1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
MIOREL 10mg δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 10 mg βακλοφαίνη.
Έκδοχο με γνωστή δράση: άμυλο σίτου 61.5mg/δισκίο Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίo Στρογγυλό επίπεδο δισκίο, λευκού χρώματος με χαραγή στη μία πλευρά.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το MIOREL ενδείκνυται για την ανακούφιση της σπαστικότητας των εκούσιων μυών που προκύπτουν από διαταραχές όπως: σκλήρυνση κατά πλάκας, άλλες βλάβες της σπονδυλικής στήλης, π.χ. συριγγομυελία, ασθένεια κινητικών νευρώνων, εγκάρσια μυελίτιδα.
Το MIOREL ενδείκνυται επίσης σε ενήλικες για την ανακούφιση της σπαστικότητας των εκούσιων μυών που προκύπτουν από π.χ. εγκεφαλοαγγειακά ατυχήματα, εγκεφαλική παράλυση, μηνιγγίτιδα, τραυματισμό στο κεφάλι.
Η επιλογή του ασθενούς είναι σημαντική κατά την έναρξη της θεραπείας με MIOREL, είναι πιθανό να έχει το μεγαλύτερο όφελος σε ασθενείς των οποίων η σπαστικότητα αποτελεί μειονέκτημα σε δραστηριότητες ή/και φυσιοθεραπεία. Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά μέχρι να σταθεροποιηθεί η σπαστική κατάσταση.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η βακλοφαίνη ενδείκνυται σε ασθενείς κάτω των 18 ετών για τη συμπτωματική θεραπεία της σπαστικότητας εγκεφαλικής προέλευσης, ειδικά λόγω παιδικής εγκεφαλικής παράλυσης, καθώς και μετά από εγκεφαλοαγγειακά ατυχήματα ή παρουσία νεοπλαστικών ή εκφυλιστικών εγκεφαλικών νόσων.
Η βακλοφαίνη ενδείκνυται επίσης για τη συμπτωματική θεραπεία μυϊκών σπασμών που εμφανίζονται σε λοιμώδεις νόσους του νωτιαίου μυελού, εκφυλιστικές, τραυματικές, νεοπλαστικές ή άγνωστης προέλευσης, όπως σκλήρυνση κατά πλάκας, σπαστική παράλυση της σπονδυλικής στήλης, αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση, συριγγομυελία, εγκάρσια μυελίτιδα, τραυματική παραπληγία ή μερική παραπληγία και συμπίεση του νωτιαίου μυελού.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η ρύθμιση της δοσολογίας είναι απαραίτητη για την κάλυψη των επιμέρους αναγκών των ασθενών αποφευγοντας παράλληλα τις ανεπιθύμητες ενέργειες ή τις παρεμβολές στη λειτουργία ανάλογα με τη δραστηριότητα των εκούσιων μυών π.χ. κύστη, υποστήριξη κεντρικής στάσης. Συνιστάται η χαμηλότερη δόση που αντιστοιχεί στη βέλτιση απόκριση.
Εάν κανένα όφελος δεν είναι εμφανές εντός 6 έως 8 εβδομάδων από την επίτευξη της μέγιστης δοσολογίας, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα συνεχιστεί το MIOREL.
Η θεραπεία θα πρέπει παντα (εκτός αν εμφανιστούν σοβαρές ανεπιθυμητες ενέργειες) να διακόπτεται σταδιακά, μειώνοντας διαδοχικά τη δοσολογία σε διάστημα περίπου 1-2 εβδομάδων.
Η διακοπή της θεραπείας θα πρέπει να γίνεται πάντα σταδιακά με διαδοχική μείωση της δοσολογίας σε διάστημα περίπου 1 εως 2 εβδομάδων, εκτός από έκτακτα περιστατικά υπερδοσολογίας ή όπου έχουν εμφανιστεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Παράγραφο 4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Δοσολογία Ενήλικες Η θεραπεία πρέπει, κατά κανόνα, να αρχίζει με μια δοσολογία των 15mg την ημέρα, διαιρεμένη κατά προτίμηση σε 2 έως 4 δόσεις. Η δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται προς τα πάνω με προσοχή κατά 15 mg/ημέρα ανά 3 ημέρες μέχρι να επιτευχθεί η απαιτούμενη ημερήσια δοσολογία.
Σε ορισμένους ασθενείς με ευαισθησία στα φάρμακα, ίσως θα ήταν σκόπιμη η έναρξημε χαμηλότερη ημερήσια δοσολογία (5mg ή 10 mg), που αυξάνεται πιο σταδιακά (βλ. Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση) Η βέλτιστη δοσολογία γενικά κυμαίνεται από 30 mg έως 80 mg την ημέρα.
Ο ικανοποιητικός έλεγχος των συμπτωμάτων επιτυγχάνεται συνήθως με δόσεις έως 60mg ημερησίως, αλλά συχνά απαιτείται προσεκτική προσαρμογή για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του κάθε ασθενούς. Η δόση μπορεί να αυξηθεί αργά εάν απαιτείται, αλλά δεν συνιστάται μέγιστη ημερήσια δόση άνω των 100 mg εκτός εάν ο ασθενής βρίσκεται στο νοσοκομείο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, περιστασιακά μπορεί να είναι απαραίτητα 100mg-120mg.
Μικρή συχνή δοσολογία μπορεί να αποδειχθεί καλύτερη σε ορισμένες περιπτώσεις από μεγαλύτερες δόσεις σε απόσταση. Επίσης, ορισμένοι ασθενείς επωφελούνται από τη χρήση του MIOREL μόνο τη νύχτα για την αντιμετώπιση επώδυνων μυικών σπασμών. Ομοίως, μία εφάπαξ δόση που χορηγήθηκε περίπου 1 ώρα πριν από την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών, όπως πλύσιμο, ντύσιμο, ξύρισμα, φυσιοθεραπεία, συχνά βελτιώνει την κινητικότητα.
Μόλις επιτευχθεί η μέγιστη συνιστώμενη δόση, εάν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν είναι εμφανές εντός 6 εβδομάδων, θα πρέπει να ληφθεί μια απόφαση αν θα συνεχιστεί το MIOREL.
Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς σε ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας με MIOREL. Μικρές δόσεις θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιούνται στην αρχή της θεραπείας, με τη δόση να ρυθμίζεται σταδιακά έναντι της ανταπόκρισης, υπό προσεκτική επίβλεψη. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η τελική μέση μέγιστη δόση διαφέρει από εκείνη στους νεότερους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)
Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με πολύ χαμηλή δόση (αντιστοιχεί σε περίπου 0,3 mg/kg την ημέρα) σε 2-4 διαιρεμένες δόσεις (κατά προτίμηση 4 δόσεις). Επομένως, τα δισκία MIOREL δεν είναι κατάλληλα για χρήση σε παιδιά με σωματικό βάρος κάτω των 33 kg.
H δοσολογία πρέπει να αυξάνεται με προσοχή σε διαστήματα περίπου 1 - 2 εβδομάδων μέχρι να είναι επαρκής για τις ατομικές ανάγκες του παιδιού. Η συνηθισμένη ημερήσια δοσολογία για την θεραπεία συντήρησης κυμαίνεται μεταξύ 0,75 και 2 mg/kg σωματικού βάρους. Τα δισκία ΜIOREL δεν είναι κατάλληλα για χρήση σε παιδιά με σωματικό βάρος κάτω των 33 kg.
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή χρόνια αιμοδιύλιση, πρέπει να επιλέγεται μια ιδιαίτερη χαμηλή δοσολογία MIOREL, δηλαδή περίπου 5 mg την ημέρα.
Το MIOREL θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου μόνο εάν
το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για έγκαιρη διάγνωση πρώιμων συμπτωμάτων ή/και συμπτωμάτων τοξικότητας (π.χ. υπνηλία,λήθαργος) (βλ. Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και Παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία υπό θεραπεία με MIOREL. Το συκώτι δεν παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό της βακλοφαίνης μετά από από του στόματος χορήγηση του MIOREL (βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Ωστόσο, επειδή το MIOREL έχει τη δυνατότητα αύξησης των ηπατικών ενζύμων, θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ.παράγραφο 4.4 ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Γηριατρικοί ασθενείς (65 ετών και άνω)
Δεδομένου ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν σε ηλικιωμένους ασθενείς, συνιστάται να εφαρμοσθεί ένα προσεκτικό πρόγραμμα δοσολογίας και ο ασθενής να βρίσκεται υπό την κατάλληλη παρακολούθηση.
Ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις εγκεφαλικής προέλευσης Δεδομένου ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν σε ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις εγκεφαλικής προέλευσης, συνιστάται να εφαρμοσθεί ένα προσεκτικό πρόγραμμα δοσολογίας και ο ασθενής να βρίσκεται υπό την κατάλληλη παρακολούθηση.
Τρόπος χορήγησης Το MIOREL πρέπει να λαμβάνεται κατά την διάρκεια των γευμάτων με λίγο νερό.
4.3 Αντενδείξεις
MIORELΥπερευαισθησία στην βακλοφαίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ψυχιατρικές διαταραχές και διαταραχές του νευρικού συστήματος Η θεραπεία με MIOREL μπορεί να επιδεινώσει τις καταστάσεις ασθενών που πάσχουν από πορφυρία, έχουν ιστορικό αλκοολισμού, υπέρτασης, ψυχωσικών διαταραχών, σχιζοφρένειας, καταθλιπτικών ή μανιοκαταθλιπτικών διαταραχών, συγχυτικών καταστάσεων και της νόσου του Πάρκινσον. Οι ασθενείς που πάσχουν από τις εν λόγω ασθένειες πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή και να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση.
Υπάρχουν αναφορές αυτοκτονιών και αυτοκτονικών περιστατικών σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με βακλοφαίνη. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ασθενείς παρουσίαζαν επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου συνδεόμενους με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας, όπως διαταραχές λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, κατάθλιψη και/ή ιστορικό προηγούμενης απόπειρας αυτοκτονίας. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου αυτοκτονίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το φάρμακο. Οι ασθενείς (και οι φροντιστές τους) πρέπει να ενημερώνονται για την ανάγκη παρακολούθησης τυχόν κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων ή ασυνήθιστων αλλαγών συμπεριφοράς και να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων συμπτωμάτων.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά λανθασμένης χρήσης, κατάχρησης και εξάρτησης από τη βακλοφαίνη. Οι ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης ουσιών πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και να παρακολουθούνται για συμπτώματα λανθασμένης χρήσης, κατάχρησης ή
εξάρτησης από τη βακλοφαίνη, όπως κλιμάκωση της δόσης, εθιστική συμπεριφορά, εμφάνιση ανεκτικότητας.
Eπιληψία Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σπασπών, γιατί μπορεί να επιδεινωθεί αυτή η κατάσταση και έχουν αναφερθεί περιστασιακά κρίσεις, που είχαν σχέση με διακοπή του MIOREL ή υπερδοσολογία. Πρέπει να συνεχισθεί επαρκής αντισπασμωδική θεραπεία και ο ασθενής να ελέγχεται προσεκτικά.
Το MIOREL θα πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν αντιυπερτασική θεραπεία. (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Άλλα Το ΜIOREL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους, καθώς επίσης σε εκείνους, που υποφέρουν από αγγειακές παθήσεις του εγκεφάλου (π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο) ή από αναπνευστική ή ηπατική δυσλειτουργία. Επειδή είναι πιο πιθανό να εμφανισθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, συνιστάται να εφαρμοσθεί ένα πολύ προσεκτικό δοσολογικό πρόγραμμα σε ηλικιωμένους ή ασθενείς με σπαστικότητα που προέρχεται από τον εγκέφαλο. (βλ. Παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Παιδιατρικός πληθυσμός Υπάρχουν πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βακλοφαίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους. Η χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών θα πρέπει να βασίζεται στην μελέτη του γιατρού για την ατομική θεραπεία οφέλους και κινδύνου.
Η βακλοφαίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερισχύει του πιθανού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Έχουν παρατηρηθεί νευρολογικές ενδείξεις και συμπτώματα υπερδοσολογίας, συμπεριλαμβανομένων κλινικών εκδηλώσεων τοξικής εγκεφαλοπάθειας (π.χ. σύγχυση, αποπροσανατολισμός, υπνηλία και επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης) σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν από του στόματος βακλοφαίνη σε δόσεις άνω των 5 mg την ημέρα και σε δόσεις των 5 mg την ημέρα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε χρόνια αιμοκάθαρση. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά για έγκαιρη διάγνωση των πρώιμων συμπτωμάτων τοξικότητας (Βλ. παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία).
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τον συνδυασμό της βακλοφαίνης με φάρμακα ή φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη νεφρική λειτουργία. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά και η καθημερινή δοσολογία βακλοφαίνης να προσαρμόζεται ανάλογα, για την πρόληψη τοξικότητας από τη βακλοφαίνη.
Εκτός από τη διακοπή της θεραπείας, η μη προγραμματισμένη αιμοκάθαρση μπορεί να θεωρηθεί ως εναλλακτική θεραπεία σε ασθενείς με σοβαρή τοξικότητα στην βακλοφαίνη. Η αιμοκάθαρση απομακρύνει αποτελεσματικά τη βακλοφαίνη από το σώμα, ανακουφίζει τα κλινικά συμπτώματα υπερδοσολογίας και συντομεύει τον χρόνο ανάρρωσης σε αυτούς τους ασθενείς Διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος Κάτα τη θεραπεία με MIOREL οι νευρογενείς διαταραχές, που επηρεάζουν την εκκένωση της κύστης, μπορεί να εμφανίσουν βελτίωση. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπερτονία του σφιγκτήρα μπορεί να εμφανισθεί οξεία κατακράτηση ούρων. Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Εργαστηριακοί έλεγχοι Σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί αυξημένα επίπεδα ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης, αλκαλικής φωσφατάσης του αίματος και γλυκόζης του αίματος στον ορό. Πρέπει να γίνονται
κατάλληλοι εργαστηριακοί έλεγχοι σε ασθενείς με ηπατικές παθήσεις ή σακχαρώδη διαβήτη, προκειμένου να εξασφαλισθεί, ότι δεν έχουν εμφανισθεί μεταβολές προκαλούμενες από το φάρμακο, στις υποκείμενες αυτές νόσους.Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Απότομη διακοπή Η θεραπεία πρέπει πάντα (εκτός εάν εμφανιστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες) να διακόπτεται σταδιακά με διαδοχικές μειώσεις της δόσης για διάστημα περίπου 1-2 εβδομάδων. Με την απότομη διακοπή της χορήγησης βακλοφαίνης, ειδικά μετά από μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή έχουν αναφερθεί άγχος και συγχυτική κατάσταση, παραλήρημα, ψευδαισθήσεις, ψυχωσική διαταραχή, μανία ή παράνοια, σπασμοί (status epilepticus), δυσκινησία, ταχυκαρδία, υπερθερμία, ραβδομυόλυση και προσωρινή επιδείνωση της σπαστικότητας ως φαινομένου έξαρσης .
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις στέρησης του φαρμάκου συμπεριλαμβανομένων μεταγεννητικών σπασμών σε νεογνά μετά από ενδομήτρια έκθεση στην από του στόματος χορήγηση βακλοφαίνης. Ως προληπτικό μέτρο, η χορήγηση βακλοφαίνης σε νεογνά με σταδιακή μείωση μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο και την αποτροπή στερητικών αντιδράσεων. Αυτή η σύσταση βασίζεται σε περιορισμένο αριθμό αναφερόμενων περιπτώσεων στη βιβλιογραφία.
Εκτός από καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με υπερδοσολογία ή όπου έχουν συμβεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, η θεραπεία θα πρέπει πάντα να διακόπτεται σταδιακά, με διαδοχική μείωση της δοσολογίας (σε διάστημα περίπου 1 έως 2 εβδομάδων).
Έκδοχα Αυτό το φάρμακο περιέχει μόνο πολύ χαμηλά επίπεδα γλουτένης (από άμυλο σίτου) και είναι πολύ απίθανο να προκαλέσει προβλήματα εάν έχετε κοιλιοκάκη.
Εάν έχετε αλλεργία σίτου (διαφορετική από την κοιλιοκάκη) δεν πρέπει να πάρετε αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Παρατηρούμενες αλληλεπιδράσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη Λεβοντόπα/Αναστολέα της ντόπα αποκαρβοξυλάσης (DDC) (Καρβιντόπα)
Σε ασθενείς με νόσο του Parkinson, που λαμβάνουν θεραπεία με βακλοφαίνη και λεβοντόπα (μονο ή σε συνδυασμό με DDC αναστολέα, καρβιντόπα), υπήρξαν αναφορές διανοητικής σύγχυσης, ψευδαισθήσεων, πονοκέφαλου, ναυτίας και ανησυχίας. Εχει επίσης αναφερθεί επιδείνωση των συμπτωμάτων του Παρκινσονισμού. Ως εκ τούτου, πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση του MIOREL και των λεβοντόπα/καρβιντόπα.
Φάρμακα που προκαλούν καταστολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ)
Οταν το MIOREL λαμβάνεται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που δρουν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, με άλλα μυοχαλαρωτικά (όπως η τιζανιδίνη) με συνθετικά οπιούχα ή με οινοπνευματώδη, μπορεί να εμφανισθεί αυξημένη καταστολή (βλ. παράγραφο 4.4. Επίδραση στην Ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων). Ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής αυξάνεται επίσης.
Επιπλέον, έχει αναφερθεί υπόταση με την ταυτόχρονη χορήγηση μορφίνης και ενδοραχιαίας βακλοφαίνης.
Η προσεκτική παρακολούθηση της αναπνευστικής και καρδιαγγειακής λειτουργίας είναι σημαντική ιδιαίτερα σε ασθενείς με καρδιοαναπνευστικά νοσήματα και αδυναμία των αναπνευστικών μυών.
Η ταυτόχρονη χρήση μπακλοφένης με αναστολείς ΜΑΟ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κατασταλτικη επίδραση του ΚΝΣ και υποτασικη. Συνιστάται προσοχή και η δοσολογία ενός ή και των δύο παραγόντων μπορεί να χρειαστεί μείωση.
Αντικαταθλιπτικά Κατά την διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μπορεί να ενισχυθεί η δράση του MIOREL, με αποτέλεσμα έντονη μυϊκή υποτονία.
Λίθιο Η ταυτόχρονη χρήση από του στόματος βακλοφαίνης και λιθίου έχει οδηγήσει σε επιδεινωμένα υπερκινητικά συμπτώματα. Επομένως, συνιστάται προσοχή στην ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου και βακλοφαίνης.
Αντιυπερτασικά Επειδή η ταυτόχρονη θεραπεία με αντιϋπερτασικά είναι πιθανόν να αυξήσει την πτώση της αρτηριακής πίεσης, η δοσολογία της αντιϋπερτασικής αγωγής πρέπει να προσαρμοσθεί ανάλογα.
Παράγοντες που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία Φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια, π.χ. η ιβουπροφαίνη μπορούν να μειώσουν την απέκκριση της βακλοφαίνης οδηγώντας σε τοξικές επιδράσεις (βλ. παράγραφο 4.4 ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Δεδομένου ότι η βακλοφαίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα, μπορεί να είναι απαραίτητες προσαρμογές της δοσολογίας της ινσουλίνης και/ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων κατά τη διάρκεια και μετά από ταυτόχρονη θεραπεία.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Το MIOREL χορηγούμενο από το στόμα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τη συχνότητα ομφαλοκήλης (κοιλιοκήλης) σε έμβρυα αρουραίων, στους οποίους χορηγήθηκε περίπου 13 φορές η μέγιστη από το στόμα δόση (σε βάση mg/kg), που συνιστάται για χρήση στον άνθρωπο. Αυτή η ανωμαλία δεν εμφανίσθηκε σε ποντικούς ή κουνέλια (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες.
Η βακλοφαίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερισχύει του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.
Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις στέρησης του φαρμάκου συμπεριλαμβανομένων μεταγεννητικών σπασμών σε νεογνά μετά από ενδομήτρια έκθεση στην από του στόματος χορήγηση βακλοφαίνη.
Θηλασμός Στις μητέρες που παίρνουν MIOREL σε θεραπευτικές δόσεις, η δραστική ουσία περνά στο μητρικό γάλα, αλλά σε τόσο μικρές ποσότητες, που δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες στο βρέφος.
Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση της βακλοφαίνης στη γονιμότητα στους ανθρώπους. Η βακλοφαίνη δεν επηρέασε τη γονιμότητα θηλυκών και αρσενικών αρουραίων σε επίπεδα δόσεων μη τοξικά για αυτούς.
Γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν οποιεσδήποτε ειδικές συστάσεις για γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Η βακλοφαίνη μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, νάρκωση, υπνηλία και προβλήματα όρασης που μπορεί να επηρεάσουν την αντίδραση του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.8
Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες θα έπρεπε να αποφεύγουν την οδήγηση ή τη χρήση μηχανημάτων.
Στάση σώματος και ισορροπία Το MIOREL πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν η σπαστικότητα είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της όρθιας θέσης και της ισορροπίας στην κίνηση (βλ. παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται κύρια κατά την έναρξη της θεραπείας εάν η δοσολογία αυξάνεται πάρα πολύ γρήγορα, αν χορηγούνται μεγάλες δόσεις ή σε ηλικιωμένους ασθενείς. Είναι συχνά παροδικές και μπορούν να ελαττωθούν ή να εξαλειφθούν με μείωση της δοσολογίας. Σπάνια είναι τόσο σοβαρές, ώστε να επιβάλλουν τη διακοπή της αγωγής.
Εάν η ναυτία επιμένει μετά από μείωση της δοσολογίας, συνιστάται η κατάποση του MIOREL με τροφή ή ρόφημα γάλακτος.
Μείωση της ουδού των σπασμών και σπασμοί μπορεί να συμβούν, ιδιαίτερα σε επιληπτικούς ασθενείς.
Ορισμένοι ασθενείς εμφάνισαν αυξημένη σπαστικότητα σαν παράδοξη αντίδραση στην αγωγή.
Σε ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικής νόσου ή με αγγειακές διαταραχές του εγκεφάλου (π.χ.
εγκεφαλικό επεισόδιο), καθώς επίσης σε ηλικιωμένα άτομα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να πάρουν σοβαρότερη μορφή.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται με βάση τη συχνότητα, με την συχνότερη πρώτα, ως εξής: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Κεντρικό Νευρικό Σύστημα Πολύ Συχνές: καταστολή κατά την διάρκεια της ημέρας, υπνηλία Συχνές: αναπνευστική καταστολή, εξάντληση, διανοητική σύγχυση, ζάλη, πονοκέφαλος, αϋπνία, ευφορία, κατάθλιψη, μυϊκή αδυναμία, αταξία, τρόμος, ψευδαισθήσεις εφιάλτες, μυαλγία, νυσταγμός, ξηροστομία.
Σπάνιες: παραισθησίες, δυσαρθρία, δυσγευσία. Μπορεί να συμβεί μείωση της ουδού των σπασμών και σπασμοί, ιδιαίτερα σε επιληπτικούς ασθενείς.
Μη γνωστές: σύνδρομο υπνικής άπνοιας* Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές: διαταραχές προσαρμογής, οπτικές διαταραχές Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ Συχνές: ναυτία Συχνές: γαστρεντερικές διαταραχές, δυσκοιλιότητα, διάρροια τάση προς έμετο, έμετος Σπάνιες: κοιλιακός πόνος.
Καρδιακές Διαταραχές Συχνές: μείωση της καρδιακής απόδοσης, Μη γνωστές: βραδυκαρδία Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Υπόταση Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνές: συχνουρία, ενούρηση, δυσουρία Σπάνιες: κατακράτηση ούρων, Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Σπάνιες: στυτική δυσλειτουργία Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων:
Σπάνιες: διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: υπεριδρωσία, δερματικό εξάνθημα Μη γνωστές: κνίδωση Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ σπάνιες: Υποθερμία Μη γνωστές: Σύνδρομο στέρησης (βλ. παράγραφο 4.4 ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Παρακλινικές εξετάσεις Μη γνωστές: Αύξηση της γλυκόζης στο αίμα *Περιστατικά συνδρόμου κεντρικής υπνικής άπνοιας έχουν παρατηρηθεί με τις υψηλές δόσεις βακλοφαίνης (≥100 mg) σε ασθενείς που είναι εξαρτημένοι από το αλκοόλ.
Ένας ανεπιθύμητος βαθμός μυϊκής υποτονίας - καθιστώντας πιο δύσκολο για τους ασθενείς να περπατήσουν ή να φροντίσουν τον εαυτό τους - μπορεί να εμφανιστεί και συνήθως μπορεί να ανακουφιστεί με επαναπροσαρμογή της δοσολογίας (δηλ. με μείωση των δόσεων που δίνονται κατά τη διάρκεια της ημέρας και πιθανώς αύξηση τη βραδινής δόσης).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Σημεία και συμπτώματα Προεξάρχοντα χαρακτηριστικά είναι σημεία της κεντρικής νευρικής καταστολής: υπνηλία, διαταραχές της συνείδησης, κώμα, καταστολή της αναπνοής.
Επίσης μπορούν ενδεχόμενα να εμφανισθούν: εμβοές, σύγχυση, ψευδαισθήσεις, διέγερση, σπασμοί, μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (μοτίβο καταστολής των ριπών και τριφασικά κύματα), διαταραχή της προσαρμογής, αντανακλαστικό της κόρης επηρεασμένο, γενικευμένη μυϊκή υποτονία, μυοκλονία, ελάττωση αντανακλαστικών ή απώλεια αντανακλαστικών, περιφερειακή αγγειοδιαστολή, υπόταση ή υπέρταση, βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία ή καρδιακή αρρυθμία, υποθερμία, ναυτία, έμετος,
διάρροια, υπερέκκριση σιέλου, αύξηση τιμών ηπατικών ενζύμων, SGOT και αλκαλικής φωσφατάσης, υπνική άπνοια, ραβδομυόλυση.
Μπορεί να εμφανισθεί επιδείνωση της κατάστασης, εάν διάφορες ουσίες ή φάρμακα, που δρουν στο ΚΝΣ (πχ οινόπνευμα, διαζεπάμη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) έχουν ληφθεί ταυτόχρονα.
Θεραπεία Δεν υπάρχει αντίδοτο Θα πρέπει να χορηγηθούν υποστηρικτικά μέτρα και συμπτωματική θεραπεία για επιπλοκές όπως υπόταση, υπέρταση, σπασμοί, γαστρεντερικές διαταραχές και αναπνευστική ή καρδιαγγειακή καταστολή.
Eπειδή το φάρμακο απεκκρίνεται κύρια από τα νεφρά, πρέπει να χορηγούνται μεγάλες ποσότητες υγρών, πιθανώς μαζί με ένα διουρητικό. Αιμοδιύλιση (κάποιες φορές μη προγραμματισμένη) μπορεί να είναι χρήσιμη σε σοβαρή δηλητηρίαση, συνοδευόμενη από νεφρική ανεπάρκεια. (βλ. παράγραφο 4.4 ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα αρθροπαθειών και μυοσκελετικών παθήσεων, κωδικός ATC: M03BX01 Μηχανισμός δράσης Η βακλοφαίνη είναι ένα πολύ δραστικό αντισπαστικό με δράση στο νωτιαίο μυελό. Ένα παράγωγο γ- αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), χημικά με σχετιζόμενο με άλλους αντισπασμικούς παράγοντες. Η βακλοφαίνη καταστέλλει την μονοσυναπτική και πολυσυναπτική μετάδοση των αντανακλαστικών, πιθανώς διεγείροντας τους GABA -υποδοχείς. Στη συνέχεια, η διέγερση αυτή αναστέλλει την B απελευθέρωση των διεγερτικών αμινοξέων γλουταμινικό και ασπαρτικό.
Η νευρομυϊκή μετάδοση δεν επηρεάζεται από τη βακλοφαίνη.
Η βακλοφαίνη έχει επίσης αντιεπιληπτική επίδραση. Η γενική ευημερία συχνά βελτιώνεται και η καταστολή είναι λιγότερο συχνά πρόβλημα από ό, τι με κεντρικά δρώντα φάρμακα.
Στις νευρολογικές νόσους που συνοδεύονται από σπασμό των γραμμωτών μυών, οι κλινικές δράσεις της βακλοφαίνης παίρνουν την μορφή ευεργετικής δράσης στις αντανακλαστικές μυϊκές συσπάσεις και σημαντικής ανακούφισης στον επώδυνο σπασμό, τον αυτοματισμό και τον κλόνο. Το MIOREL βελτιώνει την κινητικότητα του ασθενή βοηθώντας τον να κατορθώνει να εκτελεί τις καθημερινές δραστηριότητες (περιλαμβανομένου του καθετηριασμού της ουροδόχου κύστεως) και τη φυσιοθεραπεία. Πρόληψη και επούλωση ελκών κατάκλισης και βελτίωση των συνηθειών ύπνου (λόγω εξάλειψης των επώδυνων μυϊκών σπασμών) και στη λειτουργία της ουροδόχου κύστης και του σφιγκτήρα, έχουν επίσης παρατηρηθεί ως έμμεσες επιδράσεις της θεραπείας με βακλοφαίνη.
Η βακλοφαίνη διεγείρει την έκκριση γαστρικού οξέος.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η βακλοφαίνη απορροφάται γρήγορα και πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά την χορήγηση από το στόμα μιας εφάπαξ δόσης (10 - 30 mg) βακλοφαίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, καταγράφονται μετά 0,5 - 1,5 ώρες και οι αντίστοιχες περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκεντρώσεων στον ορό (AUCs), είναι ανάλογες προς το μέγεθος της δόσης.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της βακλοφαίνης ανέρχεται σε 0,7 l/kg και το ποσοστό πρωτεϊνικής δέσμευσης είναι περίπου 30% και είναι σταθερό στην περιοχή συγκέντρωσης 10ng/ml έως 300μg/ml. Στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό η δραστική ουσία επιτυγχάνει συγκεντρώσεις περίπου 8,5 φορές χαμηλότερες από ό,τι στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός Η βακλοφαίνη μεταβολίζεται μόνο σε πολύ μικρό βαθμό. Η απαμίνωση προκαλεί το σχηματισμό του κύριου μεταβολίτη, β-(p-chlorophenyl)-4-hydroxybutyric acid, που είναι φαρμακολογικά αδρανής.
Αποβολή Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής της βακλοφαίνης από το πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 3 - 4 ώρες.
Tο ποσοστό πρωτεϊνικής δέσμευσης είναι περίπου 30%.
Η βακλοφαίνη απεκκρίνεται σε μεγάλο βαθμό σε αναλλοίωτη μορφή. Μέσα σε 72 ώρες, περίπου το 75% της δόσης απεκκρίνεται από τα νεφρά. Από αυτήν την ποσότητα, το 5% περίπου είναι σε μορφή μεταβολιτών.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)
Η φαρμακοκινητική της βακλοφαίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι ουσιαστικά ίδια, όπως σε νέα άτομα κάτω των 65 ετών. Με τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης, υπάρχει στους ηλικιωμένους πιο αργή αποβολή αλλά παρόμοια συστηματική έκθεση βακλοφαίνης σε σχέση με άτομα κάτω των 65 ετών. Η επέκταση αυτών των αποτελεσμάτων σε θεραπεία πολλαπλών δόσεων υποδηλώνει πως δεν υπάρχει σημαντική φαρμακοκινητική διαφορά μεταξύ ηλικιωμένων ασθενών και νεότερων ατόμων κάτω των 65 ετών.
Παιδιατρικοί ασθενείς Με την από του στόματος χορήγηση βακλοφαίνης 2.5mg σε δισκίο σε παιδιά (από 2 έως 12 ετών), παρατηρήθηκε C 62.8 ± 28.7 ng/ml και T 0.95 έως 2 ώρες. Αναφέρθηκαν ακόμα μέση κάθαρση max max πλάσματος 315.9 ml/h/kg, όγκος κατανομής 2.58 L/kg και χρόνος ημιζωής 5.10 ώρες.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για τη χορήγηση βακλοφαίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, καθώς το ήπαρ δεν παίζει σημαντικό ρόλο στη διάθεση της βακλοφαίνης, είναι απίθανο η φαρμακοκινητική της βακλοφαίνης να μεταβληθεί σε κλινικά σημαντικό επίπεδο σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Δεν υπάρχει ελεγχόμενη κλινική φαρμακοκινητική μελέτη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μετά τη χορήγηση βακλοφαίνης.
Η βακλοφαίνη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα. Τα αραιά δεδομένα συγκέντρωσης στο πλάσμα που συλλέχθηκαν μόνο σε γυναίκες ασθενείς υπό χρόνια αιμοκάθαρση ή αντισταθμισμένη νεφρική ανεπάρκεια υποδεικνύουν σημαντικά μειωμένη κάθαρση και αυξημένο χρόνο ημιζωής της βακλοφαίνης σε αυτούς τους ασθενείς. Η προσαρμογή της δοσολογίας της βακλοφαίνης με βάση τα συστημικά της επίπεδα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και η έγκαιρη αιμοκάθαρση είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την αντιστροφή της περίσσειας βακλοφαίνης στη συστημική κυκλοφορία.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Αναπαραγωγική τοξικότητα Η από του στόματος βακλοφαίνη αποδείχθηκε ότι δεν έχει ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη σε επίπεδα μη τοξικής δόσης σε αρουραίους. Η βακλοφαίνη δεν είναι
τερατογόνος σε ποντίκια, αρουραίους και κουνέλια σε δόσεις τουλάχιστον 2,1 φορές τη μέγιστη από του στόματος δόση mg/kg σε ενήλικες.
Η βακλοφαίνη που χορηγείται από το στόμα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τη συχνότητα εμφάνισης ομφαλοκυττάρων (κοιλιακή κήλη) σε έμβρυα αρουραίων που χορηγήθηκε περίπου 8,3 φορές η μέγιστη από του στόματος δόση ενηλίκων εκφρασμένη σε δόση mg/kg. Αυτή η ανωμαλία δεν παρατηρήθηκε σε ποντίκια ή κουνέλια. Η βακλοφαίνη που χορηγείται από το στόμα έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί καθυστερημένη ανάπτυξη του εμβρύου (οστεοποίηση των οστών) σε δόσεις που προκάλεσαν επίσης μητρική τοξικότητα σε αρουραίους και κουνέλια.
Μεταλλαξιoγένεση και καρκινογένεση Η βακλοφαίνη ήταν δυνητικά αρνητική ως μεταλλαξιογόνο και γoνοτοξικό σε δοκιμές σε βακτήρια, κύτταρα θηλαστικών, μαγιά και κινέζικα χάμστερ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η βακλοφαίνη είναι απίθανο να είναι δυνητικά μεταλλαξιογόνος..
Η βακλοφαίνη δεν έδειξε καρκινογένεση σε μια διετή μελέτη σε αρουραίους. Μια προφανώς δoσοσχετιζόμενη αύξηση στη συχνότητα των ωοθηκικών κύστεων και λιγότερο εμφανής αύξηση των διογκωμένων ή/και αιμορραγικών επινεφριδίων παρατηρήθηκε σε θηλυκούς αρουραίους που έλαβαν θεραπεία για 2 χρόνια. Η κλινική συνάφεια αυτών των ευρημάτων δεν είναι γνωστή.
Πειραματικά δεδομένα μέχρι σήμερα υποδηλώνουν ότι η βακλοφαίνη δεν έχει ούτε καρκινογόνες ούτε μεταλλαξιογόνες ιδιότητες.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
άμυλο σίτου, πολυβιδόνη, κυτταρίνη μικροκρυσταλλική, μαγνήσιο στεατικό.
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν έχει αναφερθεί ουδεμία ασυμβατότητα μέχρι σήμερα.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25oC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Blister από PVC και aluminium foil, που φέρει τυπωμένα τα χαρακτηριστικά της παρτίδας και του προϊόντος και περιέχει 10 δισκία. Κάθε κουτί περιέχει 5 blisters, δηλαδή 50 δισκία και ένα φύλλο οδηγιών για το χρήστη.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΠΡΟΒΙΝΤΕΝΤ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.
Λεωφόρος Συγγρού 110, 117 41, Αθήνα
Ελλαδα Τηλ.: 210 9242622 E-mail: info@providentpharma.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
126072/18-12-2020
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 17 Απριλίου 1996 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 6 Φεβρουαρίου 2007