1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+25) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 40 mg olmesartan medoxomil και 12,5 mg hydrochlorothiazide.
Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+25) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 40 mg olmesartan medoxomil και 25 mg hydrochlorothiazide.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 290,7 mg lactose monohydrate.
Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+25) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 278,2 mg lactose monohydrate.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κίτρινα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, ωοειδούς σχήματος, αμφίκυρτα δισκία με χαραγμένο το «L347» στην μία πλευρά και κενό στην άλλη πλευρά.
Διάσταση: 16 mm x 7,5 mm Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+25) mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κίτρινα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο, ωοειδούς σχήματος, αμφίκυρτα δισκία με χαραγμένο το «L348» στην μία πλευρά και κενό στην άλλη πλευρά.
Διάσταση: 16 mm x 7,5 mm
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης.
Ο σταθερός συνδυασμός του Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg ενδείκνυται σε ενήλικους ασθενείς, στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς μόνο με olmesartan medoxomil 40 mg.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες Η συνιστώμενη δόση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg ή (40+25) mg είναι 1 δισκίο ημερησίως.
Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς στους οποίους η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς μόνο με olmesartan medoxomil 40 mg.
| To | Olmesartan+HCTZ/Sandoz | (40+25) mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς στους οποίους η | |
|---|---|---|---|
| αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς από το σταθερό συνδυασμό | Olmesartan+HCTZ/Sandoz |
(40+12,5) mg.
Για λόγους ευκολίας, οι ασθενείς που λαμβάνουν olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδη από ξεχωριστά δισκία μπορεί να μεταβούν στα δισκία Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg, που περιέχουν τις ίδιες δόσεις συστατικών.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών ή άνω)
Στους ηλικιωμένους προτείνεται η ίδια δόση συνδυασμού όπως και στους ενήλικες.
Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά.
Νεφρική δυσλειτουργία Το olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min).
Η μέγιστη δόση olmesartan medoxomil σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 mL/min) είναι 20 mg olmesartan medoxomil μια φορά ημερησίως, λόγω περιορισμένης εμπειρίας υψηλών δόσεων σε αυτή την ομάδα ασθενών, και συνιστάται τακτική παρακολούθηση.
Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg αντενδείκνυται, επομένως, σε όλα τα στάδια της νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. παραγράφους 4.3, 4.4, 5.2).
Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4, 5.2). Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, οι οποίοι λαμβάνουν διουρητικά και/ή άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες. Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται αρχική δόση των 10 mg olmesartan medoxomil μία φορά την ημέρα και η μέγιστη δόση δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg μια φορά ημερησίως. Δεν υπάρχει εμπειρία με το olmesartan medoxomil σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg δεν θα πρέπει, επομένως, να χρησιμοποιείται από ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3, 5.2), όπως επίσης σε περίπτωση χολόστασης και απόφραξης των χοληφόρων οδών (βλ. παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
Το δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται με επαρκή ποσότητα υγρών (π.χ. ένα ποτήρι νερό). Το δισκίο δεν θα πρέπει να μασιέται και θα πρέπει να λαμβάνεται την ίδια ώρα κάθε μέρα.
4.3 Αντενδείξεις
• Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή σε άλλες ουσίες παράγωγα της σουλφοναμίδης (αφού η υδροχλωροθειαζίδη είναι φαρμακευτικό προϊόν παράγωγο της σουλφοναμίδης).
• Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
• Ανθεκτική υποκαλιαιμία, υπερασβαιστιαιμία, υπονατριαιμία και συμπτωματική υπερουριχαιμία.
• Μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση και αποφρακτικές παθήσεις των χοληφόρων (βλ. παράγραφο 5.2).
• 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).
• Η ταυτόχρονη χρήση Olmesartan+HCTZ/Sandoz με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2) (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Μείωση του ενδαγγειακού όγκου Σε ασθενείς με μειωμένο ενδαγγειακό όγκο και/ή νάτριο, λόγω έντονης διουρητικής θεραπείας, διαιτητικού περιορισμού του νατρίου, διάρροιας ή εμέτου μπορεί να εμφανιστεί συμπτωματική υπόταση, ιδίως μετά την πρώτη δόση. Τέτοιες καταστάσεις πρέπει να διορθώνονται πριν από τη χορήγηση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz.
Άλλες καταστάσεις που προκαλούν διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης Σε ασθενείς, στους οποίους ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη λειτουργία του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας), η θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αυτό το σύστημα έχει σχετιστεί με οξεία υπόταση, αζωθαιμία, ολιγουρία ή, σπανίως, με οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS)
Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, ο διπλός αποκλεισμός του RAAS μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δε συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της πίεσης του αίματος.
Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Νεφραγγειακή υπέρταση Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας, όταν σε ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή με στένωση της αρτηρίας μονήρους νεφρού χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης- αλδοστερόνης.
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρού Το olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)
| Η μέγιστη δόση olmesartan medoxomil σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική | (κάθαρση | ||
|---|---|---|---|
| κρεατινίνης 30 – 60 ml/min) είναι 20 mg olmesartan medoxomil μία φορά την ημέρα. Ωστόσο, σε αυτούς | |||
| τους ασθενείς το olmesartan medoxomil/ | hydrochlorothiazide | 20 mg/12.5 mg και 20 mg/25mg θα πρέπει | |
| να χορηγείται με προσοχή και συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του καλίου στον ορό, των επιπέδων | |||
| της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος. Αζωθαιμία σχετιζόμενη με θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να | |||
| εμφανιστεί σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Εάν εκδηλωθεί προοδευτική νεφρική | |||
| δυσλειτουργία, είναι αναγκαία η προσεκτική επανεξέταση της θεραπείας, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει | |||
| να διακοπεί η θεραπεία με διουρητικά. |
Επομένως, το Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg αντενδείκνυται σε όλα τα στάδια της νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.3).
Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χορήγηση του olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide σε ασθενείς με πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού.
Έως τώρα δεν υπάρχει καμία εμπειρία με olmesartan medoxomil σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη δόση είναι 20 mg olmesartan medoxomil.
Επιπλέον, μικρές μεταβολές στην ισορροπία των υγρών και των ηλεκτρολυτών κατά τη διάρκεια θεραπείας με θειαζίδες μπορεί να επιταχύνει ηπατικό κώμα σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία ή προοδευτική ηπατική νόσο.
Επομένως, η χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz (40+12,5) mg και (40+25) mg σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολόσταση και απόφραξη των χοληφόρων οδών αντενδείκνυται (βλ.
παραγράφους 4.3. 5.2). Προσοχή εφιστάται στους ασθενείς με ήπια δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια Όπως και με άλλα αγγειοδιασταλτικά φάρμακα, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή από αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός Γενικά, ασθενείς με πρωτοπαθή αλδοστερονισμό δεν ανταποκρίνονται σε αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης.
Επομένως, δε συνιστάται η χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz σ’ αυτούς τους ασθενείς.
Μεταβολικά και ενδοκρινικά αποτελέσματα Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να διαταράξει την ανοχή στη γλυκόζη. Σε διαβητικούς ασθενείς μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων (βλ. παράγραφο 4.5). Λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να γίνει έκδηλος κατά τη διάρκεια θεραπείας με θειαζίδες.
Αυξήσεις των επιπέδων της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων αποτελούν ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με τη θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά.
Μπορεί να εμφανιστεί υπερουριχαιμία ή να επιταχυνθεί η εκδήλωση ουρικής αρθρίτιδας σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με θειαζίδες.
Ηλεκτρολυτικές διαταραχές Όπως και για κάθε ασθενή που λαμβάνει θεραπεία με διουρητικά, περιοδική εξέταση των ηλεκτρολυτών στον ορό πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα.
Οι θειαζίδες, συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές υγρών ή ηλεκτρολυτών (συμπεριλαμβανομένων της υποκαλιαιμίας, της υπονατριαιμίας και της υποχλωραιμικής αλκάλωσης). Προειδοποιητικά σημεία διαταραχής υγρών ή ηλεκτρολυτών είναι η ξηροστομία, η δίψα, η αδυναμία, ο λήθαργος, η υπνηλία, η ανησυχία, οι μυϊκοί πόνοι ή οι κράμπες, η μυϊκή κόπωση, η υπόταση, η ολιγουρία, η ταχυκαρδία και οι γαστρεντερικές διαταραχές, όπως η ναυτία και ο έμετος (βλ. παράγραφο 4.8).
Ο κίνδυνος υποκαλιαιμίας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, σε ασθενείς με έντονη διούρηση, σε ασθενείς που λαμβάνουν ανεπαρκή ποσότητα ηλεκτρολυτών από του στόματος και σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή ACTH (βλ. παράγραφο 4.5).
Αντιθέτως, λόγω του ανταγωνισμού των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (AT ) μέσω του συστατικού olmesartan medoxomil του Olmesartan+HCTZ/Sandoz, μπορεί να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία, ιδιαίτερα κατά την παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας και/ή καρδιακής ανεπάρκειας και σακχαρώδη διαβήτη.
Συνιστάται επαρκής παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου σε ασθενείς σε κίνδυνο. Με προσοχή θα πρέπει να γίνεται η ταυτόχρονη χορήγηση Olmesartan+HCTZ/Sandoz με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων περιέχοντα κάλιο και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη) (βλ. παράγραφο 4.5).
Δεν έχει αποδειχτεί ότι το olmesartan medoxomil θα μπορούσε να μειώσει ή να προλάβει την υπονατριαιμία προερχόμενη από διουρητικά. Η έλλειψη χλωρίου είναι γενικά ήπια και συνήθως δεν απαιτεί θεραπεία.
Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου στα ούρα και να προκαλέσουν διαλείπουσα και ελαφρά αύξηση του ασβεστίου στον ορό επί απουσίας γνωστής διαταραχής του μεταβολισμού του ασβεστίου. Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ένδειξη λανθάνοντος υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι θειαζίδες θα πρέπει να διακόπτονται πριν από τη διενέργεια ελέγχου της λειτουργίας των παραθυρεοειδών.
Έχει δειχθεί ότι οι θειαζίδες αυξάνουν την απέκκριση του μαγνησίου στα ούρα, που μπορεί να οδηγήσει σε υπομαγνησιαιμία.
Σε ζεστό καιρό υπονατριαιμία εξ αραιώσεως μπορεί να συμβεί σε οιδηματώδεις ασθενείς.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος Σε δύο επιδημιολογικές μελέτες οι οποίες διενεργήθηκαν βάσει του Δανικού Εθνικού Μητρώου για τον Καρκίνο παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος (NMSC) [βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC) και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου (SCC)] σε περίπτωση έκθεσης σε αυξανόμενη αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Η φωτοευαισθητοποιός δράση της υδροχλωροθειαζίδης θα μπορούσε να δρα ως πιθανός μηχανισμός για την εμφάνιση μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδη πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος και να λαμβάνουν συστάσεις ώστε να ελέγχουν το δέρμα τους για τυχόν νέες βλάβες και να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε ύποπτες δερματικές βλάβες. Στους ασθενείς πρέπει να συνιστάται η λήψη πιθανών προληπτικών μέτρων όπως περιορισμένη έκθεση στην ηλιακή και στην υπεριώδη ακτινοβολία και, σε περίπτωση έκθεσης, η χρήση κατάλληλης προστασίας για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του δέρματος. Οι ύποπτες δερματικές βλάβες πρέπει να υποβάλλονται άμεσα σε εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της ιστολογικής εξέτασης βιοψίας. Σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος στο παρελθόν θα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Λίθιο Όπως και με άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, η συγχορήγηση Olmesartan+HCTZ/Sandoz και λιθίου δε συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
Εντεροπάθεια ομοιάζουσα με κοιλιοκάκη (sprue-like)
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχει αναφερθεί σοβαρή, χρόνια διάρροια με σημαντική απώλεια βάρους σε ασθενείς που λαμβάνουν ολμεσαρτάνη μερικούς μήνες με χρόνια μετά από την έναρξη της ολμεσαρτάνης, πιθανώς προκαλούμενη από εντοπισμένη επιβραδυνόμενη αντίδραση υπερευαισθησίας.
Εντερικές βιοψίες ασθενών συχνά έδειξαν ατροφία λαχνών. Εάν κάποιος ασθενής εμφανίσει αυτά τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολμεσαρτάνη, και σε απουσία άλλων εμφανών αιτιολογιών, η θεραπεία με ολμεσαρτάνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και να μην ξεκινά εκ νέου. Εάν η διάρροια δε βελτιωθεί κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά τη διακοπή, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επιπλέον η συμβουλή ειδικού υγείας (π.χ. γαστρεντερολόγου).
Αποκόλληση του χοριοειδούς, οξεία μυωπία και δευτεροπαθές γλαύκωμα κλειστής γωνίας Η υδροχλωροθειαζίδη, μία σουλφοναμίδη, μπορεί να προκαλέσουν μια αντίδραση ιδιοσυγκρασίας, καταλήγοντας σε αποκόλληση του χοριοειδούς με βλάβη του οπτικού πεδίου, παροδική οξεία μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν οξεία έναρξη μειωμένης οπτικής οξύτητας ή οφθαλμικού πόνου και συνήθως εμφανίζονται μέσα σε ώρες έως εβδομάδες από την έναρξη της υδροχλωροθειαζίδης. Το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας χωρίς θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια της όρασης.
Η πρωτογενής θεραπεία είναι να διακοπεί η λήψη υδροχλωροθειαζίδης το ταχύτερον δυνατόν. Ίσως χρειαστεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο της άμεσης ιατρικής ή χειρουργικής θεραπείας εάν η ενδοφθάλμια
πίεση παραμένει μη ελεγχόμενη. Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας μπορεί να περιλαμβάνουν ιστορικό αλλεργίας στη σουλφοναμίδη ή στην πενικιλλίνη.
Οξεία Αναπνευστική Τοξικότητα Πολύ σπάνια σοβαρά περιστατικά οξείας αναπνευστικής τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), έχουν αναφερθεί μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδης. Το πνευμονικό οίδημα τυπικά εμφανίζεται εντός λεπτών έως ωρών μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδης. Κατά την έναρξη των συμπτωμάτων περιλαμβάνονται δύσπνοια, πυρετός, πνευμονική αλλοίωση και υπόταση. Εάν πιθανολογείται διάγνωση ARDS, το Olmesartan+HCTZ/Sandoz θα πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη θεραπεία. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως παρουσιάσει ARDS μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδης.
Φυλετικές διαφορές Όπως και με όλα τα άλλα προϊόντα που περιέχουν ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, το αποτέλεσμα της μείωσης της αρτηριακής πίεσης του Olmesartan+HCTZ/Sandoz είναι κάπως μικρότερο στους ασθενείς της μαύρης φυλής από ό,τι στους ασθενείς που δεν ανήκουν στη μαύρη φυλή, πιθανόν λόγω του μεγαλύτερου επιπολασμού της κατάστασης χαμηλής ρενίνης στον υπερτασικό πληθυσμό της μαύρης φυλής.
Έλεγχος Anti-doping H υδροχλωροθειαζίδη που περιέχεται σε αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να προκαλέσει θετικό αποτέλεσμα σε ένα anti-doping τεστ.
Κύηση Οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η συνεχιζόμενη θεραπεία με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντι-υπερτασικές αγωγές, οι οποίες έχουν αποδεδειγμένα χαρακτηριστικά ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαγνωστεί κύηση, η αγωγή με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).
Άλλα Όπως και με κάθε αντιυπερτασικό παράγοντα, η υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο ή ισχαιμική αγγειακή εγκεφαλική νόσο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργιών ή βρογχικού άσθματος, αλλά είναι περισσότερο πιθανές σε ασθενείς με τέτοιο ιστορικό.
Παρόξυνση ή ενεργοποίηση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου έχει αναφερθεί με τη χρήση θειαζιδικών διουρητικών.
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με το olmesartan medoxomil και με την υδροχλωροθειαζίδη Ταυτόχρονη χρήση που δε συνιστάται Λίθιο Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα κατά την ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
και σπάνια με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Επιπλέον, η νεφρική κάθαρση του λιθίου μειώνεται από τις θειαζίδες και συνεπώς ο κίνδυνος τοξικότητας του λιθίου μπορεί να αυξηθεί.
Έτσι, η χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz σε συνδυασμό με λίθιο δε συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4.). Εάν η χρήση του συνδυασμού θεωρείται απαραίτητη, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό.
Ταυτόχρονη χρήση που απαιτεί προσοχή Βακλοφαίνη Μπορεί να επιταθεί το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα Τα ΜΣΑΦ (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ ( > 3g/ημέρα), οι αναστολείς COX-2 και τα μη-εκλεκτικά ΜΣΑΦ) μπορεί να μειώσουν το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα των θειαζιδικών διουρητικών και των ανταγωνιστών των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ.
Σε μερικούς ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένους ασθενείς ή σε ηλικιωμένους με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία) η ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και παραγόντων που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου πιθανού κινδύνου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ο οποίος είναι συνήθως αναστρέψιμος. Επομένως, ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ειδικά σε ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και γι’ αυτό συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά.
Ταυτόχρονη χρήση που πρέπει να ληφθεί υπόψη Αμιφοστίνη Μπορεί να επιταθεί η αντιυπερτασική δράση.
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα του Olmesartan+HCTZ/Sandoz μπορεί να αυξηθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Αλκοόλ, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικά:
Μπορεί να επιταθεί η ορθοστατική υπόταση.
Ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με το olmesartan medoxomil Ταυτόχρονη χρήση που δε συνιστάται Αναστολείς ΜΕΑ, αναστολείς υποδοχέων αγγειοτενσίνης II ή αλισκιρένη Δεδομένα κλινικών δοκιμών έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συνδέεται με υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως υπόταση, υπερκαλιαιμία και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μεμονωμένου παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου Βασιζόμενοι στην εμπειρία από τη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης, η ταυτόχρονη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη, αναστολείς ΜΕΑ) μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του καλίου στον ορό (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν ένα φαρμακευτικό προϊόν, που επηρεάζει τα επίπεδα του καλίου, πρόκειται να συνταγογραφηθεί σε συνδυασμό με το Olmesartan+HCTZ/Sandoz, συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στο πλάσμα.
Παράγοντας δέσμευσης χολικών οξέων κολεσεβελάμη
Η ταυτόχρονη χορήγηση του παράγοντα δέσμευσης χολικών οξέων, της υδροχλωρικής κολεσεβελάμης, μειώνει τη συστηματική έκθεση και τις μέγιστες συγκεντρώσεις της ολμεσαρτάνης στο πλάσμα και μειώνει τον t . Η χορήγηση του olmesartan medoxomil τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την υδροχλωρική κολεσεβελάμη μείωσε το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του φαρμάκου. Θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση olmesartan medoxomil τουλάχιστον 4 ώρες πριν από τη δόση της υδροχλωρικής κολεσεβελάμης (βλ. παράγραφο 5.2).
Συμπληρωματικές πληροφορίες Μετά τη θεραπεία με αντιόξινα (υδροξείδιο αλουμινίου-μαγνησίου), παρατηρήθηκε μέτρια μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της ολμεσαρτάνης.
Το olmesartan medoxomil δεν είχε σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική της βαρφαρίνης ή στη φαρμακοκινητική της διγοξίνης.
Η ταυτόχρονη χορήγηση του olmesartan medoxomil με πραβαστατίνη δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική οποιουδήποτε από τα δύο φάρμακα σε υγιή άτομα.
Η ολμεσαρτάνη δεν έχει κλινικά σχετική ανασταλτική επίδραση in vitro στα ένζυμα του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450 1A1/2, 2A6, 2C8/9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3Α4 και είχε ελάχιστη ή καθόλου επαγωγική επίδραση στη δραστικότητα του κυτοχρώματος P450 των αρουραίων. Δεν αναμένονται κλινικά αξιόλογες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ολμεσαρτάνης και φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από τα ανωτέρω ένζυμα του κυτοχρώματος P450.
Ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με την υδροχλωροθειαζίδη Ταυτόχρονη χορήγηση που δε συνιστάται Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου Η απώλεια καλίου που προκαλεί η υδροχλωροθειαζίδη (βλ. παράγραφο 4.4) μπορεί να επιταθεί από τη συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με απώλεια καλίου και υποκαλιαιμία (π.χ. άλλα καλιουρητικά διουρητικά, καθαρτικά, κορτικοστεροειδή, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, νατριούχο πενικιλίνη G ή παράγωγα του σαλικυλικού οξέος). Ως εκ τούτου, τέτοια ταυτόχρονη χορήγηση δε συνιστάται.
Ταυτόχρονη χορήγηση που απαιτεί προσοχή Άλατα του ασβεστίου Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό λόγω της μειωμένης απέκκρισης. Αν πρέπει να συνταγογραφούνται συμπληρώματα ασβεστίου, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό και να ρυθμίζεται ανάλογα η δοσολογία ασβεστίου.
Χολεστυραμίνη και ρητίνες κολεστιπόλης Η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται από την παρουσία ρητινών ανταλλαγής ανιόντων.
Γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας Η υποκαλιαιμία ή η υπομαγνησιαιμία που προκαλούν οι θειαζίδες μπορεί να ευνοήσουν την εμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών από δακτυλιδισμό.
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου στον ορό Συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του καλίου στον ορό και του ΗΚΓ, όταν το Olmesartan+HCTZ/Sandoz χορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου στον ορό (π.χ. γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας και αντιαρρυθμικά) και με τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν torsades de pointes (κοιλιακή ταχυκαρδία)
(συμπεριλαμβανομένων μερικών αντιαρρυθμικών), καθώς η υποκαλιαιμία είναι ένας παράγοντας που προδιαθέτει σε torsades de pointes (κοιλιακή ταχυκαρδία):
- Αντιαρρυθμικά τάξης Ια (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπιραμίδη).
- Aντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιβουτιλίδη).
- Μερικά αντιψυχωτικά (π.χ. θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, λεβομεπρομαζίνη, τριφθοριοπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αμισουλπρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη).
- Άλλα (π.χ. βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ερυθρομυκίνη ΙV, αλοφαντρίνη, μιζολαστίνη, πενταμιδίνη, σπαρφλοξασίνη, τερφεναδίνη, βινκαμίνη IV).
Μη-εκπολωτικά μυοχαλαρωτικά (π.χ. τουβοκουραρίνη)
Η δράση των μη εκπολωτικών μυοχαλαρωτικών μπορεί να ενισχυθεί από την υδροχλωροθειαζίδη.
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βιπεριδίνη)
Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των διουρητικών θειαζιδικού τύπου από τη μείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού στομαχικής κένωσης.
Αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα (παράγοντες από του στόματος και ινσουλίνη)
Η θεραπεία με θειαζίδες μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. παράγραφο 4.4).
Μετφορμίνη Η μετφορμίνη θα πρέπει να λαμβάνεται με προσοχή λόγω του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης που μπορεί να προκληθεί από πιθανή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια σχετιζόμενη με υδροχλωροθειαζίδη.
Β-αποκλειστές και διαζοξίνη Οι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν το υπεργλυκαιμικό αποτέλεσμα των β-αποκλειστών και της διαζοξίδης.
Συμπαθομιμητικές αμίνες (π.χ. νοραδρεναλίνη)
Η δράση των συμπαθομιμητικών αμινών μπορεί να μειωθεί.
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (προβενεκίδη, σουλφιπυραζόνη και αλλοπουρινόλη)
Η δοσολογία των ουρικοζουρικών φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να είναι απαραίτητο να αναπροσαρμοστεί, καθώς η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό. Η αύξηση της δοσολογίας της προβενεκίδης ή της σουλφιπυραζόνης μπορεί να είναι απαραίτητη.
Η συγχορήγηση θειαζίδης μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
Αμανταδίνη Οι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν το κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που επιφέρει η αμανταδίνη.
Κυτταροτοξικοί παράγοντες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)
Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν τη νεφρική απέκκριση των κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και να επιτείνουν τα μυελοκατασταλτικά τους αποτελέσματα.
Σαλικυλικά Σε περίπτωση υψηλών δόσεων σαλικυλικών, η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει την τοξική δράση των σαλικυλικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Μεθυλντόπα Από τη συγχορήγηση υδροχλωροθειαζίδης και μεθυλντόπα υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές για αιμολυτική αναιμία.
Κυκλοσπορίνες Η ταυτόχρονη θεραπεία με κυκλοσπορίνες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερουριχαιμίας και των επιπλοκών ουρικής αρθρίτιδας.
Τετρακυκλίνες
Η ταυτόχρονη χορήγηση τετρακυκλινών και θειαζιδών αυξάνει τον κίνδυνο αύξησης της ουρίας από τις τετρακυκλίνες που επιφέρουν αύξηση στην ουρία. Αυτή η αλληλεπίδραση πιθανόν δεν ισχύει για τη δοξυκυκλίνη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των επιμέρους συστατικών αυτού του συνδυασμού προϊόντων στην κύηση, η χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4). Η χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Η χρήση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. παράγραφο 4.4). Η χρήση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης (βλ.
παραγράφους 4.3 και 4.4).
Επιδημιολογικά στοιχεία αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης έπειτα από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης δεν έδωσαν σαφή συμπεράσματα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια μικρή αύξηση του κινδύνου. Ενώ δεν υπάρχουν ελεγχόμενα επιδημιολογικά δεδομένα για τον κίνδυνο με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν για αυτή την τάξη φαρμακευτικών προϊόντων. Εκτός κι εάν η συνεχιζόμενη θεραπεία με αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ θεωρείται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές αγωγές, οι οποίες έχουν αποδεδειγμένα χαρακτηριστικά ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαγνωστεί κύηση, η αγωγή με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία.
Η έκθεση σε θεραπεία με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (Βλ. επίσης παράγραφο 5.3).
Εάν η έκθεση σε ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ έχει συμβεί από το 2ο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου.
Τα βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλ. επίσης παραγράφους 4.3 και 4.4).
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την υδροχλωροθειαζίδη κατά τη διάρκεια της κύησης, ειδικά κατά το πρώτο τρίμηνο. Οι μελέτες σε ζώα δεν είναι επαρκείς.
Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα. Βασιζόμενοι στο φαρμακολογικό μηχανισμό δράσης της υδροχλωροθειαζίδης, η χρήση της κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εμβρυο-αιμάτωση του πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκές και νεογνικές επιδράσεις, όπως ίκτερο, διαταραχή στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών και θρομβοκυτταροπενία.
Η υδροχλωροθειαζίδη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για οίδημα της κυήσεως, υπέρταση κυήσεως ή προεκλαμψία λόγω του κινδύνου μείωσης του όγκου του πλάσματος και υποαιμάτωσης του πλακούντα, χωρίς ευεργετική επίδραση στην πορεία της νόσου.
Η υδροχλωροθειαζίδη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ιδιοπαθή υπέρταση σε εγκύους εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, όπου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί καμία άλλη θεραπεία.
Θηλασμός
Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz κατά τη διάρκεια του θηλασμού, το Olmesartan+HCTZ/Sandoz δε συνιστάται και είναι προτιμητέες κατά τη διάρκεια του θηλασμού εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα αποδεδειγμένα χαρακτηριστικά ασφαλείας, ιδιαίτερα κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Οι θειαζίδες σε υψηλές δόσεις, που προκαλούν έντονη διούρηση, μπορεί να αναστείλουν την παραγωγή γάλακτος.
Η χρήση του Olmesartan+HCTZ/Sandoz κατά τη διάρκεια του θηλασμού δε συνιστάται. Αν το Olmesartan+HCTZ/Sandoz χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού, οι δόσεις θα πρέπει να διατηρούνται όσο το δυνατόν χαμηλές.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz έχει μικρή ή μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ζάλη ή κόπωση μπορεί να εμφανιστούν περιστασιακά σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιυπερτασική θεραπεία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα αντίδρασης.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/12,5 mg και 40 mg/25 mg είναι πονοκέφαλος (2,9%), ζάλη (1,9%) και κόπωση (1,0%).
Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να προκαλέσει ή να επιτείνει τη μείωση του όγκου, που μπορεί να οδηγήσει σε ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.4).
Η ασφάλεια του olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/12,5 mg και 40 mg/25 mg διερευνήθηκε σε κλινικές δοκιμές με 3.709 ασθενείς που λάμβαναν olmesartan medoxomil σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη.
Περαιτέρω ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν με το σταθερό συνδυασμό olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδη στις χαμηλότερες δόσεις των περιεκτικοτήτων των 20 mg/12,5 mg και 20 mg/25 mg, οι οποίες μπορεί να είναι ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/12,5 mg και 40 mg/25 mg.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide σε κλινικές δοκιμές, μελέτες ασφαλείας μετά την έγκριση και από αυθόρμητες αναφορές συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα, καθώς και οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τα μεμονωμένα συστατικά olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδη βάσει των γνωστών χαρακτηριστικών ασφαλείας αυτών των ουσιών.
Οι ακόλουθες ορολογίες έχουν χρησιμοποιηθεί, για να κατηγοριοποιηθεί η εμφάνιση των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (η συχνότητα δε μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία/ Οργανικό Σύστημα κατά MedDRA | Ανεπιθύμητες ενέργειες | Συχνότητα | ||
|---|---|---|---|---|
| Olmesartan/ HCT | Olmesartan | HCT | ||
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Σιαλαδενίτιδα | Σπάνιες | ||
| Νεοπλάσματα καλοήθη,κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται | Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα | Μη γνωστές |
| κύστεις και πολύποδες) | του πλακώδους επιθηλίου)* | |||
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Απλαστική αναιμία | Σπάνιες | ||
| Καταστολή του μυελού των οστών | Σπάνιες | |||
| Αιμολυτική αναιμία | Σπάνιες | |||
| Λευκοπενία | Σπάνιες | |||
| Ουδετεροπενία/ ακοκκιοκυτταραιμία | Σπάνιες | |||
| Θρομβοκυτταροπενία | Όχι συχνές | Σπάνιες | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτικές αντιδράσεις | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | Όχι συχνές | ||
| Γλυκοζουρία | Συχνές | |||
| Υπερασβεστιαιμία | Συχνές | |||
| Υπερχοληστερολαιμία | Όχι συχνές | Πολύ συχνές | ||
| Υπεργλυκαιμία | Συχνές | |||
| Υπερκαλιαιμία | Σπάνιες | |||
| Υπερτριγλυκεριδαιμία | Όχι συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές | |
| Υπερουριχαιμία | Όχι συχνές | Συχνές | Πολύ συχνές | |
| Υποχλωραιμία | Συχνές | |||
| Υποχλωραιμική αλκάλωση | Πολύ σπάνιες | |||
| Υποκαλιαιμία | Συχνές | |||
| Υπομαγνησιαιμία | Συχνές | |||
| Υπονατριαιμία | Συχνές | |||
| Υπεραμυλασαιμία | Συχνές | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Απάθεια | Σπάνιες | ||
| Κατάθλιψη | Σπάνιες | |||
| Ανησυχία | Σπάνιες | |||
| Διαταραχές ύπνου | Σπάνιες | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κατάσταση σύγχυσης | Συχνές | ||
| Σπασμοί | Σπάνιες | |||
| Διαταραχές της συνείδησης (όπως απώλεια συνείδησης) | Σπάνιες | |||
| Ζάλη/ελαφρά ζάλη | Συχνές | Συχνές | Συχνές | |
| Πονοκέφαλος | Συχνές | Συχνές | Σπάνιες | |
| Απώλεια όρεξης | Όχι συχνές | |||
| Παραισθησία | Σπάνιες | |||
| Ορθοστατική ζάλη | Όχι συχνές | |||
| Υπνηλία | Όχι συχνές | |||
| Συγκοπή | Όχι συχνές | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μειωμένη δακρύρροια | Σπάνιες | ||
| Παροδική θολή όραση | Σπάνιες | |||
| Επιδείνωση προϋπάρχουσας μυωπίας | Όχι συχνές | |||
| Οξεία μυωπία, οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας, αποκόλληση του χοριοειδούς | Μη γνωστές | |||
| Ξανθοψία | Σπάνιες | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Όχι συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες |
| Καρδιακές διαταραχές | Στηθάγχη | Όχι συχνές | ||
| Καρδιακές αρρυθμίες | Σπάνιες |
| Αίσθημα παλμών | Όχι συχνές | |||
|---|---|---|---|---|
| Αγγειακές διαταραχές | Εμβολή | Σπάνιες | ||
| Υπόταση | Όχι συχνές | Σπάνιες | ||
| Νεκρωτική αγγειίτιδα (αγγειίτιδα, δερματική αγγειίτιδα) | Σπάνιες | |||
| Ορθοστατική υπόταση | Όχι συχνές | Όχι συχνές | ||
| Θρόμβωση | Σπάνιες | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Βρογχίτιδα | Συχνές | ||
| Βήχας | Όχι συχνές | Συχνές | ||
| Δύσπνοια | Σπάνιες | |||
| Διάμεση πνευμονία | Σπάνιες | |||
| Φαρυγγίτιδα | Συχνές | |||
| Πνευμονικό οίδημα | Σπάνιες | |||
| Αναπνευστική δυσχέρεια | Όχι συχνές | |||
| Ρινίτιδα | Συχνές | |||
| Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) (βλ. παράγραφο 4.4) | Πολύ σπάνιες | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Κοιλιακός πόνος | Όχι συχνές | Συχνές | Συχνές |
| Δυσκοιλιότητα | Συχνές | |||
| Διάρροια | Όχι συχνές | Συχνές | Συχνές | |
| Δυσπεψία | Όχι συχνές | Συχνές | ||
| Ερεθισμός του στομάχου | Συχνές | |||
| Γαστρεντερίτιδα | Συχνές | |||
| Μετεωρισμός | Συχνές | |||
| Ναυτία | Όχι συχνές | Συχνές | Συχνές | |
| Παγκρεατίτιδα | Σπάνιες | |||
| Παραλυτικός ειλεός | Πολύ σπάνιες | |||
| Έμετος | Όχι συχνές | Όχι συχνές | Συχνές | |
| Εντεροπάθεια δίκην στεατόρροιας (βλ. παράγραφο 4.4) | Πολύ σπάνιες | |||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Οξεία χολοκυστίτιδα | Σπάνιες | ||
| Ίκτερος (ενδοηπατικός χολοστατικός ίκτερος) | Σπάνιες | |||
| Aυτοάνοση ηπατίτιδα** | Μη γνωστές | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλλεργική δερματίτιδα | Όχι συχνές | ||
| Αναφυλακτικές αντιδράσεις του δέρματος | Σπάνιες | |||
| Αγγειονευρωτικό οίδημα | Σπάνιες | Σπάνιες | ||
| Αντιδράσεις που ομοιάζουν με δερματικό ερυθηματώδη λύκο | Σπάνιες | |||
| Έκζεμα | Όχι συχνές | |||
| Ερύθημα | Όχι συχνές | |||
| Εξάνθημα | Όχι συχνές | |||
| Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας | Όχι συχνές | |||
| Κνησμός | Όχι συχνές | Όχι συχνές | ||
| Πορφύρα | Όχι συχνές | |||
| Αναφυλαξία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Επανενεργοποίηση του δερματικού | Σπάνιες |
| ερυθηματώδους λύκου | ||||
|---|---|---|---|---|
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | Σπάνιες | |||
| Κνίδωση | Σπάνιες | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία | Όχι συχνές | ||
| Αρθρίτιδα | Συχνές | |||
| Πόνος στην πλάτη | Όχι συχνές | Συχνές | ||
| Μυϊκός σπασμός | Όχι συχνές | Σπάνιες | ||
| Μυϊκή αδυναμία | Σπάνιες | |||
| Μυαλγία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | ||
| Πόνος στα άκρα | Όχι συχνές | |||
| Πάρεση | Σπάνιες | |||
| Σκελετικός πόνος | Συχνές | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια | Σπάνιες | Σπάνιες | |
| Αιματουρία | Όχι συχνές | Συχνές | ||
| Διάμεση νεφρίτιδα | Σπάνιες | |||
| Νεφρική ανεπάρκεια | Σπάνιες | |||
| Νεφρική δυσλειτουργία | Σπάνιες | |||
| Ουρολοίμωξη | Συχνές | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία | Όχι συχνές | Όχι συχνές | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Εξασθένιση | Συχνές | Όχι συχνές | |
| Θωρακικό άλγος | Συχνές | Συχνές | ||
| Οίδημα προσώπου | Όχι συχνές | |||
| Κόπωση | Συχνές | Συχνές | ||
| Πυρετός | Σπάνιες | |||
| Γριππώδη συμπτώματα | Συχνές | |||
| Λήθαργος | Σπάνιες | |||
| Αδιαθεσία | Σπάνιες | Όχι συχνές | ||
| Άλγος | Συχνές | |||
| Περιφερικό οίδημα | Συχνές | Συχνές | ||
| Αδυναμία | Όχι συχνές | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη | Όχι συχνές | ||
| Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη | Όχι συχνές | |||
| Αυξημένο ασβέστιο στο αίμα | Όχι συχνές | |||
| Αυξημένη κρεατινίνη στο αίμα | Όχι συχνές | Σπάνιες | Συχνές | |
| Κρεατινοφωσφοκινάση στο αίμα αυξημένη | Συχνές | |||
| Αυξημένη γλυκόζη στο αίμα | Όχι συχνές | |||
| Αιματοκρίτης μειωμένος | Σπάνιες | |||
| Αιμοσφαιρίνη του αίματος μειωμένη | Σπάνιες | |||
| Λιπίδια αίματος αυξημένα | Όχι συχνές | |||
| Μειωμένο κάλιο στο αίμα | Όχι συχνές | |||
| Αυξημένο κάλιο στο αίμα | Όχι συχνές | |||
| Αυξημένη ουρία στο αίμα | Όχι συχνές | Συχνές | Συχνές | |
| Άζωτο ουρίας στο αίμα | Σπάνιες |
| αυξημένο | ||||
|---|---|---|---|---|
| Αύξηση ουρικού οξέος στο αίμα | Σπάνιες | |||
| Γ-γλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη | Όχι συχνές | |||
| Αυξημένα ηπατικά ένζυμα | Συχνές |
Μεμονωμένες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης έχουν αναφερθεί σε χρονική συσχέτιση με τη λήψη των αναστολέων των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
*Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ υδροχλωροθειαζίδης και μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης (βλ. επίσης παραγράφους 4.4 και 5.1).
**Περιστατικά αυτοάνοσης ηπατίτιδας με λανθάνουσα περίοδο λίγων μηνών έως ετών έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά, τα οποία ήταν αναστρέψιμα μετά τη διακοπή της ολμεσαρτάνης.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: +30 21 32040380/337 Φαξ: +30 210 6549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν υπάρχουν ειδικές πληροφορίες για τις δράσεις ή τη θεραπεία της υπερδοσολογίας με olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από το χρόνο που πέρασε από τη λήψη και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Τα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνουν πρόκληση έμετου και/ή πλύση στομάχου. Ο ενεργός άνθρακας μπορεί να είναι ωφέλιμος στη θεραπεία της υπερδοσολογίας. Θα πρέπει να ελέγχονται συχνά οι ηλεκτρολύτες και η κρεατινίνη στον ορό. Εάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και να χορηγηθούν γρήγορα υγρά και υποκατάστατα νατρίου.
Τα πιθανότερα συμπτώματα υπερδοσολογίας του olmesartan medoxomil αναμένονται να είναι η υπόταση και η ταχυκαρδία. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί βραδυκαρδία. Η υπερδοσολογία με υδροχλωροθειαζίδη συνδέεται με μείωση των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υποχλωραιμία) και αφυδάτωση προερχόμενη από υπερβολική διούρηση. Τα πιο κοινά σημεία και συμπτώματα υπερδοσολογίας είναι η ναυτία και η υπνηλία. Η υποκαλιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκούς σπασμούς και/ή να πυροδοτήσει καρδιακές αρρυθμίες που σχετίζονται με ταυτόχρονη χορήγηση γλυκοσιδών της δακτυλίτιδας ή ορισμένων αντιαρρυθμικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για την απομάκρυνση της ολμεσαρτάνης ή της υδροχλωροθειαζίδης με αιμοδιύλιση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, Ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ και διουρητικά, κωδικός ATC: C09DA08
Μηχανισμός δράσης/ Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz αποτελεί συνδυασμό ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, του olmesartan medoxomil και ενός θειαζιδικού διουρητικού, της υδροχλωροθειαζίδης. Ο συνδυασμός αυτών των συστατικών έχει μία αθροιστική αντιυπερτασική δράση, ελαττώνοντας την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι τα μεμονωμένα συστατικά.
Μία ημερήσια δόση olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide εξασφαλίζει αποτελεσματική και ομαλή μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του 24ώρου που μεσολαβεί μεταξύ δύο δόσεων.
Το olmesartan medoxomil είναι ένας από του στόματος δραστικός, εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ (τύπου ΑΤ1). Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι η κύρια αγγειοδραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και παίζει σημαντικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Οι επιδράσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ συμπεριλαμβάνουν αγγειοσύσπαση, διέγερση της σύνθεσης και απελευθέρωσης αλδοστερόνης, καρδιακή διέγερση και νεφρική επαναπορρόφηση του νατρίου. Η ολμεσαρτάνη εμποδίζει την αγγειοσύσπαση και την έκκριση της αλδοστερόνης, που προκαλούνται από την αγγειοτασίνη ΙΙ, δεσμεύοντας τους ΑΤ1 υποδοχείς της στους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των λείων μυϊκών ινών και των επινεφριδίων. Η δράση της ολμεσαρτάνης είναι ανεξάρτητη από την προέλευση ή την οδό της σύνθεσης της αγγειοτασίνης ΙΙ. Ο εκλεκτικός ανταγωνισμός των υποδοχέων (AT1) της αγγειοτασίνης ΙΙ από την ολμεσαρτάνη οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων της ρενίνης στο πλάσμα και των συγκεντρώσεων της αγγειοτασίνης Ι και ΙΙ και σε κάποια μείωση των συγκεντρώσεων της αλδοστερόνης στο πλάσμα.
Στην υπέρταση, το olmesartan medoxomil προκαλεί δοσοεξαρτώμενη, μακράς διάρκειας μείωση της αρτηριακής πίεσης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις υπότασης της πρώτης δόσης, ταχυφυλαξίας κατά τη μακρόχρονη θεραπεία ή απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης έπειτα από απότομη διακοπή της θεραπείας.
Η χορήγηση olmesartan medoxomil μία φορά την ημέρα παρέχει μία αποτελεσματική και ομαλή ελάττωση της αρτηριακής πίεσης, κατά τη διάρκεια του 24ώρου που μεσολαβεί μεταξύ δύο δόσεων. Η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης ημερησίως επιφέρει παρόμοια ελάττωση της αρτηριακής πίεσης με τη χορήγηση της ίδιας συνολικής ημερήσιας δοσολογίας διηρημένης σε δύο δόσεις.
Με τη συνεχόμενη θεραπεία, η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται έπειτα από 8 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας, παρ’ όλο που ένα σημαντικό ποσοστό του αντιυπερτασικού αποτελέσματος παρατηρείται ήδη έπειτα από 2 εβδομάδες θεραπείας.
Η επίδραση του olmesartan medoxomil στη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα δεν είναι ακόμη γνωστή.
Η μελέτη Randomised Olmesartan and Diabetes Microalbuminuria Prevention (ROADMAP) σε 4.447 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, νορμο-λευκωματινουρία και τουλάχιστον έναν πρόσθετο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, διερεύνησε κατά πόσο η θεραπεία με ολμεσαρτάνη θα μπορούσε να καθυστερήσει την έναρξη της μικρολευκωματινουρίας. Κατά τη μέση διάρκεια παρακολούθησης των 3,2 χρόνων, οι ασθενείς έλαβαν είτε ολμεσαρτάνη είτε εικονικό φάρμακο μαζί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες, εκτός από αναστολείς ΑΜΕΑ ή ΑΥΑ.
Για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, η μελέτη έδειξε μια σημαντική μείωση του κινδύνου στο χρόνο μέχρι την έναρξη της μικρολευκωματινουρίας υπέρ της ολμεσαρτάνης. Έπειτα από προσαρμογή για τις διαφορές της BP αυτή η μείωση του κινδύνου δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Το 8,2% (178 από 2.160)
των ασθενών στην ομάδα της ολμεσαρτάνης και το 9,8% (210 από 2.139) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου εμφάνισε μικρολευκωματινουρία.
Για τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, εμφανίστηκαν καρδιαγγειακά επεισόδια σε 96 ασθενείς (4,3%) με ολμεσαρτάνη και σε 94 ασθενείς (4,2%) με το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα εμφάνισης της καρδιαγγειακής θνησιμότητας ήταν υψηλότερη με ολμεσαρτάνη συγκριτικά με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο (15 ασθενείς (0,7%) έναντι 3 ασθενών (0,1%)), παρά τα παρόμοια ποσοστά μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (14 ασθενείς (0,6%) έναντι 8 ασθενών (0,4%)), μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (17 ασθενείς (0,8%) έναντι 26 ασθενών (1,2%)) και μη καρδιαγγειακής θνησιμότητας (11 ασθενείς (0,5%) έναντι 12 ασθενών (0,5%)). Η συνολική
θνησιμότητα με ολμεσαρτάνη ήταν αριθμητικά αυξημένη (26 ασθενείς (1,2%) έναντι 15 ασθενών (0,7%)), η οποία προήλθε κυρίως από την αύξηση του αριθμού των θανατηφόρων καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Η μελέτη Olmesartan Reducing Incidence of End-stage Renal Disease in Diabetic Nephropathy Trial (ORIENT) ερεύνησε τις επιπτώσεις της ολμεσαρτάνης αναφορικά με τις νεφρικές και καρδιαγγειακές εκβάσεις σε 577 τυχαιοποιημένους ιαπωνικής και κινεζικής καταγωγής διαβητικούς τύπου 2 ασθενείς με έκδηλη νεφροπάθεια. Κατά τη διάρκεια διάμεσης παρακολούθησης των 3,1 χρόνων, οι ασθενείς έλαβαν είτε ολμεσαρτάνη είτε εικονικό φάρμακο μαζί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ.
Το πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο (χρόνος στην πρώτη εκδήλωση του διπλασιασμού της κρεατινίνης στον ορό, νεφρική νόσος τελικού σταδίου, κάθε αιτία θανάτου) συνέβη σε 116 ασθενείς στην ομάδα της ολμεσαρτάνης (41,1%) και σε 129 ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (45,4%) (HR 0,97 (95% CI 0,75 έως 1,24), p = 0,791). Το δευτερεύον σύνθετο καταληκτικό καρδιαγγειακό σημείο συνέβη σε 40 ασθενείς που έλαβαν ολμεσαρτάνη (14,2%) και σε 53 ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (18,7%). Αυτό το σύνθετο καταληκτικό καρδιαγγειακό σημείο περιελάμβανε θάνατο καρδιαγγειακής αιτιολογίας για 10 (3,5%) ασθενείς που λάμβαναν ολμεσαρτάνη έναντι 3 (1,1%) που έλαβαν εικονικό φάρμακο, η συνολική θνησιμότητα ήταν 19 (6,7%) έναντι 20 (7,0%), μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο 8 (2,8%) έναντι 11 (3,9%) και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου 3 (1,1%) έναντι 7 (2,5%), αντίστοιχα.
Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα θειαζιδικό διουρητικό. Ο μηχανισμός του αντιυπερτασικού αποτελέσματος του θειαζιδικού διουρητικού δεν είναι πλήρως γνωστός. Οι θειαζίδες επηρεάζουν τους νεφρικούς σωληνοριακούς μηχανισμούς επαναπορρόφησης ηλεκτρολυτών, αυξάνοντας άμεσα την απέκκριση του νατρίου και των χλωριούχων σε κατά προσέγγιση ισοδύναμες ποσότητες. Η διουρητική δράση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνει τον όγκο του πλάσματος, αυξάνει τη δραστικότητα της ρενίνης στο πλάσμα και την έκκριση της αλδοστερόνης, με επακόλουθα την αύξηση του καλίου στα ούρα, την απώλεια διττανθρακικών και τη μείωση του καλίου στον ορό. Στον άξονα ρενίνης-αλδοστερόνης μεσολαβεί η αγγειοτασίνη ΙΙ και έτσι η συγχορήγηση ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ τείνει να αντιστρέψει την απώλεια του καλίου, η οποία συσχετίζεται με θειαζιδικά διουρητικά. Με την υδροχλωροθειαζίδη, η έναρξη της διούρησης αρχίζει περίπου στις 2 ώρες και το μέγιστο αποτέλεσμα εμφανίζεται περίπου στις 4 ώρες μετά τη δόση, ενώ η δράση διαρκεί για περίπου 6-12 ώρες.
Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η μακράς διάρκειας θεραπεία με μονοθεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηρότητας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Ο συνδυασμός olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδης προκαλεί πρόσθετη μείωση της αρτηριακής πίεσης, η οποία γενικά αυξάνεται με τη δόση κάθε συστατικού.
Σε σύνολο μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο, η χορήγηση του συνδυασμού olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide σε δόσεις 20 mg/12,5 mg και 20 mg/25 mg οδήγησε σε μέση μείωση της συστολικής/διαστολικής αρτηριακή πίεσης σε σχέση με το εικονικό φάρμακο κατά 12/7mmHg και 16/9mmHg, αντίστοιχα.
Η χορήγηση 12,5 mg και 25 mg υδροχλωροθειαζίδης σε ασθενείς που δε ρυθμίστηκαν επαρκώς με μονοθεραπεία 20 mg olmesartan medoxomil, έδωσε πρόσθετη μείωση της 24ωρης συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης που μετρήθηκε με συσκευή περιπατητικής καταγραφής της αρτηριακής πίεσης κατά 7/5 mmHg και 12/7 mmHg, αντίστοιχα, συγκριτικά με τη βασική μονοθεραπεία με olmesartan medoxomil. Η επιπρόσθετη μέση μείωση της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε σχέση με τις αρχικές τιμές ήταν 11/10 mmHg και 16/11 mmHg, αντίστοιχα.
Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας από το συνδυασμό olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide διατηρήθηκε κατά τη μακρόχρονη θεραπεία (ένα έτος). Διακοπή της θεραπείας με olmesartan medoxomil, με ή χωρίς συγχορήγηση με υδροχλωροθειαζίδη, δεν προκάλεσε απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Οι σταθεροί συνδυασμοί olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδη 40 mg/12,5 mg και 40 mg/25 mg διερευνήθηκαν σε τρεις κλινικές μελέτες, όπου έλαβαν μέρος 1.482 υπερτασικοί ασθενείς.
Μία διπλά-τυφλή μελέτη με ιδιοπαθή υπέρταση αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας του συνδυασμού olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/12,5 mg έναντι της μονοθεραπείας με olmesartan medoxomil 40 mg με πρωτεύουσα παράμετρο αποτελεσματικότητας τη μέση μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε καθιστή θέση. Η συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση μειώθηκε κατά 31,9/18,9 mmHg στην ομάδα του συνδυασμού σε σύγκριση με την ομάδα της μονοθεραπείας 26,5/15,8 (p<0,0001) μετά από 8 εβδομάδες θεραπείας.
Σε μια διπλά τυφλή αλλά μη ελεγχόμενη δεύτερη φάση αυτής της μελέτης, η τιτλοποίηση των μη ανταποκριθέντων από τη μονοθεραπεία με olmesartan medoxomil 40 mg σε olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/12,5 mg όπως επίσης από olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/12,5 mg σε olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/25 mg οδήγησε σε περαιτέρω σημαντική μείωση της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η τιτλοποίηση είναι κλινικά σημαντικός τρόπος για τη βελτίωση του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης.
Μία δεύτερη διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της προσθήκης υδροχλωροθειαζίδης στη θεραπεία των ασθενών που δεν ελέγχονταν επαρκώς έπειτα από θεραπεία 8 εβδομάδων με olmesartan medoxomil 40 mg. Οι ασθενείς είτε συνέχισαν το olmesartan medoxomil 40 mg είτε έλαβαν επιπρόσθετα υδροχλωροθειαζίδη 12,5 mg ή 25 mg αντίστοιχα για άλλες 8 εβδομάδες. Μία τέταρτη ομάδα τυχαιοποιήθηκε να λάβει olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 20 mg /12,5 mg.
Η προσθήκη υδροχλωροθειαζίδης 12,5 mg ή 25 mg οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης 5,2/3,4 mmHg (p<0,0001) και 7,4/5,3 mmHg (p<0,0001)
αντίστοιχα, όπως συγκρίθηκε με τη μονοθεραπεία olmesartan medoxomil 40 mg.
Η σύγκριση μεταξύ ασθενών που λάμβαναν olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 20 mg/12,5 mg και ασθενών που λάμβαναν 40 mg/12,5 mg έδειξε μία στατιστικά σημαντική διαφορά στη μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης 2,6 mmHg υπέρ του συνδυασμού της υψηλότερης δόσης (p=0,0255), όπου παρατηρήθηκε διαφορά 0.9 mmHg μείωσης της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Η περιπατητική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης (ΑΒPM) με βάση τις μέσες αλλαγές επί 24ώρου, ημερήσιας και νυχτερινής διαστολικής και συστολικής αρτηριακής πίεσης, επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα των συμβατικών μετρήσεων της αρτηριακής πίεσης Άλλη μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη συνέκρινε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας του συνδυασμού με olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 20 mg/25 mg και olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/25 mg σε ασθενείς με ανεπαρκή έλεγχο της αρτηριακής πίεσης έπειτα από 8 εβδομάδες θεραπεία με olmesartan medoxomil 40 mg.
Έπειτα από θεραπεία 8 εβδομάδων με το συνδυασμό, η συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση ήταν σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με την αρχική τιμή 17,1/10,5 mmHg στην ομάδα της olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 20 mg/25 mg και 17,4/11,2 mmHg στην ομάδα της olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/25 mg. H διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας δεν ήταν στατιστικά σημαντική, χρησιμοποιώντας τη συμβατική μέθοδο μέτρησης της αρτηριακής πίεσης, η οποία θα μπορούσε να εξηγηθεί από τη γνωστή επίδραση της απόκρισης των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ σε σταθερή δόση, όπως το olmesartan medoxomil.
Ωστόσο, παρατηρήθηκε κλινικά και στατιστικά σημαντική διαφορά υπέρ της olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 40 mg/25 mg σε σύγκριση με την olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide 20 mg/25 mg στη μέση τιμή του 24ώρου, ημερήσια και νυχτερινή παρακολούθηση (ABPM) της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης.
Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα του olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide ήταν παρόμοιο ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο ή την κατάσταση του διαβήτη.
Άλλες πληροφορίες:
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) εξέτασαν τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II.
Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου.
Η VA NEPHRON D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.
Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, τα αποτελέσματα αυτά είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
Ως εκ τούτου, οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints)
ήταν μία μελέτη που σχεδιάστηκε, για να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα που ενδιαφέρουν (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ό,τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Διενεργήθηκε μελέτη σε πληθυσμό όπου περιλαμβάνονται 71.533 ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 8.629 ασθενείς με καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου έναντι πληθυσμού μαρτύρων όπου περιλαμβάνονται 1.430.833 και 172.462 υποκείμενα, αντίστοιχα. Η χρήση υψηλής δόσης υδροχλωροθειαζίδης (≥50,000 mg αθροιστικά) συσχετίστηκε με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 1,29 (95% ΔΕ: 1,23-1,35) για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 3,98 (95% ΔΕ: 3,68-4,31) για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου.
Τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης. Στο πλαίσιο άλλης μελέτης καταδείχθηκε πιθανή συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) και της έκθεσης στην υδροχλωροθειαζίδη: 633 περιστατικά καρκίνου των χειλιών συγκρίθηκαν με 63.067 μάρτυρες, με τη χρήση στρατηγικής δειγματοληψίας στην ομάδα ατόμων σε κίνδυνο. Καταδείχθηκε σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 2,1 (95% ΔΕ: 1,7-2,6) που αυξανόταν σε 3,9 (3,0-4,9) στην περίπτωση υψηλής δόσης (~25,000 mg) και με αναλογία πιθανοτήτων 7,7 (5,7-10,5) για την υψηλότερη αθροιστική δόση (~100.000 mg) (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση και κατανομή Το olmesartan medoxomil είναι ένα προφάρμακο. Μετατρέπεται ταχέως στο φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη, ολμεσαρτάνη, από εστεράσες του βλεννογόνου του εντέρου και του αίματος της πυλαίας κατά την απορρόφησή της από το γαστρεντερικό σωλήνα. Καμία ποσότητα αυτούσιας olmesartan medoxomil ή ανέπαφης πλευρικής άλυσου medoxomil δεν έχει ανιχνευθεί στο πλάσμα ή στα απεκκρίματα. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ολμεσαρτάνης στη φαρμακοτεχνική μορφή του δισκίου ήταν 25,6%.
Κατά μέσο όρο η μέση μέγιστη συγκέντρωση (C ) της ολμεσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται max περίπου μέσα σε 2 ώρες μετά την από του στόματος λήψη olmesartan medoxomil και η συγκέντρωση
της ολμεσαρτάνης στο πλάσμα αυξάνει σχεδόν γραμμικά σε σχέση με εφάπαξ από του στόματος αυξανόμενες δόσεις μέχρι περίπου τα 80 mg.
Η τροφή είχε ελάχιστη επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της ολμεσαρτάνης και ως εκ τούτου το olmesartan medoxomil μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της ολμεσαρτάνης που να σχετίζονται με το φύλο.
Η ολμεσαρτάνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (99,7%), αλλά η πιθανότητα για κλινικά σημαντικές αντιδράσεις εκτόπισης στις δεσμευτικές πρωτεΐνες μεταξύ της ολμεσαρτάνης και άλλων με έντονο βαθμό δέσμευσης συγχορηγούμενων δραστικών ουσιών είναι μικρή (όπως επιβεβαιώνεται από την έλλειψη κλινικά σημαντικής αλληλεπίδρασης μεταξύ του olmesartan medoxomil και της βαρφαρίνης). Η δέσμευση της ολμεσαρτάνης με τα κύτταρα του αίματος είναι ασήμαντη. Ο μέσος όγκος κατανομής έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση είναι χαμηλός (16-29 L).
Μετά την από του στόματος χορήγηση του συνδυασμού olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide, ο διάμεσος χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης της υδροχλωροθειαζίδης ήταν 1,5 έως 2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Το 68% της υδροχλωροθειαζίδης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο εμφανής όγκος κατανομής της είναι 0,83-1,14 L/kg.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η ολική κάθαρση του πλάσματος του olmesartan ήταν τυπικά 1,3 L/h (CV, 19%) και σχετικά αργή συγκρινόμενη με την ηπατική ροή του αίματος (περίπου 90 L/h). Έπειτα από του στόματος χορήγηση μίας δόσης σημασμένης με 14C olmesartan medoxomil, το 10-16% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα ούρα (το μεγαλύτερο μέρος της σε 24 ώρες από τη χορήγηση της δόσης) και το υπόλοιπο της ανακτηθείσας ραδιενέργειας αποβλήθηκε στα κόπρανα. Με βάση τη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα του 25,6%, μπορεί να υπολογιστεί ότι η ολμεσαρτάνη που απορροφάται αποβάλλεται τόσο μέσω των νεφρών (περίπου 40%) όσο και μέσω της ηπατοχολικής οδού (περίπου 60%). Όλη η ανακτηθείσα ραδιενέργεια ανιχνεύθηκε ως ολμεσαρτάνη. Δεν ανιχνεύθηκε άλλος σημαντικός μεταβολίτης. Η εντερο-ηπατική ανακύκλωση της ολμεσαρτάνης είναι ελάχιστη. Καθώς ένα μεγάλο ποσοστό της ολμεσαρτάνης απεκκρίνεται μέσω της χολικής οδού, η χορήγηση σε ασθενείς με απόφραξη των χοληφόρων οδών αντενδείκνυται (βλ παράγραφο 4.3).
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ολμεσαρτάνης ποικίλλει μεταξύ 10 και 15 ωρών έπειτα από επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις. Σταθερή συγκέντρωση επιτυγχάνεται μετά τις πρώτες λίγες δόσεις και δεν παρατηρήθηκε καμία επιπλέον συσσώρευση έπειτα από 14 ημέρες επαναλαμβανομένων δόσεων. Η νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 0,5-0,7 L/h και ήταν ανεξάρτητη από τη δόση.
Η υδροχλωροθειαζίδη δε μεταβολίζεται στον άνθρωπο και αποβάλλεται σχεδόν ολοκληρωτικά από τα ούρα ως αναλλοίωτη δραστική ουσία. Περίπου το 60% της από του στόματος δόσης αποβάλλεται ως αναλλοίωτη δραστική ουσία μέσα σε 48 ώρες. Η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 250-300 mL/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της υδροχλωροθειαζίδης είναι 10-15 ώρες.
Olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide Η συστηματική διαθεσιμότητα της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται περίπου 20%, όταν συγχορηγείται με olmesartan medoxomil, αλλά αυτή η μέτρια μείωση δεν έχει καμία κλινική σημασία. Η κινητική της ολμεσαρτάνης είναι ανεπηρέαστη από τη συγχορήγηση με υδροχλωροθειαζίδη.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών ή άνω)
Στους υπερτασικούς ασθενείς, η ΑUC της ολμεσαρτάνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση αυξήθηκε κατά περίπου 35% στους ηλικιωμένους (ηλικίας 65-75 ετών) και κατά περίπου 44% στους πολύ
ηλικιωμένους (ηλικίας ≥ 75 ετών) συγκριτικά με την ομάδα των νεότερων ασθενών (βλ. παράγραφο 4.2).
Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η συστηματική κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται τόσο στους υγιείς όσο και στους υπερτασικούς ηλικιωμένους συγκρινόμενη με τους νεαρούς υγιείς εθελοντές.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η AUC της ολμεσαρτάνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση αυξήθηκε κατά 62%, 82% και 179% σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3, 4.4).
Η μέγιστη δόση του olmesartan medoxomil σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-60 ml/min) είναι 20 mg olmesartan medoxomil μία φορά την ημέρα. Η χρήση olmesartan medoxomil σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) δε συνιστάται.
Η περίοδος ημίσειας ζωής της υδροχλωροθειαζίδης παρατείνεται στους ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
Έπειτα από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση ολμεσαρτάνης, οι τιμές της AUC ήταν 6% και 65% υψηλότερες σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σχέση με τα εξομοιωμένα υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου. Το αδέσμευτο κλάσμα της ολμεσαρτάνης 2 ώρες μετά τη δόση σε υγιή άτομα, σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν 0,26%, 0,34% και 0,41%, αντίστοιχα. Έπειτα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η μέση AUC της ολμεσαρτάνης ήταν πάλι περίπου 65% υψηλότερη σε σχέση με τα υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου. Οι μέσες τιμές της C της ολμεσαρτάνης max ήταν παρόμοιες σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία και σε υγιή άτομα.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, συνιστάται αρχική δόση 10 mg olmesartan medoxomil μία φορά την ημέρα και η μέγιστη δόση δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20 mg μία φορά την ημέρα. Το olmesartan medoxomil δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ.
παραγράφους 4.2, 4.3, 4.4).
Η ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει σημαντικά τη φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης.
Αλληλεπιδράσεις δραστικών ουσιών Παράγοντας δέσμευσης χολικών οξέων κολεσεβελάμη:
Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg olmesartan medoxomil και 3.750 mg υδροχλωρικής κολεσεβελάμης σε υγιή άτομα είχε ως αποτέλεσμα 28% μείωση στη C και 39% μείωση στην AUC της ολμεσαρτάνης.
max Μικρές επιπτώσεις, 4% και 15% μείωση στη C και την AUC αντίστοιχα, παρατηρήθηκαν, όταν το max olmesartan medoxomil χορηγήθηκε 4 ώρες πριν από την υδροχλωρική κολεσεβελάμη. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ολμεσαρτάνης μειώθηκε κατά 50-52% ανεξάρτητα από το αν χορηγούνταν ταυτόχρονα ή 4 ώρες πριν από την υδροχλωρική κολεσεβελάμη (βλ. παράγραφο 4.5).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Το ενδεχόμενο τοξικότητας του συνδυασμού olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide αξιολογήθηκε σε τοξικολογικές μελέτες με επαναλαμβανόμενη από του στόματος δόση έως έξι μήνες σε αρουραίους και σκύλους.
Όπως για κάθε ξεχωριστή ουσία και για τα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα αυτής της κατηγορίας, το κύριο όργανο στόχος της τοξικότητας του συνδυασμού ήταν ο νεφρός. Ο συνδυασμός olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide προκάλεσε μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας (αύξηση του αζώτου της ουρίας και της κρεατινίνης στον ορό). Υψηλές δόσεις προκάλεσαν εκφύλιση και αναγέννηση των νεφρικών σωληναρίων σε αρουραίους και σκύλους, πιθανώς μέσω αλλαγής των αιμοδυναμικών παραμέτρων στους νεφρούς (μείωση νεφρικής διάχυσης λόγω υπότασης με υποξία και εκφύλιση των
κυττάρων των νεφρικών σωληναρίων). Επιπλέον, ο συνδυασμός olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide προκάλεσε μείωση των παραμέτρων των ερυθροκυττάρων (ερυθροκύτταρα, αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτη) και μείωση του βάρους της καρδιάς στους αρουραίους. Αυτά τα αποτελέσματα έχουν επίσης παρατηρηθεί και με άλλους ανταγωνιστές των AT1 υποδοχέων και με αναστολείς ΜΕΑ και φαίνεται ότι προκλήθηκαν από τις φαρμακολογικές επιδράσεις υψηλών δόσεων του olmesartan medoxomil και ότι δεν αφορούν τους ανθρώπους στις συνιστώμενες θεραπευτικές δόσεις.
Σε μελέτες γονοτοξικότητας, όπου έχουν χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδη, όπως επίσης τα συστατικά χωριστά, δεν έχει εκδηλωθεί κλινικά σημαντική δράση γονοτοξικότητας.
Ο συνδυασμός olmesartan medoxomil και υδροχλωροθειαζίδης δεν διερευνήθηκε για ενδεχόμενη καρκινογόνο δράση καθώς δεν υπήρχαν ενδείξεις σχετικών καρκινογόνων δράσεων για τα δύο μεμονωμένα συστατικά υπό συνθήκες κλινικής χρήσης.
Δεν υπήρχαν ενδείξεις τερατογένεσης σε ποντίκια ή αρουραίους που λάμβαναν το συνδυασμό olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide. Όπως αναμενόταν από αυτή την κατηγορία του φαρμακευτικού προϊόντος, παρατηρήθηκε εμβρυϊκή τοξικότητα σε αρουραίους, όπως φάνηκε από το σημαντικά μειωμένο εμβρυϊκό σωματικό βάρος, όταν κατά τη διάρκεια της κύησης χορηγήθηκε θεραπεία με το συνδυασμό olmesartan medoxomil/hydrochlorothiazide (βλ. παραγράφους 4.3, 4.6).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου:
Λακτόζη μονοϋδρική Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Xαμηλής υποκατάστασης υδροξυπροπυλοκυτταρίνη Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη δισκίου:
Πολυαιθυλενογλυκόλη Υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη Τιτανίου διοξείδιο (E 171)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E 172)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το Olmesartan+HCTZ/Sandoz συσκευάζεται στα ακόλουθα μεγέθη συσκευασίας:
Al//Al κυψέλη (blister): 10, 14, 28, 30, 56, 60, 90 και 98 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία PVC/PVDC//Al κυψέλη (blister): 10, 14, 28, 30, 56, 60, 90 και 98 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Sandoz Pharmaceuticals d.d.
Verovškova 57 Sl-1000 Ljubljana Σλοβενία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Olmesartan+HCTZ/Sandoz, (40+12,5) mg: 45476/6-6-2016 Olmesartan+HCTZ/Sandoz, (40+25) mg: 45477/6-6-2016
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 6 Ιουνίου 2016 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: