1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα 8 mg/4 ml ONDAMETON επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 8 mg/tab ONDAMETON επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 4 mg/tab ONDAMETON σιρόπι 4 mg/5 ml
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα 8 mg/4 ml:
Φύσιγγες που κάθε μία περιέχει 8 mg ονδανσετρόνης (στη μορφή hydrochloride dihydrate) σε 4 ml υδατικού διαλύματος για ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση.
ONDAMETON επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 8 mg/tab:
Κάθε δισκίο περιέχει 8 mg ονδανσετρόνης (στη μορφή hydrochloride dihydrate).
ONDAMETON επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 4 mg/tab:
Κάθε δισκίο περιέχει 4 mg ονδανσετρόνης (στη μορφή hydrochloride dihydrate).
ONDAMETON σιρόπι 4 mg/5 ml:
Κάθε 5 ml περιέχουν 4 mg ονδανσετρόνης υπό μορφή hydrochloride dihydrate Έκδοχα με γνωστή δράση:
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε δισκίο των 4mg/tab περιέχει: 81,875mg άνυδρης Λακτόζης Κάθε δισκίο των 8mg/tab περιέχει: 163,75mg άνυδρης Λακτόζης Σιρόπι Κάθε mL σιροπιού περιέχει: 2mg βενζοϊκού νατρίου 600mg διαλύματος σορβιτόλης 70% Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα Δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο Σιρόπι
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ενήλικες Τα ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα, δισκία και σιρόπι ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από την κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία.
Το ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα ενδείκνυται επίσης για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου.
Τα ONDAMETON δισκία και σιρόπι ενδείκνυνται επίσης για την πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου.
Τα ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα, δισκία και σιρόπι ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία σε παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και για την πρόληψη και θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου σε παιδιά ηλικίας ≥1 μηνός.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες με από του στόματος χορήγηση ονδανσετρόνης για την πρόληψη και θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου. Η ενδοφλέβια χορήγηση συνιστάται σε αυτή την περίπτωση.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικοι:
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV) και ακτινοθεραπεία (RINV)
Το εμετογόνο δυναμικό της θεραπείας του καρκίνου ποικίλλει ανάλογα με τα δοσολογικά σχήματα και τους συνδυασμούς που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Η επιλογή του δοσολογικού σχήματος πρέπει να προσδιορίζεται από τη βαρύτητα της εμετογόνου πρόκλησης.
Για ασθενείς που χρησιμοποιούν εμετογόνο χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, το ONDAMETON μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε από το στόμα (ως δισκία ή σιρόπι) είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση.
Χορήγηση από το στόμα:
Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 8 mg λαμβανόμενα 1-2 ώρες αμέσως πριν από τη χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία, ακολουθούμενη από 8 mg από το στόμα κάθε 12 ώρες για έως 5 ημέρες το μέγιστο.
Για ισχυρά εμετογόνο χημειοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία δόση ONDAMETON από το στόμα έως 24 mg λαμβανόμενη μαζί με 12 mg νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης από το στόμα, 1 έως 2 ώρες πριν τη χημειοθεραπεία. Μετά τις πρώτες 24 ώρες, η χορήγηση του ONDAMETON μπορεί να συνεχισθεί από το στόμα για έως 5 ημέρες το μέγιστο μετά τη θεραπεία. Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 8 mg ONDAMETON από το στόμα δύο φορές την ημέρα.
Ενέσιμη χορήγηση:
Η συνιστώμενη ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά χορηγούμενη δόση του ONDAMETON είναι 8 mg και χορηγείται αμέσως πριν από τη θεραπεία.
Για ισχυρά εμετογόνο χημειοθεραπεία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία μέγιστη αρχική δόση των 16 mg ενδοφλέβιας έγχυσης σε 15 λεπτά. Εφάπαξ ενδοφλέβια δόση μεγαλύτερη των 16 mg δεν πρέπει να χορηγείται λόγω της δοσοεξαρτώμενης αύξησης του κινδύνου επιμήκυνσης του διαστήματος QT.
Η αποτελεσματικότητα του ONDAMETON σε ισχυρά εμετογόνο χημειοθεραπεία μπορεί να ενισχυθεί με την προσθήκη μίας εφάπαξ IV δόσης νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης 20 mg, χορηγούμενης πριν τη χημειοθεραπεία.
Ενδοφλέβιες δόσεις μεγαλύτερες των 8 mg και έως 16 mg το μέγιστο, πρέπει να αραιώνονται σε 50 - 100 ml 0,9% χλωριούχου Νατρίου ενέσιμου διαλύματος ή 5% γλυκόζης ενέσιμου διαλύματος πριν τη χορήγηση και να εγχέονται σε όχι λιγότερο από 15 λεπτά (βλέπε παράγραφο 6.6). Δόσεις ONDAMETON των 8 mg ή λιγότερο δε χρειάζεται να αραιώνονται και μπορεί να χορηγούνται ως αργή ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια ένεση σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα.
Η αρχική δόση ONDAMETON μπορεί να ακολουθείται από 2 πρόσθετες ενδοφλέβιες δόσεις (σε όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) ή ενδομυϊκές δόσεις των 8 mg με 4 ώρες μεταξύ τους, ή με σταθερή έγχυση 1 mg/h για έως 24 ώρες.
Θεραπεία από το στόμα συνιστάται για την προστασία έναντι καθυστερημένης ή παρατεταμένης έμεσης μετά τις πρώτες 24 ώρες.
Για την προφύλαξη από καθυστερημένο ή παρατεταμένο έμετο μετά τις πρώτες 24 ώρες, η χορήγηση του ONDAMETON πρέπει να συνεχίζεται από το στόμα για έως 5 ημέρες το μέγιστο μετά τη θεραπεία.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία σε παιδιά ηλικίας ≥6 μηνών και σε εφήβους Χορήγηση από το στόμα και ενέσιμο διάλυμα:
Η δόση για ναυτία και έμετο που προκαλούνται από χημειοθεραπεία, μπορεί να υπολογιστεί με βάση το εμβαδόν επιφανείας σώματος (ΕΕΣ) ή το βάρος σώματος – βλέπε παρακάτω.
Το ενέσιμο διάλυμα ONDAMETON πρέπει να αραιώνεται σε 5% δεξτρόζη ή 0,9% χλωριούχο νάτριο ή σε άλλο συμβατό ενδοφλέβια χορηγούμενο υγρό (βλέπε παράγραφο 6.6) και ενίεται ενδοφλέβια σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 λεπτών.
Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για τη χρήση της ονδανσετρόνης στην πρόληψη της καθυστερημένης ή παρατεταμένης ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία. Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για τη χρήση της ονδανσετρόνης σε ναυτία και έμετο που προκαλούνται από ραδιοθεραπεία σε παιδιά.
Δοσολογία με βάση το ΕΕΣ Το ONDAMETON πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 5 mg/m2. Η εφάπαξ ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
Η από του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αρχίσει 12 ώρες αργότερα και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 5 ημέρες (πίνακας 1).
Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων των 32 mg.
Πίνακας 1: Δοσολογία για χημειοθεραπεία με βάση το ΕΕΣ – Παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών και έφηβοι
| ΕΕΣ | Ημέρα 1 (1,2) | Ημέρες 2-6 (2) |
|---|---|---|
| < 0,6 m2 | 2 5 mg/m IV ακολουθούμενο από 2 mg σιρόπι μετά από 12 ώρες | 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες |
| ≥ 0,6 m2 έως ≤1,2 m2 | 5 mg/m2 IV ακολουθούμενο από 4 mg σιρόπι ή δισκίο μετά από 12 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
| >1,2 m2 | 5 mg/m2 IV ή 8 mg IV ακολουθούμενο από 8 mg σιρόπι ή δισκίο μετά από 12 ώρες | 8 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
1 Η ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
2 Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων των 32 mg.
Δοσολογία με βάση το βάρος σώματος Η δοσολογία με βάση το βάρος σώματος έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερες ημερήσιες δόσεις συγκριτικά με το ΕΕΣ (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).
Το ONDAMETON πρέπει να χορηγείται αμέσως πριν τη χημειοθεραπεία ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 0,15 mg/kg. Η εφάπαξ ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg. Κατά την πρώτη ημέρα δύο επιπλέον ενδοφλέβιες δόσεις μπορούν να δοθούν σε 4ωρα διαστήματα.
Η από του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αρχίσει δώδεκα ώρες αργότερα και μπορεί να συνεχιστεί μέχρι 5 ημέρες (πίνακας 2).
Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων των 32 mg.
Πίνακας 2: Δοσολογία για χημειοθεραπεία με βάση το βάρος σώματος – Παιδιά ηλικίας ≥ 6 μηνών και έφηβοι
| Βάρος | Ημέρα 1 (1,2) | Ημέρες 2-6 (2) |
|---|---|---|
| ≤ 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg IV κάθε 4 ώρες | 2 mg σιρόπι κάθε 12 ώρες |
| > 10 kg | Έως 3 δόσεις των 0,15 mg/kg IV κάθε 4 ώρες | 4 mg σιρόπι ή δισκίο κάθε 12 ώρες |
1 Η ενδοφλέβια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg.
2 Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη δόση ενηλίκων των 32 mg.
Ηλικιωμένοι:
Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV) και ακτινοθεραπεία (RINV)
Χορήγηση από το στόμα:
Δεν απαιτείται μεταβολή της χορηγούμενης από το στόμα δόσης ή της συχνότητας χορήγησης.
Ενέσιμη χορήγηση:
Σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, όλες οι ενδοφλέβιες δόσεις πρέπει να αραιώνονται και να εγχέονται σε διάστημα 15 λεπτών και εάν επαναλαμβάνονται να χορηγούνται σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών.
Σε ασθενείς ηλικίας 65 έως 74 ετών, οι αρχικές ενδοφλέβιες δόσεις ONDAMETON 8 mg ή 16 mg, εγχέονται σε διάστημα 15 λεπτών, μπορεί να ακολουθούνται από 2 δόσεις των 8 mg εγχεόμενες σε διάστημα 15 λεπτών και χορηγούμενες σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών.
Σε ασθενείς ηλικίας 75 ετών και άνω, η αρχική ενδοφλέβια δόση ONDAMETON δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg εγχεόμενη σε διάστημα 15 λεπτών. Η αρχική δόση των 8 mg μπορεί να ακολουθείται από 2 δόσεις των 8 mg, εγχεόμενες σε διάστημα 15 λεπτών και χορηγούμενες σε διάστημα όχι μικρότερο των 4 ωρών. (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ενήλικοι:
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος (PONV)
Για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά, το ONDAMETON μπορεί να χορηγηθεί είτε από το στόμα (δισκία ή σιρόπι) είτε με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση.
Η συνιστώμενη δόση από το στόμα είναι 16 mg, τα οποία χορηγούνται μία ώρα πριν την αναισθησία.
Εναλλακτικά, χορηγείται το ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα, σε μία δόση των 4 mg με βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση κατά την εισαγωγή στην αναισθησία.
Για τη θεραπεία της εγκατασταθείσης μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου, συνιστάται η χορήγηση μίας δόσης των 4 mg με βραδεία ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος (PONV) σε παιδιά ηλικίας ≥1 μηνός και σε εφήβους Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη χρήση ονδανσετρόνης από το στόμα για την πρόληψη ή θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Για αυτό το σκοπό συνιστάται η χορήγηση ενδοφλέβιας ένεσης (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα).
Για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί μετά από γενική αναισθησία, μία εφάπαξ δόση ONDAMETON μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δόση 0,1 mg/kg, με μέγιστη δόση 4 mg είτε πριν είτε μετά την εισαγωγή στην αναισθησία ή μετά την εγχείρηση.
Για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου μετεγχειρητικά σε παιδιατρικούς ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί μετά από γενική αναισθησία, μία εφάπαξ δόση ONDAMETON μπορεί να χορηγηθεί με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα) σε δόση 0,1 mg/kg, με μέγιστη δόση 4 mg.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τη χρήση από του στόματος χορηγούμενης ονδανσετρόνης στην πρόληψη ή θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Συνιστάται βραδεία ενδοφλέβια ένεση (όχι λιγότερο από 15 λεπτά).
Ηλικιωμένοι:
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος (PONV)
Η εμπειρία είναι περιορισμένη στη χρήση της ονδανσετρόνης για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου στους ηλικιωμένους, εν τούτοις η ονδανσετρόνη είναι καλά ανεκτή σε ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν χημειοθεραπεία.
Ειδικοί Πληθυσμοί Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Δε χρειάζεται να μεταβληθεί η ημερήσια δοσολογία, η συχνότητα της δοσολογίας είτε η οδός χορήγησης.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Σε άτομα με μέση ή σοβαρή ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας, η κάθαρση της ονδανσετρόνης μειώνεται σημαντικά και ο χρόνος υποδιπλασιασμού στον ορό του αίματος παρατείνεται σημαντικά.
Σε αυτούς τους ασθενείς η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 mg ενδοφλέβια ή από το στόμα.
Ασθενείς με μειωμένη ικανότητα μεταβολισμού σπαρτεΐνης/debrisoquine Σε άτομα που θεωρούνται ότι έχουν πτωχό μεταβολισμό σπαρτεΐνης και debrisoquine, ο χρόνος υποδιπλασιασμού της ονδανσετρόνης δε μεταβάλλεται. Συνεπώς σε αυτούς τους ασθενείς, επαναλαμβανόμενες δόσεις επιτυγχάνουν στον ορό του αίματος ίδιες στάθμες με τις αντίστοιχες του γενικού πληθυσμού. Δε χρειάζεται αλλαγή της ημερήσιας δοσολογίας και της συχνότητας της δοσολογίας.
Τρόπος χορήγησης Το ONDAMETON είναι διαθέσιμο για από του στόματος χρήση και παρεντερική χρήση ώστε να υπάρχει ευελιξία στην οδό χορήγησης και στη δοσολογία.
Δισκία:
Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό.
4.3 Αντενδείξεις
Με βάση τις αναφορές έντονης υπότασης και απώλειας συνειδήσεως, όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε μαζί με υδροχλωρική απομορφίνη, η συγχορήγηση με απομορφίνη αντενδείκνυται.
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει υπερευαισθησία σε άλλους ανταγωνιστές των 5HT υποδοχέων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το αναπνευστικό πρέπει να αντιμετωπίζονται συμπτωματικά και οι γιατροί θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτές επειδή μπορεί να είναι προπομποί αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
Η ονδανσετρόνη επιμηκύνει το διάστημα QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο (βλέπε παράγραφο 5.1).
Επιπρόσθετα, μετεγκριτικά περιστατικά Torsade de Pointes έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν την ονδανσετρόνη. Να αποφεύγεται η ονδανσετρόνη σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT. Η ονδανσετρόνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του QTc, περιλαμβανομένων των ασθενών με ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βραδυαρρυθμία ή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που οδηγούν σε επιμήκυνση του QT ή σε ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες.
Η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησαιμία πρέπει να διορθώνονται πριν τη χορήγηση της ονδανσετρόνης.
Έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης μετά από τη συγχορήγηση ονδανσετρόνης και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων (βλέπε παράγραφο 4.5). Εάν η συγχορήγηση ονδανσετρόνης και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων δικαιολογείται κλινικά, συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενή.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ισχαιμίας του μυοκαρδίου σε ασθενείς που έλαβαν ονδανσετρόνη. Σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα στην περίπτωση ενδοφλέβιας χορήγησης, εμφανίστηκαν συμπτώματα αμέσως μετά τη χορήγηση της ονδανσετρόνης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της ισχαιμίας του μυοκαρδίου.
Επειδή η ονδανσετρόνη αυξάνει το χρόνο διάβασης στο παχύ έντερο, οι ασθενείς με συμπτώματα υποξείας εντερικής απόφραξης θα πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη χορήγησή της.
Σε ασθενείς που υπόκεινται σε επέμβαση των αμυγδαλών και των αδενοειδών εκβλαστήσεων η πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου με την ονδανσετρόνη μπορεί να αποκρύψει λανθάνουσα αιμορραγία.
Οι παιδιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν ονδανσετρόνη με ηπατοτοξικούς χημειοθεραπευτικούς παράγοντες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας.
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ONDAMETON περιέχουν λακτόζη άνυδρη και για αυτό οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το ONDAMETON 8 mg/ 4 ml ενέσιμο διάλυμα περιέχει νάτριο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, άρα είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου». Ωστόσο, εάν ένα διάλυμα κοινού άλατος (0,9% w/v διάλυμα χλωριούχου νατρίου) χρησιμοποιείται για την αραίωση του ONDAMETON πριν από τη χορήγηση, τότε η δόση του λαμβανόμενου νατρίου θα είναι υψηλότερη. Το ίδιο ισχύει και εάν χορηγηθούν περισσότερες από μία φύσιγγες.
To σιρόπι 4 mg/ 5 ml ONDAMETON περιέχει σορβιτόλη.
Η ποσότητα της σορβιτόλης στα από στόματος φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα άλλων από στόματος φαρμακευτικών προϊόντων, που χορηγούνται ταυτόχρονα.
Η αθροιστική επίδραση της ταυτόχρονης χορήγησης προϊόντων που περιέχουν σορβιτόλη (ή φρουκτόζη) και η με τη διατροφή λήψη σορβιτόλης (ή φρουκτόζης) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Οι ασθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη φρουκτόζη (HFI) δεν πρέπει να λαμβάνουν ή να τους χορηγείται αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
To σιρόπι 4 mg/ 5 ml ONDAMETON περιέχει νάτριο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δοσολογική μονάδα, άρα είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
To σιρόπι 4 mg/ 5 ml ONDAMETON περιέχει βενζοϊκό νάτριο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει 2mg βενζοϊκού νατρίου σε κάθε mL σιροπιού. Αύξηση της χολερυθρίνης λόγω της εκτόπισής της από την αλβουμίνη, προκαλούμενη από το βενζοϊκό οξύ και τα άλατά του, μπορεί να αυξήσει τον ίκτερο στα νεογνά ο οποίος μπορεί να εξελιχθεί σε πυρηνικό ίκτερο (μη συζευγμένη απόθεση χολερυθρίνης στον ιστό του εγκεφάλου).
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης.
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η ονδανσετρόνη επάγει ή αναστέλλει τον μεταβολισμό άλλων φαρμάκων που συνήθως χορηγούνται μαζί της. Ειδικές μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις όταν η ονδανσετρόνη χορηγείται με αλκοόλη, τεμαζεπάμη, φουροσεμίδη, αλφεντανίλη, τραμαδόλη, μορφίνη, λιδοκαΐνη, θειοπεντάλη ή προποφόλη.
Η ονδανσετρόνη μεταβολίζεται από διάφορα ηπατικά ένζυμα του κυτοχρώματος P-450: CYP3A4, CYP2D6 και CYP1A2. Λόγω της ποικιλότητας των μεταβολικών ενζύμων που είναι ικανά να μεταβολίσουν την ονδανσετρόνη, η αναστολή ενός ενζύμου ή η μειωμένη δραστηριότητα ενός ενζύμου (π.χ. γενετική έλλειψη CYP2D6) συνήθως αντισταθμίζεται από άλλα ένζυμα και πρέπει να οδηγεί σε μικρή ή ασήμαντη μεταβολή της συνολικής κάθαρσης της ονδανσετρόνης ή της απαιτούμενης δόσης.
Χρειάζεται προσοχή όταν η ονδανσετρόνη συγχορηγείται με φάρμακα που επιμηκύνουν το διάστημα QT ή/και προκαλούν ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες (βλέπε παράγραφο 4.4).
Απομορφίνη Με βάση τις αναφορές έντονης υπότασης και απώλειας συνειδήσεως, όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε μαζί με υδροχλωρική απομορφίνη, η συγχορήγηση με απομορφίνη αντενδείκνυται.
Φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη Σε ασθενείς που χορηγούνται ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (δηλ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη), η από του στόματος κάθαρση της ονδανσετρόνης αυξήθηκε και οι συγκεντρώσεις της ονδανσετρόνης στο αίμα μειώθηκαν.
Σεροτονινεργικά φάρμακα (π.χ., SSRIs και SNRIs)
Έχει αναφερθεί σύνδρομο σεροτονίνης (περιλαμβανομένης της μεταβολής της νοητικής κατάστασης, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού και νευρομυϊκές ανωμαλίες) μετά από συγχορήγηση ονδανσετρόνης και άλλων σεροτονινεργικών φαρμάκων, περιλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης νοραδρεναλίνης (SNRIs) (βλέπε παράγραφο 4.4).
Τραμαδόλη Στοιχεία από μικρές μελέτες δείχνουν ότι η ονδανσετρόνη μπορεί να μειώσει την αναλγητική δράση της τραμαδόλης.
Η χρήση της ονδανσετρόνης με φάρμακα που επιμηκύνουν το QT μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον επιμήκυνση του QT. Η συγχορήγηση της ονδανσετρόνης με καρδιοτοξικά φάρμακα (π.χ.
ανθρακυκλίνες) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να εξετάζεται η χρήση μεθόδου αντισύλληψης.
Κύηση Με βάση την εμπειρία από επιδημιολογικές μελέτες σε ανθρώπους, υπάρχουν υποψίες ότι η ονδανσετρόνη, χορηγούμενη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, μπορεί να προκαλέσει στοματοπροσωπικές δυσπλασίες.
Σε μία μελέτη κοόρτης, στην οποία εξετάστηκαν 1,8 εκατομμύρια κυήσεις, η χρήση της ονδανσετρόνης κατά το πρώτο τρίμηνο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο σχιστιών στόματος (3 πρόσθετα περιστατικά ανά 10 000 γυναίκες που υποβλήθηκαν σε θεραπεία, προσαρμοσμένος σχετικός κίνδυνος 1,24 (ΔΕ 95%: 1,03-1,48)).
Οι διαθέσιμες επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τις καρδιακές δυσπλασίες παρήγαγαν αντικρουόμενα συμπεράσματα.
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε ό,τι αφορά την τοξικότητα στην αναπαραγωγή.
Η ονδανσετρόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
Τα δεδομένα ασφάλειας χρήσης της ονδανσετρόνης κατά την εγκυμοσύνη είναι περιορισμένα και τα ευρήματα από τις διαθέσιμες φαρμακοεπιδημιολογικές μελέτες δε συνάδουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμακευτικού προϊόντος περιγράφουν περιπτώσεις συγγενών δυσμορφιών με τη χρήση της ονδανσετρόνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, οι αναφορές δεν επαρκούν για να αποδείξουν την αιτιώδη συνάφεια.
Δεδομένα σε ζώα Σε εμβρυϊκές μελέτες ανάπτυξης σε επίμυες και κονίκλους, τα έγκυα ζώα έλαβαν από του στόματος δόσεις ονδανσετρόνης μέχρι 15 mg/kg/ημέρα και 30 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της περιόδου οργανογένεσης. Με την εξαίρεση της ελαφράς μείωσης του ρυθμού αύξησης βάρους σώματος της μητέρας στους κονίκλους, δεν υπήρξαν σημαντικές επιδράσεις της ονδανσετρόνης στα μητρικά ζώα ή στην ανάπτυξη των απογόνων. Με δόσεις 15 mg/kg/ημέρα σε επίμυες και 30 mg/kg/ημέρα σε κονίκλους, η δόση της μητέρας ήταν περίπου 6 και 24 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη συνιστώμενη στον άνθρωπο από του στόματος δόση των 24 mg/ημέρα, αντίστοιχα, με βάση την επιφάνεια του σώματος. Σε μελέτη προγεννητικής και μεταγεννητικής αναπτυξιακής τοξικότητας, οι έγκυες αρουραίοι έλαβαν από του στόματος δόσεις ονδανσετρόνης μέχρι 15 mg/kg/ημέρα από την 17η ημέρα της εγκυμοσύνης μέχρι την ημέρα 21. Με την εξαίρεση της ελαφράς μείωσης του ρυθμού αύξησης σωματικού βάρους της μητέρας, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στις έγκυες αρουραίους και στην προ- και μεταγεννητική ανάπτυξη των απογόνων τους, συμπεριλαμβανομένων των αναπαραγωγικών επιδόσεων της γενετικής σύνθεσης F1. Σε δόση 15 mg/kg/ημέρα σε αρουραίους, η δόση που χορηγήθηκε στη μητέρα ήταν περίπου 6 φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη συνιστώμενη από του στόματος δόση των 24 mg ημερησίως με βάση το εμβαδόν επιφανείας σώματος (ΕΕΣ).
Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η ονδανσετρόνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της ονδανσετρόνης στο παιδί που θηλάζει ή τις επιδράσεις της ονδανσετρόνης στην παραγωγή γάλακτος. Εντούτοις, δοκιμασίες έχουν δείξει ότι η ονδανσετρόνη απεκκρίνεται στο γάλα των ζώων. Γι’ αυτό συνιστάται οι μητέρες που λαμβάνουν ονδανσετρόνη να μη θηλάζουν τα βρέφη τους.
Γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα Η ύπαρξη ή μη εγκυμοσύνης σε γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να επιβεβαιώνεται πριν την έναρξη θεραπείας με ονδανσετρόνη.
Γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα θα πρέπει να ενημερώνονται ότι η ονδανσετρόνη είναι πιθανό να προκαλέσει βλάβη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (μεθόδους που οδηγούν σε πιθανότητα εγκυμοσύνης λιγότερο από 1%) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 2 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με ονδανσετρόνη.
Γονιμότητα Η ονδανσετρόνη δεν έχει επίδραση στη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το ONDAMETON δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000)
περιλαμβανομένων των μεμονωμένων αναφορών. Οι πολύ συχνές, οι συχνές και οι όχι συχνές καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία κλινικών μελετών. Η συχνότητα εμφάνισης στο εικονικό φάρμακο έχει ληφθεί υπόψη. Οι σπάνιες και οι πολύ σπάνιες καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία αυθόρμητων αναφορών μετά την κυκλοφορία του φαρμακευτικού προϊόντος.
Οι ακόλουθες συχνότητες υπολογίσθηκαν στις κανονικές συνιστώμενες δόσεις της ονδανσετρόνης σύμφωνα με την ένδειξη και τη φαρμακοτεχνική μορφή (πίνακας 3).
Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία συστήματος οργάνων / Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Σπάνιες | Άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μερικές φορές σοβαρές, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας. |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Eπιληπτικοί σπασμοί, κινητικές διαταραχές (περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών αντιδράσεων, όπως δυστονικές αντιδράσεις βολβοστροφικές κρίσεις και δυσκινησία) |
| Σπάνιες | Ζάλη κυρίως κατά τη διάρκεια γρήγορης ενδοφλέβιας χορήγησης |
| Οπτικές διαταραχές | |
| Σπάνιες | Παροδικές οπτικές διαταραχές (π.χ. θάμβος οράσεως) κυρίως κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας χορήγησης |
| Πολύ σπάνιες | Παροδική τύφλωση κυρίως κατά την ενδοφλέβια χορήγηση |
Η πλειονότητα των αναφερθέντων περιστατικών τύφλωσης επανήλθε εντός 20 λεπτών. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν λάβει χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, οι οποίοι περιείχαν σισπλατίνη. Μερικές περιπτώσεις παροδικής τύφλωσης αναφέρθηκαν να είναι φλοιώδους προέλευσης.
Καρδιακές διαταραχές
| Όχι συχνές | Αρρυθμίες, πόνος στον θώρακα με ή χωρίς κατάσπαση του ST τμήματος, βραδυκαρδία |
|---|---|
| Σπάνιες | Επιμήκυνση του QTc (περιλαμβανομένου του Torsade de Pointes) |
| Μη γνωστές | ισχαιμία του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.4) |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Συχνές | Αίσθηση θερμότητας ή έξαψης |
| Όχι συχνές | Υπόταση |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | |
| Όχι συχνές | Λόξιγκας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Συχνές | Δυσκοιλιότητα |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Όχι συχνές | # Ασυμπτωματικές αυξήσεις στις δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας |
| # Οι καταστάσεις αυτές παρατηρήθηκαν συχνά σε ασθενείς που ελάμβαναν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Πολύ σπάνιες | Τοξικό δερματικό εξάνθημα, συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Συχνές | Τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ενδοφλέβιας χορήγησης |
Το προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και εφήβους ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων(Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα και σημεία Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με την υπερβολική λήψη ονδανσετρόνης. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα ήταν παρόμοια με αυτά που έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν συνιστώμενες δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.8). Εκδηλώσεις που έχουν αναφερθεί περιλαμβάνουν οπτικές διαταραχές, σοβαρή δυσκοιλιότητα, υπόταση και αγγειοπνευμονογαστρικό επεισόδιο με παροδικό κολποκοιλιακό αποκλεισμό δευτέρου βαθμού.
Η ονδανσετρόνη επιμηκύνει το διάστημα QT με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, συνιστάται παρακολούθηση μέσω ηλεκτροκαρδιογραφημάτων.
Αντιμετώπιση Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την ονδανσετρόνη, επομένως, σε περιπτώσεις υποψίας υπερβολικής λήψης, πρέπει να γίνεται συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία.
Η χρήση ιπεκακουάνας για τη θεραπεία υπερβολικής λήψης της ονδανσετρόνης δεν ενδείκνυται καθώς οι ασθενείς μάλλον δεν πρόκειται να ανταποκριθούν λόγω της αντιεμετικής δράσης της ίδιας της ονδανσετρόνης.
Παιδιατρικά περιστατικά που συνάδουν με σύνδρομο σεροτονίνης έχουν αναφερθεί μετά από ακούσια από του στόματος υπερδοσολογία ονδανσετρόνης (υπέρβαση της αναμενόμενης κατάποσης των 4 mg/kg) σε νήπια και παιδιά ηλικίας 12 μηνών έως 2 ετών.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστές σεροτονίνης (5HT ), κωδικός ATC: A04AA01 Μηχανισμός δράσης Η ονδανσετρόνη είναι ένας ισχυρός και εξαιρετικά εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5HT –υποδοχέων. Ο ακριβής τρόπος δράσης του στον έλεγχο της ναυτίας και του εμέτου δεν είναι γνωστός. Οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες και η ακτινοθεραπεία μπορεί να προκαλέσουν απελευθέρωση της ουσίας 5- υδροξυτρυπταμίνης (5HT) στο λεπτό έντερο δι’ ενεργοποιήσεως των απαγωγών ινών του παρασυμπαθητικού δια μέσου των 5HT -υποδοχέων. Η ονδανσετρόνη δεσμεύει την έναρξη αυτού του αντανακλαστικού. Ενεργοποίηση των απαγωγών παρασυμπαθητικών ινών μπορεί επίσης να προκαλέσει απελευθέρωση της 5-υδροξυτρυπταμίνης στην οπίσθια περιοχή η οποία βρίσκεται στη βάση της τέταρτης κοιλίας του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να προάγει την έμεση μέσω ενός κεντρικού μηχανισμού. Έτσι, η δράση της ονδανσετρόνης στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου, που προκαλούνται από κυτταροτοξική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία οφείλεται στον ανταγωνισμό των 5HT υποδοχέων στους νευρώνες που βρίσκονται τόσο στο περιφερικό όσο και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι μηχανισμοί δράσης στη μετεγχειρητική ναυτία και έμετο δεν είναι γνωστοί αλλά είναι πιθανό ο τρόπος δράσης να είναι κοινός με τη ναυτία και τον έμετο που προκαλούνται από την κυτταροτοξική θεραπεία.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η ονδανσετρόνη δε μεταβάλλει τις συγκεντρώσεις της προλακτίνης στο πλάσμα.
Επιμήκυνση του QT Η επίδραση της ονδανσετρόνης στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε μία διπλή τυφλή τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και με δραστική ουσία (moxifloxacin), διασταυρούμενη μελέτη σε 58 υγιείς ενήλικες, άνδρες και γυναίκες. Οι δόσεις της ονδανσετρόνης περιελάμβαναν 8 mg και 32 mg χορηγούμενες με έγχυση ενδοφλεβίως σε διάστημα 15 λεπτών. Στην υψηλότερη δόση των 32 mg που ελέγχθηκε, η μέγιστη μέση (άνω όριο 90% CI) διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση από την αρχική τιμή ήταν 19,6 (21,5) msec. Στη χαμηλότερη δόση των 8 mg που ελέγχθηκε, η μέγιστη μέση (άνω όριο 90% CI) διαφορά στο QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά από διόρθωση από την αρχική τιμή ήταν 5,8 (7,8) msec. Σε αυτή τη μελέτη δεν υπήρχαν μετρήσεις QTcF μεγαλύτερες από 480 msec και δεν υπήρχε επιμήκυνση του QTcF μεγαλύτερη από 60 msec. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στα ηλεκτροκαρδιογραφικά μετρηθέντα διαστήματα PR ή QRS.
Παιδιατρικός πληθυσμός και έφηβοι Ναυτία και έμετος που προκαλούνται από χημειοθεραπεία Η αποτελεσματικότητα της ονδανσετρόνης στον έλεγχο του εμέτου και της ναυτίας που προκαλούνται από αντικαρκινική χημειοθεραπεία αξιολογήθηκε σε μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη σε 415 ασθενείς ηλικίας 1 έως 18 ετών (S3AB3006). Κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας, οι ασθενείς έλαβαν είτε ονδανσετρόνη 5 mg/m2 ενδοφλέβια + ονδανσετρόνη 4 mg από το στόμα μετά από 8 - 12
ώρες ή ονδανσετρόνη 0,45 mg/kg ενδοφλέβια + εικονικό φάρμακο από το στόμα μετά από 8 - 12 ώρες. Μετά τη χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg ονδανσετρόνης σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 3 ημέρες.
Πλήρης έλεγχος του εμέτου κατά τη χειρότερη ημέρα της χημειοθεραπείας ήταν 49% (5 mg/m2 ενδοφλέβια + ονδανσετρόνη 4 mg από το στόμα) και 41% (0,45 mg/kg ενδοφλέβια + εικονικό φάρμακο από το στόμα). Μετά τη χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg ονδανσετρόνης σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 3 ημέρες. Δεν υπήρξε διαφορά στη συνολική συχνότητα εμφάνισης ή στη φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων.
Μία διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (S3AB4003) σε 438 ασθενείς ηλικίας 1 έως 17 ετών έδειξε πλήρη έλεγχο του εμέτου κατά τη χειρότερη ημέρα της χημειοθεραπείας στο:
• 73% των ασθενών, όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε ενδοφλέβια σε δόση 5 mg/m2 μαζί με 2
– 4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα
• 71% των ασθενών, όταν η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε ως σιρόπι σε δόση 8 mg + 2 - 4 mg δεξαμεθαζόνης από το στόμα κατά τις ημέρες της χημειοθεραπείας.
Μετά τη χημειοθεραπεία και οι δύο ομάδες έλαβαν 4 mg ονδανσετρόνης σιρόπι δύο φορές την ημέρα για 2 ημέρες. Δεν υπήρξε διαφορά στη συνολική συχνότητα εμφάνισης ή στη φύση των ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ των δύο θεραπευτικών ομάδων.
Η αποτελεσματικότητα της ονδανσετρόνης σε 75 παιδιά ηλικίας 6 έως 48 μηνών διερευνήθηκε σε μία ανοιχτή, μη συγκριτική, ενός σκέλους μελέτη (S3A40320). Όλα τα παιδιά έλαβαν τρεις ενδοφλέβιες δόσεις ονδανσετρόνης 0,15 mg/kg, χορηγούμενες 30 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας και στη συνέχεια σε τέσσερις και οκτώ ώρες μετά την πρώτη δόση. Πλήρης έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 56% των ασθενών.
Μία άλλη ανοιχτή, μη συγκριτική, ενός σκέλους μελέτη (S3A239) διερεύνησε την αποτελεσματικότητα της εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης ονδανσετρόνης 0,15 mg/kg, ακολουθούμενης από δύο από του στόματος δόσεις ονδανσετρόνης 4 mg σε παιδιά ηλικίας < 12 ετών και 8 mg σε παιδιά ηλικίας ≥ 12 ετών (συνολικός αριθμός παιδιών n=28). Πλήρης έλεγχος του εμέτου επιτεύχθηκε στο 42% των ασθενών.
Μετεγχειρητική ναυτία και έμετος Η αποτελεσματικότητα της εφάπαξ δόσης ονδανσετρόνης στην πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου διερευνήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 670 παιδιά ηλικίας 1 έως 24 μηνών (μετά τη σύλληψη ηλικία ≥44 εβδομάδες, βάρος ≥3 kg).
Τα άτομα που έλαβαν μέρος προγραμματίσθηκαν να υποβληθούν σε επιλεκτική χειρουργική επέμβαση κάτω από γενική αναισθησία και είχαν κατάσταση ASA ≤III. Εφάπαξ δόση ονδανσετρόνης 0,1 mg/kg χορηγήθηκε εντός πέντε λεπτών από την εισαγωγή αναισθησίας. Η αναλογία ατόμων που παρουσίασαν τουλάχιστον ένα εμετογόνο επεισόδιο κατά τη διάρκεια της 24ωρης περιόδου αξιολόγησης (ITT) ήταν μεγαλύτερη για τους ασθενείς σε εικονικό φάρμακο από ότι για αυτούς που έλαβαν ονδανσετρόνη (28% vs. 11%, p < 0,0001).
Τέσσερις διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες έχουν διεξαχθεί σε 1.469 άρρενες και θήλεις ασθενείς (2 έως 12 ετών) υπό γενική αναισθησία. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε σε μονές ενδοφλέβιες δόσεις ονδανσετρόνης (0,1 mg/kg για παιδιά βάρους 40 kg ή λιγότερο, 4 mg για παιδιά βάρους μεγαλύτερου των 40 kg, αριθμός ασθενών = 735) ή εικονικό φάρμακο (αριθμός ασθενών = 734). Το φάρμακο της μελέτης χορηγήθηκε τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα αμέσως πριν ή μετά την εισαγωγή αναισθησίας. Η ονδανσετρόνη ήταν σημαντικά αποτελεσματικότερη από το εικονικό φάρμακο στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών συνοψίζονται στον πίνακα 4.
Πίνακας 4 Πρόληψη και θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου σε παιδιατρικούς ασθενείς
– Ανταπόκριση στη θεραπεία εντός 24 ωρών
| Μελέτη | Τελικό σημείο | Ονδανσετρόνη% | Εικονικό φάρμακο % | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| S3A380 | CR | 68 | 39 | ≤0,001 |
| S3GT09 | CR | 61 | 35 | ≤0,001 |
| S3A381 | CR | 53 | 17 | ≤0,001 |
| S3GT11 | χωρίς ναυτία | 64 | 51 | 0,004 |
| S3GT11 | χωρίς έμετο | 60 | 47 | 0,004 |
CR = χωρίς εμετογόνα επεισόδια, χρήση θεραπείας ανάγκης ή απόσυρση
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Οι φαρμακοδυναμικές ιδιότητες της ονδανσετρόνης παραμένουν αμετάβλητες σε επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Απορρόφηση Από του στόματος χορηγούμενες μορφές:
Μετά την από του στόματος χορήγηση η ονδανσετρόνη απορροφάται παθητικά και ολοκληρωτικά από τον γαστρεντερικό σωλήνα και υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 1,5 ώρες μετά τη χορήγηση.
Για δόσεις ανώτερες των 8 mg η αύξηση στη συστηματική έκθεση της ονδανσετρόνης ως προς τη δόση είναι αναλογικά μεγαλύτερη. Αυτό μπορεί να αντανακλά κάποια μείωση στο μεταβολισμό πρώτης διόδου σε υψηλότερες από του στόματος χορηγούμενες δόσεις. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα σε υγιείς άρρενες μετά την από εφάπαξ χορήγηση δισκίου 8 mg είναι περίπου 55 έως 60%. Η βιοδιαθεσιμότητα ενισχύεται ελαφρώς από την παρουσία τροφής αλλά δεν επηρεάζεται από αντιόξινα.
Ισοδύναμη συστηματική έκθεση επιτυγχάνεται μετά από ενδομυϊκή και ενδοφλέβια χορήγηση ονδανσετρόνης.
Κατανομή Η ονδανσετρόνη δε συνδέεται ιδιαίτερα με τις πρωτεΐνες (70 έως 76%).
Η διάθεση της ονδανσετρόνης μετά την από του στόματος, την ενδομυϊκή ή την ενδοφλέβια χορήγηση σε ενήλικες είναι παρόμοια με ένα όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση περίπου 140 L.
Βιομετασχηματισμός Η κάθαρση της ονδανσετρόνης από τη συστηματική κυκλοφορία γίνεται κυρίως μέσω πολλαπλών ενζυματικών οδών του ηπατικού μεταβολισμού. Η έλλειψη του ενζύμου CYP2D6 (πολυμορφισμός της χημικής ουσίας debrisoquine) δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης.
Αποβολή Η κάθαρση της ονδανσετρόνης από τη συστηματική κυκλοφορία γίνεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού. Λιγότερο από 5% της απορροφημένης δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα.
Η διάθεση της ονδανσετρόνης μετά την από του στόματος, την ενδομυϊκή ή την ενδοφλέβια χορήγηση είναι παρόμοια με καταληκτικό χρόνο ημιζωής περίπου 3 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών Φύλο
Έχουν παρατηρηθεί διαφορές στη βιοδιαθεσιμότητα της ονδανσετρόνης ως προς το φύλο, με τις γυναίκες να έχουν μεγαλύτερο ρυθμό και βαθμό απορρόφησης μετά από μία δόση από το στόμα και μειωμένη συστηματική κάθαρση και όγκο κατανομής (προσαρμοσμένο στο βάρος σώματος).
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 1 μηνός έως 17 ετών)
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έως 4 µηνών (n=19) που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση, η κάθαρση µε βάση το σωματικό βάρος ήταν περίπου 30% χαμηλότερη από ότι σε ασθενείς ηλικίας 5 έως 24 μηνών (n=22), αλλά συγκρίσιμη µε αυτή ασθενών ηλικίας 3 έως 12 ετών. Η ηµιπερίοδος ζωής στον πληθυσμό ηλικίας 1 έως 4 µηνών αναφέρθηκε ότι είναι κατά µέσο όρο 6,7 ώρες συγκριτικά µε 2,9 ώρες για ασθενείς ηλικιακού εύρους 5 έως 24 μηνών και 3 έως 12 ετών. Οι διαφορές στις φαρµακοκινητικές παραµέτρους στον πληθυσμό ασθενών 1 έως 4 μηνών μπορούν να εξηγηθούν μερικώς από το υψηλότερο ποσοστό του συνολικού σωματικού ύδατος στα νεογνά και τα βρέφη και τον μεγαλύτερο όγκο κατανομής για τα υδατοδιαλυτά φάρμακα όπως η ονδανσετρόνη.
Σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 έως 12 ετών που υποβλήθηκαν σε επιλεκτική χειρουργική επέμβαση µε γενική αναισθησία, οι απόλυτες τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής της ονδανσετρόνης μειώθηκαν συγκριτικά µε τις τιμές σε ενήλικους ασθενείς. Και οι δύο παράμετροι αυξήθηκαν σε µία ευθύγραμμη σχέση µε το βάρος και κατά την ηλικία των 12 ετών, οι τιμές πλησίαζαν περίπου αυτές νεαρών ενηλίκων. Όταν οι τιμές κάθαρσης και όγκου κατανομής ομαλοποιήθηκαν ως προς το βάρος σώματος, οι τιμές γι’ αυτές τις παραμέτρους ήταν παρόμοιες μεταξύ των διαφόρων ηλικιακών ομάδων πληθυσμού. Η χρήση δοσολογίας µε βάση το βάρος αντισταθμίζει τις μεταβολές που σχετίζονται µε την ηλικία και είναι αποτελεσματική στην εξομάλυνση της συστηματικής έκθεσης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση διεξήχθη σε 428 άτομα (ογκολογικοί ασθενείς, χειρουργικοί ασθενείς και υγιείς εθελοντές) ηλικίας 1 µηνός έως 44 ετών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ονδανσετρόνης. Με βάση αυτή την ανάλυση η συστηματική έκθεση (AUC) μετά από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ήταν συγκρίσιμη µε αυτή των ενηλίκων, µε εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών. Ο όγκος κατανομής συσχετίσθηκε µε την ηλικία και ήταν χαμηλότερος στους ενήλικες από ότι στα βρέφη και στα παιδιά. Η κάθαρση συσχετίσθηκε µε το βάρος αλλά όχι µε την ηλικία, µε εξαίρεση τα βρέφη ηλικίας 1 έως 4 µηνών. Είναι δύσκολο να αποφασισθεί εάν υπήρχε επιπρόσθετη µείωση της κάθαρσης σχετιζόµενη µε την ηλικία σε βρέφη ηλικίας 1 έως 4 μηνών, ή απλά έμφυτη μεταβλητότητα λόγω του μικρού αριθμού ατόμων που μελετήθηκαν σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Επειδή οι ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών θα λάβουν µόνο µία εφάπαξ δόση στη μετεγχειρητική ναυτία και έμετο, η μειωμένη κάθαρση δε φαίνεται να σχετίζεται κλινικά.
Ηλικιωμένοι Μελέτες πρώιμης Φάσης Ι σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές έδειξαν ελαφρά μείωση σχετιζόμενη με την ηλικία, στην κάθαρση και αύξηση στην ημιπερίοδο ζωής της ονδανσετρόνης. Ωστόσο, η μεγάλη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων οδήγησε σε σημαντική επικάλυψη ως προς τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα σε νέα (<65 ετών) και σε ηλικιωμένα άτομα (≥ 65 ετών) και δεν υπήρχαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια ή στην αποτελεσματικότητα που παρατηρήθηκε μεταξύ των νέων και των ηλικιωμένων ασθενών με καρκίνο που συμμετείχαν στις CINV κλινικές μελέτες που να υποστηρίζουν μια διαφορετική σύσταση δοσολογίας για τους ηλικιωμένους.
Με βάση πιο πρόσφατες συγκεντρώσεις ονδανσετρόνης στο πλάσμα και μοντέλα έκθεσης-απόκρισης, προβλέπεται μεγαλύτερη επίδραση στην QTcF σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών συγκριτικά με τους νεότερους ενήλικες. Ειδικές πληροφορίες για τη δοσολογία παρέχονται σε ασθενείς άνω των 65 ετών και άνω των 75 ετών (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους ή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν περιορισθεί σε ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση.
Νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 15 έως 60 ml/λεπτό), η συστηματική κάθαρση και ο όγκος κατανομής μειώνονται, με αποτέλεσμα μία μικρή, αλλά κλινικά άνευ σημασίας αύξηση του χρόνου υποδιπλασιασμού (5,4 ώρες).
Μία μελέτη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε τακτική αιμοδιύλιση (οι μελέτες έγιναν μεταξύ των διυλίσεων), έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της ονδανσετρόνης δεν μεταβάλλεται.
Ειδικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν περιορισθεί σε ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση.
Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η συστηματική κάθαρση μειώνεται σημαντικά με παρατεταμένους χρόνους υποδιπλασιασμού (15-32 ώρες) και την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα να αγγίζει το 100% λόγω μειωμένου προ-συστηματικού μεταβολισμού.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μία μελέτη σε κλωνοποιημένους διαύλους ιόντων της ανθρώπινης καρδιάς έδειξε ότι η ονδανσετρόνη έχει τη δυναμική να επηρεάζει την καρδιακή επαναπόλωση μέσω αποκλεισμού των διαύλων καλίου τύπου hERG σε κλινικά σχετιζόμενες συγκεντρώσεις. Έχει παρατηρηθεί δοσοεξαρτώμενη επιμήκυνση του QT σε μία πλήρη μελέτη του QT σε υγιείς εθελοντές (βλέπε παράγραφο 5.1 – Επιμήκυνση του QT).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
κιτρικό οξύ, μονοϋδρικό, κιτρικό νάτριο, χλωριούχο νάτριο ύδωρ για ενέσιμα Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
λακτόζη άνυδρη, κυτταρίνη μικροκρυσταλλική, άμυλο αραβοσίτου προζελατινοποιημένο, μαγνήσιο στεατικό (φυτικής προέλευσης)
Σύνθεση επικάλυψης:
υπρομελλόζη, τιτανίου διοξείδιο E171 CI 77891, προπυλενογλυκόλη Σιρόπι:
κιτρικό οξύ άνυδρο, νάτριο κιτρικό διϋδρικό, νάτριο βενζοϊκό, σορβιτόλης διάλυμα 70%, βελτιωτικό γεύσης χαμαικέρασο (φράουλα), ύδωρ κεκαθαρμένο.
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν έχουν αναφερθεί για τα δισκία και το σιρόπι.
Το ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα δεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια σύριγγα ή σε κατά σταγόνα έγχυση μαζί με οποιοδήποτε άλλο φάρμακο. (βλέπε παράγραφο 6.6).
Το ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα θα πρέπει να αναμιγνύεται μόνο με τα συνιστώμενα ενδοφλέβια υγρά για έγχυση (βλέπε παράγραφο 6.6).
6.3 Διάρκεια ζωής
Ενέσιμο διάλυμα (φύσιγγες): 36 μήνες Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: 24 μήνες Σιρόπι: 24 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Ενέσιμο διάλυμα: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C Σιρόπι: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25C
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Ενέσιμο διάλυμα: Κουτί από χαρτόνι το οποίο περιέχει 1 ή 5 γυάλινες φύσιγγες σε θήκη από λευκή πολυστερίνη PS.
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία: Κουτί από χαρτόνι το οποίο περιέχει 15 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία σε κυψέλη (blister) αποτελούμενη από PVC/PVDC/Aluminium foil.
Σιρόπι: Κουτί από χαρτόνι που περιέχει μία σκουρόχρωμη γυάλινη φιάλη των 50 ml, σφραγισμένη με βιδωτό πώμα ασφαλείας από αλουμίνιο.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Δισκία και σιρόπι:
Δε χρειάζονται ιδιαίτερες οδηγίες χρήσης για τα δισκία και το σιρόπι.
Φύσιγγες:
Οι φύσιγγες ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα δεν πρέπει να μπαίνουν σε κλίβανο αποστείρωσης.
Οδηγίες για το σωστό τρόπο ανοίγματος της φύσιγγας
• Καθαρίζουμε την περιοχή του λαιμού με το σύστημα θραύσης OPC για να απομακρυνθούν τυχόν υπολείμματα γυαλιού από το χάραγμα των φυσίγγων.
• Χτυπάμε ελαφριά τον κόμπο της φύσιγγας έτσι ώστε όλο το φάρμακο να πέσει μέσα στο σώμα.
• Κρατάμε σταθερά το σώμα της φύσιγγας με το αριστερό μας χέρι. Τοποθετούμε τον αντίχειρα παράλληλα με το σώμα της φύσιγγας, ενώ ο δείκτης αγκαλιάζει από πίσω τη φύσιγγα. Τα δάκτυλά μας πρέπει να φτάνουν και να μην ξεπερνούν το ύψος του ώμου της φύσιγγας, όπως φαίνεται στην εικόνα 1.
Εικόνα 1
• Κρατάμε σταθερά τον κόμπο της φύσιγγας με το δεξί μας χέρι. Ο δείκτης του δεξιού χεριού ακουμπάει τον δείκτη του αριστερού χεριού ενώ ο αντίχειρας αγκαλιάζει τον κόμπο. Εάν η φύσιγγα έχει το σύστημα θραύσης OPC τότε η τελεία πρέπει να βρίσκεται κάτω από τον αντίχειρα.
• Κρατάμε τη φύσιγγα με κλίση 45ο, όπως απεικονίζεται στην εικόνα 2.
Εικόνα 2
• Κρατώντας σταθερά τα δάκτυλά μας χωρίς να ολισθαίνουν πάνω στο γυαλί, σπάμε τη φύσιγγα πιέζοντας με τον δεξί αντίχειρα έτσι ώστε να απομακρυνθεί αυτός από τον αριστερό.
Οι δείκτες θα πρέπει να παραμείνουν ενωμένοι μέχρι να σπάσει η φύσιγγα και στην συνέχεια να απομακρυνθούν με προσοχή χωρίς να ακουμπήσουν το σπασμένο γυαλί. Βλέπε εικόνα 3.
Εικόνα 3
• Το σπάσιμο της φύσιγγας γίνεται εφαρμόζοντας σταθερή γραμμική δύναμη. Το κέντρο της εφαρμογής της δύναμης αυτής πρέπει να είναι το σημείο του λαιμού της φύσιγγας, πάνω στο οποίο έχει τοποθετηθεί το σύστημα θραύσης.
• Στην περίπτωση που έχουμε απότομες αυξομειώσεις της δύναμης, περιστροφική εφαρμογή της δύναμης ή εφαρμογή σε λάθος σημείο τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα δημιουργίας μεγάλων σωματιδίων καθώς και εξογκωμάτων.
Συμβατότητα με ενδοφλέβια υγρά:
Το ΟΝDAMETON ενέσιμο διάλυμα δεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια σύριγγα ή σε κατά σταγόνα έγχυση μαζί με οποιοδήποτε άλλο φάρμακο. Το ΟΝDAMETON ενέσιμο διάλυμα πρέπει να αναμειγνύεται μόνο με τα συνιστώμενα διαλύματα για έγχυση. Για την τήρηση ορθής φαρμακευτικής πρακτικής, τα ενδοφλέβια διαλύματα πρέπει να ετοιμάζονται την ώρα που θα γίνει η έγχυση. Εν τούτοις έχει διαπιστωθεί ότι το ΟΝDAMETON ενέσιμο διάλυμα παραμένει σταθερό για επτά ημέρες σε θερμοκρασία δωματίου (κάτω των 25°C) με φωτισμό φθορίου είτε σε ψυγείο με τα παρακάτω ενδοφλέβια υγρά που χρησιμοποιούνται για έγχυση:
Χλωριούχο νάτριο 0,9% w/v για ενδοφλέβια έγχυση.
Γλυκόζη 5% w/v για ενδοφλέβια έγχυση.
Μαννιτόλη 10% w/v για ενδοφλέβια έγχυση.
Διάλυμα Ringer για ενδοφλέβια έγχυση.
Χλωριούχο κάλιο 0,3% w/v και χλωριούχο νάτριο 0,9% w/v για ενδοφλέβια έγχυση.
Χλωριούχο κάλιο 0,3% w/v και γλυκόζη 5% w/v για ενδοφλέβια έγχυση.
Μελέτες συμβατότητας της ονδανσετρόνης έχουν γίνει με σάκους και συσκευές από χλωριούχο πολυβινύλιο που χρησιμοποιούνται για εγχύσεις. Ικανοποιητική σταθερότητα επίσης παρέχεται με τη χρήση σάκων από πολυαιθυλένιο ή γυάλινες φιάλες τύπου 1.
Διαλύματα ονδανσετρόνης σε χλωριούχο νάτριο 0,9% w/v ή σε γλυκόζη 5% w/v είναι σταθερά σε σύριγγες από πολυπροπυλένιο.
Θεωρείται ότι το ενέσιμο διάλυμα ονδανσετρόνης όταν αναμειγνύεται με άλλα συμβατά υγρά για εγχύσεις είναι σταθερό σε σύριγγες από πολυπροπυλένιο.
Σημείωση: Το παρασκεύασμα πρέπει να διατηρείται σε κατάλληλες άσηπτες συνθήκες όταν απαιτείται παράταση του χρόνου διατηρήσεώς του.
Συμβατότητα με άλλα φάρμακα: To ONDAMETON μπορεί να χορηγηθεί σε ενδοφλέβια έγχυση 1 mg/ώρα, με σάκο ή αντλία που χρησιμοποιούνται για εγχύσεις. Τα παρακάτω αναφερόμενα φάρμακα είναι δυνατόν να χορηγηθούν μαζί με το ONDAMETON σε συσκευή τύπου Υ, για συγκεντρώσεις ονδανσετρόνης που κυμαίνονται από 16 έως 160 μικρογραμμάρια/ml (π.χ. 8 mg/500 ml & 8 mg/50 ml αντίστοιχα):
Σισπλατίνη:
Συγκεντρώσεις μέχρι 0,48 mg/ml (π.χ. 240 mg σε 500 ml) που χορηγούνται από μία έως οκτώ ώρες.
5- Φθοριουρακίλη:
Συγκεντρώσεις μέχρι 0,8 mg/ml (π.χ. 2,4 g σε 3 λίτρα ή 400 mg σε 500 ml) χορηγούνται σε ρυθμό τουλάχιστον 20 ml ανά ώρα (500 ml για 24 ώρες). Μεγαλύτερες συγκεντρώσεις του 5- φθοριουρακίλης μπορεί να προκαλέσουν καθίζηση της ονδανσετρόνης. Η έγχυση 5-φθοριουρακίλης μπορεί να περιέχει μέχρι 0,045% w/v χλωριούχου μαγνησίου μαζί με άλλα έκδοχα που είναι συμβατά.
Καρβοπλατίνη:
Συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 0,18 mg/ml έως 9,9 mg/ml (π.χ. 90 mg σε 500 ml έως 990 mg σε 100 ml) χορηγούνται για διάστημα από 10 λεπτά έως 1 ώρα.
Ετοποσίδη:
Συγκεντρώσεις που κυμαίνονται από 0,14 mg/ml έως 0,25 mg/ml (π.χ. 72 mg σε 500 ml έως 250 mg σε 1 λίτρο) χορηγούνται για διάστημα από 30 λεπτά έως 1 ώρα.
Κεφταζιδίμη:
Δόσεις που κυμαίνονται από 250 mg έως 2.000 mg διαλύονται σε δισαπεσταγμένο ενέσιμο νερό σύμφωνα με τις οδηγίες του παραγωγού (π.χ. 2,5 ml για 250 mg και 10 ml για 2 g κεφταζιδίμης) και χορηγούνται με ενδοφλέβια ένεση διάρκειας περίπου πέντε λεπτών.
Κυκλοφωσφαμίδη:
Δόσεις που κυμαίνονται από 100 mg έως 1 g διαλύονται σε δισαπεσταγμένο ενέσιμο νερό, με 100 mg/5 ml κυκλοφωσφαμίδης, όπως συνιστάται από τον παραγωγό και χορηγούνται με ενδοφλέβια ένεση διαρκείας περίπου πέντε λεπτών.
Δοξορουβικίνη:
Δόσεις που κυμαίνονται από 10 έως 100 mg διαλύονται σε δισαπεσταγμένο ενέσιμο νερό, με 10 mg/5 ml δοξορουβικίνης, όπως συνιστάται από τον παραγωγό και χορηγούνται με ενδοφλέβια ένεση διαρκείας περίπου πέντε λεπτών.
Δεξαμεθαζόνη:
20 mg δεξαμεθαζόνης νατριοφωσφορικής χορηγούνται με βραδεία ενδοφλέβια ένεση για διάστημα 2 - 5 λεπτών με συσκευή τύπου Υ που χρησιμοποιείται για εγχύσεις, σε συνδυασμό με 8 έως 16 mg ονδανσετρόνης που διαλύεται σε 50 - 100 ml ενός συμβατού υγρού για έγχυση και εγχέεται για διάστημα περίπου 15 λεπτών.
Η συμβατότητα μεταξύ δεξαμεθαζόνης νατριοφωσφορικής και ονδανσετρόνης έχει αποδειχθεί με τη χορήγηση των δύο φαρμάκων μέσω της ίδιας συσκευής σε συγκεντρώσεις 32 mcg - 2,5 mg/ml δεξαμεθαζόνης νατριοφωσφορικής και 8 mcg – 1 mg/ml ονδανσετρόνης.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
MEDICINA ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.
Ομήρου 21, 106 72 Αθήνα Τηλ.: 210 9530050-1 Φαξ: 210 9530052
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Σιρόπι:
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 24-10-2005 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23-09-2009 Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 26-2-2004 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23-09-2009 Σιρόπι:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 26-2-2004 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 23-09-2009
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Τρόπος Διάθεσης ONDAMETON ενέσιμο διάλυμα 8 mg/4 ml: Με περιορισμένη ιατρική συνταγή: Μόνο για νοσοκομειακή χρήση ONDAMETON επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 8 mg/tab: Περιορισμένη ιατρική συνταγή: Από ειδικό ιατρό και παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής ONDAMETON επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 4 mg/tab: Περιορισμένη ιατρική συνταγή: Από ειδικό ιατρό και παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής ONDAMETON σιρόπι 4 mg/5 ml: Περιορισμένη ιατρική συνταγή: Από ειδικό ιατρό και παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της αγωγής