1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Noradrenaline/Kabi 1 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε 1 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχει 1 mg βάση νοραδρεναλίνης (νορεπινεφρίνης) που αντιστοιχεί σε 2 mg ταρταρικής νοραδρεναλίνης (νορεπινεφρίνης).
Η σύσταση ανά φύσιγγα δίνεται στον ακόλουθο πίνακα:
| Ποσότητα πυκνού διαλύματος | Ποσότητα βάσης νοραδρεναλίνης | Ποσότητα ταρταρικής νοραδρεναλίνης |
|---|---|---|
| 1 ml | 1 mg | 2 mg |
| 4 ml | 4 mg | 8 mg |
| 5 ml | 5 mg | 10 mg |
| 8 ml | 8 mg | 16 mg |
| 10 ml | 10 mg | 20 mg |
Όταν αραιώνεται με βάση τις οδηγίες, κάθε ml περιέχει 40 μικρογραμμάρια βάση νοραδρεναλίνης που αντιστοιχούν σε 80 μικρογραμμάρια ταρταρικής νοραδρεναλίνης.
Έκδοχα με γνωστές δράσεις:
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,4 mg νατρίου ανά ml.
8 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχουν 27,2 mg νατρίου.
10 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση περιέχουν 34 mg νατρίου.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.
Διαυγές, άχρωμο προς ελαφρώς κίτρινο διάλυμα, πρακτικά ελεύθερο ορατών σωματιδίων.
pH 3.0-4.0 Οσμωμοριακότητα: περίπου 300 mOsm/l
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Noradrenaline/Kabi ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες ως επείγον μέτρο αποκατάστασης της αρτηριακής πίεσης σε περιπτώσεις οξείας υπότασης.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες
Όταν αραιώνεται όπως συνιστάται στην παράγραφο 6.6, η τελική συγκέντρωση του διαλύματος προς έγχυση είναι 40 mg/λίτρο βάση νοραδρεναλίνης, που αντιστοιχεί σε 80 mg/λίτρο ταρταρικής νοραδρεναλίνης.
Ορισμένοι κλινικοί γιατροί μπορεί να προτιμούν να αραιώνουν σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. Εάν χρησιμοποιούνται αραιώσεις διαφορετικές των 40 mg/l, ελέγξτε προσεκτικά τον υπολογισμό του ρυθμού έγχυσης πριν ξεκινήσετε τη θεραπεία.
Αρχικός ρυθμός έγχυσης:
Ο αρχικός ρυθμός έγχυσης θα πρέπει να είναι μεταξύ 10 ml/ώρα και 20 ml/ώρα (0,16 έως 0,32 ml/min).
Αυτό αντιστοιχεί σε 0,4 mg/ώρα έως 0,8 mg/ώρα βάση νοραδρεναλίνης (0,8 mg/ώρα έως 1,6 mg/ώρα ταρταρικής νοραδρεναλίνης).
Ορισμένοι κλινικοί γιατροί μπορεί να επιθυμούν να ξεκινήσουν με χαμηλότερο ρυθμό έγχυσης 5 ml/ώρα (0,08 ml/min), που ισοδυναμεί με 0,2 mg/ώρα βάση νοραδρεναλίνης (0,4 mg/ώρα ταρταρικής νοραδρεναλίνης).
Τιτλοδότηση δόσης:
Αφού καθοριστεί η εναρκτήρια έγχυση νοραδρεναλίνης, η δόση θα πρέπει να τιτλοδοτείται σε στάδια των 0,05 – 0,1 μg/kg/min βάση νοραδρεναλίνης, σύμφωνα με την παρατηρηθείσα υπερτασική επίδραση.
Υπάρχει μεγάλο εύρος διακύμανσης ανά ασθενή όσον αφορά την δόση που απαιτείται για την επίτευξη και τη διατήρηση της κανονικής αρτηριακής πίεσης. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η επίτευξη χαμηλής κανονικής συστολικής αρτηριακής πίεσης (100 - 120 mm Hg) ή η επίτευξη επαρκούς μέσης αρτηριακής πίεσης (μεγαλύτερη από 65 - 80 mm Hg – ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς).
Πίνακας 1 Τιτλοδότηση δόσης του διαλύματος προς έγχυση νοραδρεναλίνης
| Νοραδρεναλίνη διάλυμα προς έγχυση 40 mg/λίτρο (40 μg/ml) βάση νοραδρεναλίνης | |||
|---|---|---|---|
| Βάρος Ασθενούς | Δοσολογία (μg/kg/min) βάση νοραδρεναλίνης | Δοσολογία (mg/ώρα) βάση νοραδρεναλίνης | Ρυθμός έγχυσης (ml/ώρα) |
| 50 kg | 0,05 | 0,15 | 3,75 |
| 0,1 | 0,3 | 7,5 | |
| 0,25 | 0,75 | 18,75 | |
| 0,5 | 1,5 | 37,5 | |
| 1 | 3 | 75 | |
| 60 kg | 0,05 | 0,18 | 4,5 |
| 0,1 | 0,36 | 9 | |
| 0,25 | 0,9 | 22,5 | |
| 0,5 | 1,8 | 45 | |
| 1 | 3,6 | 90 | |
| 70 kg | 0,05 | 0,21 | 5,25 |
| 0,1 | 0,42 | 10,5 | |
| 0,25 | 1,05 | 26,25 | |
| 0,5 | 2,1 | 52,5 | |
| 1 | 4,2 | 105 | |
| 80 kg | 0,05 | 0,24 | 6 |
| 0,1 | 0,48 | 12 | |
| 0,25 | 1,2 | 30 | |
| 0,5 | 2,4 | 60 | |
| 1 | 4,8 | 120 | |
| 90 kg | 0,05 | 0,27 | 6,75 |
| 0,1 | 0,54 | 13,5 | |
| 0,25 | 1,35 | 33,75 | |
| 0,5 | 2,7 | 67,5 | |
| 1 | 5,4 | 135 |
Διάρκεια θεραπείας και παρακολούθηση
Η έγχυση της νοραδρεναλίνης θα πρέπει να συνεχιστεί έως ότου επιτευχθεί επαρκής αρτηριακή πίεση και αιμάτωση ιστού χωρίς θεραπεία. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με νοραδρεναλίνη.
Η νοραδρεναλίνη θα πρέπει να χορηγείται μόνο από επαγγελματίες υγείας που είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση της και διαθέτουν κατάλληλες εγκαταστάσεις για την επαρκή παρακολούθηση του ασθενούς.
Τερματισμός της θεραπείας Η έγχυση της νοραδρεναλίνης θα πρέπει να μειώνεται βαθμιαία, ώστε να αποφευχθεί η απότομη διακοπή η οποία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία υπόταση.
Ηπατική/νεφρική δυσλειτουργία Δεν υπάρχει εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Γενικά, η επιλογή της δόσης για έναν ηλικιωμένο ασθενή θα πρέπει να είναι προσεκτική, ξεκινώντας από το κατώτατο άκρο του δοσολογικού εύρους ώστε να αντικατοπτρίζει τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και ταυτόχρονης νόσου ή άλλης φαρμακευτικής αγωγής (βλέπε παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της νοραδρεναλίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας μικρότερης των 18 ετών δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης Οδός χορήγησης Για ενδοφλέβια χρήση μόνο μετά την αραίωση.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
Η έγχυση πρέπει να γίνεται με ελεγχόμενο ρυθμό χρησιμοποιώντας είτε αντλία σύριγγας, είτε αντλία έγχυσης ή μετρητή στάγδην.
Το Noradrenaline/Kabi θα πρέπει να χορηγείται ως αραιωμένο διάλυμα και θα πρέπει να χορηγείται μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
Εάν δεν χρησιμοποιείται κεντρικός φλεβικός καθετήρας, όποτε είναι δυνατόν, η έγχυση νοραδρεναλίνης θα πρέπει να χορηγείται σε μεγάλη φλέβα, ιδιαίτερα σε φλέβα της κοιλότητας του αγκώνα, για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος ισχαιμικής νέκρωσης (δέρμα, άκρα) (βλέπε παράγραφο 4. 4 «Εξαγγείωση»).
Η τεχνική σύνδεσης καθετήρα θα πρέπει εάν είναι δυνατόν να αποφεύγεται, καθώς η απόφραξη στη ροή του αίματος γύρω από τη σωλήνωση μπορεί να προκαλέσει στάση και αυξημένη τοπική συγκέντρωση του φαρμάκου.
4.3 Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Υπόταση που έχει προκληθεί από μείωση του όγκου αίματος (υποογκαιμία) (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Να μη χρησιμοποιείτε με αναισθητικά κυκλοπροπανίου και αλοθανίου, καθώς μπορεί να προκληθούν σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες, συμπεριλαμβανομένης της κοιλιακής μαρμαρυγής. Για αλληλεπιδράσεις βλέπε παράγραφο 4.5.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Μην χρησιμοποιείτε αδιάλυτο.
Η νοραδρεναλίνη αντενδείκνυται σε υποτασικούς ασθενείς λόγω της μείωσης του όγκου αίματος, εκτός από την περίπτωση έκτακτης ανάγκης για τη διατήρηση της στεφανιαίας και εγκεφαλικής αιμάτωσης μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπεία αντικατάστασης όγκου αίματος (βλέπε παράγραφο 4.3).
- Η νοραδρεναλίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντικατάσταση όγκου αίματος (βλέπε παράγραφο 4.8).
Εάν η νοραδρεναλίνη χορηγείται συνεχώς για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης ελλείψει αντικατάστασης όγκου αίματος, μπορεί να προκύψουν τα εξής: σοβαρή περιφερική και σπλαχνική αγγειοσυστολή, μειωμένη νεφρική αιμάτωση και έξοδος ούρων, κακή συστηματική ροή αίματος παρά τη «φυσιολογική» αρτηριακή πίεση, υποξία ιστού και γαλακτική οξέωση. Η αντικατάσταση του όγκου αίματος μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν ή/και ταυτόχρονα με την χορήγηση αυτού του παράγοντα. Ωστόσο, εάν το ολικό αίμα ή το πλάσμα του αίματος ενδείκνυται για την αύξηση του όγκου αίματος, να χορηγείτε ξεχωριστά (π.χ. εάν χορηγηθεί ταυτόχρονα, χρησιμοποιείτε σωλήνωση τύπου Υ και μεμονωμένους περιέκτες).
Η παρατεταμένη χορήγηση οποιουδήποτε ισχυρού αγγειοτασικού μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση του όγκου του πλάσματος, o οποίος θα πρέπει να διορθώνεται συνεχώς με κατάλληλη θεραπεία αντικατάστασης υγρών και ηλεκτρολυτών. Εάν ο όγκος του πλάσματος δεν διορθωθεί, μπορεί να επανεμφανιστεί υπόταση μετά τη διακοπή της έγχυσης νοραδρεναλίνης, ή η αρτηριακή πίεση μπορεί να διατηρηθεί με κίνδυνο σοβαρού βαθμού περιφερικής και σπλαχνικής αγγειοσύσπασης (π.χ. μειωμένη νεφρική αιμάτωση) με μείωση της ροής αίματος και διάχυση στον ιστό με επακόλουθη υποξία ιστού και γαλακτική οξέωση, και πιθανή ισχαιμική βλάβη. Γάγγραινα των άκρων έχει αναφερθεί σπάνια.
Όταν χορηγείται νοραδρεναλίνη, η αρτηριακή πίεση και ο ρυθμός ροής θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά ώστε να αποφευχθεί η υπέρταση, η οποία μπορεί να σχετίζεται με βραδυκαρδία καθώς και κεφαλαλγία και περιφερική ισχαιμία, συμπεριλαμβανομένης σπάνιας γάγγραινας των άκρων. Η εξαγγείωση μπορεί να προκαλέσει τοπική νέκρωση των ιστών (βλέπε παράγραφο «Εξαγγείωση» παρακάτω).
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί σε ασθενείς με στεφανιαία, μεσεντερική ή περιφερική αγγειακή θρόμβωση, επειδή η νοραδρεναλίνη μπορεί να αυξήσει την ισχαιμία και να επεκτείνει την περιοχή της θρόμβωσης, εκτός εάν κατά τη γνώμη του θεράποντος γιατρού, η χορήγηση νοραδρεναλίνης είναι απαραίτητη ως διαδικασία διάσωσης. Παρόμοια προσοχή θα πρέπει να δοθεί σε ασθενείς με υπόταση μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου και σε ασθενείς με στηθάγχη, ιδιαίτερα με την παραλλαγή στηθάγχης Prinzmetal, διαβήτη, υπέρταση ή υπερθυρεοειδισμό.
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με μείζονα δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας που σχετίζεται με οξεία υπόταση. Η υποστηρικτική θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά ταυτόχρονα με τη διαγνωστική αξιολόγηση. Η νοραδρεναλίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με επιφύλαξη σε ασθενείς με καρδιογενές σοκ και υπόταση ανθεκτική στη θεραπεία, ιδιαίτερα σε ασθενείς χωρίς αυξημένη συστηματική αγγειακή αντίσταση.
Η εμφάνιση διαταραχών του καρδιακού ρυθμού κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να οδηγήσει σε μείωση της δοσολογίας.
Καρδιακές αρρυθμίες μπορεί να προκύψουν όταν η νοραδρεναλίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με καρδιακούς ευαισθητοποιητικούς παράγοντες και ενδεχομένως με μεγαλύτερη συχνότητα σε ασθενείς με υποξία ή υπερκαρβία.
Η χρήση τασικών αμινών σε συνδυασμό με χλωροφόρμιο, ενφλουράνιο ή άλλα αλογονωμένα αναισθητικά μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες. Λόγω της πιθανότητας αύξησης του κινδύνου κοιλιακής μαρμαρυγής, η νοραδρεναλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τους συγκεκριμένους ή οποιουσδήποτε άλλους καρδιακούς ευαισθητοποιητικούς παράγοντες ή που εμφανίζουν σοβαρού βαθμού υποξία ή υπερκαρβία (βλέπε παράγραφο 4.5).
Η χρήση με αναισθητικά κυκλοπροπανίου και αλοθανίου αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).
Η νοραδρεναλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) ή εντός 14 ημερών από τη διακοπή αυτής της θεραπείας και σε ασθενείς που λαμβάνουν τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αδρενεργικά- σεροτονινεργικά φάρμακα ή λινεζολίδη επειδή μπορεί να προκύψει σοβαρή, παρατεταμένη υπέρταση (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ισχαιμικές καρδιακές παθήσεις και αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση. Υπερδοσολογίες ή συμβατικές δόσεις σε υπερευαίσθητα άτομα (π.χ. υπερθυρεοειδικούς ασθενείς) μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή υπέρταση με βίαιη κεφαλαλγία, φωτοφοβία, οπισθοστερνικό πόνο με αίσθηση μαχαιρώματος, ωχρότητα, έντονη εφίδρωση και έμετο. Η υπέρταση μπορεί τελικά να καταλήξει σε οξύ πνευμονικό οίδημα, αρρυθμία ή καρδιακή ανακοπή.
Θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα σε διαβητικούς ασθενείς καθώς αυξάνει το επίπεδο γλυκόζης στο αίμα (λόγω της γλυκογενετικής δράσης στο ήπαρ και της αναστολής της απελευθέρωσης ινσουλίνης από το πάγκρεας).
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις επιδράσεις της νοραδρεναλίνης λόγω της μεγαλύτερης συχνότητας ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής δυσλειτουργίας και ταυτόχρονης νόσου ή άλλης φαρμακευτικής αγωγής.
Η χρήση της νοραδρεναλίνης σε παιδιά δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.2 και 5.2).
Η νοραδρεναλίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από γιατρούς που είναι εξοικειωμένοι με τις επιλεκτικές ενδείξεις για τη χρήση της.
Όπου ενδείκνυται, πρέπει να εδραιώνεται και να διατηρείται η κατάλληλη θεραπεία αντικατάστασης αίματος ή υγρών σε συνδυασμό με την υιοθέτηση της ύπτιας θέσης με ανύψωση των ποδιών, πριν ή/και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αυτό το προϊόν. Κατά την έγχυση της νοραδρεναλίνης, η αρτηριακή πίεση και ο ρυθμός ροής θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για την αποφυγή υπέρτασης. Ως εκ τούτου, είναι επιθυμητό να καταγράφεται η αρτηριακή πίεση κάθε δύο λεπτά από τη στιγμή της έναρξης της χορήγησης μέχρι να επιτευχθεί η επιθυμητή αρτηριακή πίεση και στη συνέχεια κάθε πέντε λεπτά, εάν η χορήγηση πρόκειται να συνεχιστεί. Ο ρυθμός ροής πρέπει να παρακολουθείται συνεχώς και ο ασθενής δεν πρέπει ποτέ να μένει χωρίς παρακολούθηση κατά τη λήψη νοραδρεναλίνης. Η υπέρταση μπορεί τελικά να οδηγήσει σε οξύ πνευμονικό οίδημα, αρρυθμία ή καρδιακή ανακοπή.
Η έγχυση νοραδρεναλίνης θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά καθώς η αιφνίδια διακοπή μπορεί να προκαλέσει καταστροφική πτώση της αρτηριακής πίεσης.
Η επίδραση της αγγειοσυσπαστικής δράσης (που προκύπτει από την αδρενεργική δράση στα αγγεία) μπορεί να ελαττωθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση ενός α-αποκλειστή ενώ η χορήγηση ενός β-αποκλειστή μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της διεγερτικής επίδρασης του προϊόντος στην καρδιά και σε αύξηση της υπερτασικής δράσης (μέσω της μείωσης της αρτηριακής διαστολής), που προκύπτει από τη βήτα-1-αδρενεργική διέγερση.
Εξαγγείωση Το σημείο έγχυσης θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά ως προς την ελεύθερη ροή. Θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την αποφυγή εξαγγείωσης της ταρταρικής νοραδρεναλίνης στους ιστούς, καθώς μπορεί να προκύψει τοπική νέκρωση λόγω της αγγειοσυσπαστικής δράσης του φαρμάκου. Ο αποχρωματισμός κατά μήκος της πορείας της φλέβας έγχυσης, μερικές φορές χωρίς προφανή εξαγγείωση, έχει αποδοθεί στη συστολή vasa vasorum με αυξημένη διαπερατότητα του τοιχώματος της φλέβας, επιτρέποντας κάποια διαρροή. Σε σπάνιες περιπτώσεις αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε επιφανειακή φλεβική αποδόμηση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της έγχυσης στις φλέβες των ποδιών σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε εκείνους που πάσχουν από αποφρακτική αγγειακή νόσο. Εάν συμβεί αποχρωματισμός, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αλλαγής του σημείου έγχυσης κατά μεσοδιαστήματα, ώστε να επιτραπεί η υποχώρηση των συμπτωμάτων της τοπικής αγγειοσύσπασης.
Οι αποφρακτικές αγγειακές νόσοι (π.χ. αθηροσκλήρωση, αρτηριοσκλήρωση, διαβητική ενδαρτηριίτιδα, νόσος του Buerger) είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν στα κάτω άκρα παρά στα άνω άκρα. Ως εκ τούτου, αποφύγετε τις φλέβες του ποδιού σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε εκείνους που πάσχουν από σχετικές διαταραχές.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ - Θεραπεία της ισχαιμίας λόγω εξαγγείωσης:
Για να αποφευχθεί η αποδόμηση και η νέκρωση στις περιοχές στις οποίες έχει λάβει χώρα εξαγγείωση, η περιοχή θα πρέπει να διηθηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα με 10 έως 15 ml φυσιολογικού διαλύματος άλατος το οποίο περιέχει 5 έως 10 mg φαιντολαμίνη, έναν αδρενεργικό παράγοντα αποκλεισμού. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια σύριγγα με λεπτή υποδερμική βελόνα, ώστε το διάλυμα να διεισδύει ελεύθερα σε όλη την
περιοχή, το οποίο αναγνωρίζεται εύκολα από την ψυχρή, σκληρή και ωχρή εμφάνισή του. Ο συμπαθητικός αποκλεισμός με φαιντολαμίνη προκαλεί άμεσες και εμφανείς τοπικές υπεραιμικές μεταβολές εάν η περιοχή διηθηθεί μέσα σε 12 ώρες. Η φαιντολαμίνη θα πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατό μετά την εξαγγείωση και η έγχυση θα πρέπει να διακόπτεται.
Νάτριο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,4 mg νάτριο ανά ml, που ισοδυναμεί με το 0,17% της συνιστώμενης, από τον ΠΟΥ, μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2g νατρίου για έναν ενήλικα.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί
- Πτητικά αναισθητικά αλογόνου: σοβαρού βαθμού κοιλιακή αρρυθμία (αύξηση της καρδιακής διεγερσιμότητας) (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
- Αντικαταθλιπτικά φάρμακα με ιμιπραμίνη: παροξυσμική υπέρταση με πιθανότητα αρρυθμίας (αναστολή της εισόδου των συμπαθομιμητικών σε συμπαθητικές ίνες).
- Σεροτονινεργικά-αδρενεργικά αντικαταθλιπτικά: παροξυσμική υπέρταση με πιθανότητα αρρυθμίας (αναστολή της εισόδου των συμπαθομιμητικών σε συμπαθητικές ίνες).
- Γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας.
- Λεβοντόπα.
- Υδροχλωρική χλωροφαινιραμίνη, υδροχλωρική τριπελεναμίνη και δεσιπραμίνη: σημαντική αύξηση της τοξικότητας της νοραδρεναλίνης.
- Αντιισταμινικά, καθώς ορισμένα μπορεί να εμποδίσουν την πρόσληψη των κατεχολαμινών από τους περιφερικούς ιστούς και να αυξήσουν την τοξικότητα της ενέσιμης νοραδρεναλίνης.
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις κατά τη χρήση και στενή ιατρική παρακολούθηση (βλέπε παράγραφο 4.4)
- Μη-εκλεκτικοί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ): αύξηση της αγγειακής πίεσης του συμπαθομιμητικού, που είναι συνήθως μέτρια.
- Εκλεκτικοί Α-αναστολείς ΜΑΟ: με παρέκταση από μη-εκλεκτικούς αναστολείς ΜΑΟ, κίνδυνος αύξησης της αγγειακής πίεσης.
- Λινεζολίδη: με παρέκταση από μη-εκλεκτικούς αναστολείς ΜΑΟ, κίνδυνος αύξησης της αγγειακής πίεσης.
Οι επιδράσεις της νοραδρεναλίνης μπορεί να ενισχυθούν με γουανεθιδίνη, γουαναδρέλη, ρεζερπίνη, μεθυλντόπα ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αμφεταμίνη, δοξαπράμη, μαζινδόλη, αλκαλοειδή της Rauwolfia.
Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση της νοραδρεναλίνης με άλφα και βήτα-αποκλειστές, καθώς μπορεί να προκύψει σοβαρή υπέρταση.
Απαιτείται προσοχή κατά τη χρήση της νοραδρεναλίνης με τα ακόλουθα φάρμακα, καθώς μπορεί να προκαλέσουν αυξημένες καρδιακές επιδράσεις: θυρεοειδικές ορμόνες, καρδιακές γλυκοσίδες, αντιαρρυθμικοί παράγοντες.
Τα αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας (εργολοειδή μεσυλικά, εργοταμίνη, διυδροεργοταμίνη, εργομετρίνη, μεθυλεργομετρίνη και μεθυσεργίδη) ή η ωκυτοκίνη μπορεί να ενισχύσουν τις αγγειοδιασταλτικές και αγγειοσυσταλτικές δράσεις.
Η ταυτόχρονη χορήγηση προποφόλης και νοραδρεναλίνης μπορεί να οδηγήσει σε σύνδρομο έγχυσης προποφόλης (PRIS).
Δεσμοπρεσίνη ή βαζοπρεσίνη: η αντιδιουρητική της δράση μειώνεται.
Το λίθιο μειώνει την επίδραση της νοραδρεναλίνης.
Τα διαλύματα έγχυσης νοραδρεναλίνης δεν πρέπει να αναμειγνύονται με άλλα φάρμακα (εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η νοραδρεναλίνη μπορεί να επηρεάσει τη διάχυση του πλακούντα και να προκαλέσει εμβρυϊκή βραδυκαρδία. Μπορεί επίσης να ασκήσει συσταλτική δράση στη μήτρα και να οδηγήσει σε ασφυξία εμβρύου σε ύστερη εγκυμοσύνη. Συνεπώς αυτοί οι πιθανοί κίνδυνοι για το έμβρυο πρέπει να σταθμιστούν σε σχέση με το πιθανό όφελος για τη μητέρα.
Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός γενικά δεν συνιστάται κατά τη χρήση της νοραδρεναλίνης ως επείγουσα θεραπεία οξείας υπότασης.
Γονιμότητα Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη συλλογή δεδομένων γονιμότητας για τη νοραδρεναλίνη.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες. Ως εκ τούτου, δεν συνιστάται η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ο Πίνακας 2 απαριθμεί τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί μετά τη θεραπεία με νοραδρεναλίνη. Τα δεδομένα αυτά συλλέχθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αυθόρμητες αναφορές και λόγω των προβλημάτων στον υπολογισμό της συχνότητας αναφοράς από τις αυθόρμητες αναφορές, η συχνότητα των αναφερόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών «δεν είναι γνωστή» (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται με φθίνουσα σειρά συχνότητας σε κάθε κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC).
Πίνακας 2 Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με νοραδρεναλίνη μέσω αυθόρμητης αναφοράς
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Άγχος, αϋπνία, σύγχυση, αδυναμία, μεταβολή ψυχικής κατάστασης |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Παροδική κεφαλαλγία, τρόμος |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οξύ γλαύκωμα (πολύ συχνή σε ασθενείς με ανατομική προδιάθεση από γλαύκωμα κλειστής γωνίας). |
| Καρδιακές διαταραχές | Βραδυκαρδία1, αρρυθμία (βλέπε παράγραφο 4.4), αλλαγή στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, ταχυκαρδία, καρδιογενές σοκ, καρδιομυοπάθεια, αίσθημα παλμών, αύξηση της συσταλτικότητας του καρδιακού μυός που προκύπτει από την β-αδρενεργική δράση στην καρδιά (ινότροπη και χρονότροπη), οξεία καρδιακή ανεπάρκεια |
| Αγγειακές διαταραχές | Yπέρταση (βλέπε παράγραφο 4.4), περιφερική ισχαιμία2 συμπεριλαμβανομένης της γάγγραινας των άκρων, μείωση του όγκου του πλάσματος με παρατεταμένη χρήση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια, αναπνευστική ανεπάρκεια ή δυσκολία |
|---|---|
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, έμετος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ωχρότητα, ουλοποίηση του δέρματος, κυανή χρώση δέρματος, εξάψεις ή ερυθρότητα του δέρματος, δερματικό εξάνθημα, κνίδωση ή κνησμός |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Κατακράτηση ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξαγγείωση, νέκρωση στο σημείο της ένεσης |
1 Βραδυκαρδία, πιθανώς ως αντανακλαστικό αποτέλεσμα της αύξησης της αρτηριακής πίεσης
2 Ισχαιμία, λόγω ισχυρής αγγειοσυστολικής δράσης και υποξίας του ιστού
Μπορεί να εμφανιστεί υπέρταση, η οποία μπορεί να σχετίζεται με βραδυκαρδία καθώς και κεφαλαλγία και περιφερική ισχαιμία, συμπεριλαμβανομένης της γάγγραινας των άκρων.
Συνεχής χορήγηση του αγγειοτασικού για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, απουσία αντικατάστασης όγκου αίματος, μπορεί να προκαλέσει τα ακόλουθα συμπτώματα (βλέπε παράγραφο 4.4):
- σοβαρού βαθμού περιφερική και σπλαχνική αγγειοσύσπαση
- μείωση της νεφρικής ροής αίματος
- μείωση της παραγωγής ούρων
- υποξία
- αύξηση των επιπέδων του γαλακτικού στον ορό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.
Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 357 22608649 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρού βαθμού υπέρταση, αντανακλαστική βραδυκαρδία, σημαντική αύξηση στην περιφερική αντίσταση και μειωμένη καρδιακή παροχή. Αυτά μπορεί να συνοδεύονται από βίαιη κεφαλαλγία, εγκεφαλική αιμορραγία, φωτοφοβία, οπισθοστερνικό πόνο, ωχρότητα, πυρετό, έντονη εφίδρωση, πνευμονικό οίδημα και έμετο.
Διαχείριση Σε περίπτωση τυχαίας υπερδοσολογίας, όπως αποδεικνύεται από την υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης, διακόψτε το φάρμακο έως ότου η κατάσταση του ασθενούς σταθεροποιηθεί.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Θεραπεία των καρδιακών παθήσεων, Αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, Κωδικός ATC: C01CA03 Μηχανισμός δράσης Οι αγγειακές επιδράσεις στις δόσεις που χρησιμοποιούνται συνήθως κλινικά προκύπτουν από την ταυτόχρονη διέγερση των άλφα- και βήτα- αδρενεργικών υποδοχέων στην καρδιά και το αγγειακό σύστημα. Εκτός από την καρδιά, η δράση της είναι κατά κύριο λόγο στους άλφα-υποδοχείς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δύναμης (και ελλείψει πνευμονογαστρικής αναστολής) στο ρυθμό της συστολής του μυοκαρδίου. Η περιφερική αντίσταση αυξάνεται καθώς επίσης αυξάνεται η διαστολική και η συστολική πίεση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η αύξηση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να προκαλέσει αντανακλαστική μείωση του καρδιακού ρυθμού.
Η αγγειοσυστολή μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ροή αίματος στα νεφρά, στο ήπαρ, στο δέρμα και στους λείους μύες. Η τοπική αγγειοσυστολή μπορεί να προκαλέσει αιμόσταση ή/ και νέκρωση.
Η επίδραση στην αρτηριακή πίεση εξαφανίζεται 1-2 λεπτά μετά τη διακοπή της έγχυσης.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Υπάρχουν δύο στερεοϊσομερή της νοραδρεναλίνης, το βιολογικά δραστικό L-ισομερές είναι αυτό που βρίσκεται στο Noradrenaline/Kabi 1 mg/ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.
Απορρόφηση
- Υποδόρια: ελάχιστη
- Από του στόματος: η νοραδρεναλίνη απενεργοποιείται ταχέως στην γαστρεντερική οδό μετά την από του στόματος χορήγηση.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η νοραδρεναλίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα περίπου 1 έως 2 λεπτά.
Κατανομή
- Η νοραδρεναλίνη απομακρύνεται ταχέως από το πλάσμα με συνδυασμό κυτταρικής επαναπρόσληψης και μεταβολισμού. Δεν διασχίζει εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Βιομετασχηματισμός
- Μεθυλίωση με κατεχολο-ο-μεθυλοτρανσφεράση
- Απαμίνωση με μονοαμινοξειδάση (ΜΑΟ)
- Ο τελικός μεταβολίτης και από τα δύο είναι το 4-υδροξυ-3-μεθοξυμανδελικό οξύ.
- Οι ενδιάμεσοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν τη νορμετανεφρίνη και το 3,4-διϋδροξυμανδελικό οξύ.
Αποβολή Η νοραδρεναλίνη αποβάλλεται κυρίως ως συζευγμένα γλυκουρονιδικά ή θειικά άλατα των μεταβολιτών στα ούρα. Έως και το 16% μιας ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα με μεθυλιωμένους και απαμινωμένους μεταβολίτες σε ελεύθερες και συζευγμένες μορφές.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα στα παιδιά
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι περισσότερες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται στα συμπαθομιμητικά οφείλονται σε υπερβολική διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος μέσω των διαφορετικών αδρενεργικών υποδοχέων.
Η νοραδρεναλίνη μπορεί να επηρεάσει τη διάχυση του πλακούντα και να προκαλέσει εμβρυική βραδυκαρδία.
Μπορεί επίσης να ασκήσει συσταλτική δράση στη μήτρα και να οδηγήσει σε εμβρυική ασφυξία κατά την ύστερη εγκυμοσύνη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Νάτριο χλωριούχο Νατρίου υδροξείδιο (για προσαρμογή του pH)
Υδροχλωρικό οξύ (για προσαρμογή του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Το Noradrenaline/Kabi δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Τα διαλύματα έγχυσης που περιέχουν ταρταρική νοραδρεναλίνη έχουν αναφερθεί ότι παρουσιάζουν ασυμβατότητες με τις ακόλουθες ουσίες: άλατα του σιδήρου, αλκάλια και οξειδωτικοί παράγοντες, βαρβιτουρικά, χλωροφαινιραμίνη, χλωροθειαζίδη, νιτροφουραντοΐνη, νοβοβιοκίνη, φαινυτοΐνη, διττανθρακικό νάτριο, ιωδιούχο νάτριο, στρεπτομυκίνη, σουλφαδιαζίνη, σουλφαφουραζόλη.
6.3 Διάρκεια ζωής
18 μήνες Διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα της φύσιγγας:
Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά το πρώτο άνοιγμα.
Διάρκεια ζωής μετά την αραίωση:
Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες στους 25 °C.
Από μικροβιολογική άποψη, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες πριν από τη χρήση αποτελούν ευθύνη του χρήστη και κανονικά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 24 ώρες στους 2 έως 8 °C, εκτός εάν η αραίωση έχει πραγματοποιηθεί σε ελεγχόμενες και επικυρωμένες άσηπτες συνθήκες.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C.
Φυλάσσετε την φύσιγγα στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.
Για τις συνθήκες φύλαξης μετά την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τύπου Ι διαυγείς γυάλινες φύσιγγες που περιέχουν:
1 ml πυκνό διάλυμα (σε συσκευασίες των 5, 10 ή 50),ꞏ 4 ml, 5 ml, 8 ml και 10 ml πυκνό διάλυμα (κάθε ποσότητα σε συσκευασίες των 5 ή 10).
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Για μια μόνο χρήση.
Το διάλυμα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά πριν από τη χρήση. Το διάλυμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εάν έχει καφέ χρώμα ή εάν περιέχει ορατά σωματίδια.
Οδηγίες αραίωσης:
Είτε προσθέστε 2 ml πυκνού διαλύματος σε 48 ml διαλύτη για χορήγηση με αντλία σύριγγας ή προσθέστε 20 ml πυκνού διαλύματος σε 480 ml διαλύτη για χορήγηση με μετρητή στάγδην. Και στις δύο περιπτώσεις η τελική συγκέντρωση του διαλύματος έγχυσης είναι 40 mg/λίτρο βάση νοραδρεναλίνης (που ισοδυναμεί με 80 mg/λίτρο ταρταρικής νοραδρεναλίνης). Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές αραιώσεις αντί των 40 mg/λίτρο βάσης νοραδρεναλίνης (βλέπε παράγραφο 4.2). Εάν χρησιμοποιούνται διαφορετικές αραιώσεις αντί των 40 mg/λίτρο βάσης νοραδρεναλίνης, ελέγξτε προσεκτικά τον υπολογισμό του ρυθμού έγχυσης πριν ξεκινήσετε τη θεραπεία.
Μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι ακόλουθοι διαλύτες:
χλωριούχο νάτριο 9 mg/ml (0,9% w/v) με γλυκόζη 50 mg/ml (5% w/v) για έγχυση γλυκόζη 50 mg/ml (5% w/v) για έγχυση χλωριούχο νάτριο 9 mg/ml (0,9% w/v) για έγχυση Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
FRESENIUS KABI HELLAS A.E.
Λ. Μεσογείων 354 153 41 Αγία Παρασκευή Τηλέφωνο: +30 210 6542909 Fax: +30 210 6548909 e-mail: FKHinfo@fresenius-kabi.com Τοπικός αντιπρόσωπος του ΚΑΚ στην Κύπρο Innopro Healthcare Ltd Γιάννου Κρανιδιώτη 185, Λατσιά 2234, Λευκωσία Κύπρος Τηλ. +357 22483000
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα:
Κύπρος:
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ελλάδα:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Κύπρος:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Ελλάδα:
Κύπρος: