Clinio Logo
Clinio
MOXIFALON › ΠΧΠ

MOXIFALON — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 7 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

MOXIFALON 400 mg / 250 mL Διάλυμα για έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Μία φιάλη 250 mL περιέχει 400 mg μοξιφλοξασίνη (ως υδροχλωρική).

1 mL περιέχει 1,6 mg μοξιφλοξασίνη (ως υδροχλωρική).

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 786,7 mg (περίπου 34,2 mmol) νάτριο ανά φιάλη.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Διάλυμα για έγχυση.

Διαφανές, κίτρινο διάλυμα για έγχυση.

Η ωσμωτικότητα του διαλύματος για έγχυση είναι περίπου 260 mOsm / kg.

Το pΗ του διαλύματος για έγχυση είναι περίπου 4,4.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

H μοξιφλοξασίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία:

 Της πνευμονίας της κοινότητας (CAP)

 Των επιπλεγμένων λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων (cSSSI)

Θα πρέπει να γίνεται χρήση της μοξιφλοξασίνης μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνήθως συνιστώνται για την αρχική θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση είναι 400 mg μοξιφλοξασίνη, εγχεόμενα εφ‘άπαξ ημερησίως.

H αρχικώς ενδοφλέβια θεραπεία μπορεί να συνεχίζεται με από του στόματος θεραπεία με δισκία μοξιφλοξασίνη των 400 mg, όταν αυτό ενδείκνυται κλινικά.

Σε κλινικές μελέτες οι περισσότεροι ασθενείς μετέβησαν σε από του στόματος θεραπεία μέσα σε 4 ημέρες (CAP) ή 6 ημέρες (cSSSI). H συνιστώμενη συνολική διάρκεια της ενδοφλέβιας και από του στόματος θεραπείας είναι 7 - 14 ημέρες για την πνευμονία της κοινότητας και 7 – 21 ημέρες για τις επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των δερματικών δομών.

Νεφρική / Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για τους ασθενείς με ήπια έως σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χρόνια διάλυση π.χ. αιμοδιάλυση και σε περιπατητικούς ασθενείς σε συνεχή περιτοναϊκή διάλυση (βλ. παράγραφο 5.2 για περισσότερες λεπτομέρειες).

Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για τους ηλικιωμένους και για τους ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η μοξιφλοξασίνη αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους σε ανάπτυξη. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της μοξιφλοξασίνης σε παιδιά και εφήβους δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. παράγραφο 4.3).

Τρόπος χορήγησης Για ενδοφλέβια χρήση, συνεχής έγχυση για πάνω από 60 λεπτά (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).

Εάν ενδείκνυται ιατρικώς το διάλυμα προς έγχυση μπορεί να χορηγηθεί μέσω ενός σωλήνα-Τ, μαζί με συμβατά διαλύματα για έγχυση (βλ. παράγραφο 6.6).

4.3 Αντενδείξεις

 Υπερευαισθησία στη μοξιφλοξασίνη, άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

 Κύηση και γαλουχία (δείτε παράγραφο 4.6).

 Ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.

 Ασθενείς με ιστορικό πάθησης διαταραχής των τενόντων σχετιζόμενη με τη θεραπεία με κινολόνες.

Τόσο σε προκλινικές έρευνες όσο και στους ανθρώπους, έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στην καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία μετά από έκθεση στη μοξιφλοξασίνη, με τη μορφή επιμήκυνσης του διαστήματος QT.

Για λόγους ασφάλειας επομένως, η μοξιφλοξασίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με:

 Συγγενή ή τεκμηριωμένη επίκτητη επιμήκυνση του QT.

 Διαταραχές ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα σε μη αποκατασταθείσα υποκαλιαιμία  Κλινικά σχετική βραδυκαρδία  Κλινικά σχετική καρδιακή ανεπάρκεια με ελαττωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας  Προηγούμενο ιστορικό συμπτωματικών αρρυθμιών Η μοξιφλοξασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα τα οποία επιμηκύνουν το διάστημα QT ( βλ. επίσης παράγραφο 4.5).

Λόγω των περιορισμένων κλινικών δεδομένων, η μοξιφλοξασίνη αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh C) και σε ασθενείς που οι τρανσαμινάσες παρουσιάζουν αύξηση > 5 φορές ULN.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χρήση μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με μοξιφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Το όφελος της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη ειδικά σε λοιμώξεις με χαμηλού βαθμού σοβαρότητα θα πρέπει να σταθμίζεται με τις πληροφορίες που περιέχονται στην παράγραφο προειδοποιήσεις και προφυλάξεις.

Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Συνεπώς, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας ή σε ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια ή που παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης  τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό της αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan, ή σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner,, νόσο του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως  για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως  για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Επιμήκυνση του διαστήματος QTc και κλινικές καταστάσεις που πιθανώς να σχετίζονται με επιμήκυνση του QTc.

Έχει δειχθεί, ότι η μοξιφλοξασίνη επιμηκύνει το διάστημα QTc στο ηλεκτροκαρδιογράφημα σε ορισμένους ασθενείς. To μέγεθος της επιμήκυνσης του QT μπορεί να αυξηθεί με τις αυξανόμενες συγκεντρώσεις στο πλάσμα λόγω της γρήγορης ενδοφλέβιας έγχυσης. Επομένως, η διάρκεια της έγχυσης δε θα πρέπει να είναι

λιγότερη από τα συνιστώμενα 60 λεπτά και η ενδοφλέβια δόση των 400mg εφ΄απαξ ημερησίως δε θα πρέπει να υπερβαίνεται. Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε παρακάτω και αναφερθείτε στις παραγράφους 4.3 και 4.5.

Η θεραπεία με μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί εάν τα σημάδια ή τα συμπτώματα που μπορεί να συσχετιστούν με καρδιακή αρρυθμία προκύψουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα.

Η χρήση της μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς με οποιαδήποτε κατάσταση προδιάθεσης σε καρδιακές αρρυθμίες (π.χ. οξεία ισχαιμία του μυοκαρδίου) διότι μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν κοιλιακές αρρυθμίες (συμπερ. torsade de pointes) και καρδιακή ανακοπή. Δείτε επίσης παραγράφους 4.3 και 4.5.

Η χρήση της μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα καλίου. Δείτε επίσης παραγράφους 4.3 και 4.5.

Η χρήση της μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα σχετιζόμενα κλινικά με σημαντική βραδυκαρδία. Δείτε επίσης την παράγραφο 4.3.

Οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι σε επιδράσεις των φαρμάκων που επιμηκύνουν το QT όπως η μοξιφλοξασίνη και συνεπώς απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.

Υπερευαισθησία / αλλεργικές αντιδράσεις Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί με φθοροκινολόνες συμπεριλαμβανομένης και της μοξιφλοξασίνης μετά την πρώτη χορήγηση. Aναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μπορούν να εξελιχθούν σε απειλητικό για τη ζωή σοκ, ακόμη και μετά την πρώτη χορήγηση. Σε περιπτώσεις κλινικών εκδηλώσεων σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και η κατάλληλη θεραπεία (π.χ. θεραπεία για το σοκ) να εφαρμόζεται.

Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες., οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η μοξιφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.

Σοβαρές ηπατικές δυσλειτουργίες Περιπτώσεις ηπατίτιδας που δυνητικά εξελίσσονται σε ηπατική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων) έχουν αναφερθεί με τη μοξιφλοξασίνη (βλ. παρ.4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνούν με το γιατρό τους πριν συνεχίσουν τη θεραπεία εάν οι ενδείξεις και τα συμπτώματα της κεραυνοβόλου ηπατικής νόσου εξελιχθούν έτσι ώστε να αναπτύξουν ταχέως ασθένεια συνοδευόμενη από ίκτερο, σκούρα ούρα, τάση αιμορραγίας ή ηπατική εγκεφαλοπάθεια.

Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εργαστηριακοί έλεγχοι /διερευνήσεις της ηπατικής λειτουργίας σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ηπατικής δυσλειτουργίας.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες

Έχουν αναφερθεί με τη μοξιφλοξασίνη σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs)

συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN: γνωστή επίσης και ως σύνδρομο Lyell’s), σύνδρομο Stevens Johnson (SJS), Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP) και αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), οι οποίες μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες (βλ. παράγραφο 4.8). Κατά τη συνταγογραφήση, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται για τα σημεία και συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να παρακολουθούνται στενά. Εάν υπάρχουν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξετασθεί μια εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει μια σοβαρή αντίδραση όπως SJS, TEN, AGEP ή DRESS με τη χρήση της μοξιφλοξασίνης, η θεραπεία με τη μοξιλφοξασίνη δε θα πρέπει να επαναληφθεί με αυτόν τον ασθενή ξανά.

Ασθενείς με προδιάθεση σε σπασμούς Οι κινολόνες είναι γνωστό ότι προκαλούν σπασμούς. Η χρήση τους πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ ή όταν υπάρχουν άλλοι παράγοντες κινδύνου που μπορεί να προδιαθέτουν σε σπασμούς ή να μειώνουν τον ουδό εμφάνισης σπασμών. Σε περίπτωση σπασμών, η θεραπεία με τη μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί και να γίνει εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων.

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υποαισθησία, δυσαισθησία, ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα της νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μίας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).

Ψυχιατρικές αντιδράσεις Μπορεί να παρουσιαστούν ψυχιατρικές αντιδράσεις ακόμα και μετά την πρώτη χορήγηση κινολονών, συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις η κατάθλιψη ή οι ψυχωτικές αντιδράσεις έχουν αναπτυχθεί σε αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοτραυματική συμπεριφορά όπως απόπειρες αυτοκτονίας (βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που ο ασθενής αναπτύξει τέτοιες αντιδράσεις, η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστούν τα κατάλληλα μέτρα. Συνιστάται προσοχή εάν η μοξιφλοξασίνη είναι να χρησιμοποιηθεί σε ψυχωτικούς ασθενείς ή σε ασθενείς με ιστορικό ψυχιατρικής νόσου.

Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά συμπερ. κολίτιδας Διάρροια σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (AAD) και κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (AAC), συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεβρανώδους κολίτιδας και διάρροιας σχετιζόμενης με Clostridium difficile, έχει αναφερθεί σε συσχέτιση με τη χρήση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης και μπορεί να κυμαίνεται σε βαρύτητα από ήπια διάρροια μέχρι θανατηφόρα κολίτιδα.

Επομένως είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η διάγνωση αυτή σε ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χρήση της μοξιφλοξασίνης. Σε περιπτώσεις υποψίας ή επιβεβαιωμένης διάρροιας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά ή κολίτιδας σχετιζόμενης με αντιβιοτικά, η τρέχουσα θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης, θα πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται αμέσως επαρκή θεραπευτικά μέτρα. Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου των λοιμώξεων για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης. Φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό αντενδείκνυνται σε ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή διάρροια.

Ασθενείς με μυασθένεια gravis

Η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis διότι μπορεί να επιδεινωθούν τα συμπτώματα.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με μοξιφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με νεφρικές διαταραχές θα πρέπει να κάνουν χρήση της μοξιφλοξασίνης με προσοχή αν δεν μπορούν να διατηρήσουν μία επαρκή λήψη υγρών, λόγω του ότι η αφυδάτωση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας.

Οπτικές διαταραχές Εάν επηρεασθεί η όραση ή παρουσιαστούν άλλες επιδράσεις στα μάτια, θα πρέπει αμέσως να συμβουλευτείτε έναν οφθαλμίατρο (βλ παρ 4.7 και 4.8).

Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (δείτε παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.

Πρόληψη των αντιδράσεων φωτοευαισθησίας Οι κινολόνες, έχουν δείξει, ότι προκαλούν αντιδράσεις φωτοευαισθησίας σε ασθενείς.

Εντούτοις, μελέτες έχουν δείξει ότι η μοξιφλοξασίνη έχει μικρότερο κίνδυνο να προκαλέσει φωτοευαισθησία. Ωστόσο στους ασθενείς θα πρέπει να συστήνεται να αποφεύγουν την έκθεση είτε στην ακτινοβολία UV (υπεριώδης ακτινοβολία) ή στο υπερβολικό και/ ή έντονο ηλιακό φως κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.8).

Ασθενείς με έλλειψη αφυδρογονάσης της 6-Φωσφορικής Γλυκόζης Ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό ή επιβεβαιωμένη ένδεια αφυδρογονάσης της 6-Φωσφορικής Γλυκόζης είναι επιρρεπείς σε αιμολυτικές αντιδράσεις όταν θεραπεύονται με κινολόνες.

Επομένως, η μοξιφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.

Φλεγμονή του περιαρτηριακού ιστού To MOXIFALON διάλυμα για έγχυση είναι για ενδοφλέβια χορήγηση μόνο. Η ενδοαρτηριακή χορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται δεδομένου ότι προκλινικές μελέτες έδειξαν φλεγμονή του περιαρτηριακού ιστού έπειτα από έγχυση μέσω αυτής της οδού.

Ασθενείς με ιδιαίτερες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων Η κλινική αποτελεσματικότητα της μοξιφλοξασίνη στη θεραπεία των σοβαρών λοιμώξεων των εγκαυμάτων, στην περιτονίτιδα, και στις λοιμώξεις διαβητικού ποδιού με οστεομυελίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί.

Ασθενείς σε δίαιτα νατρίου Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 786,7 mg νατρίου ανά φιάλη, που ισοδυναμεί με 39,35 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Παρεμβολή σε βιολογικές εξετάσεις Η θεραπεία με μοξιφλοξασίνη μπορεί να αλληλεπιδράσει με τον έλεγχο καλλιέργειας Mycobacterium spp. καταστέλλοντας τη μυκοβακτηριακή ανάπτυξη προκαλώντας ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα σε δείγματα που ελήφθησαν από ασθενείς που λαμβάνουν μοξιφλοξασίνη.

Ασθενείς με λοιμώξεις MRSA Η μοξιφλοξασίνη δεν συνιστάται για τη θεραπεία των MRSA λοιμώξεων. Σε περίπτωση υποψίας ή επιβεβαιωμένης λοίμωξης λόγω MRSA, θα πρέπει να ξεκινήσει θεραπεία με τον κατάλληλο αντιβακτηριδιακό παράγοντα (βλ. παράγραφο 5.1).

Παιδιατρικός πληθυσμός Λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών στις αρθρώσεις των νεαρών ζώων (βλ. παράγραφο 5.3) η χρήση της μοξιφλοξασίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των <18 ετών αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα Μία επιπρόσθετη επίδραση στην παράταση του διαστήματος QT από τη μοξιφλοξασίνη και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία μπορεί να επιμηκύνουν το διάστημα QTc δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για κοιλιακές αρρυθμίες συμπεριλαμβανομένης της torsade de pointes. Επομένως, συγχορήγηση της μοξιφλοξασίνης με κάποιο από τα παρακάτω φαρμακευτικά προϊόντα αντενδείκνυται (βλ. επίσης παράγραφο 4.3):

 αντιαρρυθμικά τάξης ΙΑ (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δυσοπυραμίδη)

 αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιμπουτιλίδη)

 αντιψυχωσικά (π.χ φαινοθειαζίνες, πιμοζίδη, σερτινδόλη, αλοπεριδόλη, σουλτοπρίδη)

 τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά  ορισμένους αντιμικροβιακούς παράγοντες (σακιναβίρη, σπαρφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη i.v., πενταμιδίνη, ανθελονοσιακά ιδιαίτερα την αλοφαντρίνη)

 ορισμένα αντιισταμινικά (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη)

 άλλα (σισαπρίδη, βινκαμίνη iv., βεπριδίλη, διφεμανίλη).

Η χρήση της μοξιφλοξασίνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα καλίου (π.χ. αγκύλης και θειαζιδικού τύπου διουρητικά, καθαρτικά και κλύσματα [υψηλές δόσεις], κορτικοστεροειδή, αμφοτερικίνη Β) ή φάρμακα που σχετίζονται με κλινικά σημαντική βραδυκαρδία.

Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση σε υγιείς εθελοντές, η μοξιφλοξασίνη αύξησε τη Cmax της διγοξίνης περίπου 30 % χωρίς να επηρεάσει την AUC ή τα κατώτερα επίπεδα αυτής. Δεν χρειάζεται προφύλαξη για τη χρήση με διγοξίνη.

Σε μελέτες που διεξήχθησαν σε διαβητικούς εθελοντές, ταυτόχρονη χορήγηση από του στόματος μοξιφλοξασίνης με γλιβενκλαμίδη είχε ως αποτέλεσμα μείωση περίπου 21% στις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος γλιβενκλαμίδης. Ο συνδυασμός γλιβενκλαμίδης και μοξιφλοξασίνης θεωρητικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε ήπια και παροδική υπεργλυκαιμία. Εντούτοις, οι παρατηρούμενες φαρμακοκινητικές μεταβολές για τη γλιβενκλαμίδη δεν επέφεραν αλλαγές στις φαρμακοδυναμικές παραμέτρους (σάκχαρο αίματος, ινσουλίνη). Επομένως δεν παρατηρήθηκε κλινικά σχετική αλληλεπίδραση μεταξύ της μοξιφλοξασίνης και της γλιβενκλαμίδης.

Αλλαγές του INR Ένας μεγάλος αριθμός περιστατικών που δείχνουν αύξηση στη δραστικότητα των από του στόματος αντιπηκτικών έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβακτηριακούς παράγοντες, ιδιαίτερα φθοροκινολόνες, μακρολίδες, τετρακυκλίνες, κοτριμοξαζόλη και κάποιες κεφαλοσπορίνες. Οι λοιμώδεις και οι φλεγμονώδεις καταστάσεις, η ηλικία και η γενική κατάσταση του ασθενούς, εμφανίζονται να είναι παράγοντες κινδύνου. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εάν η λοίμωξη ή η θεραπεία προκάλεσαν τη διαταραχή του INR (Ιnternational Normalised Ratio). Ένα προληπτικό μέτρο θα ήταν να παρακολουθείται συχνότερα το INR. Εάν είναι απαραίτητο, η δοσολογία των από του στόματος αντιπηκτικών θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.

Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπήρξαν αλληλεπιδράσεις μετά από ταυτόχρονη χορήγηση μοξιφλοξασίνης με: ρανιτιδίνη, προβενεσίδη, από του στόματος αντισυλληπτικά, συμπληρώματα ασβεστίου, παρεντερικά χορηγούμενη μορφίνη, θεοφυλλίνη, κυκλοσπορίνη ή ιτρακοναζόλη.

In vitro μελέτες με ανθρώπινα ένζυμα κυτοχρώματος P450 υποστηρίζουν αυτά τα στοιχεία.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα αποτελέσματα μία μεταβολική αλληλεπίδραση μέσω των ενζύμων κυτοχρώματος P450 είναι απίθανη.

Αλληλεπίδραση με την τροφή Η μοξιφλοξασίνη δεν έχει κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με τη τροφή συμπεριλαμβανομένων των γαλακτοκομικών προϊόντων.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Kύηση Η ασφάλεια της μοξιφλοξασίνης σε ανθρώπους κατά την κύηση δεν έχει διερευνηθεί. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παρ. 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Λόγω του πειραματικού κινδύνου βλάβης από τις φθοροκινολόνες στους χόνδρους των αρθρώσεων που φέρουν το βάρος του σώματος σε νεαρά ζώα και αναστρέψιμων βλαβών των αρθρώσεων που περιγράφονται σε παιδιά που λαμβάνουν ορισμένες φθοροκινολόνες, δεν πρέπει να γίνεται χρήση της moxilfoxacin σε εγκυμονούσες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.3).

Θηλασμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε γυναίκες που θηλάζουν. Προκλινικά δεδομένα δείχνουν ότι μικρές ποσότητες μοξιφλοξασίνης εκκρίνονται στο γάλα. Λόγω απουσίας δεδομένων σε ανθρώπους και λόγω του πειραματικού κινδύνου βλάβης από τις φθοροκινολόνες στους χόνδρους των αρθρώσεων που φέρουν το βάρος του σώματος σε νεαρά ζώα, ο θηλασμός αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη (βλ. παράγραφο 4.3).

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν δυσλειτουργία στην γονιμότητα (δείτε παράγραφο 5.3)

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την επίδραση της μοξιφλοξασίνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, οι φθοροκινολόνες συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της ικανότητας του ασθενούς να οδηγεί ή να χειρίζεται μηχανήματα λόγω των αντιδράσεων από το ΚΝΣ (π.χ. ζάλη, οξεία, παροδική απώλεια της όρασης βλ. παράγραφο 4.8) ή οξεία και μικρής διάρκειας απώλεια συνείδησης (συγκοπή, βλ. παράγραφο 4.8). Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται η οδηγία να διαπιστώνουν την αντίδρασή τους στη μοξιφλοξασίνη προτού οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες με μοξιφλοξασίνη 400 mg ημερησίως χορηγούμενης ενδοφλέβια ή από του στόματος (ενδοφλέβια μόνο, διαδοχική και από του στόματος [IV / στόματος] χορήγηση) και προέκυψαν σε αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου ταξινομημένες ανά κατηγορία συχνότητας αναγράφονται παρακάτω:

Εκτός από τη ναυτία και τη διάρροια όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε συχνότητες κάτω από το 3 %.

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Οι συχνότητες ορίζονται ως:

 Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10)

 Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100)

 Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000)

 Πολύ σπάνιες (<1/10.000)

 Mη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Κατηγορία Οργάνου συστήματος (MedDRA)ΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιεςΠολύ ΣπάνιεςMη γνωστές
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΕπιλοιμώξεις λόγω ανθεκτικών βακτηρίων ή μυκήτων π.χ. στοματική και κολπική Candidiasis
Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματοςΑναιμία Λευκοπενία(ες) ΟυδετεροπενίαΑύξηση των επιπέδων προθρομβίνης / μείωση του ΙΝR
Θρομβοκυτοπε νία Θρομβοκυτταρ αιμία Ιωσηνοφιλία του Αίματος Επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης/ αύξηση του ΙΝRΑκκοκιοκυτταραι μία Πανκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικο ύ συστήματοςΑλλεργική αντίδραση (βλ. παρ. 4.4)Αναφυλαξία συμπερ. πολύ σπάνια απειλητικού για τη ζωή σοκ. (βλ.παρ.4.4) Αλλεργικό οίδημα / αγγειοοίδημα (συμπερ. οίδημα του λάρυγγα, πιθανώς απειλητικό για τη ζωή, δείτε παρ. 4.4)
Ενδοκρινολογι κές διαταραχέςΣύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΥπερλιπιδαιμίαΥπεργλυκαιμία ΥπερουριχαιμίαΥπoγλυκαιμία Υπογλυκαιμικό κώμα
Ψυχιατρικές διαταραχές*Αγχώδεις αντιδράσεις Ψυχοκινητική υπερδραστηριό τητα / ανησυχίαΣυναισθηματική αστάθεια Κατάθλιψη (σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις πιθανώς με αποκορύφωμα την αυτοτραυματική συμπεριφορά, όπως αυτοκτονικοίΑποπροσωποποί ηση Ψυχωτικές αντιδράσεις (πιθανώς με αποκορύφωμα την επικίνδυνη προς τον εαυτό τους
ιδεασμοί/ σκέψεις, ή απόπειρες αυτοκτονίας, δείτε παρ.4.4) Ψευδαισθήσεις Παραλήρημασυμπεριφορά, όπως αυτοκτονικοί ιδεασμοί/σκέψεις , ή απόπειρες αυτοκτονίας, δείτε παρ. 4.4)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος*Κεφαλαλγία ΖάληΠαρ- και Δυσαισθησία Διαταραχή της γεύσης (συμπερ. αγευσίας σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις) Σύγχυση και αποπροσανατο λισμός Διαταραχές ύπνου (κυρίως αϋπνία) Τρόμος Ίλιγγος ΥπνηλίαΥπαισθησία Διαταραχές όσφρησης (συμπερ. ανοσμίας) Παράξενα όνειρα Διαταραχή συντονισμού (συμπ. διαταραχών στο βάδισμα, ιδιαίτερα λόγω ζάλης ή ιλίγγου) Επιληπτικές κρίσεις συμπ. Σπασμών γενικευμένης επιληψίας (δείτε παρ.4.4) Διαταραχή της προσοχής Διαταραχές της ομιλίας Αμνησία Περιφερική νευροπάθεια και πολυνευροπάθειαΥπεραισθησία
Διαταραχές των οφθαλμών*Διαταραχές της όρασης συμπ. διπλωπίας και θολής όρασης (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των αντιδράσεων τουΠαροδική απώλεια της όρασης (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των αντιδράσεων του ΚΝΣ, δείτε παραγράφους 4.4 και 4.7)
ΚΝΣ, βλ. παρ. 4.4)
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου*Εμβοές Δυσλειτουργία της ακοής συμπερ. κώφωσης (συνήθως αναστρέψιμη)
Καρδιακές διαταραχές **Επιμήκυνση του QT σε ασθενείς με υποκαλιαιμία (δείτε παραγράφους 4.3 & 4.4)Επιμήκυνση του QT (βλ.παρ.4.4) Αίσθημα παλμών Ταχυκαρδία Κολπική μαρμαρυγή ΣτηθάγχηΚοιλιακές ταχυαρρυθμίες Συγκοπή (δηλαδή οξεία και μικρής διάρκειας απώλεια συνείδησης)Απροσδιόριστες αρρυθμίες Πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (torsade de pointes βλ. παράγραφο 4.4) Καρδιακή ανακοπή (βλ. παράγραφο 4.4)
Αγγειακές διαταραχές **Αγγειοδιαστολ ήΥπέρταση ΥπότασηΑγγειίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΔύσπνοια (συμπερ. ασθματικών καταστάσεων)
Διαταραχές του γαστρεντερικο ύ συστήματοςΝαυτία Έμετος Γαστρεντερικοί και κοιλιακοί πόνοι ΔιάρροιαΜειωμένη όρεξη και πρόσληψη τροφής Δυσκοιλιότητα Δυσπεψία Μετεωρισμός Γαστρίτις Αύξηση της αμυλάσηςΔυσφαγία Στοματίτις Σχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδα (συμπερ. ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις συνδεόμενη με επιπλοκές απειλητικές για τη ζωή, βλ. παρ. 4.4)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΑύξηση των τρανσαμινασώνΗπατική δυσλειτουργία (συμπερ. αύξησης της LDH) Αύξηση της χολερυθρίνης Αύξηση της γ- GT Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του αίματοςΊκτερος Ηπατίτιδα (κυρίως χολοστατική)Κεραυνοβόλος ηπατίτιδα που πιθανώς να οδηγεί σε ηπατική ανεπάρκεια απειλητική για τη ζωή (συμπερ. θανατηφόρων περιπτώσεων, βλ. παρ. 4.4)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΚνησμός Εξάνθημα Κνίδωση ΞηροδερμίαΦυσαλιδώδους τύπου αντιδράσεις του δέρματος όπως σύνδρομο Stevens- Johnson ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση (πιθανώς απειλητικές για τη ζωή, βλ. παρ. 4.4)Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP) Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) (βλ. παράγραφο 4.4) Σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα Αντιδράσεις φωτοευαισθησί ας (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού *Αρθραλγία ΜυαλγίαΤενοντίτις (βλ. παρ. 4.4) Κράμπες των μυών Μυϊκή σύσπαση Μυϊκή αδυναμίαΡήξη των τενόντων (βλ. παρ. 4.4) Αρθρίτιδα Μυϊκή ακαμψία Παρόξυνση των συμπτωμάτων τηςΡαβδομυόλυση
βαριάς μυασθένειας (βλ. παρ. 4.4)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΑφυδάτωσηΝεφρική δυσλειτουργία (συμπερ. αύξησης της BUN και της κρεατινίνης) Νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης*Αντιδράσεις στο σημείο ένεσης και έγχυσηςΑίσθημα κακουχίας (κυρίως ασθένεια ή κόπωση) Επώδυνες καταστάσεις (συμπερ. πόνου στην πλάτη, στο στήθος, στην πυελική χώρα και στα άκρα) Εφίδρωση (Θρομβο- )φλεβίτιδα στο σημείο έγχυσηςΟίδημα

*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία, νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένων διαταραχών του ύπνου, άγχος, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη και αυτοκτονικός ιδεασμός), διαταραχή της μνήμης και της συγκέντρωσης, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).

** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4)

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν κατηγορία υψηλότερης συχνότητας στην υποομάδα των ενδοφλεβίως θεραπευόμενων ασθενών με ή χωρίς ακολουθούμενη από του στόματος θεραπεία:

Συχνές:Αύξηση της γ-GT
Όχι συχνές:Κοιλιακές ταχυαρρυθμίες, υπόταση, οίδημα, κολίτιδα σχετιζόμενη με αντιβιοτικά (συμπερ. ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις συνδέεται με επιπλοκές απειλητικές για τη ζωή, βλ. παρ. 4.4), επιληπτικές κρίσεις συμπερ. σπασμών γενικευμένης επιληψίας (βλ. παρ. 4.4), ψευδαίσθηση, νεφρική δυσλειτουργία (συμπερ. αύξησης στην BUN και την κρεατινίνη), νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4)

Υπήρξαν πολύ σπάνιες περιπτώσεις των παρακάτω ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν κατά τη θεραπεία με άλλες φθοροκινολόνες, οι οποίες μπορεί πιθανώς να συμβούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μοξιφλοξασίνη: αυξημένη ενδοκράνια πίεση (συμπεριλαμβανομένης της καλοήθους ενδοκράνιας υπέρτασης), υπερνατριαιμία, υπερασβεστιαιμία, αιμολυτική αναιμία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr .

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν συνιστώνται κάποια ειδικά μέτρα αντιμετώπισης για ακούσια υπερδοσολογία. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να εφαρμοστεί συμπτωματική αγωγή. Θα πρέπει να διεξαχθεί παρακολούθηση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ECG), λόγω της πιθανότητας επιμήκυνσης του διαστήματος QT. Ταυτόχρονη χορήγηση ενεργού άνθρακα με από του στόματος ή ενδοφλέβια δόση 400 mg μοξιφλοξασίνης θα μειώσει τη συστηματική διαθεσιμότητα του φαρμάκου περισσότερο από 80 % ή 20 % αντίστοιχα. Η χρήση του ενεργού άνθρακα νωρίς κατά την απορρόφηση μπορεί να είναι χρήσιμη για την αποτροπή υπερβολικής αύξησης στη συστηματική έκθεση στη μοξιφλοξασίνη σε περιπτώσεις από του στόματος υπερδοσολογίας.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές Ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακές κινολόνες, φθοροκινολόνες, Κωδικός ATC:

J01MA14 Μηχανισμός δράσης Η μοξιφλοξασίνη αναστέλλει τις βακτηριακές τύπου ΙΙ τοποϊσομεράσες (DNA γυράση και τοποϊσομεράση ΙV) που απαιτούνται για την αναπαραγωγή του βακτηριακού DNA, την αντιγραφή και την επιδιόρθωση.

PK/PD

Οι φθοριοκινολόνες εμφανίζουν βακτηριοκτόνο δράση εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση.

Φαρμακοδυναμικές μελέτες των φθοροκινολονών σε μοντέλα λοίμωξης ζώων και σε ανθρώπινες μελέτες δείχνουν ότι ο πρωτεύων καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα είναι η αναλογία AUC24/MIC.

Μηχανισμός Αντοχής Η αντίσταση στις φθοροκινολόνες μπορεί να αυξηθεί μέσα από τις μεταλλάξεις της DNA γυράσης και της τοποϊσομεράσης IV. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να περιλαμβάνουν υπέρ έκφραση αντλιών εκροής, μη διαπερατότητα και προστασία μέσω πρωτεϊνών της DNA γυράσης. Διασταυρούμενη αντοχή θα πρέπει να αναμένεται ανάμεσα στη μοξιφλοξασίνη και άλλες φθοροκινολόνες.

Η δράση της μοξιφλοξασίνης δεν επηρεάζεται από μηχανισμούς αντοχής που είναι ειδικοί για αντιβακτηριακούς παράγοντες άλλων κατηγοριών.

Όρια δοκιμής της ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για την λεβοφλοξασίνη και παρατίθενται εδώ:

https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic-breakpoints_en.xlsx Μικροβιολογική Ευαισθησία Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την ανθεκτικότητα είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου ο τοπικός επιπολασμός ανθεκτικότητας είναι τέτοιος ώστε η χρήση του φαρμάκου σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση.

Τα συνήθως ευαίσθητα είδη Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί Staphylococcus aureus *+ Streptococcus agalactiae (Group B)

Streptococcus milleri group* (S.anginosus, S.constellatus & S.intermedius)

Streptococcus pneumoniae * Streptococcus pyogenes* (Group A)

Streptococcus viridans group (S. viridans, S. mutans, S. mitis, S. sanguinis, S. salivarius, S.

thermophilus)

Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί Acinetobacter baumanii Haemophilus influenzae* Legionella pneumophila Μοraxella (Branhamella) catarrhalis* Aναερόβιοι μικροοργανισμοί Prevotella spp.

"Άλλοι" μικροοργανισμοί Chlamydophila (Chlamydia) pneumoniae* Coxiella burnetii Mycoplasma pneumoniae* Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα Αερόβιοι θετικοί κατά-Gram μικρο-οργανισμοί Enterococcus faecalis* Enterococcus faecium* Αερόβιοι αρνητικοί κατά-Gram μικρο-οργανισμοί Enterobacter cloacae* Escherichia coli*# Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae*# Proteus mirabilis* Αναερόβιοι μικρο-οργανισμοί Bacteroides fragilis* Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί Pseudomonas aeruginosa

* Έχει ικανοποιητικά αποδειχθεί η δράση σε κλινικές μελέτες.

+ Ο ανθεκτικός στη methicillin S.aureus έχει υψηλή πιθανότητα αντίστασης στις φθοροκινολόνες.

Έχει αναφερθεί για τον ανθεκτικό στη methicilllin S.aureus ότι το ποσοστό αντίστασης στη μοξιφλοξασίνη είναι > 50%.

# Στελέχη που παράγουν ΕSBL είναι επίσης συνήθως ανθεκτικά στις φθοροκινολόνες.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση και Βιοδιαθεσιμότητα Μετά από μία εφάπαξ δόση 400 mg ενδοφλεβίως με έγχυση διάρκειας μίας ώρας οι μέγιστες συγκεντρώσεις του πλάσματος περίπου 4,1 mg / L παρατηρήθηκαν στο τέλος της έγχυσης ανταποκρινόμενες σε μία μέση αύξηση περίπου 26 % σε σχέση με αυτές που παρατηρήθηκαν μετά από του στόματος χορήγηση (3,1 mg / L). Η τιμή της AUC που είναι περίπου 39 mg∙h / L μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μόνο ελαφρώς υψηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε μετά την από του στόματος χορήγηση (35 mg∙h / L) σε συμφωνία με την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα που είναι περίπου 91 %.

Σε ασθενείς, δεν υπάρχει ανάγκη για ρύθμιση δόσης ανάλογα με την ηλικία ή το φύλο για την ενδοφλέβια μοξιφλοξασίνη.

Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική στο εύρος των 50 – 1200 mg εφάπαξ από του στόματος δόσης, μέχρι 600 mg εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης και μέχρι 600 mg εφάπαξ ημερησίως χορήγησης κατά τη διάρκεια 10 ημερών.

Κατανομή Η μοξιφλοξασίνη κατανέμεται στους εξωαγγειακούς χώρους ταχέως. Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) είναι περίπου 2 L / kg. In vitro και ex vivo πειράματα έδειξαν δέσμευση με πρωτεΐνες περίπου 40 – 42 % ανεξάρτητα από τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Η μοξιφλοξασίνη δεσμεύεται κυρίως στη λευκωματίνη του ορού.

Μέγιστες συγκεντρώσεις των 5,4 mg / kg και 20,7 mg / L (γεωμετρικός μέσος) παρατηρήθηκαν στο βρογχικό βλεννογόνο και στο επιθήλιο εσωτερικό υγρό, αντίστοιχα, 2,2 ώρες μετά από μία από του στόματος δόση. Η αντίστοιχη μέγιστη συγκέντρωση στα κυψελιδικά μακροφάγα ανέρχεται σε 56,7 mg / kg. Σε υγρό από φυσαλιδώδες δέρμα παρατηρήθηκαν συγκεντρώσεις 1,75 mg / L 10 ώρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση. Στο μεσοκυττάριο υγρό η συγκέντρωση ελεύθερου φαρμάκου μεταβάλλεται χρονικά ομοίως με εκείνη του πλάσματος με τις μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερου φαρμάκου 1,0 mg / L (γεωμετρικός μέσος) να επιτυγχάνονται περίπου 1,8 ώρες μετά από ενδοφλέβια δόση.

Βιομετασχηματισμός Η μοξιφλοξασίνη υπόκειται σε βιομετατροπή Φάσης ΙΙ και αποβάλλεται δια της νεφρικής οδού (περίπου 40 %) και των χοληφόρων/κοπράνων (περίπου 60 %) ως αναλλοίωτο φάρμακο καθώς και στη μορφή μίας θειικής ένωσης (Μ1) και ενός γλυκουρονιδίου (Μ2). Οι Μ1 και Μ2 είναι οι μόνοι μεταβολίτες που αφορούν τον άνθρωπο και είναι και οι δύο μικροβιολογικά αδρανείς.

Σε κλινικές μελέτες φάσης Ι και σε in vitro μελέτες δεν παρατηρήθηκαν μεταβολικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που υπόκεινται σε βιομετατροπή φάσης Ι με συμμετοχή των ενζύμων του κυτοχρώματος P450. Δεν υπάρχει ένδειξη οξειδωτικού μεταβολισμού.

Αποβολή

Η μοξιφλοξασίνη αποβάλλεται από το πλάσμα με μέση περίοδο ημίσειας ζωής τελικής φάσης περίπου 12 ώρες. Η μέση φαινόμενη ολική κάθαρση σώματος μετά από δόση 400 mg κυμαίνεται από 179 έως 246 mL / min. Μετά από μία ενδοφλέβια έγχυση 400 mg η ανάκτηση αναλλοίωτου φαρμάκου από τα ούρα ήταν περίπου 22 % και από τα κόπρανα περίπου 26 %. Η ανάκτηση της δόσης (αναλλοίωτο φάρμακο και μεταβολίτες) ήταν συνολικά περίπου 98 % μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου. Η νεφρική κάθαρση ανήλθε σε περίπου 24 – 53 mL / min υποδηλώνοντας μερική σωληναριακή επαναρρόφηση του φαρμάκου από τους νεφρούς. Ταυτόχρονη χορήγηση μοξιφλοξασίνης με ρανιτιδίνη ή προβενεσίδη δε μετέβαλε τη νεφρική κάθαρση του μητρικού φαρμάκου.

Νεφρική δυσλειτουργία Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της μοξιφλοξασίνης δεν μεταβάλλονται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης κάθαρσης κρεατινίνης > 20 mL / min / 1,73 m²). Όσο ελαττώνεται η νεφρική λειτουργία, οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη Μ2 (γλυκουρονίδιο) αυξάνονται έως 2,5 φορές (με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL / min / 1,73 m²).

Ηπατική δυσλειτουργία Βάσει των φαρμακοκινητικών μελετών που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (Child Pugh A,Β), δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εάν υπάρχουν διαφορές συγκριτικά με τους υγιείς εθελοντές. Η έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας σχετίσθηκε με υψηλότερη έκθεση στον M1 στο πλάσμα, ενώ η έκθεση στο μητρικό φάρμακο ήταν συγκρίσιμη με την έκθεση σε υγιείς εθελοντές. Δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία για την κλινική χρήση της μοξιφλοξασίνης σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε συμβατικές επαναλαμβανόμενης δόσης μελέτες η μοξιφλοξασίνη έδειξε αιματολογική και ηπατική τοξικότητα σε τρωκτικά και μη τρωκτικά. Τοξικές επιδράσεις στο ΚΝΣ παρατηρήθηκαν σε πιθήκους. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν μετά τη χορήγηση υψηλών δόσεων μοξιφλοξασίνης ή μετά από παρατεταμένη θεραπεία.

Σε σκύλους, υψηλές από του στόματος δόσεις (≥ 60 mg / kg) που οδήγησαν σε συγκεντρώσεις πλάσματος ≥ 20 mg / L προκάλεσαν μεταβολές στο ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα και σε μεμονωμένες περιπτώσεις ατροφία του αμφιβληστροειδούς.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ευρήματα ενδεικτικά συστηματικής τοξικότητας ήταν πιο έντονα όταν η μοξιφλοξασίνη χορηγείτο με bolus εγχύσεις (45 mg / kg) αλλά δεν παρατηρήθηκαν όταν η μοξιφλοξασίνη (40 mg / kg) χορηγείτο με αργή έγχυση για πάνω από 50 λεπτά.

Κατόπιν ενδοαρτηριακής χορήγησης παρατηρήθηκαν φλεγμονώδεις αλλοιώσεις στον περιαρτηριακό μαλακό ιστό υποδεικνύοντας ότι η ενδοαρτηριακή χορήγηση της moxifoxacin πρέπει να αποφεύγεται.

Η μοξιφλοξασίνη ήταν γονοτοξική σε in vitro δοκιμασίες χρησιμοποιώντας βακτήρια ή κύτταρα θηλαστικών. Σε in vivo δοκιμασίες, δε βρέθηκε απόδειξη γονοτοξικότητας παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν πολύ υψηλές δόσεις μοξιφλοξασίνης. Η μοξιφλοξασίνη, ήταν μη καρκινογενετική σε μία μελέτη έναρξης / επαγωγής σε αρουραίους.

In vitro, η μοξιφλοξασίνη παρουσίασε καρδιοηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες που, αν και σε υψηλές συγκεντρώσεις, μπορεί να προκαλέσουν επιμήκυνση του διαστήματος QT.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της μοξιφλοξασίνης σε σκύλους (30 mg / kg εγχεόμενα για πάνω από 15, 30 ή 60 λεπτά) ο βαθμός της επιμήκυνσης του QT εξαρτιόταν σαφώς από το ρυθμό έγχυσης, π.χ. όσο

μικρότερη η διάρκεια έγχυσης τόσο πιο έντονη η επιμήκυνση του διαστήματος QT. Δεν παρατηρήθηκε επιμήκυνση του διαστήματος QT όταν η δόση των 30 mg / kg εγχεόταν για πάνω από 60 λεπτά.

Μελέτες αναπαραγωγής που διενεργήθηκαν σε αρουραίους, κουνέλια και πιθήκους δείχνουν ότι η μοξιφλοξασίνη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε αρουραίους (p.o & i.v.) και πιθήκους (p.o) δεν έδειξαν ενδείξεις τερατογένεσης ή διαταραχές της γονιμότητας μετά τη χορήγηση μοξιφλοξασίνης. Μία ελαφρώς αυξημένη επίπτωση δυσμορφιών των σπονδύλων και των πλευρών παρατηρήθηκε σε έμβρυα κονίκλων αλλά μόνο σε δόση 20 mg / kg i.v., η οποία ήταν σχετιζόμενη με σοβαρή μητρική τοξικότητα. Υπήρξε αύξηση στη συχνότητα αποβολών στους πιθήκους και στους κονίκλους σε ανθρώπινες θεραπευτικές συγκεντρώσεις πλάσματος. Σε αρουραίους, μειωμένο βάρος εμβρύου, αυξημένη προγεννητική απώλεια, μια ελαφρά αυξημένη διάρκεια της εγκυμοσύνης και αυξημένη αυθόρμητη δραστηριότητα ορισμένων αρσενικών και θηλυκών απογόνων παρατηρήθηκε σε δόσεις οι οποίες ήταν 63 φορές επί τη μέγιστη συνιστώμενη δόση σε mg/kg με συγκεντρώσεις πλάσματος στο εύρος της ανθρώπινης θεραπευτικής δόσης.

Μετά από του στόματος χορήγηση μοξιφλοξασίνης σε δόση 500 mg / kg, ελαφρές επιδράσεις στη μορφολογία του σπέρματος (διαχωρισμός κεφαλής-ουράς) παρατηρήθηκαν σε αρσενικούς αρουραίους, αυτές οι επιδράσεις δεν παρατηρήθηκαν σε χαμηλότερες δόσεις 100 mg / kg και 20 mg / kg. Αυτό το εύρημα δεν είναι πιθανόν να είναι κλινικά σημαντικό καθώς η συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο είναι πολύ μικρότερη από τη δόση σε αρουραίους που φάνηκε να επηρεάζει τη μορφολογία του σπέρματος.

Οι κινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της μοξιφλοξασίνης, είναι γνωστό ότι προκαλούν βλάβες στους χόνδρους των κυριοτέρων διαρθρώσεων σε ζώα που δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Χλωριούχο νάτριο, Υδροχλωρικό οξύ 5 Ν (για ρύθμιση του pH)

Υδροξείδιο του νατρίου 5 Ν (για ρύθμιση του pH)

Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Tα ακόλουθα διαλύματα είναι μη συμβατά με τo MOXIFALON διάλυμα για έγχυση:

Χλωριούχο νάτριο 10 % και 20 % διαλύματα Διττανθρακικό νάτριο 4,2 % και 8,4 % διαλύματα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.

6.3 Διάρκεια ζωής

Μη ανοιγμένη φιάλη: 3 χρόνια Χρησιμοποιείστε αμέσως μετά το πρώτο άνοιγμα και / ή την αραίωση.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 15 ºC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Πλαστικές φιάλες των 250 mL από πολυπροπυλένιο, με ένα χυτό πλαστικό πώμα, ένα ελαστικό (ισοπρένιο, τύπου ΙΙ, γκρι) παρέμβυσμα και έναν αποσπώμενο δακτύλιο (pull ring) ή με πλαστικά καπάκια με ενσωματωμένα ελαστομερή (twin ports).

Η φιάλη των 250 mL διατίθεται σε συσκευασίες των 1, 5, 10 και 12 φιαλών.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν στην αγορά όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Αυτό το προϊόν είναι για μία χρήση μόνο. Κάθε μη χρησιμοποιηθέν διάλυμα θα πρέπει να απορρίπτεται.

Οι ακόλουθες ταυτόχρονες εγχύσεις βρέθηκε να είναι συμβατές με τo MOXIFALON 400mg διάλυμα για έγχυση:

Ύδωρ για ενέσιμα, χλωριούχο νάτριο 0,9 %, χλωριούχο νάτριο 1 molar, γλυκόζη 5 % / 10 % / 40 %, ξυλιτόλη 20 %, διάλυμα Ringer, compound sodium lactate διάλυμα (διάλυμα Hartmann, Ringer-lactate διάλυμα).

Το MOXIFALON διάλυμα για έγχυση δεν πρέπει να εγχέεται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα.

Να μην χρησιμοποιείται εάν υπάρχουν ορατά σωματίδια ή αν το διάλυμα είναι θολό.

Σε συνθήκες φύλαξης χαμηλής θερμοκρασίας μπορεί να δημιουργηθεί ίζημα, το οποίο θα επαναδιαλυθεί σε θερμοκρασία δωματίου. Για το λόγο αυτό συνιστάται να μην φυλάσσετε το διάλυμα για έγχυση σε θερμοκρασία μικρότερη των 15 ºC.

7. KΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ DEMO ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ 21ο χλμ Εθν. Οδού Αθηνών-Λαμίας 14568 Κρυονέρι, Αττικής, Ελλάδα Τ: 210 8161802, F: 210 8161587

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

111785/17/02-08-2018

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

17-11-2014/ 02-08-2018

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

01/03/2025

Πηγή: eof:3034701_SPC_3034701_8.pdf