Clinio Logo
Clinio
NOZINAN › ΠΧΠ

NOZINAN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Nozinan 25 mg, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Nozinan περιέχει 33,8 mg λεβομεπρομαζίνη μηλεϊνική, που αντιστοιχεί σε 25 mg λεβομεπρομαζίνη.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε δισκίο Nozinan 25 mg περιέχει 122,5 mg λακτόζη μονοϋδρική και 58,7 mg άμυλο σίτου (που περιέχει γλουτένη) (βλ. παράγραφο 4.4).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Στρογγυλά, αμφίκυρτα, κιτρινωπά, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με το λογότυπο NN25 στη μία πλευρά και εγκοπή στην άλλη πλευρά.

Η εγκοπή χρησιμεύει μόνο για να διευκολύνει τη θραύση του δισκίου και την κατάποσή του και όχι για τον διαχωρισμό σε ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Ψυχωσικές καταστάσεις, για τον έλεγχο του έντονου άγχους και της ψυχοκινητικής διέγερσης.

Μόνο ή σε συνδυασμό με κατάλληλα προσαρμοσμένες δόσεις αναλγητικών και ναρκωτικών για την ανακούφιση από το έντονο άλγος και τα συνοδά συμπτώματα όπως παραλήρημα, διέγερση, ανησυχία και σύγχυση σε ασθενείς κατά την τελική φάση.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία 12,5 - 50 mg τρεις φορές την ημέρα, από το στόμα.

Παιδιά από 2 ετών και άνω: 0,1 - 0,2 mg/kg την ημέρα.

Τρόπος χορήγησης Λαμβάνεται από του στόματος.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη λεβομεπρομαζίνη και γενικότερα στις φαινοθειαζίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1,

• Παθήσεις του ήπατος,

• Υπερευαισθησία ή δυσανεξία στη γλουτένη, λόγω της παρουσίας αμύλου σίτου (γλουτένη),

• Σε συνδυασμό με σουλτοπρίδη

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ειδικές προειδοποιήσεις Σε περίπτωση επίμονου πυρετού, πονόλαιμου ή λοίμωξης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λεβομεπρομαζίνη, συνιστάται η διενέργεια γενικής εξέτασης αίματος. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται, σε περίπτωση λευκοκυττάρωσης ή λευκοπενίας.

Το Nozinan σχετίζεται με το κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο: μία σπάνια ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση που χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, γενικευμένη μυϊκή ακαμψία, αστάθεια του αυτόνομου (ακανόνιστος σφυγμός ή πίεση του αίματος, ταχυκαρδία, υπερβολική εφίδρωση και διαταραχές καρδιακού ρυθμού), διαταραχή συνείδησης και αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης στον ορό. Η υπερθερμία συχνά αποτελεί πρώιμο σύμπτωμα αυτού του συνδρόμου. Επιπρόσθετα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση, μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Η αντιψυχωσική αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και θα πρέπει να παρέχεται η κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία και προσεκτική παρακολούθηση.

Σε ασθενείς με γλαύκωμα, χρόνια αναπνευστική πάθηση και οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος.

Εγκεφαλικό επεισόδιο:

Σε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες έναντι εικονικού φαρμάκου (placebo) που διεξήχθησαν σε πληθυσμό ηλικιωμένων ασθενών με άνοια και αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με συγκεκριμένα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα παρατηρήθηκε τριπλάσια αύξηση του κινδύνου εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Ο μηχανισμός αύξησης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστός. Αύξηση του κινδύνου με άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα ή με άλλο πληθυσμό ασθενών δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σε ηλικιωμένα άτομα και παιδιά συνιστώνται μικρότερες δόσεις.

Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια:

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση, η οποία σχετίζεται με άνοια και που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με αντιψυχωσικά φάρμακα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Αναλύσεις 17 δοκιμών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο (placebo) (μέσης διάρκειας 10 εβδομάδων), κυρίως σε ασθενείς που έλαβαν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, κατέδειξαν έναν κίνδυνο θανάτου στους ασθενείς υπό αγωγή με το φάρμακο από 1,6-1,7 φορές του κινδύνου θανάτου στους ασθενείς υπό αγωγή με εικονικό φάρμακο (placebo). Κατά τη διάρκεια μιας τυπικής ελεγχόμενης δοκιμής, διάρκειας 10 εβδομάδων, ο αριθμός των θανάτων στον πληθυσμό των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με το φάρμακο ήταν 4,5% συγκρινόμενο με ένα ποσοστό, περίπου 2,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo). Αν και οι αιτίες θανάτου στις κλινικές δοκιμές με άτυπα αντιψυχωσικά ήταν ποικίλες, οι περισσότεροι των θανάτων φάνηκε ότι είναι είτε καρδιαγγειακής (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) είτε λοιμώδους (π.χ. πνευμονία) φύσης. Μελέτες παρατήρησης δείχνουν ότι, όπως ισχύει με τα άτυπα αντιψυχωσικά, η αγωγή με τα συμβατικά αντιψυχωσικά φάρμακα πιθανόν να αυξήσει τη θνησιμότητα.

Η έκταση στην οποία τα ευρήματα της αυξημένης θνησιμότητας στις μελέτες παρατήρησης μπορεί να αποδοθεί στο αντιψυχωσικό φάρμακο έναντι κάποιου(ων) χαρακτηριστικού(ών) των ασθενών, δεν είναι σαφής.

Φλεβική θρομβοεμβολή:

Περιπτώσεις φλεβικής θρομβοεμβολής, ενίοτε θανατηφόρου, έχουν αναφερθεί με τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Επομένως, το Nozinan πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (βλ. παράγραφο 4.8).

Σε άτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίες. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συστήνεται αποφυγή της λήψης οινοπνεύματος και φαρμάκων, όπως η φαινυλοβουταζόνη, που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων. Σε ασθενείς με θυρεοτοξίκωση μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.

Στην αρχή της θεραπείας υπάρχει κίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης.

Η χορήγηση μεγάλων δόσεων πάνω από 75 mg σε ηλικιωμένα άτομα πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων του φαρμάκου και του κινδύνου ορθοστατικής υπότασης.

Να μη χρησιμοποιείται σε παιδιά κάτω των 2 ετών, επειδή η ασφάλεια του προϊόντος δεν έχει εξακριβωθεί για ασθενείς αυτής της ηλικίας.

Τα τυπικά αντιψυχωσικά (νευροληπτικά) τύπου φαινοθειαζίνης ενδέχεται να ενισχύσουν την παράταση του διαστήματος QT που αυξάνει τον κίνδυνο έναρξης σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών τύπου ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsade de pointes), οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες (αιφνίδιος θάνατος). Η παράταση του QT επιδεινώνεται ειδικότερα παρουσία βραδυκαρδίας, υποκαλιαιμίας και συγγενούς ή επίκτητης (π.χ. προκαλούμενης από φάρμακα) παράτασης του QT. Εφόσον εμμένει η κλινική κατάσταση πρέπει να διενεργούνται ιατρικές και εργαστηριακές εξετάσεις προκειμένου να αποκλειστούν πιθανοί παράγοντες κινδύνου πριν από την έναρξη της αγωγής με κάποιο αντιψυχωσικό παράγοντα και, αν θεωρείται αναγκαίο, κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).

Εκτός από τις επείγουσες καταστάσεις, συνιστάται η πραγματοποίηση ηλεκτροκαρδιογραφήματος κατά την αρχική αξιολόγηση των ασθενών πριν από τη θεραπεία με ένα νευροληπτικό παράγοντα.

Εκτός από ειδικές περιπτώσεις, αυτό το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από ασθενείς με νόσο του Parkinson.

Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να προκαλέσει κοιλιακό άλγος και κοιλιακή διάταση, τα οποία ομοιάζουν με παραλυτικό ειλεό και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επείγοντα.

Δεν συνιστάται η λήψη αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος σε συνδυασμό με οινόπνευμα, λεβοντόπα, ντοπαμινεργικούς παράγοντες, αντιπαρασιτικούς παράγοντες που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes), μεθαδόνη, άλλα νευροληπτικά και φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (βλ. παράγραφο 4.5).

Η λεβομεπρομαζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στον υποθυρεοειδισμό, στην καρδιακή ανεπάρκεια, στο φαιοχρωμοκύτωμα, στη μυασθένεια gravis και στην υπερτροφία του προστάτη.

Λακτόζη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Άμυλο σίτου (που περιέχει γλουτένη)

Αυτό το φάρμακο περιέχει πολύ χαμηλά επίπεδα γλουτένης (από άμυλο σίτου) και είναι πολύ απίθανο να σας προκαλέσει προβλήματα εάν έχετε κοιλιοκάκη.

Ένα δισκίο δεν περιέχει περισσότερο από 5,87 μg γλουτένης.

Οι ασθενείς με αλλεργία σίτου (διαφορετική από την κοιλιοκάκη) δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Προφυλάξεις κατά τη χρήση Η παρακολούθηση της θεραπείας με λεβομεπρομαζίνη πρέπει να είναι ενισχυμένη:

• Σε επιληπτικούς ασθενείς λόγω της πιθανότητας μείωσης της επιληπτογόνου ουδού. Η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας.

• Σε ηλικιωμένους ασθενείς που παρουσιάζουν:

o Μεγαλύτερη ευαισθησία στην ορθοστατική υπόταση, στην καταστολή και σε εξωπυραμιδικές

επιδράσεις, o Χρόνια δυσκοιλιότητα (κίνδυνος παραλυτικού ειλεού), o Ενδεχόμενη υπερτροφία του προστάτη.

• Σε ασθενείς που πάσχουν από ορισμένες καρδιαγγειακές παθήσεις, λόγω των επιδράσεων της κινιδίνης, οι οποίες προκαλούν ταχυκαρδία και υπόταση.

• Σε περίπτωση σοβαρής ηπατικής ή/και νεφρικής ανεπάρκειας, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης του φαρμάκου.

• Σε ασθενείς με ακοκκιοκυτταραιμία συνιστάται συχνή διενέργεια γενικής εξέτασης αίματος (βλ.

παράγραφο 4.8).

• Ιδιαίτερα κατά την διάρκεια παρατεταμένων θεραπειών. Μπορεί να εμφανιστεί όψιμη δυσκινησία μετά από τη διακοπή της αγωγής με νευροληπτικό παράγοντα και να υποχωρήσει με την επανέναρξη της αγωγής ή όταν η δόση αυξάνεται. Οι αντιχολινεργικοί αντιπαρκινσονικοί παράγοντες δεν έχουν καμία επίδραση και μπορεί να προκαλέσουν έξαρση.

Υπεργλυκαιμία ή δυσανεξία στη γλυκόζη έχει αναφερθεί σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με Nozinan.

Ασθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη που αρχίζουν αγωγή με Nozinan, πρέπει να έχουν κατάλληλη παρακολούθηση του σακχάρου αίματος κατά τη διάρκεια της αγωγής (βλ. παράγραφο 4.8).

Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να ελαττώσει τον επιληπτικό ουδό (βλ. επίσης παράγραφο 4.8) και θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε επιληπτικούς ασθενείς.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται Σουλτοπρίδη (νευροληπτικό βενζαμίδιο): Αυξημένος κίνδυνος από διαταραχές του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα από ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.

Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί (βλ. παράγραφο 4.4)

Ντοπαμινεργικά: Αμοιβαίος ανταγωνισμός μεταξύ ντοπαμινεργικών και νευροληπτικών. Τα ντοπαμινεργικά μπορεί να προκαλέσουν ή να οξύνουν ψυχωσικές διαταραχές. Εάν απαιτείται θεραπεία με νευροληπτικά σε ασθενείς με νόσο Parkinson οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με ντοπαμινεργικά, τα τελευταία θα πρέπει να μειωθούν σταδιακά (η ξαφνική διακοπή ντοπαμινεργικών παραγόντων εκθέτει τον ασθενή σε κίνδυνο «κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου»).

Φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν ταχυκαρδία δίκην ραπιδίου: Αντιαρρυθμικά της τάξης Ιa (κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη) και της τάξης ΙΙΙ (αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη), ορισμένα νευροληπτικά (θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, τριφθοριοπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, αμισουλπιρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη) και άλλα φάρμακα, όπως βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ενδοφλέβια ερυθρομυκίνη, μιζολαστίνη, ενδοφλέβια βινκαμίνη, αλοφαντρίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, ενδοφλέβια σπιραμυκίνη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.

Εάν είναι δυνατό, διακοπή του μη αντιλοιμώδους αρρυθμιογόνου φαρμάκου. Εάν ο συνδυασμός δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται προκαταρκτικός έλεγχος του QT και παρακολούθηση των ΗΚΓ καταγραφών.

Αλκοόλ: Αύξηση της κατασταλτικής δράσης των αντιψυχωσικών από το αλκοόλ.

Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορούν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών.

Αποφυγή λήψης αλκοολούχων ποτών και φαρμάκων που περιέχουν αιθυλική αλκοόλη.

Λεβοντόπα: Αντίστροφος ανταγωνισμός της λεβοντόπα και των αντιψυχωσικών.

Για τους παρκινσονικούς ασθενείς να χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες αποτελεσματικές δόσεις του κάθε

φαρμάκου.

Συνδυασμοί που αποτελούν αντικείμενο των προφυλάξεων κατά τη χρήση Τοπικώς δρώντα στο γαστρεντερικό σύστημα: Άλατα, οξείδια και υδροξείδια του μαγνησίου, του αργιλίου και του ασβεστίου: Μείωση της πεπτικής απορρόφησης των φαινοθειαζιδικών αντιψυχωσικών.

Tα φάρμακα με τοπική δράση στο γαστρεντερικό πρέπει να λαμβάνονται με χρονική απόσταση από τα φαινοθειαζιδικά νευροληπτικά (περισσότερο από 2 ώρες, εάν είναι δυνατό).

Φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία (ανταγωνιστές του ασβεστίου που προκαλούν βραδυκαρδία:

Διλτιαζέμη, βεραπαμίλη, βήτα-αποκλειστές εκτός της σοταλόλης, κλονιδίνη, γουανφασίνη, μεφλοκίνη, δακτυλίτιδα, αντιχοληνεστερασικά, όπως δονεζεπίλη, ριβαστιγμίνη, τακρίνη, αμπεμόνιο, γαλανταμίνη, πυριδοστιγμίνη, νεοστιγμίνη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Απαιτείται κλινική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.

Φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, διεγερτικά υπακτικά, αμφοτερικίνη Β (ενδοφλέβια οδός), γλυκο-αλατοκορτικοειδή, τετρακοσακτίδη): Αυξημένος κίνδυνος διαταραχών του κοιλιακού ρυθμού, ιδιαίτερα της ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου.

Απαιτείται πλήρης διόρθωση της υποκαλιαιμίας πριν από τη χορήγηση του προϊόντος και παρακολούθηση της κλινικής, ηλεκτρολυτικής και ηλεκτροκαρδιογραφικής κατάστασης.

Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή Αντιυπερτασικά: Αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).

Βήτα αποκλειστές σε καρδιακή ανεπάρκεια (βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη):

Αγγειοδιασταλτική δράση και αυξημένος κίνδυνος υπότασης, ιδιαίτερα ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).

Ατροπίνη και άλλες ατροπινικές ουσίες: Ιμιπραμινικά αντικαταθλιπτικά, αντιϊσταμινικά, αντιχολινεργικά, αντιπαρκινσονικά αντιχολινεργικά, ατροπινικά σπασμολυτικά, δισοπυραμίδη: Προσθήκη ανεπιθύμητων ατροπινικών δράσεων, όπως της επίσχεσης ούρων, της δυσκοιλιότητας, της ξηροστομίας.

Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος: Οπιοειδή παράγωγα (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες και άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, υπνωτικά, ηρεμιστικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, δοξεπίνη, μιανσερίνη, μιρταζαπίνη, τριμιπραμίνη), κατασταλτικά αντιϊσταμινικά, κεντρικώς δρώντα αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη, πιζοτιφαίνη, νευροληπτικά: Αύξηση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι διαταραχές της εγρήγορσης μπορεί να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και το χειρισμό μηχανών.

Μεταβολισμός του κυτοχρώματος P450 2D6: Έχει αναφερθεί ότι η λεβομεπρομαζίνη και οι μη υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες της αναστέλλουν το κυτόχρωμα P450 2D6 (CYP2D6). Υπάρχει πιθανή φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ των αναστολέων του CYP2D6, όπως οι φαινοθειαζίνες, και των υποστρωμάτων του CYP2D6. Η συγχορήγηση της λεβομεπρομαζίνης με φάρμακα που πρωταρχικά μεταβολίζονται από το ενζυμικό σύστημα CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα. Συνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών για δοσο- εξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με υποστρώματα του CYP2D6 όπως η αμιτριπτυλίνη/το οξείδιο της αμιτριπτυλίνης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Στο πρώτο τρίμηνο της κύησης πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.

Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (περιλαμβανομένου του Nozinan) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων ή/και των συμπτωμάτων στέρησης που μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά από τον τοκετό.

Έχουν υπάρξει αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, βραδυκαρδία, ταχυκαρδία, διαταραχές διατροφής, ειλεό από μηκώνιο, καθυστερημένη διέλευση μηκωνίου, κοιλιακός μετεωρισμός.

Συνεπώς, τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά προκειμένου να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπεία.

Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα.

Δεν έχει αξιολογηθεί ο κίνδυνος τερατογόνου δράσης της λεβομεπρομαζίνης στους ανθρώπους.

Πραγματοποιήθηκαν διαφορετικές προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες με άλλες φαινοθειαζίνες οι οποίες κατέδειξαν αμφιλεγόμενα αποτελέσματα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογόνου δράσης. Η λεβομεπρομαζίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.

Θηλασμός Κατά το θηλασμό πρέπει, επίσης, να αποφεύγεται η χορήγηση του φαρμάκου ή να σταθμίζεται με τη θεραπευτική αναγκαιότητα.

Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Η ύπαρξη κινδύνου στα θηλάζοντα νεογέννητα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός η θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με Nozinan, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη μητέρα .

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα για την γονιμότητα σε ζώα. Στους ανθρώπους, η λεβομεπρομαζίνη λόγω της αλληλεπίδρασης της με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης, μπορεί να προκαλέσει υπερπρολακτιναιμία η οποία σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στις γυναίκες. Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η θεραπεία με λεβομεπρομαζίνη σχετίζεται με μειωμένη γονιμότητα στους άντρες.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων ή τη συμμετοχή σε δραστηριότητες που απαιτείται αυξημένη ετοιμότητα, επειδή μπορεί να προκληθεί υπνηλία, αποπροσανατολισμός, σύγχυση ή εκτεταμένη υπόταση.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ορίζεται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη:

Πολύ συχνές (≥ 1/10)ꞏ συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)ꞏ όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)ꞏ σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000)ꞏ πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

ΠολύΣυχνέςΌχιΣπάνιεςΠολύΜη γνωστής
συχνέςσυχνέςσπάνιεςσυχνότητας
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος*1Λευκοπενία *2Ακοκκιοκυ τταραιμία*2Θρομβοπενία (συμπεριλαμβαν ομένης της θρομβοπενικής πορφύρας) Ηωσινοφιλία
ΠολύΣυχνέςΌχιΣπάνιεςΠολύΜη γνωστής
συχνέςσυχνέςσπάνιεςσυχνότητας
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος*3Γαλακτόρρ οιαΑναστολή της εμμηνορρυ σίας (αμηνόρροι α)Υπερπρολακτιν αιμία Γυναικομαστία Στυτική δυσλειτουργία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης*4Αύξηση του σωματικού βάρουςΔυσανεξία στη γλυκόζη Υπεργλυκαιμία (βλ. υπο- παράγραφο «Προφυλάξεις κατά τη χρήση» στην παράγραφο 4.4). Σακχαρώδης διαβήτης Υπονατριαιμία Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH)
Ψυχιατρικές διαταραχέςΑγχώδεις αντιδράσειςΜεταβολές της διάθεσης Παραλήρημα Συγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος*5Υπνηλία (περισσότ ερο έντονη κατά την έναρξη της θεραπείας )Καταστολή (περισσότε ρο έντονη κατά την έναρξη της θεραπείας) ΥπερτονίαΕξωπυραμι δικές διαταραχές *6 ΣπασμοίΌψιμη δυσκινησία*7 Ραιβόκρανο Κρίση περιστροφής οφθαλμικών βολβών Τρισμός Δυσκινησία Ακινησία Υπερκινητικότη τα Ακαθησία Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4)
Οφθαλμικές διαταραχές*8Διαταραχές προσαρμογής των οφθαλμών Οφθαλμικές εναποθέσεις
ΠολύΣυχνέςΌχιΣπάνιεςΠολύΜη γνωστής
συχνέςσυχνέςσπάνιεςσυχνότητας
Καρδιακές διαταραχές*9Παράταση του διαστήματο ς QTΠολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (δίκην ριπιδίου- torsades de pointes) Αιφνίδιος θάνατος, πιθανόν καρδιακής προέλευσης (βλ. παράγραφο 4.4) και περιπτώσεις ανεξήγητου αιφνίδιου θανάτου*10.
Αγγειακές διαταραχέςΟρθοστατ ική υπόταση* 11Φλεβική θρομβοεμβ ολήΠνευμονική εμβολή (ενίοτε θανατηφόρος) Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (βλ. παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του γαστρεντερικούΞηροστομ ίαΔυσκοιλιότ ητα, που μπορεί να οδηγήσει σε ειλεόΝεκρωτική εντεροκολίτιδα (ενίοτε θανατηφόρος) Παραλυτικός ειλεός
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΊκτερος (ενδοηπατική χολόσταση) Ηπατοκυτταρικ ή, χολοστατική και μικτή ηπατική βλάβη
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού*12Αντιδράσεις φωτοευαισθησία ς Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΚατακράτηση ούρων
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος καιΠριαπισμός
ΠολύΣυχνέςΌχιΣπάνιεςΠολύΜη γνωστής
συχνέςσυχνέςσπάνιεςσυχνότητας
του μαστού
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΔιαταραχές της θερμορρύθ μισης*13
Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδουΣύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ. παράγραφο 4.6)

*1 Έχουν αναφερθεί, επίσης, αιμολυτική αναιμία, παγκυττοπενία.

*2 Συνιστάται η τακτική διενέργεια πλήρους αιματολογικού ελέγχου.

*3 Άλλες διαταραχές που έχουν αναφερθεί από τους ενδοκρινείς αδένες είναι: μεταβολές στη libido, επιβράδυνση της εκσπερμάτωσης, ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα.

*4 Έχει αναφερθεί, επίσης, δυσανεξία στη γλυκόζη και γλυκοζουρία.

*5 Έχουν ακόμη αναφερθεί επιληπτικές κρίσεις και εγκεφαλικό οίδημα.

*6 Εξωπυραμιδικά συμπτώματα περιλαμβάνουν δυστονικές αντιδράσεις και παρκινσονισμό.

*7 Όψιμη δυσκινησία εκδηλώνεται κυρίως σε παρατεταμένη θεραπεία. Αυτή η όψιμη δυσκινησία εμφανίζεται ορισμένες φορές με τη διακοπή του νευροληπτικού παράγοντα και εξαφανίζεται με την επαναχορήγησή του ή με την αύξηση της δοσολογίας. Τα αντιπαρκινσονικά αντιχολινεργικά είναι μη δραστικά ή μπορούν να οδηγήσουν σε επιδείνωση.

*8 Μετά από μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων μπορεί να παρατηρηθεί μελάγχρωση του αμφιβληστροειδούς.

*9 Έχουν παρατηρηθεί διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (ταχυκαρδία, σπανιότερα βραδυκαρδία), ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες.

*10 Υπήρξαν μεμονωμένες αναφορές αιφνίδιου θανάτου, πιθανόν καρδιακής προέλευσης (βλ. παράγραφο 4.4), καθώς επίσης και περιπτώσεις ανεξήγητου αιφνίδιου θανάτου σε ασθενείς που έλαβαν νευροληπτικά τύπου φαινοθειαζίνης.

*11 Υποτασικές κρίσεις, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους.

*12 Μετά από μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων μπορεί να παρατηρηθεί μελάγχρωση του δέρματος.

*13 Υποθερμία, επικίνδυνη σε ηλικιωμένα άτομα. Σπανιότερα πυρετός ή και υπερπυρεξία.

Ιδιαίτερα έντονες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η υπνηλία, η ορθοστατική υπόταση, η ταχυκαρδία, η ξηροστομία και η δυσκοιλιότητα.

Τα συμπτώματα από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, που περιλαμβάνουν: ορθοστατική υπόταση, υποτασικές κρίσεις (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους), διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (ταχυκαρδία, σπανιότερα βραδυκαρδία), παράταση του διαστήματος QT, ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες, ξηρότητα του στόματος, δυσκοιλιότητα που μπορεί να οδηγήσει σε ειλεό, διαταραχές προσαρμογής των οφθαλμών, συμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου και κατακράτηση ούρων, εξαφανίζονται συχνά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες: αντιδράσεις υπερευαισθησίας, περιφερικό οίδημα, ζάλη, ίλιγγος.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων

Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα:

Τα συμπτώματα οξείας τοξικότητας μπορεί να περιλαμβάνουν απλή καταστολή του ΚΝΣ, σπασμούς, τρόμο ή τονικούς και κλονικούς σπασμούς, κώμα το οποίο να συνοδεύεται από υπόταση και αναπνευστική καταστολή.

Αντιμετώπιση:

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Μετά την πραγματοποίηση γαστρικής πλύσης, η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική.

Εμετικά του ΚΝΣ είναι αναποτελεσματικά λόγω της αντιεμετικής δράσης του Nozinan. Μπορεί να χορηγηθεί ενεργοποιημένος άνθρακας.

Για την αντιμετώπιση της υπότασης: Διάλυμα γλυκόζης 5% μπορεί να χορηγηθεί. Εάν απαιτείται η χρήση υπερτασικού, μπορεί να χορηγηθεί νορεπινεφρίνη ή φαινυλεφρίνη, όχι όμως επινεφρίνη η οποία μπορεί να επιβαρύνει την ήδη υπάρχουσα υπόταση.

Για την αναπνευστική καταστολή: Χορήγηση οξυγόνου για εισπνοές ή έλεγχος αναπνοής διαμέσου τραχειο-διασωλήνωσης.

Για τη μόλυνση του αναπνευστικού: Χρήση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος.

Για τα συμπτώματα από το εξωπυραμιδικό: μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα αντιπαρκινσονικό ή ένυδρος χλωράλη. Η τελευταία πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή λόγω της κατασταλτικής δράσης της επί του αναπνευστικού.

Κάθε διεγερτικό του ΚΝΣ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιψυχωσικό, κωδικός ATC: Ν05 AA02.

Η λεβομεπρομαζίνη είναι νευροληπτικό παράγωγο της φαινοθειαζίνης με αντιψυχωσικές ηρεμιστικές, αγχολυτικές, κατευναστικές και αναλγητικές ιδιότητες. Ασκεί, επίσης, μια ισχυρή επίδραση τύπου αντι- απομορφίνης, μια υποθερμική δράση τρεις φορές πιο ισχυρή από ότι η χλωροπρομαζίνη και ισχυρή αντισπασμωδική και αντιϊσταμινική δράση.

Η λεβομεπρομαζίνη μπορεί να αντιστρέψει την υπέρταση που προκαλείται από την επινεφρίνη, αλλά είναι πρακτικά αδρανής σε αυτή που προκαλείται από τη νορεπινεφρίνη και την ακετυλοχολίνη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό επιτυγχάνονται κατά μέσο όρο 1 έως 3 ώρες από τη λήψη. Η βιολογική ημιπερίοδος ζωής της λεβομεπρομαζίνης είναι περίπου 30 ώρες. Η λεβομεπρομαζίνη απεκκρίνεται συγχρόνως από τα κόπρανα με τη μορφή οξειδωμένης λεβομεπρομαζίνης.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν επιπρόσθετα δεδομένα που να αφορούν στο συνταγογράφο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίων:

Λακτόζη μονοϋδρική Άμυλο σίτου Διοξείδιο πυριτίου ένυδρο Δεξτρίνη Μαγνήσιο στεατικό (φυτικής προέλευσης)

Επικάλυψη δισκίων:

Υπρομελλόζη Πολυαιθυλενογλυκόλη 20000 Οξείδιο τιτανίου Οξείδιο σιδήρου κίτρινο

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

36 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Διατηρείται σε θερμοκρασία < 25oC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Τα δισκία Nozinan φέρονται σε 2 ή 3 κυψέλες από PVC/φύλλο αλουμινίου των 10 δισκίων η καθεμιά, ήτοι ΒΤ x 20 (BLIST 2 x 10) ή/και ΒΤ x 30 (BLIST 3 x 10).

Επιπλέον, το προϊόν φέρεται και σε 12 κυψέλες από PVC/φύλλο αλουμινίου των 7 δισκίων η καθεμιά, ήτοι ΒΤ x 84 (BLIST 12 x 7) ως νοσοκομειακή συσκευασία.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Brain Therapeutics ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ Λεωφ. Κηφισίας 16, Αθήνα, Ελλάδα

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

43255/04.11.2008

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

- Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:

16.06.1958

- Ημερομηνία ανανέωσης:

04.11.2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:0471201_SPC_0471201_5.pdf