Clinio Logo
Clinio
ONE-ALPHA › ΠΧΠ

ONE-ALPHA — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

One-Alpha 1 mcg/0,5 ml amp ενέσιμο διάλυμα One-Alpha 2 mcg/1 ml amp ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε φύσιγγα των 0,5 ml περιέχει 1 mcg αλφακαλσιδόλης και κάθε φύσιγγα του 1 ml περιέχει 2 mcg αλφακαλσιδόλης (1α-υδροξυχοληκαλσιφερόλη).

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε φύσιγγα των 0,5 ml περιέχει 40 mg αιθανόλης και 207,5 mg προπυλενογλυκόλης.

Κάθε φύσιγγα του 1 ml περιέχει 80 mg αιθανόλης και 415 mg προπυλενογλυκόλης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το One-Alpha ενδείκνυται για νόσους που προκαλούνται από διαταραχές του μεταβολισμού του ασβεστίου ως συνέπεια της μειωμένης ενδογενούς παραγωγής της 1,25-διϋδροξυβιταμίνης D3.

Οι κύριες ενδείξεις είναι:

• νεφρική οστεοδυστροφία

• μετεγχειρητικός ή ιδιοπαθής υποπαραθυρεοειδισμός

• ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός

• ως βοήθημα στην αντιμετώπιση του τριτογενούς υπερπαραθυρεοειδισμού

• ανθιστάμενη στη βιταμίνη D ραχίτιδα ή οστεομαλακία

• οστεομαλακία ή ραχίτιδα σιτιογενής ή μετά από δυσαπορρόφηση Η παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στην από του στόματος θεραπεία.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες και παιδιά άνω των 20 kg: 1 mcg την ημέρα ενδοφλεβίως Παιδιά κάτω των 20 kg: 0,05 mcg/kg την ημέρα ενδοφλεβίως Νεογέννητα και πρόωρα 0,05-0,1 mcg/kg την ημέρα ενδοφλεβίως Δόση συντήρησης: 0,25-1 mcg την ημέρα ενδοφλεβίως Όταν χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση σε ασθενείς που βρίσκονται σε αιμοκάθαρση, η αρχική δόση για ενήλικες είναι 1 mcg για κάθε συνεδρία. Η μέγιστη δόση που συνιστάται είναι 6 mcg για κάθε συνεδρία και όχι περισσότερα από 12 mcg την εβδομάδα. Το ενέσιμο διάλυμα πρέπει να

χορηγείται στον σωλήνα επιστροφής από το μηχάνημα της αιμοκάθαρσης στο τέλος κάθε συνεδρίας.

Τρόπος χορήγησης Χορήγηση ενδοφλεβίως σε 30 sec.

Ανακινήσατε καλά πριν τη χρήση.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 Υπερασβεστιαιμία

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με One-Alpha, τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό και του φωσφόρου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά. Ειδικά στους ασθενείς με υποπαραθυρεοειδισμό (συγγενή ή μετεγχειρητικό), θα πρέπει να ελέγχονται και τα επίπεδα ασβεστίου ούρων 24ωρου προς αποφυγή ασβεστιουρίας. Η παραθυρεοειδής ορμόνη (PTH), η αλκαλική φωσφατάση και το γινόμενο ασβεστίου φωσφόρου θα πρέπει να παρακολουθούνται όπως κλινικά ενδείκνυται.

Μπορεί να παρουσιαστεί υπερασβεστιαιμία σε ασθενείς υπό θεραπεία με One-Alpha. Για αυτόν τον λόγο, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα κλινικά συμπτώματα που συνδέονται με την υπερασβεστιαιμία. Τα συμπτώματα της υπερασβεστιαιμίας είναι ανορεξία, κόπωση, ναυτία και έμετος, δυσκοιλιότητα ή διάρροια, πολυουρία, εφίδρωση, πονοκέφαλος, πολυδιψία, υπέρταση, υπνηλία και ίλιγγος.

Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να διορθωθεί γρήγορα με τη διακοπή της θεραπείας μέχρι τα επίπεδα ασβεστίου του πλάσματος να επιστρέψουν στα φυσιολογικά (σε περίπου μία εβδομάδα). Η χορήγηση One-Alpha μπορεί να ξεκινήσει ξανά σε μειωμένη δόση (η μισή από την προηγούμενη δόση) με παρακολούθηση του ασβεστίου.

Παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να επιδεινώσει την αρτηριοσκλήρωση, την ασβέστωση της καρδιακής βαλβίδας ή τη νεφρολιθίαση και συνεπώς, η παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία θα πρέπει να αποφεύγεται όταν το One-Alpha χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς. Έχει παρατηρηθεί παροδική ή ακόμη και μεγάλης διάρκειας επιδείνωση της λειτουργίας των νεφρών.

Το One-Alpha θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ασβεστώσεις του πνευμονικού ιστού, καθώς αυτό μπορεί να καταλήξει σε καρδιακή νόσο.

Σε ασθενείς με νεφρική οστική νόσο ή σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία, ένας δεσμευτικός παράγοντας φωσφόρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με την αλφακαλσιδόλη ώστε να παρεμποδίσει την αύξηση του φωσφόρου στον ορό και πιθανή μεταστατική ασβέστωση.

Το One-Alpha θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κοκκιοματώδη νοσήματα, όπως η σαρκοείδωση, όπου η ευαισθησία στη βιταμίνη D είναι αυξημένη λόγω αυξημένης δράσης υδροξυλίωσης.

Ταυτόχρονη χρήση γλυκοσιδών της δακτυλίτιδας με την παρουσία υπερασβεστιαιμίας που οφείλεται στη χορήγηση βιταμίνης D αυξάνει την πιθανότητα για καρδιακές αρρυθμίες.

Αιθανόλη

Αυτό το φάρμακο περιέχει έως και 160 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε δόση (που αντιστοιχεί σε 4 μικρογραμμάρια αλφακαλσιδόλης) που είναι ισοδύναμη με 10% vol. Η ποσότητα ανά δόση αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με λιγότερο από 4 ml μπύρας ή 1,7 ml κρασιού. H μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.

Νάτριο Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται ως «ελεύθερο νατρίου».

Προπυλενογλυκόλη Αυτό το φάρμακο περιέχει 415 mg προπυλενογλυκόλης σε κάθε ml, που ισοδυναμεί με 20,75 mg/kg/ημέρα (που αντιστοιχεί σε 0,1 μικρογραμμάρια/ kg/ημέρα αλφακαλσιδόλης). Πρέπει να δίνεται προσοχή σε βρέφη ηλικίας κάτω των 4 εβδομάδων, ιδιαίτερα εάν στο βρέφος χορηγούνται και άλλα φάρμακα που περιέχουν προπυλενογλυκόλη ή αλκοόλη.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Διουρητικά κατηγορίας θειαζιδών και παρασκευάσματα που περιέχουν ασβέστιο Ταυτόχρονη χρήση διουρητικών της κατηγορίας των θειαζιδών ή παρασκευασμάτων που περιέχουν ασβέστιο μπορεί να ενισχύσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Τα επίπεδα ασβεστίου θα πρέπει να παρακολουθούνται.

Άλλα παρασκευάσματα που περιέχουν βιταμίνη D Ταυτόχρονη χρήση άλλων παρασκευασμάτων που περιέχουν βιταμίνη D μπορεί να ενισχύσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Η χρήση πολλαπλών αναλόγων της βιταμίνης D θα πρέπει να αποφεύγεται.

Αντισπασμωδικά Τα αντισπασμωδικά (π.χ. βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη ή πριμιδόνη) επιφέρουν την επαγωγή ενζύμων που έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο μεταβολισμό της αλφακαλσιδόλης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντισπασμωδικά μπορεί να χρειαστούν μεγαλύτερες δόσεις One-Alpha.

Αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο Η απορρόφηση των αντιόξινων που περιέχουν μαγνήσιο μπορεί να ενισχυθεί από το One-Alpha, αυξάνοντας τον κίνδυνο υπερμαγνησιαιμίας.

Παρασκευάσματα που περιέχουν αργίλιο Το One-Alpha μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση του αργιλίου στον ορό. Οι ασθενείς που λαμβάνουν παρασκευάσματα που περιέχουν αργίλιο (π.χ. υδροξείδιο του αργιλίου, σουκραλφάτη) θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία τοξικότητας που σχετίζονται με αργίλιο.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της αλφακαλσιδόλης σε έγκυες γυναίκες.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα.

Το One-Alpha δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο, καθώς η υπερασβεστιαιμία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει συγγενείς διαταραχές στους απογόνους. Πρέπει να δίδεται προσοχή στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης.

Θηλασμός

Η αλφακαλσιδόλη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με One-Alpha, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Τα θηλάζοντα βρέφη που προέρχονται από μητέρες που χρησιμοποιούν αλφακαλσιδόλη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπερασβεστιαιμία.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για την επίδραση του One-Alpha στη γονιμότητα. Μία προ- κλινική μελέτη δεν έδειξε επίδραση στη γονιμότητα σε αρουραίους.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η αλφακαλσιδόλη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται ότι μπορεί να παρατηρηθεί ζάλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να το λαμβάνει υπόψη του όταν οδηγεί η χειρίζεται μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ο υπολογισμός της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται σε ανάλυση συγκεντρωτικών δεδομένων από κλινικές μελέτες, καθώς και από αυθόρμητες αναφορές.

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι διάφορες δερματικές αντιδράσεις, όπως κνησμός και εξάνθημα, υπερασβεστιαιμία, γαστρεντερικός πόνος/δυσφορία και υπερφωσφαταιμία.

Νεφρική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται κατά MedDRA Κατηγορία Οργανικό Σύστημα (SOC) και οι μεμονωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ξεκινώντας με τις πιο συχνά αναφερόμενες. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πολύ συχνές > 1/10 Συχνές > 1/100 έως < 1/10 Όχι συχνές > 1/1.000 έως < 1/100 Σπάνιες > 1/10.000 έως < 1/1.000 Πολύ σπάνιες < 1/10.000 Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
ΣυχνέςΥπερασβεστιαιμία Υπερφωσφαταιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Όχι συχνέςΠονοκέφαλος
ΣπάνιεςΖάλη
Διαταραχές του γαστρεντερικού
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνος και δυσφορία
Όχι συχνέςΔιάρροια Έμετος Δυσκοιλιότητα Ναυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
ΣυχνέςΕξάνθημα* Κνησμός *Διάφοροι τύποι εξανθηματικών αντιδράσεων, όπως ερυθηματώδεις, κηλιδοβλατιδώδεις και φλυκταινώδεις έχουν αναφερθεί
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Όχι συχνέςΜυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
ΣυχνέςΥπερασβεστιουρία
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) Νεφρολιθίαση/Νεφροασβέστωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Όχι συχνέςΚόπωση/αδυναμία/αδιαθεσία Ασβέστωση

Παιδιατρικός πληθυσμός Το παρατηρούμενο προφίλ ασφαλείας είναι παρόμοιο για παιδιά και ενήλικες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: +30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η υπερβολική πρόσληψη του One-Alpha μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη υπερασβεστιαιμίας, ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι ταχύτατα αναστρέψιμο με τη διακοπή της χορήγησης.

Σε σοβαρές περιπτώσεις υπερασβεστιαιμίας θα πρέπει να λαμβάνονται γενικά υποστηρικτικά μέτρα: ο ασθενής πρέπει να διατηρείται καλά ενυδατωμένος με ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού (ενίσχυση διούρησης), να γίνεται μέτρηση των ηλεκτρολυτών, του ασβεστίου και των δεικτών των νεφρικών λειτουργιών, να γίνεται εκτίμηση ηλεκτροκαρδιογραφικών ανωμαλιών, ειδικά σε ασθενείς που χρησιμοποιούν δακτυλίτιδα. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξετάζονται αγωγή με γλυκοκορτικοστεροειδή, διουρητικά της αγκύλης, διφωσφονικά, καλσιτονίνη και τελικά αιμοκάθαρση με διαλύματα χαμηλής περιεκτικότητας σε ασβέστιο.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνες, Βιταμίνες A και D, συμπεριλαμβανομένων και συνδυασμών των δύο, Βιταμίνη D και ανάλογα, κωδικός ATC: A11CC03 Η ελαττωματική ενδογενής παραγωγή 1,25-διϋδροξυβιταμίνης D3 από τους νεφρούς φαίνεται να συντελεί στις διαταραχές του μεταβολισμού μετάλλων που ανευρίσκονται σε διάφορες νοσηρές καταστάσεις, όπως στη νεφρική οστεοπάθεια, τον υποπαραθυρεοειδισμό και τη ραχίτιδα που εξαρτάται από τη βιταμίνη D. Αυτές οι διαταραχές, που απαιτούν υψηλές δόσης βιταμίνης D για τη διόρθωσή τους, ανταποκρίνονται σε μικρές δόσεις One-Alpha.

Το One-Alpha είναι προφάρμακο του δραστικού μεταβολίτη D, ενός από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύθμισης της ομοιοστασίας ασβεστίου και φωσφόρου. Το πιο σημαντικό στοιχείο της δομής του One-Alpha είναι η ύπαρξη της 1α υδροξυλικής ομάδας, η οποία είναι απαραίτητη για τη βιολογική επίδραση του φαρμάκου. Δρώντας ανεξάρτητα από τη νεφρική λειτουργία, το One-Alpha δίνει τη δυνατότητα στον οργανισμό να παράγει τον δραστικό μεταβολίτη χωρίς να χρειαστεί την απαραίτητη σε φυσιολογικές συνθήκες νεφρική 1α υδροξυλίωση.

Σε σύγκριση με τη βιταμίνη D, το κύριο πλεονέκτημα του One-Alpha είναι η ταχύτερη έναρξη και λήξη της δράσης του. Αυτό επιτρέπει ακριβέστερη τιτλοποίηση της δοσολογίας και μειώνει τον κίνδυνο της παρατεταμένης υπερασβεστιαιμίας.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Στο ήπαρ, το One-Alpha μετατρέπεται γρήγορα σε βιολογικά ενεργό μεταβολίτη της βιταμίνης D (1,25 διϋδροξυβιταμίνη D3). Η μέγιστη συγκέντρωση των επιπέδων της 1,25 διϋδροξυβιταμίνης D3 (ο ενεργός μεταβολίτης) στον ορό του αίματος παρουσιάζεται 12 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος μιας δόσης One-Alpha. Η απορρόφηση των από του στόματος χορηγούμενων μορφών είναι πλήρης. Η μετατροπή του One-Alpha σε 1,25 διυδροξυβιταμίνη D3είναι πλήρης εντός 12 ωρών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι 24 ώρες.

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 1-3 mcg One-Alpha, η φαρμακοκινητική είναι γραμμική. Η μετατροπή του 1α σε 1,25 είναι ταχεία (λιγότερο από 1 ώρα). Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η μέγιστη συγκέντρωση παρατηρείται περίπου μετά από 4-5 ώρες με χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής μεταξύ 14-30 ωρών.

Το One-Alpha έχει δοσοεξαρτώμενη επίδραση στη συγκέντρωση ασβεστίου του ορού του αίματος.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η μη κλινική τοξικότητα της αλφακαλσιδόλης αποδίδεται στη γνωστή δράση της βιταμίνης D της καλσιτριόλης στην ομοιόσταση ασβεστίου, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία και τελικά ασβεστώσεις μαλακών μορίων.

Η αλφακαλσιδόλη δεν είναι γενοτοξική.

Δεν παρατηρήθηκαν συγκεκριμένες επιδράσεις της αλφακαλσιδόλης στη γονιμότητα ή στη συμπεριφορά των απογόνων σε αρουραίους και κουνέλια. Από πλευράς εμβρυϊκής ανάπτυξης, παρατηρήθηκε εμβρυϊκή τοξικότητα (απώλεια μετά την εμφύτευση, μικρότερο μέγεθος νεογνών και μικρότερο βάρος νεογνών) σε δόσεις αρκετά υψηλές ώστε να προκαλέσουν τοξικότητα και στις μητέρες των ζώων. Υψηλές δόσεις βιταμίνης D είναι γνωστό ότι είναι τερατογόνες σε πειραματόζωα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Κιτρικό οξύ Αιθανόλη Κιτρικό νάτριο Προπυλενογλυκόλη Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Καμία

6.3 Διάρκεια ζωής

Tρία χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσεται σε ψυγείο (2° C – 8° C).

Φυλάσσετε τη φύσιγγα στο εξωτερικό κουτί για να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κουτί με 10 φύσιγγες των 0,5 ml ή του 1 ml

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Cheplapharm Arzneimittel GMBH Ziegelhof 24

Greifswald Γερμανία

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ενέσιμο διάλυμα 0,5 ml: 101121/26-10-2021 Ενέσιμο διάλυμα 1 ml: 101120/26-10-2021

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3280504_SPC_3280504_1.pdf