Clinio Logo
Clinio
NAPROSYN › ΠΧΠ

NAPROSYN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 2 συσκευασίες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Naprosyn 500 mg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 500 mg ναπροξένης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίo.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Για τη συμπτωματική θεραπεία των ακόλουθων καταστάσεων:

• χρόνιες φλεγμονώδεις αρθροπάθειες (ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλωτική σπονδυλοαρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα κ.λπ.),

• εκφυλιστικές αρθροπάθειες περιφερικών αρθρώσεων και σπονδυλικής στήλης,

• ουρική αρθρίτιδα, ψευδουρική αρθρίτιδα, επώδυνα εξωαρθρικά μυοσκελετικά σύνδρομα (περιαρθρίτιδα, τενοντίτιδα, τραυματικές κακώσεις κ.λπ.).

Για την αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς δυσμηνόρροιας.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ.

παράγραφο 4.4).

Ενήλικες Χρόνιες φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες:

Η συνήθης δοσολογία είναι ένα έως δύο δισκία (500 mg - 1000 mg) ημερησίως διαιρεμένη σε δύο δόσεις χορηγούμενες ανά 12ωρο. Σε ασθενείς που ανέχονται καλά τις χαμηλές δόσεις και δεν έχουν ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα τρία δισκία (1500 mg) ημερησίως σε περιπτώσεις κρίσεων ή οξέων εξάρσεων των παθήσεων για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων. Με αυτές τις υψηλότερες δόσεις έχει αναφερθεί αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η δοσολογία προσαρμόζεται σύμφωνα με την κλινική απόκριση. Μια χαμηλότερη δόση συντήρησης (500-750 mg ημερησίως) κατανεμημένη σε δυο δόσεις μπορεί να επαρκεί σε κάποιες περιπτώσεις.

Επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα και πρωτοπαθής δυσμηνόρροια:

Αρχικά χορηγείται δόση 500 mg και στη συνέχεια 250 mg κάθε 6-8 ώρες.

Ουρική αρθρίτιδα:

Αρχικά χορηγείται δόση 750 mg και στη συνέχεια 250 mg κάθε 8 ώρες μέχρι την υποχώρηση της κρίσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών: 10 mg/ανά kg βάρους σώματος ημερησίως κατανεμημένα σε 2 δόσεις.

Ηλικιωμένοι Μελέτες κατέδειξαν ότι αν και η ολική συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητη, το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται στους ηλικιωμένους. Η σημασία του ευρήματος αυτού για τη δοσολογία του Naprosyn είναι άγνωστη. Όπως και με τα άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στους ηλικιωμένους, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και υπό τακτική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.4).

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Επειδή η ναπροξένη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται σε μεγάλο ποσοστό μέσω σπειραματικής διήθησης από τους νεφρούς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της κρεατίνης του ορού και/ή της κάθαρσης της κρεατίνης στους ασθενείς αυτούς. Στους ασθενείς αυτούς πρέπει να εξετάζεται η μείωση στην ημερήσια δοσολογία.

Το Naprosyn δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χρονίως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρσης κρεατινίνης <30 ml/min) (βλ. παράγραφο 4.3).

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα, αλλά το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται. Η σημασία του ευρήματος αυτού για τη δοσολογία του Νaprosyn είναι άγνωστη και ως εκ τούτου είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Τρόπος χορήγησης Λαμβάνεται από το στόμα κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του γεύματος.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών.

• Ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών εκδηλώσεων όπως το άσθμα, η κνίδωση, η ρινίτιδα, οι ρινικοί πολύποδες, το αγγειοοίδημα, που επάγονται από τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), εξαιτίας της πιθανής διασταυρούμενης υπερευαισθησίας. Σε αυτούς τους ασθενείς έχουν αναφερθεί σοβαρές αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις μετά από χορήγηση ναπροξένης.

• Ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

• Τρίτο τρίμηνο της κύησης και γαλουχίας (βλ. παράγραφο 4.6).

• Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ.

• Ασθενείς με αιματολογική νόσο ή σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παρακάτω «Γαστρεντερικές επιδράσεις» και «Καρδιαγγειακές επιδράσεις»).

Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται σε μειωμένη δόση σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, με ηπατική δυσλειτουργία, με σημαντική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας, σε εξασθενημένα και ηλικιωμένα άτομα και σε ασθενείς με υπέρταση που λαμβάνουν διουρητικά.

Σε μακροχρόνια χορήγηση χρειάζεται κατά διαστήματα αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος του ασθενή.

Σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και μικτή νόσο του συνδετικού ιστού, η ναπροξένη πρέπει να χορηγείται με προσοχή δεδομένου ότι έχουν περιγραφεί σπάνιες περιπτώσεις άσηπτης μηνιγγίτιδας σε αυτούς τους ασθενείς.

Γαστρεντερικές επιδράσεις Το Naprosyn δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος και σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής πάθησης.

Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό μπορεί να εμφανιστούν κάθε στιγμή στους ασθενείς που θεραπεύονται με ΜΣΑΦ. Η αθροιστική εμφάνιση των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό που περιλαμβάνουν μεγάλη αιμορραγία και διάτρηση αυξάνεται, ανάλογα με τη διάρκεια χρήσης της ναπροξένης (ή κάθε άλλου ΜΣΑΦ). Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ υπάρχει πιθανώς ένας υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών με τη χρήση υψηλότερων δόσεων ή/και τη μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας. Ο κίνδυνος για γαστρορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση είναι μεγαλύτερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαιτέρως αν υπάρχει επιπλοκή με αιμορραγία ή διάτρηση, και σε ηλικιωμένους. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση. Για τους ασθενείς αυτούς πρέπει να εξετάζεται η θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) όπως επίσης για ασθενείς που χρειάζονται παράλληλη χορήγηση μικρής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμάκων που πιθανόν αυξάνουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαιτέρως όταν είναι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν τα ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρορραγία), ιδιαιτέρως στα αρχικά στάδια της θεραπείας.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγές με φάρμακα τα οποία είναι δυνατόν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως είναι τα από στόματος στεροειδή, τα αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης ή οι αντι- αιμοπεταλιακοί παράγοντες, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ.

Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδους κολίτιδας, νόσου του Crohn), καθώς η πάθησή τους είναι δυνατόν να επιδεινωθεί.

Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις Απαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οιδήματα σε συνδυασμό με θεραπεία με ΜΣΑΦ.

Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση των ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Αν και τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι χρήση ναπροξένης (1000 mg ημερησίως) ίσως συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο, κάποιος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ναπροξένη μετά από προσεκτική θεώρηση. Παρόμοια θεώρηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη πιο μακρόχρονης θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).

Φλεγμονή Λόγω των αντιπυρετικών και αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων της ναπροξένης ο πόνος και η φλεγμονή μπορεί να ελαττωθούν και έτσι να μειωθεί η χρησιμότητά τους ως διαγνωστικά σημεία.

Αιματολογικές επιδράσεις Η ναπροξένη μειώνει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και παρατείνει τον χρόνο ροής. Η επίδραση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζεται ο χρόνος ροής. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχές πήξης ή όσοι βρίσκονται σε φαρμακευτική θεραπεία που επηρεάζει την αιμόσταση πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά όταν χορηγείται η ναπροξένη.

Ασθενείς σε πλήρη αντιπηκτική θεραπεία (π.χ. ηπαρίνη ή παράγωγα της δικουμαρόλης) μπορεί να βρεθούν σε αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας εάν λάβουν ταυτόχρονα ναπροξένη. Γι’ αυτό τον λόγο τα οφέλη πρέπει να εκτιμηθούν σε σχέση με τους κινδύνους.

Εργαστηριακές εξετάσεις Αύξηση των τιμών ορισμένων ή όλων των ηπατικών δοκιμασιών έχει αναφερθεί με τα ΜΣΑΦ.

Επιδράσεις στους νεφρούς Υπήρξαν αναφορές για μειωμένη νεφρική λειτουργία, νεφρική ανεπάρκεια, οξεία διάμεση νεφρίτιδα, αιματουρία, πρωτεϊνουρία, νεφρική θηλοειδή νέκρωση και περιστασιακά νεφρωσικό σύνδρομο που σχετίζεται με τη ναπροξένη.

Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ ενδέχεται να προκαλέσει δοσοεξαρτώμενη μείωση στον σχηματισμό των προσταγλανδινών και να επιδεινώσει τη νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο είναι εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, αυτοί που λαμβάνουν διουρητικά, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II, και οι ηλικιωμένοι. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς.

Aσθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία Επειδή η ναπροξένη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται σε μεγάλο ποσοστό (95%) μέσω σπειραματικής διήθησης από τους νεφρούς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων της κρεατινίνης του ορού και/ή της κάθαρσης της κρεατινίνης στους ασθενείς αυτούς.

Το Naprosyn δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χρονίως σε ασθενείς οι οποίοι έχουν επίπεδα κάθαρσης της κρεατινίνης χαμηλότερα των 30 ml/min. Σε ορισμένους ασθενείς και ειδικά σε εκείνους στους οποίους η νεφρική ροή αίματος είναι μειωμένη, όπως σε μείωση του εξωκυττάριου όγκου, κίρρωση του ήπατος, μείωση του νατρίου, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και προϋπάρχουσα νεφρική πάθηση, η νεφρική λειτουργία πρέπει να εκτιμάται πριν από και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Naprosyn. Ορισμένοι ηλικιωμένοι, στους οποίους η νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να είναι αναμενόμενη, όπως και ασθενείς που χρησιμοποιούν διουρητικά μπορεί επίσης να υπάγονται στην κατηγορία αυτή.

Μείωση στην ημερήσια δοσολογία πρέπει να εξετάζεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερβολικής συσσώρευσης των μεταβολιτών της ναπροξένης στους ασθενείς αυτούς.

Aσθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα, αλλά η συγκέντρωση του μη συνδεδεμένου κλάσματος του φαρμάκου αυξάνεται. Η σημασία του ευρήματος αυτού για τη δοσολογία του Naprosyn είναι άγνωστη, πάντως είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να εμφανισθούν σε ευαίσθητα άτομα. Αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με και χωρίς ιστορικό υπερευαισθησίας ή έκθεση σε ακετυλοσαλικυλικό οξύ, άλλα ΜΣΑΦ ή προϊόντα που περιέχουν ναπροξένη. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν σε άτομα με ιστορικό αγγειοοιδήματος, βρογχόσπασμου (π.χ. άσθμα), ρινίτιδας και ρινικών πολυπόδων. Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις μπορεί να έχουν μοιραία έκβαση.

Δερματολογικές επιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από αυτές θανατηφόρες, που περιλαμβάνουν αποφολιδωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ. Φαίνεται ότι οι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας: η έναρξη των αντιδράσεων συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Το Naprosyn θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου τύπου υπερευαισθησίας.

Σπάνια, σοβαρές μολύνσεις του δέρματος και των μαλακών ιστών μπορεί να εμφανιστούν σε περίπτωση ανεμοβλογιάς. Μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τα ΜΣΑΦ δεν συμβάλλουν στην επιδείνωση αυτών των μολύνσεων. Για τον λόγο αυτό, συνιστάται η αποφυγή θεραπείας με Naprosyn σε ασθενείς που νοσούν με ανεμοβλογιά.

Οφθαλμικές επιδράσεις Συνιστάται να πραγματοποιείται οφθαλμολογικός έλεγχος εάν εμφανιστεί οποιαδήποτε μεταβολή ή διαταραχή στην όραση, λόγω των ανεπιθύμητων ευρημάτων στα μάτια που έχουν σπανίως παρατηρηθεί με τη χρήση ΜΣΑΦ.

Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Το φάρμακο αυτό, όπως και τα υπόλοιπα ΜΣΑΦ, συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις λευκωματίνες του ορού και υπάρχει η πιθανότητα να εκτοπίσει από αυτές άλλα φάρμακα που έχουν την ίδια ιδιότητα, αυξάνοντας έτσι τη δραστικότητά τους. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις, με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (βαρφαρίνη), σουλφονυλουρίες, υδαντοΐνες ή σουλφοναμίδες.

Η ναπροξένη είναι δυνατόν να ενισχύσει τη δράση των αντιπηκτικών, όπως τα κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. η βαρφαρίνη, η δικουμαρόλη, η ηπαρίνη) και των αντιαιμοπεταλικών (π.χ. τικλοπιδίνη), επειδή παρατείνει τον χρόνο προθρομβίνης και μειώνει τη συγκόλληση αιμοπεταλίων, αυξάνοντας τον κίνδυνο γαστρορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Η χορήγηση της ναπροξένης με άλλα ΜΣΑΦ, ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή κορτικοστεροειδή δεν συνιστάται, εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου για έλκη και γαστρορραγία (βλ. παράγραφο 4.4).

Για το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλινικά φαρμακοδυναμικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ταυτόχρονη χρήση ναπροξένης για περισσότερες από μία ημέρες διαδοχικά μπορεί να αναστείλει την επίδραση της χαμηλής δόσης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη δράση των αιμοπεταλίων και αυτή η αναστολή μπορεί να επιμείνει για έως και αρκετές ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ναπροξένη. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.

Η ταυτόχρονη χορήγηση ναπροξένης και φουροσεμίδης παρεμποδίζει τη νατριοδιουρητική δράση της τελευταίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας.

Η ταυτόχρονη χορήγηση ναπροξένης και προβενεσίδης αυξάνει τα επίπεδα της ναπροξένης στο πλάσμα.

Η χορήγηση ναπροξένης είναι δυνατόν να αυξήσει τις τιμές των 17-κετοστεροειδών και του 5- υδροξυινδολοξικού οξέος στα ούρα γι’ αυτό όταν πρόκειται να γίνει μέτρηση της λειτουργικότητας των επινεφριδίων πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με ναπροξένη για 72 ώρες.

Όπως και τα άλλα ΜΣΑΦ, η ναπροξένη είναι δυνατόν να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας συνδυαζόμενη με τη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης και ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II.

Έχει αναφερθεί παρεμπόδιση της νεφρικής κάθαρσης του λιθίου που οδηγεί σε αύξηση της συγκέντρωσής του στο πλάσμα.

Η ναπροξένη, όπως και τα άλλα ΜΣΑΦ, είναι δυνατόν να μειώσει την αντιυπερτασική δράση της προπρανολόλης και των υπολοίπων βήτα-αναστολέων.

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας όταν χορηγούνται ΜΣΑΦ με ζιδοβουδίνη.

Υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένο κίνδυνο αίμαρθρου και αιματώματος σε HIV (+) αιμοφιλικούς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη.

Η ταυτόχρονη χορήγηση ναπροξένης με τη μεθοτρεξάτη πρέπει να γίνεται με προσοχή, γιατί η ναπροξένη, όπως και τα άλλα ΜΣΑΦ, έχει αναφερθεί ότι μειώνει τη σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης και έτσι είναι πιθανό να αυξήσει την τοξικότητά της.

Τα ΜΣΑΦ δεν πρέπει να χορηγούνται για 8-12 ημέρες έπειτα από τη χορήγηση μιφεπριστόνης, γιατί μπορεί να μειώσουν τη δράση της.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες μπορεί να εμφανίσουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.

Τα ΜΣΑΦ μπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης και να αυξήσουν τα επίπεδα των καρδιακών γλυκοσίδων όταν συγχορηγούνται με αυτές.

Τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας όταν συγχορηγούνται με κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους.

Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η ταυτόχρονη χορήγηση χολεστυραμίνης μπορεί να καθυστερήσει την απορρόφηση της ναπροξένης.

Η ταυτόχρονη χορήγηση με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) μπορεί να αυξήσει την αιμορραγική τάση.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη ή/και την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής, καρδιακών δυσπλασιών και γαστροσχιστίας μετά τη χρήση αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο απόλυτος κίνδυνος καρδιακών δυσπλασιών αυξήθηκε από λιγότερο από 1% σε περίπου 1,5%.

Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.

Σε ζώα, η χορήγηση αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών έχει ως αποτέλεσμα την προ- και μετα-εμφυτευτική απώλεια και τον εμβρυϊκό θάνατο.

Επιπρόσθετα, αυξημένη επίπτωση διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών έχει

αναφερθεί σε ζώα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης προσταγλανδινών κατά την οργανογενετική περίοδο. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η δικλοφαινάκη δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Αν η δικλοφαινάκη χρησιμοποιείται από γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν πιο χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν πιο σύντομη.

Κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να προκαλέσουν:

στο έμβρυο:

• καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση), νεφρική δυσλειτουργία (η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο).

στη μητέρα και στο νεογνό κατά το τέλος της εγκυμοσύνης:

• πιθανή επιμήκυνση του χρόνου ροής (μια αντιπηκτική δράση που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα και σε πολύ μικρές δόσεις), παρεμπόδιση των συσπάσεων της μήτρας με αποτέλεσμα τον καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.

Συνεπώς, η δικλοφαινάκη αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Η χρήση του φαρμάκου κατά το θηλασμό δεν ενδείκνυται, διότι αυτό απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Γονιμότητα Η χρήση της ναπροξένης, όπως και οποιουδήποτε φαρμάκου που είναι γνωστό ότι αναστέλλει τη σύνθεση κυκλοξυγενάσης/προσταγλανδίνης, μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που έχουν δυσκολία στη σύλληψη ή που υποβάλλονται σε εξετάσεις γονιμότητας, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του φαρμάκου.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Γενικά το φαρμακευτικό προϊόν δεν επιδρά στην ικανότητα οδήγησης και στον χειρισμό μηχανημάτων.

Ωστόσο, συνιστάται προσοχή από όσους εκτελούν εργασία που απαιτεί εγρήγορση, αν κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρατηρήσουν υπνηλία, ζάλη, καταστολή.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Όπως άλλα ΜΣΑΦ, η ναπροξένη ενδέχεται να προκαλέσει τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες:

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Απλαστική ή αιμολυτική αναιμία, θρομβοκυτοπενία, κοκκιοκυτταροπενία περιλαμβάνουσα και την ακοκκιοκυτταραιμία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία, αναιμία και ουδετεροπενία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αλλεργικές αντιδράσεις αναφυλακτοειδούς φύσεως σε ασθενείς με ή χωρίς προηγούμενη έκθεση σε φαρμακευτικά προϊόντα αυτής της κατηγορίας Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπερκαλιαιμία Ψυχιατρικές διαταραχές Κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, αδυναμία συγκέντρωσης, αϋπνία, σύγχυση και ψευδαισθήσεις.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, ζάλη, καρηβαρία, ίλιγγος, σπασμοί, υπνηλία, παραισθησία, οπισθοβολβική οπτική νευρίτιδα, αδυναμία συγκέντρωσης και γνωστική δυσλειτουργία έχουν αναφερθεί. Άσηπτη μηνιγγίτιδα (ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσες αυτοάνοσες διαταραχές, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η μικτή νόσος του συνδετικού ιστού), με συμπτώματα όπως δυσκαμψία αυχένα, πονοκέφαλο, ναυτία, έμετο, πυρετό ή αποπροσανατολισμό (βλ. παράγραφο 4.4).

Οφθαλμικές διαταραχές Διαταραχές της όρασης, θόλωση του κερατοειδούς, φλεγμονή και οίδημα της οπτικής θηλής.

Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Διαταραχές ακοής όπως μείωση της ακουστικής οξύτητας, εμβοές και ίλιγγος.

Καρδιακές διαταραχές Οίδημα, έκτακτες συστολές και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και μακροχρόνια θεραπεία) ίσως συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).

Αγγειακές διαταραχές Αγγειίτιδα, υπέρταση Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Δύσπνοια, άσθμα, ηωσινοφιλική πνευμονίτιδα και πνευμονικό οίδημα.

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Καύσος, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, δυσπεψία, κοιλιακή δυσφορία και επιγαστρική δυσφορία. Οι πιο σοβαρές αντιδράσεις που μπορεί να εμφανιστούν είναι η γαστρεντερική αιμορραγία, η οποία είναι μερικές φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4), φλεγμονή, έλκος, διάτρηση και απόφραξη του ανώτερου και του κατώτερου γαστρεντερικού, μέλαινα, αιματέμεση, στοματίτιδα, επιδείνωση της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου Crohn (βλ. παράγραφο 4.4), οισοφαγίτιδα, γαστρίτιδα και παγκρεατίτιδα.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Ίκτερος, διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, θανατηφόρος ηπατίτιδα.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός, δερματικά εξανθήματα, εκχυμώσεις, κνίδωση, υπεριδρωσία, πορφύρα, αλωπεκία, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, αγγειοοίδημα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας περιλαμβάνουσες σπάνια περιστατικά με δερματικές αλλοιώσεις. Σε νεαρά άτομα δύναται να προκαλέσει την εμφάνιση ψευδοπορφυρίας. Σε χρόνια χορήγηση, ιδίως σε παιδιά, μπορεί να προκαλέσει ουλές στο πρόσωπο. Σε σπάνιες περιπτώσεις σοβαρές δερματικές αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν σε συνδυασμό με την ανεμοβλογιά (βλ. παράγραφο 4.4).

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Αιματουρία, νεφρική πάθηση που περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται σε σπειραματονεφρίτιδα, διάμεση νεφρίτιδα, νέκρωση νεφρικών θηλών, αυξημένη κρεατινίνη ορού, νεφρωσικό σύνδρομο και νεφρική ανεπάρκεια.

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αίσθημα δίψας, πυρεξία, μυαλγίες ή μυϊκή αδυναμία, κόπωση και αδιαθεσία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων.

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585,

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, καύσο, ναυτία, έμετο, επιγαστρικό άλγος, γαστρεντερική αιμορραγία, σπάνια διάρροια, αποπροσανατολισμό, διέγερση, υπνηλία, ζάλη, εμβοές, λιποθυμία. Σε περιπτώσεις σημαντικής δηλητηρίασης μπορεί να εμφανισθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και ηπατική βλάβη.

Αναπνευστική καταστολή, άπνοια, και κώμα μπορεί να εμφανιστούν μετά την κατάποση ΜΣΑΦ, αλλά είναι σπάνια.

Σε μία περίπτωση υπερδοσολογίας με ναπροξένη παρατηρήθηκε παροδική παράταση του χρόνου προθρομβίνης που οφείλεται σε υποθρομβιναιμία η οποία μπορεί να οφείλεται σε εκλεκτική αναστολή της σύνθεσης των παραγόντων πήξης που εξαρτώνται από τη βιταμίνη Κ.

Μερικοί ασθενείς έχουν εμφανίσει επιληπτικές κρίσεις, αλλά δεν είναι γνωστό εάν αυτές σχετίζονται με τη ναπροξένη ή όχι. Δεν είναι γνωστό ποια δόση του φαρμάκου μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή.

Αντιμετώπιση Οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά όπως απαιτείται. Εντός μίας ώρας από την κατάποση μιας δυνητικά τοξικής ποσότητας μπορεί να χορηγηθεί ενεργοποιημένος άνθρακας. Εναλλακτικά, σε ενήλικες μπορεί να εξεταστεί πλύση στομάχου εντός μίας ώρα από την κατάποση μίας δυνητικά απειλητικής για τη ζωή υπερδοσολογίας.

Πρέπει να διασφαλιστεί η επαρκής παραγωγή ούρων.

Η νεφρική και ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά την κατάποση δυνητικά τοξικών ποσοτήτων.

Οι συχνοί ή παρατεταμένοι σπασμοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια διαζεπάμη.

Άλλα μέτρα μπορεί να υποδεικνύονται από την κλινική κατάσταση του ασθενούς.

Η αιμοκάθαρση δεν μειώνει τη συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα λόγω του υψηλού βαθμού δέσμευσης με τις πρωτεΐνες. Ωστόσο, η αιμοκάθαρση μπορεί να εξακολουθεί να είναι κατάλληλη σε έναν ασθενή με νεφρική ανεπάρκεια που έχει λάβει ναπροξένη.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, μη στεροειδή, παράγωγα προπιονικού οξέος, κωδικός ATC: Μ01ΑΕ02 Η ναπροξένη είναι αρυλαλκανοϊκό οξύ, αρωματικό παράγωγο του προπιονικού οξέος και αποτελεί ένα ΜΣΑΦ. Έχει σημαντική αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση που οφείλεται κυρίως στην αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών που προκαλεί το ανιόν της.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Μετά την από στόματος χορήγηση το φάρμακο απορροφάται γρήγορα και η μέγιστη συγκέντρωσή του στο αίμα επιτυγχάνεται μετά από 2-4 περίπου ώρες. O βαθμός απορρόφησης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την τροφή ή από τη συγχορήγηση με αντιόξινα.

Σε θεραπευτικά επίπεδα η ναπροξένη συνδέεται σε ποσοστό 99% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται περίπου μετά από 3-4 ημέρες.

Μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς είτε ελεύθερη είτε συνδεδεμένη με γλυκουρονικό οξύ. Ο χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης κυμαίνεται από 11 έως 20 ώρες (μέσος όρος 13 ώρες), γι’ αυτό και μπορεί να χορηγηθεί δυο φορές την ημέρα χωρίς μείωση της δραστικότητάς της.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεδομένου ότι η ναπροξένη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, υπάρχει η πιθανότητα συσσώρευσης όταν υπάρχει νεφρική ανεπάρκεια. Η κάθαρση της ναπροξένης μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και γι’ αυτό δεν ενδείκνυται η χρήση σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min).

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα, αλλά το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Μελέτες κατέδειξαν ότι αν και η ολική συγκέντρωση της ναπροξένης στο πλάσμα παραμένει αμετάβλητη, το μη συνδεδεμένο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται στους ηλικιωμένους.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ναπροξένης σε παιδιά ηλικίας 5-16 ετών είναι παρόμοιο με αυτό σε ενήλικες, αν και η κάθαρση είναι γενικά υψηλότερη σε παιδιά από ό,τι στους ενήλικες.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οι τοξικολογικές μελέτες της ναπροξένης σε διάφορα είδη ζώων και με διαφορετικές οδούς χορήγησης έδειξαν ότι η οξεία τοξικότητα είναι χαμηλή.

Σε μελέτες χρόνιας τοξικότητας η ναπροξένη έδειξε την τυπική τοξικολογική εικόνα των ΜΣΑΦ, δηλ.

γαστρεντερική τοξικότητα και σε υψηλές δόσεις νεφρική βλάβη.

Δεν σημειώθηκε τερατογόνος δράση με τη ναπροξένη και δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις καρκινογόνου ιδιότητας σε μια μελέτη διάρκειας δύο χρόνων σε αρουραίους. Οι μελέτες μεταλλαξιογένεσης με ναπροξένη έδωσαν αρνητικά αποτελέσματα.

Επίσης, η ναπροξένη δεν κατέδειξε επίδραση στη γονιμότητα μετά τη χορήγηση σε αρουραίους. Λόγω της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών, η ναπροξένη εάν χορηγηθεί κατά την τελευταία περίοδο της κύησης μπορεί να προκαλέσει καθυστέρηση στον τοκετό και εμβρυοτοξικές δράσεις.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πολυβιδόνη K90 Νατριούχος διασταυρούμενη καρμελλόζη Type A Στεατικό μαγνήσιο Κεκαθαρμένο ύδωρ Οξείδιο του σιδήρου κίτρινο CI 77492

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

5 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κουτί με 2 κυψέλες των 10 δισκίων.

Κουτί με 3 κυψέλες των 10 δισκίων.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Μινέρβα Φαρμακευτική Α.Ε.

Λεωφ. Κηφισού 132 12131 Αθήνα Tηλ: 210 5702 199 Fax: 210 5702 220

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

8594/6-2-2007

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 31 Ιουλίου 1976 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 6 Φεβρουαρίου 2007

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: farmako:SPC_1193504.pdf