Clinio Logo
Clinio
OSTEOVILE › ΠΧΠ

OSTEOVILE — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 4 συσκευασίες 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Osteovile 0,25 mcg καψάκιο μαλακό Osteovile 1 mcg καψάκιο μαλακό

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο μαλακό περιέχει 0,25 ή 1 mcg alfacalcidol (1α- υδροξυχοληκαλσιφερόλη).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Καψάκιο, μαλακό

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

To Osteovile ενδείκνυται για νόσους που προκαλούνται από διαταραχές του μεταβολισμού του ασβεστίου ως συνέπεια της μειωμένης ενδογενούς παραγωγής της 1, 25-Dihydroxyvitamin D3.

Οι κύριες ενδείξεις είναι:

• Νεφρική οστεοδυστροφία.

• Μετεγχειρητικός ή ιδιοπαθής υποπαραθυρεοειδισμός.

• Ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός.

• Ως βοήθημα στην αντιμετώπιση του τριτογενούς υπερπαραθυρεοειδισμού.

• Ανθιστάμενη στη βιταμίνη D ραχίτιδα ή οστεομαλακία.

• Οστεομαλακία ή ραχίτιδα σιτιογενής ή μετά από δυσαπορρόφηση.

• Σε περιπτώσεις οστεοπόρωσης οφειλόμενες σε ανεπάρκεια βιταμίνης D.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Αρχική δόση Ενήλικοι και παιδιά με βάρος σώματος πάνω από 20 kg: 1 mcg την ημέρα.

Παιδιά σωματικού βάρους κάτω των 20 kg: 0,05 mcg/kg/ημέρα Νεογέννητα και πρόωρα: 0,05-0,1 mcg/kg/ημέρα.

Έχει σημασία να ρυθμιστεί η δοσολογία στη συνέχεια ανάλογα με τα βιοχημικά ευρήματα ώστε να αποφευχθεί η υπερασβεστιαιμία. Οι δείκτες αποκρίσεως περιλαμβάνουν τα επίπεδα ασβεστίου του ορού, αλκαλικής φωσφατάσης, παραθορμόνης ορού, την απέκκριση ασβεστίου με τα ούρα και τις ακτινογραφικές και ιστολογικές εξετάσεις. Οι ασθενείς με εκσεσημασμένη οστεοδυστροφία (εκτός εκείνων με νεφρική ανεπάρκεια) μπορούν να ανέχονται υψηλότερες δόσεις χωρίς να αναπτύξουν υπερασβεστιαιμία. Αλλά η αδυναμία του ασβεστίου του ορού να αυξηθεί αμέσως σε ασθενείς με οστεομαλακία δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι απαιτείται υψηλότερη δόση, εφόσον το ασβέστιο από την αυξημένη εντερική απορρόφηση ασβεστίου μπορεί να ενσωματωθεί σε αφαλατωμένα οστά. Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται σε δόσεις μεταξύ 1 και 3 mcg την ημέρα.

Οι απαιτούμενες δόσεις μειώνονται γενικά σε ασθενείς με οστεοπάθεια όταν υπάρχουν βιοχημικές ή ακτινογραφικές ενδείξεις επούλωσης των οστών και στους υποπαραθυρεοειδικούς

ασθενείς μετά από την επίτευξη φυσιολογικών επιπέδων ασβεστίου στον ορό.

Οι δόσεις συντήρησης κυμαίνονται γενικά μεταξύ 0,25 και 1 mcg την ημέρα. Οι ασθενείς που παίρνουν βαρβιτουρικά ή άλλα αντισπασμωδικά μπορεί να χρειαστούν μεγαλύτερες δόσεις Osteovile για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα Υπερασβεστιαιμία

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με alfacalcidol, τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό και φωσφόρου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά. Ειδικά στους ασθενείς με υποπαραθυρεοειδισμό (συγγενή ή μετεγχειρητικό) θα πρέπει να ελέγχονται και τα επίπεδα ασβεστίου ούρων 24ωρου προς αποφυγή ασβεστιουρίας. Η παραθυρεοειδής ορμόνη (PTH), η αλκαλική φωσφατάση και το γινόμενο ασβεστίου φωσφόρου θα πρέπει να παρακολουθούνται όπως κλινικά ενδείκνυται.

Μπορεί να παρουσιαστεί υπερασβεστιαιμία σε ασθενείς υπό θεραπεία με alfacalcidol. Για αυτό το λόγο, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα κλινικά συμπτώματα που συνδέονται με την υπερασβεστιαιμία. Τα σημεία της υπερασβεστιαιμίας είναι ανορεξία, κόπωση, ναυτία και έμετος, δυσκοιλιότητα ή διάρροια, πολυουρία, εφίδρωση, πονοκέφαλος, πολυδιψία, υπέρταση, υπνηλία και ίλιγγος.

Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να διορθωθεί γρήγορα με τη διακοπή της θεραπείας μέχρι τα επίπεδα ασβεστίου του πλάσματος επιστρέψουν στα φυσιολογικά (σε περίπου μία εβδομάδα).

Η χορήγηση alfacalcidol μπορεί να ξεκινήσει ξανά σε μειωμένη δόση (η μισή από την προηγούμενη δόση) με παρακολούθηση του ασβεστίου.

Παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να επιδεινώσει την αρτηριοσκλήρωση, την ασβέστωση της καρδιακής βαλβίδας ή τη νεφρολιθίαση και συνεπώς η παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία θα πρέπει να αποφεύγεται όταν η alfacalcidol χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς. Έχει παρατηρηθεί παροδική ή ακόμη και μεγάλης διάρκειας επιδείνωση της λειτουργίας των νεφρών. Η alfacalcidol θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ασβεστώσεις του πνευμονικού ιστού καθώς αυτό μπορεί να καταλήξει σε καρδιακή νόσο.

Σε ασθενείς με νεφρική οστική νόσο ή σοβαρά μειωμένη νεφρική λειτουργία, ένας δεσμευτικός παράγοντας φωσφόρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με την alfacalcidol ώστε να παρεμποδίσει την αύξηση του φωσφόρου στον ορό και πιθανή μεταστατική ασβέστωση.

Η alfacalcidol θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κοκκιοματώδη νοσήματα όπως η σαρκοείδωση όπου η ευαισθησία στη βιταμίνη D είναι αυξημένη λόγω αυξημένης δράσης υδροξυλίωσης.

Ταυτόχρονη χρήση γλυκοσιδών της δακτυλίτιδος με την παρουσία υπερασβεστιαιμίας που οφείλεται στη χορήγηση βιταμίνης D, αυξάνει την πιθανότητα για καρδιακές αρρυθμίες.

Τα Osteovile καψάκια περιέχουν σησαμέλαιο ως έκδοχο. Το σησαμέλαιο μπορεί σπανίως να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Διουρητικά κατηγορίας θειαζιδών και παρασκευάσματα που περιέχουν ασβέστιο

Ταυτόχρονη χρήση διουρητικών της κατηγορίας των θειαζιδών ή παρακευασμάτων που περιέχουν ασβέστιο μπορεί να ενισχύσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Τα επίπεδα ασβεστίου θα πρέπει να παρακολουθούνται.

Άλλα παρασκευάσματα που περιέχουν βιταμίνη D Ταυτόχρονη χρήση άλλων παρασκευασμάτων που περιέχουν βιταμίνη D μπορεί να ενισχύσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Η χρήση πολλαπλών αναλόγων της βιταμίνης D θα πρέπει να αποφεύγεται.

Αντισπασμωδικά Τα αντισπασμωδικά (π.χ. βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη ή πριμιδόνη) επιφέρουν την επαγωγή ενζύμων που έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο μεταβολισμό της alfacalcidol. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντισπασμωδικά μπορεί να χρειαστούν μεγαλύτερες δόσεις Osteovile.

Αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο Η απορρόφηση των αντιόξινων που περιέχουν μαγνήσιο μπορεί να ενισχυθεί από το Osteovile, αυξάνοντας τον κίνδυνο υπερμαγνησιαιμίας.

Παρασκευάσματα που περιέχουν αργίλιο Το Osteovile μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση του αργιλίου στον ορό.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν παρασκευάσματα που περιέχουν αργίλιο (π.χ. υδροξείδιο του αργιλίου, sucralfate) θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία τοξικότητας που σχετίζονται με αργίλιο.

Δεσμευτικά χολικών οξέωνΧολεστυραμίνη Ταυτόχρονη από του στόματος χορήγηση χολεστυραμίνης δεσμευτικών χολικών οξέων όπως η χολεστυραμίνη μπορεί να επηρεάσουν την εντερική απορρόφηση των από του στόματος μορφών του Osteovile.

Το Osteovile θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον μία ώρα πριν, ή 4 με 6 ώρες μετά τη λήψη δεσμευτικών χολικών οξέων με σκοπό να ελαχιστοποιηθεί ο πιθανός κίνδυνος αλληλεπίδρασης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της alfacalcidol σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα.

Το Osteovile δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη εκτός εάν είναι καθαρά απαραίτητο καθώς η υπερασβεστιαιμία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει συγγενείς διαταραχές στους απογόνους. Πρέπει να δίδεται προσοχή στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης.

Θηλασμός Η alfacalcidol εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με Osteovile λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Τα θηλάζοντα βρέφη που προέρχονται από μητέρες που χρησιμοποιούν alfacalcidol θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπερασβεστιαιμία.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για την επίδραση του Osteovile στη γονιμότητα. Μία προ-κλινική μελέτη δεν έδειξε επίδραση στη γονιμότητα σε αρουραίους.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η alfacalcidol δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Ωστόσο, ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται ότι μπορεί να παρατηρηθεί ζάλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να το λαμβάνει υπόψη του όταν οδηγεί ή χειρίζεται μηχανές.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ο υπολογισμός της συχνότητας των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται σε ανάλυση συγκεντρωτικών δεδομένων από κλινικές μελέτες καθώς και από αυθόρμητες αναφορές.

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι διάφορες δερματικές αντιδράσεις όπως κνησμός και εξάνθημα, υπερασβεστιαιμία, γαστρεντερικός πόνος/δυσφορία, υπερφωσφαταιμία.

Νεφρική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται κατά MedDRA Κατηγορία Οργανικό Σύστημα (SOC) και οι μεμονωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ξεκινώντας με τις πιο συχνά αναφερόμενες. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πολύ συχνές > 1/10 Συχνές > 1/100 έως < 1/10 Όχι συχνές > 1/1.000 έως < 1/100 Σπάνιες > 1/10.000 έως < 1/1.000 Πολύ σπάνιες < 1/10.000

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Συχνές:Υπερασβεστιαιμία Υπερφωσφαταιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές:Συγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Όχι συχνές:Πονοκέφαλος
Σπάνιες:Ζάλη
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συχνές:Κοιλιακός πόνος και δυσφορία
Όχι συχνές:Διάρροια Έμετος Δυσκοιλιότητα Ναυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές:Εξάνθημα* Κνησμός *Διάφοροι τύποι εξανθηματικών αντιδράσεων όπως ερυθηματώδες, κηλιδοβλατιδώδες και φλυκταινώδες έχουν αναφερθεί
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Όχι συχνές:Μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνές:Υπερασβεστιουρία
Όχι συχνές:Νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) Νεφρολιθίαση/Νεφροασβέστωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Όχι συχνές:Κόπωση/αδυναμία/αδιαθεσία Ασβέστωση

Παιδιατρικός πληθυσμός Το παρατηρούμενο προφίλ ασφαλείας είναι παρόμοιο για παιδιά και ενήλικες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585

Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η υπερβολική πρόσληψη του Osteovile μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη υπερασβεστιαιμίας, ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι ταχύτατα αναστρέψιμο με τη διακοπή της χορήγησης.

Σε σοβαρές περιπτώσεις υπερασβεστιαιμίας θα πρέπει να λαμβάνονται γενικά υποστηρικτικά μέτρα: Ο ασθενής πρέπει να διατηρείται καλά ενυδατωμένος με ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού (ενίσχυση διούρησης), να γίνεται μέτρηση των ηλεκτρολυτών, του ασβεστίου και των δεικτών των νεφρικών λειτουργιών, να γίνεται εκτίμηση ηλεκτροκαρδιογραφικών ανωμαλιών, ειδικά σε ασθενείς που χρησιμοποιούν δακτυλίτιδα. Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να εξετάζονται, αγωγή με γλυκοκορτικοστεροειδή, διουρητικά της αγκύλης, διφωσφονικά, καλσιτονίνη και τελικά αιμοκάθαρση με διαλύματα χαμηλής περιεκτικότητας σε ασβέστιο.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνες Κωδικός ATC: Α11CC03 Η ελαττωματική ενδογενής παραγωγή 1, 25-διυδροξυβιταμίνης D από τους νεφρούς φαίνεται να συντελεί στις διαταραχές του μεταβολισμού μετάλλων που ανευρίσκονται σε διάφορες νοσηρές καταστάσεις, όπως στη νεφρική οστεοδυστροφία τον υποπαραθυρεοειδισμό και τη ραχίτιδα που εξαρτάται από τη βιταμίνη D. Αυτές οι διαταραχές, που απαιτούν υψηλές δόσεις βιταμίνης D για τη διόρθωση τους, ανταποκρίνονται σε μικρές δόσεις Osteovile.

Το Osteovile περιέχει Alfacalcidol που είναι προφάρμακο του δραστικού μεταβολίτη D, ενός από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύθμισης της ομοιοστασίας ασβεστίου και φωσφόρου.

Το πιο σημαντικό στοιχείο της δομής του alfacalcidol είναι η ύπαρξη της 1α υδροξυλικής ομάδας, η οποία είναι απαραίτητη για τη βιολογική επίδραση του φαρμάκου. Δρώντας ανεξάρτητα από τη νεφρική λειτουργία, το alfacalcidol δίνει τη δυνατότητα στον οργανισμό να παράγει τον δραστικό μεταβολίτη χωρίς να χρειαστεί την απαραίτητη σε φυσιολογικές συνθήκες νεφρική 1α υδροξυλίωση.

Σε σύγκριση με τη βιταμίνη D, το κύριο πλεονέκτημα του Osteovile είναι η ταχύτερη έναρξη και λήξη της δράσης του. Αυτό επιτρέπει ακριβέστερη τιτλοποίηση της δοσολογίας και μειώνει τον κίνδυνο της παρατεταμένης υπερασβεστιαιμίας.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Στο ήπαρ το alfacalcidol μετατρέπεται γρήγορα στον βιολογικά ενεργό μεταβολίτη της βιταμίνης D (1, 25 διυδροξυβιταμίνη D3).

H μέγιστη συγκέντρωση των επιπέδων της 1, 25 διυδροξυβιταμίνη D (o ενεργός μεταβολίτης)

στον ορό του αίματος, παρουσιάζεται 12 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος μιας δόσης alfacalcidol. H απορρόφηση των από του στόματος χορηγούμενων μορφών είναι πλήρης. Η μετατροπή του alfacalcidol σε 1, 25 διυδροξυβιταμίνη D3 είναι πλήρης εντός 12 ωρών. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι 24 ώρες.

Το alfacalcidol έχει δοσοεξαρτώμενη επίδραση στην συγκέντρωση ασβεστίου του ορού του αίματος.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η μη-κλινική τοξικότητα της alfacalcidol αποδίδεται στη γνωστή δράση της βιταμίνης D της

calcitriol στην ομοιοστασία του ασβεστίου, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία και τελικά ασβεστώσεις μαλακών μορίων.

Η alfacalcidol δεν είναι γενοτοξική.

Δεν παρατηρήθηκαν συγκεκριμένες επιδράσεις της alfacalcidol στη γονιμότητα ή στη συμπεριφορά των απογόνων σε αρουραίους και κουνέλια. Από πλευράς εμβρυϊκής ανάπτυξης, παρατηρήθηκε εμβρυϊκή τοξικότητα (απώλεια μετά την εμφύτευση, μικρότερο μέγεθος νεογνών και μικρότερο βάρος νεογνών) σε δόσεις αρκετά υψηλές ώστε να προκαλέσουν τοξικότητα και στις μητέρες των ζώων. Υψηλές δόσεις βιταμίνης D είναι γνωστό ότι είναι τερατογόνες σε πειραματόζωα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος Εκδόχων

OSTEOVILE CAPS. SOFT 0,25 mcg:

Sesame oil, α-Tocopherol, Ethanol anhydrous Σύνθεση κενής κάψουλας:

Gelatin, Glycerol solution 85%, Sorbitol solution 70%, Titanium dioxide E 171, Iron oxide red E172 OSTEOVILE CAPS. SOFT 1 mcg:

Sesame oil, α-Tocopherol, Ethanol anhydrous Σύνθεση κενής κάψουλας:

Gelatin, Glycerol solution 85%, Sorbitol solution 70%, Titanium dioxide E 171, Glycerol

6.2 Ασυμβατότητες

Τα καψάκια δε διαλύονται σε νερό.

6.3 Διάρκεια ζωής

36 μήνες σε θερμοκρασία έως 250 C.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να διατηρείται σε θερμοκρασία έως 250 C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

OSTEOVILE CAPS. SOFT 0,25 mcg:

Κουτί που περιέχει 100 κάψουλες σε blisters από PVC/PVDC:

BT × 100 (10 blisters × 10 caps).

OSTEOVILE CAPS. SOFT 1 mcg:

Κουτί που περιέχει 30 κάψουλες σε blisters από Aluminium/Aluminium (Alu/Alu) foil:

BT × 30 (3 blisters × 10 caps).

Κουτί που περιέχει 100 κάψουλες: BT × 100 (10 blisters × 10 caps).

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΝΕΛ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.

Λεωφ. Μαραθώνος 106, 153 44 Γέρακας Αττικής Τηλ.: 210 60 48 560, Fax: 210 66 13 013

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

OSTEOVILE CAPS. SOFT 0,25 mcg: 38735/17-11-2011 OSTEOVILE CAPS. SOFT 1 mcg: 104796/14/02-01-2015

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / Ή ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

OSTEOVILE CAPS. SOFT 0,25 mcg: 02-02-2006 / 30-06-2011 OSTEOVILE CAPS. SOFT 1 mcg: 25-05-2006 / 30-06-2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

11-2018

Πηγή: eof:2514601_SPC_2514601_2.pdf