού της δεσμοπρεσσίνης με παρασκευάσματα ανθρώπινων ηπατικών μικροσωμάτων, απεδείχθη ότι δε μεταβολίζονται σημαντικές ποσότητες στο ήπαρ από το σύστημα κυτοχρώματος Ρ450. Επομένως δεν είναι πιθανόν να λαμβάνει χώρα in vivo μεταβολισμός στο ανθρώπινο ήπαρ από το σύστημα κυτοχρώματος Ρ450. Η επίδραση της δεσμοπρεσσίνης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων είναι πιθανότατα ελάχιστη, εξαιτίας έλλειψης αναστολής του συστήματος μεταβολισμού φαρμάκων, του κυτοχρώματος Ρ450.
Αποβολή Η ολική κάθαρση της δεσμοπρεσσίνης έχει υπολογιστεί 7,6 L/hr. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της δεσμοπρεσσίνης εκτιμάται 2,8 ώρες. Σε υγιή άτομα το κλάσμα που εκκρίνεται αμετάβλητο ήταν 52% (44-60%).
Μετά από IV ένεση το 45% της ποσότητας της δεσμοπρεσσίνης ανακτάται στα ούρα εντός 24ώρου.
Γραμμικότητα/μη-γραμμικότητα Δεν υπάρχουν ενδείξεις μη-γραμμικότητας σε καμία φαρμακοκινητική παράμετρο της δεσμοπρεσσίνης.
Χαρακτηριστικά σε ειδικές ομάδες ασθενών Νεφρική δυσλειτουργία Ανάλογα με το βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας η AUC και ο χρόνος ημιζωής αυξάνονται με τη σοβαρότητα της νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 50 ml.min) η δεσμοπρεσσίνη αντενδείκνυται.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν διεξήχθησαν μελέτες.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική των δισκίων MINIRIN Melt μελετήθηκε σε παιδιά με Πρωτοπαθή Νυκτερινή Ενούρηση και δεν εντοπίστηκε καμία σημαντική διαφορά σε σχέση με τους ενήλικες.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.
Μελέτες καρκινογένεσης δεν έχουν διεξαχθεί για τη δεσμοπρεσσίνη, διότι σχετίζεται πολύ στενά με τη φυσική πεπτιδική ορμόνη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος Εκδόχων
Ζελατίνη Μαννιτόλη, Ε421 Κιτρικό οξύ άνυδρο
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
4 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από την υγρασία και το φως.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τα λυοφιλοποιημένα από του στόματος δισκία MINIRIN® Melt είναι διαθέσιμα στις κάτωθι συσκευασίες:
Blisters Αλουμινίου/Αλουμινίου των 10 λυοφιλοποιημένων από του στόματος δισκίων, σε συσκευασία των 30 και 100 λυοφιλοποιημένων από του στόματος δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
FERRING ΕΛΛΑΣ ΜΕΠΕ Καραγιώργη Σερβίας 2 105 62 Αθήνα, Ελλάδα Τηλ. 210 6843449
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
MINIRIN® Melt 60 μg: 37717/10/18.4.2011 MINIRIN® Melt 120 μg: 37719/10/18.4.2011
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 23 Αυγούστου 2007
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 18 Απριλίου 2011